Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2013

30
Σεπτ.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Μάριο Δελγάδο Απαραΐν – Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ

ΓλυSEPULVEDA GRIMκιά χιλιανή συμμορία

Όλως περιέργως, όταν φτάσαμε στο μπακάλικο, ο Έμερσον Λέρα κέρασε όλο το μαγαζί μάτε, με αντάλλαγμα να παρακολουθήσουμε ένα έκτακτο ρεσιτάλ γκάιντας, το οποίο αναγκαστήκαμε να υποστούμε μέχρι τέλους, αφού ο πονηρός Αστουριανός είχε την προνοητικότητα να μας δέσει με αλυσίδες. Έτσι, κύριε καθηγητά, την ίδια στιγμή που στο Τορτίτας απέναντι απ’ τους παραδεισένιους υφάλους του Κόλπου ντε Πένας και δίπλα στον κρυστάλλινο Μπάκερ που παράσερνε στο διάβα του τα πρώτα μπλοκ λιωμένων πάγων, εκτυλίσσονταν αυτή η σκηνή απ’ τη γαλήνια ζωή των κρεολών, η μοίρα έσπρωχνε το κήτος στα γαλάζια νερά της Ουρουγουάης, έτσι ώστε ο προστατευόμενός σας, Ροσεβέλ Αλδάο, και οι διακεκριμένοι φίλοι του να μπορέσουν τον άνθρωπο που – κυριολεκτικά – έγινε κομμάτια, προκειμένου να ενώσει δυο επιστήμονες, αφοσιωμένους στη διάσωση της μνήμης των Αδελφών Γκριμ. [σ. 134]

Photo: Daniel Mordzinski.Και ποιοι είναι οι Αδελφοί Γκριμ; Οι κατά κόσμον και διδυμία Άβελ και Κάιν Γκριμ, ελεεινοί πλανόδιοι λαϊκοί τροβαδούροι που όργωσαν την χιλιανή Παταγονία και τις ουρουγουανές πεδιάδες εγγράφοντας στη μουσική τους μερικές εκατοντάδες ζωές εντοπίων και περαστικών αλλά και εγγραφόμενοι στις ιστορίες των τόπων όπου πέρασαν. Και ποιος ενδιαφέρεται για δαύτους; Μα δυο εκκεντρικοί καθηγητές – ειδήμονες που ανέλαβαν βιογράφοι των δυο ανεκδιήγητων μουσικών με τις αξιοδιήγητες ιστορίες αλλά και διασώστες της τέχνης των παγιαδόρ. Και ποιοι είναι είναι παγιαδόρ; Οι ασκούμενοι στην τέχνη της πάγιας ή παγιάδας, αυτού του τραγουδιστικού ομοιοκατάληκτου αυτοσχέδιου στιχουργικού διαλόγου με συνοδεία κιθάρας και με ανταλλαγή φαγητό και κατάλυμα.

mario delgado aparainΣτην εισαγωγή του κάποιος πανύποπτος κύριος ονόματι Χοσέ Σεράγεβο μας αποκαλύπτει πως αναδιφώντας στα ράφια του ερειπωμένου μπακάλικου στο παταγονικό Τορτίτας ανακάλυψε τις επιστολές κι έτσι τώρα μπορεί να μας εκθέσει την επιστολική μονομαχία των ευρυμαθών ερευνητών. Η αλληλογραφία των δυο τοπικών διανοιών δεν είναι απρόσκοπτη. Ο Καστεγιάνος, από την μία, γνωστός από τον εξαίρετο πρόλογό του στον Νέο Τηλεφωνικό Κατάλογο του Μοσκίτος, έχει να αντιμετωπίσει τον ταχυδρόμο, κατάλοιπο της στρατιωτικής δικτατορίας, που πετάει συστηματικά την αλληλογραφία στη δημόσια χωματερή, και μόνο χάρη σε κάποιο φιλεύσπλαχνο ρακοσυλλέκτη θα το λάβει στα χέρια του, με αντάλλαγμα μια τεράστια ομελέτα. Ο φον Κλατς, από την άλλη, πρέπει να στεγνώνει τις επιστολές από τα νερά του Κόλπου ντε Πένας, καθώς η ταχυδρομική βάρκα του επονομαζόμενου Μιγκέλ Στρογκόφ το ταχυδρομικό πλοιάριο περνάει ανάμεσα σε φάλαινες και πιγκουίνους.

Carlos_Morel_-_Payada_en_una_pulperíaΚαι κάπως έτσι ξεκινάει η ιχνηλασία του ψηλού και του κοντού, στα καταγώγια και στα επαρχιακά μπαρ, στα παλκοσένικα και τα ταβερνεία της νοτιολατινικής ηπείρου. Οι ευγενείς συν-ανταγωνιστές επιστήμονες συζητούν γραπτώς, ανταλλάσσουν απόψεις, επιδεικνύουν γνώσεις, συμβουλεύονται εγχειρίδια και εμπιστεύονται προφορικές διηγήσεις, δημοσιεύματα αθλητικών περιοδικών, θρύλους και πραγματικότητες, που μ άλλον αριθμούνται σε εκατοντάδες, όσοι και οι συνεισφέροντες στο σπουδαίο τους έργο. Κι έτσι κι εμείς παίρνουμε στο κατόπι τους διαρκώς φευγάτους μαιτρ της λογοκλοπίας και γνώστες της μελαγχολίας που ακολουθεί την ευφορία, φτάνοντας λίγο μετά την αναχώρησή τους από τις κρεολέζικες φιέστες, τα κέντρα ανύπαντρων μητέρων ή τους εορτασμούς της παγκόσμιας ημέρας της Καμφοράς.

costumbres59Ο αναγνώστης θα πρέπει να είναι προετοιμασμ ένος για εξωφρενικά παραμύθια και αδιανόητες ιστορίες που εξελίσσονται απρόβλεπτα σε κάθε επόμενη φράση. Θα πρέπει επίσης να συγκρατήσει ονόματα όπως εκείνο της όμορφης γουαρανί δεσποσύνης Κοεμέ Νενέ Λιθαράγκα Καλτβάσερ Ντιπόν, με τρία δηλαδή επίθετα, καθώς η μητέρας της δεν θυμάται αν την έχει κάνει με τον Βάσκο, τον Γερμανό ή με τον Γάλλο, αλλά και της μητέρας της, καθώς και του έρωτα της πρώτης με τον Κάιν και της δεύτερης με τον Άβελ. Έτσι ακολούθησε μια ακόμα πολύπλοκη τελετή προκειμένου η δεύτερη να γίνει μητέρα του συζύγου της κόρης της κι ο εραστής της, πατέρας της κόρης της γυναίκας του και του συζύγου της, δηλαδή του ίδιου του αδελφού του! Τουλά χιστο μπορούμε να ξεκουραζόμαστε στους συνηθισμένους τόπους συνάντησης μουσικών και ακροατών και συμμέτοχων, τις περίφημες pulperie, δηλαδή τα αγροτικά μπακάλικα που έχουν εξοπλιστεί με εγκαταστάσεις μπαρ, εστιατορίου, κτηνιατρείου, οδοντιατρείου, συνεδριακού κέντρου, ταχυδρομείου, θεάτρου, αίθουσας κινηματογράφου και άλλων ανέσεων.

Gaucho PayadorΝα μην ξεχάσω άλλη μια σημαντική λεπτομέρειες, φίλτατε κύριε καθηγητά: επί ώρες, οι νεαροί ρακοσυλλέκτες έψαχναν του κάκου στα γύρω σπίτια να βρουν μια σημαία της Χιλής για να σκεπάσουν αυτό το ιδιότυπο φέρετρο φιλίας, αυτού ο γενειοφόρος Ντολόρες ντε Αλσίδες επέμενε ότι, εφόσον ήθελαν να προσδώσουν εθνικές διαστάσεις στην τελετή, επ’ ουδενί μπορούσε να λείπει η σημαία. Τελικά, βρέθηκε μια λύση που δε στερούνταν τρυφερότητας, και το κασόνι πήρε δρόμο για τη θάλασσα, φορτωμένο στους ώμους των κουρελήδων και σκεπασμένο με τη μελανέρυθρη σημαία της Αβγοέ, της δοξασμένης ποδοσφαιρικής ομάδας του Μοσκίτος, τρεις φορές πρωταθλήτριας στο Πρωτάθλημα Καλλιεργητών Ζαχαρότευτλων των Μόντες, Μίγκες και Ελ Τάλα, και ιδρυθείσας το 1955 απ’ το Σωματείο Αναρχικών Εργατών Πτηνοτροφείου της Ουρουγουάης. [σ. 123 -124]

Έχουμε ήδη φιLuis+Sepulveda+2012+International+Book+Fair+pZitoveTgUglλοξενήσει την γραφή του Σεπούλβεδα ως φωτεινό λύχνο, αφηγηματική αντίσταση και πολεμική και αντιπολεμική σημειωτική. Η ταυτότητά του είναι γεμάτη: ακούραστος πολιτικός αγωνιστής, σύντροφος φρουρός του Αλιέντε, φυλακισμένος – καταδικασμένος –  εξόριστος των δικτατόρων, πολεμιστής των Σαντινίστας και της Greenpeace και  μέχρις εσχάτων αγωνιστής για τους ιθαγενείς Μαπούτσε της νότιας Χιλή – είναι εκείνοι που έχασαν τη γη τους επί Πινοσέτ και που βαφτίστηκαν και καταδικάστηκαν ως τρομοκράτες για να φύγουν οριστικά από τη μέση, ώστε να χαριστεί στις μεγάλες πολυεθνικές που τον προσκυνούσαν. Τώρα ο συγγραφέας αφήνει για λίγο στην άκρη την απροκάλυπτα πολιτική του πένα και πιάνει τα όργανα που ποτέ δεν μπόρεσε να παίξει. Αλλά καλύτερα έτσι: συνεργάζεται με τον καλό του φίλο ουρουγουανό Μάριο Δελγάδο Απαραΐν (γεν. 1949), ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του νέου ισπανόφωνου μυθιστορήματος και φτιάχνουν από κοινού και από το τίποτα έναν ολόκληρο κόσμο, όπου η μουσική είναι κάτι διαφορετικό, πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο.

Επιτρέψτε μου, αγαπητέ και άξιε καθηγητά, νImagen 002α σας εκφράσω τη βαθιά μου έκπληξη μπρος στις συμπτώσεις που μπορεί να μας επιφυλάσσει η τύχη, η μοίρα ή το πεπρωμένο (συχνά αναρωτιέμαι μήπως αυτά τα τρία αποτελούν μία οντότητα), όταν καμιά φορά μας φέρνει κοντά σε πολλά πράγματα που τα νομίζαμε μακρινά και απρόσιτα. [σ. 126]

Εκδ. Opera, 2006, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης – Τζίνα Σερέτη, σελ. 229. Με 30σέλιδο γλωσσάριο του Χοσέ Σεράγεβο και 93 σημειώσεις των μεταφραστών [Luis Sepúlveda – Mario Delgado Aparaín – Los peores cuentos de los hermanos Grim, 2004].

