Αρχείο για Απρίλιος 2012

30
Απρ.
12

Τζούλια Κρίστεβα – Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη

Το θρήσκευμα της αμφισβήτησης

Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει μια γραμμένη επί τούτου εισαγωγή, συνεντεύξεις με τον Καρμίνε Νοντζέλι και την Κλερ Φολσέντ [εφημερίδα Paris Notre Dame της Επισκοπής του Παρισιού], δυο γραπτές καταθέσεις  στην εφημερίδα La Croix, όλα των ετών 2005 – 2006 κι ένα κείμενο – καρπό μιας διάλεξης στον καθεδρικό ναό της Νοτρ Νταμ του Παρισιού, στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ πίστης και σύγχρονης σκέψης [διαλέξεις της Σαρακοστής]. Ακριβώς το ερώτημα της θέσης της θρησκείας στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες απασχολεί εδώ την βουλγαρικής καταγωγής Γαλλίδα φιλόσοφο, ψυχαναλύτρια, σημειολόγο και μυθιστοριογράφο.

Στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς που η μηδενιστική σιγουριά των μεν συναντάται με τον φονταμενταλιστικό ενθουσιασμό των δε, σε μια εποχή που η γνωστική μας ικανότητα αδιαφορεί για την εσωτερική εμπειρία, η Κρίστεβα, ικανοποιώντας, όπως εξομολογείται, την ανάγκη της να θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση, επανέρχεται  στην θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα είχε αντικατασταθεί από τον ιδεολογικό ενθουσιασμό, «αυτό το ναρκωτικό που μας βοηθάει να ζούμε, καθότι θεμελιώνει την ικανότητά μας να υπάρχουμε…μιλώντας», μια ανάγκη που είναι προ-πολιτική και προ-θρησκευτική, ριζωμένη στα ανθρώπινα ψυχικά βάθη.

Γοητευμένη από τον χριστιανισμό αλλά ουδέποτε πιστή του και οπωσδήποτε μακριά από την ειρωνεία του Τζέιμς Τζοις – που όταν ρωτήθηκε γιατί προτιμά τον καθολικισμό από τον προτεσταντισμό, απάντησε: «γιατί θέλετε να αποκηρύξω μια ανοησία που έχει λογικό ειρμό για χάρη μιας εντελώς ασυνάρτητης ανοησίας;»-, η φιλόσοφος μάς υπενθυμίζει την έννοια του «πιστεύω» ως «εκλαμβάνω ως αληθές» και το περιεχόμενο της πίστης ως μιας αλήθειας που μας παρασύρει ορμητικά, μιας αλήθειας στην οποία δεν μπορούμε να μη προσχωρήσουμε, που μας σαγηνεύει και θεωρούμε ζωτική και αδιαμφισβήτητη ακόμα κι αν γνωρίζουμε πως θα διαψεύσει κάθε μας προσδοκία.

Το γεγονός ότι η Κρίστεβα δεν πιστεύει οφείλεται σε περίπλοκους, όπως γράφει, φιλοσοφικούς λόγους. Το να ζητάει κανείς από τον Θεό να παίξει τον ρόλο ενός πανίσχυρο παυσίπονο είναι από μόνο του ένα είδος μηδενισμού. Σε αντίθεση με τον Φρόιντ, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι απλά και μόνο μια αυταπάτη και μια πηγή νευρώσεων. Αντίθετα, επιθυμεί να αναγνωρίσει ότι η ιστορία του χριστιανισμού προετοιμάζει τον ανθρωπισμό, με την έννοια ότι αποτελεί την μοναδική θρησκεία που αγγίζει τα όρια της εξόδου από το θρησκευτικό, ειδικά – αλλά και όχι μόνο – όταν αναγκάζει τον ίδιο τον Θεό να υποφέρει μέχρι θανάτου. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός θεός που υποφέρει και πεθαίνει πριν αναστηθεί.

Η ψυχαναλυτική εμπειρία και η ίδια της η ζωή την έπεισαν ότι η ευτυχία δεν είναι παρά το πένθος της οδύνης, όπως δηλώνει η ίδια, παραφράζοντας το «η δόξα είναι το απαστράπτον πένθος της ευτυχίας» της Μαντάμ ντε Σταέλ. Η εξορία που βίωσε στα είκοσι τέσσερα της χρόνια ήταν μια επώδυνη δοκιμασία, ακόμα και κάτω από την φαινομενική όψη της «επιτυχημένης ενσωμάτωσης». Η νευρολογικής φύσης ασθένεια του γιού της την έφερε «κοντά στον κόσμο ατόμων με αναπηρία, ο οποίος είναι ακόμη πολύ απομονωμένος μέσα στην γεμάτη αδελφοσύνη Δημοκρατία μας». Το να διατείνεται κανείς ότι δεν έχει γνωρίσει την οδύνη, αναφέρει, είναι απλούστατα σα να την αρνείται. Η ψυχική μας ζωή περιέχει ένα σωρό παραλλαγές της: γέννηση, αποχωρισμός, απογοήτευση, στερήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η διαιώνιση του συνδρόμου του παραδείσου, ειδικότερα στην εξιδανίκευση του αστικού ζευγαριού (ιδίως όπως απεικονίζεται από τις σαπουνόπερες ή τα λαϊκά περιοδικά), έχει γίνει ένας από τους πυλώνες της παγκοσμιοποιημένης ηθικής. Αυτές οι θεαματικές παραλλαγές του υπερβολικά κοσμικού παραδείσου κρύβουν μια εγγενή θρησκευτικότητα: είναι η ορατή εκκοσμικευμένη όψη της βαθειάς ανάγκης για πίστη.

Στο ερώτημα τι ακολουθεί και τι κρύβεται κάτω από τις «συγκρούσεις των θρησκειών» η Κρίστεβα διαφωνεί βέβαια με την άποψη ότι οι πυρομανείς έφηβοι καθίστανται ανίκανοι να καλύψουν την ανάγκη τους για ιδανικότητα με ένα θρησκευτικό ένδυμα, ιδίως μετά τον [γαλλικό] διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η εγκληματικότητα των «μειονεκτούντων εφήβων» φανερώνει μια πολύ πιο ριζοσπαστική φάση του μηδενισμού και την ανυπαρξία ιδανικών προσαρμοσμένων στους σύγχρονους καιρούς και στην πολυπλοκότητα των ψυχών. Η απουσία ενός αισθητού και υπεραισθητού κόσμου που διαθέτει τη δύναμη της επιβολής (για τα οποία μας είχαν προειδοποιήσει ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ) κι ο γενικότερος αφανισμός της θεϊκής εξουσίας δεν οδηγούν υποχρεωτικά στον μηδενισμό, ούτε βέβαια στο συμμετρικό του αντίθετο, τον φονταμενταλισμό.

