Αρχείο για Ιουλίου 2013

29
Ιολ.
13

Ilse Aichinger – Επίκαιρη συμβουλή

ΗAichinger[1] ποιητική της δυσπιστίας

 Α. Η περί πάντων δυσπιστία

 Τον ίδιο μας τον εαυτό πρέπει να αντιμετωπίσουμε με δυσπιστία. την καθαρότητα των προθέσεών μας, το βάθος της σκέψης μας, την καλοσύνη των πράξεών μας! Δυσπιστία απέναντι στην ίδια την ειλικρίνεια! […] μόλις αρχίσαμε δισταχτικά να χρησιμοποιούμαι ξανά το «εγώ», προσπαθήσαμε αμέσως να το τονίσουμε. Μόλις τολμήσαμε να ξαναπούμε «εσύ», το κακοποιήσαμε! Και ησυχάσαμε. Αλλά δεν πρέπει να ησυχάζουμε! [σ. 231]

Η δυσπιστία αποτελεί κομβική έννοια στη γραφή και στην ευρύτερη στάση της Ίλζε Άιχινγκερ. Πρόκειται για μια βαθύτατη δυσπιστία απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται ως δεδομένο, απέναντι σε βεβαιότητες κάθε είδους, ακόμα και της πιο απλής αλήθειας. Η εν λόγω στάση όμως δεν έχει απορριπτική χροιά, αλλά αποτελεί την έναρξη μιας ευρύτερης αναζήτησης.

22Από το πρώτο της μυθιστόρημά της [Η μεγαλύτερη ελπίδα, 1948], που πήρε το πρώτο βραβείο της Ομάδας του 47 [Gruppe 47] το 1952 μέχρι την κατάκτηση των σημαντικότερων λογοτεχνικών βραβείων της χώρας της, η Άιχινγκερ παρέμεινε το μεγάλο «αουτσάιντερ» της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Τα έργα της  περιλαμβάνονται στον Κανόνα, σε αντίθεση με εκείνα της I. Bachman  και των άλλων της Ομάδας του 47 (G. Grass, H. Boell). Η ιδιότυπη και απαιτητική γραφή της, ο έντονος ποιητολογικός της χαρακτήρας αλλά και το γεγονός ότι η πολιτική της εγρήγορση απέχει από τις αρχές της στρατευμένης λογοτεχνίας δυσκόλεψαν τόσο την κριτική όσο και την αναγνωστική της πρόσληψη.

Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Βιέννη το 1921. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από την χιτλερική Γερμανία η Εβραία μητέρα αναγκάστηκε να κλείσει το ιατρείο της και έχασε τη θέση της στο κρατικό νοσοκομείο καθώς και το διαμέρισμά της. Ενώ οι συγγενείς της κατέληξαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκτελέστηκαν εκείνη εξαιρέθηκε σύμφωνα με τους νόμους περί φυλετικής καθαρότητας, καθώς η κόρης της ήταν ημιεβραία.

3Η δυσπιστία της Άιχινγκερ αφορά και στη σιωπή απέναντι στον θάνατο. Η θεματική του θανάτου στα ποιήματά της στρέφεται εναντίον κάθε προσπάθειας αποσιώπησης. Συνεπώς αμφισβητείται η δεδομένη στις δεκαετίες του 1950 και 1960 ρητορική της «νέας αρχής» και της αντίστοιχης λήθης του «κακού» ναζιστικού παρελθόντος. Να βρεις,/να βρεις τώρα, /πού πήγαν εκείνοι,/που ήσαν εδώ/ριψοκίνδυνοι και σιωπηλοί, /σε ποιες μορφές, /χορωδίες, παροδικότητες/έγιναν άφαντοι. [«Έπειτα»]

Η συγγραφέας έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, θέατρο, μικρά πεζά και αφορισμούς. Η Επίκαιρη συμβουλή με τον υπότιτλο μικρά πεζά και ποιήματα περιλαμβάνει επιλογή έργων από τις συλλογές διηγημάτων Ο δεσμώτης [Der Gefesselte, 1953], Ελίζα Ελίζα [Eliza Eliza, 1965], Κακές λέξεις [Schlechte Wörter, 1976] και από την ποιητική συλλογή Συμβουλές για χάρισμα [Verschenkter Rat, 1978]. Η εξαιρετική έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγή με βιογραφικά της συγγραφέως και υποδειγματικό επίμετρο με τρία δοκιμιακά κείμενα (Η Άιχινγκερ και η κριτική, Κρίση και κριτική της γλώσσας, Ποιητική της δυσπιστίας) – στα οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η παρούσα παρουσίαση–, «λίγα λόγια για τη μετάφραση», επιλογή βιβλιογραφίας και 34 σημειώσεις.

4Β. Η αντιστροφή των όρων

Η σιωπή του μεσημεριού απλωνόταν σαν βαριά παλάμη πάνω από το σταθμό και το φως έδειχνε καταβεβλημένο από την ίδια του την ένταση. Ο ουρανός πάνω από τα υπόστεγα ήταν βίαιος και γαλάζιος, έτοιμος εξίσου και να προστατέψει και να συντριβεί… [σ. 32]

«Η αφίσα» αποτελεί την ιστορία ενός άνδρα που κολλάει αφίσες στον σιδηροδρομικό σταθμό και μισεί τα λεία νεανικά τους πρόσωπα, του αγοριού στην αφίσα που γελάει με τρόμο μπροστά σε μια θάλασσα, σε μια διαφήμιση κατασκήνωσης, των γυναικών της αφίσας στην απέναντι αποβάθρα, τις καθηλωμένες με ακριβά ρούχα και με την βλάσφημη επιθυμία να κρατήσουν για πάντα όσα δε μπορούσαν να κρατηθούν, του παραληρήματος του αφισοκολλητή και του χάρτινου θανάτου του αγοριού. Όπως σε όλα τα πρώιμα κείμενα της Άιχινγκερ η δύσπιστη οπτική οδηγεί σε πλήρη αντιστροφή των όρων ισχύος και στην τροποποίηση της αντικειμενικής καταδίκης σε εσωτερική νίκη.

7Να βρει κανείς το θάρρος να μετατρέψει το παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του, του οποίου τους κανόνες δεν όρισε εκείνος, στο δικό του παιχνίδι. // Αν δούμε τα πράγματα σωστά, μπορούμε να στερέψουμε τα όσα φαίνονται εναντίον μας υπέρ ημών, μπορούμε να αρχίσουμε να αφηγούμαστε από το τέλος προς την αρχή και ο κόσμος ανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Τότε μιλάμε, στεκόμενοι κάτω από την αγχόνη, για την ίδια τη ζωή. [σ. 237]

Στη δεύτερη συλλογή της κάθε βεβαιότητα αποδομείται οριστικά και τα πάντα επιδέχονται συνεχή αμφισβήτηση. Στο εξής, διατείνεται, η γνώση θα διαρκεί όσο μια παράγραφος και ο αναγνώστης θα αναγκάζεται να παραιτηθεί από μια ολοκληρωμένη ερμηνεία και να αρκεστεί σε αλληλοαναιρούμενες εικασίες. Στο κείμενο Οι εραστές των δυτικών κιόνων παρουσιάζονται δυο κατηγορίες ανθρώπων: οι «εραστές», που διαφυλάσσουν την ατομικότητά τους, και οι «ενταγμένοι». Οι δεύτεροι έχουν τη δύναμη χάρη στη συσπείρωση σε ομάδες και ωθούν τους εραστές σε εξαφάνιση.

Γ. Η δυσπιστία για την γλώσσα

5-Κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει τον άλλο. Αδέλφια, γονείς και παιδιά δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Βασικό μέσο της μη κατανόησης είναι η γλώσσα. Και για τους πιο απλούς όρους δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η ίδια λέξη αντιστοιχεί στις ίδιες παραστάσεις για όλους. […] Εξαιτίας της γλώσσας τους οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν ποτέ να γνωριστούν μεταξύ τους. [σ. 222]

Τα λόγια του Fritz Mauthner εκφράζουν ιδανικά την εμμονή της συγγραφέως κατά την μετά το 1970 γραφή της, στην οποία κομβική θέση κατέχει ο γλωσσικός προβληματισμός, που φτάνει μέχρι και τον ακραίο γλωσσικό αναστοχασμό, μέσα και στο πλαίσιο της γλωσσικής απορίας μετά το 1945, περίοδο που σηματοδότησε την εμφάνιση της λογοτεχνίας [«μέσα από τα συντρίμμια», «της ώρας μηδέν», «tabula rasa»]. Το θέμα είναι πάντα συναρπαστικό και μπαίνω στον πειρασμό να σταχυολογήσω από την πολύτιμη συνοπτική παρουσίαση της παράδοσης της κρίσης της γλώσσας στον 20ό αιώνα που μας παραδίδει στο επίμετρο η μεταφράστρια.

6Στην νιτσεϊκής καταγωγής δυσπιστία απέναντι στη γλώσσα ως τρόπου προσέγγισης της πραγματικότητας προστίθεται η χρήση της γλώσσας ως τρόπου χειραγώγησης και φορέα ιδεολογημάτων, που υπήρξε ένα από τα βασικά όπλα του εθνικοσοσιαλισμού. Οι γερμανόφωνοι συγγραφείς αντέδρασαν είτε με την συνειδητή χρήση μιας γλώσσας «κυριολεκτικής» και, απογυμνωμένης από κάθε λογοτεχνικότητα  ή με την στροφή προς μια ερμητική γραφή που έφτανε μέχρι και τη σιωπή, ακόμα και με την πρόταση μιας απόλυτα ποιητικής γλώσσας.

Ο φιλόσοφος Fritz Mauthner θεωρεί τη γλώσσα «έκπτωτη» και ως εκ τούτου ανεπαρκή προκειμένου να φτάσει ο άνθρωπος στην αλήθεια. Η φυλακή της γλώσσας καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε απόδραση, καθώς τόσο η σκέψη όσο και η ενθύμηση είναι οργανωμένες λεκτικά. Μόνη λύση η συνειδητή χρήση της γλώσσας και η ελάττωση της μαζικής κατανάλωσης και εκφοράς λέξεων. Στην περίφημη επιστολή του λόρδου Τσάντος του Hugo von Hofmannstahl η γλωσσική κρίση αποκαλύπτεται και ως κρίση ταυτότητας, ενώ ο συγγραφέας Karl Kraus βάλλει ενάντια στην ακατάσχετη πλημμύρα κενών εκφράσεων και αναδεικνύει τη πολιτική και ιδεολογική διάσταση της γλώσσας.

Ilse AichingerΗ Άιχινγκερ αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της γλώσσας ως μέσου διαπροσωπικής επικοινωνίας αλλά και πρόσληψης και περιγραφής της πραγματικότητας, ακριβώς όπως οι προαναφερθέντες. Δεν μένει παρά η αναζήτηση μιας άλλης, πραγματικής γλώσσας που αντί να δηλώνει περιορίζεται στο να υπονοεί, ανοίγοντας την προοπτική μιας άλλης οπτικής γωνίας, ενώ παράλληλα θα αποκαλύπτει την ανακρίβεια και την ιδεολογική φόρτιση κάθε γλωσσικής έκφρασης, συνεπώς και το συσχετισμό γλώσσας και εξουσίας. Το όνειρο μιας ιδιαίτερης γλώσσας απορρίπτεται οριστικά: η γλώσσα παρουσιάζεται όχι πια ως ο ιδιότροπος δικτάτορας που απαιτεί υποταγή, αλλά ως εργαλείο.

