Αρχείο για Απρίλιος 2012

30
Απρ.
12

Τζούλια Κρίστεβα – Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη

Το θρήσκευμα της αμφισβήτησης

Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει μια γραμμένη επί τούτου εισαγωγή, συνεντεύξεις με τον Καρμίνε Νοντζέλι και την Κλερ Φολσέντ [εφημερίδα Paris Notre Dame της Επισκοπής του Παρισιού], δυο γραπτές καταθέσεις  στην εφημερίδα La Croix, όλα των ετών 2005 – 2006 κι ένα κείμενο – καρπό μιας διάλεξης στον καθεδρικό ναό της Νοτρ Νταμ του Παρισιού, στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ πίστης και σύγχρονης σκέψης [διαλέξεις της Σαρακοστής]. Ακριβώς το ερώτημα της θέσης της θρησκείας στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες απασχολεί εδώ την βουλγαρικής καταγωγής Γαλλίδα φιλόσοφο, ψυχαναλύτρια, σημειολόγο και μυθιστοριογράφο.

Στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς που η μηδενιστική σιγουριά των μεν συναντάται με τον φονταμενταλιστικό ενθουσιασμό των δε, σε μια εποχή που η γνωστική μας ικανότητα αδιαφορεί για την εσωτερική εμπειρία, η Κρίστεβα, ικανοποιώντας, όπως εξομολογείται, την ανάγκη της να θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση, επανέρχεται  στην θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα είχε αντικατασταθεί από τον ιδεολογικό ενθουσιασμό, «αυτό το ναρκωτικό που μας βοηθάει να ζούμε, καθότι θεμελιώνει την ικανότητά μας να υπάρχουμε…μιλώντας», μια ανάγκη που είναι προ-πολιτική και προ-θρησκευτική, ριζωμένη στα ανθρώπινα ψυχικά βάθη.

Γοητευμένη από τον χριστιανισμό αλλά ουδέποτε πιστή του και οπωσδήποτε μακριά από την ειρωνεία του Τζέιμς Τζοις – που όταν ρωτήθηκε γιατί προτιμά τον καθολικισμό από τον προτεσταντισμό, απάντησε: «γιατί θέλετε να αποκηρύξω μια ανοησία που έχει λογικό ειρμό για χάρη μιας εντελώς ασυνάρτητης ανοησίας;»-, η φιλόσοφος μάς υπενθυμίζει την έννοια του «πιστεύω» ως «εκλαμβάνω ως αληθές» και το περιεχόμενο της πίστης ως μιας αλήθειας που μας παρασύρει ορμητικά, μιας αλήθειας στην οποία δεν μπορούμε να μη προσχωρήσουμε, που μας σαγηνεύει και θεωρούμε ζωτική και αδιαμφισβήτητη ακόμα κι αν γνωρίζουμε πως θα διαψεύσει κάθε μας προσδοκία.

Το γεγονός ότι η Κρίστεβα δεν πιστεύει οφείλεται σε περίπλοκους, όπως γράφει, φιλοσοφικούς λόγους. Το να ζητάει κανείς από τον Θεό να παίξει τον ρόλο ενός πανίσχυρο παυσίπονο είναι από μόνο του ένα είδος μηδενισμού. Σε αντίθεση με τον Φρόιντ, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι απλά και μόνο μια αυταπάτη και μια πηγή νευρώσεων. Αντίθετα, επιθυμεί να αναγνωρίσει ότι η ιστορία του χριστιανισμού προετοιμάζει τον ανθρωπισμό, με την έννοια ότι αποτελεί την μοναδική θρησκεία που αγγίζει τα όρια της εξόδου από το θρησκευτικό, ειδικά – αλλά και όχι μόνο – όταν αναγκάζει τον ίδιο τον Θεό να υποφέρει μέχρι θανάτου. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός θεός που υποφέρει και πεθαίνει πριν αναστηθεί.

Η ψυχαναλυτική εμπειρία και η ίδια της η ζωή την έπεισαν ότι η ευτυχία δεν είναι παρά το πένθος της οδύνης, όπως δηλώνει η ίδια, παραφράζοντας το «η δόξα είναι το απαστράπτον πένθος της ευτυχίας» της Μαντάμ ντε Σταέλ. Η εξορία που βίωσε στα είκοσι τέσσερα της χρόνια ήταν μια επώδυνη δοκιμασία, ακόμα και κάτω από την φαινομενική όψη της «επιτυχημένης ενσωμάτωσης». Η νευρολογικής φύσης ασθένεια του γιού της την έφερε «κοντά στον κόσμο ατόμων με αναπηρία, ο οποίος είναι ακόμη πολύ απομονωμένος μέσα στην γεμάτη αδελφοσύνη Δημοκρατία μας». Το να διατείνεται κανείς ότι δεν έχει γνωρίσει την οδύνη, αναφέρει, είναι απλούστατα σα να την αρνείται. Η ψυχική μας ζωή περιέχει ένα σωρό παραλλαγές της: γέννηση, αποχωρισμός, απογοήτευση, στερήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η διαιώνιση του συνδρόμου του παραδείσου, ειδικότερα στην εξιδανίκευση του αστικού ζευγαριού (ιδίως όπως απεικονίζεται από τις σαπουνόπερες ή τα λαϊκά περιοδικά), έχει γίνει ένας από τους πυλώνες της παγκοσμιοποιημένης ηθικής. Αυτές οι θεαματικές παραλλαγές του υπερβολικά κοσμικού παραδείσου κρύβουν μια εγγενή θρησκευτικότητα: είναι η ορατή εκκοσμικευμένη όψη της βαθειάς ανάγκης για πίστη.

Στο ερώτημα τι ακολουθεί και τι κρύβεται κάτω από τις «συγκρούσεις των θρησκειών» η Κρίστεβα διαφωνεί βέβαια με την άποψη ότι οι πυρομανείς έφηβοι καθίστανται ανίκανοι να καλύψουν την ανάγκη τους για ιδανικότητα με ένα θρησκευτικό ένδυμα, ιδίως μετά τον [γαλλικό] διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η εγκληματικότητα των «μειονεκτούντων εφήβων» φανερώνει μια πολύ πιο ριζοσπαστική φάση του μηδενισμού και την ανυπαρξία ιδανικών προσαρμοσμένων στους σύγχρονους καιρούς και στην πολυπλοκότητα των ψυχών. Η απουσία ενός αισθητού και υπεραισθητού κόσμου που διαθέτει τη δύναμη της επιβολής (για τα οποία μας είχαν προειδοποιήσει ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ) κι ο γενικότερος αφανισμός της θεϊκής εξουσίας δεν οδηγούν υποχρεωτικά στον μηδενισμό, ούτε βέβαια στο συμμετρικό του αντίθετο, τον φονταμενταλισμό.

Η εναλλακτική λύση στην ανοδική πορεία της θρησκευτικότητας, όπως και στον αντίθετό της στενόμυαλο μηδενισμό έρχεται από άλλους τόπους σκέψης: τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, που συνιστούν μια γλωσσική εμπειρία εγκάρσια στις ταυτότητες (φύλου, κρατικές, εθνικές, ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές). Αμφότερες καταστρέφουν το μεταφυσικό δίδυμο «λογική εναντίον πίστης», δημιουργούν μια επικίνδυνη, ιδιόμορφη και μοιράσιμη γνώση της επιθυμίας για συναίσθηση και μας καλούν να διαμορφώσουμε έναν ερμηνευτικό, κριτικό και θεωρητικό λόγο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου, σ. 158 [Julia Kristeva, Bisogno di credere: Un punto di vista laico, 2006].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

29
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, 112

Theodor Adorno, Minima Moralia. Στοχασμοί μέσα από τη φθαρμένη ζωή, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, σ. 117-118 [Minima Moralia: Reflexionen aus dem beschädigten Leben, 1951]

Η προηγούμενη ζωή του εξόριστου, όπως είναι γνωστό, εκμηδενίζεται. Παλιότερα ήταν το ένταλμα σύλληψης, σήμερα είναι η πνευματική εμπειρία αυτή που κηρύσσεται ως μη μεταβιβάσιμη και απολύτως αλλοτρίου είδους. Ό,τι δεν είναι εκπραγματισμένο, ό,τι δεν μπορεί να μετρηθεί και να απαριθμηθεί, εκπίπτει. Σαν να μην έφτανε αυτό, η εκπραγμάτιση επεκτείνεται και στο ίδιο το αντίθετό της, τη ζωή που δεν μπορεί να βιωθεί άμεσα, σε ό,τι εξακολουθεί να ζει απλώς ως σκέψη και μνήμη. Έχουν επινοήσει γι’ αυτό μια ιδιαίτερη στήλη. Επιγράφεται «φόντο» και εμφανίζεται σαν παράρτημα στα ερωτηματολόγια, μετά το φύλο, την ηλικία και το επάγγελμα. Η ατιμασμένη ζωή σύρεται τώρα και από το θριαμβευτικό αυτοκίνητο των ηνωμένων στατιστικολόγων· ακόμη και το παρελθόν δεν είναι πια ασφαλές ενώπιον του παρόντος, που το παραδίδει πάλι στη λήθη θυμίζοντάς το.

28
Απρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 91. Μαρία Α. Ιωάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και που αποτελείται από πολιτικοκοινωνικά ψυχογραφήματα, τα οποία εκφράζονται μέσα από το στοιχείο του παραλόγου, τον σουρεαλισμό και τα παιχνίδια της γλώσσας και της φόρμας. Είναι βιβλίο που ίσως απαιτεί περισσότερες από μία αναγνώσεις όχι γιατί είναι πολύπλοκο ή αφηρημένο αλλά γιατί η γραφή σε αρκετά σημεία είναι ελλειπτική και υπαινικτική, λειτουργώντας όπως ακριβώς κι ένας ζωγραφικός πίνακας που όσο περισσότερο τον παρατηρείς τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολούθησε για ένα διάστημα ο μικρός πολυέλαιος από το διήγημα “Le petit chandelier” που δυστυχώς τώρα βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη. Με ακολουθεί εδώ και καιρό η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, τόσο έντονα που κάποιοι φίλοι δε με φωνάζουν πια με τ’ όνομά μου. Τέλος, το Αγρινό από το διήγημα Ovis Aries Orientalis. Το άφησα κάπου πνιγμένο με βαμβάκι στα πνευμόνια μα τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα την ανάγκη να συνεχίσω την ιστορία του, ίσως γιατί η ιστορία του εκφράζει μια εφιαλτική και εν μέρει διαστροφική απεικόνιση της σύγχρονης Κυπριακής κοινωνίας. Ανθρώπινοι χαρακτήρες από τα διηγήματά μου δύσκολα με ακολουθούν, είναι εγωιστές κι αυτοί, επιλέγουν μια πρόσκαιρη λογοτεχνική στιγμή και νομίζουν πως έτσι θα φτάσουν την αιωνιότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Αρχικά γράφω σκόρπιες ιδέες στο σημειωματάριό μου, στοιχεία που μου κάνουν εντύπωση διαβάζοντας μια εφημερίδα, βλέποντας μια ταινία ή περπατώντας στο δρόμο. Καταγράφω επίσης συνομιλίες αγνώστων. Νιώθω πως έτσι τους κατασκοπεύω, πως κάνω κάτι ανάρμοστο κι αυτό με φέρνει σε δημιουργική έξαρση. Γίνομαι αόρατη, δημιουργώ κόσμους κλέβοντας λέξεις και εικόνες από τη ζωή. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος πάντα με γοήτευε και νιώθω πως η γραφή μου είναι επηρεασμένη από τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές. Η διαφορά μιας ταινίας από ένα βιβλίο είναι πως τις περισσότερες φορές σου παρουσιάζει το θέμα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ένα βιβλίο σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου. Γι αυτό και οι ταινίες που με γοητεύουν είναι αυτές που είτε έχουν πολύ έξυπνο σενάριο είτε αφήνουν τον θεατή να ερμηνεύσει αυτό που βλέπει με τον δικό του τρόπο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση και κλειδώνοντάς την στο συρτάρι ή στη μνήμη του υπολογιστή. Νιώθω πως η ποίηση είναι κάτι πολύ εσωτερικό, ιερό σχεδόν. Για να ξορκίσω λοιπόν τους φόβους μου προτιμώ να γράφω πεζογραφία χρησιμοποιώντας ποιητική γλώσσα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι να την κάνεις την αιώνια νιότη άμα δε μπορείς να δεις τον κόσμο μέσα από μια αναγνωστική ή συγγραφική ματιά, άμα χαθεί η έμπνευση. Τι να την κανείς τη λογοτεχνία άμα αφαιρεθεί απ’ αυτήν ο θάνατος, η σοφία που φέρνει ο χρόνος, η ατόφια ανθρώπινη απελπισία που αποτελεί κινητήριο δύναμη αριστουργημάτων. Από την άλλη ποιος δεν επιθύμησε την αιώνια ζωή – την ψευδαίσθηση μιας πιθανής αθανασίας. Σε τελική ανάλυση δε γράφουμε για να νικήσουμε τον θάνατο; Ή τουλάχιστον για να τον καταλάβουμε;

27
Απρ.
12

Mercury Rev

Time/All the long red lines/ that take control of all the smokeline steams that flow into your dreams/Dreams/that big blue open sea/that can’t be crossed, that can’t be climbed/just born between on the two white lines [Time, από τα Deserters Songs)

Απαρχή
Ο ηχητικός αχταρμάς των τελευταίων χρόνων μας συμφιλίωσε με πολλά μουσικά είδη που αντιμετωπίζαμε αφ’ υψηλού· τι με πολλά, με όλα σχεδόν! Με τη γυαλιστερή σόουλ αλλά και το blaxploitation, την αστραφτερή ντίσκο αλλά και την λαμέ ευρωπαϊκή ποπ, το μέταλ, την γαλλική σκηνή, την ηλεκτροπόπ. Πολλά εξ αυτών (και άλλα που σίγουρα ξεχνώ) δεν μπήκαν μόνο στην electronica αλλά και στο ίδιο το ρεπερτόριο των πλέον αξιοπρεπών ροκ συγκροτημάτων. Κι ακόμη, έγιναν τα ίδια κανάλι για απερίγραπτα fusions, από σούπερ μέχρι σούπες. Ένα μόνο είδος και δη δίδυμο έμεινε στη γωνία, πάντοτε φτυσμένο κι απαξιωμένο· ένα μπρρ είδος που το γνωρίσαμε στην παρακμή του αγνοώντας το ένδοξο παρελθόν των φορέων του. Το MOR (=Middle of the road /Middle aged orientated rock) / ΑΟR (=Adult orientated rock) «εισχώρησε» μεν κι αυτό κάπως στη σημερινή μουσική (από Preachers μέχρι Pumpkins), αλλά έμεναν απέξω οι μπαλάντες του. Ποιος να το ’λεγε, ποιος να το ’λεγε πραγματικά…

Τα θυμάστε τα συγκροτήματα του είδους; Στοίχειωναν μονίμως το νούμερο 2 στα αμερικάνικα charts, απλώνονταν όμως παντού στην εκατοντάδα. Ακολουθούσαν την κονφερασιέ φωνή του Kasey Kaysem στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικάνικης βάσης μελώνοντας ακροατές και ακροάτριες. Κι είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις ως όνομα το πολύ μια λέξη: ηπείρου (America, Asia), πόλης (Boston, Chicago, Kansas), επιθυμίας (Journey). Τώρα θα γράψω ότι οι Mercury Rev μας εξοικείωσαν και μ’ αυτό και θα μου φύγει ένα βάρος. Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό: η απερίγραπτη (κυριολεκτικά, όχι επαινετικά) αυτή μπάντα έπαιξε με τόσα πολλά άλλα είδη, μεταλλάχθηκε, εξελίχθηκε, αυτομαστιγώθηκε, δοκίμασε, και όλα πάντα με ένα προσωπικότατο στυλ.

Αρχή
Ξεκινούν από το Buffalo, New York State, τέλη 80s. Γράφουν σάουντρακ για τα πειραματικά φιλμ που γυρίζουν οι ίδιοι και οι φίλοι τους. Ποιές εκδοχές παίζουν για το όνομα Mercury Rev; Απότομη άνοδος θερμοκρασίας, φανταστικός Ρώσος χορευτής μπαλέτου, μηχανικό εξάρτημα· και άλλες που στοιχηματολογούνται μεταξύ φίλων. Αρκούμαι στην παράξενη οπτικοακουστική αύρα του ονόματος κι αφήνω τον τζόγο στους άλλους. Αρχικά αποτελούν σεξτέτο: Jonathan Donahue (με θητεία στους Flaming Lips, φωνή/κιθάρα), Grashopper (= Sean Mackowiak, κιθάρες), Suzanne Thorpe (φλάουτο και άλλα τέτοια), Dave Fiedmann (μπάσο), Jimmy Chambers (ντραμς), David Baker (φωνή / κιθάρα). Ο τελευταίος το ’94 πετιέται απ’ έξω, γιατί οι υπόλοιποι στην μπάντα είναι απλώς ακραίοι, αυτός όμως παραείναι. Μαζί του φεύγει και η αδιάλλακτη εμμονή στο θόρυβο και την κακοφωνία. Τότε κυκλοφόρησε και προσωπική δουλειά ως Shady (World, 1994). Δεν μπορούμε να μιλήσουμε συνολικά για τη μουσική τους, καλύτερα να δούμε τον κάθε δίσκο χωριστά – υπάρχουν λόγοι.

Δισκογραφία

Υerself Is Steam (Columbia, 1991)

Με τίτλο που φωνάζεται δυνατά και μόλις οκτώ συνθέσεις (αλλά 50 λεπτά παρακαλώ) η παρθενιά τους βγήκε δυστυχώς την εποχή που φαλίριζε το αμερικάνικο τμήμα της Rough Trade κι ο δίσκος έμεινε χωρίς προώθηση. Το προσωπικό μου παράπονο είναι ότι δεν έζησα την επίκαιρη χαρά ενός τέτοιου λαμπρού ντεμπούτου και παράπονο το έχω, να μην καταφέρνω συχνά να «αντιλαμβάνομαι» ένα αγαπημένο όνομα από την πρώτη του στιγμή. Εκ των υστέρων πιστεύω πως πρόκειται για ένα από τα λαμπρά ντεμπούτα της δεκαετίας του. Είναι κυρίως η αλλοπρόσαλλη ποικιλία του υλικού τους που άμεσα σε γοητεύει: εμπνευσμένες φλοϋδικές στιγμές όπως το ‘Chasing a bee’ και το αριστουργηματικό ‘Frittering’ – να τα ακούσουν οι fans των Grandaddy! – εναλλάσσονται με θορυβώδεις κακοφωνίες (‘Syringe Mouth’) και roller coaster feedbackς (‘Coney Island Cyclone’), που ειδικά εκεί που τοποθετούνται έχουν κάθε λόγο ύπαρξης. Υποκλίνομαι στο ερεβώδες μπαλλαντούργημα ‘Blue and Black’ (o Nick Cave ψάχνει τον Hank Williams αλλά βρίσκει έναν βαρύτονο Elvis) και παίρνω αδρεναλίνη στις αυξομειώσεις έντασης του απίστευτου κιθαριστικού darkwave ‘Sweet Oddysee of a Cancer’. Για να καταλήξω/ει τελείως απρόσμενα με το freak αλά Can / Gong ‘Very Sleepy Rivers’. Δεν έχει άλλο; [8/10)]

Lego My Ego (Columbia, 1992)

Οι αυθάδεις, αρχίσανε τα συμπληρώματα προτού καν βγάλουν δεύτερο δίσκο! Μας προσφέρουν όμως ένα οκτασύνολο πάλι, υπεπενηντάλεπτο πάλι, χορταστικό πάλι αμάγαλμα της τρελής. Ο ορατός λόγος κυκλοφορίας είναι οι διαφορετικές εκτελέσεις, τα Peel sessions (μα τι κάνει ο γερο – Τζων και βγάζει του καθενός τον ελεύθερο εαυτό), κάποια ζωντανά στο BBC αλλά και κάποια που δεν μπήκαν στο πρώτο. Τώρα πρέπει να αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των φαν – να υποθέσω ότι υπήρχαν τέτοιοι και τότε; Αν και κατά βάση αρνητικός στους δίσκους που παραγεμίζουν με επανεκτελέσεις, αναμασήματα κλπ. ομολογώ πως το Lego my ego όχι απλώς δεν προσπερνιέται αλλά κι είναι ένα ζωτικό δεύτερο LP. Αξίζει καταρχήν για τις πολύ καλύτερες εκτελέσεις του ‘Chasing a bee’ (πόσο συχνά μια δεύτερη εκτέλεση υπερέχει της πρώτης;), με την δεύτερη, υπό τον τίτλο ‘Chasing a girl inside a car’, να ξεκινάει με σαμπλς από κάποιο φιλμ και να εξελίσσεται σε μία δοσμένη ερμηνεία του τραγουδιστή που ολοένα βυθίζεται στα ερέβη της σπουδαίας σύνθεσης.

Οι άλλες επανεκτελέσεις είναι ισοδυναμούν με του πρώτου δίσκου: και το ‘Coney Island Cyclone’ (που εξελίσσεται σε ένα από τα αγαπημένα των φανς) και το ‘Frittering’ που έχουν κάτι το διαφορετικό κι εξίσου σαγηνικό. Φυσικά δεν λείπουν οι artασθαλίες της ελεύθερης φόρμας, σαν να κάνουν διάλειμμα κατόπιν επισταμένης ακρόασης Beefheartικών και Ζappικών βινυλιόδισκων και να ηχογραφούν μια κι έξω τις δικές τους εκδοχές. Ατίθασες πνευστιές, υποχθόνια τάστα και φωνή που αλλάζει όποτε της καπνίσει συμπληρώνουν το σύνολο κι όλα εν μέσω μπάχαλου. Και ξανά ένα οκτάλεπτο μεγαλόπνοο κλείσιμο. Ακόμα και με το εξώφυλλο (περι)παίζουν τη δεινοσαυρική 70s κουλτούρα ή προτιμώ αυτή την εκδοχή παρά να το εννοούν!. Το ελπίζω δηλαδή. [8/10]

Boces (Columbia, 1993)

Εδώ αρχίζουμε να «αντιλαμβανόμαστε» τι ακριβώς συμβαίνει: σκοπός είναι τα όρια του ροκ να χαϊδεύουν τα βάθη της ποπ, θόρυβος και κρυστάλλινα τραγούδια να εναλλάσσονται, γοητευτικές μελωδίες να σου δείχνουν ξαφνικά γαμψερά νύχια και άγρια φάτσα. Εδώ συνυπάρχουν samples από το Times Square αλλά και τη συνοικία της NASA στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ, διαθέσεις αντίστοιχες με το λουναπαρκίστικο εξώφυλλο από ένα ειδικό ίδρυμα αποκατάστασης στη Νέα Υόρκη, γουρχολική ατμόσφαιρα. Δυο ισχυρά τραγούδια κλέβουν την παράσταση: τα ‘Men of a Rockette’s Kick’ και το ‘Something for Joey’ (με ένα από τα αγαπημενότερα μου κιθ-ριφς). Ξεκινάνε με γλυκύτητα, φωνο – λόγια και πνευστά σε τυλίγουν ύπουλα κι εκεί που ηρεμείς έρχεται ο κιθαριστικός καταιγισμός να σε αναταράξει μέχρι να ξαναγλυκαθείς με κάποια αδιευκρίνιστου φύλου back φωνητικά και ούτω καθεξής. Δεν είναι σε όλα έτσι απατεώνες συχνά τελειώνουν όπως ξεκινάνε: με low key pop στο ‘Downs are feminine Balloons’, με κιθαριστικό speed pop στο ‘Bronx Cheer’, με εξωφρενικό θόρυβο στο ‘Continuous Drunks and Blunders’. Κι ένας παραληρών συντροφιά με ένα πιάνο στο ‘Girlfren’ – σαν σε ταινία του Orson Welles. Περιττό να πούμε πως δεν διηγούνται και τις πιο συνηθισμένες ιστορίες, το καταλαβαίνετε απ’ όλους αυτούς τους τίτλους. Δεν είναι μία απλή περίπτωση, δεν είναι ένα απλό συγκρότημα. [8/10]

See You On The Other Side (Work, 1995)

Στην «άλλη πλευρά» συνυπάρχουν ποπ στολίδια, τζαζ γρατζουνιές και αυτοσχεδιαστικές εξυπνάδες (κατά κυριολεξία). Επαναλαμβάνομαι, το γνωρίζω, αλλά αυτοί δεν το κάνουν με τη μουσική τους. Ιδέες φτάνουν και περισσεύουν : η α λα Wire «απλότητα» του ‘Εmpire State (Son House in Excelsis)’ σφιχταγκαλιάζεται με τον σαπουνοπερατισμό του ‘Sudden ray of hope’. Τα γνωστά ανορθόδοξα ποπ έπη κρύβονται πιο κάτω από τις συνήθεις ροκ εμμονές κι όλα μπολιάζονται ναρκοληπτικές διαθέσεις, ντανταϊστικούς στίχους, κυκλοθυμική διάθεση. Νομίζω πως κάπου εδώ είναι που ο μελωδικός ήχος κερδίζει εις βάρος του σαματά – είναι η ώρα που οι Mercury ετοιμάζονται για την επικίνδυνη κλειστή στροφή προς τις ονειροχώρες των μελωδιών. Με άλλα λόγια: εδώ βρίσκονται οι απαρχές των ‘Deserter’s songs’ και ‘All is dream’.