Η εναλλακτική λύση στην ανοδική πορεία της θρησκευτικότητας, όπως και στον αντίθετό της στενόμυαλο μηδενισμό έρχεται από άλλους τόπους σκέψης: τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, που συνιστούν μια γλωσσική εμπειρία εγκάρσια στις ταυτότητες (φύλου, κρατικές, εθνικές, ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές). Αμφότερες καταστρέφουν το μεταφυσικό δίδυμο «λογική εναντίον πίστης», δημιουργούν μια επικίνδυνη, ιδιόμορφη και μοιράσιμη γνώση της επιθυμίας για συναίσθηση και μας καλούν να διαμορφώσουμε έναν ερμηνευτικό, κριτικό και θεωρητικό λόγο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου, σ. 158 [Julia Kristeva, Bisogno di credere: Un punto di vista laico, 2006].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

29
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, 112

Theodor Adorno, Minima Moralia. Στοχασμοί μέσα από τη φθαρμένη ζωή, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, σ. 117-118 [Minima Moralia: Reflexionen aus dem beschädigten Leben, 1951]

Η προηγούμενη ζωή του εξόριστου, όπως είναι γνωστό, εκμηδενίζεται. Παλιότερα ήταν το ένταλμα σύλληψης, σήμερα είναι η πνευματική εμπειρία αυτή που κηρύσσεται ως μη μεταβιβάσιμη και απολύτως αλλοτρίου είδους. Ό,τι δεν είναι εκπραγματισμένο, ό,τι δεν μπορεί να μετρηθεί και να απαριθμηθεί, εκπίπτει. Σαν να μην έφτανε αυτό, η εκπραγμάτιση επεκτείνεται και στο ίδιο το αντίθετό της, τη ζωή που δεν μπορεί να βιωθεί άμεσα, σε ό,τι εξακολουθεί να ζει απλώς ως σκέψη και μνήμη. Έχουν επινοήσει γι’ αυτό μια ιδιαίτερη στήλη. Επιγράφεται «φόντο» και εμφανίζεται σαν παράρτημα στα ερωτηματολόγια, μετά το φύλο, την ηλικία και το επάγγελμα. Η ατιμασμένη ζωή σύρεται τώρα και από το θριαμβευτικό αυτοκίνητο των ηνωμένων στατιστικολόγων· ακόμη και το παρελθόν δεν είναι πια ασφαλές ενώπιον του παρόντος, που το παραδίδει πάλι στη λήθη θυμίζοντάς το.

28
Απρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 91. Μαρία Α. Ιωάννου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και που αποτελείται από πολιτικοκοινωνικά ψυχογραφήματα, τα οποία εκφράζονται μέσα από το στοιχείο του παραλόγου, τον σουρεαλισμό και τα παιχνίδια της γλώσσας και της φόρμας. Είναι βιβλίο που ίσως απαιτεί περισσότερες από μία αναγνώσεις όχι γιατί είναι πολύπλοκο ή αφηρημένο αλλά γιατί η γραφή σε αρκετά σημεία είναι ελλειπτική και υπαινικτική, λειτουργώντας όπως ακριβώς κι ένας ζωγραφικός πίνακας που όσο περισσότερο τον παρατηρείς τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολούθησε για ένα διάστημα ο μικρός πολυέλαιος από το διήγημα “Le petit chandelier” που δυστυχώς τώρα βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη. Με ακολουθεί εδώ και καιρό η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, τόσο έντονα που κάποιοι φίλοι δε με φωνάζουν πια με τ’ όνομά μου. Τέλος, το Αγρινό από το διήγημα Ovis Aries Orientalis. Το άφησα κάπου πνιγμένο με βαμβάκι στα πνευμόνια μα τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα την ανάγκη να συνεχίσω την ιστορία του, ίσως γιατί η ιστορία του εκφράζει μια εφιαλτική και εν μέρει διαστροφική απεικόνιση της σύγχρονης Κυπριακής κοινωνίας. Ανθρώπινοι χαρακτήρες από τα διηγήματά μου δύσκολα με ακολουθούν, είναι εγωιστές κι αυτοί, επιλέγουν μια πρόσκαιρη λογοτεχνική στιγμή και νομίζουν πως έτσι θα φτάσουν την αιωνιότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Αρχικά γράφω σκόρπιες ιδέες στο σημειωματάριό μου, στοιχεία που μου κάνουν εντύπωση διαβάζοντας μια εφημερίδα, βλέποντας μια ταινία ή περπατώντας στο δρόμο. Καταγράφω επίσης συνομιλίες αγνώστων. Νιώθω πως έτσι τους κατασκοπεύω, πως κάνω κάτι ανάρμοστο κι αυτό με φέρνει σε δημιουργική έξαρση. Γίνομαι αόρατη, δημιουργώ κόσμους κλέβοντας λέξεις και εικόνες από τη ζωή. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος πάντα με γοήτευε και νιώθω πως η γραφή μου είναι επηρεασμένη από τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές. Η διαφορά μιας ταινίας από ένα βιβλίο είναι πως τις περισσότερες φορές σου παρουσιάζει το θέμα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ ένα βιβλίο σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας τη φαντασία σου. Γι αυτό και οι ταινίες που με γοητεύουν είναι αυτές που είτε έχουν πολύ έξυπνο σενάριο είτε αφήνουν τον θεατή να ερμηνεύσει αυτό που βλέπει με τον δικό του τρόπο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση και κλειδώνοντάς την στο συρτάρι ή στη μνήμη του υπολογιστή. Νιώθω πως η ποίηση είναι κάτι πολύ εσωτερικό, ιερό σχεδόν. Για να ξορκίσω λοιπόν τους φόβους μου προτιμώ να γράφω πεζογραφία χρησιμοποιώντας ποιητική γλώσσα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι να την κάνεις την αιώνια νιότη άμα δε μπορείς να δεις τον κόσμο μέσα από μια αναγνωστική ή συγγραφική ματιά, άμα χαθεί η έμπνευση. Τι να την κανείς τη λογοτεχνία άμα αφαιρεθεί απ’ αυτήν ο θάνατος, η σοφία που φέρνει ο χρόνος, η ατόφια ανθρώπινη απελπισία που αποτελεί κινητήριο δύναμη αριστουργημάτων. Από την άλλη ποιος δεν επιθύμησε την αιώνια ζωή – την ψευδαίσθηση μιας πιθανής αθανασίας. Σε τελική ανάλυση δε γράφουμε για να νικήσουμε τον θάνατο; Ή τουλάχιστον για να τον καταλάβουμε;

