Αρχείο για Αύγουστος 2013

28
Αυγ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 132. Δημήτρης Χριστόπουλος

1Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Οι ‘δημόσιες ιστορίες’ είναι μια σειρά 16 διηγημάτων που κυοφορήθηκαν σε άλλες εποχές αλλά τώρα είδαν το φως της δημοσιότητας. Γεννήθηκαν με φυσιολογικό τοκετό και όχι με καισαρική τομή. Ακόμα και τώρα διατηρούν τον ομφάλιο λώρο που τις δένει με την πραγματικότητα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια, γιατί είναι όλες τους παιδιά μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι ‘δημόσdch-ιες ιστορίες’ όπως και η καινούργια συλλογή που τώρα ετοιμάζω (τον τίτλο δεν θα τον αποκαλύψω) αποτελούν το αποτέλεσμα της αδήριτης ανάγκης να μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για καταστάσεις οριακές και παράλογες που όλοι, λίγο πολύ, βιώνουμε. Η γύρω μας πραγματικότητα είναι τόσο οδυνηρή που δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος να συλλάβεις τα θέματα. Το πιο επώδυνο είναι να μεταπλάσεις τα βιώματα με όρους μυθοπλασίας, ώστε να μην καταστήσεις τη γραφή σου δημοσιογραφική και επικαιρική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Συγγραφέας είναι κάποιος 24 ώρες το 24ωρο. Όχι μόνο όταν γράφει. Οι πιο γόνιμες στιγμές είναι οι ώρες του ύπνου και οι ώρες της απλής και άσκοπης καθημερινότητας, όταν λειτουργείς ως παρατηρητής, εκών, άκων. Άλλωστε, και ο Βαν Γκογκ είχε πει: ‘Ονειρεύομαι ό,τι ζωγραφίζω και μετά ζωγραφίζω αυτό που ονειρεύομαι’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Μίμης Αργυρίου στο διήγημα «501» είναι ένας χαρακτήρας που υπήρχε χρόνια στο μυαλό μου και σχεδόν μεγαλώσαμε μαζί. Πιστεύω πως όπου κι αν βρίσκεται αυτή τη στιγμή, μου κλείνει μ’ ένα μειδίαμα το μάτι.

camusΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου ταιριάζει η μέθοδος του παγόβουνου. Την βρίσκω την πιο αποτελεσματική. Ο Χεμινγουέι την έχει περιγράψει περίπου ως εξής: Για κάθε κομμάτι που είναι εμφανές, τα υπόλοιπα επτά όγδοα είναι κάτω από το νερό. Ό,τι ξέρεις μπορείς να το παραλείψεις (αρκεί να το γνωρίζεις, διαφορετικά, η ιστορία μπάζει) και αυτό κάνει το παγόβουνο πιο στέρεο. Είναι το αφανές κομμάτι, με άλλα λόγια η γνώση, οι βιωμένες εμπειρίες που συγκροτούν το κομμάτι του παγόβουνου κάτω από την επιφάνεια του νερού.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πολλές φορές γράφω με μουσική. Το τι θ’ ακούσω κάθε φορά μου το υπαγορεύει ο εσωτερικός ρυθμός του κειμένου, άλλοτε αργός κι άλλοτε ασθματικός. Μπορεί ν’ ακούσω από Metallica και Nick Cave μέχρι Βαμβακάρη και Αγγελάκα.

boris vianΠοιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ως φιλόλογος έχω αρκετά κουσούρια. Η διδακτική διάθεση είναι ένα από αυτά. Προσπαθώ να ‘σκοτώνω’ τον φιλόλογο όταν γράφω. Δεν ξέρω πάντα αν τα καταφέρνω. Θα δείξει η νεκροψία.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σε στιγμές εφηβικού ενθουσιασμού και παιγνιώδους διάθεσης. Ωστόσο, αυτός ο έφηβος κάπου κάπου αφυπνίζεται και με τρομάζει.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

jl_borges_portrait_by_deloeste33-d5fw6pfΠριν από χρόνια – δεν θυμούμαι ακριβώς πότε – έπεσε στα χέρια μου ένα αφιέρωμα στον λαϊκό ποιητή – στιχουργό Φώτη Αγγουλέ. Ο Σεφέρης που τον γνώριζε τον χαρακτήρισε ‘μιαρό γιακωβίνο’, ενώ στις Μέρες Δ’ αναφέρει χαρακτηριστικά για τον χιώτη ποιητή: «Νομίζει ότι δουλεύει για τον λαό ξεχαρβαλώνοντας τα άξια πράγματα, βρωμίζοντας τα καθαρά με πασαλείμματα, τσαπατσουλεύοντας, όπως του είπα. Οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν ότι τέχνη για το λαό σημαίνει στιχάκια του ταγκό χωρίς μουσική». Το 1975 κυκλοφόρησε από τον ‘Κέδρο’ το βιβλίο της Έλλης Παπαδημητρίου «Ο Φώτης Αγγουλές – Ποιήματα – Επιλογή», ενώ το 2004 ο Δ. Γκιώνης στην Ελευθεροτυπία έγραψε ένα άρθρο για τον ποιητή. Το 2008 από τις εκδ. Γαβριηλίδη ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας στη σειρά ‘Εκ νέου’ ανθολόγησε τον Αγγουλέ. Νομίζω ότι θα άξιζε μια μονογραφία-παρουσίαση γι’ αυτόν τον άγνωστο στους περισσότερους ποιητή, που με τρόπο παραδοσιακό μπόρεσε και έγραψε στίχους σαν κι αυτούς: «Κι ίσως μια μάννα, ένα παιδί! / κάπου να σε προσμένει, /μα εσύ, θα μένεις πάντοτε / ξένος σε χώρα ξένη / κι η μνήμη σου που της ζωής / το νόημα θα λερώνει, / θάναι ένα στίγμα, ένας λεκές, / μέσ` στο κατάσπρο χιόνι…» (από το ποίημα ‘Στίγμα’, για ένα νεαρό φασίστα που βρέθηκε σκοτωμένος, πάνω σε μια ρούσσικη χιονισμένη στέππα).

herman hesseΤι γράφετε τώρα; 

Πειραματίζομαι στο εργαστήρι του υπολογιστή μου πάνω στη μικρή φόρμα. Αλλεπάλληλες δοκιμές και delete. Νιώθω πως βρίσκομαι μέσα σε κινούμενη άμμο. Απίστευτη κοινωνική ρευστότητα και αδυναμία προβλεψιμότητας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Από Έλληνες συγγραφείς θα ξεχώριζα τους/τις: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, Καζαντζάκη, Καραγάτση, Χατζή, Ιωάννου, Χάκκα, Φραγκιά, Α. Κοτζιά, Αλεξάνδρου, Βαλτινό, Κουμανταρέα, Γκιμοσούλη, Χατζηγιαννίδη, Κοροβίνη, Μίσσιο, Νόλλα, Μ. Δούκα, Καρυστιάνη, Ζατέλη, Γαλανάκη, Φακίνου, Σ. Τριανταφύλλου …

Από ξένους: Έσσε, Κάφκα, Στάινμπεκ, Φώκνερ, Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Μπόρχες, Μάρκες, Μπορίς Βιάν, Καμύ, Κούντερα, Βιρτζίνια Γουλφ, Γκουτιέρες, Ζίσκιντ …

suskindΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα ομηρικά έπη, το «Περί παίδων αγωγής» και «Βίοι παράλληλοι» του Πλουτάρχου, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε, «Το κομουνιστικό μανιφέστο» των Μαρξ-Ένγκελς, «Η αποκάλυψη του Ιωάννη» σε μετάφραση Γ. Σεφέρη, «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» του Κ. Καστοριάδη, το «1984» του Όργουελ, «Αν αυτός είναι ένας άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, «Οι ανθρωποφύλακες» του Π. Κοροβέση, «Πεθαίνοντας σα χώρα» του Δ. Δημητριάδη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στη βιβλιοθήκη μου θα μπορούσα να αναφέρω εντελώς ενδεικτικά: «Το χριστόψωμο» του Αλ. Παπαδιαμάντη, το πρώτο του διήγημα, «Μια μικρή παρηγοριά» του Ρ. Κάρβερ, «Παραρλάμα» του Δ. Βουτυρά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

young_virginia_woolf_by_levonhackensaw-d6i6entΑπό το 2010 που κυκλοφόρησαν τα διηγήματα του Χρήστου Οικονόμου με τίτλο «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (εκδ. Πόλις), κατάλαβα πως όντως κάτι αλλάζει στην ελληνική επικράτεια του λόγου. Τον χαρακτήρισαν «Έλληνα Φώκνερ». Δεν βάζω ταμπέλες ούτε κάνω συγκρίσεις. Αλλά ο Οικονόμου είναι για μένα οδοδείκτης. Επίσης, οι κυρίες Μπογιάνου και Πέτσα έχουν εξαιρετική πένα και κοφτερή ματιά.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Εφηβική αλλά και διαχρονική εμμονή είχα με τον ‘Τζωρτζ’ στη νουβέλα του Στάινμπεκ «Άνθρωποι και ποντίκια» (1937). Ο άνθρωπος που στο τέλος αναγκάζεται να σκοτώσει τον καλύτερό του φίλο, τον Λένι έναν καθυστερημένο νοητικά αγαθό γίγαντα, προκειμένου να ανοίξει τον δρόμο για το καινούργιο. Το βιβλίο είναι τόσο επίκαιρο από ποτέ, αναδεικνύει ζητήματα που αφορούν στα ανθρώπινα όνειρα, στη θλίψη και στη μοναξιά, μέσα από τα πορτρέτα δύο εργατών που μεταναστεύουν και παλεύουν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο.

pedro-juan-gutierrez-2Επίσης, πρέπει να ’μουν γύρω στα δεκαέξι, όταν πρωτοδιάβασα τον «Κόκκινο τράγο» του Κώστα Παρορίτη, ο ήρωάς του ο Στέφανος, ο απολυμένος καθηγητής, που έχοντας επίγνωση του προσωπικού του ρόλου στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων μονολογεί: «Κοιτάξτε και γύρω σας. Όλος ο κόσμος δεν είναι ο εαυτούλης σας. Η ζωή είναι πολύ πλατιά. Απλώστε τη ματιά σας, βυθίστε τη σκέψη σας, μεστώστε το αίτημα σας, δέστε το σφιχτά με το νου σα διαμάντι, πυρώστε το νου σας με τη φλόγα της καρδιάς…».