Κι εδώ βρίσκονται δύο από τα καλύτερα tracks τους: ένας ύμνος στις αστρόφωτες νύχτες (‘A kiss from an old flame’) και το αγαπημένο μου, ακαταμάχητο ‘Everlasting Arm’: τι βιολιά από δω, τι διακεκομμένες χορωδίες από κει, τι σφυρίγματα από πέρα, σαν κάτι παλιά αιθέρια dark pop του ’80 (τύπου Jesus could’t drum, τύπου πολλών και μη αναφερτέων). Για το οποίο μάλιστα λέγεται ότι γράφτηκε για τον Baker… Κι ένα τρίτο, το δοσμένο ‘Racing the tide’, γιομάτο ερωτικά lines: I’m so close/ I’m almost inside. [9/10]. Στο μεταξύ μάλλον δεν υπάρχει δίφραγκο ούτε για ταξί αλλά η δημιουργική διάθεση καλά κρατεί. Κάτω από το όνομα Harmony Rockets οι Donahue – Grasshopper κυκλοφορούν δυο Εps: ένα 40λεπτο ambient noise (‘Paralysed mind of the Archangel Void’, το 1995) κι ένα ψιλοχορευτικό (‘Golden Ticket’, το 1997). Λίγο αργότερα ο Grashopper θα βγάλει το ‘The Orbit of Eternal Race’. Δεν έχω ιδέα τι παίζει σ’ αυτά.

Deserter’s Songs (V2, 1998)

Ιnto a dream, I took a turn / and promise I return. Για όλες τις υποσχέσεις που αθετήσατε, άκαρδοι! Έφτασε λοιπόν η στιγμή όπου ξαναθυμηθούμε οριστικά τα προαναφερθέντα στον πρόλογο 70s…και να ακούσουμε την νέα τους εκδοχή από γλυκεριακά άσματα και αιθέριες μπαγαποντιές τους, όλα βγαλμένα από το ψυγείο των άλλων δεκαετιών αλλά με διαλογή των φρεσκότερων και πέταμα των σάπιων. Από το νανούρισμα ‘Endlessly’ (επιτρέπεται σε ροκ μπάντα;) στο βαλσοειδές ‘Τοnite It Shows’, από την απίστευτη ερωτοελεγεία του ‘Into a dream’ (λιώστε είπαμε!), στον ύμνο στη Ζωή στο Δρόμο ‘Goddess on a highway’ – ο δίσκος είναι διαμάντι. Και μέσα στον σιροπιαστικό καταιγισμό και τα υπονομευτικά οργανάκια η κάθαρση φτάνει με ένα αστικό πορτοκαλόχρωμο άλτο σαξόφωνο για το ‘Hudson Line’ – και χρόνια έψαχνα ένα κομμάτι που να αποδίδει ίσες κι όμοιες τιμές και στον Lou Reed και στον John Cale της μετά, πολύ μετά Velvet εποχής. Missionaries flood my favorite AM station/flowing in their futures/washed out in this delta rag/look the other way pocket all the pieces/tripping up the strawhat tumble into the wind (Delta Sun Bottleneck Stomp) [8.5/10]

All Is Dream (V2, 2001)

Εδώ ήμασταν προετοιμασμένοι μετά το ‘Deserter’s’, αλλά και πάλι είναι χαρά ν’ ακούς έναν δίσκο που το ανταγωνίζεται ισάξια. Τι έχει λοιπόν το πακέτο κι εγγυάται νέο διψήφιο αριθμό ακροατικών ωρών; Δύο διαφορετικά μέρη: αλλόκοτη συμφωνική ποπ στο πρώτο, ευτυχή και λαμπερή ανοιχτωσιά στο δεύτερο, λες και βγάζει από πάνω της όλες τις μαύρες στιγμές του παρελθόντος. Βέβαια όταν πλησιάσεις και προσέξεις δεν είναι έτσι, αποτελεί πάντως έκπληξη απ’ όλες τις πλευρές, όχι το ότι δεν επανασκλήρυναν, αλλά το ότι είναι ακόμα πιο μελάτοι απ’ το προγονό τους. Όλη η εμφάνιση του All is dream, από την παράξενη λαϊκή τέχνη του κολλάζ- εξωφύλλου ως τα παραμυθένια κομμάτια είναι εκτός. Εκτός τόπου, χρόνου, λογικής, αλληλουχίας. Πέρα από το ροκ εντ ρολλ, το σκηνικό τους, τις καταβολές τους, την πόλη τους. Πέρα από το ίδιο τους το παρελθόν. All is dream στο All is dream. (8/10)

Η προσωπική τους μυθολογία

Κανείς μας, υποθέτω, δεν έχει όρεξη να καταναλώνει τις πιπεράτες ιστορίες των μελών κάποιας αγαπημένης μπάντας. Το βιο-βιβλίο τους όμως περιλαμβάνει πολλές κι απίστευτες ιστορίες που δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο άτυχος που θα αναλάβει την βιογραφία τους· ιστορίες που μαρτυρούν αλλοπρόσαλλες προσωπικότητες που φτάνουν ως την ψυχωτική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και περιλαμβάνουν συνεχείς μεταξύ τους συγκρούσεις (απαγορευόταν για καιρό να ταξιδεύουν με αεροπλάνο γιατί ο Donahue κυνηγούσε μ’ ένα κουτάλι τον Grasshoper για να του βγάλει το μάτι) αλλά και το φτάσιμο στα όρια της ανέχειας, σε σημείο να αναγκαστούν να εργαστούν σε βάρβαρες δουλειές μέχρι και να υποστούν ιατρικά πειράματα. Ύστερα από αυτά, το ξόδεμα σε μια μέρα ολόκληρων προκαταβολών από τις εταιρείες τους, τα κοψίματα επί σκηνής από τους υπεύθυνους των φεστιβάλ εξαιτίας του απίστευτου θορύβου ή το απλό κόψιμο (στη μέση) τραγουδιών επί σκηνής από τον Donahue για να πιεί το ποτό του μάλλον μοιάζουν με πταίσματα.

Βάλε μου τα τραγούδια σου να δω τις επιρροές σου

70s κλπ.: τα είπαμε στην αρχή – αν μας διαβάζετε ανάποδα, ανεβείτε και ξανακατεβείτε. / Syd Barrett, Pink Floyd της καλής αρχής, Sonic Youth και Pixies του πάντοτε, Velvet Underground του λευκού θορύβου και της λευκής ηρεμίας. / Οι νέοι που ακούνε Dinosaur Jr, Spacemen 3 και Pavement πρέπει να τους δοκιμάσουν. /Αδελφό συγκρότημα  οι Flaming Lips της τελευταίας τους και καλύτερης φάσης. Είναι και φίλοι και παίζουν παρέα, γενικώς πολλές οι σχέσεις μεταξύ τους, εκτός από το ex- κοινό μέλος και τις ανταλλαγές μελών και παραγωγών. / ‘Stupid’ progressive: Έτσι λέγανε μερικοί μερικοί μερικούς μερικούς και ως φαν των ΕLO απλώς χαμογελώ, έτσι, out of the blue. / Όταν γίνεται θόρυβος: ο καλύτερος θόρυβος των 80s – βρετανικός (Jesus and Mary Chain) και αμερικάνικος (Butthole Surfers) λένε οι υπερβολικοί. Γιατί ξεχνάνε τους Suicide που προηγήθηκαν, άρα και τον Glenn Branca; Ο κάποτε μέντοράς τους Tony Conrad, βασικός ενθαρρυντής για τη συνέχεια, έχει καταδουλέψει με Faust, John Cale, La Monte Young. Και κάποιος πέταξε ότι η φωνή του τού θύμισε τον τραγουδιστή των Pavlov’s Dog! Oι Red Crayola ξυπνούν και παίζουν ποπ. Μην το πάρετε τοις μετρητοίς, αύριο μπορεί να το έχω μετανιώσει (όπως έχω σίγουρα μετανιώσει για όσα γράφω εδώ και δημοσιεύω χρόνια αργότερα. Τόσα πολλά λόγια για μουσική…). Αδύνατο να βγάλουμε άκρη, οι τύποι είναι μία συνεχής εν κινήσει εγκυκλοπαίδεια.

Πες μου τα tributes σου για να σου πω ποιος είσαι.

Ισχύει; Ας δούμε τι έχει να πει η πράξη: την εποχή του πρώτου δίσκου διασκεύαζαν τα αδιασκεύαστα – εκεί τσίμπησαν οι πρώτοι υποψιασμένοι. Για παράδειγμα το ‘Shhh’ του Miles Davies ή το ‘If you want me to stay’ του Sly Stone – ιερά της ορθοδοξίας κειμήλια. Πρέπει όμως να σταθούμε στις συμμετοχές που δηλώνουν στα μαζικά διασκευαστήρια – άλλος ένας καθρέφτης των μουσικών ειδών που θέλουν ενσωματώσουν στο λαμπρό τους μέλλον ή που το έχουν κάνει ήδη κι εμείς μόλις τώρα το καταλάβαμε. Πρώτη επιλογή υπήρξε φυσικά ο D. Bowie, στο tribute ‘Crash Course for the Ravers’, με το ‘The Sun Machine (Memory of a Free Festival)’. Μετά ο … James Brown (‘Superbad at 65 – A Tribute to James Brown’) με ένα απρόσμενο ‘It’s a man’s man’s man’s world’. Και, τέλος, κάτι για κάποιον άλλον Rev – συγκινούμαι. Συμμετέχουν στο ‘Your invitation to Suicide. A tribute to the songs of Martin Rev and Alan Vega’ με τον ύμνο ‘Bring in the year 2000’. Όχι ως Mercury Rev αλλά ως Zenith, που ήταν οι Donahue και Grasshopper, μαζί με τον J. Ashton των … Psychedelic Furs και … Rick Ocasek των Cars (Για τον τελευταίο δεν αιφνιδιαζόμαστε – εδώ μιλήσαμε για Chicago, οι Cars θα μας ξένιζαν;). Ιδιαίτερη είναι η σχέση τους με πολλά άλλα σχήματα όπως π.χ. με τους Chemical Brothers: ο Johnathan έπαιξε στο ‘Private Psych Real’ από το «Dig your own hole’, αλλά και στο ‘Dream On’ του ‘Surrender’, που άλλωστε συ-συνέθεσε. Για να μη μιλήσουμε για τα ρημίξ που επιλέγουν να μαγειρέψουν από φιλικά και μη σχήματα.

Μας φτιάχνετε στα γρήγορα ένα best;

Όχι.

Δημοσιευμένο στο αφιερωματολόγιο του mic.gr [18/02/2002], εδώ.

Τέσσερα από την Βιντεοθήκη: Tonite It Shows, Endlessly, Godess On A Highway, Everlasting Arm [κι αυτό σε διαφορετική εκτέλεση, από σέσσιον του Peel].

26
Απρ.
12

Διαβάζω, τεύχος 528 (Απρίλιος 2012)

Αφιέρωμα Άλκη Ζέη

Με τρυφερότητα και ρεαλισμό υποτιτλίζεται το αφιέρωμα του περιοδικού στην Άλκη Ζέη, δυο θεμελιώδη στοιχεία του πεζογραφικού της έργο, για το σύνολο του οποίου περιλαμβάνονται εδώ κρίσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση, ειδικότερα, με την Αρραβωνιαστικά του Αχιλλέα ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναρωτιέται: Πώς (ξανα)διαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων» ένα βιβλίο που βγαίνει από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»; Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν  η Ιστορία – έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν – άλλαξε δραματικά σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί;

Ένα πρόσθετο δεδομένο καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμα πιο επιτακτικά: Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο «το βάρος της ιστορίας» αλλά τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Στην περίπλοκη σχέση λοιπόν ιστορίας και λογοτεχνίας, με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει το κείμενό του ο Γ.Π. ενώ το αφιέρωμα εμπλουτίζεται με από τους Αγγελική Βουλουμάνου, Άντα Γκίβαλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννη Κοντό, Μαρίζα Ντεκάστρο, Θανάση Νιάρχος, Τίτο Πατρίκιος και Μαρία Στασινοπούλου. Επιπλέον, δημοσιεύονται, δύο συνεντεύξεις της ίδιας, η μία από έναν Θούριο του 1975. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μας ξεναγεί  στην ιστορία και το ταξίδι του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, με αφορμή την έκδοση του Ανθολογίου του ηδονικού υπερωκεανίου. Πώς λειτούργησε ως ανθολόγος; Επιθυμώντας να υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός, να μπορεί κανείς να διαβάσει τις πιο βαρβάτες σκηνές, τα πιο συγκλονιστικά σμιξίματα, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί και ό,τι συμβαίνει. Η βασική ιδέα ήταν να τρέξει το κείμενο, να αναγνωσθεί όλο κι ύστερα ο αναγνώστης να επανέλθει, αν επιθυμεί, στους οκτώ τόμους. Για τον συγγραφέα η ωριμότητα του αναγνώστη δεν έχει πάντα σχέση με την ηλικία του: ώριμος αναγνώστης μπορεί να είναι και ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, ενώ ένας εξηνταπεντάρης μπορεί να είναι ανώριμος απέναντι στον Μεγάλο Ανατολικό. Και σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιος για το εξής: Με την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού και του Ανθολογίου ενεργούμε (ο εκδότης, ο επιμελητής, όλοι μας) πολιτικά.

Ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος συναντά τη Μάρω Δούκα στη Στοά της Όπερας, ο Παναγιώτης Γαβριήλογλου προτείνει για μετάφραση εμβληματικά βιβλία και ολοκληρώνοντας με την …εισαγωγή, μοιραζόμαστε με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο κοινές διαπιστώσεις για το ηλεκτρονικό βιβλίο, ιδίως το γεγονός ότι πολλοί σχολιαστές μπλέκουν το μέσο με το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωστών θα διευκολύνει την πρόσβαση του βιβλίου στο ευρύ κοινό. Εξασφαλίζει όμως αυτόματα η χρήση ενός νέου μέσου τη βαθύτερη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο; Μήπως πάντα αυτό που θα ξεχωρίζει θα είναι το κείμενο, τα λόγια του συγγραφέα, οι δικές μας σκέψεις μετά την ανάγνωση; Αν θα διαβάζουμε Σαίξπηρ, Όμηρο ή Φράνζεν και Κούντερα, γράφει ο Γ.Ν.Μ. αυτό θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο και όχι το μέσον. Ακόμα κι αν η ψηφιακή εποχή επηρεάσει ακόμα περισσότερο την γραφή και τον τρόπο σύλληψης και απόδοσης της πραγματικότητας, το περιεχόμενο θα είναι πάντα το κέντρο της προσπάθειας του νου να κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω του. [128 σελ.]

25
Απρ.
12

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.

24
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 90. Γιώργος Λίλλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα Ίχνη στο χιόνι ακολουθούν την ζωή ενός αγοριού από την στιγμή που οι γονείς του δολοφονούνται στην διάρκεια του εμφυλίου. Εξήντα χρόνια αργότερα ένας φοιτητής που κάνει το διδακτορικό του για τις επιπτώσεις που είχε ο πόλεμος στα παιδιά, θα ωθήσει τον ηλικιωμένο πια πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος να θυμηθεί εκείνα τα γεγονότα. Ταξιδεύουν μαζί στα ίδια μέρη και του αφηγείται όσα συνέβησαν τότε. Είναι ένα ταξίδι απολογισμού, τι χάθηκε και τι κερδήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ο εμφύλιος δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου, έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα αυτό. Παρακολουθώ πως φθείρονται τα ιδανικά μέσα στο χρόνο. Τον ίδιο τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του.

Θα μας κάνετε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο, Το Δέρμα της νύχτας, εκδόθηκε από την Οδός Πανός το 1999. Εκείνα τα ποιήματα, μαζί με την δεύτερη ποιητική συλλογή, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, έχουν μόνο συναισθηματική αξία, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα η ανωριμότητα της γραφής μου. Αργότερα έμαθα πως η ποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη εργασία και πρέπει να την αντιμετωπίσεις με τον ανάλογο σεβασμό. Το 2003 εκδόθηκε το Σκοτάδι μετέωρος, από το Μελάνι όπου άρχισα να κατακτώ την φωνή μου.

Το 2008 από τον Κέδρο, Τα όρια του λαβύρινθου, ένα έργο που ακόμα στέκει, καθώς προστρέχω σ’ αυτό, πράγμα που δεν μπορώ να πω για τα προηγούμενα έργα μου. Με τα Όρια του λαβύρινθου τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Υπήρξαν εξ αρχής οι προθέσεις για το που ήθελα να κινηθώ γλωσσικά. Επιθυμούσα να ξεφύγω από την ήδη κατακτημένη φωνή του προηγούμενου βιβλίου, και θέλοντας να δοκιμαστώ σ’ ένα καινούριο είδος γραφής, έστρεψα την προσοχή μου σ’ έναν επίπεδο λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία. Στο ενδιάμεσο μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές που εκδόθηκαν από τον Γαβριηλίδη και τον Γερμανό ποιητή Ντουρς Γκρίμπαϊν, στον Κέδρο. Κι ένα παραμύθι, Τα δυο αγαπημένα ιπποκαμπάκια, γραμμένο για την νεογέννητη τότε κόρη μου.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Θα συνεχίσω να γράφω πεζογραφία. Ερωτευμένος όμως είμαι με την ποίηση. Ήδη έχω έτοιμη μια συλλογή, που θα εκδοθεί κάποια στιγμή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο και να σας φανεί παράξενο, όταν έγραφα το μυθιστόρημα το έβλεπα σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στο τρόπο που γράφω. Και η παρατήρηση. Με την ποίηση η διαδικασία είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, αλλά νομίζω πως καταγράφω σκέψεις που προκαλούν τα συναισθήματά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Στην συγγραφή του μυθιστορήματος ακολούθησα ωράριο. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το μεσημέρι. Γράφω απευθείας στον υπολογιστή και πάντα με μουσική υπόκρουση. Αν και μου αρέσει γενικά η ροκ, όταν γράφω ακούω σάουντρακ συνήθως. Τα ποιήματα από την άλλη, τα γράφω όταν έχω διάθεση, δεν βασίζομαι σε ωράρια, πάντα όμως με μουσική υπόκρουση. Μετά φυσικά τα επεξεργάζομαι, μια διαδικασία που παίρνει χρόνια. Για παράδειγμα τα Όρια του λαβύρινθου τα δούλευα έξι χρόνια. Το Φαγιούμ, ένα εκτενές ποίημα της συλλογής, χρειάστηκε να το γράψω πολλές φορές. Έχω στο συρτάρι, 22 διαφορετικές εκδοχές του ποιήματος. Αλλά και το μυθιστόρημα το δούλεψα πολύ. Αρχικά είχα γράψει 500 σελίδες, αλλά όταν άρχισα να το δουλεύω πέταξα κάθε τι περιττό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Μια σειρά ποιημάτων τα έγραψα στην Σάμο, όταν ήμουν εκεί διακοπές, αλλά αυτό έγινε κατά τύχη, απλά συνέβη γιατί εμπνεύστηκα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Μπρους Τσάτουϊν. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή. Ζηλεύω τα ταξίδια του στην Παταγονία και την Αυστραλία.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κριτικό, αλλά ως αναγνώστη. Είναι σημειώσεις που κάνω για βιβλία που με άγγιξαν, που ένιωσα μια συγγένεια, που με ώθησαν να τα μελετήσω. Είναι αλήθεια πως τώρα τελευταία δεν γράφω κριτικά σημειώματα όσο θα ήθελα, παρ΄ όλα αυτά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες εκδόσεις.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κορυφαίος. Έρμαν Έσσε. Η μεγάλη μου αγάπη. Με επηρέασε τόσο που εξαιτίας των βιβλίων του άρχισα να γράφω. Αντόνιο Ταμπούκι. Για την απλότητα και την μαγεία του. Άλμπερ Καμύ. Για την φιλοσοφική του διάσταση. Ντοστογιέφσκι, για την τραγικότητά του. Από ποιητές, ο Μοντάλε, ο Έλιοτ, ο Άσμπερυ. Κι από Έλληνες, ο Γονατάς, ο Ρίτσος, ο Ελύτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για ποιον χτυπά η καμπάνα, του Χεμινγουέι, η Αμοργός του Γκάτσου, το Χρονικό του μοναστηριού του Σαραμάγκου, ο γλάρος Ιωνάθαν του Μπαχ, η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, η Θάλασσα του Μπάνβιλ, η Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, το Πέρασμα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, το Λεξικό των Χαζάρων, του Πάβιτς, το Πράσινο σπίτι του Λιόσα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Δημήτρη Χατζή και του Ίταλο Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από τους ποιητές ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο Σωτήρης Σελαβής, και η Γεωργία Τρούλη. Από τους πεζογράφους ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Χρήστος Αστερίου, ο Μιχάλης Μοδινός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Δον Κιχώτης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιότερα η Ποίηση του Χάρη Βλαβιανού που έκδιδε η Νεφέλη. Έμαθα πολλούς ποιητές που αγνοούσα. Και το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη για την υψηλή του αισθητική.

Περί μετάφρασης

Μιλήστε μας για τα βιβλία που μεταφράσατε. Πώς τα ζήσατε, πώς θα τα συστήνατε στον αναγνώστη;

Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές γιατί μου αρέσει πολύ η κουλτούρα τους. Όσο για τον Ντουρς Γκρίνμπαϊν, το βιβλίο, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ και ήθελα οπωσδήποτε να το διαβάσω και στην μητρική μου γλώσσα.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής επεμβαίνει στο κείμενο με την διαίσθησή του. Βέβαια οφείλει να αγαπήσει το κείμενο, γιατί αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε η μετάφραση του θα είναι ψυχρή. Συνεργάστηκα με τον Γκρίνμπαϊν, γίναμε φίλοι μέσω αυτής της συνεργασίας και αυτό με βοήθησε να κατανοήσω γιατί γράφει όπως γράφει και ποιες είναι οι προθέσεις του.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν χρειάζεται ο μεταφραστής να πάρει την θέση του συγγραφέα. Νομίζω ότι το ξέρει από την αρχή πως η εργασία του είναι μια αφανής υπόθεση. Και αυτό δεν είναι κακό. Η αφάνεια κρύβει ανιδιοτέλεια, αγάπη για το έργο και τον συγγραφέα.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Υπήρξα τυχερός πάνω σ’ αυτό. Η επιμελήτριά μου, η Ελένη Μπούρα με καθοδήγησε ουσιαστικά να δω τις ατέλειες του βιβλίου και να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Ο επιμελητής παίζει καίριο ρόλο στην ολοκλήρωση ενός έργου. Την Ελένη την εμπιστεύομαι απόλυτα. Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς κριτική, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις συμβουλή. Οι επιμελητές είναι οι αφανείς ήρωες των βιβλίων.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει διάφορες δουλειές μέχρι τώρα. Στο Αγρίνιο ασχολήθηκα με την γεωργία. Στην Γερμανία, δούλεψα στην αρχή σε κρεοπωλείο, μετά σε οικοδομές, και τα τελευταία χρόνια είμαι αρτοποιός. Όπως καταλαβαίνεται έχω μια τάση προς τις χειρωνακτικές εργασίες και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αν και δεν ταιριάζει με την γενική εικόνα ενός συγγραφέα όπως θέλουν να τον πλασάρουν τα μίντια. Είμαι αυτοδίδακτος γραφιάς.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω συγχρόνως τις Ιστορίες του Χαλ του Γιώργου Μητά, τον Κοχλία της Ναταλίας Κατσού, και το Χιόνι του Παμούκ, αλλά δεν γράφω τίποτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν παρακολουθώ. Αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Με έχει εμπνεύσει η ταινία Into the Wild του Σον Πεν. Με επηρέασε βαθιά η ιστορία αυτού του νεαρού που αποφάσισε να εγκαταλείψει καριέρα για να πάει να ζήσει στην Αλάσκα. Και ο Δρόμος, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Οι Ώρες, συγκλονιστική ταινία του Στίβεν Ντάλντρι και τα 21 γραμμάρια του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Στο Facebook γνώρισα πολλούς ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα και στην συνέχεια γίναμε φίλοι. Όσο για τα blog, είναι πράγματι οάσεις πολιτισμού, γι΄ αυτό τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αμέσως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μήπως εγώ σας απογοήτευσα; Γιατί εσείς με τίποτα.