Advertisements
28
Σεπτ.
13

Uwe Johnson – Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ

JOHNS COVERΗ απροσπέλαστη βιογραφία ενός κρατικού αθλητή

Ποιος ήταν ο Άχιμ; Ήταν ένας ποδηλάτης, διότι ποδηλατούσε μαζί με άλλους προσπαθώντας να είναι ο ταχύτερος. Ναι αλλά είχε φίλους; Είχε φίλους τον κόσμο. Δεν ήταν σχεδιαστής μηχανολογικού το επάγγελμά του; δούλευε για την ανοικοδόμηση του κράτους. Θα έκανε οικογένεια; θα μεγάλωνε την κοινότητα ενός μέρους του γερμανικού λαού. Και επεδείκνυε στην οικουμένη μόνο το ποδήλατό του ή μήπως και την υπηκοότητά του; Και τι είναι αυτό που στην περίπτωση ενός ανθρώπου σαν τον Άχιμ πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του σύμφωνα με τον όμιλο του θεματοφύλακα: τα πάντα, μην ξεχάσεις τίποτε. Είχε κανείς το δικαίωμα να ξεχωρίσει το ένας από το άλλο, να ξεχάσει το ένα προς όφελος του άλλου; [σ. 145]

 Ο δυτικογερμανός δημοσιογράφος Καρς δέχεται την τιμητική πρόταση από έναν ανατολικογερμανικό εκδοτικό οίκο για να συγγράψει την ολοκληρωμένη βιογραφία του πρωταθλητή ποδηλασίας Άχιμ. Θα είναι η τρίτη, η καλύτερη, η οριστική βιογραφία του πλέον επιτυχημένου αθλητή της «καλύτερης Γερμανίας», δηλαδή της Ανατολικής. Ο Άχιμ είναι ο απόλυτος «ήρωας της εργατικής τάξης», το πρότυπο μιας ολόκληρης κοινωνίας και ο μείζων αντίπαλος κατά των δυτικογερμανών καπιταλιστών «συνωμοτών». Το ταξίδι του δημοσιογράφου στην Ανατολική Γερμανία προτείνεται από την ηθοποιό Κάριν, πρώην σύντροφό του και νυν  του πρωταθλητή.

WIRECENTERO Ούβε Γιόνζον [1934 – 1984], ο πλέον μοναχικός συγγραφέας της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας (αν εξαιρέσεις τον Βόλφγκανγκ Καίππεν), ξεχωρίζει από τους ομότεχνούς του για τρεις κυρίως λόγους, γράφει στο πλούσιο επίμετρο ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος: γιατί αναδεικνύεται σε λογοτέχνη της «γερμανο-γερμανικής λογοτεχνίας», επειδή είναι ένας δύσκολος χαρακτήρας και λογοτέχνης που αισθάνεται άβολα τόσο στον ανατολικό όσο και στον δυτικό τομέα της Γερμανίας και καταλήγει πολίτης του κόσμου (εδώ συγκρίνεται με τον Άρη Αλεξάνδρου), παράλληλα με την εσωτερική εξορία και μοναξιά του παρά τις φιλίες του με τους Μαξ Φρις, Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν, Γκύντερ Γκρας κ.ά. και τέλος επειδή η αναζήτηση της πατρώας γης και της μητρικής γλώσσας θα αποβεί κύριο μέλημα του περίκλειστου έργου του.

9600326139_e8f8dedd7d_zΣ’ ένα βιογραφικό του σημείωμα ο συγγραφέας αναφέρει τη συμμετοχή του στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας, με ένδειξη μάλιστα ενός ρεπορτάζ υπό ψευδώνυμο. Όμως ο Γιόνζον ποτέ δεν υπήρξε αθλητής· αντίθετα, το ενδιαφέρον του για την ποδηλασία υπήρξε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό. Ακριβώς αυτή η διπλή αναζήτηση τόσο σε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό όσο και υπαρξιακό επίπεδο υπήρξε το ζητούμενο για τον συγγραφέα που ως φόρμα επιλέγει μια σειρά ερωταποκρίσεων. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ενός διαλόγου που παραπαίει ανάμεσα σε συνέντευξη και ανάκριση, ενώ η επιχειρούμενη βιογράφηση του ποδηλάτη αντλεί και εμπλουτίζεται από πλήθος πηγών – αρχεία, προφορικές αφηγήσεις, προσωπικές και συλλογικές μνήμες κλπ.

Έτσι όπως ορθά μας καθοδηγεί ο επιμετρητής η «έκκεντρη» αυτή φόρμα μας θυμίζει τον Στίλλερ του Μαξ Φρις, η πολυπρισματική αφήγηση τον Φώκνερ και το Νέο Μυθιστόρημα, το βιβλίο μοιάζει με την γερμανική εκδοχή της Αληθινής ζωής του Σεμπάστιαν Νάιτ του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και επηρεάζει το Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ του Πέτερ Χάντκε. Στην ουσία πρόκειται για απόπειρα μιας καταγραφής και ταυτόχρονα καταγραφή μιας απόπειρας να περιγραφεί μια ζωή. Όμως όσο περισσότερο εισδύει ο Καρς στην ζωή του Άχιμ, τόσο περισσότερο βρίσκεται σε περιπλεγμένες διαδρομές και ημίφωτους δρόμους.

Stamp_-_GDR_20_Pfennig_-_Road_Cycling_World_Championships_1960Η παιδική ηλικία, η ένταξη στις πολιτικές νεολαίες, η ιστορία της οικογένειας, η κομματική ένταξη, η αθλητική ιδιότητα, η καθημερινή ζωή, ο οικείος περίγυρος, η ερωτική σύντροφος, η συμμετοχή στους αγώνες, η εξωαγωνιστική συμπεριφορά, οι επιβεβλημένες υποχρεώσεις όλα συνθέτουν μια σύνθετη εικόνα, όπου πλείστα μέρη μοιάζουν να να αντιφάσκουν ή και να αλληλοαναιρούνται. Οι γνώμες των τρίτων, οι απόψεις των ανωνύμων, οι επιταγές των κρατικών υπαλλήλων και η υστερία της κοινής γνώμης συσκοτίζουν ακόμα περισσότερο την βιογραφούμενη προσωπικότητα και θρυμματίζουν κάθε συνολική σύνθεση. Μένει μόνο μια κατακομματιασμένη εικόνα, που διαθλάται κι αυτή στην προσωπική ματιά του βιογράφου, έτσι όπως επιχειρεί να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και το κλίμα γύρω και πάνω στο Άχιμ.

lötzsch1Ο πατριώτης αθλητής είναι καταδικασμένος στην υποχρέωση της πρωτιάς· αλλιώς τι πρότυπο θα είναι; Όταν τερματίζει τέταρτος σ’ έναν διεθνή αγώνα ορεινής ποδηλασίας οι εφημερίδες είναι αμήχανες αλλά φροντίζουν να του υπενθυμίζουν την μέγιστη υποχρέωσή του και τα σχετικά κρατικά ανταλλάγματα…Τον Άχιμ δεν τον ξεχνούσαν, μάλιστα του θύμισαν τα άδεια ακριβοπληρωμένα δωμάτια του διαμερίσματός του, που ήταν δημόσιος χώρος και ανταλλάξιμος και παρόμοιος με αποβάθρα του σταθμού ή με φουαγιέ  κινηματογράφου και με όλα τα μέρη που δεν κατοικούνται, στα οποία όμως μπορείς να συναντάς άλλους και να κουβεντιάζεις λιγάκι, ξέρεις τι εννοώ.[σ. 180 – 181]

3295747750-Ο Κάρς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με τους μηχανισμούς της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που επιχειρούν να τον κατευθύνουν προς τη δημιουργία ενός ηρωικού πορτραίτου και να τον απομακρύνουν από άλλες ανεπιθύμητες διαδρομές. Απότην απροκάλυπτη λογοκρισία μέχρι την τραγελαφική αναζήτηση μιας γραφομηχανής – για την αγορά της οποίας απαιτούνταν τα στοιχεία της ταυτότητας για τα αστυνομικά αρχεία – αλλά και από την διακριτική παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας μέχρι το ευρύτερο κλίμα φόβου και μυστικοπάθειας, ο ερευνητής όχι μόνο αδυνατεί να επιδοθεί στο έργο του αλλά μοιάζει και η ίδια του η προσπάθεια να αποτελεί έργο άλλων.

(Βέβαια η δική του ήταν η μικρότερη σημαία, αλλά μήπως δεν ήταν οικονόμος;) Εκείνη που έπρεπε να περιγραφεί ήταν η αιφνίδια επιστροφή του στη μικρή πόλη μια Κυριακή μετά από δυο χρόνια και η θέα μιας πρόσφατα σφραγισμένης πόρτας και ο μοναχικός τρόμος σε ολόκληρο το ταξίδι της επιστροφής ανάμεσα σε εκδρομείς και ερωτικά ζευγαράκια στο τραίνο που πήγαινε με το πάσο του: κάτι έκανε, μα μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου, άξιζε να θυσιάσεις μια ολόκληρη ζωή; Τίποτε δεν μπορείς να κάνεις. Η γυναίκα του φοβόταν τα σήματα των ξένων ραδιοσταθμών, πρόσφατα είχαν πιάσει κάποιον γι’ αυτό το λόγο, δεν σκέφτεσαι τα παιδιά, γιατί δεν θέλεις να έχουμε την ησυχία μας. Σκέψου και σένα. [σ. 195]

Peace-Race-1960Ο Άχιμ εκπροσωπεί συλλογικά κάθε πρωταθλητή της ΛΔΓ που χρησιμοποιήθηκε ως μαζικό θέαμα και ως ηθικό υπόδειγμα προς όφελος της εξουσίας. Ειδικότερο πλησιέστερο πρότυπό του είναι ο ποδηλάτης Gustav Adolf “Taeve” Schur. O δημοφιλής «Ταίβε» έγινε σύμβολο της χώρας ιδίως σε αγώνα του 1960 κατά τον οποίο φρόντισε να παραπλανήσει τον Βέλγο αντίπαλό του, ώστε να συγκεντρώσει εκείνος όλη την προσοχή πάνω του και να επωφεληθεί άλλος ανατολικογερμανός ποδηλάτης στην κατάκτηση της πρώτης θέσης.