Φτάνουν κilse-aichinger-10αι οι εμπνεύσεις μου, που δεν είναι καν οι δικές μου, γιατί αν ήταν θα λέγονταν αλλιώς. Θα μπορούσε κανείς να τις πει εκπνεύσεις μου αλλά όχι εμπνεύσεις μου. [σ. 245]

Εκδ. Ροές, 2009, [Γερμανόφωνοι συγγραφείς], μετάφραση – επίμετρο: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, 269 σελ.

21
Ιολ.
13

Χίλντα Παπαδημητρίου – Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Μ1ια ολόκληρη δισκογραφία ενόχων

Εμένα παππούδες μου είναι ο Βαμβακάρης και ο Τζων Λη Χούκερ. Θείοι μου ο Αδάμης Μελισσηνός και ο Έρικ Μπάρτον. Η μάνα μου με νανούριζε με σμυρναίικα και Χατζιδάκι και ο πατέρας μου άναβε κάθε βράδυ το ραδιόφωνο με τις λυχνίες για να ακούσει τα μπλουζ του Μισσισιπή…

… έλεγε ο Απόστολος Μελισσηνός, προικισμένος τραγουδιστής και αξίως κι επαρκώς αγαπημένος του κοινού του, αλλά τι κληρονομιά αφήνουν τα λόγια όταν η φωνή σιωπά και το σώμα εξαφανίζεται; Και τι μένει από το ίδιο του έργο, και τι απομένει στις μνήμες των άλλων όταν ο δημιουργός μεταβαίνει σε κόσμους άλλους; Η απάντηση δε μπορεί παρά να διαμερίζεται στα πρόσωπα που σχετίστηκαν μαζί του ή αγάπησαν τα τραγούδια του. Και στο μυθιστόρημα υπάρχουν αρκετοί κι από τις δυο μεριές. Αλλά υπάρχει και μια μαύρη τρύπα που οφείλει να κλείσει για να συνεχίζει η μουσική του το ταξίδι της: η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, η απονομή του φυσικού δικαίου της ίδιας της δημιουργίας της. Και πάλι εδώ πολλοί θα εμπλακούν, αλλά μόνο ο εντεταλμένος των θεσμών, αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, θα λάβει κλήση ανίχνευσης του πλέον απρόσμενου εγκλήματος. Κι ας βρίσκεται ο δύσμοιρος στην αρχή των πολυπόθητων διακοπών του και στο μέσ2ο ενός θέρους φλογοβόλου και δραματικά φλογοφόρου.

Προτού ο Μελισσηνός εξαφανιστεί στην ούτως ή άλλως τα πάντα απορροφούσα Κρήτη, έχει από καιρό διατρανώσει την οικογενειακή του καταγωγή από τον μυθικό λυράρη Αδάμη Μελισσηνό κι έχει μείνει αδιάψευστος με τα χρόνια· η εξαργύρωση της τιμητικής ρίζας έγινε πάνω στη σκηνή: ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την κιθάρα με κρητική λύρα ή με λαγούτο, δημιουργώντας το ρεύμα του μεσογειακού ροκ! Και καθώς το ρεύμα τώρα φύσηξε μακριά, μένει μια χαμένη λύρα, ένα τσαλακωμένο αυτοκίνητο στο φαράγγι του Ίμπρου, ένα καλοδιπλωμένο γυναικείο μαντίλι, το αποτύπωμα τροχού μηχανής στο πορτμπαγκάζ κι ένα κρητικό μαχαίρι στο στέρνο. Και τεθλιμμένοι φίλοι, πολλοί τεθλιμμένοι φίλοι.

Για τον Χάρη Νικολόπουλο και τις χαώδεις του διαφορές από τον μέσο όρο τόσο των αρχετυπικών λυτών μυστηρίου έχουμε ήδη γράψει κατά την πρώτη του γραπτή περιπέτεια, όταν αναζητούσε εκείνον που σκότωσε Για μια χούφτα βινύλια. Εδώ μπορούμε να απολαύσουμε την αυτόφωτη συστηματική του ακόμα περισσότερο. Αυτός ο μοναχικός εργάτης ενός δικαίου που εκλείπει από παντού, μοιάζει να ισορροπεί μόνο στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όσο κι αν η ζωή του καταβρέχ5εται από τις φουρτούνες, στη δουλειά του αποδεικνύεται η απόλυτα ήρεμη δύναμη που αρχινά ανθρώπινα, προχωρά λογικά, επεκτείνεται διαισθητικά, βηματίζει μεθοδικά – κι ας σιγοβράζει εντός. Ανάμεσα στους ταραγμένους δορυφόρους χαρακτήρες που τρέχουν γύρω γύρω του για να τον ζαλίσουν, εκείνος παραμένει στην πορεία του, ακόμα κι όταν τα φώτα γύρω του σβήνουν κι ο δρόμος του χάνεται. Διόλου τυχαία – κι αυτό κι αν σπανίζει στα μαύρα αναγνώσματα – όταν στις σελίδες έρχεται η σειρά του, ο αναγνώστης ηρεμεί. Ενίοτε και τον χαζεύει, κάποτε δε συμπάσχει.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Χάρης ερευνά στο γραφείο του Απόστολου και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εντυπωσιακό τζουκμπόξ Wurlitzer, σαν εκείνο που χάζευε μικρός στην επαρχιακή ταβέρνα ή έμαθε από τις παλιές ταινίες. Σταματάει κάθε άλλη έρευνα και αναζητάει ένα 45άρι με μαύρη ετικέτα. Η σκηνή δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς – αλλά μέσα στο απειροελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο μηχανισμό του βραχίονα και τους πρώτους στίχους ο Χάρης είναι ένας άλλος Χάρης, ή, μάλλseeburgc_jukebox_11ον, ο πραγματικός Χάρης. Ο ίδιος Χάρης που αργότερα θα πληγωθεί όταν κάποια τυχάρπαστη δημοσιογραφίσκη θα γράψει πως ο αστυνόμος που αναζητά τους φόνους των μουσικών, δεν ακούει καν μουσική.

Αλλά τουλάχιστο θα έχει την τύχη να έχει δίπλα του ερίτιμη συνεργάτιδα, μοιραζόμενος μαζί της την βεβαιότητα ότι άλλο πράγμα ο κινηματογράφος και τα βιβλία, κι άλλο η ζωή, αλλά και τον δοτό Παρασκευά, ενίοτε καρτούν αλλά γερό γνώστη μερικών απαραίτητων ήχων, κι ίσως το κοινό τους ανηφόρισμα στο Εκράν για το Γεράκι της Μάλτας ακριβώς να μαρτυρά έναν παλιό κώδικα και μια νέα σεμνότητα. Ο νεαρός άλλωστε θα ανακαλύψει κι έναν δεύτερο νεκρό σε μια κινηματογραφικότατη σκηνή βαλκανικής κωμωδίας, διαμέσου γειτονικού ακάλυπτου, αλουμινένιας σκάλας και πλημμυρισμένου μπάνιου. Πιθανώς μια παλαιο-νεοελληνική εκδοχή του αξιώματος «ο καθένας έχει τον θάνατο που του αξίζει»;

3 - ΠουλικάκοςΌταν κάποιος είναι αθώος και τον καλούν για ανάκριση, αισθάνεται ενοχές ακόμα κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όταν είναι ένοχος, προβάρει ιστορίες και δικαιολογίες και συνήθως μιλάει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αυτό το είχε διαβάσει κάποτε σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την εποχή που πήγαινε στη σχολή. Και στην πράξη είχε διαπιστώσει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι…

… σκέφτεται ο Χάρης, αλλά πώς να βγάλεις άκρη με τόσους εμπλεκόμενους, ποιον να πάρεις και ποιον ν’ αφήσεις; Τον λάτρη του Πουλικάκου και πιστό του καθαρόαιμου ροκ ήχου, σαν του Εξαδάκτυλου, Φάνη, που δεσμεύεται με την αδελφή του Απόστολου Εριέττα; Τον μπασίστα Θοδωρή που επιμένει να ανεβάσει τον Νικολόπουλο μέρα μεσημέρι στα παντέρμα ορεινά χανιώτικα χωριά και να του μάθει τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Τουμάνι Ντιαμπατέ; Τον  ανεκδιήγητο «Ακατοίκητο» Πέτρο Πάκμαν που υποφέρει στις δικές του ανταγωνιστικότητες; Τον ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Βohemia Records που επιζητά με νύχια και με δόντια να κρατήσει τον Απόστολο μακριά από τις πολυεθνικές; Την άλλοτε ερώμενη και νυν μάνατζερ Νίνα; Τους έτερους αυλικούς και γελωτοποιούς του βασιλιά; Όλους όσους ήθελαν δουλειά στη μπάντα και στις ηχογραφήσεις του Απόστολου;

4 - Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος - Παντελής Δεληγιαννίδης]Ίσως κάποιες απαντήσεις πάνε πολύ πίσω: Στις παρέες και στα δοξασμένα τους συγκροτήματα· στις πρόβες στο πλυσταριό, στα βιβλία με τα ακόρντα των Simon & Gartfunkel, στους ψαγμένους στίχων του Νικ Ντρέικ και του Πήτερ Χάμιλ, στις συναυλίες σε καταλήψεις των ΚΑΤΕΕ, σε παλιές επαγγελματικές κάρτες στούντιο, στον φίλο στο αμαξίδιο που είχε μια οντισιόν στους Magic de Spell λίγο πριν το ατύχημα, στις πικρές κουβέντες την παραμονή της τελευταίας συναυλίας και ξανά στις παλιές παρέες που «κρύβουν μυστικά, έχθρες, μνησικακίες και ανταγωνισμούς». Αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την εποχή:

Όταν απολύθηκε, τέλη του 1981, νοίκιασε ένα δώμα στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας στο Κουκάκι. Βρήκε λίγα μαθήματα σ’ ένα ωδείο και δυο τρία ιδιαίτερα, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή μ’ αυτά. Ο Απόστολος τα ζύγισε, τα συζήτησε με τον Αναστάση που δούλευε σε σκυλάδικο για να βγάλει το ψωμί του, και με βαριά καρδιά έπιασε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό. Πίστευε ότι στη διάρκεια της μέρας θα έβρισκε χρόνο να δουλεύει τα τραγούδια του, αλλά η ρουτίνα του σκυλάδικου τον αποχαύνωσε και τον έριξε στο βαθύ πηγάδι της απελπισίας. Τρεις σεζόν άντεξε… 

3893629859_ebb3e073ed_zΊσως λοιπόν αυτή να ήταν η πρώτη μεγάλη αιμορραγία του ελληνικού ροκ, όταν διέφυγε από τις συμπληγάδες των συντηρητικών ή φασιστικών καθεστώτων και της φοβικής κοινωνίας των εικοσιπέντε μεταπολεμικών χρόνων: η επιβίωση στην άλλη άκρη των βαρέων λαϊκών. Οι αλλοτινοί ρόκερς επάνδρωναν τις ηχογραφήσεις των σκυλάδικων για να βγάζουν το ψωμί τους κι έφτιαχναν τον … ήχο των δισκογραφικών της Ομόνοιας. Οι τυχερότεροι κατέληξαν να δουλεύουν στις ταβέρνες του Καρέα, σε κομματικές συνεστιάσεις και στις γιορτές των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής. Κι αν κατορθώσεις και διασωθείς, η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια και μόνο στις συναυλίες στηρίζεται πια, ο τελευταίος δίσκος βγαίνει πειρατικός και πάμφθηνος, οι πολυεθνικές σε αγοράζουν κοψοχρονιάς και «τα καλύτερα» θα βγουν προσφορά στις φυλλάδες. Τουλάχιστο μετά θάνατον σε περιμένει αυξημένη λατρεία, καμιά φιλανθρωπική συναυλία, προσφορές στις εφημερίδες, δίσκος με ανέκδοτα, κάποιος μουσικός που θα ισχυριστεί πως έχει τις τελευταίες σου ηχογραφήσεις.