Εικονιζόμενοι συνομιλητές του φιλοξενούμενου: Cormac McCarthy, Bruce Chatwin, Herman Hesse, Εugenio Montale, Albert Camus.

22
Απρ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 57

Lord Dunsany – Arthur C. Clarke & Lord Dunsany: A Correspondence (1998), Jorken borrows another whisky (1954), Collected Works (2007). Ο ευγενής φαντασιαστής λογοτέχνης σκακιστής δεν καλούσε μόνο νεράιδες για τα εξώφυλλά του.

19
Απρ.
12

Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

– Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αν είσαι ζωντανός ή νεκρός. Όλα τα άλλα ήταν θεωρίες και κατασκευάσματα του μυαλού.

Οι «αισιόδοξοι» λοιπόν επιζώντες του ανατολικού μπλοκ έφτασαν στη Γαλλία επειδή ανάμεσα στις δυο μοναδικές τους επιλογές, να είναι με τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους, διάλεξαν να μην ανήκουν σε κανένα στρατόπεδο. Προερχόμενοι απ’ όλες σχεδόν τις χώρες του «παραπετάσματος» συνευρίσκονται σε περίφημο μπιστρό περιώνυμης πλατείας, αλλά στο πίσω δωμάτιο, οι κουρτίνες του οποίου διαφυλάσσουν μιαν άλλη κοινότητα. Σ’ αυτή την κοινότητα άλλοι παραμένουν πιστοί στα κομμουνιστικά ιδανικά που πρόδωσε το κράτος τους ενώ άλλοι, αηδιασμένοι από τα διαψευσμένα τους οράματα, δεν θέλουν ν’ ακούσουν για ανατολή. Όλοι όμως αισθάνονται απάτριδες – Δεν είμαι Τσέχος ούτε Γάλλος. Είμαι άπατρις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Δεν υπάρχω εξομολογείται ο Πάβελ –, όλοι καταχωρίζονται ως προδότες από το κόμμα τους και αποστάτες από τους Δυτικούς. Απάτριδες αλλά ίσοι μέσα στην αντιπαλότητά τους.

Σ’ αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν κλειστή λέσχη, το σκάκι αποτελεί το βασικό της παίγνιο και οι συζητήσεις την πάλλουσα καρδιά της, ακολουθώντας όμως πιστά ορισμένους κανόνες σιωπής: Κανείς μας δεν μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνιά του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο. [σ. 347]. Οι πρόσφυγες σκακιστές, τρόπον τινά «προστατευόμενοι» του Ζαν Πωλ Σαρτρ αλλά και συμπαίκτες του, όπως και του Ζοζέφ Κεσσέλ, εργάζονται σε πάσης φύσεως δουλειές, στην άλλη άκρη απ’ όσα σπούδασαν ή γνώριζαν να κάνουν. Αποτελούν όμως μόνο το ένα σκέλος της εκλεκτής πελατείας· εκεί συχνάζει και η παρέα του βασικού μας αφηγητή, του αξιαγάπητου νεαρού, του Μισέλ Μαρινί, εφηβικού καθρέφτη του συγγραφέα και έφηβου εκκολαπτόμενου στα μαγικά της ζωής έξω.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται. [σ. 179]

Ο Μισέλ μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου συγκρούονται «πολιτισμένα» αλλά βαθύτατα ιδεολογικά δυο κόσμοι (των γονέων του και των οικογενειών τους) με περισσότερα παρακλάδια: αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί, σοσιαλιστές, γκωλικοί, με διαμάχες όχι μόνο στο ιδεολογικό πεδίο αλλά και σε ζωτικά θέματα όπου ο καθένας καλείται να επιλέξει πλευρά, όπως ο πόλεμος της Αλγερίας. Εκεί στρατεύεται κι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, με διαφορετικά κίνητρα στην αρχή, προτού μεταστραφούν και οδηγήσουν σε τραγική εξέλιξη. Η οικογένεια αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ακόμα διαρκές εμπόδιο στην ελευθερία του και του χαρίζει την αίσθηση πως τίποτα δεν τους συνδέει: Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας. [σ.33]

Στη λέσχη ο Μισέλ βρίσκει μια νέα «οικογένεια» που βρίσκεται πάντα εκεί στις αποδράσεις του απ’ το σχολείο για να παίξει το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι – άλλο ένα πεδίο μύησης στις παρέες, τις φιλίες, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά κι ένας άλλος ευρύτερος κόσμος είναι έτοιμος να τον δεχτεί εφ’ όρου ζωής στους κόλπους της: η τέχνη της φωτογραφίας, το ροκ εντ ρολλ (αμφότερα ενεργοποιημένα χάρη σε δυο δώρα – μια φωτογραφική μηχανή Brownie Kodak κι ένα πικάπ Teppaz των δυο ταχυτήτων, αλλά και μια συλλογή δίσκων που του αφήνει προς φύλαξη ένας φίλος) και βέβαια η λογοτεχνία. Ανήσυχος για κάθε χαμένο χρόνο, ο Μισέλ διαβάζει σαν μανιακός πάντα και παντού. Πιάνει το βιβλίο από το πρωί, με το που ανάβει το φως,  και δεν το αφήνει από τα χέρια του όλη μέρα. Διαβάζει κρυφά μέσα στις σχολικές αίθουσες, όταν περπατά στους δρόμους – πώς να χαθεί ακόμα κι αυτό το τέταρτο ανάγνωσης; Κι όταν βρέχει χώνεται κάτω από υπόστεγα, για να συνεχίσει απερίσπαστος.

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι. [σ. 317]

Ανάμεσα στις ζυμώσεις και τους αναβρασμούς του Καρτιέ Λατέν και στις αναγνώσεις του Επαναστατημένου Ανθρώπου του Καμύ, στον αχό της αλγερινής σκόνης και στον ήχο των συζητήσεων για την πολυπόθητη ελευθερία από τον ελεύθερο έρωτα και την λύτρωση «από την προαιώνια τυραννία του ζευγαριού» μέχρι τα διλήμματα ανάμεσα στη δημοκρατία των μαζών ή των ανθρώπων του πνεύματος, ο Μισέλ ενηλικιώνεται και ωριμάζει, συχνά με συνοδοιπόρο την Σεσίλ, πρώην φίλη του αδελφού του (λιποτάκτη πλέον της Αλγερίας), έναν καλοσμιλεμένο γυναικείο χαρακτήρα. Οι αγώνες για μια άξια καθημερινότητα τελικά είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την αναζήτηση νέων ιδανικών. Στο γράμμα του Πιερ από την Αλγερία άλλωστε αποτυπώνεται ήδη η ζύμωση που θα οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στον Παρισινό Μάιο:  Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. [σ. 78]

Ο Γκενασιά (Αλγέρι, 1950) δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας αλλά δικηγόρος. Έχει γράψει μόνο ένα νουάρ πολύ παλαιότερα, αλλά τώρα προφανώς αισθάνθηκε έτοιμος για την αφήγηση της συναισθηματικής ενηλικίωσης όχι μόνο της δικης του αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Άλλωστε η εικόνα που αντίκρισε μικρός, με τον Σαρτρ και τον Κεσέλ να ξεκαρδίζονται ανάμεσα σε σκακιστικές κινήσεις και εισπνοές καπνού στην πίσω αίθουσα ενός μπιστρό του έμεινε αξέχαστη – δυο συγγραφείς σε μια απόλυτα καθημερινή αλλά και συνενοχική στιγμή. Ίσως αυτή να ήταν κι η κινητήρια εικόνα της συγγραφής της Λέσχης. Απλή γλώσσα, ρεαλιστικό ύφος και μια εξαιρετική μαεστρία στο ρυθμό, ιδίως στις εναλλαγές των ιστοριών κάνουν τις επτά εκατοντάδες των σελίδων μοιάζουν πολύ λιγότερες.

Θα κατηγορούσα πολύ καιρό τον εαυτό μου που δεν επέμεινα να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα, μετά απ’ ό,τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως εν θα ’ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, όταν τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς. [σ. 296]

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια για το Παρίσι από το 1959 έως το 1964, με δυο πρόσθετα για το Λένινγκραντ του 1952 και το Παρίσι του 1980, ως μικρή εισαγωγή. Στο τελευταίο κάποιοι χαρακτήρες συναντιούνται στην κηδεία του Σαρτρ όπου βρίσκονται οι πάντες. Τι παράλογο που είναι να αποτίνεται φόρος τιμής σ’ έναν άνδρα που έπεσε σχεδόν σ’ όλα έξω, βρισκόταν σε μόνιμη πλάνη, πίστεψε μια υπόθεση εξαρχής καταδικασμένη και την υπηρέτησε με όλο του το είναι. Καλύτερα να πήγαιναν στην κηδεία αυτών που αποδείχτηκε ότι ήταν δίκιο, που εκείνος τους είχε περιφρονήσει και καταδικάσει. Γι’ αυτούς, δεν ξεκουνήθηκε κανείς. Και μπορεί αυτά τα λόγια, να αφορούν το εκλιπόντα φιλόσοφο («επαναστάτη μεν, του σαλονιού δε, αλλά πάντα γενναιόδωρο με όλους»), ξαναδιαβασμένα όμως εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε πως εκπροσωπούν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους ήρωες αυτού των αξέχαστων πλεγμένων και περιπλεγμένων ετούτων ιστοριών

…πόσο σχετικές είναι οι ικανότητες της φαντασίας μας, που τις θεωρούμε απεριόριστες, και πόσο αδύναμο είναι το φαντασιακό μας, που το συγχέουμε συχνά με τη νόηση. Τα γκουλάγκ, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα δεν έχουν τίποτα το αδιανόητο. Είναι ανθρώπινα έργα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που το μέγεθός τους και μόνο μας συνθλίβει. Δεν τα χωράει ο νους μας, ακυρώνουν την πίστη μας στον άνθρωπο, μας κάνουν να φαντάζουμε σαν τέρατα. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, την πιο περίτρανη απόδειξη της ανικανότητάς μας να πείθουμε. Το έσχατο όριο της δημιουργικής μας ικανότητας. Μπορούμε να φανταστούμε ασύλληπτα πράγματα, όπως να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να προβλέψουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, να συναντήσουμε τον ιδανικό άντρα ή την ιδανική γυναίκα. Εδώ επινοήσαμε την αφηρημένη ζωγραφική και τη συγκεκριμένη μουσική! Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αλλά όχι μια θεραπεία σαν από θαύμα. Αυτό είναι θέμα πιθανοτήτων ή τύχης. [σ. 200]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, σελ. 709, με 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [Jean – Michel Guenassia, Le club des Incorrigibles Optimistes, 2009]

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.  Η Jean Seberg [À bout de soufflé – Jean Luc Godard, 1960] παίρνει δικαιωματικά δυο θέσεις στις φωτογραφίες ως μια εκπρόσωπος του παρισινού θηλυκού πνεύματος της εποχής. Όπως και το Citroen DS, που αγοράζει ο πατέρας του Μισέλ και αισθάνεται υπερήφανος – μέχρι τη στιγμή που θα τον αφήσει στο δρόμο και δεν θα προλάβει να αποχαιρετήσει τον γιο του που φεύγει για την Αλγερία…

18
Απρ.
12

Isobel Campbell – Amorino (Snowstorm, 2003)

Όπου η πριγκιπέσσα Ιζαμπώ της ποπ συνεχίζει να μας απασχολεί γλυκώ τω τρόπω…

Τελικά φαίνεται πως τα φυντανάκια της σκηνής της Γκλασκώβης αποτελούν πολλαπλό πρότυπο: έφτιαξαν μπάντες που έγιναν πετυχημένες, είναι ενεργά μέλη μιας ζωντανής σκηνής που βλασταίνει ακόμη ανθούς, στις δε κυκλοφορίες τους είχαν τα πάντα δικά τους, χωρίς την παραμικρή ίντσα υποχώρησης σε μουσική, άρτγουορκ ή οτιδήποτε άλλο. Είχαν άστρο οι Belle and Sebastian ή ήταν η κατάλληλη μουσική στην κατάλληλη στιγμή και μέρος; Έξι κιόλας δίσκοι υψηλής ποιότητος – τι άλλο θέλει κανείς στη νεότητά του;

 Η Isobell είναι όπως ξέρουμε η τρυφερή κοντομαλλούσα αγγελόφωνη τσελίστρια των Belle. Ως μέρος του όλου, έβαλε την φωνητική κι έγχορδη σφραγίδα της στη μουσική τους, αλλά κι ενός συμπαθούς παρακλαδιού τους, των Gente Waves (The green fields of foreverland, 1999, Swansong for you, 2000). Ως ικανότατη ποπ χειρίστρια του τσέλου είχε την ευκαιρία ν’ ανακατευτεί και να πάρει ιδέες από πολλούς και διαφορετικούς νέους αρτίτσες, από τον Eugene Kelly (μέλος των Vaselines, BMX Bandits, Eugenius) ως την stand up comedian Margaret Smith κι απ’ τον σύγχρονο μπλουζίστα David Scott ως τον τζαζίστα Bobby Henderson. Φυσικά κουβαλούσε το τσέλο της όπου καλούσαν φίλοι, συμμετέχοντας σ’ όλες τις σχετικές (στο Snare των Looper, στο Tiny waves, mighty sea των Future Pilot A.K.A κλπ.) αλλά και μη σχετικές μουσικές επιτροπές (όπως το Pandemonium των Bathers). Βοήθησε πολλαπλώς τους Αrab Strab στην Clearing εποχή (1997), αμέσως μετά έτρεξε στους Pastels (Illumination, 1997), δεν άφησε παραπονεμένους τους ομοιόμουσους Snow Patrol (Songs for polar bears, 1998) και συμμετείχε και μέχρι και στον τελευταίο δίσκο των Teenage Fanclub. Ιδανική σεσσιονίστρια!

Φυσικά ξέρετε ήδη τι να περιμένετε· κάτι ανάμεσα στις τρυφερές της στιγμές στους Belle και, κυρίως, το στυλ των δίσκων της ως Gentle Waves: «εύθραυστες» συνθέσεις και στίχους που κάνουν γενναίο ψυχικό άνοιγμα, αλλά και αγγίζουν παραμυθένιες ή σουρεαλιστικές περιοχές, αύρες που ψιθυρίζουν το όνομά σου, μοναχικότητες που μονολογούν για παλαιές ανικανοποίητες αγάπες, φθινοπωρινούς πονοκεφάλους, lands that flows with milk όπως λέει κι ένα τραγούδι της.

Η Campbell προσέχει εξαιρετικά τις ορχηστρώσεις της. Τα έγχορδα έχουν κάτι από μια εκλεπτυσμένη τζαζίστικη στόφα, η δουλειά στο πιάνο είναι ιδιαίτερα γκρουβάτη, το μπασάκι έχει κάθε θάρρος να πάρει θέση που του αξίζει. Χμ, είναι κι εκείνο το σαμπλ των Getz / Gilberto στο The breeze whispered your name. Φίλοι της chamber jazz εξέφρασαν πλήρη ικανοποίηση με το dixieland ύφος του The Cat’s Pyjamas. Και όπως δε λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή, δε λείπει ούτε τρομπέτα απ’ την αίρεση των Σεβαστιανών: εδώ ποτίζουν κοτζάμ Monologue for an old true love.

Τώρα που οι Βelle θα αλλάζουν ύφος, και καιρός ήταν, το παλιό τους θα επιβιώνει σε κάτι τέτοιους δίσκους. Iζαμπώ, και κάθε Ιζαμπώ, θέλεις να γίνω ο Αμορίνος σου;

Χρόνια μετά: η Ιζαμπέλ άλλαξε το ύφος της, μάκρυνε τα μαλλάκια της και κυρίως μουσουργεί παρέα με τον Mark Lanegan.

 Πρώτη δημοσίευση εδώ.

17
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

16
Απρ.
12

Jean Améry – Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση. Απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: δεν υπάρχει «νέα πατρίδα». Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. Όποιος τη χάσει, παραμένει μετέωρος, ακόμα και αν κάποια στιγμή, ζώντας σε ξένους τόπους, μάθει να μην τρεκλίζει πια σαν μεθυσμένος, αλλά να πατά το πόδι του στο έδαφος με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. [σ. 101]

Η αδιανόητη βιογραφία

Ο Jean Améry είναι ο Hans Maier, με το επίθετο αναγραμματισμένο· είναι ο Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, εντάχθηκε στον περιβόητο Κύκλο της, αλλά είδε την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και βίωσε τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό και την έξαρση του ναζισμού, συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο φορτίο της εβραϊκής του ταυτότητας. Κατέφυγε στο Βέλγιο το 1939 αλλά συνελήφθη ως … ανεπιθύμητος Γερμανός αλλοδαπός και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στον γαλλικό Νότο. Εκδόθηκε στους Γερμανούς, κλείστηκε σε στρατόπεδο, δραπέτευσε, εντάχθηκε στην Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο κι έζησε σε Άουσβιτς, Μπούχενβαλντ και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Μετά την λήξη του πολέμου εργάστηκε ως πολιτικός αρθρογράφος και έγραψε κείμενα για λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο. Ύστερα από είκοσι χρόνια σιωπής, το 1964 στη δίκη των εγκληματιών του Άουσβιτς μίλησε ανοιχτά για όσα υπέστη από το Τρίτο Ράιχ. Τότε έγραψε και το πρώτο σχετικό δοκίμιο. Αυτοκτόνησε το 1978. Η σύζυγός του (για την οποία κρατήθηκε στη ζωή τα δυο πιο δύσκολα χρόνια του) πέθανε το 1944, στα 28 της, αδυνατώντας να αντέξει στην εξορία.

Διερευνώντας την υπόσταση του θύματος

Ο Αμερύ στέκεται μπροστά στο αναπάντητο ερώτημα πώς ήταν ποτέ δυνατόν «αυτό» που συντελέστηκε από το 1933 έως το 1945 να προήλθε από ένα γερμανικό έθνος υψηλής νοημοσύνης, βιομηχανικής αξιοσύνης και απαράμιλλου πολιτισμικού πλούτου, του έθνους «των ποιητών και των στοχαστών». Οι ερμηνείες περί γερμανικής ιδιοσυγκρασίας ή γερμανικού πνεύματος (Λούθηρος, Κλάιστ, Χάιντεγκερ) ή οικονομικής κρίσης είναι μονοαιτιακές και αποτυχημένες. Πώς μπορεί να διαφωτιστεί η έκρηξη του ακραίου Κακού στη Γερμανία ενός Κακού που αυτό που το διαφοροποιούσε από άλλες περιπτώσεις (Στάλιν, δικτατορίες και τάγματα θανάτου σε Λατινική Αμερική, Πνομ Πενχ, σοσιαλιστικός τρίτος κόσμος) ήταν η εσωτερική λογική και ο απεχθής ορθολογισμός του;

Επιθυμεί το βιβλίο να θεωρηθεί ως μαρτυρία για τον πραγματικό φασισμό και μια έκκληση στη γερμανική νεολαία να ασκηθεί στην ενδοσκόπηση, αλλά επιθυμεί να διαβαστεί και από τους νέους της Αριστεράς και τους αντιφασίστες που με αφορμή το Παλαιστινιακό ζήτημα φωνάζουν «θάνατος στο εβραϊκό έθνος», μια ιαχή που μοιάζει με «μια από τις κακόγουστες φάρσες της παγκόσμιας Ιστορίας». Το αρχικό του σχέδιο για μια στοχαστική δοκιμιακή εργασία οδήγησε, όπως γράφει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, σε μια προσωπική ομολογία κατατεμαχισμένη από τον διαλογισμό, για να καταλήξει στην διερεύνηση της υπόστασης του θύματος. Απλώς περιγράφω την κατάσταση ενός εκμηδενισμένου, αυτό είναι όλο, προσθέτει, για να καταλήξει: Για τους Γερμανούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν νιώθουν ή δεν νιώθουν πια να τους αφορούν οι πράξεις του Τρίτου Ράιχ, πολύ ευχαρίστως να τους πω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα ίσως να μην τους τα έχουν αποκαλύψει.

«Πνεύμα επί ξύλου κρεμάμενο»

Το πρώτο συγκλονιστικό δοκίμιο του τόμου αφορά την θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς (ορίζοντας τον διανοούμενο ως άνθρωπο που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών με την ευρεία σημασία του όρου και διαθέτει μια καλώς ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση) όπου βρίσκεται αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του ή ακόμα και να το αναγνωρίσει ως άκυρο. Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα την είχαν άσχημα στα εργοτάξια: κατέληγαν σε ομάδες χειρωνακτικής εργασίας και σε θέσεις που απαιτούσαν σωματική δεινότητα και σθένος. Στο ίδιο το στρατόπεδο αντιμετωπίζονταν με την ίδια περιφρόνηση από τους συγκρατούμενούς τους. Η εκλεπτυσμένη εκφορά του λόγου τους έπρεπε να προσαρμοστεί σε εντελώς νέες γλωσσικές συνθήκες. Πόσο χρήσιμη ήταν για ένα κρατούμενο η καλλιέργεια του πνεύματος στον αγώνα για επιβίωση; Η ιδιαίτερη φύση του Άουσβιτς (ως αυτοσχέδιου στρατοπέδου που απαρτιζόταν από ολότελα απολιτικούς Εβραίους και Πολωνούς και διοικούνταν από Γερμανούς κακοποιούς, σε αντίθεση με το Νταχάου) έκανε ακόμα πιο άγρια την αντιπαράθεση του πνεύματος με την αγριότητα.

Η πνευματική κάθοδος

Ο Αμερύ απαριθμεί τα σταδιακά βήματα προς την νέα κατάσταση. Κάθε πνευματική έκφραση αποτελεί απαγορευμένη πολυτέλεια. Η μνήμη κάποιων στίχων δεν είναι πλέον σε θέση να υπερβούν την πραγματικότητα. Ένας πολύτιμος πνευματικός σύντροφος είναι ανύπαρκτος σε ολόκληρο το στρατόπεδο. Αργότερα παύει κανείς να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου, πόσο μάλλον ένας Εβραίος διανοούμενος γαλουχημένος με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος: οτιδήποτε κι αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον εχθρό. Η πνευματική και αισθητική του κληρονομία είχε περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου. Μπορεί ο Thomas Mann να [φέρεται πως] είπε στις ΗΠΑ: Ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται εκεί όπου βρίσκομαι εγώ αλλά ήταν μακριά. Εδώ το άτομο ήταν εξαναγκασμένο να εγκαταλείψει ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα και στερούνταν την πνευματική του υπόσταση. Το πνεύμα υποτασσόταν αναπόφευκτα στην πραγματικότητα.