Ο Άχιμ δε χρειαζόταν παρά απλώς να συμμετάσχει. Η τακτική ήταν πάντα η αυτή: πάντα Πρώτος ερχόταν Ένας, όποιος έμενε πίσω έπρεπε κάθε φορά να βοηθά τους άλλους, η τεχνική αλληλοβοήθειας ήταν γνωστή από τα ειδικά εγχειρίδια και σε αυτήν ασκούνταν μανιωδώς όλοι οι πρωτάρηδες. Αλλά στο τέλος λόγος γινόταν μόνο για τον Άχιμ διότι ήταν το πρότυπό τους: και αυτό είναι αλήθεια· αλλά είναι συναρπαστικό για τον αναγνώστη; [σ. 216 – 217]

00141156Το παρελθόν του Άχιμ δεν είναι απλά αφώτιστο αλλά και επικίνδυνο. Οι σχέσεις του με την ναζιστική Γερμανία αλλά και την μετέπειτα Δυτική Γερμανία όπως και με παλιές και ξεχασμένες αντικαθεστωτικές ενέργειες βρίσκονται θαμμένες στα θεμέλια ολόκληρου του οικοδομήματος της σοσιαλιστικής συνείδησης και ηθικής, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί. Άλλοτε η συλλογική αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην προσωπική, άλλοτε η δημόσια ιστορία εκδικείται την ατομική. Και η αλήθεια μοιάζει πάντα φεύγουσα για τον ερευνητή, σαν κάτι που ήταν εξαρχής απροσπέλαστο. Δεν μένει λοιπόν παρά η περιγραφή μιας περιγραφής – αυτός ήταν και ο αρχικός τίτλος του βιβλίο, που διατηρήθηκε κατόπιν ως υπότιτλος.

Uwe Johnson, 1980Η επισφράγιση της αγαστής συνεργασίας μεταξύ αθλητισμού και εξουσίας έχει πολλές μορφές – με ανώτερη εκείνη της εκλογής στο κοινοβούλιο της χώρας. Κάπως έτσι και ο Ταίβε κατέληξε στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ μια άλλη παράλληλη περίπτωση αποτελεί εκείνη του Wolfgang Loetzsch, που παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ Sportsfreund Lötzsch  [Sacha Hilpert – Sandra Prechtel, 2007].

. Ο Γιόνζον δεν συνεργάστηκε με καμία εξουσία· εγκατέλειψε την Ανατολική Γερμανία το 1956 αλλά αρνήθηκε και να αποτελέσει μέρος της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας στο Δυτικό Βερολίνο, Ο «Λιποτάκτης από την Δημοκρατία» υπήρξε ταυτόχρονα και ανεπιθύμητος της Δύσης, πληρώνοντας το γνωστό τίμημα της ανεξάρτητης σκέψης και γραφής.

– Γιατί πολεμάει η Γερμανία;

– Γιατί δεν έχουμε αρκετό ζωτικό χώρο και επειδή οι άλλοι δεν αξίζουν τίποτε. [σ. 131]

uwe-johnson-in-berlinΕκδ. Ίνδικτος, 2006, μτφ. Τούλα Σιέτη, επίμετρο – επιμέλεια Κώστας Καλφόπουλος, 469 σελ., με εργοβιογραφία του συγγραφέα [Uwe Johnson – Das dritte buch über Achim, 1961].

Μεταξύ των εικόνων, το κόκκινο γραμματόσημο προς τιμήν του Taeve και ο χαμογελαστός Wolfgang Loetzsch.

Ιστολογιογραφία: Ναυτίλου Πλοήγηση εδώ κι εκεί.

19
Σεπτ.
13

Σάκι [Hector Hugh Munro] – Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες

Η SAKI - To tetragono avgoλογοτεχνημένη δικαίωση παιδιών και ζώων

 Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη μου επαφή με την λογοτεχνία του Σάκι: ο Σρέντνι Βαστάρ ήταν ένα από τα συναρπαστικότερα διηγήματα που διάβασα ποτέ. Βρισκόταν σε μια επιλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Ο Άγιος και το Τελώνιο [εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρη Σφακιανάκη]. Χάρη σε μια άλλη συλλογή ιστοριών που εκδόθηκε ως Η τακτική του αιφνιδιασμού και άλλα διηγήματα [εκδ. Ποταμός, 2000, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου] διάβασα μερικές ακόμα σπαρταριστές κωμικοτραγικές ιστορίες του ευφάνταστου συγγραφέα. Και επιτέλους το εκδοτικό κενό καλύπτεται με την παρούσα πλούσια εκλογή διηγημάτων από τέσσερις συλλογές: Ο Ρέτζιναλντ στη Ρωσία, Τα χρονικά του Κλόβι, Ζώα και θηρία, Τα παιχνίδια της ειρήνης και Το τετράγωνο αυγό.

 Αμέσως έτρεξα στον Σρέντνι Βαστάρ για να ξαναδιαβάσω την ιστορία του δεκάχρονου Κόνραντιν και της κηδεμόνος του κυρίας ντε Ροπ, που στα μάτια του αντιπροσώπευε «εκείνα τα τρία πέμπτα του κόσμου που είναι αναγκαία, δυσάρεστα και πραγματικά»· τα υπόλοιπα δύο πέμπτα συνοψίζονταν σε κείνον και στη φαντασία του. Οι σπάνιες απολαύσεις του πρόσφεραν επιπρόσθετη ευχαρίστηση αν υπήρχε η πιθανότητα να είναι δυσάρεστες σ’ εκείνη ενώ εκείνη με τη σειρά της δεν θα ομολογούσε ποτέ στον εαυτό της ότι τον απεχθανόταν. Ο κόσμος του μικρού περιορίζεται στον μουντό μελαγχολικό κήπο, όπου τα παράθυρα είναι έτοιμα κάθε στιγμή να ανοίξουν για να βγει η εντολή «να μην κάνει ετούτο ή εκείνο».

10063182ef92422e6f4af6f9aa38452dΑλλά στην άκρη του κήπου, μια ξύλινη αποθήκη στη φαντασία του μετατρέπεται σε αίθουσα αναψυχής ή καθεδρικός ναός πόσο μάλλον όταν αποτελεί και το ενδιαίτημα ενός κουναβιού που του προσφέρει έντρομη χαρά. Το κουνάβι γίνεται θεός και θρησκεία του· κάθε Πέμπτη, στην σκοτεινή και μουχλιασμένη σιωπή της αποθήκης, το αγόρι λατρεύει μπροστά στο κλουβί του με μια περίτεχνη τελετή τον Σρέντνι Βαστάρ. Κι όχι μόνο: τη μυστική λατρεία ακολουθεί μια πικρή ικεσία προς το κουνάβι, «να κάνει κάτι γι’ αυτόν». Όταν η κυρία ντε Ροπ αντιλαμβάνεται τις επισκέψεις του στην παράγκα και σπεύδει να την ερευνήσει, ο θλιμμένος Κονραντίν διαισθάνεται το τέλος…

Ήξερε ότι η Γυναίκα θα ερχόταν σε λίγο με κείνο το στυφό χαμόγελο που απεχθανόταν τόσο πολύ πάνω στο πρόσωπό της, και πως σε μία, το πολύ δυο ώρες, ο κηπουρός θα μετέφερε μακριά τον υπέροχο θεό του, όχι θεό πια, παρά ένα απλό καφετί κουνάβι μέσα σε κλουβί. Και ήξερε ότι η Γυναίκα θα θριάμβευε παντοτινά όπως θριαμβεύει και τώρα, και πως εκείνο θα αρρώσταινε όλο και πιο πολύ κάτω από τη φορτική και καταπιεστική και ανώτερη σοφία της, ώσπου μια μέρα τίποτε δεν θα είχε πια σημασία γι’ αυτόν, ώσπου μια μένα τίποτε δεν θα είχε πια σημασία γι’ αυτόν, και οι γνωματεύσεις του γιατρού θα έβγαιναν αληθινές. Και μέσα στον πόνο και τη δυστυχία της ήττας του, άρχισε να ψέλνει με δυνατή και εριστική φωνή τον ύμνο του απειλούμενου ειδώλου του… [σ. 83]

tumblr_m9yf730Ji21ra9lleo1_500_Όμως στη μελαγχολική υπομονή της επερχόμενης ήττας η δειλή ελπίδα πλησιάζει ψιθυριστά και το υπέροχο, αδιανόητο τέλος της ιστορίας ολοκληρώνει ένα διήγημα υποδειγματικό, και ως προς την κλιμάκωσή του αλλά και ως προς το αφηγηματικό μοντέλο του συγγραφέα. Τα παιδιά και τα ζώα, έκθετα στον κόσμο των μεγάλων, ασφυκτιούν ανάμεσα μέσα στην στείρα λογική και τις ατέλειωτες υποχρεώσεις του και εκδικούνται με ευφάνταστους τρόπους. Άλλες φορές πάλι, παγιδεύουν ακόμα και αθώους πρεσβύτερους, ασκώντας, θαρρείς, διαχρονική δικαιοσύνη για όσα δεινά υπέστησαν από το γένος τους. Παράμερος παρατηρητής ο συγγραφέας, μας εφοδιάζει με όλες τις εσωτερικές σκέψεις των αντίπαλων χαρακτήρων του, φορτώνοντας τη γραφή του με λεκτικό πλούτο και δηλητηριωδέστατη ειρωνεία.

Ποιος να το φανταζόταν πως η συγκεκριμένη θεsaki1ματική του Σάκι δεν είναι τυχαία! Η μητέρα του σκοτώθηκε σε τραγικό δυστύχημα από αφηνιασμένη αγελάδα και το γεγονός αυτό εδραιώθηκε ως ξόρκι στη λογοτεχνία του, είτε με τη μορφή του ζώου ως φυσικού τιμωρού είτε ως άγγελος της ειρωνείας και του ανοίκειου. Στη λογοτεχνία του παραχωρεί τη θέση του τελικού νικητή στη φύση και στην αιωνόβια λειτουργία της. Μετά τον θάνατο της μητέρας του στάλθηκε στο Ντέβον για να μεγαλώσει με τις θείες του, που κατέφευγαν συχνά στην σωματική τιμωρία. Πρόκειται για την δεύτερη πηγή έμπνευσής του, καθώς αντιπαθείς θείες και συγγενείς διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά διηγήματά του, αρχικά κυριαρχώντας και αργότερα υποφέροντας τα πάνδεινα. Έτσι ο Σάκι βρίσκει ιδανική ευκαιρία να εξευτελίσει τα γελοία ήθη και τις ψεύτικες ηθικές των «πολιτισμένων» εξουσιαστικών ανθρώπων.