DSC_4464Βλέπετε, ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους, τους παράλληλους της μουσικής και τους επάλληλους της δημιουργίας, τα εγκλήματα δεν περιμένουν αιμοσταγείς φυσικούς αυτουργούς. Έχουν ήδη συμβεί από πολύ καιρό, δεν έπαψαν ποτέ να διαπράττονται, δεν αφαιρούν μόνο ζωές αλλά και συνειδήσεις. Αφήνουν σπουδαία ταλέντα σε χωματερές μουσικών, αφήνουν ανθρώπινα ράκη με διαψευσμένα όνειρα. Ένας ολόκληρος κόσμος πια μπορεί όχι μόνο να φτάσει στα άκρα για τα αγαθά που χάνει ή που νομίζει πως είχε. Εδώ τα άλλοθι δεν έχουν καμία σημασία και όλοι έχουν τους λόγους τους να σκοτώσουν. Και καθώς οι ράγες των ενόχων καταλήγουν στο τέρμα, μένει η αίσθηση πως δεν είχε σημασία ο οδηγός αλλά το όχημά του. Τουλάχιστο κάποιοι ψάχνουν το συναίσθημα της γαλήνης μετά την τρικυμία ή, έστω, ακόμα και μια προσωπική τραγωδία, ώστε να ζήσουν τη γαλήνη μετά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 347.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Ακουστική λίστα εδώ. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: Δημήτρης Πουλικάκος, Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος – Παντελής Δεληγιαννίδης]. Ο πρώτος τραγούδησε το ιδανικότερο στιχούργημα για το βιβλίο: Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν, έχουνε όλοι κακούς σκοπούς. Οι δεύτεροι συνυπάρχουν μαζί Μπουρμπούλια, Πελόμα Μποκιού, Διόσκουρους κ.ά. σε μια 60άρα TDK σε κρίσιμο της πλοκής σημείο.

19
Ιολ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 130. Γιώργος Στόγιας

γσ jpgΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως, σας προτείνω όμως να πάμε στις 04:48, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου έργου της Σάρα Κέιν, μήπως πάρουμε καμιά λογική κουβέντα από τους ήρωές του. Την υπόλοιπη ημέρα, στα μαθήματα, στα ρακάδικα, στα μπαρ, στις ερωτοτροπίες και στις παραισθήσεις, δεν πρόκειται να μας δώσουν ιδιαίτερη σημασία, υπεροπτικοί και αγενείς μέσα στον φοιτητόκοσμό τους. Τέτοιες στιγμές όμως είναι σαν να προσγειώνονται βίαια στην πραγματικότητα (που οι ίδιοι αμφισβητούν ότι υπάρχει). Ανάμεσα στα συντρίμμια μπορεί να βρούμε το μαύρο κουτί που περιέχει τόσο τους χειρισμούς που οδηγούν κάθε νύχτα στο οιονεί μοιραίο ατύχημα, αλλά και πιο πίσω, τον σχεδιασμό της πτήσης.   

earino  front coverΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ο ιδανικός μου τόπος για να γράφω θα ήταν ένα ηχομονωμένο διαφανές γυάλινο δωμάτιο σε ένα πολυσύχναστο καφεστιατόριο όπου κανείς δεν θα μου δίνει σημασία και εγώ θα μπορώ να σηκώνω το κεφάλι από την οθόνη του υπολογιστή μου, να αφήνομαι για λίγο στην παρακολούθηση της δραστηριότητας των άλλων, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου δίχως δράμα, και μετά να επιστρέφω στην ιστορία μου…

Το καλοκαίρι του 2010, προσπαθούσα για δυο μήνες στο γραφείο μου να ζωντανέψω την πρώτη πρόβα στην οποία συμμετέχει η Ντίνα, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος «Εαρινό Εξάμηνο». Χρειάστηκε να βρεθώ μέσα Αυγούστου στο βροχερό Άμστερνταμ, σε ένα προσωπικό συνεχές διάλειμμα από τις εργασίες ενός διεθνούς συνεδρίου Ιστορίας, σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον που έσφυζε από, αδιάφορη προς εμένα, ανακουφιστική φλυαρία, για να καταφέρω, ελεύθερος πια από καθρέφτες και πειρασμούς, να ολοκληρώσω τη σκηνή και να προχωρήσω στο σκοτεινότερο δεύτερο μέρος του βιβλίου μου.

22-1Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Επειδή όσο καιρό είμαστε μαζί τούς δίνω τα πάντα που έχω, συχνά σε βάρος του σώματός μου και των πραγματικών ανθρώπων γύρω μου (εννοώ αυτούς που δεν είναι μόνο στο μυαλό μου αλλά και στο δικό τους), όταν τελειώνει αντικειμενικά η σχέση μας, προσπαθώ να τους ξεχάσω, σαν ποτέ να μην ήταν τίποτα περισσότερο από χαρακτήρες στο χαρτί ή στη σκηνή. Συμπεριφέρομαι δηλαδή σαν εραστής που μετά τον χωρισμό προετοιμάζεται να αποκρούσει κάθε πιθανή υπόμνηση από το παρελθόν, αλλάζω διεύθυνση, τηλέφωνα, ντύσιμο και μέρη που συχνάζω. Δεν μαθαίνω ποτέ αν η αγάπη μου πληγώθηκε από τη στάση μου γιατί και αυτή εξαφανίζεται, σαν να μη ζήσαμε τίποτε ποτέ μαζί, ένα αίσθημα κενού που μου γεννάει απορία σχετικά με τη σκοπιμότητα της δικής μου δημιουργικότητας. Ώσπου, δυο-τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, εμφανίζεται ξαφνικά σαν φάντασμα και χωρίς λόγια μου εξηγεί τα πάντα, γιατί έκανα εκείνο το έργο, τι σήμαινε για μένα, πού έκανα λάθος.

Βίτκιεβιτς 1Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο θεατρικό «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Πολωνού συγγραφέα Στάνισλαβ Βίτκιεβιτς υπάρχει ένας ήρωας, ο Πάρβις, που συχνάζει στα μπαρ του Σίδνεϊ και πυροβολεί όποιον τον αποκαλέσει «καλλιτέχνη». Με παρόμοια λογική, που δεν αντέχω όμως να την φτάσω στα άκρα γιατί δεν μισώ τον εαυτό μου στο σημείο που το έκανε εκείνος αλλά και ο δημιουργός του, δεν θέλω να έχω συνήθειες, μέθοδο, ταυτότητα, υποχρέωση, επαγγελματική σχέση με τις ιδέες μου. Θέλω να επιτρέπω στον εαυτό μου τη δυνατότητα να μην ξαναγράψω λέξη εάν δεν έχω σοβαρό λόγο να το κάνω. Ακόμη καλύτερα: ο κανόνας να είναι να μην ξαναγράψω τίποτα, παρά μόνο στην περίπτωση που θα νιώθω την απόλυτη ανάγκη γιατί έχω κάτι να πω και θέλω να το βάλω σε λέξεις… Σε πιο πρακτικό επίπεδο, την κατεύθυνση των επόμενων βημάτων, στο πλαίσιο πάντα του μεγάλου σχεδίου της αφήγησης, την επεξεργάζομαι σε καταστάσεις όπου δεν έχω τον συνήθη έλεγχο του σώματός μου, όπως όταν τρέχω, όταν κάνω μπάνιο, όταν με παίρνει ο ύπνος (ευτυχώς όχι όταν κάνω έρωτα!). Η λεπτομερής δουλειά όμως γίνεται κατά τη διαδικασία της γραφής, όπου πολλές ειλημμένες αποφάσεις αναθεωρούνται.

1732Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Σαν να είμαι βγαλμένος από παροιμία προτιμώ να κοιμάμαι με τις κότες και να ξυπνάω πολύ νωρίς, έχοντας μπροστά μου όλο το πρωινό για δουλειά. Δυστυχώς, λόγω επαγγελματικών, κοινωνικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, σπάνια έχω την πολυτέλεια για πολλές ώρες απρόσκοπτης συγκέντρωσης. Έτσι, κλέβω χρόνο από όπου βρω και μετά προσπαθώ να ενώσω τα αποσπασματικά διαστήματα δημιουργικότητας σαν τα αδρά κομμένα κομμάτια ενός παζλ του οποίου δεν έχω τη συνολική εικόνα (αλλά ξέρω ότι υπάρχει).

Έχω ένα «θεματάκι» με το στοματικό στάδιο που μου βγαίνει σε όλη του την ένταση όταν έχω αγωνία. Παλαιότερα, στις πρόβες κάπνιζα πακέτα ολόκληρα, ενώ τα τελευταία χρόνια που έχω κόψει το τσιγάρο, όποτε στο γράψιμο βρίσκομαι σε αδιέξοδο ανοίγω την πόρτα του ψυγείου για να βρω συναισθηματική συμπαράσταση και ενέργεια. Γνωρίζω βέβαια ότι όλα αυτά είναι ένα αργά καταστροφικό μίγμα από παιδικές ανασφάλειες και κακές τεμπέλικες συνήθειες που ουσιαστικά δεν έχουν καμία σχέσηPortrait_of_Henry_James_1913 με τη δημιουργικότητα. Έχω ξεκινήσει ήδη να ελέγχω αυτή την αδυναμία μου. Δεν έχει νόημα να κάνω κάτι που το έχω επιλέξει μόνος μου, που μπορεί να με ικανοποιήσει, και μετά να νιώθω πιο δυστυχισμένος και γελοίος από ό,τι πριν.

Η μόνη ώρα που δεν ακούω μουσική είναι όταν γράφω (στον ύπνο μου συχνά βλέπω ότι ψαχουλεύω βινύλια σε ένα δισκάδικο της φαντασίας μου που έχει όλα αυτά που έψαχνα καιρό, ακόμη και από συγκροτήματα που δεν υπάρχουν). Πριν από πολλά χρόνια ήμουν με μια κοπέλα σε μια πανέμορφη ερημική παραλία. Σχεδόν προσβεβλημένη, με ρώτησε γιατί έπρεπε, ακόμη κι εκεί, να κουβαλώ μουσική (από το φορητό στέρεο ακουγόταν το “Let’s see the sun” των Fleshtones). Η απάντηση που της έδωσα ήταν πως «έχω την ανάγκη μιας συνεχούς αναφοράς σε έναν παράλληλο κόσμο από τον οποίο να παίρνω δύναμη και ιδέες». «Μοιάζει με θρησκεία, έστω κοσμική πίστη», θα μπορούσε να μου είχε αντιτείνει και να κάναμε ωραία κουβέντα, αλλά εκείνη απλά στραβομουτσούνιασε και απομακρύνθηκε.

Albert_Edouard_Sterner_-_Portrait_d'Oscar_WildeΌταν γράφω όμως, φτιάχνω εγώ τον παράλληλο κόσμο και θέλω να συγκεντρώνομαι απόλυτα, είναι η ώρα της σοβαρής δουλειάς. Ουσιαστικά, πάλι ακούω μουσική, αλλά αυτή τη φορά είναι η δική μου.