27
Απρ.
12

Mercury Rev

Time/All the long red lines/ that take control of all the smokeline steams that flow into your dreams/Dreams/that big blue open sea/that can’t be crossed, that can’t be climbed/just born between on the two white lines [Time, από τα Deserters Songs)

Απαρχή
Ο ηχητικός αχταρμάς των τελευταίων χρόνων μας συμφιλίωσε με πολλά μουσικά είδη που αντιμετωπίζαμε αφ’ υψηλού· τι με πολλά, με όλα σχεδόν! Με τη γυαλιστερή σόουλ αλλά και το blaxploitation, την αστραφτερή ντίσκο αλλά και την λαμέ ευρωπαϊκή ποπ, το μέταλ, την γαλλική σκηνή, την ηλεκτροπόπ. Πολλά εξ αυτών (και άλλα που σίγουρα ξεχνώ) δεν μπήκαν μόνο στην electronica αλλά και στο ίδιο το ρεπερτόριο των πλέον αξιοπρεπών ροκ συγκροτημάτων. Κι ακόμη, έγιναν τα ίδια κανάλι για απερίγραπτα fusions, από σούπερ μέχρι σούπες. Ένα μόνο είδος και δη δίδυμο έμεινε στη γωνία, πάντοτε φτυσμένο κι απαξιωμένο· ένα μπρρ είδος που το γνωρίσαμε στην παρακμή του αγνοώντας το ένδοξο παρελθόν των φορέων του. Το MOR (=Middle of the road /Middle aged orientated rock) / ΑΟR (=Adult orientated rock) «εισχώρησε» μεν κι αυτό κάπως στη σημερινή μουσική (από Preachers μέχρι Pumpkins), αλλά έμεναν απέξω οι μπαλάντες του. Ποιος να το ’λεγε, ποιος να το ’λεγε πραγματικά…

Τα θυμάστε τα συγκροτήματα του είδους; Στοίχειωναν μονίμως το νούμερο 2 στα αμερικάνικα charts, απλώνονταν όμως παντού στην εκατοντάδα. Ακολουθούσαν την κονφερασιέ φωνή του Kasey Kaysem στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικάνικης βάσης μελώνοντας ακροατές και ακροάτριες. Κι είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις ως όνομα το πολύ μια λέξη: ηπείρου (America, Asia), πόλης (Boston, Chicago, Kansas), επιθυμίας (Journey). Τώρα θα γράψω ότι οι Mercury Rev μας εξοικείωσαν και μ’ αυτό και θα μου φύγει ένα βάρος. Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό: η απερίγραπτη (κυριολεκτικά, όχι επαινετικά) αυτή μπάντα έπαιξε με τόσα πολλά άλλα είδη, μεταλλάχθηκε, εξελίχθηκε, αυτομαστιγώθηκε, δοκίμασε, και όλα πάντα με ένα προσωπικότατο στυλ.

Αρχή
Ξεκινούν από το Buffalo, New York State, τέλη 80s. Γράφουν σάουντρακ για τα πειραματικά φιλμ που γυρίζουν οι ίδιοι και οι φίλοι τους. Ποιές εκδοχές παίζουν για το όνομα Mercury Rev; Απότομη άνοδος θερμοκρασίας, φανταστικός Ρώσος χορευτής μπαλέτου, μηχανικό εξάρτημα· και άλλες που στοιχηματολογούνται μεταξύ φίλων. Αρκούμαι στην παράξενη οπτικοακουστική αύρα του ονόματος κι αφήνω τον τζόγο στους άλλους. Αρχικά αποτελούν σεξτέτο: Jonathan Donahue (με θητεία στους Flaming Lips, φωνή/κιθάρα), Grashopper (= Sean Mackowiak, κιθάρες), Suzanne Thorpe (φλάουτο και άλλα τέτοια), Dave Fiedmann (μπάσο), Jimmy Chambers (ντραμς), David Baker (φωνή / κιθάρα). Ο τελευταίος το ’94 πετιέται απ’ έξω, γιατί οι υπόλοιποι στην μπάντα είναι απλώς ακραίοι, αυτός όμως παραείναι. Μαζί του φεύγει και η αδιάλλακτη εμμονή στο θόρυβο και την κακοφωνία. Τότε κυκλοφόρησε και προσωπική δουλειά ως Shady (World, 1994). Δεν μπορούμε να μιλήσουμε συνολικά για τη μουσική τους, καλύτερα να δούμε τον κάθε δίσκο χωριστά – υπάρχουν λόγοι.

Δισκογραφία

Υerself Is Steam (Columbia, 1991)

Με τίτλο που φωνάζεται δυνατά και μόλις οκτώ συνθέσεις (αλλά 50 λεπτά παρακαλώ) η παρθενιά τους βγήκε δυστυχώς την εποχή που φαλίριζε το αμερικάνικο τμήμα της Rough Trade κι ο δίσκος έμεινε χωρίς προώθηση. Το προσωπικό μου παράπονο είναι ότι δεν έζησα την επίκαιρη χαρά ενός τέτοιου λαμπρού ντεμπούτου και παράπονο το έχω, να μην καταφέρνω συχνά να «αντιλαμβάνομαι» ένα αγαπημένο όνομα από την πρώτη του στιγμή. Εκ των υστέρων πιστεύω πως πρόκειται για ένα από τα λαμπρά ντεμπούτα της δεκαετίας του. Είναι κυρίως η αλλοπρόσαλλη ποικιλία του υλικού τους που άμεσα σε γοητεύει: εμπνευσμένες φλοϋδικές στιγμές όπως το ‘Chasing a bee’ και το αριστουργηματικό ‘Frittering’ – να τα ακούσουν οι fans των Grandaddy! – εναλλάσσονται με θορυβώδεις κακοφωνίες (‘Syringe Mouth’) και roller coaster feedbackς (‘Coney Island Cyclone’), που ειδικά εκεί που τοποθετούνται έχουν κάθε λόγο ύπαρξης. Υποκλίνομαι στο ερεβώδες μπαλλαντούργημα ‘Blue and Black’ (o Nick Cave ψάχνει τον Hank Williams αλλά βρίσκει έναν βαρύτονο Elvis) και παίρνω αδρεναλίνη στις αυξομειώσεις έντασης του απίστευτου κιθαριστικού darkwave ‘Sweet Oddysee of a Cancer’. Για να καταλήξω/ει τελείως απρόσμενα με το freak αλά Can / Gong ‘Very Sleepy Rivers’. Δεν έχει άλλο; [8/10)]