JacekYerkaΚι έτσι αρχίζει ο χορός ορισμένων εξίσου απολαυστικών ιστοριών. Στην Αποθήκη ο μικρός ήρωας είναι ο Νίκολας, που διακρίνει καθαρά πως οι ηλικιωμένοι, οι σοφότεροι και καλύτεροι άνθρωποι βρίσκονται σε πολύ μεγάλη πλάνη όσον αφορά θέματα για τα οποία έχουν εκφραστεί με υπέρτατη αυτοπεποίθηση. Όταν η κατά φαντασίαν θεία του (καθώς ως θεία των εξαδέλφων του επιμένει «από κάποια αδικαιολόγητη τάση της φαντασίας της να αυτοαποκαλείται και δική του θεία») τον τιμωρεί απαγορεύοντάς του να συμμετάσχει στην οικογενειακή εκδρομή, εκείνος  απεργάζεται την εκδίκησή του. Υποκρίνεται πως θέλει να εισέλθει στον απαγορευμένο κήπο με τα φραγκοστάφυλα και εφόσον η θεία του έχει αναλάβει οικειοθελώς το αντίστοιχο βάρος, την κρατά σε επιφυλακή όλο το απόγευμα. Αντίθετα, καταφέρνει να μπει στην κλειστή αποθήκη που διατηρεί η θεία του, που ανήκει και στην κατηγορία εκείνων των ανθρώπων «που νομίζουν ότι τα πράγματα φθείρονται από τη χρήση και τα παραδίδου στη σκόνη και την υγρασία για να τα προφυλάξουν». Η αντεπίθεσή του είναι διπλή: η θεία παγιδεύεται στη στέρνα του κήπου και στις ικεσίες της για βοήθεια, εκείνος της θυμίζει την απαγόρευσή της να μπει στον κήπο: Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να μπω στην κήπο με τα φραγκοστάφυλα; Η φωνή σου δεν μοιάζει με της θείας μου, μπορεί να είσαι ο Σατανάς…Η θεία μου κάθε τόσο μου λέει ότι ο Σατανάς θέλει να με βάλει σε πειρασμό, για να γίνω ανυπάκουος…

66.49a-m_kienholz_imageprimacy_640Στην Ανοιχτή Μπαλκονόπορτα μια δεσποινίς δεκαπέντε Μαΐων υποδέχεται τον κύριο Νάτελ, που πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη ως γείτονας. Καθώς περιμένουν την θεία της, ατάραχη η μικρή Βέρα τον ενημερώνει για την τραγωδία του σπιτιού που σχετίζεται με την μπαλκονόπορτα του σαλονιού που δεν κλείνει ποτέ: από εκεί έφυγαν πριν από τρία χρόνια για κυνήγι ο άντρας και τα αδέλφια της θείας της και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, και από εκεί τους περιμένει έκτοτε η θεία. Η θεία καταφτάνει και ο κύριος Νάτελ θύμα της πλατιά διαδεδομένης πλάνης ότι άνθρωποι εντελώς ξένοι και τυχαίες γνωριμίες διψούν τάχα να μάθουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις αρρώστιες και τις αναπηρίες σου, τις αιτίες τους, και τους τρόπους θεραπείας τους, εξομολογείται την ιατρική εντολή για ψυχική ηρεμία που τον οδήγησε στη νέα του κατοικία. Όταν οι κυνηγοί φαίνονται να πλησιάζουν την πόρτα, έντρομος ο κύριος Νάτελ παίρνει δρόμο, αφήνοντας τις οικοδέσποινες βέβαιες για την ψυχική του διαταραχή. Η Βέρα δικαιώνεται: οι τερατολογίες εκ των ενόντων ήταν η ειδικότητά της.

charlie-bearman-2Μια άλλη διαβολική νεαρή, η Λάουρα εξομολογείται στην φίλη της Αμάντα την βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου της και την μετενσάρκωσή της σε πλάσμα κατώτερο, «κάποιο ζώο», ίσως κάποια βίδρα, και μετά πιθανώς σε μελαψό αγόρι από την Νουβία. Η Λάουρα πράγματι πεθαίνει και ο λαχανόκηπος του αντιπαθούς της συζύγου της Αμάντα αντιπάθησε υφίσταται τα πάνδεινα από μια βίδρα, που τελικά θανατώνεται, ενώ το ηρεμιστικό ταξίδι του ζεύγους στο Νείλο αναστατώνεται από ένα μαυριδερό αγόρι. Η Αμάντα πια είναι ανεπίστροφα ασθενής. Μια ταπεινωτική τιμωρία περιμένει στην Εξιλέωση τον Οκταβιανό Ρατλ, η ψυχική γαλήνη του οποίου είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την απεριόριστη αποδοχή εκ μέρους των συνανθρώπων του. Τρία κάτωχρα παιδικά πρόσωπα τον παρατηρούν πίσω από έναν φράκτη να μακελεύει τα κοτόπουλά του. Η «αμείλικτη παιδική λογική» τον αιχμαλωτίζει κλιμακωτά σε βαθύ εξευτελισμό.

41VuYv2EbxLΑλλά δεν είναι μόνο τα παιδιά και τα ζώα π3401ου κυριαρχούν στις δεκάδες ιστορίες του Σάκι. Η βυζαντινή ομελέτα σαρκάζει με απολαυστικό τρόπο τις σοσιαλιστικές ιδέες της Σόφι Τσάτελ, με τις προωθημένες της ιδέες όσον αφορά την κατανομή του χρήματος, υπό την προϋπόθεση της ευτυχούς συγκυρίας του γεγονότος ότι κατείχε και το ανάλογο χρήμα. Η καταφερόμενη εναντίον των δαιμόνων του καπιταλισμού κυρία αισθάνεται ήσυχη ότι το σύστημα με όλες τις ανισότητες και αδικίες του θα μακροημερεύσει τουλάχιστο όσο και η ίδια, τα βρίσκει σκούρα όταν, ενόψει ενός σημαντικού δείπνου στο σπίτι της,  που κινδυνεύει να ακυρωθεί εξαιτίας της άρνησης του αρχιμάγειρα να σερβίρει την περίφημη ομελέτα του και της απεργίας από το συνδικάτο των Μαγείρων και των Υπαλλήλων Κουζίνας.

61882370003222401238269Pic9781592241927_p0_v1_s260x420Κανείς δε γλίτωσε την πένα του Σάκι: αριστοκράτες ή αναμορφωτές, πολιτικοί ή συνδικαλιστές, συστημικοί ή τρομοκράτες, σπουδαιοφανείς ή ηλίθιοι, Τα απροκάλυπτα ή υπόγεια χλευαστικά του σχόλια καλύπτουν ολόκληρο το εύρος της ανθρώπινης ανοησίας και όπως γράφει στο εξαιρετικό επίμετρο ο μεταφραστής, «μέσα στην πλήξη του καιρού του, που για ορισμένους κοινωνικούς κύκλους είχε γίνει ένα είδος ιδεολογίας…είδε τη νοσηρότητα που συνόδευε αυτή τη μαγγανεία του εφήμερου και την εξάπλωση της φαυλότητας». Κι ίσως γι’ αυτό έφερε στο κέντρο της γραφής του τόσα παιδιά: ως το ηθικό αποκούμπι της ηλίθιας κοινωνίας του. Η ίδια αυτή ανίκανη κοινωνία αφάνισε αυτόν τον τόσο προικισμένο συγγραφέα, που έχασε άδικα τη ζωή του σε ηλικία 46 χρονών στην πολεμική κρεατομηχανή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα ως εθελοντής: λάτρης της ειρωνείας ως την τελευταία του πνοή…

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. – επίμετρο Ανδρέας Σπύρου, σελ. 477 [Οι ιστορίες αντλήθηκαν από τον συγκεντρωτικό τόμο H.H. Munro – The Compete Short Stories – Saki].

Η εικονογράφηση του Σρέντι Βαστάρ [οι τρεις πρώτες εικόνες της ανάρτησης] από εδώ.

18
Σεπτ.
13

Μισέλ ντε Σερτώ – Επινοώντας την καθημερινή πρακτική. Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν

Serteau_final.indd«Αντιπειθαρχία» στην καθημερινότητα, τεχνάσματα στην κατανάλωση, αντιστάσεις στην ανάγνωση

Στην πραγματικότητα, η αναγνωστική δραστηριότητα εμφανίζει όλα τα γνωρίσματα μιας σιωπηλής παραγωγής: παρεκκλίσεις στη διάπλευση της σελίδας, μεταμόρφωση του κειμένου από τα ταξίδια του ματιού, αυτοσχεδιασμός και προσδοκία σημασιών συναγόμενων από λίγες λέξεις, αλληλεπικαλύψεις γραμμένων χώρων, εφήμεροι χοροί. Πλην όμως ο αναγνώστης….παρεισάγει στο κείμενο του άλλου τα τεχνάσματα της απόλαυσης και μιας επανιδιοποίησης: επιδίδεται στη λαθροθηρία […]. Το αναγνώσιμο μεταβάλλεται σε αξιόμνηστο: ο Μπαρτ διαβάζει τον Προυστ στο κείμενο του Σταντάλ, ο θεατής διαβάζει το τοπίο της παιδικής του ηλικίας στο ρεπορτάζ της επικαιρότητας. Η λεπτή μεμβράνη του γραπτού γίνεται μετακίνηση στρωμάτων του εδάφους, παιχνίδι χώρων. Ένας διαφορετικός κόσμος (ο κόσμος του αναγνώστη) εισάγεται στη θέση του συγγραφέα. [σ. 70 – 71]

γράφει ο ντε Σερτώ αναφερόμενος στην αναγνωστική πρακτική ενός ευρύτερου δικτύου αντίστασης και «αντιπειθαρχίας» του καταναλωτή, πολιτιστικού και μη. Όπως οι ενοικιαστές διενεργούν μια παρόμοια μεταλλαγή στο σπίτι που επιπλώνουν με τις χειρονομίες και τις αναμνήσεις τους, όπως οι ομιλητές εισάγουν την ιδιοπροφορά και τους δικούς τους τρόπους έκφρασης στη γλώσσα, κάπως έτσι και ο αναγνώστης εισάγει μια τέχνη που δεν είναι καθόλου παθητική. «Η μεταλλαγή αυτή καθιστά το κείμενο κατοικήσιμο σαν νοικιασμένο σπίτι. Μετατρέπει την ιδιοκτησία του άλλου σε τόπο που τον δανείστηκε για μια στιγμή ένας περαστικός».