Δυσκολεύομαι να απαντήσω την ερώτηση σχετικά με το ποιες είναι οι μουσικές μου προτιμήσεις, είναι σαν να μου ζητάτε την αυτοβιογραφία μου. Παίρνοντας την ευκαιρία από το Grotesque των The Fall που ακούω τη στιγμή αυτή που γράφω, θα έλεγα ότι βρίσκομαι γύρω από ένα μόνιμο 1979, εκεί που το πανκ προσπαθεί να σκεφτεί, να αποκτήσει ιστορική συνείδηση και να υπερβεί τα όρια του, επικοινωνώντας με άλλα ρεύματα και αναδημιουργώντας τον εαυτό του.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι στα Παιδαγωγικά και στην Ανάπτυξη αναλυτικών προγραμμάτων και βιοπορίζομαι από την εργασία μου ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας και ως εμψυχωτής θεατρικών εργαστηρίων σε σχολεία της Ζώνης Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας. Στο «Εαρινό Εξάμηνο» υπάρχει ένα κεφάλαιο όπου η Ντίνα δέχεται να δουλέψει εθελοντικά ως εμψυχωτής θεατρικού παιχνιδιού στο υπό κατάληψη κτίριο όπου στεγάζεται ένα Κέντρο Υποστήριξης Μεταναστών. Στο πρώτο μάθημα κάνει τουλάχιστον δέκα σοβαρά παιδαγωγικά λάθη και οι συνέπειες δεν θα αργήσουν να φανούν. Εκεί, σίγουρα υπάρχει εμφανή απορρόφηση της επαγγελματικής εμπειρίας μου στη γραφή (η διαφορά είναι ότι εγώ δεν έκανα ποτέ και τα δέκα λάθη στο ίδιο μάθημα!).

31 dina-saur-1-finalΔεν ξέρω πώς θα ήταν η γραφή μου αν έκανα άλλη δουλειά, ή αν είχα εισοδήματα από τον ουρανό και μπορούσα να αφοσιωθώ σε αυτά που θέλω. Σε γενικότερο επίπεδο, θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες συνδέσεις μεταξύ της διδακτικής και της συγγραφικής εμπειρίας, πάντα με τον κίνδυνο της απλούστευσης: Η αργή και κοπιώδης εξέλιξη, σε σημείο να δίνει την εντύπωση ακινησίας, ώσπου ξαφνικά γίνεται ένα άλμα και ο μαθητής έχει αποκτήσει νέες δεξιότητες, το κείμενο ρέει και αποκτά νόημα. Ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνομαι μοιάζει στο μυαλό μου με ξύπνιο παιδί, ικανός να ενθουσιαστεί βαθιά και να συμμετέχει ενεργητικά όταν αξίζει το μάθημα που έχω προετοιμάσει, αλλά και ευαίσθητος σε σημείο να απογοητευτεί και να με κοιτάξει διαπεραστικά όταν νιώσει ότι τον κοροϊδεύω και ότι είμαι ένας μεγαλόσχημος απατεώνας.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα μέχρι τότε που μπορούσα να εκπλήξω τον εαυτό μου κάθε στιγμή. Έφτασε όμως η στιγμή που φοβόμουν την αμέσως επόμενη αντίδρασή μου. Τι θα έλεγα, τι θα έκανα, ήταν για εμένα ένα τρομακτικό μυστήριο. Έτσι ευχήθηκα να μην είμαι απρόβλεπτος κι ας χάσω την έμπνευσή μου. Ένα είδος συμφωνίας με το διάβολο, ανάποδη από εκείνη όπου κάποιοι δίνουν την ψυχή τους για την έμπνευση. Από τότε προσπαθώ να επαναδιαπραγματευθώ τους όρους της συμφωνίας, το μυθιστόρημά μου αποτελεί κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Αν κάποτε τα καταφέρω, θα γράψω ποίηση ξανά.

mbΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μιχαήλ Μπουλκάκωφ. Διαβάζοντας τη ζωή και το έργο του συχνά κλαίω και άλλοτε γελάω (το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Θεατρικό μυθιστόρημα» είναι γεμάτο κωμικά στοιχεία). Το να στέλνει γράμμα στον Στάλιν επαφιόμενος στην καλή του διάθεση, την ικανότητά του για αισθητικές κρίσεις αλλά και τα ανθρώπινά του αισθήματα, έχει κάτι γκροτέσκο που με γεμίζει τρόμο και οίκτο. Ναι, θα ήθελα πολύ να είχα τρεις μήνες να διαβάσω ξανά τα βιβλία και τα πάντα γύρω από αυτόν, με σκοπό να διερευνήσω τους τρόπους, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των είκοσι πρώτων χρόνων μετά τη ρωσική επανάσταση, που η ζωή και το έργο του είναι αλληλένδετα (ή να ανακαλύψω κενά διαστήματα, χάσματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας αποπειράθηκε να διαφύγει προς την ελευθερία).

Τι γράφετε τώρα; 

Δυο συλλογές με σύντομες ιστορίες, τη μία θα μπορούν να τη διαβάσουν και παιδιά.

artwork_images_425114561_801386_ronaldbrooks-kitajΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Να μια ερώτηση που πάντα με δυσκολεύει, σαν να με ρωτούν ποιον από τους γονείς αγαπώ περισσότερο, κι αυτό επί εκατό. Για να μην δώσω «άσπρη κόλλα», Σαίξπηρ, Θερβάντες, Χένρι Τζέημς, Τόμας Χάρντι, Όσκαρ Ουάιλντ, Χέρμαν Μπροχ, Φίλιπ Ροθ. Άμα έρθει κανένας από αυτούς που άφησα έξω και δεν με αφήνει να ησυχάσω με τα παράπονά του, θα σας τον στείλω να του κάνετε ειδικό αφιέρωμα στο Πανδοχείο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πάλι ενδεικτικά, «Η ζωή του Τρίσταμ Σάντι» , «Μόμπι Ντικ», «Άννα Καρένινα», «Ευλογία της γης», «Ο Τυχερός Τζιμ», «Μόνος στο Βερολίνο», «Ο κυνηγός», «Γαλλική Σουίτα».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

6a00e54fcf73858834017ee9c8e2ce970d-800wiΑυτή τη φορά θα είμαι απόλυτος: τα διηγήματα του Σίνγκερ Ισαάκ Μπάσεβις και του Δημήτρη Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Για πολλά χρόνια δεν διάβαζα σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Φαίνεται ότι ζώντας κι εγώ τον μύθο της «ισχυρής Ελλάδας», νόμιζα ότι βρισκόμουν υπεράνω υλικών όρων, ένας «αναγνώστης του κόσμου» χωρίς δικό του τόπο (όχι γιατί τον έχει υπερβεί ουσιαστικά, αλλά γιατί απλά δεν θέλει να τον κοιτάει). Μετά την προσγείωση, νιώθω μεγαλύτερη επιθυμία να διαβάσω κείμενα που έχουν γεννηθεί μέσα σε αυτή τη διαδοχή των εποχών, συγγραφείς με τους οποίους μοιράζομαι αναγκαστικά, κάποιες έστω, κοινές εμπειρίες. Ακόμη κι αν η θεματολογία των βιβλίων δεν έχει καμία σχέση με την επικαιρότητα, μου φτάνει ότι η δημιουργία τους έγινε σε τόπο και χρόνο κοντινό προς την παρούσα κατάσταση. Από όσα διάβασα φέτος από νεοεμφανιζόμενους συγγραφείς, μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν οι «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά, και έγραψα για αυτές.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Nicholas Urfe, ο πρωταγωνιστής στον «Μάγο» του Τζων Φώουλς. Αγαπημένος βέβαια για τη θέση του μέσα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Ζηλευτός είναι μόνο κάποιος που η ζωή του και των αγαπημένων του κυλάει δίχως τρομαχτικές ατThe Magus - John Fowlesυχίες. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει ακριβώς στον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου (ακόμη κι ενός λογοτεχνικού ήρωα) για να μπορεί να πει ότι τον ζηλεύει και θα ήθελε να αλλάξουνε θέσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το The Books’ Journal. Πάντα αντιλαμβανόμουνα κάθε προσέγγιση που συνηγορεί υπέρ της απόλυτης αυτονομίας της αισθητικής από την πολιτική, ως συντηρητική. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε κυριαρχία του ενός «κόσμου» πάνω στον άλλον, αλλά σε αλληλεπίδραση, σε εμπλουτισμό και εμβάθυνση της προσέγγισης μέσα από την επικοινωνία. Έτσι, μου αρέσει να διαβάζω ένα περιοδικό που φιλοξενεί απόψεις και κριτικά σημειώματα για μια ποικιλία θεμάτων που με ενδιαφέρουν, με επίκεντρο πάντα τη «μανία» για τα καλά βιβλία και τον πολιτισμένο διάλογο.

Hermann%20BrochΤι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τρία βιβλία που διάβασα τους τελευταίους μήνες και που πιστεύω ότι θα θυμάμαι για πάντα ήταν το « Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» του Τόνι Τζαντ (αν κάποιος με ρωτούσε για το «ένα» βιβλίο που θα του πρότεινα να διαβάσει, θα ήταν αυτό), το «Ο Πότης» του Χανς Φάλαντα και  το «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Θεωρώ την κριτική εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο, όπως και γενικότερα στην τέχνη. Θέλω να συμμετέχω σε συζητήσεις σχετικά με την υποκειμενική πρόσληψη ενός βιβλίου, αλλά και τους κοινωνικούς όρους που επηρεάζουν την παραγωγή και τους τρόπους πρόσληψης από τους διάφορους αναγνώστες. Δεν είμαι φίλος του μυστικισμού σε οποιαδήποτε μορφή. Διαβάζω έναν κριτικό, ανεξάρτητα από το αν γράφει σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, αρκεί να νιώθω ότι έχει κάτι να μου πει (και ότι έχει όντως διαβάσει ο ίδιος τα βιβλία για τα οποία γράφει!).

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στα δεκαοχτώ μου, μεgabriel-garcia-marquez-cien-anos-de-soledadτά τις Πανελλαδικές, κι αφού είχαν βγει τα αποτελέσματα με τα οποία περνούσα στο Ρέθυμνο, πήγα με φίλους από την Καλλιθέα διακοπές στην Πάρο. Κλασική αντροπαρέα για μπαρότσαρκες και καμάκι. Τα πρωινά στη θάλασσα ήταν υποφερτά αλλά τις νύχτες σκυλοβαριόμουν να περιμένω σειρά στο κάθε μαγαζί για να βλέπω τουρίστριες να χορεύουν το Sunday Bloody Sunday. Το τρίτο βράδυ τη σκαπούλαρα, βρήκα ένα θερινό σινεμά και είδα το «Αριστερό μου πόδι». Το τέταρτο πρωί αποχαιρέτησα την έκπληκτη παρέα μου και πήρα το πλοίο να επιστρέψω στον Πειραιά. Στο κατάστρωμα, να με χτυπάει ο ήλιος, ο αέρας και η κάπνα από το φουγάρο, θυμάμαι να διαβάζω το «Εκατό χρόνια μοναξιά», συνοδεύοντάς το με ένα λίτρο κόκκινο κρασί, ένα καρβέλι ψωμί και τυρί κρέμα σε τριγωνάκια. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Η νέα μου ζωή ξεκινούσε, άφηνα πίσω τον κόσμο της οικογένειας και του σχολείου. Και μετά ξύπνησα σε άσχημη κατάσταση, και έπιασα ξανά το βιβλίο, σαν να ήταν το μόνο σταθερό σημείο εν μέσω αβέβαιης πελαγοδρόμησης.