Lego My Ego (Columbia, 1992)

Οι αυθάδεις, αρχίσανε τα συμπληρώματα προτού καν βγάλουν δεύτερο δίσκο! Μας προσφέρουν όμως ένα οκτασύνολο πάλι, υπεπενηντάλεπτο πάλι, χορταστικό πάλι αμάγαλμα της τρελής. Ο ορατός λόγος κυκλοφορίας είναι οι διαφορετικές εκτελέσεις, τα Peel sessions (μα τι κάνει ο γερο – Τζων και βγάζει του καθενός τον ελεύθερο εαυτό), κάποια ζωντανά στο BBC αλλά και κάποια που δεν μπήκαν στο πρώτο. Τώρα πρέπει να αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των φαν – να υποθέσω ότι υπήρχαν τέτοιοι και τότε; Αν και κατά βάση αρνητικός στους δίσκους που παραγεμίζουν με επανεκτελέσεις, αναμασήματα κλπ. ομολογώ πως το Lego my ego όχι απλώς δεν προσπερνιέται αλλά κι είναι ένα ζωτικό δεύτερο LP. Αξίζει καταρχήν για τις πολύ καλύτερες εκτελέσεις του ‘Chasing a bee’ (πόσο συχνά μια δεύτερη εκτέλεση υπερέχει της πρώτης;), με την δεύτερη, υπό τον τίτλο ‘Chasing a girl inside a car’, να ξεκινάει με σαμπλς από κάποιο φιλμ και να εξελίσσεται σε μία δοσμένη ερμηνεία του τραγουδιστή που ολοένα βυθίζεται στα ερέβη της σπουδαίας σύνθεσης.

Οι άλλες επανεκτελέσεις είναι ισοδυναμούν με του πρώτου δίσκου: και το ‘Coney Island Cyclone’ (που εξελίσσεται σε ένα από τα αγαπημένα των φανς) και το ‘Frittering’ που έχουν κάτι το διαφορετικό κι εξίσου σαγηνικό. Φυσικά δεν λείπουν οι artασθαλίες της ελεύθερης φόρμας, σαν να κάνουν διάλειμμα κατόπιν επισταμένης ακρόασης Beefheartικών και Ζappικών βινυλιόδισκων και να ηχογραφούν μια κι έξω τις δικές τους εκδοχές. Ατίθασες πνευστιές, υποχθόνια τάστα και φωνή που αλλάζει όποτε της καπνίσει συμπληρώνουν το σύνολο κι όλα εν μέσω μπάχαλου. Και ξανά ένα οκτάλεπτο μεγαλόπνοο κλείσιμο. Ακόμα και με το εξώφυλλο (περι)παίζουν τη δεινοσαυρική 70s κουλτούρα ή προτιμώ αυτή την εκδοχή παρά να το εννοούν!. Το ελπίζω δηλαδή. [8/10]

Boces (Columbia, 1993)

Εδώ αρχίζουμε να «αντιλαμβανόμαστε» τι ακριβώς συμβαίνει: σκοπός είναι τα όρια του ροκ να χαϊδεύουν τα βάθη της ποπ, θόρυβος και κρυστάλλινα τραγούδια να εναλλάσσονται, γοητευτικές μελωδίες να σου δείχνουν ξαφνικά γαμψερά νύχια και άγρια φάτσα. Εδώ συνυπάρχουν samples από το Times Square αλλά και τη συνοικία της NASA στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ, διαθέσεις αντίστοιχες με το λουναπαρκίστικο εξώφυλλο από ένα ειδικό ίδρυμα αποκατάστασης στη Νέα Υόρκη, γουρχολική ατμόσφαιρα. Δυο ισχυρά τραγούδια κλέβουν την παράσταση: τα ‘Men of a Rockette’s Kick’ και το ‘Something for Joey’ (με ένα από τα αγαπημενότερα μου κιθ-ριφς). Ξεκινάνε με γλυκύτητα, φωνο – λόγια και πνευστά σε τυλίγουν ύπουλα κι εκεί που ηρεμείς έρχεται ο κιθαριστικός καταιγισμός να σε αναταράξει μέχρι να ξαναγλυκαθείς με κάποια αδιευκρίνιστου φύλου back φωνητικά και ούτω καθεξής. Δεν είναι σε όλα έτσι απατεώνες συχνά τελειώνουν όπως ξεκινάνε: με low key pop στο ‘Downs are feminine Balloons’, με κιθαριστικό speed pop στο ‘Bronx Cheer’, με εξωφρενικό θόρυβο στο ‘Continuous Drunks and Blunders’. Κι ένας παραληρών συντροφιά με ένα πιάνο στο ‘Girlfren’ – σαν σε ταινία του Orson Welles. Περιττό να πούμε πως δεν διηγούνται και τις πιο συνηθισμένες ιστορίες, το καταλαβαίνετε απ’ όλους αυτούς τους τίτλους. Δεν είναι μία απλή περίπτωση, δεν είναι ένα απλό συγκρότημα. [8/10]

See You On The Other Side (Work, 1995)

Στην «άλλη πλευρά» συνυπάρχουν ποπ στολίδια, τζαζ γρατζουνιές και αυτοσχεδιαστικές εξυπνάδες (κατά κυριολεξία). Επαναλαμβάνομαι, το γνωρίζω, αλλά αυτοί δεν το κάνουν με τη μουσική τους. Ιδέες φτάνουν και περισσεύουν : η α λα Wire «απλότητα» του ‘Εmpire State (Son House in Excelsis)’ σφιχταγκαλιάζεται με τον σαπουνοπερατισμό του ‘Sudden ray of hope’. Τα γνωστά ανορθόδοξα ποπ έπη κρύβονται πιο κάτω από τις συνήθεις ροκ εμμονές κι όλα μπολιάζονται ναρκοληπτικές διαθέσεις, ντανταϊστικούς στίχους, κυκλοθυμική διάθεση. Νομίζω πως κάπου εδώ είναι που ο μελωδικός ήχος κερδίζει εις βάρος του σαματά – είναι η ώρα που οι Mercury ετοιμάζονται για την επικίνδυνη κλειστή στροφή προς τις ονειροχώρες των μελωδιών. Με άλλα λόγια: εδώ βρίσκονται οι απαρχές των ‘Deserter’s songs’ και ‘All is dream’.