Michel_de_certeau1Η Πολύτροπη Τέχνη του Πράττειν αποτελεί τον πρώτο από τους δύο τόμους περί της Επινόησης της Καθημερινής Πρακτικής· πρόκειται για τα πορίσματα μιας έρευνας [1974 – 1978], ειδικής παραγγελίας με ελεύθερο περιεχόμενο και μεθόδους που θα καθόριζε ο ίδιος ο ντε Σερτώ στο ευρύτερο πεδίο των πολιτιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Η εποχή είναι ιδανική: μετά το 1968 η Γαλλία πιστεύει στην αποτελεσματικότητα των κοινωνικών επιστημών και τα ανήσυχα μυαλά ακόμα προσχωρούν στην θεωρία όπως άλλοτε στη θρησκεία ή στην επανάσταση. Η κόπωση των μεταμοντέρνων ή η κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογικών οίκων δεν έχουν ακόμα αγγίξει το πλήθος των συγγραφέων και των αναγνωστών. Μόνο λίγοι βλέπουν κάπου μπροστά τους μια αδιόρατη ρωγμή και προσπαθούν να ερμηνεύσουν διαφορετικά την κοινωνία. Ο ντε Σερτώ είναι ένα από εκείνα τα αντικομφορμιστικά και διορατικά πνεύματα, μακριά από την λογική των θεσμών· αποφεύγοντας να ταυτιστεί με καθορισμένους τόπους, παραμένοντας ιησουίτης και λακανιστής, κρατώντας κι εκεί τις αποστάσεις του, ενώ κύκλοι διανοούμενων της Αριστεράς τον προσκαλούν και τον συμβουλεύονται σε θέματα πολιτικής ή στοχασμού· δεν ξέχασαν άλλωστε την ικανότητα να αναλύει ζωντανά την δίνη των «γεγονότων» από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο του 1968.

debord_memoires-600x405Ο ντε Σερτώ εξαρχής προβληματίζεται πάνω στην μετατόπιση της προσοχής από την υποτιθέμενη παθητική κατανάλωση των προϊόντων στην ανώνυμη δημιουργία και την απόκλιση στην χρήση τους και ενδιαφέρεται για την στροφή στον πολλαπλασιασμό ανώνυμων και φθαρτών δημιουργιών που μας δίνουν ζωή και δεν κεφαλαιοποιούνται. Ζητούμενό του: να σχεδιαστεί μια θεωρία των καθημερινών  πρακτικών· να διακριθεί κάτω από τη μαζική πραγματικότητα των εξουσιών και των θεσμών η εστία άτακτων μικροαντιστάσεων, που θεμελιώνουν με τη σειρά τους μικροελευθερίες και κινητοποιούν αναπάντεχους πόρους κρυμμένους μέσα στους συνηθισμένους ανθρώπους. Η έλλειψη ευπιστίας απέναντι στη δογματική τάξη που θέλουν πάντα να οργανώσουν οι Αρχές και οι θεσμοί, η εκ μέρους των μη κομφορμιστών εκτροπή της αλήθειας που τους επιβάλλεται, ο σεβασμός για κάθε αντίσταση όσο απειροελάχιστη κι αν είναι, όλα ενθαρρύνουν την πίστη του στη «λαθρόβια ελευθερία των πρακτικών».

5840_riba53166-lores 90Η καθημερινότητα είναι κατάσπαρτη από θαύματα, αφρός εξίσου εκθαμβωτικός με των συγγραφέων και των καλλιτεχνών. Χωρίς ξεχωριστό, ίδιο όνομα, λογής λογής γλώσσες παρέχουν έδαφος γι’ αυτές τις εφήμερες γιορτές…

Η πρώτη «επίθεση» δεν θα γίνει στην κατεξοχήν παραγωγή αλλά στην άλλη παραγωγή, που χαρακτηρίζεται «κατανάλωση»· αυτή που είναι τόσο πολυμήχανη που παρεισδύει παντού, εφόσον δεν έχει δικά της προϊόντα αλλά αφορά τους τρόπους μεταχείρισης των προϊόντων που επιβάλλει η κυρίαρχη οικονομική τάξη· τους τρόπους μιας χρήσης που θα ξεγελάσει την εξουσία, που δεν θα έχει τα μέσα να την αντικρούσει. Αυτές οι διαδικασίες και τα τεχνάσματα θα ολοκληρώσουν το πλήρες δίκτυο της αντιπειθαρχίας. Πεδία της, ο κοινός τόπος της γλώσσας, οι εκδοχές της λαϊκής κουλτούρας, παιχνίδια και μηχανεύματα, η ανάλωση εργασιακού χρόνου και υλικών προς ιδία χρήση [perruque], η επανιδιοποίηση του χώρου.

111Όπως στη λογοτεχνία διαφοροποιούνται οι τρόποι γραφής, το «ύφος» και τα λοιπά, έτσι μπορούμε να διακρίνουμε και «τρόπους του πράττειν», για οποιαδήποτε πράξη, τρόπους που μπορούν κι αυτοί να εξομοιωθούν με οδηγίες χρήσης, δημιουργώντας διάκενα που αφήνουν περιθώρια για παιχνίδι. Η δύναμη δεσμεύεται από το γεγονός ότι είναι ορατή, ενώ το τέχνασμα είναι εφικτό και στον αδύνατο, ως ύστατη καταφυγή.

Έτσι, κάποιος που κατάγεται από το Μαγκρέμπ και ζει στο Παρίσι ή στο Ρουμπαί εισάγει λαθραία τους τρόπους «κατοίκησης» (ενός σπιτιού ή μιας γλώσσας) οι οποίοι προσιδιάζουν στη γενέτειρά του, την Καβυλία, μέσα στο σύστημα που του επιβάλλει η δόμηση μιας εργατικής πολυκατοικίας ή της γαλλικής γλώσσας. Τους προσθέτει από πάνω, χάρη δε σ’ αυτόν τον συνδυασμό δημιουργούνται διάκενα όπου παίζουν διάφοροι τρόποι χρησιμοποίησης της αναγκαστικής τάξης του τόπου ή της γλώσσας. Χωρίς να βγει από τα όρια της θέσης όπου είναι υποχρεωμένος να ζει και η οποία του υπαγορεύει έναν νόμο, εγκαθιδρύει κάποια πολλαπλότητα και δημιουργικότητα. Μια τέχνη να υπάρχει σε κάτι ενδιάμεσο, αντλεί απροσδόκητα αποτελέσματα. [σ. 133]

F-La Cite d'affaires de Paris-Plan VoisinΑναπόφευκτα ένα μέρος αφιερώνεται στις πρακτικές του χώρου – η κληρονομιά του Γκυ Ντεμπόρ δεν είναι μακριά. Το ενέργημα του περπατήματος στην πόλη είναι για το σύστημα του άστεος ό,τι είναι η εκφώνηση – το ομιλιακό ενέργημα [speech act] – για τη γλώσσα και έχει τριπλή λειτουργία: είναι διεργασία ιδιοποίησης του τοπογραφικού συστήματος από τον πεζό (όπως ο ομιλητής ιδιοποιείται τη γλώσσα), είναι χωρική πραγμάτωση του τόπου (όπως η ομιλία είναι ηχηρή πραγμάτωση της γλώσσας) και συνεπάγεται σχέσεις και κινήσεις όπως οι λέξεις γίνονται απευθύνσεις προς τον συνομιλητή. Έτσι ο περιπατητής μεταμορφώνει κάθε χωρικό σημαίνον σε κάτι άλλο. Και κυρίως επιλέγει, καθώς καταδικάζει ορισμένους τόπους στην αδράνεια ή στην αφάνεια ή το αντίθετο.

cardsktchΟι τίτλοι των κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: Ηδονοβλεψίες ή περιπατητές, Η μιλιά των χαμένων βημάτων, Οδοιπορικές ρητορικές, Παιδική ηλικία και μεταφορά τόπων, Πλους φυλακισμένων, Αφηγήσεις του χώρου. Αλλά και στο τέταρτο μέρος, στις Χρήσεις της γλώσσας, ο ντε Σερτώ κυμαίνεται από την Οικονομία της γραφής στους Θορύβους του σώματος και στο Διάβασμα ως Λαθροθηρία, για να αφιερώσει το πέμπτο μέρος τους Τρόπους της Πίστης και της Πολιτικής και να ολοκληρώσει μ’ ένα ρέκβιεμ στον Ρηγματώδη Χρόνο.

Ο συγγραφέας [1925-1986], φιλόσοφος και ιστορικός των μυστικιστικών κειμένων από την Αναγέννηση ως την κλασική εποχή και καθηγητής Ιστορικής ανθρωπολογίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων, αντλεί από ολόκληρο το σώμα της λογοτεχνίας – Στεφάν Μαλλαρμέ, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Ζορζ Μπατάιγ, Τζέιμς Τζόυς, Μπορίς Βιάν, Βίτολντ Γκόμπροβιτς, Αλφρέντ Ζαρρύ, Φραντς Κάφκα, Ρόμπερτ Μιούζιλ, Μαργκερίτ Ντυράς, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, Γκυ Ντεμπόρ, Ζωρζ Περέκ, Πατρίκ Μοντιανό και πολλές αρχετυπικές μυθοπλαστικές μορφές, και φυσικά της φιλοσοφίας – Χέγκελ, Χομπς, Ντιντερό, Ρουσσώ, Βιττγκενστάιν, Χάιντεγκερ και βέβαια, εκτός από τους εκλεκτικούς αντισυγγενείς Φουκώ και Μπουρντιέ, και από τους φυσικά Αλτουσέρ, Λακάν, Λυοτάρ, Μπαρτ, Μερλώ – Ποντύ, Ντελέζ, Γκάνταμερ, Λούκατς, Λεφέβρ, Μπουρντιέ, Μπρωντριγιάρ, Ντερριντά, Πόππερ, Τσόμσκυ, Τόφλερ, Τοντόροφ και…Κλάουζεβιτς.

Bryce,-150Το βιβλίο σαφώς δεν είναι εύκολο και απαιτεί όχι μόνο την μέγιστη [αυτό]συγκέντρωση του αναγνώστη αλλά και την ικανότητα να διαπλέει μέσα στον πλούσιο, ποιητικότατο και συχνά χαώδη λόγο για να βρει τα δικά του διάκενα προσωπικών δοκιμών και να διαμορφώσει τις δικές του ιδέες με τις οποίες θα μετατρέψει τις πυκνές, φιλόδοξες θεωρίες του ντε Σερτώ σε ευδαίμονες πράξεις.

Εκδ. Σμίλη, 2010, πρόλογος: Λυς Ζιαρ [Luce Giard], μτφ. Κική Καψαμπέλη, σελ. 509. Με υποσημειώσεις του συγγραφέα [σ. 441 – 487, όπου περιλαμβάνονται και προσθήκες της μεταφράστριας], σημείωμα της μεταφράστριας, λεξιλόγιο, ευρετήριο και εργογραφία του συγγραφέα [Michel de Certeau, L’ invention du quotidian. Arts de faire, 1980].