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

2742-vobr-kunderaΞεκίνησα με τον «Ηριδανό», το «Διαβάζω», τη «Λέξη», τη «Νέα Εστία», την «Οδός Πανός». Κείμενα φωτισμένα από ανθρώπους με μεράκι και αγάπη για τη λογοτεχνία. Ενημερώνομαι ακόμα από το «Εντευκτήριο» και το «Δέντρο». Θεωρώ εξαιρετική για τα ελληνικά δεδομένα την «Ποιητική» του Βλαβιανού, γιατί αποτελεί γέφυρα γνωριμίας με σημαντικούς ξένους ποιητές. Επίσης και το Books’ journal αποτελεί πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κυρίως θεωρητικά κείμενα. Ενδιαφέρον είναι το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Δημηρούλη «Καβουρηδόν και Παραδρόμως» (εκδ. Τόπος) που ασχολείται με το άθλημα της γραφής και ως υποκείμενο και ως αντικείμενο της διαδικασίας. Εξίσου συναρπαστικές βρίσκω τις συνεντεύξεις 17 μεγάλων συγγραφέων στο Paris Review, όπως αυτές περιλαμβάνονται στους δύο τόμους με τίτλο «Η Τέχνη της γραφής» που επιμελήθηκε ο Φιλίπ Γκούρεβιτς.

fauklΞαναδιαβάζω τα έργα του Ρέιμοντ Κάρβερ και καθηλώνομαι για άλλη μια φορά. Ζηλεύω απίστευτα τον τρόπο γραφής του. Αναρωτιέμαι τι επεμβάσεις θα μπορούσε να κάνει σε αυτά τα κείμενα ο Γκόρντον Λις.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στο μέσο. Θέλω να είναι ενυπόγραφες και εμπεριστατωμένες. Σιχαίνομαι την εμπάθεια και την προχειρότητα. Έχω την αίσθηση πως πολλοί κριτικοί σπεύδουν να εκφέρουν γνώμη προτού καλά καλά διαβάσουν με προσοχή το βιβλίο. Και δυστυχώς εκτίθενται. Θεωρώ πως οι κριτικές είναι πρωτογενή και όχι δευτερογενή κείμενα και γι’ αυτό είμαι ιδιαίτερα απαιτητικός. Στο Διαδίκτυο υπάρχουν εξαιρετικά blog που παρακολουθώ για τις καίριες επισημάνσεις τους, όπως είναι το «Πανδοχείο», το «Βιβλιοκαφέ», το «Librofilo» και άλλα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

john-steinbeckΓια να μιλήσουμε για σύγχρονο εγχώριο κινηματογράφο, μία ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του Κύπριου σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη («Σπιρτόκουτο», «Ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης»). Είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστά την πραγματικότητα. Όπως ο θεατής μιας ταινίας έχει σημασία να νομίζει πως αυτό που βλέπει δεν είναι στημένο αλλά κομμάτι της πραγματικότητας, έτσι και ο αναγνώστης πρέπει να βλέπει μεγεθυμένες στην κάθε τους λεπτομέρεια όψεις της φλεγόμενης πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Πώς αλλιώς μπορεί να αποκτήσει επίγνωση του εαυτού του και της θέσης του μέσα στον κόσμο;

Αλλά είναι κάτι άλλο που με εξιτάρει με τον Οικονομίδη· ο τρόπος που χειρίζεται τους ηθοποιούς του. Μ’ αρέσει πολύ η ένταση (εσωτερική και εξωτερική) με την οποία οι ηθοποιοί του μοιάζουν να ζουν και αναπνέουν εκτός των διαστάσεων της κινηματογραφικής οθόνης. Νομίζω ότι ένας συγγραφέας έχει να διδαχτεί πολλά από αυτό. Πώς πλάθει και πώς αντιμετωπίζει τους ήρωές του. Αφεkνός, μπορεί να διαβάσεις ένα αφήγημα που είναι μια κακή κατασκευή με κακούς ηθοποιούς (χαρακτήρες) και κακούς διάλογους. Με χαρακτήρες ρηχούς, καρικατούρες, επίπεδους, μονόχορδους, που αναπνέουν μόνο χάρη στην ευσπλαχνική γραφίδα του συγγραφέα. Αφετέρου, υπάρχουν ιστορίες στις οποίες τα πρόσωπα έχουν μιαν αυθυπαρξία που τα κάνει να αναπνέουν και να κινούνται και εκτός των γραμμών του βιβλίου. Είναι αυτοί που λέμε ‘εμβληματικοί χαρακτήρες’. Λίγα, βέβαια, είναι αυτά τα έργα, αλλά υπάρχουν.

Διατηρείτε το ιστολόγιο e- Τράπεζα Φιλολογικών Θεμάτων. Περί τίνος πρόκειται;

Ένα ιστολόγιο με θεματολόγιο που αφορά κυρίως τη διδασκαλία της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στο Λύκειο. Απευθύνεται στους μαθητές, στους φιλολόγους αλλά και σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Περιλαμβάνει παρουσιάσεις βιβλίων και κριτικές. Στην αντίστοιχη σελίδα του ιστολογίου στο facebook γίνονται αναρτήσεις που αφορούν τον πολιτισμό και τις τέχνες.

D_by_GriliopoulosΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μια μοναδική εμπειρία γνωριμίας με αξιόλογους ανθρώπους που δεν φανταζόμουν πως θα τους συναντούσα ποτέ. Ο κυβερνοχώρος μπορεί να λειτουργεί ως πεδίο συνεργατικής κοινότητας μάθησης, κι αυτό είναι κάτι που όλοι οι σκεπτόμενοι χρήστες του πρέπει να το διαφυλάξουν ως κόρην οφθαλμού, μακριά από τα κακόβουλα μάτια επιχειρηματικών συμφερόντων.

Ποιες οι εμπειρίες σας από την σχολική τάξη του 2013; Ποια η σχέση των μαθητών σας με τον λόγο και την λογοτεχνία, ποια τα προσωπικά σας στοιχήματα;

Έχω την αίσθηση πως δεν πρέπει να υποτιμάμε τα παιδιά. Έχοντας εργαστεί με παιδιά και των γυμνασιακών και των λυκειακών τάξεων, αυτό που κάθε χρόνο αντιλαμβάνομαι είναι πως προσεγγίζοντας με ‘παιγνιώδη’ τρόπο τη λογοτεχνία, μάς αποκαλύπτεται ένα δυναμικό πεδίο, που δεν το φανταζόμαστε. Μαθητές που γράφουν ‘μέτριες’ προκάτ εκθέσεις, μαθητές που ‘αδιαφορούν’ για το σχολείο, αποδίδουν εκπληκτικά, όταν ο δάσκαλος τούς αναθέσει να γράψουν ένα δικό τους κείμενο, αλλάζοντας – για παράδειγμα – τον αφηγητή ή την οπτική γωνία ή το τέλος του διηγήματος. Ειδικά φέτος, είχα μαθητή που έγραψε καβαφογενή ποιήματα, μαθητές που δραματοποίησαν τρία διηγήματα, που γύρισαν ταινία μικρού μήκους, εμπνευσμένη από λογοτεχνικά κείμενα.

5Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Πιστεύω στη νιότη του πνεύματος. Επομένως, θαλερό πνεύμα εγγυάται μόνο το πάθος της ανάγνωσης και της γραφής.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Αν γινόταν σεισμός και το σπίτι σας από στιγμή σε στιγμή κατέρρεε, ποιο βιβλίο θα παίρνατε οπωσδήποτε μαζί σας;

Τον «Λοιμό» του Α. Φραγκιά. Ένα έργο που συνομιλεί επάξια με τον Κάφκα, με τον Καμύ αλλά και με όλον τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Στις εικόνες: Αlbert Camus, Boris Vian, Jorge Luis Borges, Herman Hesse, Patrick Suskind, Virginia Woolf, Pedro Juan Gutierrez, Milan Kundera, William Faulkner, John Steinbeck, Franz Kafka, Fyodor Dostoyevsky.

25
Αυγ.
13

Hans Fallada – O πότης

ΗLayout 1 μέθη του εθισμένου, η μεταμόρφωση του ανεπιθύμητου

Αυτός που βλέπετε εδώ μπροστά σας είναι ο γνωστός συγγραφέας Χανς Φάλλαντα, ή μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν, ύστερα από χρόνια εξάρτηση από το αλκοόλ και τη μορφίνη…έλεγε το 1946 στους φοιτητές του ένας καθηγητής της πανεπιστημιακής κλινικής του Βερολίνου παρουσιάζοντας τον συγγραφέα σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνο το υπόλειμμα ανθρώπινης μορφής είχε μπροστά του μόνο ένα χρόνο ζωής, αλλά είχε προλάβει, έγκλειστος σε ναζιστικό ίδρυμα, να γράψει τον Πότη, το προτελευταίο συγκλονιστικό του μυθιστόρημα, τον Πότη που ήταν ο ίδιος.