Κι εδώ βρίσκονται δύο από τα καλύτερα tracks τους: ένας ύμνος στις αστρόφωτες νύχτες (‘A kiss from an old flame’) και το αγαπημένο μου, ακαταμάχητο ‘Everlasting Arm’: τι βιολιά από δω, τι διακεκομμένες χορωδίες από κει, τι σφυρίγματα από πέρα, σαν κάτι παλιά αιθέρια dark pop του ’80 (τύπου Jesus could’t drum, τύπου πολλών και μη αναφερτέων). Για το οποίο μάλιστα λέγεται ότι γράφτηκε για τον Baker… Κι ένα τρίτο, το δοσμένο ‘Racing the tide’, γιομάτο ερωτικά lines: I’m so close/ I’m almost inside. [9/10]. Στο μεταξύ μάλλον δεν υπάρχει δίφραγκο ούτε για ταξί αλλά η δημιουργική διάθεση καλά κρατεί. Κάτω από το όνομα Harmony Rockets οι Donahue – Grasshopper κυκλοφορούν δυο Εps: ένα 40λεπτο ambient noise (‘Paralysed mind of the Archangel Void’, το 1995) κι ένα ψιλοχορευτικό (‘Golden Ticket’, το 1997). Λίγο αργότερα ο Grashopper θα βγάλει το ‘The Orbit of Eternal Race’. Δεν έχω ιδέα τι παίζει σ’ αυτά.

Deserter’s Songs (V2, 1998)

Ιnto a dream, I took a turn / and promise I return. Για όλες τις υποσχέσεις που αθετήσατε, άκαρδοι! Έφτασε λοιπόν η στιγμή όπου ξαναθυμηθούμε οριστικά τα προαναφερθέντα στον πρόλογο 70s…και να ακούσουμε την νέα τους εκδοχή από γλυκεριακά άσματα και αιθέριες μπαγαποντιές τους, όλα βγαλμένα από το ψυγείο των άλλων δεκαετιών αλλά με διαλογή των φρεσκότερων και πέταμα των σάπιων. Από το νανούρισμα ‘Endlessly’ (επιτρέπεται σε ροκ μπάντα;) στο βαλσοειδές ‘Τοnite It Shows’, από την απίστευτη ερωτοελεγεία του ‘Into a dream’ (λιώστε είπαμε!), στον ύμνο στη Ζωή στο Δρόμο ‘Goddess on a highway’ – ο δίσκος είναι διαμάντι. Και μέσα στον σιροπιαστικό καταιγισμό και τα υπονομευτικά οργανάκια η κάθαρση φτάνει με ένα αστικό πορτοκαλόχρωμο άλτο σαξόφωνο για το ‘Hudson Line’ – και χρόνια έψαχνα ένα κομμάτι που να αποδίδει ίσες κι όμοιες τιμές και στον Lou Reed και στον John Cale της μετά, πολύ μετά Velvet εποχής. Missionaries flood my favorite AM station/flowing in their futures/washed out in this delta rag/look the other way pocket all the pieces/tripping up the strawhat tumble into the wind (Delta Sun Bottleneck Stomp) [8.5/10]

All Is Dream (V2, 2001)

Εδώ ήμασταν προετοιμασμένοι μετά το ‘Deserter’s’, αλλά και πάλι είναι χαρά ν’ ακούς έναν δίσκο που το ανταγωνίζεται ισάξια. Τι έχει λοιπόν το πακέτο κι εγγυάται νέο διψήφιο αριθμό ακροατικών ωρών; Δύο διαφορετικά μέρη: αλλόκοτη συμφωνική ποπ στο πρώτο, ευτυχή και λαμπερή ανοιχτωσιά στο δεύτερο, λες και βγάζει από πάνω της όλες τις μαύρες στιγμές του παρελθόντος. Βέβαια όταν πλησιάσεις και προσέξεις δεν είναι έτσι, αποτελεί πάντως έκπληξη απ’ όλες τις πλευρές, όχι το ότι δεν επανασκλήρυναν, αλλά το ότι είναι ακόμα πιο μελάτοι απ’ το προγονό τους. Όλη η εμφάνιση του All is dream, από την παράξενη λαϊκή τέχνη του κολλάζ- εξωφύλλου ως τα παραμυθένια κομμάτια είναι εκτός. Εκτός τόπου, χρόνου, λογικής, αλληλουχίας. Πέρα από το ροκ εντ ρολλ, το σκηνικό τους, τις καταβολές τους, την πόλη τους. Πέρα από το ίδιο τους το παρελθόν. All is dream στο All is dream. (8/10)

Η προσωπική τους μυθολογία

Κανείς μας, υποθέτω, δεν έχει όρεξη να καταναλώνει τις πιπεράτες ιστορίες των μελών κάποιας αγαπημένης μπάντας. Το βιο-βιβλίο τους όμως περιλαμβάνει πολλές κι απίστευτες ιστορίες που δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο άτυχος που θα αναλάβει την βιογραφία τους· ιστορίες που μαρτυρούν αλλοπρόσαλλες προσωπικότητες που φτάνουν ως την ψυχωτική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και περιλαμβάνουν συνεχείς μεταξύ τους συγκρούσεις (απαγορευόταν για καιρό να ταξιδεύουν με αεροπλάνο γιατί ο Donahue κυνηγούσε μ’ ένα κουτάλι τον Grasshoper για να του βγάλει το μάτι) αλλά και το φτάσιμο στα όρια της ανέχειας, σε σημείο να αναγκαστούν να εργαστούν σε βάρβαρες δουλειές μέχρι και να υποστούν ιατρικά πειράματα. Ύστερα από αυτά, το ξόδεμα σε μια μέρα ολόκληρων προκαταβολών από τις εταιρείες τους, τα κοψίματα επί σκηνής από τους υπεύθυνους των φεστιβάλ εξαιτίας του απίστευτου θορύβου ή το απλό κόψιμο (στη μέση) τραγουδιών επί σκηνής από τον Donahue για να πιεί το ποτό του μάλλον μοιάζουν με πταίσματα.