Περί αδιακρισίας

Με ποιο τρόπο εμπλέκεστε με το θέατρο και ποιο το έργο της θεατρικής ομάδας De Gustimus;

Βικτορ 1Από πολύ μικρός σκεφτόμουν συχνά ότι όλα αυτά που βλέπω γύρω μου δεν μπορούσε να είναι ακριβώς αλήθεια. Μου φαίνονταν «πολύ κακό για το τίποτα», μια σπατάλη πόρων και δραστηριότητας χωρίς κατεύθυνση, ή, ακόμη χειρότερα, σε λάθος κατεύθυνση. Επίσης, μερικές φορές είχα την εντύπωση ότι αυτή η φανφάρα στηνόταν ειδικά για μένα, άμα τη αφίξει μου. Με έπιανε τότε μια διπλή μανία: Από τη μια, να αποκαλύψω την απάτη συλλαμβάνοντας τους υπευθύνους της να διαπράττουν ένα σφάλμα λογικής ακολουθίας. Από την άλλη, καθώς αντιλαμβανόμουν το αναπόδραστο της ψευδαίσθησης, να επέμβω στη σκηνοθεσία με σκοπό να βελτιώσω αισθητικά το αποτέλεσμα. Ήδη από την εποχή της εφηβείας μου είχα καταλάβει ότι όλα αυτά συνδέονταν με το τραύμα του διαζυγίου των γονιών μου (που συνέβη όταν ήμουν ενός έτους) και την κατάστασή μου ως μοναχοπαίδι. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως, εάν δεν άλλαζα νοητικές συνήθειες, σύντομα θα φλέρταρα με την τρέλα, επίγνωση που κατέστη επικίνδυνα επίκαιρη κατά τα πρώτα δύο έτη της φοιτητικής μου ζωής.

Μάμετ 1Για να επιστρέψω στην ερώτησή σας, το θέατρο (και ειδικότερα η σκηνοθεσία, γιατί μέχρι τότε είχα παίξει μερικές φορές ως ηθοποιός) έγινε για μένα μια άσκηση ελευθερίας και συγχρόνως μια καθημερινή ανάγκη, όπως αυτή του βαριά αρρώστου που χρειάζεται το φάρμακό του για να βγάλει τη μέρα. Ήταν επιτέλους η δική μου ευκαιρία να ελέγξω εγώ τους όρους του θεάματος, ως μικρός θεός να δημιουργήσω πραγματικότητα από το μυαλό μου και τη φαντασία μου, και να την προσφέρω στους άλλους. Την ίδια στιγμή, η αποστασιοποίηση από αυτή την πρωτεϊκή φαντασίωση δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη: η ίδια η ύπαρξη των συνεργατών με τις δικές τους επιθυμίες, προθέσεις και δημιουργικότητα προσέδιδε στη διαδικασία των προβών και στο τελικό αποτέλεσμα έναν συλλογικό χαρακτήρα, ανώτερο σε ποιότητα από ό,τι θα είχα επιτύχει ποτέ μόνος μου. Οι πρακτικές λεπτομέρειες, από την κατασκευή και το κουβάλημα των σκηνικών μέχρι τους υπολογισμούς των οικονομικών, λειτουργούσαν ως «αντιμαγεία», επέτειναν την αίσθηση της ομορφιάς μιας τέχνης που περνάει τελικά από τα χέρια μου. Το αποκορύφωμα όμως ήταν πάντα οι παραστάσεις, και ειδικότερα οι καλές, εκείνες δηλαδή στις οποίες ένιωθα τη μεγαλύτερη επικοινωνία μεταξύ κειμένου, σκηνοθετικού οράματος, ηθοποιών στη σκηνή και κοινού. Μια τέτοιου είδους έκθεση και δημιουργικότητα με αποσπούσε από την ατομική μου ιστορία και με ενέγραφε σε μία άλλη, που σχετιζόταν με τις παραστάσεις που είχα δει στα θέατρα της Αθήνας, και γενικότερα με τα μυθιστορήματα που διάβαζα, τις ταινίες που παρακολουθούσα, τη μουσική που άκουγα.

witkiewiczΟι De Gustimus ήταν μια κολεκτίβα που αντί για ροκ μουσική έκανε θέατρο, μια συνεχής μάζωξη τεράτων της φύσης που, αντί να τρομοκρατούν τον εαυτό τους και τους άλλους, ανέβηκαν στη σκηνή. Ένα τσίρκο με ισχυρές προσωπικότητες στη θέση των άγριων ζώων, να περιφέρονται έξω από τα κλουβιά και να επιδεικνύουν τα θανατηφόρα χαρίσματά τους στους καταγοητευμένους θεατές που κρατούσαν την ανάσα τους υπό το φόβο ενός ατυχήματος. Με βάση το Ρέθυμνο, οι De Gustimus έδωσαν παραστάσεις στην Κρήτη και στην Αθήνα, σε ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών, με συνολική συμμετοχή περίπου διακοσίων ανθρώπων, από την αρχική εκρηκτική ζωτικότητα έως την τελική γιγάντωση των αδιεξόδων. Από το «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» του Ρ.Βιτράκ (1993), η δύναμη της νιότης που επιτίθεται προκαταβολικά στον εαυτό της για να μη γεράσει ποτέ, το «Όνειρο καλοκαιρινής νυχτός» του Σέξπιρ (1994), οι γελοίες και υπέροχες ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον ρομαντικό έρωτα και τις σχέσεις της μιας νύχτας, το «Η δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάις (1994), τα όρια της επαναστατικής ουτοπίας και της καταστολής της, το «Το στοίχημα» του Αντώνη Καναβούρα (1995), πιθανώς η πρώτη παράσταση bar theatre στην Ελλάδα, το «Η λέσχη της απάτης»  του Ντέιβιντ Μάμετ (1997), η διερεύνηση ενός κόσμου όπου τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και όλοι είναι ύποπτοι προδοσίας, έως το «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Στάνισλαβ Βιτκίεβιτς (1998), ο αποτυχημένος εξορκισμός των φαντασμάτων του παρελθόντος και των χαμένων προσδοκιών της ευτυχίας.

Thomas-Hardy-460_1006389cΜε ποιο τρόπο ασκείστε στην κριτική μουσικής και κινηματογράφου;

Είχα πάντα μανία να μοιράζομαι τις αισθητικές εντυπώσεις μου με τους φίλους μου, να ακούσουν σε ένα δίσκο αυτά τα θαυμαστά που άκουγα εγώ, ή να αποφύγουν μια ταινία για να μην υποβληθούν στο «μαρτύριο» που πέρασα, σε σημείο που να τους πρήζω. Αυτό κάνω ακόμα, τώρα πια για όποιον ενδιαφέρεται, στον «τοίχο» μου στο φέισμπουκ, στο μπλογκ Φελέκι, στην Εφημερίδα των Συντακτών, και, πρόσφατα, στο mic.gr.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

david lynchΟ σκηνοθέτης του κινηματογράφου που με γοητεύει, μέσα από τις αλλεπάλληλες μορφικές αναζητήσεις του αλλά και την επιμονή τού ουσιαστικά ίδιου από την αρχή αισθητικού οράματος, είναι ο Ντέιβιντ Λιντς. Σχετικά με το θέατρο, έγραψα πριν ένα χρόνο ένα κείμενο στο οποίο μιλούσα για την αξεπέραστη έμπνευση που νιώθω ότι μου έχει δωρίσει το έργο του Λευτέρη Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν;

Πολύ θετικές. Στο διαδίκτυο ανακάλυψα εργαλεία επικοινωνίας με τρομερές δυνατότητες, διπλά χρήσιμες για ανθρώπους που ζουν, όπως εγώ, εκτός μητροπόλεων. Ακούγεται σαν από λυσάρι εκθεσάδικου αλλά έχει βάση: σημασία έχει ο τρόπος χρήσης, ο οποίος περισσότερο αντανακλά τις ιδιότητες του χρήστη παρά του μέσου. Έτσι, αν θέλει κάποιος να αιχμαλωτιστεί από τη ροή αποσπασματικών πληροφοριών να πέσει μέσα σε μια χοάνη σπαταλημένου χρόνου, αναλισκόμενος σε σκιαμαχίες παραφουσκωμένων εγώ, μπορεί θαυμάσια να το κάνει. Προσωπικά, μέσα από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν, γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους (με τους περισσότερους από τους οποίους η γνωριμία μας έχει συνεχιστεί και εκτός διαδικτύου), διαθέτω πλουραλιστικές πηγές ενημέρωσης και κριτικής για θέματα που ενδιαφέρουν, και, τέλος, είχα έναν εναλλακτικό τρόπο δημοσίευσης και επεξεργασίας και προβολής του μυθιστορήματός μου πριν τη χάρτινη έκδοση.

ΛΒΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όπως σας έγραψα σε προηγούμενη ερώτηση, την έδωσα για πολύ «λιγότερα», για αυτό που αναφέρει το “I’m so tired” των Beatles: “I’d give you everything I’ve got for a little peace of mind”.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πλησιάζουμε τις 3.500 λέξεις, δεν νομίζω ότι έχει νόημα να βασανίσω τον ευγενικό αναγνώστη που έφτασε μέχρι εδώ, συνεχίζοντας τις αυτοαναφορικές μου παρλάτες. Έχει πολύ πιο ενδιαφέροντα κείμενα να διαβάσει περιδιαβαίνοντας τους χώρους του φιλόξενου Πανδοχείου σας, ενός χώρου στον οποίο ένιωσα την ασφάλεια, την άνεση και τη διάθεση να μιλήσω επί μακρόν, και σας ευχαριστώ για αυτό.

Στις εικόνες: William Shakespeare, Henry James, Oscar Wilde, Mikhail Bulgakov, Philip Roth, Isaac Bashevic Singer, Hermann Broch, Thomas Hardy, Stanislaw Witkiewicz, David Lynch, Λευτέρης Βογιατζής. Τα σχέδια είναι από το Εαρινό Εξάμηνο και οι θεατρικές φωτογραφίες από τις αναφερόμενες παραστάσεις Η μεταφυσικού του δικέφαλου μοσχαριού [Στανισλάβ Βίτκιεβιτς], Βικτόρ ή τα Παιδιά στην Εξουσία [Ροζέ Βιτράκ] και Η Λέσχη της Απάτης [Ντέιβιντ Μάμετ].