Ο Χανς Φάλλαντα [ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν (1893-1947)] δεν ήταν απλώς ένας γνωστός λογοτέχνης στη Γερμανία όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία αλλά βρισκόταν ήδη και στην λίστα των «ανεπιθύμητων» συγγραφέων. Εν τούτοις αρνήθηκε να εγκαταλείψει την χώρα του και τη γλώσσα του, με αποτέλεσμα να χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο η θέση του στη νέα κοινωνία αλλά και να υφίσταται τις πιεστικές λογοτεχνικές «παραγγελίες» του Γκέμπελς Η αιώνια αδυναμία των φασισμών: η απεγνωσμένη ανάγκη για την συμμαχία των συγγραφέων και η ανταλλακτική της χρήση. Εδώ το αντίτιμο ήταν ταπεινότερο από μια απελευθέρωση: προμήθεια με το τότε σπάνιο χαρτί. Φυσικά το επιθυμητό από το καθεστώς βιβλίο δεν γράφτηκε ποτέ·  ήταν ο Πότης που γράφτηκε εξολοκλήρου στο άσυλο, κρυπτογραφημένα, με διαδοχικό γράψιμο ανάμεσα στις γραμμές, γυρίζοντας κάθε φορά και τη σελίδα ανάποδα. Μπορεί κανείς να φανταστεί την υπερπροσπάθεια των μεταγραφέων του χειρογράφου, για την μεταθανάτια έκδοση.

Ο μ2υθιστορηματικός Πότης είναι ο μεσοαστός έμπορος Έρβιν Ζόμερ. Πώς γλιστράει στο πρώτο σκαλοπάτι μιας ατέλειωτης κατηφορικής κλίμακας ο μέχρι τότε ευτυχής σύζυγος και επιχειρηματίας; Όπως συνήθως, δεν αρκεί παρά μία αφορμή ή έστω μια αιτία που μεγαλώνει ως αγκάθι στα σωθικά μιας ανοχύρωτης ύπαρξης: μια σύζυγος που επιδεικνύει την ανωτερότητά της υποβιβάζοντας τον ίδιο κι ένα οικονομικό πρόβλημα- κι η πόρτα της καθόδου έχει ήδη ανοίξει. Στο ποτό πνίγεται κάθε αίσθημα μειονεξίας· το αλκοόλ «σαν φτερό από μετάξι σβήνει κάθε έγνοια, λύπη και θυμό».

Σήκωσα το ποτήρι, δίστασα λίγο, το κατέβασα μονορούφι. Το κάψιμο έκοβε την ανάσα, στραβοκατάπια, όμως υποχρέωσα το υγρό να κατέβει στο λαρύγγι μου. Το ένιωσα να κυλάει καυτό, καυστικό, οξύ, και το στομάχι μου κατακλύστηκε από ένα ξαφνικό αίσθημα θέρμης, μιας απολαυστικής θέρμης. [σ. 27]

Σε 33μια τέτοια στιγμή αισθάνεται την επιθυμία της φυγής, να μη γυρίσει σπίτι του, να πάει στον αγύριστο, να χαθεί μέσα στο σκοτάδι, να μην ξέρει τίποτα και κανείς, ούτε καν τι να γράψουν στον επικήδειο. Η άδεια και σκοτεινή ταβέρνα ενός πανδοχείου, με τα θλιβερά πλαστικά τραπεζομάντιλα, τα θεόκλειστα παράθυρα και την αποπνικτική ατμόσφαιρα αποδεικνύεται ο ιδανικός τόπος και η νεαρή, ξεχτένιστη γυναίκα με τη βρώμικη ποδιά η καταλληλότερη συντροφιά.

Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου να προχωρεί κάθε τόσο ένα μισάωρο πιο κάτω…Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά. Πίνω την τελευταία γουλιά (την πιο μεγάλη!) στο κατώφλι του σπιτιού μου, πριν αντικρίσω τη Μάγδα. [σ. 48 – 49]

Οι πρώτες σελίδες κυλούν με σπαρταριστές σκέψεις, σαν ευφυές κωμικογράφημα σαν κείμενο – γελοιογραφία, σαν μια «Ψυχολογία Γερμανού Συζύγου»· οι προσπάθειες να πιεί έστω και μια γουλιά οπουδήποτε σταθεί και βρεθεί οδηγούν σε σειρά ευτράπελων καταστάσεων, που διηγείται ο ίδιος απολαυστικά, με τρόπο που αδυνατείς να ξεχωρίσεις την ειλικρινή, εκ βαθέων εξομολόγηση από5 την αυτοσαρκαστική γελοιοποίηση. Την άγρια ευθυμία, ακολουθεί μια αβυσσαλέα απόγνωση κι εκείνη με τη σειρά της εναλλάσσεται με μια παραλυτική απάθεια.

Όμως σταδιακά ο εθισμένος μεθυσμένος βρίσκεται αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις μιας νομοταγούς και ευπρεπισμένης κοινωνικής μηχανής. Πρώτα αντιπαρατίθεται με την γυναίκα του, φτάνοντας στο σημείο να παλέψει μαζί της, αισθανόμενος «ένα γλυκό μίσος για το κάποτε λατρεμένο σώμα», σκεφτόμενος τη μία, πως θα την αγαπάει για πάντα και την άλλη ψιθυρίζοντάς της στο αυτί πως αύριο το βράδυ θα έρθει να την πνίξει. Ήθελα, ειδικά μπροστά στην πάντα νηφάλια, συνετή, ικανή, εργατική (όλα στον υπερθετικό!) γυναίκα μου, να μεθύσω τρελά, ήθελα ν’ απλώσω τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι, να πω τραγούδια πρόστυχα, αγοραία, να ξεστομίσω κουβέντες αισχρές – τι ηδονή να την τραβήξω κι αυτήν μαζί μου στον βούρκο, να της δείξω ποιον αγάπησε στ’ αλήθεια και πώς τον κατάντησε ο έρωτάς της αυτός… [σ. 69]

3Ύστερα καταδιώκεται από τον οικογενειακό γιατρό, ενώ παράλληλα απογυμνώνεται οικονομικά από τον ιδιοκτήτη του μπαρ. Κάποτε η επιθετική στάση προς την γυναίκα του μεταφράζεται σε απόπειρα δολοφονίας. Νόμιμα, πλέον, ο Πότης μετατρέπεται σε Παραβάτη, συνεπώς επίσημα υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία ανθρώπων και στην υποεπικράτεια των ασύλων. Είναι, άλλωστε, απολύτως άχρηστος για την πολιτική κοινωνία που επιθυμεί ο καθένας να βρίσκεται στη θέση του, φρόνιμος, απαθής και αποδοτικός. Παρά την αυτονόητη σιωπή όσον αφορά το πολιτικό πλαίσιο του μύθου, δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένη ακριβώς μεταχείριση των «ιδιαίτερων» κατηγοριών από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: ο τρόφιμος οφείλει να ζήσει έγκλειστος και να αναμορφωθεί, ακριβώς σ’ ένα περιβάλλον όχι μόνο δεν τον αναμορφώνει αλλά κυρίως τον μεταμορφώνει και τον παραμορφώνει.

6Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένοιωθα· η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα – ερήμην μου. Είναι τα τελευταία λόγια του Ζόμμερ, στο τέλος του 36ου κεφαλαίου· από το επόμενο και μέχρι το τέλος, για άλλα τριάντα περίπου κεφάλαια, ο ήρωας βρίσκεται στον Άλλο Κόσμο του Ασύλου, του «θεραπευτηρίου» όπως κάποτε το αποκαλεί. Έτσι το βιβλίο χωρίζεται κυριολεκτικά σε δύο κόσμους, σαν δυο χωριστά μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα, την ίδια γραφή και το ίδιο βάθος. Στις σπουδαίες λογοτεχνικές σελίδες που έχουν καταφέρει να περιγράψουν τον κόσμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των γκουλάγκ, των φυλακών και των φρενοκομείων, τώρα θέση παίρνει και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του Πότη.

8Η ζωή του περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο: απλά, σαν παραπονεμένη εξομολόγηση ενός απλού ανθρώπου, σαν απορημένο σχόλιο ενός έκπληκτου αθώου. Η προσωπογραφία των κρατουμένων, η εξουσία των ισχυρότερων, η ποταπότητα του ανθρώπινου ζώου συνθέτουν μια κοινωνία κωμικοτραγικής αγριότητας. Οι σύντροφοι σπάνιοι, οι χαρές ελάχιστης διάρκειας· δεν του μένει παρά να στραφεί στην χειρωνακτική εργασία του και να αισθανθεί σχεδόν ευτυχής στο μικροσκοπικό του δωματιάκι. Ο κύριος σκοπός της τρέχουσας ιδεολογίας επιτεύχθηκε. Με αφορμή την μοναδική «ελεύθερη» απογευματινή ώρα κάποτε μονολογεί:

Όμως για σένα, κρατούμενε, δεν είναι ίδιο το γαλάζιο του ουρανού, κι ο ήλιος που ζεσταίνει το δέρμα σου δεν λάμπει για σένα. Κι η απεραντοσύνη του τοπίου δεν είναι για σένα. Απλός επισκέπτης είσαι, του ουρανού, του καθαρού αέρα, του ήλιου – τα λεπτά σου είναι μετρημένα, κρατούμενε. Ο κόσμος σου εσένα είναι το μουντό, το ζοφερό σπίτι των νεκρών, εκεί όπου γέλιο απελευθερωτικό της ψυχής δεν αντηχεί ποτέ. Για τον ήλιο είσαι ένας ξένος, κρατούμενε. [σ. 246]