Βάλε μου τα τραγούδια σου να δω τις επιρροές σου

70s κλπ.: τα είπαμε στην αρχή – αν μας διαβάζετε ανάποδα, ανεβείτε και ξανακατεβείτε. / Syd Barrett, Pink Floyd της καλής αρχής, Sonic Youth και Pixies του πάντοτε, Velvet Underground του λευκού θορύβου και της λευκής ηρεμίας. / Οι νέοι που ακούνε Dinosaur Jr, Spacemen 3 και Pavement πρέπει να τους δοκιμάσουν. /Αδελφό συγκρότημα  οι Flaming Lips της τελευταίας τους και καλύτερης φάσης. Είναι και φίλοι και παίζουν παρέα, γενικώς πολλές οι σχέσεις μεταξύ τους, εκτός από το ex- κοινό μέλος και τις ανταλλαγές μελών και παραγωγών. / ‘Stupid’ progressive: Έτσι λέγανε μερικοί μερικοί μερικούς μερικούς και ως φαν των ΕLO απλώς χαμογελώ, έτσι, out of the blue. / Όταν γίνεται θόρυβος: ο καλύτερος θόρυβος των 80s – βρετανικός (Jesus and Mary Chain) και αμερικάνικος (Butthole Surfers) λένε οι υπερβολικοί. Γιατί ξεχνάνε τους Suicide που προηγήθηκαν, άρα και τον Glenn Branca; Ο κάποτε μέντοράς τους Tony Conrad, βασικός ενθαρρυντής για τη συνέχεια, έχει καταδουλέψει με Faust, John Cale, La Monte Young. Και κάποιος πέταξε ότι η φωνή του τού θύμισε τον τραγουδιστή των Pavlov’s Dog! Oι Red Crayola ξυπνούν και παίζουν ποπ. Μην το πάρετε τοις μετρητοίς, αύριο μπορεί να το έχω μετανιώσει (όπως έχω σίγουρα μετανιώσει για όσα γράφω εδώ και δημοσιεύω χρόνια αργότερα. Τόσα πολλά λόγια για μουσική…). Αδύνατο να βγάλουμε άκρη, οι τύποι είναι μία συνεχής εν κινήσει εγκυκλοπαίδεια.

Πες μου τα tributes σου για να σου πω ποιος είσαι.

Ισχύει; Ας δούμε τι έχει να πει η πράξη: την εποχή του πρώτου δίσκου διασκεύαζαν τα αδιασκεύαστα – εκεί τσίμπησαν οι πρώτοι υποψιασμένοι. Για παράδειγμα το ‘Shhh’ του Miles Davies ή το ‘If you want me to stay’ του Sly Stone – ιερά της ορθοδοξίας κειμήλια. Πρέπει όμως να σταθούμε στις συμμετοχές που δηλώνουν στα μαζικά διασκευαστήρια – άλλος ένας καθρέφτης των μουσικών ειδών που θέλουν ενσωματώσουν στο λαμπρό τους μέλλον ή που το έχουν κάνει ήδη κι εμείς μόλις τώρα το καταλάβαμε. Πρώτη επιλογή υπήρξε φυσικά ο D. Bowie, στο tribute ‘Crash Course for the Ravers’, με το ‘The Sun Machine (Memory of a Free Festival)’. Μετά ο … James Brown (‘Superbad at 65 – A Tribute to James Brown’) με ένα απρόσμενο ‘It’s a man’s man’s man’s world’. Και, τέλος, κάτι για κάποιον άλλον Rev – συγκινούμαι. Συμμετέχουν στο ‘Your invitation to Suicide. A tribute to the songs of Martin Rev and Alan Vega’ με τον ύμνο ‘Bring in the year 2000’. Όχι ως Mercury Rev αλλά ως Zenith, που ήταν οι Donahue και Grasshopper, μαζί με τον J. Ashton των … Psychedelic Furs και … Rick Ocasek των Cars (Για τον τελευταίο δεν αιφνιδιαζόμαστε – εδώ μιλήσαμε για Chicago, οι Cars θα μας ξένιζαν;). Ιδιαίτερη είναι η σχέση τους με πολλά άλλα σχήματα όπως π.χ. με τους Chemical Brothers: ο Johnathan έπαιξε στο ‘Private Psych Real’ από το «Dig your own hole’, αλλά και στο ‘Dream On’ του ‘Surrender’, που άλλωστε συ-συνέθεσε. Για να μη μιλήσουμε για τα ρημίξ που επιλέγουν να μαγειρέψουν από φιλικά και μη σχήματα.

Μας φτιάχνετε στα γρήγορα ένα best;

Όχι.

Δημοσιευμένο στο αφιερωματολόγιο του mic.gr [18/02/2002], εδώ.

Τέσσερα από την Βιντεοθήκη: Tonite It Shows, Endlessly, Godess On A Highway, Everlasting Arm [κι αυτό σε διαφορετική εκτέλεση, από σέσσιον του Peel].

26
Απρ.
12

Διαβάζω, τεύχος 528 (Απρίλιος 2012)

Αφιέρωμα Άλκη Ζέη

Με τρυφερότητα και ρεαλισμό υποτιτλίζεται το αφιέρωμα του περιοδικού στην Άλκη Ζέη, δυο θεμελιώδη στοιχεία του πεζογραφικού της έργο, για το σύνολο του οποίου περιλαμβάνονται εδώ κρίσεις και εκτιμήσεις. Σε σχέση, ειδικότερα, με την Αρραβωνιαστικά του Αχιλλέα ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναρωτιέται: Πώς (ξανα)διαβάζουμε σήμερα, την εποχή των «μεγάλων καταρρεύσεων» ένα βιβλίο που βγαίνει από την εποχή των «μεγάλων διαψεύσεων»; Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για εκείνους τους «επίμονους κομπάρσους» που διηγούνται τις ιστορίες τους, όταν  η Ιστορία – έτσι, τουλάχιστον, όπως εκείνοι τη θέλησαν και τη νοηματοδότησαν – άλλαξε δραματικά σε μια κατεύθυνση που οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν φανταστεί;