17
Ιολ.
13

Jean Echenoz – Αστραπές

EchenozΦωτοβόλος νους, αδικημένη διάνοια

Ο ήλιος καίει στο Κολοράντο, όπου εκδηλώνονται συχνά και σφοδρότατες καταιγίδες που, μια φορά, έφτασαν να παραγάγουν μέχρι και έξι χιλιάδες αστραπές την ώρα: ιδεώδης τόπος για έρευνα, μια χαρά πεδίο για τις δουλειές του Γκρέγκορ, ο οποίος, τύπος υπέρ – ακουστικός, εκτός αν είναι μυθομανής (πάντα το ίδιο πρόβλημα με αυτόν τον άνθρωπο), διατείνεται ότι ακούει τον κεραυνό σε απόσταση χιλίων χιλιομέτρων, όταν οι βοηθοί του τρομάζουν να τον πάρουν είδηση στα διακόσια. Η τοποθεσία που του έχουν ορίσει στο βουνό, ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στην τάση του προς το μυστήριο και την κρυψίνοια: περιβάλλεται από βοσκοτόπια όπου γυροφέρνουν κάτι ατάραχα άλογα, το δε πλησιέστερο οίκημα είναι ένα ίδρυμα για κωφαλάλους. Αφού επιθεωρήσει τη θέα, τα διάφορα ζώα και τα τοπικά πουλιά, ο Γκρέγκορ βγάζει από το βαλιτσάκι του ένα μάτσο σχέδια· τα ξεδιπλώνει πάνω σε στρίποδα, και μετά συγκαλεί τους τεχνίτες της περιοχής. [σ. 84]

1895-tesla-sarony_-seifer-archives-2Κάπως έτσι ξεκινάει μια από τις αμέτρητες επιστημονικές έρευνες του ιδιοφυούς φυσικού και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα: με απόλυτη αφοσίωση και πλήρη απομόνωση, με ιδιαίτερη μέθοδο και εκκεντρική αντίληψη, και πάντα με διαφορετικό τρόπο από κάθε προηγούμενη και επόμενη. Μπορεί η ανακάλυψη του εναλλασσόμενου ρεύματος να αποτελεί την πλέον καθοριστική συμβολή του Τέσλα στον σύγχρονο πολιτισμό αλλά εκατοντάδες άλλες επινοήσεις του ανήκουν στην καθημερινότητά μας μέχρι σήμερα. «Ο Τέσλα ήταν ένας ονειροπόλος, μια λέξη υποτιμητική για τους «προσγειωμένους», ένας πρωτοπόρος, που τολμούσε να προχωρήσει άφοβα προς το άγνωστο, εξερευνώντας νέους κόσμους γνώσεων. Ήταν ένας φιλόσοφος, που στοχάζονταν αδιάκοπα πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας.  Ένας ποιητής της επιστήμης», διαβάζω στο εξαιρετικό ιστολόγιο Electron, που έχει αφιερώσει πλήρεις αναρτήσεις τόσο για τον πρωτοπόρο [εξ]ερευνητή, όσο και για το εν λόγω βιβλίο.

6498643981_f4f6dcfec1_zΚι όμως, αυτός ο sui generis επιστήμονας σκεφτόταν μ’ έναν αποκλειστικά δικό του τρόπο και ζούσε κυριολεκτικά στον κόσμο του· αδυνατούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο της κλοπής των ιδεών του, έμοιαζε να απαξιεί για την εμπορική τους εκμετάλλευση, έδειχνε να βαριέται την κάθε του κατάκτηση μόλις την είχε φτάσει εις πέρας, προτιμώντας να μεταπηδήσει το γρηγορότερο σε νέα σχέδια. Ολόκληρη η ζωή του εκτός από μια φρενήρης κούρσα προς νέες ανακαλύψεις, έμοιαζε και σαν μια αναπόφευκτη πορεία προς την απομόνωση και την αυτοκαταστροφή. Παράτησε τα ένδοξα εγκόσμια φτωχός και αγνοημένος, σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου New Yorker.

306085917Διόλου τυχαία λοιπόν όλα αυτά στα στοιχεία κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον του Ζαν Εσνόζ, εκτός των άλλων και λακωνικού βιογράφου των ιδιαιτέρων προσωπικοτήτων, που από τη μία θαυματουργούν και δοξάζονται και από την άλλη καταβαραθρώνονται από το ίδιο τους το έργο ή την προσωπικότητά τους. Ούτως ή άλλως ο Εσνόζ, αντίστροφα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, πρώτα επιλέγει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πλευρές που τον ενδιαφέρουν και κατόπιν επιζητά το πρόσωπο που τα διαθέτει, ώστε να το βιογραφήσει με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. Μετά τον Μωρίς Ραβέλ και τον Εμίλ Ζάτοπεκ (Ραβέλ και Δρόμος αντοχής, στις ίδιες εκδόσεις) ο λεπτουργός συγγραφέας γράφει την τρίτη μυθιστορηματική βιογραφία με τον γνώριμο τρόπο του: συγκινησιακή αλλά καθόλου μελοδραματική, στέρεα αλλά όχι στεγνή, προβληματισμένη και ουδέποτε προβληματική, με το ευεργέτημα της συντομίας και το προσόν της απόλυτης σαφήνειας.

Αnikola-tesla-1υτού του είδους η βιογραφία διηγείται απλά και τριτοπρόσωπα την ζωή του βιογραφούμενου, σαν να τον παρακολουθεί σε σημαντικές και «ασήμαντες» στιγμές καθώς αμφότερες συναπαρτίζουν την πλήρη του εικόνα. Είμαστε παρόντες τότε που όλα ξεκινούν, όταν ο «Γκρέγκορ» μαγεύεται από τις αστραπές, ταράζεται υπερβολικά με κάθε θόρυβο, ψίθυρο ή δόνηση, ξεμοντάρει όλα τα ρολόγια του σπιτιού για να προσπαθήσει να τα ξαναμοντάρει, κατακλύζεται από τις ιδέες, μπαρκάρει για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 28 του, βοηθάει τον Τόμας Έντισον, αποκτά φήμη ως μηχανικός, περνάει τα σύνορα της General Electric, απολύεται από την επιχείρηση ενώ έχει συμβάλλει σε καίριες επενδύσεις της, βρίσκεται στο δρόμο χειρώνακτας, εντάσσεται στην Western Union, οργανώνει μαγικο-επιστημονικές παραστάσεις, παραμένοντας απροσπέλαστος, μονήρης και απόκοσμος…

tesla… κάθε μέρα στις 12 ακριβώς το μεσημέρι, καταφθάνει στην έδρα της εταιρείας του. Οι δυο γυναίκες βοηθοί του τον υποδέχονται στην είσοδο για να του πάρουν το καπέλο, τα γάντια και το μπαστούνι του πριν πάει στο γραφείο όπου έχουν για φροντίσει να κατεβάσουν τα στόρια και να τραβήξουν τις κουρτίνες, καθώς ο Γκρέγκορ δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά σε απόλυτο σκοτάδι. Το φως της μέρας αφήνεται να μπει μόνο σε περίπτωση καταιγίδας, στη διάρκεια της οποίας ο Γκρέγκορ, ξαπλωμένος μοναχικά στον καναπέ του τον ντυμένο με μαύρο μοχέρ, αγναντεύει τον ουρανό και τις αστραπές που τον σκίζουν πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, χώρια απ’ το γεγονός ότι είναι όλο και λιγότερο συμπαθής κι ότι ο χαρακτήρας του τείνει προς το πιο πικρόχολο, θα ’λεγε κανείς ότι έχει χάσει κάπως την ισορροπία του, γιατί κάποια ύποπτα συμπτώματα εκδηλώνονται. Ακόμα κι αν ανέκαθεν μιλούσε μοναχός του, μονολογώντας ασταμάτητα όσο δούλευε, οι ανήσυχες βοηθοί τον ακούνε πίσω από την πόρτα, παρ’ όλο που είναι κλειστή και καπιτονέ, να ρητορεύει όταν έχει καταιγίδα. Μάλιστα, έχουν την εντύπωση ότι ο Γκρέγκορ απευθύνεται σ’ αυτές τις αστραπές σαν να ’ταν υπάλληλοί του, παιδιά, μαθητές ή υπηρέτριες, με εκπληκτική ποικιλία τόνου στη φωνή: παρηγορητικός, αυστηρός, παραπονιάρης, τρυφερός ή απειλητικός, σαρκαστικός ή μεγαλόστομος, ταπεινός ή μεγαλομανής. [σ. 105 – 106]

2013-07-11-NYAmerican22May04Ο τετρασχιδής («εργοτάξιο, γραφείο, εργαστήριο και σαλόνι» ταυτόχρονα) ερευνητής χειρίζεται πολύ βιαστικά το θέμα των ευρεσιτεχνιών και χάνει τη μία μετά την άλλη· (ενδεικτικά: το Ανώτατο Δικαστήριο θα αναγνωρίσει την ραδιοφωνική του προτεραιότητα του απέναντι στον Μαρκόνι σαράντα δύο χρόνια μετά)· περισσότερο συντρίβεται όταν συναντά την άρνηση του μεγαλοεπιχειρηματία Μόργκαν για δωρεάν ηλεκτροδότηση περιοχών κατοικημένων από αδέκαρους. Γεμάτος με μανίες, εμμονές, φοβίες, βεβαιότητες και αντιβεβαιότητες, ο Τέσλα δεν αναζητά ούτε κοινωνικές συντροφιές, ούτε ερωτικές αγκάλες. Απεναντίας, αφήνεται σε μια ολοκληρωτική έγνοια για τα περιστέρια, κατασκευάζοντας ακόμα και ιδιωτικές κλινικές για το φοβιτσιάρικο, κατεργάρικο, βρόμικο, άχαρο, χαζό, άβουλο, κενό, καταχθόνιο, ανωφελές περιστέρι… που δεν προκαλεί καμία συγκίνηση, κανένα συναίσθημα. Η ηλίθια φωνή του. Ο ήχος της ροκάνας στο φτερούγισμά του. Το βουβό του βλέμμα. Το αλλοπρόσαλλο ράμφισμά του. Το υπέρμετρο ινίο του που το δονεί ένα παρανοϊκό βάδισμα. Η επαίσχυντη αναποφασιστικότητά του, η απογοητευτική του σεξουαλικότητα. Η παρασιτική του κλίση, η έλλειψη φιλοδοξίας, η λιγδερή αχρηστία του. [σ. 119]

web_echenoz--469x239Η απλή και εύληπτη γλώσσα του Εσνόζ καθιστά αυτές τις επικίνδυνα ολισθηρές βιο-λογίες ιδιαίτερα ελκυστικές στους πάντες (ομολογώ πως και τα τρία του πονήματα έχουν προταθεί στους μαθητές μου και έχουν διαβαστεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση), ενώ για τους πλέον απαιτητικούς επιφυλάσσονται ουκ ολίγες αποχρώσεις πυκνοτήτων, αδιόρατων σαρκασμών και στιλιστικών παγίδων. Στο τέλος, κι ενώ το έργο του φεγγοβολά και υπερφωτίζει τις ζωές μας, η ζωή του αποκτά μια και μόνη απόχρωση του γκρίζου, καθώς ο Τέσλα βρίσκεται ξανά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησε την εποχή των ελπίδων, μόνο που τώρα …

tumblr_m5v1qlLq781qguw40o1_r2_500… ο ξενοδοχειακός χώρος έχει συρρικνωθεί ολόγυρά του (τώρα δεν διαθέτει παρά ένα παράπηγμα σε μιαν αυλή), και μόλο που οι μανίες του δε μπορεί παρά να οξύνθηκαν με τα γηρατειά, οι κινήσεις του είναι πιο αργές και λίγο πιο ασυντόνιστες· καμιά φορά, μάλιστα, ελαφρώς τρεμουλιαστές. Όταν κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, το βλέμμα του δεν μπορεί πια ν’ αγκαλιάσει το νεοϋορκέζικο αχανές όπως μπορούσε από τον δέκατο τέταρτο όροφο του Saint Regis, απ’ όπου κατόπτευε όλη την πόλη ως το ποτάμι. Τέλος ο απέραντος ουρανός, ο γεμάτος αστραπές, πάνω απ’ το skyline. Απέναντί του, έξω απ τα τζάμια του Ξενοδοχείου New Yorker όπου μένει τώρα, δεν υπάρχει παρά ένας τοίχος· πίσω του, στερεωμένη σ’ ένα τρίποδο, η περιστέρα ταριχευμένη. [σ. 136 – 137]

Εκδ. Πόλις,  μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 152, με τρισέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων και δισέλιδες σημειώσεις, αμφότερα από τον μεταφραστή[Jean Echenoz – Des eclairs, 2010].