13
Σεπτ.
13

Γκύντερ Γκρας – Γάτα και ποντίκι

ΆλGrassλη μια χαμένη νεότητα

Εσύ όμως δεν φοβόσουνα τις ξαφνικές συσκοτίσεις της παθητικής αεράμυνας, φορούσες πέντε ή έξι τέτοιες αυτοκόλλητες ετικέτες, ένα ολόκληρο κοπάδι ιπτάμενων γλάρων και ολόκληρα μπουκέτα λουλουδιών που φωσφόριζαν, πρώτα στο παλτό σου, και στα δυο πέτα, κι ύστερα στο κασκόλ· έβαλες τη θεία σου να σου ράψει και μισή δωδεκάδα φωτεινά κουμπιά στο παλτό από πάνω ως κάτω και, το ’φερες από δω, το ’φερες από κει – κατάφερες να μεταμορφωθείς σε παλιάτσο· έτσι τουλάχιστον σε έβλεπα εγώ τότε, και σε βλέπω ακόμα, και θα σε βλέπω και για πολύ ακόμα να ’ρχεσαι από μακριά: όσο κρατάει ο χειμώνας, στο μισόφωτο, μέσα απ’ το βραδινό χιόνι που πέφτει λοξά ή σε βαθύ αδιαχώριστο σκοτάδι, και σε μετράω από πάνω ως κάτω και ανάστροφα, μετράω τα έξι κουμπιά του παλτού σου, που λαμπυρίζουν με αυτή τη γαλακτερή πράσινη ανταύγεια ενώ κατηφορίζεις την Μπέρενβεκ σαν φάντασμα κακέκτυπο μια πειστικό, ένα φόβητρο που πάει να ξεγελάσει τη δυστυχία, μα η βαθιά νύχτα την κρατάει καλά φυλαγμένη στον κόρφο της. Γιατί, το ’ξερες εσύ καλά, κανένα σκοτάδι δεν μπορεί να καταπιεί τον θεριεμένο φόβο που όλοι τον νιώθουν δίπλα τους κι έτσι να κάνουν θα τον αγγίξουν. [σ. 58 – 59]

… μονολογεί μέσα στη φαντασία του ο αφηγητής, απευθυνόμενος στον εξαφανισμένο πλέον Γιόζεφ Μάλκε, αλλοτινή και αλλόκοτη παρουσία στην αγορίστικη παρέα της εφηβείας τους. Η πρώτη και ολοφάνερη ιδιαιτερότητα του Μάλκε, ένα υπερμέγεθες «μήλο του Αδάμ», καθορίζει grass3απόλυτα την εμφάνισή του και την αντιμετώπιση από τον περίγυρο. Για τους άλλους είναι το απόλυτο διακριτικό της διαφοράς του, για τον ίδιο ένα ανεπιθύμητο στοιχείο που οφείλει πάση θυσία να κρύψει ή να το θέσει σε δεύτερη μοίρα, προκαλώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό των άλλων.

Η παρέα συναντιέται στην επιπλέουσα γέφυρα ενός πολωνέζικου ναρκαλευτικού, βυθισμένου στα ανοιχτά του λιμανιού του γερμανοπολωνικού Ντάντσιχ [Γκντανσκ] κι εκεί ο Μάλκε βρίσκει την ευκαιρία να γίνει αποδεκτός, βουτώντας σε διαρκείς καταδύσεις και ανασύροντας αμέτρητα αντικείμενα από το βυθό. Βασικό εργαλείο του ένα κατσαβίδι περασμένο στο λαιμό, απαραίτητο για να αποσπάσει τα λάφυρά του από το καράβι: τμήματα γεννήτριας, πυροσβεστήρες, μπουκάλια μπύρας, μεντεσέδες, ακόμα κονσέρβες που τρώει χωρίς ποτέ να τον πειράζουν στο στομάχι. Το αράδιασμά τους μπροστά στην ομήγυρη και προτού ενταχθούν στη συλλογή του με τις σαβούρες είναι σιωπηλό αλλά εύγλωττο. Σημαντικότερο απόκτημα ένα γραμμόφωνο, που το αποσυναρμολόγησε και το ανέβασε κομμάτι κομμάτι.

Old_Rusted_Ship_by_somadjinnΟρφανός από πατέρα, μοναχοπαίδι και πιστός καθολικός, ο Μάλκε έχει δίπλα στο κρεμαστό κατσαβίδι και τη μανιβέλα του γραμμόφωνου ένα μενταγιόν με την Παναγία κι επισκέπτεται καθημερινά το παρεκκλήσι της, κάποτε γυμναστήριο του αθλητικού συλλόγου, τώρα μετασκευασμένο σε «ναό εκτάκτου ανάγκης». Συνυπάρχει με την παρέα αλλά παραμένει απόμακρος, χωρίς συμμετοχή στις συνηθισμένες πλάκες. Μαζί του η Τούλα Ποκρίφκε, που παρακολουθεί ανέκφραστη τα μειράκια ακόμα στις σωματικές τους εκτονώσεις, συχνά «πιλατεύοντας» ή εκβιάζοντας το «τέλος» τους.

gunter_grass_unfinished_5Σύντομα ο Μάλκε γίνεται ένα ιδιόμορφο πρότυπο για τον αφηγητή, που τον παρακολουθεί πιστά. Οι θεαματικοί του άθλοι, η σχέση του με την Τούλα, η μοναχικότητά του, όλα τον καθιστούν έναν διαφορετικό φίλο. Όταν σε μια πολεμοχαρή ομιλία ενός ναζί υποσμηναγού – η πόλη αποτελεί ήδη κομμάτι του Τρίτου Ράιχ – οι μαθητές χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, εκείνος παραμένει ανέκφραστος και μαζεμένος. Στις ολοένα και γενναιότερες καταδύσεις του, κατοχυρώνει την καμπίνα του ασυρματιστή του ναρκαλιευτικού, ορίζοντας σαν το προσωπικό του καταφύγιο αν συμβεί κάποτε κάτι. Αργότερα την μετατρέπει σε παρεκκλήσι της Παναγίας και μυεί τους φίλους του στο «πηχτό λάδι» της «υποβρύχιας φωνής» της Ζάρα Λεάντερ.

Μέχρι που ο θαυμασμός μετατρέπεται σε αποστροφή ακόμα κgunter-grass-iran-israel-paintingαι για την όψη του. Σε μια από τις μαζικές φιλοστρατιωτικές εκδηλώσεις στο σχολείο, χάνεται το μετάλλιο ενός υποπλοιάρχου. Για άλλη μια φορά ο Μάλκε προέβη σε παράτολμη πράξη, αλλά θα αποβληθεί οριστικά από το σχολείο. Σε μια ειρωνική αντιστροφή της μοίρας, τον Σιδηρούν Σταυρό που έκλεψε, θα κερδίσει στον πόλεμο όπου καταταχτεί ως εθελοντής· αργότερα θα λιποτακτήσει, θα βρεθεί στα Τάγματα Εργασίας, θα νοσηλευτεί, θα διατηρήσει ιδιόμορφη σχέση με την θρησκεία και θα ονειρεύεται να επιστρέψει νικητής στο ίδιο σχολείο. Σε κάθε περίπτωση θα είναι ένα Ποντίκι απέναντι σε μια Γάτα.

Ο ΓκρSteinmeier And Schroeder Meet At Cultural Forumας γράφει ένα παράξενο βιβλίο. Στο πρώτο του μέρος – αν και οποιοσδήποτε χωρισμός έχει μάλλον δυσδιάκριτα πάντως όρια – περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την ιστορία δυο διαφορετικών νεοτήτων σε ένα γκρίζο, μελαγχολικό αλλά εξίσου εξερευνήσιμο περιβάλλον. Η σκιαγράφηση του Μάλκε παραμένει ελλειπτική ως το τέλος, αφήνοντας μισάνοιχτα διαφορετικά ενδεχόμενα. Αποτελούσαν οι πράξεις του εκδηλώσεις ενός ιδιόρρυθμου νέου που ασφυκτιούσε στην μοναχική του ζωή; Επρόκειτο για κινήσεις αντιπερισπασμού από εκείνο που αισθανόταν ως σωματική μειονεξία; Ήταν ένας νέος που αντιλαμβανόταν την μαζική υστερία του ναζιστικού κράτους και την αρνιόταν με τον δικό του τρόπο;

Gunther_Grass_by_Reginald_GrayΤο τενεκεδένιο ταμπούρλο και τα Σκυλίσια χρόνια, τα άλλα δύο βιβλία της Τριλογίας του Ντάντσιχ, ολοκληρώνουν το ανοιχτό σύστημα της γραφής του Γκρας, που εδώ επιλέγει διπλής όψης αφήγηση, τριτοπρόσωπη και δευτεροπρόσωπη. Για τον αφηγητή ο Μάλκε παραμένει ως το τέλος μυστηριώδης και ερμητικός, αλλά τελικά πηγή ενοχών για την τελευταία του μεγάλη κατάδυση – κι έτσι, ξανά οι σκέψεις επιστρέφουν στο σύνηθες μοτίβου του πόνου και της μετάνοιας μιας εφηβείας και μιας μύησης στη ζωή, που αυτή τη φορά συμπλέχτηκε αξεδιάλυτα με την δημόσια Ιστορία…

Ξέρει κανείς ένα καλό τέλος να μου γράψει; Διότι αυτό που ξεκίνησε με μια γάτα κι ένα ποντίκι με βασανίζει ως σήμερα με τη μορφή κορμοράνου μέσα σε λίμνη με καλαμιές.

Κι ας αποφεύγω τη φύση υπάρχουν πάντα ντοκιμαντέρ που δείχνουν αυτά τα ξεχωριστά θαλασσοπούλια. Είναι κι οι εικόνες στα επίκαιρα, με ανελκύσεις βυθισμένων φορτηγίδων στο Ρήνο, υποβρύχια έργα στο λιμάνι του Αμβούργου, που τα τραβάνε ειδικά για να τα δείχνουν στις ειδήσεις: εκτίναξη καταφυγίων κοντά στο ναυπηγείο Χόρβατ, εκκαθάριση βομβών υψηλής εκρηκτικότητας και τα λοιπά. Άντρες με γυαλιστερά, χιλιοχτυπημένα κράνη, κατεβαίνουν, ανεβαίνουν, χέρια απλώνονται προς το μέρος τους, ξεβιδώνουν τα κράνη, τα βάζουν. Ανάβουν τσ6449209085_72ff0bd3ab_z-ιγάρο – όλοι εκτός από τον Μεγάλο Μάλκε. Δεν τον έδειξε ποτέ η τρεμάμενη εικόνα της οθόνης…

Έχω ταΐσει όλα τα τσίρκα που έρχονται στην πόλη. Πήγα και τους βρήκα, μίλησα με όλους, με κάθε κλόουν προσωπικά, πίσω απ’ το τροχόσπιτο. Όμως αυτοί οι κύριοι συχνά δε έχουν χιούμορ – συνάδελφο Μάλκε δεν ξέρουν κανέναν. [σ. 150]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012, μτφ. από τα Γερμανικά: Έμη Βαϊκούση, [Günter Grass, Katz und Maus, 1961].

11
Σεπτ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 134. Niemands Rose

kjsjsΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους, ή διηγημάτων, αν προτιμάτε, που εκδόθηκε φέτος την άνοιξη από την Απόπειρα.

Μιλάμε για βιβλίο που εξ ολοκλήρου βασίστηκε στα κείμενα του ιστολογίου σας;

Ναι, πρόκειται για μία ανθολογία διηγημάτων που προέρχονται από το ιστολόγιο που διατηρώ από το 2007.