Ένα πρόσθετο δεδομένο καθιστά αυτά τα ερωτήματα ακόμα πιο επιτακτικά: Οι ζωές, οι γραφές και οι μαρτυρίες των ελλήνων αριστερών πολιτών αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της νεοελληνικής κουλτούρας, ακριβώς επειδή αποτυπώνουν όχι μόνο «το βάρος της ιστορίας» αλλά τις διαρκείς απόπειρες για τη μετάπλαση αυτών των βιωμάτων σε καλλιτεχνική δημιουργία και μάλιστα συχνά με όρους αισθητικής καινοτομίας και ιδεολογικής ανανέωσης. Στην περίπλοκη σχέση λοιπόν ιστορίας και λογοτεχνίας, με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει το κείμενό του ο Γ.Π. ενώ το αφιέρωμα εμπλουτίζεται με από τους Αγγελική Βουλουμάνου, Άντα Γκίβαλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιάννη Κοντό, Μαρίζα Ντεκάστρο, Θανάση Νιάρχος, Τίτο Πατρίκιος και Μαρία Στασινοπούλου. Επιπλέον, δημοσιεύονται, δύο συνεντεύξεις της ίδιας, η μία από έναν Θούριο του 1975. Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μας ξεναγεί  στην ιστορία και το ταξίδι του Μεγάλου Ανατολικού του Ανδρέα Εμπειρίκου, με αφορμή την έκδοση του Ανθολογίου του ηδονικού υπερωκεανίου. Πώς λειτούργησε ως ανθολόγος; Επιθυμώντας να υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός, να μπορεί κανείς να διαβάσει τις πιο βαρβάτες σκηνές, τα πιο συγκλονιστικά σμιξίματα, αλλά ταυτόχρονα να παρακολουθεί και ό,τι συμβαίνει. Η βασική ιδέα ήταν να τρέξει το κείμενο, να αναγνωσθεί όλο κι ύστερα ο αναγνώστης να επανέλθει, αν επιθυμεί, στους οκτώ τόμους. Για τον συγγραφέα η ωριμότητα του αναγνώστη δεν έχει πάντα σχέση με την ηλικία του: ώριμος αναγνώστης μπορεί να είναι και ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, ενώ ένας εξηνταπεντάρης μπορεί να είναι ανώριμος απέναντι στον Μεγάλο Ανατολικό. Και σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιος για το εξής: Με την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού και του Ανθολογίου ενεργούμε (ο εκδότης, ο επιμελητής, όλοι μας) πολιτικά.

Ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος συναντά τη Μάρω Δούκα στη Στοά της Όπερας, ο Παναγιώτης Γαβριήλογλου προτείνει για μετάφραση εμβληματικά βιβλία και ολοκληρώνοντας με την …εισαγωγή, μοιραζόμαστε με τον Γιάννη Ν. Μπασκόζο κοινές διαπιστώσεις για το ηλεκτρονικό βιβλίο, ιδίως το γεγονός ότι πολλοί σχολιαστές μπλέκουν το μέσο με το περιεχόμενο, πιστεύοντας ότι η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωστών θα διευκολύνει την πρόσβαση του βιβλίου στο ευρύ κοινό. Εξασφαλίζει όμως αυτόματα η χρήση ενός νέου μέσου τη βαθύτερη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο; Μήπως πάντα αυτό που θα ξεχωρίζει θα είναι το κείμενο, τα λόγια του συγγραφέα, οι δικές μας σκέψεις μετά την ανάγνωση; Αν θα διαβάζουμε Σαίξπηρ, Όμηρο ή Φράνζεν και Κούντερα, γράφει ο Γ.Ν.Μ. αυτό θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο και όχι το μέσον. Ακόμα κι αν η ψηφιακή εποχή επηρεάσει ακόμα περισσότερο την γραφή και τον τρόπο σύλληψης και απόδοσης της πραγματικότητας, το περιεχόμενο θα είναι πάντα το κέντρο της προσπάθειας του νου να κατανοήσει τι συμβαίνει γύρω του. [128 σελ.]

25
Απρ.
12

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.

24
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 90. Γιώργος Λίλλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα Ίχνη στο χιόνι ακολουθούν την ζωή ενός αγοριού από την στιγμή που οι γονείς του δολοφονούνται στην διάρκεια του εμφυλίου. Εξήντα χρόνια αργότερα ένας φοιτητής που κάνει το διδακτορικό του για τις επιπτώσεις που είχε ο πόλεμος στα παιδιά, θα ωθήσει τον ηλικιωμένο πια πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος να θυμηθεί εκείνα τα γεγονότα. Ταξιδεύουν μαζί στα ίδια μέρη και του αφηγείται όσα συνέβησαν τότε. Είναι ένα ταξίδι απολογισμού, τι χάθηκε και τι κερδήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ο εμφύλιος δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου, έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα αυτό. Παρακολουθώ πως φθείρονται τα ιδανικά μέσα στο χρόνο. Τον ίδιο τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του.

Θα μας κάνετε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο, Το Δέρμα της νύχτας, εκδόθηκε από την Οδός Πανός το 1999. Εκείνα τα ποιήματα, μαζί με την δεύτερη ποιητική συλλογή, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, έχουν μόνο συναισθηματική αξία, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα η ανωριμότητα της γραφής μου. Αργότερα έμαθα πως η ποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη εργασία και πρέπει να την αντιμετωπίσεις με τον ανάλογο σεβασμό. Το 2003 εκδόθηκε το Σκοτάδι μετέωρος, από το Μελάνι όπου άρχισα να κατακτώ την φωνή μου.