Στο στρατόπεδο, και ιδίως στο Άουσβιτς, η ορθολογική – αναλυτική σκέψη λοιπόν όχι μόνο δεν προσέφερε την παραμικρή βοήθεια αλλά οδηγούσε κατευθείαν σε μια τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. […] Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν έπαιρνε τόσο εύκολα ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες όσο ο ακαλλιέργητος. Το γεγονός ότι είχε μάθει επί μακρόν να θέτει υπό αμφισβήτηση τα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας, του απαγόρευε να αποδεχτεί την πραγματικότητα του στρατοπέδου, καθώς ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με καθετί που ο ίδιος θεωρούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανό και ανθρωπίνως εφικτό. [σ. 37]

Ο ξεψυχισμένος λόγος

Ποιες ήταν οι αρχικές «άμυνες» ενός τέτοιου ανθρώπου; Η αρχική άρνηση της λογικής των Ες Ες και η εσωτερική αντίσταση με ψιθυριστά ξόρκια όπως «κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει», στο τέλος κατέληγαν σε αποδοχή όχι μόνο της λογικής αλλά και του συστήματος των αξιών των Ες Ες. Ο βαθύτερος σεβασμός που άλλοτε έτρεφε για τον θεσμό της εξουσίας εξαφανίζεται, αφήνοντας ένα κενό. Στο βιβλίο του Οι λέξεις ο Jean – Paul Sartre έγραφε ότι χρειάστηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια για να απαλλαγεί από τον παραδοσιακό φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Αμερύ η ίδια διαδικασία συντελέστηκε σε πολύ λιγότερο χρόνο: μερικές βδομάδες στο στρατόπεδο ήταν αρκετές για να απομυθοποιήσουν κάθε σχετικό φιλοσοφικό απόθεμα. Τα λόγια του Karl Kraus από τα πρώτα χρόνια του Κακού είναι χαρακτηριστικά: Ο λόγος ξεψύχησε μόλις εμφανίστηκε εκείνος ο κόσμος.

Παραμυθίες πιστών και ιδεολόγων

Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να στηριχτεί ούτε στην έσχατη «πνευματική» βοήθεια: εισήλθε στο κατώφλι των στρατοπέδων ως αγνωστικιστής κι άφησε την Κόλαση πίσω του και πάλι ως αγνωστικιστής· δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία και καμία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Εκεί λοιπόν που στις κρίσιμες στιγμές η πολιτική ή θρησκευτική πίστη αποτελούσε για άλλους ανεκτίμητη βοήθεια, εκείνος και οι διανοούμενοι του ανθρωπιστικού σκεπτικισμού πάσχιζαν μάταια να επικαλεστούν τους εφέστιους θεούς των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Η πίστη και η ιδεολογία παρείχε ένα σταθερό σημείο στον κόσμο και το βασίλειο των πιστών τους δεν ήταν το εδώ και το σήμερα αλλά το αύριο και το αλλού: η βασιλεία των ουρανών, η ουτοπία του μαρξισμού. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος ισοδυναμούσαν με τα πάθη του Κυρίου ή το αυτονόητο πολιτικό μαρτύριο. Κι όλοι περιφρονούσαν τους μη πιστούς. Η νοημοσύνη και η μόρφωσή σας είναι άχρηστες εδώ μέσα. Εμείς ζούμε με τη βεβαιότητα πως ο Θεός μας θα πάρει εκδίκηση για μας, του είπε ένας θρησκευόμενος Εβραίος. Εμείς όχι μόνο δεν τρέμουμε αλλά ακόμα κι αν πεθάνουμε σαν τα σκυλιά ξέρουμε ότι ύστερα από εμάς οι σύντροφοι θα στήσουν όλη τη συμμορία στον τοίχο, του είπε ο μαρξιστής.

Βασανιστήρια, η πεμπτουσία του συστήματος

Το δεύτερο κείμενο σχεδόν αιμορραγεί από το θέμα των βασανιστηρίων που πραγματεύεται. Ο Αμερύ είναι πεπεισμένος πως στην περίπτωση του Τρίτου Ράιχ ο βασανισμός δεν αποτελούσε συμβεβηκός αλλά πεμπτουσία του συστήματος. Οι βασανιστές είχαν πρόσωπα συνηθισμένα, του σωρού, που τελικά μετατρέπονταν όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και τότε το Κακό επικάλυπτε και υπερέβαινε την κοινοτοπία. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανενός είδους «κοινοτοπία του Κακού» και όσο για την Hannah Arredt, η οποία έγραψε σχετικά στο βιβλίο της για τον Eichmann, εν γνώριζε παρά μόνο εξ ακοής τον στυγνό αυτό εχθρό του ανθρώπου και τον είχε δει μόνο πίσω από το τζάμι του γυάλινου κλουβιού. […] Όταν η εμπειρία αποκτάται κάτω από ακραίες συνθήκες, καλό είναι να μη γίνεται λόγος για κοινοτοπία, διότι στο οριακό εκείνο σημείο παύει κάθε αφαιρετική διαδικασία αλλά και κάθε προσπάθεια της φαντασίας να πλησιάσει έστω κατά προσέγγιση την πραγματικότητα. [σ. 64]

Ο συγγραφέας διατυπώνει μια φοβερή τυπολογία των συναισθημάτων και των σκέψεων του βασανιζόμενου: Το πρώτο χτύπημα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι είναι αβοήθητος, πως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ως εδώ κάτω. Αμέσως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτό που ονομάζεται ως εμπιστοσύνη στον κόσμο. Τα σύνορα του σώματος, δηλαδή του Εγώ, παραβιάζονται και βιάζονται. Όταν παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας μετατρέπεται σε μια πράξη υπαρξιακού μηδενισμού.

Για τον Αμερύ ο θεσμός των βασανιστηρίων αποτελεί την πεμπτουσία του εθνικοσοσιαλισμού – μέσα τους συμπυκνώνεται όλη η υπόσταση του Τρίτου Ράιχ, όσο κι αν αποτέλεσαν πάγια τακτική άλλων συστημάτων. Αντιτίθεται στους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου σύμφωνα με τους οποίους ο κομμουνισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος και συμφωνεί με τον Τόμας Μάνν που κάποτε είπε πως όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς ο κομμουνισμός, δεν παύει να αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ο χιτλερικός φασισμός δεν υπήρξε καν ιδέα, αλλά μια άθλια ανοσιουργία. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν διαπνεόταν από ιδέες αλλά διέθετε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα το μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα που ανέδειξε σε βασική του αρχή την κυριαρχία του αντι – ανθρώπου. Και οι βασανιστές βασάνιζαν με την ήσυχη συνείδηση του ανοσιουργού.

Η σαδιστική «κοσμοθεωρία» του εθνικοσοσιαλισμού

Και καθώς ο συγγραφέας προβαίνει σε μια όσο γίνεται αντικειμενική και λακωνική περιγραφή των βασανισμών του αισθάνεται εγκλωβισμένος στην δίνη του μεταφορικού λόγου. Όταν ο πόνος είναι αυτός που είναι, τι μπορεί να ειπωθεί πέρα από αυτό; Οι συναισθηματικές αξίες δεν περιγράφονται με λόγια και το πώς του πόνου εξαντλεί τα όρια της γλωσσικής επικοινωνίας. Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγηθεί το τι του πόνου; Όποιος κατακυριεύεται από τους πόνους των βασανιστηρίων, γνωρίζει το σώμα του όπως ποτέ πριν. Ο βασανισμένος δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο ως σώμα και τίποτε άλλο. Επαληθεύεται έτσι αυτό που ο Τόμας Μανν περιέγραψε στο Μαγικό βουνό, ότι δηλαδή όσο βαθύτερα υποτάσσεται το ανθρώπινο σώμα στα μαρτύρια τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η σωματική υπόσταση του ανθρώπου.

Αλλά ποιοι ήταν οι δήμιοι του; Ήταν, άραγε, πέρα από αποκτηνωμένους μικροαστούς και κατώτερους υπαλλήλους, και σαδιστές; Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του δεν επρόκειτο για σαδιστές με τους όρους της σεξουαλικής παθολογίας, αλλά μάλλον με τα κριτήρια της φιλοσοφίας του Μαρκησίου ντε Σαντ. Οι βασανιστές του κινούνταν στα όρια μιας σαδιστικής φιλοσοφίας και ο εθνικοσοσιαλισμός γενικότερα έφερε τη σφραγίδα περισσότερο του σαδισμού παρά ενός ολοκληρωτισμού. Εδώ συμφωνεί με τις απόψεις του Μπατάιγ, που ερμήνευε το σαδισμό από τη σκοπιά της υπαρξιακής ψυχολογίας: της ακραίας άρνησης του άλλου ως αποκήρυξης των αρχών της κοινωνίας και της πραγματικότητάς της. Η επιθυμία των συγκεκριμένων σαδιστών ήταν να καταργήσουν τον κόσμο αρνούμενοι τον συνάνθρωπό τους. Ο δήμιος γίνεται κύριος πάνω στη ζωή και στο θάνατο του άλλου και πραγματώνεται μέσα από την εξόντωσή του. Η εξουσία του πάνω στη σάρκα και το πνεύμα ανατρέπει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο.

Όποιος υπέκυψε σε βασανιστήρια παραμένει παντοτινά ξένος στον κόσμο. Το όνειδος της συντριβής δεν εξαλείφεται. Η εμπιστοσύνη στον κόσμο, που ως έναν βαθμό είχε ήδη κλονιστεί με το πρώτο χτύπημα, για να καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα από τα βασανιστήρια, ουδέποτε αποκαθίσταται. Η εμπειρία του συνανθρώπου ως αντι-ανθρώπου παραμένει μέσα στο θύμα του βασανισμού με τη μορφή συμπυκνωμένου τρόμου, στρώντας του τη θέα σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή της ελπίδας. [σ. 88]

Πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; 

Είχα χάσει το Εγώ μου και, μαζί, το δικαίωμα να ζω μέσα στο Εμείς. Δεν είχα ούτε διαβατήριο, ούτε παρελθόν, μήτε χρήματα, μήτε ιστορία.

Η ερώτηση του τίτλου του τρίτου δοκιμίου απαντάται με σαφήνεια. Η εξορία του Αμερύ δεν συγκρινόταν με τον εθελούσιο εξοστρακισμό όσων ξεριζώθηκαν από το Τρίτο Ράιχ για λόγους αποκλειστικά ιδεολογικούς: εκείνος και οι όμοιοί του δεν είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν (ούτε και τη δύναμη να το κάνουν σήμερα) – η δική του νοσταλγία ισοδυναμούσε με αποξένωση από τον εαυτό τους. Ξαφνικά το παρελθόν τους κατέρρεε και κανείς δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Το όνομά του είχε χάσει κάθε νόημα, οι φίλοι εξαλείφονταν, οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης γίνονταν ανυπόφορες στη μνήμη. Άλλοι βρήκαν την πατρίδα σε υποκατάστατα όπως το χρήμα, ή η υπόληψη.

Ο Χάινριχ Μαν βρήκε καταφύγιο στην πατρίδα της φήμης, οι αυτοεξόριστοι Γερμανοί συγγραφείς αισθάνονταν πως εκπροσωπούσαν την φωνή της «γνήσιας Γερμανίας». Για εκείνον όμως και για τους «ανώνυμους» ομοίους του δεν ίσχυε τίποτα ανάλογο: δεν ήταν οι θεματοφύλακες ενός αόρατου μουσείου του γερμανικού πνεύματος αλλά απλοί κυνηγημένοι. Ενώ κάθε Γερμανός πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη γνώριζε ότι ο τόπος του είχε πέσει στα χέρια μιας ξένης δύναμης. εκείνοι δεν είχαν χάσει τον τόπο τους αλλά κάτι χειρότερο: ήταν αναγκασμένοι να συνειδητοποιήσουν ότι ουδέποτε υπήρξε δικός τους – οτιδήποτε σχετιζόταν μ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια υπαρξιακή παρανόηση.

Τελικά πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; Όσο λιγότερη είναι σε θέση να κουβαλήσει. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα προκειμένου να πάψεις να την έχεις ανάγκη. Πατρίδα σημαίνει ασφάλεια – όπως μαθαίνουμε τη μητρική γλώσσα χωρίς να γνωρίζουμε τη γραμματική της, κατά τον ίδιο τρόπο βιώνουμε το οικείο περιβάλλον της πατρίδας. Η μητρική γλώσσα και η πατρίδα μεγαλώνουν μαζί μας, μέσα μας, καλλιεργώντας μια τόσο γερή αίσθηση οικειότητας, η οποία εγγυάται την ασφάλειά μας. [σ. 100]. Ο Αμερύ αναφέρει ένα φοβερό περιστατικό, κατά το οποίο ένας Γερμανός των Ες Ες χτυπάει την πόρτα του κρησφύγετου της αντιστασιακής ομάδας όπου ανήκε ο συγγραφέας, οργισμένος επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον θόρυβο. Ακούγοντας τα γερμανική γλώσσα του αξιωματικού ο Αμερύ γράφει: Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα μια για πάντα ότι η πατρίδα ήταν χώρα του εχθρού.

Μνησικακίες – Αποκαλυπτήρια

Στο τέταρτο δοκίμιο – ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ακόμα κείμενο με τίτλο Η αναγκαιότητα και η αδυνατότητα να είσαι Εβραίος ­– ο Αμερύ προβαίνει σε ένα ακόμα συγκλονιστικό αποκαλυπτήριο ψυχής. Θα μιλήσει, όπως γράφει, ως θύμα και θα εξετάσει τις μνησικακίες του. Εφόσον ούτε μπορώ ούτε θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται. Πώς να τον εγκαταλείψουν αυτές οι μνησικακίες όταν βλέπει στην δημόσια σκηνή της Δυτικής Γερμανίας να παρελαύνουν «προσωπικότητες» που συνέπραξαν με τους βασανιστές και να γερνούν πλήρεις σεβασμού; Πώς λειτουργούν αυτές οι μνησικακίες; Τον καρφώνουν στο σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος, εγείρουν την παράλογη απαίτηση να ανακληθεί το ανέκκλητο, φράζει την έξοδο προς το μέλλον. Αξιώνουν από τον εγκληματία να συνειδητοποιήσει την ηθική αλήθεια του εγκλήματος και να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια της κτηνωδίας του. Τη στιγμή της εκτέλεσής του να ποθήσει, όπως ακριβώς κι ο ίδιος, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να μην αφήσει να συμβούν όσα συνέβησαν.

Όσο εκείνος απέφευγε να μιλήσει ακόμα και τη γερμανική γλώσσα, τη γλώσσα του, επινοώντας ένα ψευδώνυμο με ρομανικό ηχόχρωμα, η Γερμανία πανηγύριζε τη μεγαλειώδη νεκρανάσταση της ισχύος της, σε αγαστή σύμπνοια με τους υπερατλαντικούς στρατιώτες. Ο παρίας Γερμανία πολιορκήθηκε στενά από μνηστήρες – πρόθυμους συνεταίρους στο παιχνίδι της ισχύος. Ο Γερμανοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους έθνος θυμάτων, επιθυμούσαν να υπερβούν, όπως ήταν της μόδας να λέγεται, το παρελθόν του Τρίτου Ράιχ, χωρίς να πληχθεί ιδιαίτερα η ψυχική τους ισορροπία. Όσο πιο δύσκολο είναι για τον ίδιο να ατενίσει το μέλλον με καθαρό βλέμμα, τόσο πιο εύκολο φαίνεται πως είναι για τους χθεσινούς του διώκτες. Το κοινωνικό σύνολο αρκείται να κοιτάζει μπροστά διαβεβαιώνοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο.

Η ανηθικότητα της συγχώρεσης

Έχοντας πίσω μου δυο δεκαετίες αναστοχασμού πάνω σε όσα υπέστην πιστεύω πως είμαι σε θέση να αντιληφθώ πόσο ανήθικες ηχούν έννοιες όπως συγχώρηση και λήθη όταν επιβάλλονται με το ζόρι από την κοινωνία.

Ο Αμερύ υποστηρίζει πως τα περί συγχώρεσης δεν έχουν μόνο εξω- ηθικό αλλά και αντι – ηθικό χαρακτήρα. «Ό,τι έγινε, έγινε»: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Επαναφέρει το ζήτημα συλλογική ενοχή (ταμπού όχι μόνο σήμερα αλλά ήδη από το 1946). Στη δική του συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. Αναρίθμητα άτομα που απαρτίζουν τον γερμανικό λαό ήξεραν με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε γύρω τους και τι συνέβαινε σε εμάς, διότι όπως εμείς, γεύονταν και αυτοί τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από το γειτονικό στρατόπεδο εξόντωσης, ενώ κάποιοι μάλιστα φορούσαν ρούχα τα οποία είχαν αφαιρεθεί την προηγούμενη μέρα από τα νεοφερμένα θύματα στις αποβάθρες διαλογής. Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί…δεν υπήρχε καμιά διαφορά. [σ. 142]

Διαθήκη και χρέος του γερμανικού έθνους

Τι προτείνει ο Αμερύ; Πρώτα απ’ όλα η γερμανική νεολαία δεν μπορεί να επικαλείται τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπετόβεν και να αφήνει απ’ έξω τον Χίμμλερ. Είναι αδιανόητο να διεκδικείς για λογαριασμό σου τις εθνικές παραδόσεις όταν είναι έντιμες αλλά να τις αποποιείσαι όταν ενσαρκώνουν την ανεντιμότητα. Στη γερμανική Ιστορία και στη γερμανική παράδοση συγκαταλέγονται εφεξής ο Χίτλερ και οι πράξεις του. Στο απέναντι στρατόπεδο πρέπει να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοδυσπιστίας. Να εισαχθούν ορισμένα βιβλία γύρω από το Άουσβιτς (γεωγραφική, ιστορική και πολιτική έννοια που προκαλεί αλλεργία στο αναγνωστικό κοινό) ως υποχρεωτική διδακτική ύλη στα σχολεία. Το γερμανικό έθνος οφείλει να ενσωματώσει το ανεπιθύμητο κομμάτι στην ιστορική του ταυτότητα. Να διαφυλάξει τη γνώση ότι η κυριαρχία της αχρειότητας δεν τερματίστηκε χάρη στους Γερμανούς. Να κατανοήσει ότι η συγκατάθεσή του στο Τρίτο Ράιχ ισοδυναμούσε με την απόλυτη άρνηση της ίδιας του της καλύτερης καταγωγής.

Οι Γερμανοί οφείλουν να αποκηρύξουν για πάντα καθετί που επιτέλεσαν κατά την περίοδο της βαθιάς του εξαχρείωσης και να προβούν σε πνευματική πολτοποίηση όχι μόνο των βιβλίων αλλά και οποιασδήποτε εκδήλωσης έλαβε χώρα κατά την φοβερή δωδεκαετία. Να σταματήσει η υπεροψία ενός έθνους που αστράφτει από ικανοποίηση που του δίνουν η ήσυχη συνείδηση και η ευνόητη χαρά ότι τα κατάφερε και πάλι, αυτή τη φορά όχι επικαλούμενο ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά την μοναδική στον κόσμο παραγωγικότητά του. Στα όνειρά του, βλέπει Γερμανούς να έρχονται και να παίρνουν τα όργανα βασανισμού από τα χέρια των βασανιστών και να προστατεύουν οι ίδιοι τα κατατσακισμένα θύματα.

Ένα τόσο συγκλονιστικό βιβλίο, μια τόσο σπάνια γλώσσα κι ένα τόσο ζωντανό, βαθύ πνεύμα. Κι όμως, αυτό το πνεύμα δεν ήταν αρκετό να τον κρατήσει στη ζωή.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης, σελ. 275. Περιλαμβάνονται: πρόλογος στην πρώτη έκδοση του 1966, πρόλογος στην νέα έκδοση του 1977 και ως επίμετρο δύο κείμενα του W.G.Sebald (Η απώλεια της πατρίδας – Ο Jean Améry και η Αυστρία και Jean Améry και Primo Levi), 14σέλιδη εργογραφία του συγγραφέα και 45σέλιδες σημειώσεις του μεταφραστή [Jenseits von schuld und sühne. Bewältigungsversuche eines überwältigten, 1966].

15
Απρ.
12

Julee Cruise – The art of being a girl (Water Music, 2002)

Μια νεράιδα από παλιά μας επισκέφτηκε ξανά. Ποιός θυμάται την αέρινη, σχεδόν παραμυθένια φωνή της Julee Cruise; Πιστεύω όλοι, κανείς μας δεν την ξέχασε. Ήταν το 1985 όταν την εντόπισε ως ταλεντόεσσα ο Angelo Badalamenti την εποχή που εργαζόταν πάνω στο Blue velvet. H απόκοσμη φωνή της ήταν ό,τι έψαχνε για τα νοσηρονειρικά τοπία του και το Mysteries of love στοίχειωσε το σάουντρακ. Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο David Lynch έγραψε τους στίχους που ήθελε ν’ ακούσει απ’ τη φωνή της, ο Badalamenti συνέθεσε μια απ’ τις ονειρικότερες μουσικές του και το σάουντρακ του Twin Peaks (της τηλεοπτικής σειράς) στοίχειωσε μερικά μας όνειρα. Κάποιοι διέκριναν και τη συμμετοχή της σε μικρό ρόλο στην αλλόκοτη εκείνη σειρά. Το Voice of love του ’93 φυσικά δεν μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί τον προκάτοχό του. Η τελευταία φορά που μας μάγεψε ήταν στο Until the end of the world του Wim Wenders, στη διασκευή του Summer kisses, winter tears του Elvis κι έκτοτε… σιωπή. Έτσι εδώ δεν έχουμε μόνο την πρώτη κυκλοφορία της εδώ και δεκαετία, αλλά και ουσιαστικό τον πρώτο ολόδικό της δίσκo.

Φυσικά δεν πιστεύω να περιμένατε άλλο ένα αποκλειστικά εύθραυστο little-girl-lost κλίμα. Η θηλυκότητα είναι πανταχού κυλούσα, αλλά η Julee φέρνει ένα βήμα μπροστά την εμφανή θεατρική της διάθεση. Από το καμπαρετζίδικο ως το παρακμιακό (κλίματα που ήταν εμμονές του Lynch, σε κάποια φάση νόμισα πως θα βγει ο νάνος με το κόκκινο κουστούμι, θυμάστε ποιος…) και απ’ το jazzy στο noir, καλύπτει ένα κενό. Μόνο που η νωχελικότητά της είναι μελαγχολική και οι οπτικές γωνιές της ημιφωτισμένες. Στο οπισθόφυλλο ποζάρει κακοβαμμένη, ταλαιπωρημένη σαν τις λολίτες των ντονατσάδικων. Και η διάθεση της εξωτερίκευσης μιας κακοπαθημένης περσόνας μάς θυμίζει την αντίστοιχη διάθεση της Marianne Faithful όταν άρχισε να ψελλίζει τις θρυμματισμένες της βινιέτες, αλλά και το παραγνωρισμένο The Luv Show της Ann Magnuson. Δε φτάνει τη δραματική θεατρικότητα μιας Ute Lemper, και λόγω διαφορετικών καταβολών αλλά και κυρίως επειδή προτιμά να παραμένει σε πιο τζαζ νουάρ, αλλά και bossa nova μουσικές. Στις τελευταίες ακούγεται υπέροχη (You ’re staring at me), όπως κι όταν πάει να μας θυμίσει το νεραϊδοπαρμένο της στυλ (Τhe fire in me, Everybody knows). Στα υπόλοιπα κυμαίνεται μεταξύ electronico-chill-noir κλίματος.