BΑν ο Πότης αποτελεί την απόλυτη μυθοπλασία της αλκοολικής εξάρτησης, την ίδια στιγμή το μπουκάλι μοιάζει να αδειάζει και να ξαναγεμίζει με κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς ίχνος αλκοόλ: τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος απελπίζεται από την αίσθηση μειονεξίας, διολισθαίνει από την κανονικότητα, αναζητάει ψεύτικο καταφύγιο, αποδέχεται τον ετεροκαθορισμό, απαρνιέται τη ζωή, βυθίζεται ολοένα στην αρνητικότητα, κατεβαίνει, κατεβαίνει κάτω, πολύ κάτω, και μαθαίνει να ζει εκεί ακριβώς, ως το απόλυτο τίποτα. Αν ο κόσμος είναι ακατανόητος και μηδενισμένος, ας είναι και ο εαυτός αδιάφορος και χαμερπής. Τίποτα δεν έχει σημασία, οι ηθικές διακρίσεις είναι λόγια του αέρα και ο μόνος άξιος λόγος αυτής της αντιζωής είναι η ατομική ευχαρίστηση, που οδηγεί στην αναπόδραστη εξάρτηση, που με τη σειρά της προκαλεί ευχαρίστηση κ.ο.κ.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο περιβάλλον του Ζόμμερ η δύναμη και η ανωτερότητα αποτελούν ακριβώς μέγιστο κριτήριο κοινωνικής αποδοχής, έτσι όταν αισθάνεται να τα χάνει (από την γυναίκα του, από την προσωπική του επαγγελματική αδυναμία ή αδιαφορία) όχι μόνο το οικοδόμημα της καθημερινότητάς του αλλά και ολόκληρο το έδαφος της ζωής του βουλιάζει – σ’ 4ένα παράλληλο σύμπαν η εξύμνηση της υπεροχής αποτελούσε και το βασικό κατασκεύασμα της χιτλερικής κοινωνίας, συνεπώς εκείνος που δεν πληρούσε τα δεδομένα αποτελούσε αποβλητέο σώμα. Ιδού ο τρομερός παραλληλισμός που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν η κοινωνία ως σώμα επιλέγει τον ψευδαισθησιακό κόσμο, τότε η λογική αποβάλλεται σαν ξένο σώμα.

Ο Ζόμμερ βρίσκεται συνάμα στο δικαστήριο του Κάφκα και το μεθοκοπείο του Ντοστογιέφσκι, στις γκροτέσκες και κωμικές μαζί προσωπογραφίες των εξπρεσσιονιστών. Όμως πάρα την  έντονη εξπρεσσιονιστική αίσθηση του κειμένου η λιτή και ακριβέστατη γραφή του εντάσσει το έργο στην «Νέα αντικειμενικότητα» που δίνει έμφαση στη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, όπως μας κατατοπίζει στο πλούσιο επίμετρο η μεταφράστρια. Η «πιστή» αυτή πραγματιστική περιγραφή καταβρέχεται από οξύ χιούμορ και φαρμακερό σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

Hans FalladaΠρώτα γνώρισα τη ζωή από τα βιβλία και μετά από την ίδια τη ζωή, έγραψε κάποτε ο συγγραφέας για την δραματική του εφηβεία, γεμάτη με ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, ασθένειες και καταθλιπτικά επεισόδια, μέχρι την ψυχική κατάρρευση ύστερα από ένα σοβαρό ποδηλατικό ατύχημα και μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Έκτοτε η ίδια η ζωή φρόντισε ώστε να την γνωρίσει ως τα άκρα της, εξαρτώμενος από το αλκοόλ και τη μορφίνη, ζώντας μια ολόκληρη επταετία σε ψυχιατρικά άσυλα. Είναι ενδεικτικό πως όταν το 1927 διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, παρουσιάζεται αυτοβούλως στον εισαγγελέα και εμφανίζει διογκωμένο το ποσόν που υπεξαίρεσε, προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ποινή της φυλάκισης, με σκοπό την πλήρη αποτοξίνωση από το οινόπνευμα.

Βγαίνοντας από το άσυλο έζησε με την δεύτερη σύζυγό του, με την οποία μοιράστηκε μέσα στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου Βερολίνου τις αποδράσεις της μορφίνης και κατέληξε για άλλη μια φορά  σε κλινική αποτοξίνωσης – αλλά αυτή ήταν η τελευταία. Πέθανε σε νοσοκομείο το 1947. Είναι η δεύτερη έκδοση του συγγραφέα στη χώρα μας, μετά το Μόνος στο Βερολίνο [εκδ. Πόλις, 2012, Α΄ έκδ. 2008] με θέμα την πραγματική ιστορία ενός ζεύγους εργατών που καταδικάστηκαν για αντιστασιακή δράση κατά των ναζί.

Hans Fallada - Der TrinkerΆραγε ο ήρωάς του έχει καλύτερο τέλος; Η Μάγδα Ζόμερ, υπόδειγμα των ηθικών και προτεσταντικών αξιών που εκθρέφουν τους πολίτες τέτοιων κρατών, περιμένει να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· εκείνος θα σπεύσει ή θα επιστρέψει σ’ εκείνο εξαρχής ονειρευόταν, ακόμα περισσότερο συνειδητοποιημένος ή καταστραγγισμένος από κάθε επιθυμία ζωής, να επιλέξει δηλαδή ο ίδιος τον θάνατό του και να μην μπορεί κανείς να τον σώσει;. Και, πρώτα, ως τελευταία προθανάτια απόλαυση πριν το χαμό, να χαρεί ένα γεμάτο ποτήρι;

Εκδ. Κίχλη, Δεκ. 2012, μτφ. Έμη Βαϊκούση, 400 σελ., με 19σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας και 16σέλιδο παράρτημα σε γυαλιστερό φύλλο με αποσπάσματα από το αρχείο του, μυθιστορήματά, επιστολές κ.ά. καθώς και πλήθος φωτογραφιών [Hans Fallada – Der Trinker, 1950].

22
Αυγ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 131. Λουκία Δέρβη

733842_4403128205214_2064141276_nΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η ιστορία του νέου μου βιβλίου, του μυθιστορήματος «Group Therapy» (Εκδόσεις Μελάνι), επικεντρώνεται στη Χριστίνα, μια σχετικά νέα και φιλομαθή ψυχοθεραπεύτρια με ικανότητες, ταλέντο και διάθεση να βοηθήσει τον κόσμο γύρω της. Παρ’ ότι το σύμπαν της κατέρρευσε σε μικρή ηλικία, η ίδια αφοσιώθηκε στο επάγγελμα αυτό για να βοηθήσει με τη δική της εμπειρία τους συνανθρώπους της.  Λειτουργώντας παρορμητικά, υφαίνει ένα δίχτυ προστασίας γύρω από τις κοπέλες που αποτελούν την ομάδα του Άλκη – τον οποίον αντικαθιστά για όσο θα λείπει. Τα κορίτσια της ομάδας του Άλκη, του νεαρού ψυχοθεραπευτή με τον οποίον είναι ερωτευμένη η Χριστίνα, παρά το γεγονός ότι φαινομενικά μοιάζουν μεταξύ τους, στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας της μιας επηρεάζει και συμπληρώνει την άλλη.  Σ’ αυτό τον καμβά χαρακτήρων, η κοινή τους μοίρα τις δένει μ’ ένα δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας: την Ιόλη. Στη δεδομένη στιγμή της κρίσης στην ομάδα, η Ιόλη, η πιο αυτάρκης και ριψοκίνδυνη απ’ όλες τους, δίνει τη λύση, υμνώντας με τον τρόπο της την φιλία και τον έρωτα.  Τα ερεθίσματα που έχουν τα μέλη της ομάδας είναι ποικίλα, καθώς είναι όλα μπερδεμένα και ως εκ τούτου ανίκανα να βρουν την λύση στα προβλήματά τους μόνα τους. Αντιμετωπίζοντας όμως έναν πραγματικό κίνδυνο, ενώνουν τις δυνάμεις τους και πετυχαίνουν τον σκοπό τους: την απόδοση της δικαιοσύνης.

b189034Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα σας το αρχίσω ανάποδα.

To μεγάλο μου στοίχημα είναι το μυθιστόρημα «Group Therapy». Ξεκίνησα να το γράφω το 2005 αμέσως μετά την έκδοση των διηγημάτων. Μου άρεσε δηλαδή μου πήγαινε το θέμα. Σταμάτησα στο πρώτο κεφάλαιο κι εξέτασα την δομή του μυθιστορήματος. Ήθελα μια ιστορία που οι χαρακτήρες και οι μοίρες τους να αλληλεπιδρούν. Η σκέψη για την δομή και τον μύθο κράτησε τέσσερα χρόνια.  Στο μεταξύ διάβαζα, έβλεπα ταινίες, θέατρο. Ξεκίνησα  τη νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό» το 2007 και την εξέδωσα το 2009. Αμέσως μετά άρχισα το γράψιμο του μυθιστορήματος. Με ωράριο. Είχα κάνει εντωμεταξύ κι ένα ταξίδι επί τούτου στην Λίμνη Κερκίνη στην Βόρειο Ελλάδα που το πέρασα στο μυθιστόρημα.