Πώς αρχίσατε να γράφετε αυτά τα κείμενα; Ως κείμενα αυτοέκφρασης, ως ασκήσεις γραφής; Πότε σκεφτήκατε το ενδεχόμενο έκδοσής τους;

Σκάρωνα στίχους –δεν τολμώ πια να τους αποκαλέσω ποιήματα- αδιαλείπτως, από μικρό παιδί. Τα πονήματά μου είχαν γίνει αποδεκτά και δημοσιεύθηκαν σε όποιο λογοτεχνικό περιοδικό επέλεξα να τα στείλω. Είχα και την τύχη να μελοποιηθούν κάποιοι στίχοι μου και να απαγγελθούν από έναν σπουδαίο ηθοποιό του θεάτρου, σε ένα βιβλίο-CD των εκδόσεων Κέδρος. Όμως, μετά από μία σειρά απίθανων συμπτώσεων πήρα τη γενναία απόφαση να σταματήσω να γράφω ποιήματα, σε μια στιγμή αυτεπίγνωσης, πως ποτέ δε θα γίνω μια καλή ποιήτρια, μια ποιήτρια που θα αποδεχόμουν εγώ, η εξαιρετικά αυστηρή και στριφνή αναγνώστρια.

op1Τίποτα δεν πάει χαμένο όμως, θέλω να πιστεύω. Από την ενασχόλησή μου με τη στιχουργία, αποκόμισα κάποια οφέλη, όταν πια αποφάσισα να στραφώ στην πεζογραφία, ανοίγοντας ένα μπλογκ όπου δημοσίευα –ανάμεσα στα άλλα- μικρές αυτοτελείς ιστορίες, μάλλον ως ασκήσεις γραφής και αυτοέκφρασης. Σύντομα, είχα την τύχη να εμφανιστεί ο Άρης Μαραγκόπουλος που, χωρίς καθόλου να γνωριζόμαστε, μου έγραψε για τις αρετές που διέκρινε στη γραφή μου, πράγμα που αναπόφευκτα συνέτεινε στο να συνεχίσω να γράφω και μάλιστα με μεγαλύτερο μεράκι. Ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά βλέμματα στα γραπτά μου, από τα οποία αντλούσα το κίνητρο, την αξίωση και συχνά την έμπνευση. Το 2011 κλήθηκα να συμμετάσχω σε μία συλλογική ηλεκτρονική έκδοση, το «Ανθολόγιον-Ιστολόγιον» από τους Creative Commons. Στο τέλος του ’11 γνωρίστηκα μ’ αυτόν που πια είναι αδερφικός μου φίλος, τον επιμελητή εκδόσεων Δημήτρη Λυμπερόπουλο που επέμεινε πολύ στο να υποβάλλω μια συλλογή από τα κείμενά μου σε επιλεγμένους εκδοτικούς οίκους, χωρίς συστάσεις και μεσολάβηση. Η πρώτη θετική απάντηση που πήρα ήταν από την Απόπειρα. Ακολούθησε κι άλλη.

ypΌσο αυτά βρίσκονταν αναρτημένα στο μπλογκ, σας απασχόλησε το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας;

Έχει συμβεί να αντιγράψει κάποιος αυτούσιο ποστ μου και να το αναρτήσει αλλού σαν δικό του. Αυτή ήταν μία αστεία περίπτωση λογοκλοπής γιατί ήταν καταφανής. Γι’ αυτό αρκέστηκα να το σχολιάσω χιουμοριστικά μιλώντας για κλεφτοποστάδες. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις λογοκλοπής μου είναι ασύλληπτες, ίσως γιατί είμαι υπερβολικά εγωίστρια για να δεχτώ –τουλάχιστον συνειδητά- να μιμηθώ αλλότριο ύφος ή να απαλλοτριώσω την ιδέα κάποιου. Άλλωστε οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερες και αδέσποτες.

Πώς καταλήξατε στο συγκεκριμένο όνομα για το ιστολόγιό σας;

Ήταν η περίοδος που είχα ανακαλύψει τον Παούλ Τσελάν και είχα συγκλονιστεί σε τέτοιο βαθμό από το έργο του, που δεν πέρασε από το μυαλό μου χρησιμοποιήσω κάτι άλλο για «ταυτοτικό οδόστρωμα», όπως έγραφε ο Νίκος Κουρμουλής στην κριτική του στην Αυγή. Συχνά όμως μετανιώνω που οικειοποιήθηκα μια φράση από το έργο του σημαντικότερου ίσως μεταπολεμικού ποιητή.

lapoesieΗ χρησιμοποίηση του Niemands Rose και ως περαιτέρω συγγραφικού ονόματος αφορά στην άμεση σύνδεση με το μπλογκ σας; Τι απαντάτε σε όσους δυσκολεύονται να αποδεχτούν την χρήση ψευδωνυμίας ή κρυπτωνυμίας στη λογοτεχνία;

Μ’ αυτό το ένδυμα έγραψα τα κείμενά μου, μ’ αυτά με γνώρισαν οι αναγνώστες του μπλογκ, μ’ αυτό ένιωθα άνετα να τα μεταφέρω και στο χαρτί. Το πρόβλημα θα προκύψει όταν ενδεχομένως θελήσω να απεκδυθώ την ψευδωνυμία μου.

Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του μικρού κειμένου και όχι το διήγημα ή το μυθιστόρημα; Θα δοκιμάσετε και σε άλλα είδη γραφής;

burrrΤα ιστολόγια, φρονώ, δεν ενδείκνυνται δια σινδόνια και άλλα είδη προικός. Το πετίτ ήταν ό,τι πρέπει. Δοκιμάσαμε και θα δοκιμάζουμε εις το διηνεκές του χρόνου και άλλα είδη γραφής ώσπου βέβαια πολύ σύντομα να τα εξαντλήσουμε και να αναγκασθούμε να επινοήσουμε τα δικά μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Επειδή γράφω πολλά χρόνια, πολύ πριν αποτελέσει το πληκτρολόγιο το κύριο εργαλείο γραψίματος, έχω σκαρώσει στίχους ακόμα και σε τσιγαρόχαρτο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Για κάποιο διάστημα μίξαρα ειδησεογραφία με μυθιστοριογραφία κι αναρωτιέμαι τι να γίνονται τα αληθινά πρόσωπα, πέρα από τις ειδήσεις, πέρα κι από τις αφηγήσεις μου. Είναι βέβαια κι αυτή η ηρωίδα στα αυτοβιογραφικά που μαθαίνω θέλοντας και μη τα νέα της.

b-vian.1179102694Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω παρατηρήσει κάποιο πάττερν. Μάλλον δε μ’ αρέσει να ομφαλοσκοπώ στη συγγραφική μου ιδιότητα. Είναι αντιαισθητικό, σα να χορεύεις και να κοιτάς τα πόδια σου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βρίσκομαι αισίως στο δεύτερο βασικό πτυχίο και έχω ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχω ένα υπόβαθρο δημόσιας υγείας, παιδαγωγικών και κοινωνικής έρευνας. Αυτή την περίοδο διδάσκω ως επιστημονική συνεργάτης σε μεταπτυχιακό της Ιατρικής και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Η κοινωνιολογία είναι η μεγάλη μου αγάπη, κι όπως έγραφε ο Χρήστος Νάτσης στην κριτική του για «Τα φώτα στο βάθος» στο Bookstand τα διηγήματά μου κινούνται από την έννοια στην έγνοια, κάτι που μοιάζει να είναι απότοκο των σπουδών μου, ή, αντίστροφα, κινήθηκα προς τις κοινωνικές επιστήμες ακριβώς γιατί έχω αυτή την δυνατότητα.

dsc_0703_Τι γράφετε τώρα;

Έχω μία σύλληψη για ένα θεατρικό έργο, που όμως προϋποθέτει κάποια έρευνα, έχω αφήσει on hold ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, έχω ολοκληρώσει κάποια διηγήματα, ενώ έχω ξεκινήσει κάτι που ακόμα που δεν ξέρω αν θα εξελιχθεί σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Έχω αρκετές ιδεές, αλλά δυστυχώς στερούμαι ελεύθερου χρόνου και προσήλωσης, ως εργαζόμενη μητέρα δύο παιδιών, με ακαδημαϊκές υποχρεώσεις. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ρόλους θα πρέπει και να βρω χρόνο να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Μεγάλο στοίχημα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα σας τους αναφέρω, τυχαία, όπως μου έρχονται στο μυαλό, Βυζιηνός, Παπαδιαμάντης, Σκαρίμπας, Ροϊδης, Μπορίς Βιαν, Μπάροουζ, Μπουκόφσκι, Τιμ Ρόμπινς, Λένος Χρηστίδης, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα, Όργουελ, Μπρυκνέρ, Σαραμάγκου,Τζόναθαν Κόου κ.α. Οι αγαπημένες των παιδικών μου χρόνων, ήταν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή, ενώ της πρώιμης εφηβείας η Διδώ Σωτηρίου, η Λιλή Ζωγράφου και ο Χρόνης Μίσσιος.

george_orwellwebΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το πιο αγαπημένο μου θα αναφέρω, τον Αναρχικό των δύο κόσμων της Ούρσουλα Λεγκαίν.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Μάριου Χάκκα και του Δημοσθένη Βουτυρά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Έχω την αίσθηση πως διαφαίνεται ένα καινούργιο ρεύμα στην νεοελληνική λογοτεχνία που διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική συγκυρία της κρίσης και δεν αφορά τόσο στο έργο των νέων ανθρώπων που έχω κατά νου, αλλά σε κομβικής σημασίας ομοιότητες στη θέασή τους στον κόσμο. Θέλω να πιστεύω πως έχω συγγένεια μαζί τους, θα ήταν άδικο να αναφέρω κάποιους και να ξεχάσω άλλους, αλλά πραγματικά νιώθω πως κάτι καλό θα αναδειχτεί μέσα από τις πιο ζοφερές συνθήκες.

saramago 1Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Νίκος Μπελογιάννης στην Εντολή της Διδώς Σωτηρίου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Έχω σταματήσει την ανάγνωση στις τελευταίες σελίδες το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, γιατί η ιστορική περίοδος με την οποία καταπιάνεται μου είναι γνωστή. Διαβάζω ταυτόχρονα αλλά με προσήλωση, κάποια μικρά κι επικίνδυνα βιβλία, επικίνδυνα να σου πειράξουν τον εγκέφαλο, όπως τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, την Αιγυπτιακή Νουβέλα του Πάνου Θεοδωρίδη, το Είναι σφαγή το ξημέρωμα κύριε Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη και τον Ακίνητο Δρομέα του Αργύρη Χιόνη. Έχω στραφεί, όπως φαίνεται, στη νεοελληνική λογοτεχνία μάλλον από κάποια ανάγκη να καλύψω το κενό περίπου μιας δεκαετίας. Ζώντας στο εξωτερικό αλλά και για άλλους λόγους, δεν προτιμούσα Έλληνες συγγραφείς.