Εδώ μπορεί να μην πλαισιώνεται απ’ το περίφημο κινηματογραφικό δίδυμο αλλά έχει διαλέξει προσεκτικά τους συνεργάτες της. Ο συμπαραγωγός της και κιθαρίστας J.J. McGeehan είναι συνθέτης μεταξύ άλλων και X Files και διαφόρων ανεξάρτητων θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών ταινιών ενώ καλεσμένος στη κονσόλα είναι κι ο Motion Worker, με πείρα σε Eno, Cale, Laurie Anderson, Daniel Lanois συνευρέσεις. Και τελικά όλα αυτά τα χρόνια δεν έμεινε στάσιμη. Στο σανίδι μάλιστα αντικατέστησε την Cindy Wilson των … B52, με τους οποίους στη συνέχεια συνεργάστηκε (κι επηρεάστηκε αρκετά, ακούστε το Three Jack Swing κι όχι μόνο), όπως και με τον Khan (που βοηθάει εδώ), τον Μoby (που την χαρακτήρισε ως την αγαπημένη του τραγουδίστρια) και τον Kid Congo Powers – άλλος χαμένος στον κόσμο μας αλλά βαθιά χωμένος σε τέτοιους ακριβώς… [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Απρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 88. Γιώργος Μητάς

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Η λίστα με τα αγαπημένα βιβλία φοβάμαι ότι  είναι πολύ μεγάλη, οπότε θα περιοριστώ σε κάποια που έχουν μια τελείως  δική τους θέση στην καρδιά μου, ανεξάρτητα από την λογοτεχνική τους αξία: Ο Κόμης Μοντεχρήστος, Οι περιπέτειες του Τομ Σώγερ,  Κάτω απ’ το βλέμμα του Βούδα, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών, Δον Κιχώτης, Αλλόκοτες Ιστορίες, Ντέιβιντ Κόππερφηλντ, Ανεμοδαρμένα Ύψη, Μάρτιν Ήντεν, Ο Χθεσινός Κόσμος, Το Παιχνίδι με τις Χάντρες, Θάνατος στη Βενετία, Ερενγκαρντ – Το χρονικό μιας αποπλάνησης, Νιλς Λυν,  Οι Ευρωπαίοι, Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα, Άννα Καρένινα, Ουσία και Βάθος (The heart of the matter), Ο Αφρός των Ημερών, Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Τέσσερα Σύγχρονα Έργα Νο, Δέκα Μικροί Νέγροι, Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Τούνελ, Η Εφεύρεση του Μορέλ, Φύλλα Χλόης, Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα, Ο Θάνατος θα ’ρθει και θα ’χει τα Μάτια σου, Μη μ’ Αφήσεις Ποτέ, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου,  Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, Αιολική Γη, Λεμονοδάσος,  Οι Τέσσερις Τοίχοι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς

Θερβάντες, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Λεοπάρντι, Ντίκενς, Εμιλυ Μπροντέ, Φλομπέρ, Πόε,  Τολστόυ, Χ. Τζαίημς, Ουέλς, Μάνσφηλντ, Μαν, Τσβάιχ, Έσσε, Λόντον, Μέλβιλ, Λόρκα, Κάφκα, Γκράχαμ Γκρην, Ντυ Μωριέ, Μισίμα, Κούντερα, Άιρις Μέρντοχ, Γιουρσενάρ,  Μάρκες, Μπόρχες, Μπέρνχαρντ, Ολιβιέ Ρολάν, Ουελμπέκ, Ιζιγκούρο, Ζέμπαλντ, Παδούρα, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Βενέζης, Εμπειρίκος, Πολίτης, Τσίρκας, Χατζηγιαννίδης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω τα πεζογραφήματα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και του Σωτήρη Δημητρίου και τα ποιήματα του Βαγγέλη Κάσσου. Βρίσκω πολύ όμορφα τα βιβλία του Γιάννη Ατζακά, ζηλεύω τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ του Δοξιάδη ενώ πρόσφατα «ανακάλυψα»  τον Παναγιώτη Κουσαθανά, η γραφή του οποίου με καταγοήτευσε. Διαβάζω και παρακολουθώ τη δουλειά της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Χρήστου Χρυσόπουλου, του Μιχάλη Μοδινού, της Ερσης Σωτηροπούλου, της Βερονίκης Δαλακούρα και του Φαίδωνα Ταμβακάκη (ο οποίος έχει πολύ καιρό να μας δώσει κάτι καινούργιο!). Μια πολύ ξεχωριστή φωνή ήταν αυτή της Μαργαρίτας Καραπάνου. Υπάρχουν πολλοί νέοι – και λιγότερο νέοι-  συγγραφείς που δεν έχω προλάβει να διαβάσω, αλλά είναι στο καλεντάρι μου – ελπίζω δε πάντα στην επόμενη αναγνωστική έκπληξη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση  να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιόν θα επιλέγατε;

Η πρώτη μου σκέψη πηγαίνει στην ιδιαίτερη ζωή – την τόσο αξεχώριστη από την ποίησή της – της Εμιλυ Ντίκινσον. Η δεύτερη σε μία ακόμα Εμιλυ, τη δημιουργό του Χήθκλιφ και της Κάθριν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας / σπιτιού σας;

Το Ένα Ποτήρι Μπύρα, η τρίτη ιστορία του Χαλ, γράφτηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ίο, σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και παρέα τη Μίκα, μια υπέροχη κεραμιδόγατα, μεταξύ Ιουνίου – Σεπτεμβρίου του 2009. Όλα τα άλλα έχουν γραφτεί στο δωμάτιό μου. Γενικά, για να γράψω θέλω την ησυχία του γραφείου μου και τον υπολογιστή μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του βιβλίου σας;

Οι Ιστορίες του Χαλ είναι το πρώτο μου βιβλίο. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Κίχλη, σε επιμέλεια Γιώτας Κριτσέλη. Είναι τρία μεγάλα διηγήματα που γεννήθηκαν τον χειμώνα του 1992, ενόσω έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αγγλία. Πρωταγωνιστής, πέραν των ηρώων του βιβλίου, είναι η πόλη του Χαλ, τόπος συναισθηματικής δοκιμασίας και μοναξιάς για τον (τότε) νεαρό συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα πεδίο μεθυστικής ελπίδας και προοπτικής. Για να κλείσει η οφειλή μου στην πόλη και τα δώρα της χρειάστηκε να περάσουν δέκα έξι ολόκληρα χρόνια (το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2008 και Σεπτεμβρίου 2009). Το ότι η κα Ρότζερς, ο Ντόναλντ, η Τζόυ και ο Στηβ, όλοι δημιουργήματα της φαντασίας, έμειναν ζωντανοί για τόσο καιρό στο μυαλό μου, ήταν η απόδειξη ότι άξιζε να τους δώσω την ευκαιρία – και αυτοί με αντάμειψαν με το μεγαλύτερο δώρο!

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας  τρόπος συγγραφής; Πως και που παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Γράφω στο γραφείο μου, στον υπολογιστή, σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας. Ιδανικά, σε μια ελεύθερη μέρα, θα περάσω με το κείμενό μου 6-8 ώρες, από το πρωί έως αργά το βράδυ, με μερικά διαλείμματα ενδιάμεσα. Οι μέρες όμως αυτές είναι ελάχιστες μέσα στη χρονιά,   παλεύω λοιπόν να αφιερώνω στη γραφή μια-δυο ώρες το βράδυ, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, ανάλογα με την ένταση και την κούραση που έχει μαζευτεί από τη δουλειά της ημέρας, και όσο πιο πολύ χρόνο μπορώ τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Αυτό βέβαια έχει δραματικές συνέπειες στην κοινωνική μου ζωή!

Οι ιδέες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, με επισκέπτονται εν κινήσει. Το ταξίδι, το νέο περιβάλλον, ο ανοίκειος τόπος, οι νέες εικόνες και η εγρήγορση της περιήγησης ή της γνωριμίας, ακόμα και η απλή έξοδος από το σπίτι, πολύ συχνά ανταμείβουν με απροσδόκητες, δυνατές εικόνες της φαντασίας, ερεθιστικές ιδέες ή γοητευτικά  πρόσωπα. Εκεί απαιτείται η καταγραφή, η αποτύπωση της έμπνευσης της στιγμής στο μικρό μπλοκ που σχεδόν πάντα κουβαλώ μαζί μου. Κάποιες φορές, η αναβολή της καταγραφής οδηγεί στο σκοτάδι ιδέες που δεν πρόλαβαν να κρατηθούν γερά από τους νευρώνες που τις «γέννησαν» – η προσπάθεια ανάκτησής τους μερικές φορές με ταλαιπωρεί για μήνες ολόκληρους.  Πιστεύω πάντως ότι οι πολύ δυνατές ιδέες γίνονται άμεσα αντιληπτές ως τέτοιες και, άπαξ και έρθουν στο φως, σπάνια χάνονται,«απαιτούν» δε τον χρόνο και τον κόπο του συγγραφέα, προκειμένου να ζωντανέψουν στο χαρτί: τελικά είναι τα θέματα, οι ιστορίες που επιλέγουν τον δημιουργό, και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όπως είπα, γράφω –  αλλά και διαβάζω –  σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας.  Την ώρα εκείνη είσαι μόνο εσύ και το κείμενο. Σπανιότατα, σε φάση διόρθωσης, θα βάλω μουσική σε χαμηλή ένταση. αυτή τότε θα είναι ορχηστρική, και σχεδόν πάντα τζαζ. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: η πολύχρονη, νεανική αγάπη για το ροκ και την ποπ υποχωρεί ολοένα (μένουν ελάχιστα, πολυαγαπημένα σχήματα όπως οι Smiths, οι This Mortal Coil, οι Go-Betweens, οι Tindersticks ή οι Nits, σε νοσταλγικές μουσικές ρετροσπεκτίβες),  η αγάπη για την soul και την jazz-funk παραμένει σταθερή, όπως σταθερή παραμένει και η αγάπη για την μουσική της Κούβας (το ταξίδι στη χώρα αυτή ήταν καθοριστικό).Αυτή που μεγαλώνει ολοένα είναι η αγάπη για την τζαζ, κλασική και σύγχρονη. Τέλος, διαχρονική αποδεικνύεται η σχέση με τους μεγάλους τραγουδοποιούς : ο Ντύλαν, ο Χάμιλλ, ο Κέιλ, ο Κοστέλο, ο Γουέλλερ,  με κορυφαίο όλων τον Λέοναρντ Κόεν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεταξύ δεκάδων  αγαπημένων λογοτεχνικών χαρακτήρων, οι πρώτες μου σκέψεις πηγαίνουν στον Βέρθερο, στον παθιασμένο Μάρτιν Ήντεν, στον  τρομαχτικό Μπάρτλεμπυ (I’ d rather not!), στον φυγά / θύμα της Εφεύρεσης  του Μορέλ, στον ερωτευμένο Άχενμπαχ, στον δύσμοιρο μικρό κύριο Φρήντεμαν  και σχεδόν σε όλους τους ήρωες / ηρωίδες του Χένρυ Τζαίημς.

Σας ακολούθησαν ποτέ οι ήρωες των βιβλίων σας;  Μάθατε τα νέα τους;

Ζω ακόμα με τους ήρωες  των Ιστοριών. Μαθαίνω τη γνώμη των αναγνωστών γι’ αυτούς, τους συζητάω, συγκινούμαι, ξαναδιαβάζω τις περιπέτειές τους από το τυπωμένο κείμενο.

Αγαπημένα σας  διηγήματα.

Αυτά των Στήβενσον, Πόε, Τσέχωφ, Τζόυς,  Μάνσφηλντ, Σακί, Λάβκραφτ,  Γιουρσενάρ, Μπόρχες, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνού, Εμπειρίκου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό  περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες  λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Διαβάζω γιατί ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που αγόρασα στην εφηβεία μου – και μάλιστα το πρώτο τεύχος του! Μεγάλωσα με τα εκτενή του αφιερώματα της πρώτης περιόδου. Επίσης Η Λέξη και Το Δέντρο για την συνέπεια και την αισθητική τους, αλλά και, πιο πρόσφατα, η Ποίηση που μου γνώρισε αμέτρητους ποιητές και ποιητικά έργα / δοκίμια, σε πρώτες μεταφράσεις. Θαυμάζω επίσης την αγάπη, το σθένος και την αφοσίωση που κρύβεται πίσω από την μακρόχρονη εκδοτική περιπέτεια του Εντευκτηρίου,  του Πλανόδιου και της Οδού Πανός, ενώ καμαρώνω τους ανθρώπους που οδηγούν την Νέα Εστία προς τα 80στά γενέθλιά της!

Πως βιοπορίζεστε;

Δουλεύω σε ιατρικό τμήμα  φαρμακευτικής εταιρίας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας  ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δυστυχώς τα τελευταία  χρόνια βλέπω όλο και λιγότερο κινηματογράφο. Από τους ενεργούς σκηνοθέτες μεγάλες αδυναμίες παραμένουν ο Λόουτς, ο Γούντυ Αλλεν,  ο Ντ. Λυντς και οι Κόεν. Με το θέατρο τα έχω καταφέρει ακόμα χειρότερα – αλλά δεν είναι εύκολο να συγκρίνεις μία σημερινή θεατρική σκηνή με αυτήν π.χ. του Εμπρός της δεκαετία του 80. Παρακολουθώ ανελλιπώς τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε  αυτόν τον καιρό;

Διαβάζω την  καινούργια μελέτη του Νίκου Σιγάλα για τον ελληνικό υπερρεαλισμό, τις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του Παναγιώτη Κουσαθανά και το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, ενώ παλεύω να ολοκληρώσω  ένα μυθιστόρημα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο  αποδεικνύεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο  εργαλείο πληροφόρησης, γνώσης και δουλειάς, ενώ προσφέρει και κάποιες τελείως νέες δυνατότητες επικοινωνίας.  Την ίδια στιγμή ευνοεί την βιαστική, αποσπασματική, αναποτελεσματική ανάγνωση / περιήγηση, ενώ βρίθει απορριμμάτων.  Η καλή του χρήση εναπόκειται λοιπόν στην παιδεία, τον αυτοέλεγχο και την αντίληψη του χρήστη. Θα χρειαστούν πιστεύω πολλά χρόνια για να εκτιμήσουμε στις πραγματικές του διαστάσεις τον τρόπο που επηρεάζει (αλλάζει) τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Αν κάποιος σας χάριζε την  αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια  της συγγραφικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Σαν πρόταση, το χάρισμα της αιώνιας νιότης ακούγεται σε πρώτο χρόνο ακαταμάχητη, ανεξαρτήτως αντιτίμου . σε δεύτερη όμως σκέψη, τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από την άλλη, η αναγνωστική εμπειρία υπήρξε τεράστιο μέρος της δικής μου νιότης, ενώ το (προσωπικό) βίωμα του κόσμου αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό σαν συνάρτηση και συνέπεια της εμπειρίας αυτής.  Όσο για την συγγραφική ιδιότητα, την τόσο πολύτιμη, χρειάστηκαν τριάντα χρόνια – και όλη μου η νιότη – για να την αποκτήσω.  Νομίζω ότι απάντησα στην ερώτησή σας!

Παρουσίαση των Ιστοριών του Χαλ εδώ. Στις εικόνες: Emily Dickinson, Herman Melville, Emily Bronte, Frantz Kafka, Katherine Mansfield, Yukio Mishima, Jack London, Iris Murdoch, W.G. Sebald, Henry James.

12
Απρ.
12

Κρίστοφερ Μέριλ – Ταξίδι στον Άθω

Ο σκεπτόμενος προσκυνητής

Α. Η πολλαπλή απόδραση

Ο συγγραφέας δεν κρύβει τους λόγους πίσω από προσκύνημά του: γύρισε συντετριμμένος από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, που κάλυψε δημοσιογραφικά και με το οδοιπορικό Only the Nails Remain. Scenes from the Balkan Wars. Ο Μέριλ έφυγε πολεμικός ανταποκριτής εν μέρει για να ξεχρεώσει κι εν μέρει για την συγκίνηση της καταγραφής της ιστορίας εν τη γενέσει της. Πρόσθετοι παράγοντες τον ώθησαν στα δυο προσκυνηματικά του ταξίδια: σοβαρά προβλήματα υγείας που του κλόνισαν βεβαιότητες και που παρά το ξεπέρασμά τους συνεχίζουν να καραδοκούν, ο κλονισμός του …γάμου του (εν μέρει εξαιτίας των συνεχών μετακομίσεων από πολιτεία σε πολιτεία λόγω της δουλειάς του), η συγγραφική ματαιοδοξία, η επιθυμία να περιγράψει για την γυναίκα του και την κόρη του τις διαστάσεις ενός τόπου που θα παραμείνει αθέατος γι’ αυτές, η αναζήτηση νέας προοπτικής ζωής.

Το ενδιαφέρον βέβαια που αποκτά η ματιά του είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν είναι πιστός με την παραδοσιακή έννοια, δεν είναι ορθόδοξος αλλά προτεστάντης, δεν ανήκει στην ανατολική παράδοση αλλά έχει διαμορφωθεί με την λογική και την ηθική της Δύσης. Στέκεται ορθάνοιχτος σε οτιδήποτε νέο αλλά και δεν προτίθεται να αφεθεί στην αβασάνιστη πίστη. Δεν ωραιοποιεί αλλά ούτε και κρίνει – τον ενδιαφέρει να διεισδύσει στον αθωνικό κόσμο και να τον κατανοήσει με μια μεταρομαντική ευαισθησία, όπως εύστοχα γράφει στον πρόλογό του ο Α. Βιστωνίτης: το Άγιο Όρος είναι για τον Μέριλ τόπος προσωπικής απελευθέρωσης και όχι τοπίο εξιδανικεύσεων· αναζητά την αθωνική εμπειρία ως πεδίο αναφοράς για να κρίνει τα γεγονότα στον σύγχρονο κόσμο, ως κώδικα αναγνώρισης του κόσμου και αναθεώρησης και ερμηνείας του δικού του παρελθόντος, ως κάθαρση και αναβαθμό στην πορεία της δικής του αυτοσυνειδησίας.

Β. Ο ποιητής στο Όρος

Αυτό λοιπόν είναι το κλειδί της ανάγνωσης του συγκεκριμένου ταξιδιωτικού – προσκυνητικού βιβλίου. Από τη μία ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση με βάση τα προσωπικά του ποιητικά και λογοτεχνικά διαβάσματα, από την άλλη όμως φροντίζει να κάνει ένα γερό πέρασμα στην βασική ορθόδοξη γραμματεία. Τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν γι’ αυτόν αποκάλυψη, όπως η ηδονή και η καθοδήγηση που πάντα αποκόμιζε από την ποίηση, ενώ στη βάση μιας διανοητικής, πνευματικής και σωματικής εξάντλησης ανακαλύπτει ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες νέα ενέργεια, νόημα, προορισμό. Είναι εμφανές πως το βιβλίο περιλαμβάνει όλα τα αφηγηματικά είδη, συνεχίζοντας την παράδοση των εξαιρετικών ταξιδογράφων (Μπρους Τσάτουιν, Πάτρικ Λι Φέρμορ,  Πωλ Θερού, Νιλ Άσερσον κ.ά.):

Ιστορικά στοιχεία, θεολογικές πηγές, αισθητικές περιγραφές και λογοτεχνικές αναγνώσεις εναλλάσσονται με προσωπικό ημερολόγιο, αυτοβιογραφική έκφραση και ζωντανές συνομιλίες με μοναχούς και επισκέπτες, όλα στην κατάλληλη ισορροπία αλλά και με σκεπτικιστική, έως (αυτό)ειρωνική αποστασιοποίηση. Στην επιλεγμένη βιβλιογραφία του συγγραφέα διακρίνεται ακριβώς αυτή η ποικιλία πηγών και αναφορών: η ποίηση των Elizabeth Bishop, Robert Frost, George Herbert, Alexander Pope, Rainer Maria Rilke, Wallace Stevens, Philip Larkin, [Πηγαίνοντας στην εκκλησία], τα κείμενα των Joseph Brodsky, Dino Buzzati, Simone Weil και οι περιηγήσεις του Robert Curzon, William Dalrymple, Philipp Serard, Athos, mountain of silence συνυπάρχουν με πλήθος θεολογικών, εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων.

Σε κάποιες σελίδες ο Μέριλ μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, καθώς αναπόφευκτα εγκλωβίζεται στις δικές του παραστάσεις: βλέπει την πλατεία των Καρυών σαν εγκαταλελειμμένο σκηνικό ταινίας (δεν έχει δει προφανώς πλατείες ελληνικών χωριών), ψάχνει συμφωνίες και διαφορές στα έργα του Μανουήλ Πανσέληνου με του Μαρκ Ρόθκο (ο δρόμος της λύτρωσης εναντίον του αναπότρεπτου της θνητότητας), ο ρυθμός του σήμαντρου του θυμίζει τις τυμπανοκρουσίες των τελετουργικών χορών των … Ινδιάνων σε καταυλισμούς κοντά στη Σάντα Φε και διατυπώνει μερικούς τραβηγμένους παραλληλισμούς με τους υπερρεαλιστές και απόψεις του Μπρετόν.

Γ. H ποιητική του χριστιανισμού

Καθώς λοιπόν επιχειρεί να προσεγγίσει την αθωνική πραγματικότητα πρώτα με το δικό του πνευματικό υπόβαθρο, αναζητά την ποιητική του χριστιανισμού που πέρασε μέσα από τον μυστικό αγώνα των ελισαβετιανών ποιητών να διεισδύσουν μέσω της αμφιβολίας και της πίστης στο μυστήριο της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου, προσπάθεια που επαναλήφθηκε τρεις αιώνες αργότερα στα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ και ως ένα σημείο από τον Τσέλσαφ Μίλος, όπως τονίζει ο Α. Βιστωνίτης, προσθέτοντας: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τη γαλήνη χωρίς την αίσθηση του περιορισμού; Πώς περνάει κανείς από την απλή πίστη στη θρησκεία, η οποία ως μυητική διαδικασία είναι βεβαίως πολύ πιο σύνθετη και απείρως πολυπλοκότερη από αυτό που προβάλλει η οργανωμένη εκκλησία;

Ένας άλλος μείζων σέρβος ποιητής, ο Βάσκο Πόπα, ξεκίνησε την δική του ποιητική εξερεύνηση των σερβικών θρύλων με μια επίσκεψη στη Μονή Χιλανδαρίου, μια τολμηρή λογοτεχνική αναζήτηση για κάποιον που ζούσε σε κομμουνιστική χώρα το 1950, και εκφράστηκε με τον ύμνο στην «μαύρη Τρίχερη Μητέρα»: Άπλωσε το τρίτο χέρι σου σε μένα/Άσε με να κοιμηθώ σε μια φωλιά από στίχους//Έρχομαι απ’ το δρόμο/Νηστικός και σκονισμένος/Ποθώντας έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Οκτάβιο Παζ θεωρούσε πως με την ποίηση επιστρέφουμε στις αρχές και πως στην εποχή της νεωτερικότητας η αναζήτηση του νοήματος θα μας οδηγήσει στην αναγέννηση ή στο πρωταρχικό χάος. Η διαρκής αναζωπύρωση όμως των θρησκευτικών, εθνικών και φυλετικών παθών και οι συνακόλουθες συγκρούσεις σε Βοσνία, Σομαλία, Ρουάντα και αλλού μας θυμίζουν ότι το χάος ανήκει στα βασικά χαρακτηριστικά της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων…

Δ. Οι εμπόλεμες θρησκείες

«Κατά κάποιο τρόπο η επιτυχία δεν ταιριάζει στη Χριστιανοσύνη», σχολιάζει ο Τζον Άπνταικ «και στο στοιχείο της βρίσκεται όταν είναι στις επάλξεις – στη λαθραία επιβίωση στις κατακόμβες ή σε λειτουργίες με λιγοστούς πιστούς σε θνήσκουσες ενορίες της επαρχίας και των αστικών κέντρων. Η αβέβαιη, περιθωριακή και χλευασμένη ύπαρξή της λειτουργεί ως είδωλο για τη δική μας ύπαρξη, κάτω από οποιαδήποτε προσωρινή επίφαση ευτυχίας» [σ. 87]

Από τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση ως τα πογκρόμ των Ρώσων και τις σφαγές των βόσνιων μουσουλμάνων από τους Σέρβους, ούτε οι ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν επιδείξει ανεκτικότητα σε όσους διαφέρουν. Ο πολεμοκάπηλος κλήρος της Σερβικής Εκκλησίας, γράφει, πρέπει να απολογηθεί για το πάθος με το οποίο παρακίνησαν το ποίμνιό τους να στραφεί εναντίον των γειτόνων τους βάσει σχεδίου του Μιλόσεβιτς και για τις ευλογίες που προσέφεραν στους παραστρατιωτικούς (να προσθέσω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση του Αρκάν). Σε κάθε περίπτωση μια ανίερη συμμαχία μεταξύ εθνικισμού και θρησκείας είναι ενδημική στην Ανατολική Εκκλησία – εδώ θυμάται και την ρουμανική φασιστική Μαύρη Φρουρά με τον Μιρσέα Ελιάντ. Μπορεί να λείπει η κοσμική επιδειξιομανία του Χριστιανισμού (π.χ. τηλε-ευαγγελιστές της Αμερικής) αλλά είναι αμέτρητες οι φορές που ακόμα και οι θεολογικές διενέξεις στην ουσία αφορούν την εξουσία. Τα πάντα ξεκινούν με την πίστη και τελειώνουν με τη  πολιτική, όπως είπε ο γάλλος ποιητής Σαρλ Πεγκί.