15
Ιολ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 129. Νεφέλη Δημελή

photo3Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο είναι και το πρώτο μου βιβλίο. Είναι μια συλλογή διηγημάτων, το Στεγνό Στόμα, από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Πρόκειται για ένα οδοιπορικό κυρίως μικρών σε ηλικία ηρώων, σε δυσμενείς καταστάσεις, ρεαλιστικές ή φανταστικές, στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι. Τους αφήνω πίσω μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

1Συνήθως, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος σκέφτομαι κάτι που με οδηγεί σε μια πολύ θολή ιδέα. Και το πρωί αυτή η ιδέα γίνεται πιο ξεκάθαρη. Λιγότερες φορές από συζητήσεις με φίλους. Σε γενικές γραμμές δεν κρατάω σημειώσεις,  γι’ αυτό και πολλές φορές ξεχνάω για τι πράγμα ήθελα να γράψω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπίτι σπίτι σπίτι. Και σπανιότερα σε κάποιο ήσυχο καφέ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

ian macewanΔεν φτιάχνω ποτέ τη δομή της ιστορίας και προτιμώ να κυλάει από μόνη της γράφοντας και εφόσον αυτό συμβαίνει ομαλά, προτιμώ να μη το αλλάξω για την ώρα.

Μουσική δεν ακούω όταν γράφω γιατί δυστυχώς μου αποσπάει την προσοχή. Σκέφτομαι όμως πάντα τι μουσική θα άκουγε ο ήρωας και μουρμουράω τη μελωδία. Μου αρέσει να κάνω διαλλείματα από το γράψιμο για να φτιάξω τον τρίτο-τέταρτο καφέ και τότε ναι, ακούω μουσική. Tom Waits, The Knife, Austra, Florence, και πολλοί άλλοι μου κάνουν παρέα στα διαλλείματα αυτά.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

NPG 6332; Kazuo Ishiguro by Peter EdwardsΈχω κάνει σπουδές στον κινηματογράφο, τον οποίο και λατρεύω. Θεωρώ ότι με έχει επηρεάσει σε πολλούς τομείς στη ζωή μου και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την καθημερινότητα και όχι μόνο στο γράψιμο. Ταινίες στις οποίες δεν γίνεται «τίποτα» και απλά παρακολουθείς τη καθημερινή ζωή κάποιων ηρώων, τις βρίσκω ακόμα και συναρπαστικές.

Στο γράψιμο ο κινηματογράφος επηρεάζει τις περιγραφές μου. Όταν περιγράφω, πάντα έχω την κινούμενη εικόνα στο μυαλό μου, κάδρο, φωτισμό, εκφράσεις του ήρωα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι γιατί θα μου στερούσε τη χαρά των λογοτεχνικών περιγραφών.

111111111Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Gabriel García Márquez για το μαγικό ρεαλισμό του.

Τι γράφετε τώρα; 

Μόλις ξεκίνησα να γράφω ένα μυθιστόρημα, που θα είναι τρομακτικό αλλά θα έχει και αρκετό κυνισμό και χιούμορ, όπως στο Στεγνό Στόμα, χωρίς όμως αυτή τη φορά να έχει επιρροές από το φανταστικό. Αυτό θα επιδιώξω τουλάχιστον.

ORWELLΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jeffrey Eugenides, Ian McEwan, Kazuo Ishiguro, George Orwell, Patricia Highsmith, και αρκετοί άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω συγγραφέων αλλά και Το Αρωμα όπως και Το Καλοκαιρι του κυρίου Ζόμερ του Patrick Süskind.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου αρέσει πολύ το «Eva is inside her cat» του Márquez.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

the prestigeΟι δύο ήρωες από το βιβλίο The Prestige, του Christopher Priest. Η αντιζηλία τους και η επαγγελματική τους ιδιότητα, η μαγεία, είναι ωραία στοιχεία. Θα έγραφα πολύ ευχάριστα γι’ αυτούς.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Brick Lane της Monica Ali.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, συνήθως ηλεκτρονικές.

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

In-the-Mood-for-LoveΠολύ θετικές. Περνάω πολύ καλά εκεί μέσα. Είναι χρήσιμο πλέον να μπορείς να ψάξεις και να βρεις την οποιαδήποτε πληροφορία σε μικρό χρόνο. Επίσης έχω καλή σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα. Δεν είναι εμμονή, επομένως είναι εξαιρετικά ευχάριστο.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Σύγχρονο αλλά και παλιό κινηματογράφο ναι πολύ, θέατρο όχι ιδιαίτερα. Οι ταινίες που μου αρέσουν είναι πραγματικά πάρα πολλές. Death in Venice, Chinatown, Manhattan, το Amarcord του Fellini, The silence of the lambs, City of God, The usual suspects, In the mood for love, η λίστα είναι ατελείωτη.

photoΚάποιοι από τους σκηνοθέτες που θαυμάζω είναι οι Woody Allen, Roman Polanski, Luis Buñuel, Elia Kazan, Joel & Ethan Coen, Wong Kar-wai, Pedro Almodovar, Ang Lee, Alfred Hitchcock.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Στα χνάρια περίπου του Dorian Gray; Όχι, ποτέ.

Σημ. Το Στεγνό Στόμα στο Πανδοχείο, εδώ.

Στις εικόνες: Ian McEwan, Kazhuo Ishiguro, Gabriel Garcia Marquez, George Orwell, The Prestige, In the Mood of Love.

14
Ιολ.
13

Βέρνερ Βάλντμαν – Βιρτζίνια Γουλφ. Ιδιοφυής και μόνη

1Το δικό της δωμάτιο

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας ζητούσα να γράψετε κάθε είδους βιβλία, μη διστάζοντας μπροστά σε κανένα θέμα, όσο ασήμαντο ή όσο τεράστιο κι αν σας φανεί. Ελπίζω πως θα μπορέσετε να βρείτε με οποιοδήποτε μέσο αρκετά χρήματα για να ταξιδέψετε και να τεμπελιάσετε, να συλλογιστείτε το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου, να ονειροπολήσετε πάνω σε βιβλία και να χαζέψετε στις γωνιές των δρόμων και να ρίξετε την πετονιά της σκέψης βαθιά μέσα στο ποτάμι. Γιατί δε σας περιορίζω με κανένα τρόπο στην πεζογραφία. [σ. 169]

Η ανάγνωση τόσο των παραπάνω φράσεων από το βιβλίο της Γουλφ Ένα δικό σου δωμάτιο όσο πλήθος άλλων αποσπασμάτων από τα έργα της αποκτά διαφορετική σημασία και περιεχόμενο, ανάλογα με τον κόσμο που επιλέγουμε κάθε φορά να φωτίζουμε μέσα στον σπάνιο βίο της. Η ιέρεια ενός ατόλμητου μοντερνισμού υπήρξε ταυτόχρονα και η μοναχικότατη θεραπαινίδα της δημιουργίας, η αδάμαστη συνειδητή θηλυκότητα βάδισε δίπλα στον εύθρυπτο ψυχισμό της, η αγωνιούσα πολιτική αγωνίστρια συνυπήρξε με την αναζητήτρια και την αποστρεφόμενη τον έρωτα.

5Τον Σεπτέμβριο του 1940 η Βιρτζίνια δούλευε ακόμα πάνω στο τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις. Μια διπλή προσπάθεια: από τη μια οι αιώνιες αγωνίες της, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στη μέγιστη έξαψη και στη βαθιά κατάθλιψη, η οποία, κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο, έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και την έριχνε στις αβύσσους· από την άλλη πλευρά ο πόλεμος που ενίσχυε την ψυχοσωματική της επιβάρυνση. Τα θλιβερά ερείπια των παλιών μου χώρων, γκρεμισμένα· τα παλιά κόκκινα τούβλα, όλα τους άσπρη σκόνη […], όλη η τελειότητα ερημωμένη και ρημαγμένη.

3 virginia_woolf_by_keyworkdove-d38yqveΑν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ράγισε για την ίδια και τόσους άλλους το προσωπείο κάθε ανθρώπινης αρμονικής συνύπαρξης, ο Μεγαλύτερος Πόλεμος άρχισε να γκρεμίζει τα τελευταία εναπομείναντα θεμέλιά της. Η Γουλφ πάντα είχε  ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική – κάτι που δεν υποψιάζεται κανείς διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της – και μισούσε τη βία οποιασδήποτε μορφής, ιδίως τη ραφιναρισμένη και συγκαλυμμένη βία της κοινωνίας, που επέβαλλε στους ανθρώπους ένα ξένο τρόπο ζωής. Τώρα η συντριβή ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο σύζυγός της Λέοναρντ ήταν και Εβραίος και σοσιαλιστής και εύκολα μπορούσαν να φανταστούν τις τους περίμενε, γι’ αυτό και αμφότεροι μιλούσαν εντελώς ανοιχτά για αυτοκτονία σε περίπτωση εισβολής του εχθρού.

Virginia WoolfΗ ιδιάζουσα στράτευση της Γουλφ είναι μία μόνο από τις πολλαπλάσιες πλευρές της πολλαπλής προσωπικότητάς της, πλευρές που όλες ανεξαιρέτως διαπερνά πυκνά, σύντομα και αρκούντως διεισδυτικά Γερμανός βιογράφος (γεν. 1944, παλαιότερα σεναριογράφος στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, επιμελητής εκδόσεων και μονογράφος των αδελφών Μπροντέ, νυν στέλεχος σε διεθνή όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης). Απέναντι στις λεπτομερείς, εξαντλητικές και εξονυχιστικές βιογραφίες που καταγράφουν τα πάντα για τον συγγραφέα, την οικογένεια και το περιβάλλον του, ο Βάλντμαν προτίμησε το δρόμο της πυκνής, περιεκτικής αλλά σε κάθε περίπτωση ολικής κατόπτευσης του προσωπικού και συγγραφικού βίου, συχνά αφήνοντας την ίδια τη συγγραφέα να συμπληρώσει τα κενά που επίτηδες δημιουργεί η δική του εξιστόρηση, δίνοντας χώρο σε πλήθος κειμένων της, που έχουν ακριβώς επιλεχθεί ώστε να μιλούν από μόνα τους στην εκάστοτε περίσταση.