Το 2008 από τον Κέδρο, Τα όρια του λαβύρινθου, ένα έργο που ακόμα στέκει, καθώς προστρέχω σ’ αυτό, πράγμα που δεν μπορώ να πω για τα προηγούμενα έργα μου. Με τα Όρια του λαβύρινθου τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Υπήρξαν εξ αρχής οι προθέσεις για το που ήθελα να κινηθώ γλωσσικά. Επιθυμούσα να ξεφύγω από την ήδη κατακτημένη φωνή του προηγούμενου βιβλίου, και θέλοντας να δοκιμαστώ σ’ ένα καινούριο είδος γραφής, έστρεψα την προσοχή μου σ’ έναν επίπεδο λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία. Στο ενδιάμεσο μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές που εκδόθηκαν από τον Γαβριηλίδη και τον Γερμανό ποιητή Ντουρς Γκρίμπαϊν, στον Κέδρο. Κι ένα παραμύθι, Τα δυο αγαπημένα ιπποκαμπάκια, γραμμένο για την νεογέννητη τότε κόρη μου.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Θα συνεχίσω να γράφω πεζογραφία. Ερωτευμένος όμως είμαι με την ποίηση. Ήδη έχω έτοιμη μια συλλογή, που θα εκδοθεί κάποια στιγμή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο και να σας φανεί παράξενο, όταν έγραφα το μυθιστόρημα το έβλεπα σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στο τρόπο που γράφω. Και η παρατήρηση. Με την ποίηση η διαδικασία είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, αλλά νομίζω πως καταγράφω σκέψεις που προκαλούν τα συναισθήματά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Στην συγγραφή του μυθιστορήματος ακολούθησα ωράριο. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το μεσημέρι. Γράφω απευθείας στον υπολογιστή και πάντα με μουσική υπόκρουση. Αν και μου αρέσει γενικά η ροκ, όταν γράφω ακούω σάουντρακ συνήθως. Τα ποιήματα από την άλλη, τα γράφω όταν έχω διάθεση, δεν βασίζομαι σε ωράρια, πάντα όμως με μουσική υπόκρουση. Μετά φυσικά τα επεξεργάζομαι, μια διαδικασία που παίρνει χρόνια. Για παράδειγμα τα Όρια του λαβύρινθου τα δούλευα έξι χρόνια. Το Φαγιούμ, ένα εκτενές ποίημα της συλλογής, χρειάστηκε να το γράψω πολλές φορές. Έχω στο συρτάρι, 22 διαφορετικές εκδοχές του ποιήματος. Αλλά και το μυθιστόρημα το δούλεψα πολύ. Αρχικά είχα γράψει 500 σελίδες, αλλά όταν άρχισα να το δουλεύω πέταξα κάθε τι περιττό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Μια σειρά ποιημάτων τα έγραψα στην Σάμο, όταν ήμουν εκεί διακοπές, αλλά αυτό έγινε κατά τύχη, απλά συνέβη γιατί εμπνεύστηκα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Μπρους Τσάτουϊν. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή. Ζηλεύω τα ταξίδια του στην Παταγονία και την Αυστραλία.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κριτικό, αλλά ως αναγνώστη. Είναι σημειώσεις που κάνω για βιβλία που με άγγιξαν, που ένιωσα μια συγγένεια, που με ώθησαν να τα μελετήσω. Είναι αλήθεια πως τώρα τελευταία δεν γράφω κριτικά σημειώματα όσο θα ήθελα, παρ΄ όλα αυτά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες εκδόσεις.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κορυφαίος. Έρμαν Έσσε. Η μεγάλη μου αγάπη. Με επηρέασε τόσο που εξαιτίας των βιβλίων του άρχισα να γράφω. Αντόνιο Ταμπούκι. Για την απλότητα και την μαγεία του. Άλμπερ Καμύ. Για την φιλοσοφική του διάσταση. Ντοστογιέφσκι, για την τραγικότητά του. Από ποιητές, ο Μοντάλε, ο Έλιοτ, ο Άσμπερυ. Κι από Έλληνες, ο Γονατάς, ο Ρίτσος, ο Ελύτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για ποιον χτυπά η καμπάνα, του Χεμινγουέι, η Αμοργός του Γκάτσου, το Χρονικό του μοναστηριού του Σαραμάγκου, ο γλάρος Ιωνάθαν του Μπαχ, η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, η Θάλασσα του Μπάνβιλ, η Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, το Πέρασμα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, το Λεξικό των Χαζάρων, του Πάβιτς, το Πράσινο σπίτι του Λιόσα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Δημήτρη Χατζή και του Ίταλο Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από τους ποιητές ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο Σωτήρης Σελαβής, και η Γεωργία Τρούλη. Από τους πεζογράφους ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Χρήστος Αστερίου, ο Μιχάλης Μοδινός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Δον Κιχώτης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιότερα η Ποίηση του Χάρη Βλαβιανού που έκδιδε η Νεφέλη. Έμαθα πολλούς ποιητές που αγνοούσα. Και το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη για την υψηλή του αισθητική.

Περί μετάφρασης

Μιλήστε μας για τα βιβλία που μεταφράσατε. Πώς τα ζήσατε, πώς θα τα συστήνατε στον αναγνώστη;

Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές γιατί μου αρέσει πολύ η κουλτούρα τους. Όσο για τον Ντουρς Γκρίνμπαϊν, το βιβλίο, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ και ήθελα οπωσδήποτε να το διαβάσω και στην μητρική μου γλώσσα.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής επεμβαίνει στο κείμενο με την διαίσθησή του. Βέβαια οφείλει να αγαπήσει το κείμενο, γιατί αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε η μετάφραση του θα είναι ψυχρή. Συνεργάστηκα με τον Γκρίνμπαϊν, γίναμε φίλοι μέσω αυτής της συνεργασίας και αυτό με βοήθησε να κατανοήσω γιατί γράφει όπως γράφει και ποιες είναι οι προθέσεις του.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν χρειάζεται ο μεταφραστής να πάρει την θέση του συγγραφέα. Νομίζω ότι το ξέρει από την αρχή πως η εργασία του είναι μια αφανής υπόθεση. Και αυτό δεν είναι κακό. Η αφάνεια κρύβει ανιδιοτέλεια, αγάπη για το έργο και τον συγγραφέα.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Υπήρξα τυχερός πάνω σ’ αυτό. Η επιμελήτριά μου, η Ελένη Μπούρα με καθοδήγησε ουσιαστικά να δω τις ατέλειες του βιβλίου και να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Ο επιμελητής παίζει καίριο ρόλο στην ολοκλήρωση ενός έργου. Την Ελένη την εμπιστεύομαι απόλυτα. Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς κριτική, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις συμβουλή. Οι επιμελητές είναι οι αφανείς ήρωες των βιβλίων.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει διάφορες δουλειές μέχρι τώρα. Στο Αγρίνιο ασχολήθηκα με την γεωργία. Στην Γερμανία, δούλεψα στην αρχή σε κρεοπωλείο, μετά σε οικοδομές, και τα τελευταία χρόνια είμαι αρτοποιός. Όπως καταλαβαίνεται έχω μια τάση προς τις χειρωνακτικές εργασίες και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αν και δεν ταιριάζει με την γενική εικόνα ενός συγγραφέα όπως θέλουν να τον πλασάρουν τα μίντια. Είμαι αυτοδίδακτος γραφιάς.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω συγχρόνως τις Ιστορίες του Χαλ του Γιώργου Μητά, τον Κοχλία της Ναταλίας Κατσού, και το Χιόνι του Παμούκ, αλλά δεν γράφω τίποτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν παρακολουθώ. Αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Με έχει εμπνεύσει η ταινία Into the Wild του Σον Πεν. Με επηρέασε βαθιά η ιστορία αυτού του νεαρού που αποφάσισε να εγκαταλείψει καριέρα για να πάει να ζήσει στην Αλάσκα. Και ο Δρόμος, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Οι Ώρες, συγκλονιστική ταινία του Στίβεν Ντάλντρι και τα 21 γραμμάρια του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Στο Facebook γνώρισα πολλούς ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα και στην συνέχεια γίναμε φίλοι. Όσο για τα blog, είναι πράγματι οάσεις πολιτισμού, γι΄ αυτό τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αμέσως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μήπως εγώ σας απογοήτευσα; Γιατί εσείς με τίποτα.

Εικονιζόμενοι συνομιλητές του φιλοξενούμενου: Cormac McCarthy, Bruce Chatwin, Herman Hesse, Εugenio Montale, Albert Camus.




Απρίλιος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.019.149 hits

Αρχείο