Η βαλκανική σύγκρουση που έζησε από πρώτο χέρι δεν είχε φυλετική βάση – δεν υπάρχουν φυλετικές διαφορές μεταξύ Κροατών, Σέρβων και Βόσνιων. Ένας θρησκευτικός εμφύλιος πόλεμος εκτυλισσόταν σε μια κατεξοχήν κοσμική χώρα. Είναι γνωστή η γιουγκοσλαβική πολιτική κομμουνιστικής συναδέλφωσης που κάλυψε πρόχειρα τις διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες των ρωμαιοκαθολικών Κροατών, τον ορθόδοξων Σέρβων και των μουσουλμάνων Βόσνιων. Το μόνο που χώριζε έναν λαό με κοινή γλώσσα, παραδόσεις και έθιμα ήταν η διαφορετική θρησκευτική «πίστη». Ο συγγραφέας αναφέρει συχνά την έκπληξή του για τον σεβασμό που απολάμβαναν στους κόλπους της Ορθοδοξίας οι Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Τουλάχιστον όλοι οι μοναχοί του Χιλανδαρίου, εκτός από δυο, επέλεξαν να κρυφτούν στις γύρω σπηλιές όταν ο Μιλόσεβιτς επισκέφτηκε τη μονή.

Ε. Μυθοποιήσεις και απομυθοποιήσεις

Το κριτικό του μάτι βέβαια βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή: βλέπει πλαγιές γεμάτες πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, μεγάλα μπιτόνια, κομμάτια ξύλων και σιδερικά, κοινώς μπάζα από γειτονικές μονές ως και αυτοσχέδιες χωματερές και απορεί πως μπορεί κανείς να λατρεύει το Θεό και να ρυπαίνει την Πλάση. H πολύτιμη σιωπή συχνά εξαφανίζεται από ηχητικά τείχη αλυσοπρίονων, κομπρεσέρ και οικοδομικών εργασιών στη φύση (κάποιο κελί) ή στις μονές. Κάποιες εικόνες του μοιάζουν απρόσμενες: καρτοτηλέφωνα και διαδίκτυο στις μονές και μοναχοί να λένε ανέκδοτα αμέσως μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, να επιδεικνύουν προχωρημένο επιχειρηματικό πνεύμα ή να τον προειδοποιούν να έχει πάντα μαζί του όλα τα τιμαλφή.

Η διάνοιξη όλο και περισσότερων δρόμων μεταξύ των μονών έχει καθιερώσει τις διαδρομές με …ταξί ενώ στα φορτηγά των ξυλοκόπων και των άλλων εργατών που τον μεταφέρουν με ωτοστόπ ακούγεται συχνότερα η ροκ παρά οποιαδήποτε άλλη μουσική. Στο τραπέζι ενός ερημίτη βλέπει περισσότερα τεύχη περιοδικών για το ψαροντούφεκο (συχνός τρόπος ψαρέματος των μοναχών) παρά ιερά βιβλία. Η επιθυμία ενός ψαριού μονοπωλεί για μέρες τις κουβέντες ενός ερημίτη. Καθώς τα θαύματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αθωνικής φαντασίας, οι μοναχοί τα αφηγούνται μεταξύ τους σαν κουτσομπολιά. Σε άλλη μονή ένας Αλβανός του ζητάει λεφτά για το φαγητό και για άλλες διευκολύνσεις και τον κυνηγάει ακόμα και κατά την αναχώρησή του (οπότε ο Μ. τον διαολοστέλνει).

Εκείνο όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι οι διαρκείς «ορθόδοξοι περιορισμοί και απαγορεύσεις» που υφίσταται: μοναχοί τον διώχνουν με φωνές από τα καθολικά ενώ παραδόξως αδιαφορούν για την απαγόρευση του καπνίσματος που ισχύει, υποτίθεται, σε όλα τα μοναστήρια. Συχνά διαπιστώνει μια γενικότερη απόκλιση μεταξύ χριστιανικών ιδεωδών και αγιορείτικης συνήθειας και ιδίως την καθημερινή σύγκρουση ανάμεσα στην βιβλική προτροπή να προσφέρεται φιλοξενία σε όλους (για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ο Μεσσίας σε κάποιο μοναστήρι και να μην τον αναγνωρίσουν) και στην πρακτική εφαρμογή της. Η εχθρική αντιμετώπιση γίνεται απροκάλυπτη όταν παραδέχεται το δόγμα του ή το διαπιστώνουν οι ίδιοι: καθώς στο διαμονητήριό του έγραφε επάγγελμα συγγραφέας οι μοναχοί είχαν πληροφορηθεί από το διαδίκτυο (!) για το βιβλίο του σχετικά με τους πρόσφυγες των Βαλκανίων και ήταν εχθρικοί – συχνά του αρνήθηκαν και την διανυκτέρευση! Άλλοι προτίμησαν με τα λόγια να τον βάλουν στη θέση του σχετικά με τη δολιότητα των αλλόθρησκων Βαλκανίων.

ΣΤ. Μεταξύ γαλήνης και ταραχής

Όλα τούτα βέβαια τα αντιμετωπίζει με στωικότητα και δεν τα αφήνει να του μετριάσουν την συγκίνηση από τον ανέγγιχτο από την νεωτερικότητα τόπο με την ανάλλαχτη τάξη και το χιλιετές παρελθόν αδιασάλευτων λατρευτικών εθίμων και πανάρχαιου τρόπου ζωής. Αφήνεται να βιώσει την επιβράδυνση του χρόνου στον Άθω και την ρύθμισή του από την πίστη και τον κύκλο των εποχών, να θαυμάσει τους αμέτρητους αθλητές του πνεύματος, να ζηλέψει τους μοναχούς που νέκρωσαν το παρελθόν τους και ζουν μια δεύτερη ζωή, να αισθανθεί πως βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης.

Από την άλλη, ο πόλεμος μοιάζει να τον στοιχειώνει παντού: ακούει τον ήχο των πυροβολισμών στο Σεράγεβο, κάποιες εγκαταλελειμμένες σκήτες του θυμίζουν το συνηθισμένο θέαμα των ισοπεδωμένων χωριών σε Βοσνία και Κροατία, εικόνες από κατεστραμμένες εκκλησίες και καραβάνια προσφύγων έρχονται απρόσκλητες το νου του. Το αισθητήριό του εντοπίζει ακόμα κι έναν πρώην στρατιώτη Σέρβο της Βοσνίας – το ράσο σύμφωνα με την παράδοση μπορούσε να τον σώσει, ακόμα κι αν είχε διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο πόλεμος που «αντικατέστησε την ποίηση» στη ζωή του εδώ δεν μοιάζει παρά μια στιγμή στην Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να βιώσει τον «καιρόν του σιγάν» (όπως έγραψε ο συγγραφέας του Εκκλησιαστή), κι ας τον κάνει η σιωπή να θυμάται την περίπτωση του Πάουλ Τσέλαν και την γνωστή μετα – Άουσβιτς φράση του Αντόρνο.

Ζ. Ανατολική όραση με δυτικό μάτι

Η ανατολική παράδοση ποτέ δεν προέβη σε αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ θεολογίας και μυστικισμού, μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας των θείων μυστηρίων και του δόγματος, γράφει ο Βλαντιμίρ Λόσκι, μελετητής της Ρωσικής Εκκλησίας και ακριβώς την θεμελιώδη διαφορά των δυο διαφορετικών θεάσεων επιχειρεί να κατανοήσει ο συγγραφέας. Στην Ορθοδοξία η ενόραση υπερισχύει της λογικής: η απευθείας επαφή με το Θεό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια λογική απόδειξη της ύπαρξής του. Μακριά από τον δυτικό σκεπτικισμό εδώ υπερισχύουν το πέταγμα της φαντασίας, τα μη βλεπόμενα, η αντεστραμμένη λογική.

Ο Μέριλ προβληματίζεται πάνω στην έριδα των Ησυχαστών: από τη μία η βεβαιότητα του Γρηγορίου Παλαμά ότι μπορεί η εμπειρία την ώρα της προσευχής να οδηγήσει στη θέαση του Θείου Φωτός, ότι είναι τελικά δυνατό η ουσία του Θεού να είναι αόρατη αλλά οι ενέργειές Του είναι πανταχού παρούσες – από την άλλη η via negativa και η αποφατική θεολογία του Βαρλαάμ, που αναρωτιόνταν πώς  είναι δυνατόν ο Θεός να είναι απροσπέλαστος στις αισθήσεις αλλά ταυτόχρονα να φανερώνεται μέσα από την προσευχή και η βεβαιότητα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει την ιερή ουσία του Θεού. Ακριβώς όπως ο ποιητής ανοίγει διάλογο με τη γλώσσα, βυθοσκοπώντας τη συλλαβή προς συλλαβή, έτσι και ο ησυχαστής με κάθε του ανάσα απευθύνει μια παράκληση στον Θεό. Για τους θρησκευτικούς ποιητές – ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, η Σορ Ζουάνα Ινές ντε λα Κρουζ, ο Τζον Νταν και ο Τζορτζ Χέρμπερτ – η έμπνευση είναι ένα άλλο όνομα για τη θεϊκή εισροή Του. [σ. 75]

 Η. Το άδειασμα στην έρημο

Με ρωτάτε πώς να προσευχηθεί κανείς σε κάποιον που δεν υπάρχει, γράφει ο Τσέλσαβ Μίλος σ’ ένα ποίημά του και στη συνέχεια εξηγεί ότι η προσευχή στήνει τη γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον άλλο, γέφυρα που θα την περπατήσουμε ακόμα και αν δεν υπάρχει απέναντι ακτή. Η ώθηση που χρειάζεται ο συγγραφέας στην προσωπική του λοιπόν περιήγηση στη «δυναμική της πίστης» ή στην κατά Γέητς «επινόηση της αιωνιότητας» μπορεί να κρύβεται σε αυτή τη φράση ή στα ρητά των αναχωρητών της ερήμου, εκείνα τα «πρότυπα πνευματικής και λογοτεχνικής βραχυλογίας», που γράφτηκαν σε τοπία απαλλαγμένα από οποιονδήποτε συνειρμό και μίλησαν για την κένωσιν, το άδειασμα του εγώ. Οι ερημίτες της εναλλακτικής πολιτείας του Θεού του δείχνουν ένα παραμελημένο μονοπάτι, έναν τρόπο σκέψης ταυτόχρονα μεταφορικό και διεισδυτικό, που σε κάθε στροφή μια νέα θέα του έκανε νόημα να συνεχίσει την εξερεύνηση. Ίσως κάτι τέτοιο να είναι το Χαροποιόν πένθος, μια φράση που έπλασε ο Ιωάννης της Κλίμακος και με την οποία περιγράφουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Μαθητεύοντας στη σιωπή απέκτησα έμμονες ιδέες για το ανείπωτο, την κρυφή ζωή των πραγμάτων, τα κενά που ορίζουν το πώς κατανοούμε τον κόσμο. Η συγγραφή ήταν ο δικός μου τρόπος να ανοίγω μια συζήτηση, πρώτα με τον εαυτό μου και στη συνέχεια με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μολονότι στα χρόνια της μαθητείας μου ζούσα με το φόβο της λευκής σελίδας, δεν είχα μάθει να αντιμετωπίζω τις νεκρές περιόδους όπως τα κενά ανάμεσα στις στροφές ενός ποιήματος ή τη στιγμή της σιγής στο τέλος της μέρας, που εξυμνείται στον Εσπερινό. Από σιωπή σε σιωπή: έτσι περιγράφουν οι ποιητές την αναμέτρησή τους με τη γλώσσα. Πώς όμως να περιγράψω αυτό που δεν μπορούσα πλέον να ακούσω – τη μουσική της σιωπής;  [σ 152]

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005, μτφ. Νίκος Κούτρας, σελ. 391. Με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη, με τρεις φωτογραφίες του Fred Boissonnas και τέσσερις του Τάκη Τλούπα, γλώσσάρι, πίνακα εικόνων και επιλεγμένη βιβλιογραφία [Christopher Merrill, Things of the Hidden God: Journey to the Holy Mountain (2005)]

11
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 111

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 100, 101, 123 (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Η σιωπή είναι ένας χώρος, μια κοιλότητα όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχτούμε αλλά στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Η σιωπή δεν τελειώνει, σπάει. Η βασική της ιδιότητα είναι ότι θρυμματίζεται εύκολα· το αδιόρατο επιθήλιο που την περιβάλλει είναι διαφανές: αφήνει να περάσουν όλα τα βλέμματα.

Ξαφνικά βρήκε κάποια ομοιότητα ανάμεσα στη γραφή και τα χάδια, ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συνενοχή.

Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός. Η γλώσσα των ονείρων μου μού είναι όλο και πιο κατανοητή. Μιλάω για αγαπόνεια, όταν θέλω να δείξω τρυφερότητα, ενώ απαλοτέλεια είναι η περίεργη εκείνη ιδιότητα όλων όσοι μου μιλούν με τρυφερότητα. Λοφότητα, απεστήθος, ονειρόφανος, υψηλοπολώ είναι λέξεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που εμφανίζονται στα όνειρά μου για να μου μιλήσουν για τοπία που νοσταλγώ και για μέρη που βρίσκονται πέρα από τα κάγκελα. Ονομάζουν κεζβέλ ό,τι παράγει μουσικούς ήχους και λυκονία το σφύριγμα του ανέμου. Λένε φραγοναντία για να μιλήσουν για τον ήχο του νερού στα ρυάκια. Μου αρέσει να μιλάω σε αυτή τη γλώσσα.

[Οι φωτογραφίες από την βασισμένη στο βιβλίο ταινία του José Luis Cuerda]

09
Απρ.
12

Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Στο πλαίσιο συλλογικού αφιερώματος του mic.gr στον Tom Waits παρουσιάστηκε ολόκληρη η δισκογραφία του καθώς και ζωντανές και κινηματογραφικές εμφανίσεις, βιογραφικές καταγραφές κ.ά. Επιλέξαμε τον τότε φρέσκο δίσκο του Real Gone. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα ξεκινάει εδώ και στο τέλος κάθε σελίδας οδηγείστε στην επόμενη. [6/12/2004]

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο golf club στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους beatniks. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να παίξει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό cabaret στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το Swordfishtrombones, διατηρεί όμως κα κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του δυο χρόνια πριν (αμφότερα τα Blood Money και Alice ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε τρίλεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του, έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ.

Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα a capella και κατόπιν άφησαν τις λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική vocal percussion. Αυτό ακριβώς το human beat-boxing όπως γουστάρει να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα ντραμς. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και κήμπορντς τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη από δαύτα.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή …THE MORE YOU DRINK THE WC

Τα bedroom recordings δεν του λένε τίποτα πια. Αντίθετα καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του που, αργότερα, παρέα με τη σύζυγό του, τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν old cars with new seat covers.

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο, ακριβώς δηλαδή ό,τι έκανε και στο Rain Dogs. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μ(π)ασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού One From The Heart και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του· και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους μαζί κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα μόνο με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε ο Waits είχε πει πως τα κομμάτια του είναι movies for the ears και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως α΄, β΄, γ΄ και ω΄ ήρωες μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. Όχι πάντα όμως: She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again, ξεκινάει η μπλουζιά του Make it Rain κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο Sins of My Father. Το Top Of The Hill θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο Metropolitan Glide κακομεταχειρίζεται πιάνα και percussions κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο Hoist That Rag ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το God’s Away on Business του Blood Money. Στο Day After Tomorrow ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες … Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? … Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση.

Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του Everyone wants to know how it is going to end.

AND HIS WORDS

It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….

07
Απρ.
12

Πάνος Θεοδωρίδης – Ύμνοι εναντίον γυναικών

Γυναικογραφίας το (ηλεκτρονικόν) αναγνωσματάριον

Παράλληλα με την ενάσκηση της ποίησης, ανακάλυψα μια ιδιαίτερη λειτουργία, ενίοτε βασανιστική, που με κρατούσε ανήσυχο και εν εγρηγόρσει. Ήταν αδύνατο να ανεχτώ ήχο, μέλος, μέλισμα, μελωδία, θόρυβο, ακόμη και το κρακ ενός κλαδιού που λύγιζε από το χιόνι […] που δεν είχε επεξηγηματικά λόγια, λεζάντες, λεκτικές επεξηγήσεις, σχόλια, εγγράμματες ψηφίδες. Πάσχιζα να βρω λόγια στα πάντα. Καθώς η βασική ηχητική μου πηγή ήταν το ραδιόφωνο, ακούγοντας ένα τραγούδι που δεν ήξερα τη γλώσσα των στίχων του ή απλώς μου ξέφευγαν και δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω, ασκήθηκα να πλάθω δικά μου. Σε κομμάτια ινστρουμένταλ ήταν πιο απλό: στιχουργούσα αμέσως, είτε εκ του προχείρου ή μετά από αλλεπάλληλες προσχώσεις. [Το όγδοο πλοκάμι, σ. 223]

Αφού λοιπόν μετέτρεψε τη βυζαντιακή καθημερινότητα σε άρτια λογοτεχνημένη ζωή στο Θεόπαιδο και την διαμοίρασε σε σπαρταρώδεις ιστορίες στο Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων;, αφού ιστ-οριακά ιστόρησε το μακεδονικό ηχομυθιστόρημα στον Καπετάν Άγρα και μελλόντησε για όλα όσα μας περιμένουν στις Επετείους, αφού μετέτρεψε την νοσταλγία σε νοσταρχία (νόστου αρχη(γία)) με το Ροκ των Μακεδόνων και την ερωτογραφία σε ερωτογραφή στην Δεξιά Ερωμένη κι αφού στιχούργησε Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη, εμπνεύστηκε Στην αγκαλιά της Ντεζιρέ, συνέγραψε Αιγυπτιακή Νουβέλα, συνέταξε Αναφορά στον Άγγελο κι έβαλε λέξεις σε φωτογραφίες και φωτογραφικά βιβλία…

…. ο συγγραφέας εξαφανίστηκε από την εκδοτική λογοδιάρροια των «ομοτέχνων» ουχί όμως από τις πολεμίστρες της αυτοκρατορίας των λέξεων. Τελευταίο του πόστο τα ποστ, ήτοι το αρμένικο αρμένισμα σε τρεχούμενα και στάσιμα νερά με ιστιολογιοφόρο. Από τα εβλογημένα λοιπόν βλογ Πετεφρής, Ηνωμένα Βουστάσια κ.ά., ο ΠΘ, ήτοι ΠειΘήνιος Τέκτων των λέξεων, ΠοΘολόγος Ιατρός της έλλειψής μας για λογοτεχνία – λογοτεχνία, δηλαδή ιστορίες με αριστοτεχνικά σκαλισμένες λέξεις, άρα και τελικά Αρχιτέκτων κάθε Πάλλουσας Θεολογίας … του έρωτος φυσικά, αφού λοιπόν όλα τούτα, συγκεντρώνει τα ποστάλια του σε τομίδιο τσεπωτό.

Και βέβαια ο τίτλος ορίζει τις συντεταγμένες της τρέχουσας ιστορικοτοπογραφικής λογοτεχνίας του: υμνοφόρα κείμενα για τις γυναίκες που όρισαν, καθόρισαν και περιόρισαν την ζωή του, την προχώρησαν και της δώρισαν τα καλύτερα, την ζόρισαν ή την εξόρισαν σε άλλες και άλλα. Στα ολιγοσελίδια πορτρέτα γυναικών περιλαμβάνονται συλλέκτριες αδέσποτων πόθων, όσες τον μάγευσαν εικαστικώς ή πλαισίωσαν οπτικώς τον βίον του, όσες εσήκωσαν την λιβιδώ κι άλλες που εκύτταξε (το γράφω οπωσδήποτε με ύψιλον και δυο ταυ, για νύξη της επιβάθυνσης του βλέμματος) ή επόθησε όπως η έμορφη Σαββατοπρωινιάτικη δεσποσύνη Πατριάρχου Ιωακείμ και Τσιμισκή που με μικρά πηδηματάκια προσπαθούσε να κερδίσει μπουκέτο απείραχτο από την ορόφωση της βλάστησης μιας μπουκαμβίλιας…

κι έτσι μόνον εξηγείται γιατί βρισκόταν χαμογελαστή στην οξεία γωνία, όριο Διαγωνίου, αντί να κάνει στράκες με το δεξί και να της φέρνουν τα μουνούχια σερμπέτια, μαστίχες, καφέδες, ταούκ κιοκτσού, παγωμένο αριάνι πάνω σε σινί και κάτω από κουνουπιέρες, ενώ οι αραπάδες να της κάνουνε αέρα με φτερά στρουθοκαμήλου, πλην ενός πιτσιρικά, που θα τονξεχώριζε γιατί την έκανε να γελάει και τον είχε να της πλένει τα δοντάκια με τη γλώσσα του, μυρωμένη με πικρό δεντρολίβανο. [Ο Μπουγκενβίγ στην Κόλαση, σ. 71]

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ επιχειρείται να σημειωθεί «κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας», ότι εδώ παρελαύνουν γραπτώς και γραφικώς οι έμορφες της αισθητικής του, οι δικές του θέαινες και γλυκομμάτες, οι φοβούσες και οι εκταίες, εκείνες που είναι εσαεί μονοθελήτισσες ενώ θα γεράσουν κόπτισσες κι οπωσδήποτε του σχολείου οι απωθημένες: η επιδειξιομανής Κλωθώ της έκτης δημοτικού, η έφηβη συμμαθήτρια που έγινε κατάξανθη με οξυζενέ στα μαλλιά της και το τι τράβηξε δεν περιγράφεται αλλά καμιά δε χαμογελούσε τόσο ξένοιαστα στην πόλη αλλά κι εκείνη για την οποία μπορούσες να χάσεις ολόκληρη Κυριακή αναζητώντας την στις βόλτες, μέχρι να την δεις να κάθεται με κάποιον χώρια στο λεωφορείο, γνωρίζοντας όμως πως πήγαιναν ραντεβού στη Σαλονίκη, να φάνε πάστα Σεράνο και να ματσαλευτούν στα πρόθυρά του Σέιχ Σου κι έπειτα αυτός να βγάλει το μαντίλι του να απομακρύνει από τα σώματά τους την παράνομη εκτόξευση.

Ο αυτουργός συγγραφέας βέβαια υμνεί τιτθία, νεφράκια και πάκια, μαγεύεται από τα ανομοιόμορφα μάτια και την απαισιόδοξη κρέμαση των χειλών και πενθεί επειδή γεννήθηκε σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43. Ενθυμείται αλληλοτρυπώματα σε μασχάλες, θήλεα που κράτησε σκαλωμένα υποκάτω του, που εγλώσσευσε τρυφερά και δόκιμα, έχοντας αποκτήσει πείρα με εκατοντάδες φιλιά από σινεμάδες και πίνακες, που πίεσε το σώμα του χαλκομανία επάνω τους, που βίνησε ή εγεύτηκε την ζέστα του(ς) την γλυκαντική, που έβαζε την ώρα των τρυφερισμάτων να διαβάζουν (λογοτεχνία, λεξικά, γλωσσικούς οδηγούς) συνυπολογίζοντας ως κριτήριο το ενδεχόμενο να δουλέψει το εσωτερικό τους πολυοργασμικό πλέγμα.