Η νουβέλα «Ομπρέλες στον ουρανό» (Εκδόσεις Μελάνι) είναι η μαρτυρία του θείου μου Ζακίνου (έλληνα εβραίου από τις Σέρρες) μεταπλασμένη μυθιστορηματικά. Η ίδια δεν είμαι εβραϊκής καταγωγής, αλλά η γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, παντρεύτηκε δεύτερη φορά έναν Ελληνοεβραίο από τις Σέρρες, τον Μανώλη Ρούσσο. Σε μια επίσκεψή μου στο Ισραήλ συνάντησα τον αδελφό αυτού του παππού μου, τον Ζακίνο Ρούσσο, ο οποίος εξακολουθεί να μιλάει άπταιστα ελληνικά και μου αφηγήθηκε το χρονικό πώς έφυγε από τις Σέρρες μέχρι που έφτασε στην Παλαιστίνη. Αυτό αποτέλεσε την έμπνευσή μου να γράψω τις Ομπρέλες στον ουρανό.

b148684Η συλλογή διηγημάτων «Κακός χαρακτήρας» (Εκδόσεις Μελάνι) είναι το πρώτο μου βιβλίο. Μπόλικη αυτοκριτική, λοξή ματιά, αναμνήσεις, παρατήρηση. Η υποδοχή του ήταν καλή. Αυτό μέτρησε πολύ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι.  Γράφω όπου να ’ναι. Βασική προϋπόθεση να μην με κοιτάνε. Αλλά και αν κοιτάνε, λέω μέσα μου «θα λένε ότι γράφω ημερολόγιο» και συνεχίζω ατάραχη. Τι να γίνει;

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας που με καταδιώκει ανά τακτά χρονικά διαστήματα είναι ο Ανέστης του «Καπνού» στον «Κακό χαρακτήρα». Γυρνάω πίσω σ’ αυτόν για να του κάνω παρέα.  Το παίζει άνθρωπος του καιρού, φυσάει και ξεφυσάει με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, τα κάνει μαντάρα στους λογαριασμούς του ξενοδοχείου και του κάνω πλάκα.  Καλά είναι, μεγαλώνει περήφανα. Μου χαμογελάει συνήθως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν ξέρω, δεν απαντώ.

b90445Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μουσική απ’ όλα. Τώρα που παντρεύτηκα και κλασσική. Τι να γίνει;

Πλάκα κάνω.  Ακούω μουσική συνήθως πριν αρχίσω να γράφω και αφού τελειώσω.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις σε Γερμανόφωνο Καντόνι της Ελβετίας. Δούλεψα δέκα χρόνια σε δύο μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες (πολυεθνική και όμιλο επιχειρήσεων) με αξιοσημείωτη καριέρα. Την αγαπούσα την δουλειά μου. Αλλά ήθελα πάντα κάτι παραπάνω (σαν τον Άλκη του Group Therapy). Κάτι καινούργιο, προκλητικό, με κοινό ενδιαφέρον. Στράφηκα στο γράψιμο. Τελικά, άξιζε τον κόπο παρά την επιπολαιότητα να παρατήσω την δουλειά μου. Συνεχίζω να δουλεύω σε ξενοδοχεία μέσα απ’ τους ήρωες των βιβλίων μου έστω. Τέλος καλό, όλα καλά.  Έτσι δεν λένε;

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραψα μερικά σε εποχή που ήμουν ερωτευμένη. Ένα μου αρέσει ακόμη.

Αν είχατgastoneε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σήμερα θα επέλεγα έναν χαρακτήρα κόμικ. Π.χ. τον Γκαστόνε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τώρα γράφω συνέντευξη.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ουφ! Τώρα τι να πω; Διαβάσματα απ’ όλα. Τώρα που παντρεύτηκα διαβάζω τα βιβλία του Αλέξη (Πανσέληνου).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλο για τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη μιλάμε τελευταία. Και την «Μεγάλη Πομπή» του. Κλασικές αξίες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το «παραμύθιασμα» από τις «Ιστορίες με σκύλους» του. Ο τύπος είναι μεταμορφωμένος ο διάβολος και η χαζή τον ρωτάει στο τέλος αν μπορεί να τον παίρνει που και που στο τηλέφωνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Τόσο που τον παντρεύτηκα.

4.Uncle Vanya, Vakhtangov TheatreΑγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αρίσα στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας». Για μένα γράφτηκε…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πήρα μαζί μου για παρέα «Το απαραίτητο φως» της Ντορίνας Παπαλιού, τον δεύτερο τόμο του «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια» του Αλέξη.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι στο μετρό που είχα δει ένα αγόρι να διαβάζει τον «Δαιμονιστή» του Κορτώ και πήγα και το αγόρασα.  Όχι, γενικά όταν βολτάρω προτιμώ να παρατηρώ.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

«Θείος 148839_1479891206116_3719473_nΒάνιας» του Τσέχωφ από το Βαχτάνγκοβ. Αυτό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μια χαρά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Η συγγραφή είναι αιώνια νιότη οπότε δεν παίζω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι θα γινόμουν αν δεν γινόμουν συγγραφέας.

Ντέντεκτιβ.

Στις εικόνες: Γκαστόνε και Θείος Βάνιας στην αναφερόμενη παράσταση.

21
Αυγ.
13

Φρέαρ, τεύχος 2 (Ιούλιος – Αύγουστος 2013)

Τώρα μφρεαρ 2 εξπορώ να σκεφτώ πόσο σημαντικός είναι ο προνομιακός χώρος του δοκιμίου ως προς το βάθεμα των γραμμάτων κι άλλωστε εδώ, στο δοκίμιο, μοιάζει πιο εμφανής η διαφορά της παιδείας ως προς τους Έλληνες συγγραφείς, η δυσκολία τους να αρθρώσουν έναν επαρκή θεωρητικό λόγο, που απλώς δε χρειάζεται να είναι τίποτε πιο πολύ από τον αναστοχασμό πάνω στην τέχνη του. Και την ίδια στιγμή ο φόβος ότι η τέχνη τους μ’ αυτόν τον τρόπο φτωχαίνει! Και δε αναφέρομαι εδώ κατ’ αποκλειστικότητα στη λογοτεχνία. Κάθε άλλο. Αναφέρομαι σ’ αυτό που την περιέχει αλλά και που της δίνει μια άλλη διάσταση βάθους και ύψους, συνιστώντας όχι το αποτύπωμα της παιδείας ενός και μόνο προσώπου αλλά το αποτύπωμα της βιωμένης παιδείας ενός συλλογικού προσώπου: ας πούμε μιας γενιάς…

 …γράφει ο Αλέξης Ζήρας [βουστροφηδόν ή η αταξία της μνήμης] στην εμπλουτισμένη εδώ αντιφώνηση κατά την εκδήλωση για τα σαράντα πέντε χρόνια παρουσίας του στα γράμματα, ενθυμούμενος τις αμέτρητές του ώρες στο παμπάλαιο βιβλιοπωλείο του Κάουφφμαν και την απροσδιόριστη τότε γοητεία της γαλλικής λογοτεχνικής παράδοσης που πραγματευόταν ελεύθερα πάνω στην ιστορία, τη φιλοσοφία, την επιστημολογία και την πολιτική, ως συνέχεια του λογίου της Αναγέννησης που έχει καρπό της τον Μονταίνιο και επιβιώνει ακόμα στους Γάλλους.

Ο κριτικός (που δεν παύει να μας υπενθυμίζει πόσο μάταιη είναι η σπουδαιοφάνεια της κριτικής) διασχίζει τους δρόμους της μνήμης, ως τα πρώτα του κείμενα, την τότε ηθική διάσταση της οικονομικής επιστήμης, την ευγενή βοήθεια από τους δυο πνευματικούς του «αναδόχους», τον Πάνο Θασίτη και τον Κώστα Λαχά και την μετακίνηση προς την Αθήνα. Η σύντομη αυτή πνευματική οδοιπορία εκκινεί από την 21η Απριλίου 1967, όπου και η γελοία κινηματογραφική εικόνα του ομαδικού βαδίσματος των στρατιωτικών αγημάτων, που κρατούσαν με επισημότητα αναμμένους δαυλούς, με το αυτοσχέδιό τους κωμικά προφανές, καθώς ο κάθε δαυλός είχε στην κορυφή του μια άδεια καπνισμένη κονσέρβα όπου λαμπάδιαζε η παραφίνη…

daskalakis02-300x202Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Φρέαρ και δεν θα γράψω για τα αυτονόητα: την αναντικατάστατη παρουσία των λογοτεχνικών περιοδικών, την ιδιότητά τους ως πνεύμονα της λογοτεχνικής παραγωγής ενός τόπου, την απόλαυση του αρχικού ξεφυλλίσματος, την έκπληξη που πάντα περιμένει στην ανάγνωσή τους, τα κομψοτεχνήματα που συχνά κρύβονται στα κείμενα των πίσω σελίδων. Συνεπώς η εμφάνιση ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού τέτοιας μορφής δεν προσθέτει απλώς στο πνεύμα του εκάστοτε τόπου αλλά και το συναποτελεί. Και αν το Φρέαρ κινείται στο βάθος των περιστάσεων, ως διατείνεται η κάθετη μαύρη λωρίδα στο εξώφυλλο, ευχαρίστως να εισέλθουμε ακριβώς εκεί.

Πεζά: Τάσος Πορφύρης, Ανδρέας Μήτσου, Ηλίας Λ. Παπαμόσχος. Ποιήματα: Τ.Σ. Έλιοτ (απόδοση: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Kώστας Θ. Ριζάκης, Ντίνος Σιώτης, Βάκης Λοϊζίδης, Δημήτρης Π. Μανώλος. Δοκίμια: Λάκης Παπαστάθης [Δομή και αφαίρεση στο σεναριο], Κώστας Κουτσουρέλης (Διονύσης Καψάλης). Μανιφέστο: Υπεράσπιση της Ποίησης από την «Ομάδα: Ποίηση ενώπιον της αβεβαιότητoς», με τις υπογραφές νέων ισπανόφωνων ποιητών. Ιδού δείγμα: …πιστεύουμε σε μια ποίηση που εκτός των άλλων, επικοινωνεί, λέει κάτι, που είναι φορτισμένη με νόημα. Μια ποίηση που συγκινεί και – στην καλύτερη των περιπτώσεων – συγκλονίζει, μαστιγώνει, βρίσκεται σε συμφωνία με τη δριμύcolombiaτητα του ποιητικού που ζητούσε ο Ρόμπερτ Γκρέηβς στη Λευκή Θεά: « Ο λόγος για τον οποίον ανασηκώνονται οι τρίχες, υγραίνονται τα μάτια, συστέλλεται ο λαιμός, μυρμηγκιάζει το δέρμα και η σπονδυλική στήλη συνταράσσεται είναι γιατί ένα αληθινό ποίημα αποτελεί αναγκαία μια επίκληση της Λευκής Θεάς». Το ποίημα, λοιπόν, εκτός των άλλων, είναι υπαγόρευση, μια γέφυρα προς το άλλο, προς το παραπέρα.