Roth-TrenholmΩστόσο, με στεναχωρεί και δεν τα αναφέρω με έπαρση το ότι δεν αφοσιώνομαι σε ένα ανάγνωσμα κάθε φορά, όπως έκανα παλιότερα. Ίσως η τωρινή μου προσέγγιση να αντανακλά κάποιου είδους αγωνία, την επίταση της βιβλιομανίας μου, ή ίσως την πολυδιάσπαση που έχω αποκομίσει από την εμπλοκή μου με το ουέμπ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, αλλά όχι με υπερβάλλοντα ζήλο. Άλλωστε ξέρω πως δεν είναι πάντα αντικειμενικές οι βιβλιοκρισίες. Προτιμώ να μου συστήνουν βιβλία οι φίλοι μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

portrait_of_charles_bukowski_by_docsonian-d4xzryxΤαξιδεύοντας με το τρένο διάβαζα με τέτοια προσήλωση τον «Έρωτα στα χρόνια της χόλερας» ώστε δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στην Αθήνα από Θεσσαλονίκη. Πάνε και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε. Μυστηριωδώς μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη περισσότερο από κάθε άλλη ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο. Μια δεύτερη έντονη μνήμη είναι να διαβάζω Λένο Χρηστίδη, νομίζω «Τα Χαστουκόψαρα», στο κατάστρωμα του πλοίου για Κρήτη και Μαξ Στίρνερ στο πλοίο για Πάρο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φροντίζω να βλέπω αρκετές θεατρικές παραστάσεις. Οι μεγάλες εκπλήξεις έρχονται συχνά από τα μικρά θεατρικά σχήματα. Είδα για παράδειγμα από την «Ορχήστρα μικρών πραγμάτων» την παράσταση «Παρθενώνας», την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» από την ομάδα Gaff, και τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» από τους Μηχανικούς του Φθηνού Μελοδράματος και εκστασιάστηκα και με τους τρεις.

Αν dogκάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτός ο Μεφιστοφελής δε σταματάει να κάνει προσφορές. Φτυστός ο καπιταλισμός.

Στις εικόνες: William S. Burroughs, Boris Vian, Pascal Bruckner, George Orwell, Jose Saramago, Philip Roth, Charles Bukowksi και ο Σκύλος.

10
Σεπτ.
13

Συλλογικό – Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα. Πολιτικός οδηγός για τον 21ο (Επιμ. Robert Benewick – Philip Green)

Η σκέ1ψη που ονειρεύτηκε να γίνει δράση

Από την Χάνα Άρεντ και την Σιμόν Βέιλ στον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τον Αντρέ Γκορζ, από τους Αντόνιο Γκράμσι, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Λέον Τρότσκι ως τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νίκο Πουλαντζά, από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Εξ στον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Μορίς Μερλό Ποντί, από τους Ζακ Ντεριντά και Ζαν – Φρανσουά Λιοτάρ στους Μισέλ Φουκό και Νόαμ Τσόμσκι, από τους Ερνστ Μπλοχ, Γκιόργκι Λούκατς και Ερρίκο Μαλατέστα στους Μιχαήλο Μάρκοβιτς, Φραντς Φανόν, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γιούργκεν Χάμπερμας, Μαξ Χορκχάιμερ και σε πλήθος άλλους στοχαστές λιγότερο γνωστούς σ’ εμάς, από κάθε σημείο του κόσμου, τα εκατόν εβδομήντα πέντε λήμματα της παρούσας έκδοσης καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της σκέψης που αναπτύχθηκε στον προηγούμενο αιώνα, αποτέλεσε οδηγό στη δράση και στο όνειρο, περιέγραψε κόσμους εφικτούς ή ανέφικτους, καθόρισε πολιτικές και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πνευματικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

AdornoΑνοίγοντας βουλιμικά τον τόμο, μετά τον Λουί Αλτουσέρ και τον Μαξ Άντλερ, σταματώ στον Τέοντορ Αντόρνο που, σε μία από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας μαρξιστικής κριτικής της μαζικής κουλτούρας, διέκρινε, μαζί με τους συνεργάτες του στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης πως πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου στις καπιταλιστικές δημοκρατίες αλλά και σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο Αντόρνο πρώτος ανέπτυξε την κριτική αυτή σε μελέτη για τη λαϊκή μουσική, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να αναλύεται ως εμπόρευμα που παράγεται κυρίως για την ανταλλακτική του αξία, ενώ λίγα χρόνια μετά πάλι από τους πρώτους ανέπτυξε μια κριτική ανάλυση της τηλεόρασης (1932 και 1954 αντίστοιχα). Ολοένα και περισσότερο κριτικός απέναντι στα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα και σκεπτικιστής απέναντι στον μαρξισμό ο Αντόρνο υπερασπίστηκε την ατομική εξέγερση και αντίσταση, ενώ πριν το τέλος του πληγώθηκε βαθιά από την οξεία κριτική των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

marcuseΗ μαρξιστική θεωρία υπήρξε η βάση και για τον «πατέρα της Νέας Αριστεράς» και θεωρητικό της επαναστατικής αλλαγής Χέρμπερτ Μαρκούζε, που περιέγραψε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο ενός πολιτισμού που θα περιελάμβανε μη αλλοτριωτική και λιμπιντική εργασία, παιχνίδι και ελεύθερη σεξουαλικότητα· ένα όραμά του που προδιέγραψε πολλές από τις αξίες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δημιουργούσε επίπλαστες ανάγκες που ενσωματώνουν τα άτομα σ’ ένα παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα, που αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, την κουλτούρα, τη διαφήμιση και τους σύγχρονου τρόπους σκέψης και προσπαθεί να εξαλείψει την αρνητική διάθεση και την κριτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονοδιάστατο σύμπαν σκέψης και συμπεριφοράς όπου η ικανότητα κριτικής σκέψης και αντίστασης φθίνουν αδιάκοπα. Έτσι έσπασε το ταμπού στο κύκλο του σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στην ΕΣΣΔ καθώς αμφισβήτησε δύο από τα θεμελιώδη αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την επαναστατικότητα του προλεταριάτου και τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης.

albert-camus-by-JLB[66054]Ακόμα περισσότερο κυνικός απέναντι στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλμπέρ Καμύ ταυτίστηκε με την έννοια του παραλόγου, ως έννοιας που εκφράζει την κατάσταση των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν τη ζωή τους να έχει έναν υπερβατικό σκοπό αλλά ευρίσκονται σ’ ένα σύμπαν αδιάφορο για το μέλημά τους. Για τον Καμύ η μεταφυσική αυτή μοναξιά δεν αποτελούσε κατάληξη αλλά σημείο αφετηρίας και η πρόκληση ήταν να δει κανείς αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς την βοήθεια αιώνιων αξιών και έτσι ανέπτυξε ένα ηθικό και πολιτικό πλαίσιο συμπεριφοράς σ’ έναν κόσμο χωρίς «ηθικά απόλυτα». Η κριτική του αυτοκαταστροφικού μεσσιανισμού που διατρέχει τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία αποτέλεσε μια από τις κυριότερες θεωρητικές συνεισφορές του στη δυτική πολιτική σκέψη· αλλά και εδώ οι απόψεις του οδήγησαν στην απομόνωση από το κύκλο του διανοούμενων του Παρισιού και τον έριξαν σε προσωπική και πολιτική ερημιά.

x_42baf74fa9651111b2e527bd390d1207b44bcdbaΔιακεκριμένος μεταπολεμικός πολιτικός στοχαστής της Ιταλίας και εκφραστής της ηθικής της συνείδησης ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υποστήριζε πως η δημοκρατία είναι «η καλύτερη μέθοδος που ανακαλύφθηκε ποτέ, για το έλεγχο της ατέλειωτης αλαζονείας και ηλιθιότητας εκείνων που κυβερνούν», καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώμενους να ελέγχουν, να εναλλάσσουν και να απολύουν τους κυβερνώντες. Η δημοκρατία καθιστά την άσκηση εξουσίας ορατή, ενάντια στην τάση όλων εκείνων που κατέχουν εξουσία να είναι αόρατοι, όπως ο Θεός. Ο Μπόμπιο θεωρούσε ανεδαφικό το ρουσοϊκό όνειρο για μικρές αυτοδιοικούμενες δημοκρατίες και τεχνικώς αδύνατη την άμεση συμμετοχική δημοκρατία, προτείνοντας μια μεταφιλελεύθερη δημοκρατία που θα παρέχει τη δυνατότητα στους πολίτες να ψηφίζουν για πολλά περισσότερα θέματα απ’ ότι τώρα.

emma-goldmanΑπό τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η Έμμα Γκόλντμαν υπήρξε εξαιρετικά επικριτική απέναντι στην παραδοσιακή ηθικότητα, κατήγγειλε τον γάμο, την μονογαμία και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποδοκίμασε την πατριαρχική οικογένεια ως πηγή της γυναικείας εξάρτησης και ανισότητας και υποστήριξε τις ελεύθερες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλα και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η φλογερή της κριτική στον κομμουνισμό και η παράλληλη αδιαφορία γα τον καπιταλισμό την αποξένωσαν από δυνητικές συμμαχίες· σε κάθε περίπτωση προανήγγειλε τα αιτήματα του φεμινισμού και υπήρξε η περιεκτικότερη αναρχική κριτική της γενιάς της.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου μαχητική στα ίδια πεδία η Κέιτ Μίλλετ, η Σεξουαλική πολιτική [Sexual Politics] της oποίας αποτελεί βασικό κείμενο του σύγχρονου φεμινισμού, όρισε τη σχέση μεταξύ των δυο φύλων ως στηριζόμενη στην ισχύ και συντηρούμενη από μια ιδεολογία, είναι δηλαδή μια σχέση πολιτική. Στις «ελεύθερες» σύγχρονες κοινωνίες οι γυναίκες υποτάσσονται λόγω κοινωνικού εθισμού καθώς εκπαιδεύονται από τη νηπιακή ηλικία και αργότερα με τους θεσμούς στην υποτέλεια, μπροστά και στο φόβο να θεωρηθούν «αφύσικες». Η μελέτη της για τους D.H. Lawrence, HKateMillettenry Miller, Norman Mailer και Jean Genet αποκάλυψε ότι η ισχύς και όχι ο ερωτισμός ή το ερωτικό πάθος ήταν το πραγματικό τους θέμα, ενώ η έντονη επιθυμία της κυριαρχίας ήταν το διακύβευμα κάθε ερωτικής εμπλοκής που υπήρχε στα γραπτά τους.

Τα λήμματα είναι στο κατάλληλο μέγεθος (από μισή μέχρι πέντε σελίδες) και υπογράφονται από δεκάδες ερευνητές, ειδικούς, μελετητές, πανεπιστημιακούς κλπ. Στο τέλος κάθε λήμματος παρατίθεται βιβλιογραφία του εκάστοτε στοχαστή σε τρία μέρη: πρώτα τα βασικά του έργα, μετά οι εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα και, τέλος, άλλα σχετικά έργα, ολοκληρώνοντας την ιδιότητα του τόμου ως μιας πλήρους εισαγωγής στον βαθύτερο έργο τους.

Εκδ. Σαββάλας, 2011, μτφ. Λεωνίδας Βατικιώτης – Διονύσης Γράβαρης, σελ. 538, με ευρετήριο [The Routledge Dictionary of Twentieth – Century Political Thinkers, 1998].

Στις εικόνες: Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Albert Camus, Norberto Bobbio, Emma Goldman, Kate Millet.




Σεπτεμβρίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 987.448 hits

Αρχείο

Advertisements