Όμως τα δεκάδες κειμενίδια δεν αναλώνονται αποκλειστικά στο βιογυναικομάνι του. Μπορεί μια απλή ενθύμηση να «ξανοίγει» (δηλαδή και να ανοίγει προς τα έξω αλλά και να κοιτάζει, με την κρητική σημασία) στις διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής κι ειδικά στα σταυροδρόμια όπου τέμνονται οι παιδοεφηβικές αναμνήσεις με την μνημογραφία – τοπογραφία Γιαννιτσών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής:  τα χαρτονάκια των ποδοσφαιριστών και η κυριακάτικη βόλτα, το τελετουργικό μπάνιο της κοινότητας και το υπερποθητό αυτοκινητάκι με το κλειδί του κουρδίσματος στον γκώλο (φερμένο εξ Αμερικής, ανύπαρκτο σε εγχώρια μαγαζιά), το σημάδι με φλόμπερ στα φυλλαράκια της λεύκας και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα η ιερότητα της παρέας:

Ήμουν οργανωμένος εκ γενετής στην ομάδα των παιδιών που βρισκόταν γύρω μου. Αν ζούσα στο Τσαλή ή στη Σκύδρα, άλλες ομάδες θα υπηρετούσα, το ίδιο αφοσιωμένα. Οι κινήσεις της παρέας και της γειτονιάς είχαν αξιακή βάση που σχετίζονταν με τις δεξιότητες και της ανημπόριες μας. Ακριβώς σε τέτοιες παρέες και συμμορίες ο ίδιος ήταν θεωρητικώς υπεύθυνος για την συμπεριφορά των άλλων όπως κι εκείνοι ήταν αλληλοχρέως υπεύθυνοιγια τη δική του. Τα κορίτσια των εχθρών τους ήταν «θεωρητικώς και πανδημικώς μελλοντικές τους ταχυγκόμενες». Αντίθετα, το κορίτσι που αγαπούσε κάποιος από την παρέα γινόταν θεά Μύλιττα κι απαγορευόταν ακόμα και η φαντασίωσις. «Η παρέα ήταν ο διαμορφωτής μας»

Πέρα από την πλουσιοτάτη ιστοριογραφία, εδώ ευδοκιμεί και απολαυστική λεξοπλοκή, καθότι ο συγγραφέας έχει «το ετυμολογείον πάντα φρέσκο» και την νοηματική σύνθεση συλλαβών παλιά του τέχνη κόσκινο. Αλλά κι ένα τρίτο στοιχείο πρωτοτυπεί και πρωτοτυπώνει και πρωτοτρυπώνει στους Ύμνους: μιλάμε για κατεξοχήν ηλεκτρονικό λογοτεχνείο. Συγκεντρώνω τις διάσπαρτες παραδοχές του [κυρίως στα: Με το HTML στον κήπο και Ονειροπνίχτης]: γράφει κατευθείαν στο κουτί της ανάρτησης, κινδυνεύοντας βέβαια ανά πάσα στιγμή κάτι να κολλήσει ή να κρασάρει. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο σε αρχείο, σε word, πουθενά. Το δάχτυλο άρα και το χέρι του έχει πιο στενή σχέση με την οθόνη παρά με το μυαλό του. // Το άσπρο χαρτί, α, ήταν ολότελα διαφορετικό. Ήταν φρένο στα πάντα. Στην έμπνευση, στην ακεφιά, στο θάνατο. Ήταν καθρέφτης… Κάποιες φορές τα κείμενα αφήνονται χωρίς κατακλείδα, ορφανά – ανοιχτά σε σχολιασμό: «αυτό για τους άμαθους σημαίνει ότι» κρατάει «τα καλύτερα επιχειρήματα εκτός βασικού κειμένου, “για την κουβέντα”».

Ας περιοριστούμε σε τρία ενδεικτικά κομψοτεχνήματα. Στην ωραία Πορτουγκέζ μια παρέα Βαλκανίων που συνεδριάζεται προσεγγίζεται με τους κώδικες της χερσονήσου (και βεβαίως με τα γιόβανε) και εμπλουτίζεται από ιδιότυπη Πορτουγκέζα που δεν έψαχνε σώνει και ντε ένα στίχο πίσω από καθετί που έβλεπε και που κυρίως ήταν η Ενοδία, η Λόλα Μόντεζ, η τρελή του Σαγιό, η Λολίτα και μαζί η Ούμα Θέρμαν. H πρόσκληση του συγγραφέα προς την κουστωδία των συμβαλκανίων για επέκταση της συναστρίας με νυχτερινή εξόρμηση καταλήγει τραγέλαφος: όχι τόσο επειδή καταφτάνουν ντυμένοι πια ωσάν γαμπροί (άρα σαφώς λιγότερο καλοντυμένοι) όσο εξαιτίας άγαρμπου και αθέλητου χειρονομίας που αφήνει τέζα την κυρία. Τόσο πικρό, τόσο σπαρταριστό.

Η μόνη της ζωής μου παρουσία της Ρίτα Κούλιτζ αποτελεί έτερο υπόδειγμα παθητηρίου κείμενου. Εδώ προς αναζήτηση φιλικού – μας τονίζεται – γεύματος με θήλεια ύπαρξη σε εγγλέζικες πολιτείες, εντοπίζεται ξανθούλα γειτόνισσα, με κοινό παρελθόν την ανταλλαγή ακεφιών στο ποτοπωλείο και το πλυντήριο. Στο αμήχανον γεύμα [=Μια φίλη μου μού έλεγε πως είσαι Πολωνός, αλλά ένας Πολωνός δε λέει κάθε τρεις και μία no problem] η νεαρά εκδηλώνει την αδυναμία της Ρίτα Κούλιτζ που ο συνδαιτημόνας της βέβαια, όπως όλοι μας, την γνωρίζει ως μακροσάγονη ηγερία του εκλεκτού μας Κρις Κριστόφερσον. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό που ονομάζω εκ των υστέρων ωφέλεια: Μετά, μόνος μου, είδα το βλέμμα της σερβιτόρας και είχε λειρί, πρόκληση και γελάκι. Τη ρώτησα πότε σχολάει, μου είπε ότι έχει φίλο, της έσωσα συγχαρητήρια και της είπα ότι ένας παρ’ όλιγον Πολωνός περαστικός, που ξέρει τη Ρίτα Κούλιτζ  δεν μπορεί μεν να συγκριθεί με έναν Γιορκσίαρτζη καραμπουζουκλή, αλλά δεν αφήνει και ίχνη. Δεν ήταν σαφώς φίλη μου, αλλά με έβαλε να της τάξω ότι δεν θα της άφηνα κανένα σημάδι, πράγμα που τήρησα με ευλάβεια. [σ. 153]

Από την σχετική τοπογράφηση βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει κι ένας κατάλογος των δωματίων όπου έζησε, σε μια εποχή που τα ραντεβού ακριβώς ήταν επισκέψεις στο δωμάτιο κι όχι οι απόμεροι ακάλυπτοι, συνεπώς το πρώτο μέλημα, το βγάλσιμο του παλτού έστω και στο αθέρμαστο δωμάτιο αποτελούσε αποκαλυπτήριο ενδότερωνεικαστικών· ένα παλτό βέβαια που δεν αφηνόταν ποτέ στο ντιβάνι που έμενε διαθέσιμο για μελλοντική λειτουργία ως ευνή. Αλλιώς, υπαίθριες παγωνιές. Είτε εδώ είτε εκεί, η τελετή περιελάμβανε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη, έναν αδιάσπαστο ειρμό περιπεπλεγμένων χεριών και άχνες θερμής ανάσας.

Ο Βιγόν στο φράχτη Αλλατίνη εμπνέεται από το σοβαντισμένο ημιτοίχιο του φράχτη όπου το μελλοντικό ζεύγος ατένισε την επερχόμενη ένωση. Η βραδιά που αρχικώς εξελίχθηκε σε τραγέλαφο (με μαζικές τράκες για είσοδο στο κλαμπ και διακοπείσα ημιδιαδρομή ταξί λόγω περιορισμένου μπάτζετ) καταλήγει στην θριαμβική σκέψη του αφηγητή πως αποτελούν πλέον «μέρος του φρι σίνεμα». Πολύ όμορφα όλα για να είναι αληθινά: η χαμογελαστή και δήθεν υπεράνω κορασίδα δεν επανήλθε ποτές. Μια άλλη σειρά αδιανόητων εξωερωτικών ιστοριών εστιάζει σε στοιχεία, όπως τα επιζωγραφισμένα από τη μάνα του παπούτσια σε περίοπτη φωτογραφία του ώστε να είναι του γούστου της (! – Στιχουργώντας στην άκρη του μοιραίου καιρού), ένα καρφωμένο για ώρα τζάμι στην πλάτη του κατά την διάρκεια πολιορκητικού χορού (ΑΦΞ), τα μπλου τζην σε εύστοχη αποκαθήλωση (Bull jean).

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε καυλότητες και κρεβατικά, βατέματα έναντι φιλοξενίας και ιψενικές υστερίες, υποσχετικά χαμόγελα και ιδανικά της κινκωσύνης, θεωρητικές «κοινοκτημοσύνες γυναικείου σώματος και πνεύματος», την προτίμηση της Κόλμη, της Χαθήκαμε και της Φακμί Νάου από την Σιζκόν, την Ζιγοζγκόν και την εξάδελφή τους την Ντονγκώ, την αναζήτηση παλιάς εράστριας στο γκούγκλισμα (στον Αόμματο, ένα ακόμα κομψογράφημα),  ο συγγραφέας ως «νοσηρός καταγραφέας του βίου του» φτιάχνει λαμπρώς καμωμένες σελίδες που επιθυμεί να τις αντιμετωπίζουμε μόνο ως αποικία λέξεων. Άλλωστε, αρχίζεις και τα κάνεις λογοτεχνία όταν απελπίζεσαι πως αυτά που σκέφτηκες δε θα γίνουν. Άλλωστε παρά και την ύστατη εντρύφηση στο σκάκι «ακόμα κι όταν παίζει με τον εαυτό του χάνει συστηματικά». Άλλωστε «ο έρωτας πολύ σπάνια είναι φιλάνθρωπος». Το μόνο που μένει είναι «η πλουσιοπάροχη φαντασία που μπροστά της δεν μετρά καμιά πραγματική εμπειρία».

Άφησα την παιδικότητα και μαζί με άφησε κι εκείνη και προχώρησα με τις διαθέσιμες ορμόνες μου σε έναν κόσμο που με καλούσαν να υπάρξω και να προσποιηθώ. Στην ουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να παραμείνω μέσα στο παραγκάκι του ακάλυπτου πίσω από το σπίτι του Μπίλη και να το κάνω περίπτερο, να πουλάω μπαζούκες σαν τον Τσαμπάζη ή να βρω μια μελλοντική χήρα, όπως τη χήρα την περιπτερού πίσω από του Αχτσόγλου και να πουλάω καραγκιόζηδες στην πιτσιρικαρία και τσιγάρα από την κούτα στα αλάνια. Κι όταν θα γινόμουνα πολύ μεγάλης ηλικίας, δηλαδή κάπου σαράντα, να αποθάνω. Χωρίς έτερο ίχνος και ερώτηση…[Το γενικό τρακάρισμα, σ. 93-94]

Εκδ. Ιανός, 2011 [Δεκέμβριος όμως –  άρα να υπολογιστεί παρακαλώ για την καλλίστων του 2012 λίστα], σελ. 315.  Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr με υπότιτλον «Ηλεκτρονική συνταγογράφηση δεκάδων ευαγγελίων που ευαγγελίζονται των αρρένων τις χαρές και τις λύπες».

Ερωτήσεις στον Υμνητή εναντίον Γυναικών

Κείμενα απευθείας λοιπόν από ευθείες αναρτήσεις. Αυτό σημαίνει πως όσο αναρτάτε, – και αναρτάτε συχνά και καταιγιστικά – θα έχουμε και εκδοθείσα λογοτεχνία;

Η ανάρτηση είναι ένα βολικό φίλτρο. Το κείμενο δεν σταλίζει στο συρτάρι, αλλά παραμένει συνεχώς εκτεθειμένο. Προσωπικά με έσωσε από την πτωχαλαζονεία.

Με τις θήλειες χαρακτερέσσες λοιπόν τελειώσατε; Μας τις λογοτεχνήσατε όλες;

Όχι. Τις πιο δραματικές τις φυλάγω για τον «Παράδεισο», ένα κείμενο που θα με απασχολήσει προσεχώς. Από κάποιο γραφειάκι της Κόλασης, εννοείται…

Αν δεχτούμε πως εκχειλίζετε πλέον όλα τα αξιοδιάβαστα (για εμάς) ή αξιόγραπτα (έστω προς δική σας εύφρανση) του βίου σας, δικαιούμαστε, φρονώ, να ζητήσουμε και πλήρες δελτίο γραπτών συμβάντων σε ανασκαφές, αναστηλώσεις, ιστορικές έρευνες και εν γένει ενός οριστικού τοπογραφικού του βίου σας. Τέτοιες έρευνες είναι πάντα αξιοδιήγητες αλλά οι εμπλεκόμενοι δεν τις λογοτεχνούν ποτέ.

Μόνον μια αντίστιξη αυτού του τοπογραφικού με προτάσεις ή παραγράφους που λανθάνουν στα «λογοτεχνικά» μου κείμενα θα έδινε λύση σε πολλών απορίες. Το δελτίο που αναζητάτε, είναι πιθανό να λανθάνει σε κάποιο από τα χιλιάδες δημοσιευμένα γραπτά μου. Εκεί, στην πυκνή δημοσίευση, ο συγγραφέας είναι ασφαλής. Υπάρχει και η λύση της ολιγογραφίας βέβαια, αλλά χρειάζεται πολλήν την φιλοδοξίαν. Η δική μου προέλευση είναι από ένα θεωρητικά σιδερόφραχτο άσυλο. Δεν έχω αυτοεκτίμηση και καταθλίβομαι συχνά. Γι’ αυτό είμαι σαρκαστικός και χιουμορίστας. Γιά την τελευταία σας πρόταση, έχω ένσταση, καθώς έχω «λογοτεχνήσει» ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Κατόπιν θα έχουμε το θάρρος να αιτήσουμε να συνθέσετε ένα μεγάλο βυζαντινό μυθιστόρημα, όπως δηλαδή που επιτέλους όπως δηλαδή συνέβη σε μικρή κλίμακα με το Θεόπαιδο και ο Χαμαιδράκοντα χωρίς το μονοκόμματο, δύσκαμπτο, δακρύβρεχτο και εθνοσωτήριο στιλ των τυπικών σύγχρονων «μυθιστορημάτων Βυζαντίου».

Αυτό το μυθιστόρημα στήνεται από το 2003 και είναι η «Εσπανιόλα».

Σε Πανδοχείο όπου διανυκτερεύσατε μας τάξατε καμιά εκατοστή ποστ για το πώς, πότε, γιατί και με ποία τιμήματα και επιβραβεύματα γράφτηκαν τα βιβλία σας. Έκτοτε αναρτήματα γράφτηκαν πολλά όχι όμως για το θέμα. Μας κοροϊδεύετε;

Εσείς με κοροϊδεύετε και δεν σας αδικώ. Έχω την εντύπωση πως δεν έχω γράψει έως σήμερα απολύτως κανένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Απεναντίας, το χω παρακάνει με τα αυτοαναφορικά. Μη μου αγχώνεστε, προλαβαίνω. Έτσι που το έχω σχεδιάσει, θα γράφω και πεθαμένος.

Στa ιστολόγιά σας ασκείται, κατά την απόλυτα πανδοχειακή μας άποψη, η ηλεκτρονική λογοτεχνία ως οφείλει να ασκείται: με πληθώρα εικόνων, φωτογραφικών, προσωπικών τεκμηρίων και άλλων εικονιδίων. Προσθέτετε δε και άλλα «συνοδευτικά», από διαδικτυακά αλιεύματα έως επί τούτου τραβηγμένες φωτογραφίες. Σας διασκεδάζει το είδος; Σκεφτήκατε ποτέ την χαρτοποιημένη συνδυαστική λόγου και εικόνας έκδοση;

Όχι, δεν με διασκεδάζει. Με ηρεμεί. Θεωρώ αυτήν την αναφορική σχέση, πηγή κάθε στοχασμού. Δεν έχω όμως καιρό. Μου χρειάζονται συνεργάτες, σύμμαχοι, ομού στην τρέλα. Κάθε μέρα «χάνω» μερικά διηγήματα και κάθε μήνα, τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Εάν είχα γραμματέα, θα έχανα λιγότερα. Ξέρετε πως γράφω με δυό δάχτυλα και έφτασα σε ημερήσιες 68 σελίδες; Άφησα τον εαυτό μου να ξεχειλίσει και έσπασαν τα υδραυλικά. Τρέχω πίσω από τις λέξεις μου. Αλλά θα χρειαζόμουνα μιάς μορφής υπαγόρευση, προκειμένου να δώσω τυποτεχνικές αρτιότητες.

Η τακτή ηλεκτρονική γραφή σας παρέχει την δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας, επαφής με αντιδράσεις των αναγνωστών σας και τις παρελκόμενες ανατροφοδοτήσεις;  Σας αφαιρεί την πολύχρονη ταλαιπωρία πάνω από τη λευκή σελίδα; Εν τέλει τι κερδίζετε και τι χάνετε;

Ποια λευκή σελίδα; Μόλις ανταμώσω μια, ευθύς την συμπληρώνω. Χάνω πολλά. Την έκπληξη, την τυχαιότητα, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Κερδίζω τον ύπνο μου. Αυτοί που με σιχαίνονται στο διαδίκτυο είναι καλύτεροί μου.

Και μια «εσωτερική» ερώτηση κοινής διαστροφής που μπορεί να παραμείνει προσωπική και μη δημοσιεύσιμη: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας «γνωστός» βυζαντινός ναός; Άγνωστος; Τείχος; Τοιχογραφία; Αρχαιολογική τοποθεσία;

Δημοσιεύστε την. Γνωστός ναός: Το Κιλισέ τζαμί στην Πόλη. Ο άγνωστος: ο ναός στο Καστρί του Στρυμόνα, 13ος, με πτυχωτό τυφλό τρούλλο στον νάρθηκα, τριγυρισμένος από μια βασιλική του 19ου αιώνα. Όλα τα τείχη, κάθε εποχής. Ορφάνι, Μαυρούδα, κάτι ίχνη χαλκιδικών πόλεων, η κορυφή στο Χωρύγι (Κιρέτς). Δεν συμπαθώ τις τοιχογραφίες, αλλά τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αρχαιολογικός τόπος: όποιος δεν έχει δεχτεί τις θωπείες του ΕΣΠΑ…

Εικόνες: Α. Από τα ιστολόγια του συγγραφέα: έκτυπη σε τσιγαρόκουτο προσωπογραφία του συγγραφέα, ο ίδιος (1970) σε Αγία Μαρίνα Ρεντίνας (1868/9), πριν το κάστρο, μετά βαρείας Ζενίτ 6, μορφή γλυκιάς ροκ εντ ρολλ εκδίκησης, βουστάσιο σήμα κατατεθέν του ημιφερώνυμου ιστολογίου, τo «χειρόγραφο» από το Ηχομυθιστόρημα του καπετάν Άγρα, τυπωμένο σε εκτυπωτή ακίδας με τους τόνους περασμένους από πάνω (κείμενο του 1987, αντίγραφο του 1993) και σκαρίφημα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εδώ.

Β. Επιλογές του Πανδοχέως, και πάντα σε άμεση συνάρτηση με τα γραφέντα και διαβασθέντα: γυμνό του Αλαίν Ντεραίν (που ο συγγραφέας είδε στην Αρετού, εξ ου και φερώνυμο κείμενο), ξυπόλυτη, παπουτσωμένη και γυμνωμένη αναγνώστρια των Ύμνων, Ewa Aulin στο Candy του Christian Marquand (1968) που κυκλοφορούσε ως ξεκούδουνη απορούσα κυνηγός ηδονών, που τις εκλάμβανε ως πνευματικές αξίες, Ρίτα Κούλιτζ, 4 αντικριστοί του Λουστάλ και μια του φρι σίνεμα: η ανάσανη Τζην.

05
Απρ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 56

                                                                                                                                                                                                                                             Η κατά Περέκ Ζωή: ανοίγει με πολλαπλά κλειδιά, ανθεί σε διαμερισματικά κουτιά, κρύβεται πίσω από τις προσόψεις των δρόμων…

04
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…

01
Απρ.
12

Η μουσική των Γάλλων

Αφιέρωμα

Η κόλαση είναι οι άλλοι (Jean Paul Sartre). Η κόλαση είναι οι Γάλλοι (Δημήτρης Καλοκύρης). Οι Γάλλοι είναι άλλοι (Εμείς, παρακάτω).

Με αφορμή το Euro του 2008 το mic.gr σκάρωσε συλλογικό αφιέρωμα στη αγαπημένη μας μουσική από τις συμμετέχουσες χώρες. O Πανδοχέας επέλεξε την Γαλλία και, όπως πάντα, η καταγραφή δεν αποτελεί αντικειμενικό οδηγό στη μουσικής τη αλλά απόλυτα προσωπική – ημερολογιακή περιδιάβαση. Κοινώς περιλαμβάνει μόνον ό,τι αγαπήσαμε. Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος της αρχικής δημοσίευσης. Όλο το αφιέρωμα (16 χώρες) εδώ.

Il y avait quelque temps… Ακριβώς 30 χρόνια πριν: Ιούνιος 1978. Ο πρώτος έρωτας με την Γαλλία πέρασε μέσω της Εθνικής της Ομάδας στο Μουντιάλ της Αργεντινής (με το αξέχαστο  μουσικό σήμα και την τραγική δικτατορική συγκυρία – τα έχουμε γράψει ψευδομυθοπλαστικά εδώ). Θυμάμαι το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και το γρηγορότερο της μέχρι τότε δεκάχρονης ζωής μου. Μέσα στα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα του αγώνα ο Σιξ (ή Σις;) πέρασε τους πάντες από τα αριστερά και σέντραρε κατευθείαν στο στήθος του Λακόμπ και στην υπόληψη του Τζοφ. Στο τέλος η Ιταλία νίκησε με 2-1 αλλά ακόμα θυμάμαι την μουσικότητα ονομάτων όπως Ροστώ, Μπερτράν – Ντεμάν, Πλατινί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Ισπανίας σπατάλησα τον τελευταίο πόνο για την Γαλλία στο άδικο 3-3 του ημιτελικού με τη Γερμανία, τότε που ο ανήθικος Σουμάχερ συνέτριψε δόλια τα πόδια του Μπατιστόν. Τι διαφορά! Ο Ζιρές ούρλιαζε στο γκολ του, ο Ρουμενίγκε με δυσκολία χαμογελούσε στο δικό του στην γνωστή διαφορά ψυχισμού μεταξύ των συναισθηματικών αντιδράσεων των δυο χωρών. Οι καιροί άλλαξαν, τα πρόσωπα των Τρικολόρ σκούρυναν (σε μια δίκαιη απόστροφο της ιστορίας), ο παμπάλαιος πλην αίγλιος Κήπος των Πριγκήπων (Parque de Princes) γκρεμίστηκε. Ξεκαρδιζόμασταν με την ασυμβατότητα γαλλικής γλώσσας και ροκ ήχου (κυκλοφόρησε κι ένα σχετικό αξίωμα). Δεν γίνεται να ροκάρεις με ηλεκτρική κιθάρα λέγοντας τγέ ζολί: αυτόματα ερχόταν στο νου ο Τάκης Μηλιάδης. Αλήθεια, τίνος ιδέα ήταν να έρθουν οι Telephone στο Rock in Athens του ’85, υποχρεώνοντάς μας σε φρικτό «γαλλικό ροκ;» Ήταν το τελειωτικό χτύπημα: άλλαξα κερκίδα, κι άρχισα να υποστηρίζω Ricardo Fogli, Eugenio Finardi, Antonello Venditti, καταλαβαίνετε…

Οι πένες του mic έχουν ήδη καλύψει ορισμένες κατηγορίες κορυφαίων γαλλικών ονομάτων, συνεπώς δεν έχει νόημα να ξαναγράψουμε για την διαχρονικότητα του πρωταθλητή της κατηγορίας «Γαλλικό Αρσενικό» Serge Gainsbourg, την επιδραστικότητα των Αρχόντων των Πλήκτρων Air και Daft Punk, την πολυμουσικότητα των Stereolab, ούτε για το πιο αγαπημένο ηλεκτρονικό σχήμα των τελευταίων χρόνων, M83 (βλ. εδώ κι εδώ).

1. Michel Polnareff

Ο καλύτερός μου. Αυτός ο εξαίρετος συνθέτης – τραγουδιστής είχε την ατυχία να συνδυάζει ευαισθησία και εκκεντρικότητα, στοιχεία ασυγχώρητα σε κάθε πολιτισμό και επικίνδυνα για κάθε ψυχισμό όταν συνδυάζονται.  Έτσι ο Πολναρέφ ξεκίνησε με αθώα ποπ του ’65 αλλά τρωγόταν να εμφανίζεται με εξωφρενικά ρούχα. Άρχισε να επηρεάζεται από τα αρνητικά δημοσιεύματα του Τύπου και, με αποκορύφωμα μια επίθεση που δέχτηκε πάνω στη σκηνή, νοσηλεύτηκε με κατάθλιψη. Την ίδια εποχή ο μάνατζέρ του αυτοκτόνησε (ελπίζω για άλλους λόγους), το ’72 πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο για κάτι γυμνές του αφίσες και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε ένα χρόνο μετά, όταν, βρισκόμενος σε τουρνέ, έμαθε τις συνέπειες της λάθος επιλογής οικονομικού συμβούλου: δεν είχε μείνει απλώς άφραγκος αλλά και όφειλε του κόσμου τα λεφτά στο γαλλικό κράτος. Συνεπώς δε μπορούσε να επιστρέψει και έμεινε στην Αμερική για μια δεκαετία (να το ονομάσουμε οικονομική εξορία;), όπου κι άρχισε μια δεύτερη καριέρα, κυρίως γράφοντας σάουντρακ. Δηλαδή αυτές οι αγαλλιαστικότατες μελωδίες (ιδίως τα Theme Myosotis/Theme d’ amour από το La folie des grandeurs και οι παραλλαγές τους) βγήκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες; Incroyable!