Σε Αβυθομέτρητους Καιρούς, οι φερώνυμες δίστηλες σελίδες φιλοξενούν μικρά δοκίμια, μελέτες, κριτικές και σχόλια. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης με αφορμή τη δολοφονία Γάλλων μοναχών στην Τιμπερίν της Αλγερίας το 1996 αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ Ισλάμ και ισλαμιστικής ιδεολογίας (Φονικό στο περιβόλι της Παναγιάς), ο [παλιός καθηγητής μου στη Νομική] Μαριάνος Δ. Καράσης δημοσιεύει το πρώτο μέρος μιας εκτενούς μελέτης για τις Ουτοπικές πολιτείες της Αναγεννήσεως, αρχίζοντας από την Ουτοπία του Θ. Μωρ, ο Κώστας Βραχνός με αφορμή την Ανθρωπολογία του τοπίου. του Ιάπωνα φιλοσόφου Tetsuro Watsuji γράφει για τη σχέση «Είναι και χώρου», ο Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας σχολιάζει την πρόσφατη απεργία των εκπαιδευτικών (Με τη φοβέρα της επιστράτευσης), ο Αντώνης Μακρυδημήτρης αναρωτιέται αν η διοίκηση είναι Επάγγελμα ή λειτούργημα και ο Κώστας Κουτσουρέλης διερευνά τι δεν πρέπει ν’ αποτελεί έργο του μεταφραστή (Τι δεν είναι μετάφραση).

Ο επισκέπτης της γόνιμης θέλησης μπορεί να εισπράξει ακέραιες τις παραγράφους, τα υποκεφάλαια, τις ενότητες εν τέλει της μεγάλης Περιπέτειας. Η αντικειμενικότητα συνιστά εν ολίγοις υπόθεση συγκερασμού πρόθυμων, λαίμαργων δηλαδή βλεμμάτων…γράφει για την Σιγκαπούρη ο Γιώργος Βέης σ’ ένα ακόμα κείμενο ποιητικής του ταξιδιού. Γράφουν ακόμα: Νατάσα Κεσμέτη, Σπύρος Γιανναράς, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ηλίας Κεφάλας, Λέων Α. Ναρ, Γ.Δ. Παγανός, thomas-more-map-utopiaΚώστας Ε. Τσιρόπουλος, Γιάννης Παπακώστας, Γιώργος Βαρθαλίτης (περί Μονταίν), Γιάννης Β. Κωβαίος, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Έλενα Σταγκουράκη, Αχιλλέας Ντελλής, Σάββας Παύλου, Σπύρος Κατσίμης, Χαράλαμπος Φύτρος, Θεόδωρος Ε. Παντούλας. Κώστας Μελάς κ.ά.

Κλείνω μ’ ένα απόσπασμα από το κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη Η δικαιοσύνη και το είδωλό της που γράφτηκε για το Ιnternational Writers’ Program [Iowa, 2008] και αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά αλλά και να διδαχτεί – προσωπικά σκοπεύω να το δοκιμάσω στη σχολική αίθουσα ετούτη τη χρονιά: Η δημοκρατία έχει αποδειχτεί το καλύτερο πολιτικό σύστημα επειδή βασίζεται στη σχετικότητα των πραγμάτων και τη σημασία των ισορροπιών που προκύπτουν από τη διαρκή κίνηση ιδεών, ατόμων και ομάδων, από την ασταμάτητη αλληλεπίδραση των όσων δημιουργεί το ανθρώπινο πνεύμα. […] Δίκαιος άνθρωπος είναι εκείνος που αναγνωρίζει το δικαίωμα του άλλου, ακόμα και – ή ιδιαίτερα όταν – το δικαίωμα αυτό αντιτίθεται στο ατομικό του συμφέρον. Και η δικαιοσύνη είναι προϊόν του πολιτισμού, δεν υπάρχει στη φύση, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρότερου.

Σχέδια: Στέφανος Δασκαλάκης. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο: http://www.frear.gr.

04
Αυγ.
13

Kōbō Abe – Η γυναίκα της άμμου

TE?IKO

Η ροή της ύπαρξης σε συγκλονιστική μεταφορά

Δίπλα στην άμμο, όλα τα πράγμα που έχουν μορφή είναι αβέβαια και μάταια. Μόνη βεβαιότητα η ροή της άμμου, που αρνείται όλες τις μορφές. [σ. 60]

Ένας άντρας την πρώτη ημέρα των διακοπών του παίρνει ένα λεωφορείο ως το τέρμα του, ένα μακρινό παραθαλάσσιο χωριό. Σκοπός του η συλλογή εντόμων που ζουν σε αμμώδεις περιοχές. Βρίσκεται σε ένα τοπίο με διαρκείς τοπογραφικές διακυμάνσεις· όλα τα σπίτια μοιάζουν σαν να χτίστηκαν μέσα σε μεγάλα κοιλώματα που σκάφτηκαν στην άμμο. Η περιοχή θύμιζε διατομή κυψέλης μελισσών και, ανάλογα με την πλευρά όπου βρίσκεται, είτε το χωριό μοιάζει χτισμένο σε επάλληλα επίπεδα πάνω στους αμμόλοφους είτε οι αμμόλοφοι υψώνονται σε επάλληλα επίπεδα πάνω από το χωριό.

Το ενδιαφέρον του αλλά και η περιέργειά του για την άμμο είναι έντονο. Η άμμος είναι σαν κάτι ζωντανό, έρπει εισχωρώντας παντού, δεν ησυχάζει ποτέ· αθόρυβα αλλά σταθερά απλώνεται, θανατώνοντας την επιφάνεια του εδάφους. Τι διαφορά, σε σύγκριση με την μελαγχολία της καθημερινότητας, που εξαναγκάζει στη συνεχή, ακίνητη προσκόλληση σε όλη τη διάρκεια του χρόνου…Τόσο η επιστημονική του ανησυχία όσο και μια φιλοσοφική διάθεση τον ωθούν να συλλογίζεται πάνω στη φύση της άμμου ….που ρέει αδιάκοπα…Της άμμου, που εκτός από τον μέσο όρο του 1/8 χιλιοστού, δεν έχει καν δικό της σχήμα…Κι όμως, κανένα πράγμα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτή την άμορφη, καταστροφική δύναμη…Ή ακριβώς το ότι δεν έχει μορφή, είναι ίσως η ύψιστη έκφραση δύναμης… [σ. 50]

2

Η αναζήτηση των εντόμων φαίνεται μάταιη: δεν φαίνεται να υπάρχει ζωή παρά ελάχιστα αγριόχορτα, καλαμένια απομεινάρια φραχτών και σπασμένα όστρακα. Σε κάθε περίπτωση ο χώρος του προξενεί ένα αίσθημα ανησυχίας. Ξαφνικά βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, σε μια πολύ βαθιά σκαμμένη τρύπα, στον πυθμένα της οποίας είναι βυθισμένο ένα μικρό σπίτι. Όταν ο ήλιος αρχίζει να δύει ένας γέρος προθυμοποιείται να του βρει κατάλυμα και τον οδηγεί στα γραφεία του τοπικού συνεταιρισμού. Τον οδηγούν σε μια από τις τρύπες, όπου κατεβαίνει με μια ανεμόσκαλα κάθετα στο γκρεμό. Σωροί άμμου πέφτουν στο κεφάλι του και τελικά μια νεαρή μικρόσωμη γυναίκα έρχεται να τον υποδεχτεί εγκάρδια. Το σπίτι είναι άθλιο – αντί για πόρτες έχει ψάθες, οι κολώνες έχουν στραβώσει, στην θέση των παραθύρων υπάρχουν καρφωμένες σανίδες. Το πάτωμα είναι σάπιο, σαν να πατάει κανείς σε βρεγμένο σφουγγάρι. Μια απαίσια οσμή από την αποσύνθεση της καμένης άμμου πλανιέται σ’ όλο το χώρο.

3

Από εκείνη τη στιγμή ο άντρας δεν παύει να εκπλήσσεται διαρκώς. Την ώρα του φαγητού του η γυναίκα στέκεται με μια χάρτινη ομπρέλα από πάνω του γιατί, όπως τον πληροφορεί, «η άμμος πέφτει από παντού». Αν μια μέρα δεν τη σκουπίσει από το πάτωμα μαζεύεται μισός πόντος άμμου. Αν δεν την σκουπίσει από το ταβάνι κάτω από τη στέγη, οι σανίδες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. Αν αφεθεί πάνω στα ξύλινα τσόκαρα, σε μισό μήνα θα έχουν λιώσει. Αν στους τυφώνες σταματήσει το μάζεμα, μπορεί μέσα σ’ ένα βράδυ να φτάσει τα τρία μέτρα ύψος. Κάπως έτσι θάφτηκε ο άντρας της με την κόρη τους, του ομολογεί. Το σπίτι έχει μόνο μια λάμπα, που συχνά τρεμοσβήνει – απ’ την άμμο. Τα μισά σπλάχνα αυτού του ετοιμόρροπου οικήματος έχουν φαγωθεί από τα πλοκάμια της άμμου που ρέει αδιάκοπα. Σύντομα αντιλαμβάνεται πως το μόνο διαθέσιμο νερό βρίσκεται σε μια στάμνα – και τώρα ο πάτος της έχει μόνο μια κοκκινωπή απόχρωση.