Στη Γαλλία καθ’ όλα τα χρόνια της απουσίας του δε σταμάτησαν να τον ακούνε. Επέστρεψε θριαμβευτικά (και εξοφλητικά) αρχίζοντας δεύτερη καριέρα με το Kama Sutra (1990). Θα πρότεινα δυο τρόπους για να μπείτε στον κόσμο του. Ο πρώτος είναι έμμεσος, μέσω των αγαπημένων μας Residents, Peter Hammill, Nick Cave, Blaine Reininger, Pulp, Marc Almond, Saint Etienne, Steven Brown, Pizzicato Five που με άλλους έφτιαξαν ένα ωραίο Tribute γύρω στο 2000. Ο δεύτερος είναι να ξεκινήσετε από τα γητευτικά Viens te faire chahuter, Ou est la tosca και βέβαια το μνημειώδες 69άρι Dans la maison vide, τα Le rois de Fourmis, L’ oiseau de nuit, Tout tout pour ma cherie  και μετά ….δεν υπάρχει επιστροφή. Με τον Πολναρέφ όλοι πάμε στον παράδεισο.

2. Space, Didier Marouani

Γύρω στο 1977 ο κημπορντίστας Didier Marouani φτιάχνει τους Space (καμία σχέση με τους poppers απ’ το Λίβερπουλ του 1995) και γράφει τα τραγούδια τους (ναι, αυτός είναι ο μυστηριώδης Ecama). Από το μοσχοπουλημένο Magic Fly του ’77 μέχρι το όνομα-και-πράμα Symphonic Space Dream του 2002 (με άλλους 3 δίσκους ενδιάμεσα, μερικά φαντασμαγορικά live και τις κυκλοφορίες του πρότζεκτ Paris-France-Transit) οι Space έφτιαχναν δίσκους ηλεκτρονικής – αστρικής πλοήγησης στο Γάμμα του Ωρίωνα, στο οπισθόφυλλο των οποίων μετά την λίστα των τραγουδιών ακολουθούσε και λίστα των …. συνθεσάιζερ (TRITON PRO X, AKAI 6000, SUPERNOVA (NOVATION), ROLAND SUPER JD κ.ά, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε!).

Όμως είναι το 1987 που ο Marouani συνθέτει έναν εκπληκτικό δίσκο με πομπώδεις διαστημικές μελωδίες και κάποια χορωδιακά φωνητικά, το Space Opera, που κάποτε μου έφεραν σε κασέτα, έκτοτε το έψαχνα μανιωδώς και το βρήκα 20 χρόνια μετά από μια soulseeker στην άλλη άκρη του πλανήτη. Σ’ ευχαριστώ Tokyo Rose, όπου κι αν βρίσκεσαι. Επική λεπτομέρεια: για πρώτη φορά συνεργάστηκαν χορωδίες από δυο όχι ιδιαίτερα φιλικές μεταξύ τους χώρες (Harvard University Choir – Red Army Choir) και το συνέπαιξαν το ’90 σε ένα laser light show στην Κόκκινη Πλατεία. Δείγματα της Διαστημόπερας στο ακουστήριο, στο τέλος του κειμένου.

3. Vietnam Veterans, Vietnam Chain, The Thyrd Twin, Gitanes

Ανήκουν στη γνωστή κατηγορία «Άντε ρε, Γάλλοι ήταν αυτοί;», που υπάρχει σε όλες τις εθνικές συνάξεις. Ολόκληρη η συναστρία του απερίγραπτου Mark Enbatta και των υπόλοιπων παρακλαδιών των VV (για τους οποίους έχω πολλάκις εκφραστεί) υπήρξε μοναδική περίπτωση στα χρονικά της αλσατικής, νορμανδικής και εν πάσει περιπτώσει φράγκικης ροκ γεωπολιτικής. Εξαιρετική στόφα ψυχεδελικής μουσικής με εντελώς άσχετα επικά πλήκτρα, ενίοτε. Ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου ψυχεδελο-γκαραζόμπαντα.  Κορυφαίος δίσκος: Ancient Times (Music Maniac, 1986). Eυφρανθείτε με Let it rain, Next year και Crying.

Κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι πως πρόκειται για Γάλλους, αν ήθελαν να το κρύψουν. Ηχογραφούσαν σε Γερμανική εταιρεία και οι επιρροές τους μόνο γαλλικές δεν ήταν. Ένας γαλλομαθής βέβαια θα διέκρινε μερικές πινελιές: το Susmoala beat, ας πούμε, τίτλος δίσκου των Vietnam Chain, αν το προφέρεις γαλλικά και το κόψεις σε τρεις λέξεις σημαίνει ασεμνολειχία, ενώ στο λάιβ τους (με εξώφυλλο έναν μπιντέ γεμάτο αρακά) αναγγέλλουν το Curanderos γαλλιστί (κουγα-ντεγός). Μετά αρχίζει ο Μαρκ να τα χώνει στους ντήλερς του: Εμπρός κομπογιαννίτες, πάρτε τα λεφτά μου, φέρτε μου μανιτάρια… Στο συγκλονιστικότερο τραγούδι τους προμηνύουν την πτώση, για άλλη μια φορά. Όχι την δική τους, αλλά την δική μου: You’ re gonna fall (one more time).

4. Laurent Garnier

Πρώην μέλος της Γαλλικής πρεσβείας στην Λόντρα (σοβαρολογώ). Το χαρμάνι του βγήκε από τέσσερα υλικά καλής ποιότητας: μελωδικό deep house, σκληρό Detroit techno, 80άρικο acid/trance και jazz. Από τις νύχτες του Μάντσεστερ (που το έκανε να ζήσει μια τελευταία ιστορική αναλαμπή μέσω …. Αμερικάνικου house) μέχρι την ίδρυση της F Communications (με ορισμένα εξαιρετικά στο είδος του ελπάκια), ο Λαυρέντιος Γκαρνιερίτσας σφράγισε έναν ήχο κυρίως με τα Unreasonable Behaviour (2000) και Cloud Making Machine (2005). Ύμνος το Last tribute from the 20th century από το πρώτο. Τελευταία στην F έχουν ένα εξαιρετικό (ελληνικό) Κουκλάκι.

5. MC Solaar

Ο εκ Σενεγάλης Claude M’Barali δεν είναι απλώς η πιο αξιομνημόνευτη μούρη στον χώρο του, αλλά εκείνος που ξεχείλωσε όσο έπρεπε τα σφιχτά όρια του hip hop και του rap. Σπαταλήθηκε χωμένος σε διάφορα Jazzmatazz, μας αιφνιδίασε υπογείως με μερικές απρόσμενες «εμφανίσεις» σε δίσκους που δεν το περιμένεις, και δε χρειάζεται να φτάσει τη δεκάδα δίσκων (θέλει ακόμα 2-3 ακόμα) για να μας πείσει πως τα μιλητά του φωνητικά έχουν περισσότερο ψωμί από δεκάδες φιλοσοφικές μπροσούρες μαζί.

6. Bertrand Burgalat

Ιδιόμορφος παραγωγός που διέκρινε την διακαή επιθυμία της Γαλλίας να αποκτήσει και τον αρσενικό της B.B. Λάτρης των ανάλαφρων 60s της μεσογείου αλλά και της αστικής ψυχεδέλειας, άρχισε να συνθέτει έχοντας στο νου του ως ιδανικούς ερμηνευτές τους την France Gall και την Brigitte Fontaine, έχοντας πρώτα λιώσει … Ravel και Kraftwerk. Στα 25 του είχε κάνει την παραγωγή του Let it Be των … Laibach και αργότερα έφτιαξε τη δική του εταιρεία (Tricatel) για να πλημμυρίσει την αγορά με το φουτουριστικό retro-chic που του αρέσει – εκεί τσίμπησε συνεργασία ακόμα και με τον… συγγραφέα Jonathan Coe! Η μουσική του σήμερα δεν διαφέρει από τον απανταχού lounge πολτό αλλά ενίοτε μας φιλοδωρεί με φοβερά μαργαριτάρια. Με 6 δίσκους μέχρι σήμερα, διαλέξτε το πρώτο από τον πρώτο του (The Ssssound of Mmmusic του 2000), το Aux Cyclades Electroniques – ιδανική υπόκρουση ελληνικής καλοκαιριάτικης τσόντας …αν και το Ok Skorpios προδιαθέτει περισσότερο ως τίτλος. Αν είστε περισσότερο του ρομαντικού έρωτα, τελειοποιήστε τον με το L’ observatoire.

7. Sebastian Tellier

Με εμφάνιση που συνδυάζει Sky Saxon, Ντέμη Ρούσσο, και Γιάννη Καραλή, με αμφιλεγόμενες εμφανίσεις οδηγώντας παιδικό αυτοκινητάκι με πεντάλ ξέρετε πού, με συνεργασίες και τουραρίσματα μαζί με Air και Daft Punk, πού να προλάβει να βγάζει δίσκο κάθε χρόνο; Ανά 3-4 χρόνια και σύντομα είναι. Ορισμένοι τον γνωρίσατε απ’ το Fantino του Lost in translation, ορισμένοι άλλοι απ’ το κλασικοποιημένο Ritournelle. Όμως περισσότερο απ’ το φετινό Sexuality και το προ τετραετίας Politics, προτιμήστε την πρώτη του κυκλοφορία L’ incroyable Verite του 2001. Περισσότερο αγνό, περισσότερο αφηρημένο (ambient).

8. Sebastian Schuller

Δεύτερος Σεβαστιανός πληκτροφόρος, περισσότερο αποδοτικός (ένα δίσκο – ένα αριστούργημα), ένας πανέξυπνος συνθέτης ηλεκτρονικού αιθέρος, κυρίως ινστρουμενταλίων, Ακούστε ή ξανακούστε το Happiness ξεκινώντας απ’ τα 1978, Where We Had Never Gone και Donkey Boy. 2o δίσκο αν δε μπει το 2009 δε βγάζει. Υπάρχει πιο τεμπέλης απ’ αυτόν; Ευκολότερο είναι να απαντήσω ποιος είναι ο λιγότερο τεμπέλης σ’ αυτή την ομάδα, ο…

9. Hector Zazou

Παρά τον αχανή και άνισο κατάλογό του (δισκογραφεί ασύστολα από τα μέσα των 70s), όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει περίπτωση δίσκος του Έκτωρα να μην ακούγεται με ενδιαφέρον. Στη χώρα μας τιμήθηκαν ιδιαίτερα οι Γεωγραφίες και Γεωλογίες του (Geographies, Geologies), η συνεργασία με τον Harold Budd στο Glyph, και ορισμένοι δίσκοι – πολυεθνικές, όπως τα Sahara Blue (με John Cale, τα βασικά μέλη των Dead Can Dance Minimal Compact κ.ά. – 1992), Songs from the cold seas (με John Cale, Bjork, Siouxsie, Suzanne Vega κ.ά – 1994) και Strong Currents (με Laurie Anderson, Jane Birkin, Lisa Germano κ.ά. – 2003).

10. Magma – Gong

Τα Γαλλικά 70s δεν είχαν μόνο Λουί Ντε Φινές και Μπουρβίλ· τουλάχιστο δύο σπουδαία freak – kraut rock σχήματα αντάλλαζαν σιλβουπλέ και μερσί: οι Gong και οι Magma. Σημαντικότερη στιγμή των (για μένα καλύτερων) δεύτερων υπήρξε το προχωρημένο Mekanik Destruktiw Kommandoh (1973), όπου ο Christian Vander δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τον ήχο τους, με τζαζ, γκόσπελ και χορωδιακά μέρη να ταιριάζουν με τις φωνητικές δυνατότητες (και τις παραληρηματικές λέξεις) του Klaus Blasquiz.

11. Les Rita Mitsouko

Εκκεντρικό ζεύγος των Fred Chichin / Catherine Ringer που γνωρίστηκαν ως μέλη μιας θεατρικής παράστασης και αυτοκόλλησαν pour toujours, οπότε γιατί να μη φτιάξουν και μια μπάντα; Αδύνατο να μπει τρίτος ανάμεσά τους, συνεπώς είχαν τα πάντα προηχογραφημένα. Το κοινό τους τραγούδισμα στο μπάνιο έγινε ζευγαρίσιος ύμνος (Singing in the shower). Ο Jean-Luc Goddard φίλμαρε τις ετοιμασίες του δεύτερου δίσκου τους The No Comprendo, ενώ το 1987 την έκαναν για Νέα Υόρκη κι έγιναν φίλοι και συνεργάτες (στο Marc et Robert LP) με τους Sparks (τους οποίους άλλωστε αντέγραφαν). Σήμερα δε τους ακούμε πολύ, μας καλύπτουν οι Xaxakes. Aναπόσπαστη του ήχου τους μουσική πληροφορία: η  “Rita” / Catherine Ringer είχε πάρει μέρος σε καμιά εικοσαριά γαλλικές πορνοταινίες απ’ το 1976 έως το 1982.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Φραντσέζες τραγουδιάρες: Edith Piaf, Juliette Greco, Dalida, Francoise Hardy

Οι πρώτες δύο δε μου λένε τίποτα, γιατί δεν είμαι ο πατέρας μου αλλά ο γιος του. Τις αγάπησα πολύ εκ των υστέρων (το πολύ πάει και στο αγάπησα και στο εκ των υστέρων), αλλά δεν τις βίωσα. Την τρίτη την θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, όπου έκπληκτος έβλεπα τον κόσμο στις συναυλίες της να είναι καθιστός και στο τσακίρ κέφι να χτυπάει ρυθμικά παλαμάκια. Αργότερα σταμάτησα να αντιμετωπίζω με υψωμένο φρύδι τα στραφταλιστά της μάξι, διάβασα την ιστορία της, με αποπλάνησε και το σπαρακτικό Les clefs d’ amour. Αυτοκτόνησε με βαρβιτουρικά το 87 στην ηλικία των 54. Έκτοτε την ακούω συχνά. Το περιοδικό Οδός Πανός της σκάρωσε ένα ωραίο αφιέρωμα πριν λίγα χρόνια. Η Hardy υπήρξε πολύ γαλλίδα για να ασχοληθούν μαζί της όσοι αγάπησαν τα 60s και πολύ 60s για να ασχοληθούν μαζί της όσοι ψάχνονται με τα Γαλλικά. Μας έμαθε βέβαια την τέχνη του dire adieu. Όμως οι Blur με το γνωστό ντουέτο (To the end) της έδωσαν μια μίνι δεύτερη αναλαμπή. Iδού Les comedies des grandes amours!

Φραντσέζοι τραγουδιάροι: Serge Gainsbourg, Gilbert Becaud, George Brassens, Georges Moustaki, Joe Dassin, Yves Montand, Charles Aznavour

Αγέραστα μελλουροειδή αιλουροειδή της σκηνής όλοι τους, ιδανικοί υποκρούστες αποπλανήσεων και κόκκινων κρασοκατανύξεων. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, χαιρόμαστε τον Charles Trenet στο La mer αλλά πλέον βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο. Προσωπικά λιώνω με το Salut του Ντασέν, ίσως επειδή έφυγε στην ηλικία που θα έχω σε δύο χρόνια, ίσως για το στίχο Υπήρχε μια φορά κάποιος/ κάποιος που γνώριζες καλά. Και να σκεφτεί κανείς πως ο αντίστοιχος δικός μας είναι ο Πάριος. Όλες αυτές οι μορφές έχουν την ιστορία τους και ακούγονται μέχρι και σήμερα σε μια βροχερή μέρα ρομαντικής διάθεσης, αρκεί να μη μας γίνει συνήθεια. Κανείς τους πάντως δεν έφτασε τον παροικούντα τον Σηκουάνα κυρ Jacques Brel, Βέλγο μεν τυπικά, βαθύτατα Γάλλο δε ουσιαστικά. Αναρωτιέμαι τι μουσική να άκουγε ο Ηλίας Πετρόπουλος όταν μοιραζόταν τα κρασιά του με τους κλοσάρ του Σηκουάνα. Ή τι μουσική θα ταίριαζε την στιγμή που σκόρπιζαν στις στάχτες του, όπως ζήτησε, στους υπονόμους του Παρισιού. Ελπίζω όχι τα πολυαγαπημένα του ρεμπέτικα. Kορυφαίος, ερωτικότερος, αλητότερος, ικανότερος συνθέτης κι ακόμα περισσότερο ζήστης της ζωής, ο Serge αναμένει τη σειρά του στα κινηματογραφικά μας όνειρα και στα μελλοντικά μας αφιερώματα.

Σκοταδιστές: Art Zoyd, Clair Obscur, Die Form

Οι δύο πρώτοι αποτελούν σχήματα που θα άξιζε να ακούσει κάθε νέος λατρ οιουδήποτε dark παρακλαδίου… Αμφότεροι έπαιξαν με τα όρια της ίδιας της post – οτιδήποτε μουσικής· οι μεν πρώτοι στα σύνορα με την πειραματική, κλασική, jazz και progressive μουσική – ακούστε τα Berlin (1987) και Faust (1995) αλλά και την εκδοχή τους για το Metropolis του F. Lang (2002)· οι δε δεύτεροι σε όλες τις εκφάνσεις του dark, coldwave, death, ethereal ήχου, αποτελούν προσωπική αδυναμία και προτιμώ να μη διαλέξω δίσκο αλλά περίοδο: 1985-1995. Οι τρίτοι αποτελούν αμφιλεγόμενη πλην ενδιαφέρουσα περίπτωση, δίνοντας βάρος σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο σε εικόνα, στιλ και πρόκληση. Όλοι τους έδωσαν μεγάλο βάρος στα πλήκτρα (καθόλου αυτονόητο τότε), πειραματίστηκαν μέχρι και στις φωνές, και ακόμα και μέσα τα ερέβη έφτιαχναν φοβερές μελωδίες.

Ψηφιακοχορευτικές Ποπ και Ψευδοπόπ: Etienne de Crecy, Alex Gopher & σία

Από τα μεσοτέλη των 90s κι έπειτα, η Γαλλική house και ευρύτερη ψηφιακή σκηνή αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τη λατρεία του ηλεκτρονικού ήχου (Air etc.) και την απέραντη μαγιά του μετρονομημένου χορευτικού ήχου που άφησαν τα 80s. Ακόμα κι αν γλιστρούσε ακόμα πιο ντίσκο, εεε πίσω εννοούσα, όπως ο (πολιτογραφημένος Γάλλος) Dimitri from Paris. Ο δαιμόνιος γαργαλιστής πλήκτρων και μικτών Etienne de Crecy, τα διάφορα παρακλάδια του(ς) ονόματι Motorbass, La Chatte Rouge, Cassius ή Super Discount και όλοι οι ντανσάδες που τον/τους ακολούθησαν (όπως και ο φίλος του και περισσότερο στιλίστας Alex Gopher) κατάφεραν να κάνουν τους Γάλλους να χορεύουν περισσότερο κι απ’ τους Κουβανούς αλλά και να φτιάξουν πλουμιστή χορευτική μουσική που μπορείς να την ακούς και ακίνητος.

Γάλλοι χωρίς σύνορα: Mano Negra, Manu Chao, Negresses Vertes

Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστεύεστε, γιατί δίνουν το μαυρότερο μαύρο κι η τάξη μας είναι των προχωρημένων δεν χρειάζεται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η μαύρη ύλη είναι γνωστή.

Διεθνείς: Jean Michel Jarre, γνωστός. Ο πιο ενδιαφέρων όμως δίσκος του είναι άγνωστος: το Music for Supermarkets, ηχογραφημένο σε ένα μοναδικό αντίτυπο, φυλαγμένο σε μουσείο και παιγμένο άπαξ δια παντός στο ραδιόφωνο. Louis Philippe (κοινώς Philippe Auclair) εγκληματικά άγνωστος. Οκ, με Λονδρέζικο ήχο – άλλωστε κύλησε ως τέντζερης και βρήκε το καπάκι που γράφει el – αλλά έχει σκαρώσει ένα από τα ποπ κομμάτια των 80s: You mary you. Η γλώσσα της κινηματογραφικής μουσικής είναι επίσης παγκόσμια. Η μουσική του Maurice Jarre π.χ δεν είναι περισσότερο γαλλική από άλλων μη Γάλλων συνθετών. Όμως η πιο αυθεντικά γαλλική δυαρχία της σινικής γραφής αποτελείται από τους Michel Legrand – Vladimir Cosma. Πολυγραφότατοι, καλύπτουν επαρκώς τα 60s μέχρι τα 80ς με εργογραφία που αξίζει ένα πέρασμα. Εξαιρετικοί σινεσυνθέτες και οι Eric Demarsan και Philippe Sarde. Όλοι θα τιμηθούν με γλυκόλογα στη μελλοντική μας στήλη για το κορυφαίο είδος της κινηματογραφικής μουσικής.

2 από ταυ:

Οι Tahiti 80 φτιάχνουν ευκολοχώνευτη πο-πίτσα: υστερούν στις συνθέσεις, όμως η χαρακτηριστική φλωρίστικη φωνούλα του Xavier Boyer είναι ό, τι πρέπει για τις ανάλαφρες βόλτες στον πεζόδρομο της εφηβικής σας πόλης. Ακούστε το The train από το Wallpaper for the soul (2002) για να καταλάβετε τι εννοώ. Τελευταία έχασαν κάθε έμπνευση, τουλάχιστο σκιτσάρουν ακόμα νοσταλγικά εξώφυλλα. Οι Telepopmusik τηλεποπάρουν από το 1989 και μετά, αλλά έχουν γραφτεί στα κατάστιχά μας με δυο μόνο δίσκους, τα Genetic World (2001) και Angel Milk (2005). Ίδιες περιοχές, σαν μια μίξη Lali Puna και Hooverphonic.

(εγκ)Λήμματα μελλοντικής γαλλομουσικής εγκυκλοπαίδειας

Les Thugs, La Muerte, Astronettes, Fixed Up, Dazibao, Big Sleep, Corpus Delicti, Daniel Darc, Trop Tard, Ausweis, Baroque Bordello, Jad Wio, Kas Product, Les Provisoires, Les Vampires, Marquis De Sade, Odessa, Persona Non Grata, Specimen, Vox Populi!, Norma Loy, Octobre, Rise And Fall Of A Decade. Ακόμα, μέσα στο διαδικτυακό χάος ένα french-new-wave που περιλαμβάνει πλήθος ονομάτων, χωρίς κριτικές, αλλά με δισκογραφίες (που δεν μου φάνηκαν πλήρεις) αποτελεί ένα ξεκίνημα για όποιον (έχει) αποκτήσει φετίχ με τον γαλλικό ήχο.

Μη Γάλλοι τιμητές των Γάλλων:

Όταν ο Blaine Reininger τραγουδούσε το 1985 για το φθινοπωρινό Παρίσι, στοιχημάτιζες πως ήταν κάτοικος των Ηλύσιων Πεδίων και συνέθεσε το άσμα σε μια απογευματινή του βόλτα υπό το κρατς των πεσμένων φύλλων (Paris En Automne). Όταν ο David Thomas έφτιαξε ένα από τα πλέον αδικημένα ροκ σχήματα, τους Pere Ubu (Βασιλιάς Υμπύ, από το έργο του Αλφρέντ Ζαρρύ) δεν ήξερε πως εδώ στην Ελλάδα θα τους προφέραμε Πέρε Ούμπου. Καλύτερη τύχη είχαν οι Poesie Noir, όπου ευτυχώς δεν τους προσφωνούσαμε Ποεσίε Νοΐρ. Και τον καλύτερο δίσκο τιμής για Γάλλο συγγραφέα έβγαλε η παρέα της Crepuscule το 1988, με Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά: το Hommage a Duras, ήταν μια άψογη μουσική ανάγνωση της αξιαγάπητης συγγραφέως Μαργκερίτ Ντυράς.

Ακουστήριο Διαστημόπερας: ΈναΤρία, Επτά, Οκτώ. Σώστε τις ψυχές μαςΑναχώρηση.




Απρίλιος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.046.674 hits

Αρχείο