4

Μια φωνή φωνάζει πως ήρθαν οι τενεκέδες και το φτυάρι «για τον άλλο». Ο άλλος δεν είναι παρά αυτός. Αναρωτιέται αν έγινε κάποιο λάθος. Αργότερα το βράδυ ακούγεται ο ήχος της μηχανής από ένα τρίκυκλο φορτηγάκι. Η γυναίκα μαζεύει την άμμο και την αδειάζει σε τενεκέδες πετρελαίου, κοντά στη σχοινένια σκάλα. Ο άντρας πάει να τη βοηθήσει, κι εκείνη του απαντά: «δεν χρειάζεται απ’ την πρώτη μέρα…». Η δουλειά γίνεται τη νύχτα που η άμμος είναι υγρή και το μάζεμά της ευκολότερο.  «Η άμμος δεν μας κάνει τη χάρη να ξεκουραστεί…Και το ζεμπίλι και το φορτηγάκι δουλεύουν συνέχεια, όλη τη νύχτα…». Ο άντρας πληροφορείται από τη γυναίκα πως το χωριό υπάρχει ακριβώς χάρη στο φτυάρισμα της άμμου· αν παρατηθεί, το ένα σπίτι μετά το άλλο θα θαφτούν ολότελα. Μια προεξοχή άμμου στη μέση του γκρεμού κρέμεται απειλητικά από πάνω τους σαν ομπρέλα μανιταριού. Ο ύπνος είναι δύσκολος, τα πρόσωπά τους τυλίγονται με πετσέτες.

kobo abe

Το πρωί η ανεμόσκαλα έχει εξαφανιστεί. Σε όποια κατεύθυνση κι αν κινηθεί, τα πόδια του βυθίζονται στην αναμμένη άμμο, ο καυτός ήλιος καψαλίζει το σώμα του, ο ιδρώτας του αναβλύζει από παντού. Η άμμος «ψιθυρίζει στους μυς και στις αρθρώσεις του το άσκοπο της αντίστασης και πυργώνεται όλο και περισσότερο προς τα ύψη». Σε αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο, η άμμος έχει διαβρώσει όλες τις καθημερινές συμβάσεις. Και έντρομος αντιλαμβάνεται πως οι υπαινιγμοί για την μακρόχρονη παραμονή του μπορεί να μην ήταν μόνο παραδρομές της γλώσσας· πως τον έπιασαν σε παγίδα και τον πρόσφεραν στη χήρα σαν είδος ελεημοσύνης. Και δεν έχει κανέναν να τον αναζητήσει – μόνο την υπηρεσία του, που κι αυτή θα αδιαφορήσει, καθώς πάντα θεωρούνταν «ιδιαίτερος». Ακόμα χειρότερα: προτού φύγει έγραψε ένα γράμμα στην σύντροφό του για την επιθυμία μοναχικών διακοπών, με την παράκληση να μην τον αναζητήσει…

Εκείνη την εποχή, κάπου δέκα χρόνια πριν, όταν όλα είχαν σωριαστεί σε ερείπια, όλοι απελπισμένα αναζητούσαν την ελευθερία να μη χρειάζεται πια να περπατούν. Τώρα, λοιπόν, μπορούσε να πει κάποιος ότι τελικά είχαν χορτάσει απ’ αυτή την ελευθερία; Ή όχι; Κι όμως, μήπως ακόμα κι εσένα δεν ήταν τάχα η κούραση να ζεις παρέα με το διάβολο της ψευδαίσθησης μιας ζωής ελευθερίας και ασφάλειας που σ’ έβγαλε και σε οδήγησε μέχρι τούτους εδώ τους αμμόλοφους;…Η άμμος…Η αιώνια, χωρίς τέλος ροή, του 1/8 του χιλιοστού…Η αιώνια κινούμενη άμμος είναι το αναποδογυρισμένο πορτρέτο του μέσα στο αρνητικό φίλο με της προσκόλλησης στη ελευθερία του να μη χρειάζεται πια να κινείται. Όμως, όσο κι αν ένα παιδί λαχταράει για καιρό μια εκδρομή, τη στιγμή που θα χαθεί στη διάρκειά της, οπωσδήποτε θα κλάψει γοερά. [σ. 110]

5

Και μέσα στον εφιάλτη, η παράξενη γυναίκα· αφοσιωμένη στη δουλειά της αλλά και στον φιλοξενούμενό της. Με μια επίμονη σιωπή, απαντάει μόνο όταν της απευθύνει το λόγο, αλλά σιωπά στις διαμαρτυρίες του. Κάποτε γελά σαν να την γαργαλούν, άλλοτε παίρνει μια σκυφτή, πάνω στα διπλωμένα γόνατα στάση, σαν ολοκληρωτικά ανυπεράσπιστη…Κάποια στιγμή εκείνος, μέσα στο θολό από τα δάκρυα εξαιτίας της άμμου οπτικό του πεδίου την βλέπει καθώς κοιμάται γυμνή. Εκτός από το πρόσωπό της είχε εκτεθειμένο όλο το υπόλοιπο σώμα. Έτσι αποκάλυπτε ό,τι οι άνθρωποι συνήθως κρύβουν, ενώ, αντίθετα, μόνο το πρόσωπο, που κανένας δεν διστάζει να εκθέσει, το είχε κρυμμένο με μια πετσέτα.

10

Ο απελπισμένος ήρωας αδυνατεί να ερμηνεύσει την κατάσταση με βάση τα εφόδια του ορθολογισμού, της επιστήμης, του κοινωνικού κράτους. Δοκιμάζει όλους τους τρόπους σκέψης, εικάζει τον δικό τους, πιστεύοντας πως κάθε άνθρωπος έχει τη δική του λογική, που δεν ισχύει για τους άλλους. Επιχειρεί γενναίο σκαρφάλωμα διαφυγής αλλά καταπλακώνεται από την άμμο και παθαίνει ηλίαση. Αντιλαμβάνεται την πλέον εφιαλτική έκφραση της αιχμαλωσίας του: εκείνοι ελέγχουν το νερό και μπορούν να το ελαττώσουν, ως τιμωρία, ή και να τους το στερήσουν. Στην καθημερινότητά του δεν μπορεί παρά να προσαρμοστεί στην αδιανόητη ζωή όπου βρίσκεται παγιδευμένος. Μια φορά τη βδομάδα γίνεται διανομή σάκε και τσιγάρων. Η φωτιά ανάβει με σπίρτο προσεκτικά τυλιγμένο σε νάιλον σακούλα, τα πιάτα καθαρίζονται …με τι άλλο; με άμμο. Η πηχτή άμμος εισχωρεί παντού: στο στόμα, στα αυτιά, στη μύτη, στις μασχάλες, σε κάθε κοιλότητα. Το αίσθημα της άμμου που έχει κολλήσει στο δέρμα με τον ιδρώτα του ύπνου δεν υποφέρεται με τίποτε.

kobo-abe

Ο άντρας καθόταν κι αυτός ανακούρκουδα, ακίνητος, πάνω στο χώρισμα της παραστιάς. Βγάζοντας με δυσκολία κάποιο σάλιο, το κατάπιε. Επανέλαβε το ίδιο κάμποσες φορές, ώσπου το σάλιο έγινε κολλώδες, σα λιωμένα φύκια, και στάθηκε στο λάρυγγά του. Σίγουρα δεν αισθανόταν υπνηλία, όμως απ’ την εξάντληση η συνείδησή του είχε γίνει σαν βρεγμένο χαρτί. Ήτα σαν να ’βλεπε τα πάντα μέσα από ένα τέτοιο χαρτί, που το είχε σηκώσει στο φως. Το τοπίο γύρω είχε γίνει ένα σύνολο από βρόμικες κηλίδες και γραμμές, που έπλεε μπροστά του. Ήταν ένα τοπίο σαν αινιγματική εικόνα. Υπάρχει μια γυναίκα…Υπάρχει η άμμος…Υπάρχει ο ήλιος… Υπάρχει το εντελώς άδειο κιούπι του νερού… Από πού τέλος πάντων θα ’πρεπε λοιπόν ν’ αρχίσει προκειμένου να λύσει αυτή την εξίσωση, τη γεμάτη με άγνωστους Χ;  [σ. 149 – 150]

Σε όλο αυτό το διάστημα, μόνος με τις σκέψεις του φιλοσοφεί πάνω στην ζωή, την ερωτική του σχέση, το σεξ, τις επαγγελματικές του σχέσεις, την αρχιτεκτονική, την δυναμική δομή του σπιτιού, που στέκει γερμένο προς τη μία πλευρά, σαν μισοπαράλυτο κορμί. Ίσως η μόνη μεταφορά που αδυνατεί να αντιληφθεί είναι η παγίδευσή του ακριβώς όπως εκείνος παγίδευε τα έντομα σε μικρά δοχεία· η ακριβής δηλαδή αντιστροφή των δικών του αιχμαλωσιών. Οι έγνοιες της προηγούμενης καθημερινότητάς του τώρα του φαίνονται μακρινές και γελοίες.

9

Καλοκαίρια γεμάτα με αστραποβόλους ήλιους είναι σίγουρα κάτι που υπάρχει μόνο μέσα στα μυθιστορήματα ή σε κινηματογραφικά έργα. Αυτό που στην πραγματικότητα είναι ταπεινές Κυριακές σε μικρές πόλεις, όπου κάποιος παίρνει τον υπνάκο του κάτω απ’ τις πολιτικές στήλες μιας εφημερίδας, που το χαρτί της βγάζει μια μυρουδιά σαν από καπνό μπαρούτης…Χυμοί σε κουτιά αλουμινίου και θερμός με μαγνητικά καπάκια….Βάρκες για νοίκιασμα, εκατόν πενήντα γεν την ώρα, όπου μπαίνεις αφού σταθείς στην ουρά, και παραλίες με μολυβένιους αφρούς που αναβλύζουν απ’ τα πτώματα των ψόφιων ψαριών… Και στο τέλος, ένα υπερπλήρες ηλεκτρικό τρένο, που έχει αρχίσει να σαπίζει απ’ την κούραση. Αν και όλοι τα ξέρουν αυτά, κανένας δεν θέλει να παραδεχτεί ότι υπήρξε ένας βλάκας που εξαπατήθηκε Όλοι ζωγραφίζουν με ενθουσιασμό πάνω σ’ αυτόν τον γκρίζο καμβά την απομίμηση μιας φανταστικής γιορτής. Θλιβεροί, αξύριστοι πατεράδες, που ταρακουνώντας παιδιά που κλαψουρίζουν, προσπαθούν να τα κάνουν με το ζόρι να πουν τι ωραία Κυριακή που ήταν…Μικρές σκηνές που θα καθένας έχει δεις στη γωνιά κάποιου ηλεκτρικού τρένου…Η μίζερη δυσαρέσκεια και η ζήλια για τον ήλιο των άλλων… [σ. 119 – 120]

tumblr_m9ti2mS69Y1qg2iulo1_400

Φυσικά στο επίκεντρο της σκέψης του βρίσκεται η κατανόηση της άμμου, η άμμος ως το άλλο όνομα της καθαρότητας, η αντισηπτική της λειτουργία, το σπίτι που ως ελεύθερο πλοίο, πλέει πάνω στην άμμο, σε χωριά ρέοντα και πόλεις δίχως μορφή…Συχνά επιδίδεται σε φαντασιακούς διαλόγους και προβληματίζεται για την μεταμόρφωσή του σε μια άλλη μορφή ύπαρξης. Είναι χαρακτηριστικό πως η γυναίκα τον πληροφορεί πως αν ιδρώσει ντυμένος αμέσως βγαίνουν εξανθήματα της άμμου, και το δέρμα γίνεται πυώδες και μετά σαν λέπια. Μήπως δεν είναι ακριβώς η προσπάθεια της προσκόλλησης σε κάτι σταθερό, από την οποία ξεκινάει ο μισητός ανταγωνισμός; Αν εγκαταλείπαμε τα σταθερότητα κι αφηνόμασταν εντελώς στη ροή της άμμου, τότε σίγουρα κι ο ανταγωνισμός δεν θα μπορούσε πια να υπάρξει. Πραγματικά, ακόμα και στην έρημο ανθίζουν λουλούδια και ζουν έντομα ή άλλα ζώα. Πρόκειται για πλάσματα που, χρησιμοποιώντας την ισχυρή τους ικανότητα προσαρμογής, κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τη σφαίρα του ανταγωνισμού. [σ. 33]

6

Η υπόγεια σχέση με την γυναίκα είναι υπεράνω περιγραφής. Έλκεται και απωθείται, ποθεί και αηδιάζει. Συχνά αναρωτιέται για την ιδιότητά της σε όλον αυτόν το εφιάλτη. Όμως εδώ, πίσω από τη γυναίκα, περιμένουν τόσα μάτια… Η γυναίκα κινείται απ’ τις κλωστές των βλεμμάτων τους, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μαριονέτα. Αν αγκαλιάσεις τη γυναίκα, μετά με τη σειρά σου θα γίνεις μαριονέτα κι εσύ… [σ. 111]. Τουλάχιστον αυτές οι σκέψεις του θα επαληθευτούν: σε μια συγκλονιστική σκηνή, εκείνοι, ακροβολισμένοι στο χείλος του λάκκου θα ζητήσουν ως αντάλλαγμα τη συνεύρεσή του με την γυναίκα…

cine

Το βιβλίο σε απορροφά όπως η ίδια η άμμος. Είναι εκπληκτικό πως μια ιστορία «ακίνητη», ένας μύθος «στατικός» μπορούν να γραφτούν με τόσα στρώματα άμμου…λάθος, παρασύρθηκα, ανάγνωσης εννοώ, και με τέτοιον εκπληκτικό πλούτο λέξεων. Ο Άμπε θαυματουργεί σε μεταφορές και παρομοιώσεις: η χωρίς όγκο φωνή του γέρου σαν να βγαίνει από φορητό ραδιόφωνο, το λάλημα του κόκορα σαν τριγμός σκουριασμένης κούνιας,  το ξεφλουδισμένο πρόσωπό της γυναίκας σαν φτηνή κοτολέτα χωρίς αυγά, το παχύ στρώμα ιδρώτα σαν λιωμένο βούτυρο, το ξύσιμο του δέρματος μοιάζει σαν να γίνεται σε φλοιό από δαμάσκηνο. Ο ήλιος είναι ίδιος υδράργυρος που έχει φτάσει σε σημείο βρασμού, το σπίτι το μεσημέρι μοιάζει με δοχείο από καιόμενη άμμο, η άμμος κυλάει μ’ έναν ελαφρό ψίθυρο. Τα κύματα της ζέστης δημιουργούν μεμβράνη ίδια με λιωμένο γυαλί, η φωνή του πια μοιάζει σαν μοσχαριού με τενεκεδένιο κλαρίνο χωμένο στο λάρυγγα, η φωνή της σαν να βγαίνει από παλιό, τσακισμένο σωλήνα, η πετσέτα των προσώπων τους σαν πτώμα ψόφιου ποντικού, βαριά απ’ το σάλιο κι απ’ τη σάπια αποφορά του σώματος. Οι αρθρώσεις του ηχούν σαν τενεκεδένιες στέγες όταν φυσάει μέσα τους ο άνεμος, οι φωνητικές του χορδές σαν ξερό καλαμάρι σκισμένο σε ίνες, η άμμος καίει σαν άδειο τηγάνι πάνω στη φωτιά.

kobo abe 3

Ο συγγραφέας (γεν. Τόκυο, 1924 – 1993) έγραψε μυθιστορήματα (ορισμένα επιστημονικής φαντασίας) και θεατρικά έργα. Η γραφή του σαφώς συνομιλεί με εκείνες των Κάφκα, Σαρτρ, Μπέκετ και Γιάσπερς, με την υπαρξιστική φιλοσοφία, ιδίως του Χάιντεγκερ, με το Θέατρο του Παραλόγου. Φυσικά πρόκειται για επιρροές που απορρόφησε ο αμιγώς ιαπωνικός λόγος του, με τον ίδιο τρόπο που το κορυφαίο του αυτό έργο απορρόφησε στοιχεία από τη ζωή του: ο ίδιος ασχολήθηκε με τα μαθηματικά και τη συλλογή εντόμων, διάβασε έγκαιρα Πόου, Ντοστογιέφσκι, Νίτσε και Ρίλκε ενώ υπήρξε για ένα διάστημα υπήρξε μέλος του Ιαπωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος· το τελευταίο είναι υπογείως φανερό στην ατμόσφαιρα της πλήρους υποταγής κάθε ατομικότητας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Διόλου τυχαία κάποια στιγμή ο ήρωας αναρωτιέται αν «η ύπαρξή του έχει ήδη περαστεί σε κάποιον κατάλογο ανταλλακτικών, σαν ένα από τα πολλά γρανάζια που κινούν την ζωή του τόπου». Σε κάθε περίπτωση, μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τον εσωτερικό μονόλογο και τις σύντομες φράσεις – θραύσματα σκέψεων του τραγικού χαρακτήρα ρέει πλήθος ιδεών, συμβολισμών και αλληγοριών και ο Άμπε καθίσταται συγγραφέας του ιαπωνικού μοντερνισμού, συνεχιστής της avant – garde γραφής της χώρας του, ιδίως του Ισικάουα Τζουν [Ishikawa June].

8

Τα τελευταία 7 από τα 31 κεφάλαια (που μαζί με μια ανακοίνωση και μια δικαστική απόφαση συναπαρτίζουν το μυθιστόρημα) περιγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο την έσχατη προσπάθεια διαφυγής του, την κατάληξη της, τη νέα μορφή ζωής και το νέο εφιαλτικό πυρήνα της, που αντανακλά το δίκαιο των άλλων:

Ήταν μια αλλαγή τόσο ριζική, σαν απ’ το πρόσωπό της να είχε πέσει μια μάσκα. Έμοιαζε σαν μέσα απ’ τη γυναίκα να αποκαλυπτόταν γυμνό το πρόσωπο του χωριού. Μέχρι τότε το χωριό υποτίθεται ότι βρισκόταν στη μια πλευρά, εκείνη του εκτελεστή. Ήταν ένα μηχανικά κινούμενο, σαρκοφάγο φυτό, ήταν μια θαλάσσια ανεμώνη, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρά το θλιβερό θύμα, που έτυχε να πιαστεί στα πλοκάμια τους. Όμως, αν κάποιος έβλεπε το πράγμα από τη μεριά του χωριού, ο εγκαταλελειμμένος στην τύχη του ήταν αυτοί οι ίδιοι. Φυσικό ήταν, λοιπόν, να μην έχουν καμιά υποχρέωση στον έξω κόσμο. Μάλιστα, εφόσον κι ο ίδιος ήταν απ’ την πλευρά των εχθρών, τότε δεν είναι περίεργο που έδειξαν τα γυμνά δόντια τους και σ’ αυτόν. Ποτέ ως τώρα δεν είχε σκεφτεί μ’ αυτό τον τρόπο τη σχέση μεταξύ του εαυτού του και του χωριού. Ήταν φυσικό να βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση της σύγχυσης. Όμως, ακόμα κι αν ήταν έτσι, αν παραδεχόταν το δίκιο τους, τότε θα ήταν σαν να πέταγε με τα ίδια του τα χέρια το δικό του δίκιο. [σ. 254]

womandunes2

Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ο Τεσιγκαχάρα Χιρόσι τόλμησε την κινηματογραφική του εκδοχή, από την οποία προέρχονται και οι φωτογραφίες της ανάρτησης [Hiroshi Teshigahara, Woman in the dunes, 1964]

Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. από τα ιαπωνικά: Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, σελ. 275 [Kōbō Abe, Suna no onna, 1962]




Αύγουστος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.   Σεπτ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.004.751 hits

Αρχείο