2Κάποιες φορές φοβάμαι τον εαυτό μου, άλλες φορές πάλι σκέφτομαι ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει ακριβώς όπως κάποιος άλλος άνθρωπος, έγραφε σ’ ένα από τα αμέτρητα Γράμματά της, και η θέση της εξομολόγησης στο νέο κείμενο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ξεφυλλίζεται η ζωή της από τις νεαρότατες μέρες  που ελκύθηκε από την Γλώσσα, μαγεύτηκε από τους ήχους της, απορροφήθηκε από τις συλλαβές της, μιμήθηκε τις προφορές της. Ακολούθησαν τα προσωπικά της μανιφέστα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την κυριαρχία του άντρα – A Room of One’s Own  (1929), Three Guineas (1938) –, και η μέγιστη συμπάθεια προς τις γυναίκες, κυρίως για την περιφρόνηση  τους προς τις κοινωνικές συμβατικότητες αλλά και για την πληρότητά τους. Η συγγραφέας ένιωθε πιο κοντά στις γυναίκες, γεγονός που ενδεχομένως μπορεί να γίνει εν μέρει κατανοητό ως αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης προσκόλλησης στη μητέρα της. Μέχρι τα σαράντα, όπως είχε πει, την καταδίωκε η παρουσία της · ίσως αναζητούσε τη μητρική στοργή, την αίσθηση της σιγουριάς, που την έβρισκε πιο εύκολα στην επαφή με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες. Η σεξουαλική πράξη δεν της πρόσφερε καμία απόλαυση, αντιθέτως της προκαλούσε απέχθεια.

virginia_woolf1Σε μια άλλη πλευρά, η Γουλφ έγραψε ως ανήσυχη της φόρμας και δαιμόνια της πρωτότυπης εξιστόρησης, αποθεώτρια της λεπτομέρειας και ρέουσα της αεικίνητης συνείδησης, που ρέει όπως Τα κύματα, που ευτύχησαν να έχουν το ολόδικό τους βιβλίο και ακατάπαυστα να ηχούν μέχρι σήμερα. Από τα πάμφωτα, ευτυχή παιδικά καλοκαίρι στην Κορνουάλη και την πνευματική διέγερση της ατμόσφαιρας του Μπλούμσμπερι μέχρι την αναζήτηση κάθε φωτός Στο Φάρο και κάθε φύλου στο Ορλάντο, η πορεία της έρευσε ως το γειτονικό της ποτάμι το 1941 και την αποχώρηση από τα γήινα τετριμμένα, αφού έγραψε στον φύλακα – άγγελό της Λέοναρντ Γουλφ:

VWLΠολυαγαπημένε, νιώθω στα σίγουρα ότι τρελαίνομαι ξανά. Νομίζω ότι δεν αντέχουμε νε περάσουμε μια τέτοια φριχτή περίοδο για μία ακόμα φορά. Και αυτή τη φορά δεν θα ξαναγίνω καλά. Ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μου φαίνεται καλύτερο σε αυτές τις συνθήκες. Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν για μένα όλα όσα μπορεί να είναι κάποιος για ένα άλλο. Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι – μέχρι που ήρθε η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι χωρίς εμένα θα μπορούσες να δουλέψεις. Και ξέρω ότι θα το κάνεις. […] Αν κάποιος θα μπορούσε να με σώσει, αυτός θα ήσουν εσύ. Όλα, εκτός από τη βεβαιότητα για τη δική σου καλοσύνη με έχουν εγκαταλείψει. Δεν μπορώ να καταστρέφω άλλο τη ζωή σου. Δεν πιστεύω ότι δύο άνθρωποι θα  μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ όσο ήμασταν εμείς. [σ. 181]

Εκδ. Μελάνι, 2008, μτφ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη, σελ. 200 με χρονολόγιο, μαρτυρίες (Ε.Μ. Φόρστερ, Βάλτερ Γιενς, Γκύντερ Μπλέκερ, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, κ.ά.) και βιβλιογραφία [8+8+2 σελίδες] καθώς και γυαλιστερό δεκαεξασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες [Werner Waldmann, Virginia Wolf, 1983/2006].

11
Ιολ.
13

Συλλογικό – Γράμματα χωρισμού

ΕρωΓράμματα Χωρισμούτικές ψυχορραγίες σε επιστολική μορφή

Σε βλέπω συνέχεια σε κάποια συνεχώς ανανεούμενη και χρήσιμη ενσάρκωση, όχι τόσο σαν αναγέννηση, όσο σα αλλαγή ρόλου. Τώρα είσαι λαθραίες ο συγγραφέας, προσηλυτισμένος στο Ρομαντισμό από τον Ρουσό. Όταν σε πρωτογνώρισα, μόλις έβγαινες από την περίοδο Ζολά, που ο λόγιος πρέπει να δίνει μάχες για το σωστό και να διατηρεί ερωμένη…Αργότερα, θυμάμαι, ήσουν άνθρωπος της δράσης και πάλευες ολομόναχος ενάντια στις μεγάλες πόλεις. Λίγο αργότερα, την εποχή που φοβόσουν ότι μπορεί να παραμείνω πεισματικά ερωτευμένη μαζί σου, όταν είχε περάσει πια η εποχή που σου ήμουν απαραίτητη, έγραψες ότι «οι συναισθηματικές σου κρίσεις» δεν παίζουν κανένα ρόλο σε σύγκριση με την πραγματικότητα της ζωής, που είναι η διαχείριση ενός σπιτικού, η γέννηση των παιδιών, η συγγραφή βιβλίων. Έπρεπε να μετατραπούμε σε μηχανές και να λειτουργούμε με ακρίβεια χρονομέτρου, θυμάμαι… Αρκετά τράβηξα για να μπορείς εσύ να διαμορφώνεις τις σχέσεις σου με εμένα ως σημείο αναφοράς…

katherine-ann-porter… γράφει το 1913 η συγγραφέας Κάθριν Αν Πόρτερ προς το παντρεμένο εραστή της, μια ταραγμένη σχέση που αποτύπωσε η ίδια στο βιβλίο της Το πλοίο των τρελών, σε μια από τις δεκάδες επιστολές που απανθίζουν ετούτη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματική αλλά και ερωτική και ψυχογραφική ανθολογία, από μόνη της άλλωστε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στο ιδιαίτερο είδος της επιστολογραφίας. Η τέχνη της επιστολογραφίας άλλωστε υπήρξε κάποτε για τις γυναίκες ο μοναδικός τρόπος να εκφραστούν λογοτεχνικά και δημιούργησε έτσι μια ιδιαίτερη έκφραση της ecriture feminine.

Anais NinΕτούτη η ξεχωριστή υποκατηγορία επιστολογραφίας έχει τους δικούς της κανόνες και τρόπους. Όπως σωστά επισημαίνεται στην εκτενή εισαγωγή, τα γράμματα έχουν τη μορφή του κατεπείγοντος και μοιάζουν με τους τελευταίους έναρθρους ήχους ενός έρωτα που ψυχορραγεί, ενώ η γλώσσα είναι ρέουσα, λιγότερο δομημένη από την αντρική, συχνά συνδεδεμένη με τους ρυθμούς και τις δονήσεις του σώματος, ξεσπώντας κάποτε σαν οργισμένος λεκτικός χείμαρρος. Οι ενότητες στις οποίες χωρίζεται το σώμα των επιστολών είναι ενδεικτικές: Έξω απ’ τα δόντια, Με στωικότητα και ψυχραιμία, Χωρίς αυταπάτες, Aς μείνουμε φίλοι, Ο τρίτος άνθρωπος (με σάρκα και οστά), Διαζύγιο, Η απόρριψη, Άρνηση σε πρόταση γάμου, Το γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ, Γράμμα αποχαιρετισμού.

Γιατί δεν με εκτοξεύεις μακριά από τον πλανήτη σου; Γιατί να μην πατήσω ένα κουμπί και να σε στείλω στο τμήμα της κόλασης που σου αρμόζει; γράφει σε πλήρη ένταση η Αναΐς Νιν προς τον περιστασιακό ποιητή Κ.Λ. Μπόλντουιν (αμφότεροι σε σχέση εκτός γάμου), επικαλούμενη τεράστια «διαφορά θερμοκρασίας» αλλά και «μολυσμένα αισθήματα», κατά την φράση του Ρίλκε. Στο άλλο άκρο η Ισιδώρα Ντάνκαν ξυπόλητη και στην ψυχή πλέον, Isadora Duncan2ζητά απεγνωσμένα από τον εραστή της ειλικρίνεια και αλήθεια: Αν δεν σου προσφέρω πλέον χαρά, σε παρακαλώ, πες μου το τώρα…Η ιδέα ότι μπορεί να συνεχίζεις να με βλέπεις από καθήκον και όχι από αγάπη με αρρωσταίνει, με βυθίζει στην απόγνωση.

Δεν το χωράει ο νου σου πώς ένας άνθρωπος μπορεί να πικραθεί τόσο από την ταπείνωση μιας συναισθηματικής αποτυχίας, ώστε να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δυο φορές. Σου φαίνεται γελοίο. Εμένα, από την άλλη, δεν το χωράει ο νους μου πώς ένας εμπρηστής μπορεί ταυτόχρονα να μισεί τη φωτιά. Μου φαίνεται γελοίο… Μπορεί μια καυστική κριτική που γράφει μιας συγγραφέας για έναν άλλο συγγραφέα να είναι η αφετηρία ενός έρωτα; Στην περίπτωση της Ρεβέκα Γουέστ και του τότε παντρεμένου Χ.Τζ. Ουέλς μπορεί, και τα παραπάνω αλλά και τα επόμενα λόγια της σε επιστολή του 1913 είναι ενδεικτικά και για την προσωπική της συντριβή: Λες ότι οι εμμονές είναι ιάσιμες. Αλλά δεν είναι για να είναι. Είναι. Όμως άνθρωποι σαν εμένα, άνθρωποι που σχοινοβατούν από το ένα πάθος στο άλλο, όταν αστοχούν συντρίβονται καταγής, κάπου όπου δεν υπάρχουν καθόλου πάθη, παρά μόνο γυμνά σανίδια και πριονίδι.

dorothy sayersΔεν είναι δυνατόν τη μία μέρα να παίρνεις όλο το τρυφερό πάθος μιας γυναίκας και την άλλη να την αγνοείς ολοκληρωτικά, χωρίς λόγο και αιτία, όπως έκανες συστηματικά και με μεγάλη ευχαρίστηση μετά την αινιγματική σου αλλαγή το Δεκέμβριο…γράφει η Έντιθ Ουάρτον προς τον εραστή της το 1910, ενώ η Ντόροθι Λ. Σάγιερς εκφράζεται με πλήρη σαρκασμό στο γράμμα της προς τον επίσης συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Τζον Κούρνος [1924] στον οποίο επιφύλαξε και μια δολοφονία με αρσενικό στο βιβλίο της «Δυνατό δηλητήριο»: Την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε μου είπες με βάναυση ειλικρίνεια ότι οι συζητήσεις μαζί μου δεν ωφελούν σε τίποτα. Μήπως νομίζεις ότι οι ατυχίες έχουν προσδώσει νέα φινέτσα στο πνεύμα μου; Ή μήπως προσδοκάς από μένα φρέσκο υλικό για το νέο κεφάλαιο αμπελοφιλοσοφιών του Τζον Γκομπάροφ;

Η καρδιά μου είναι μαλακή σαν το εσωτερικό σκοτεινής κρέμας γράφει το 1950 η Σιμόν ντε Μποβουάρ προς τον Νέλσον Άλγκρεν, με τον οποίο μοιράστηκε μια ιδιαίτερη και κάποτε ταραγμένη σχέση. Γράφοντας από το Ξενοδοχείο Λίνκολν της Νέας Υόρκης, η συγγραφέας του Δεύτερου φύλου αισθάνεται τη Νέα Υόρκη γύρω της ως το δικό τους καλοκαίρι και βγαίνει να περπατήσει ώσπου να εξουθενωθεί τελείως, αφού πρώτα portrait pastel Simone de Beauvoirέχει εξομολογηθεί: Δεν είμαι λυπημένη. Κατάπληκτη είμαι μάλλον, τελείως αποστασιοποιημένη από τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να πιστέψω πως τώρα είσαι τόσο μακριά, τόσο μακριά, εσύ που είσαι τόσο κοντά.

Η πλατωνική μας σχέση μπορεί να συνεχιστεί χωρίς συναισθηματικές και σωματικές εμπλοκές. Με άλλα λόγια, μπορεί να συνεχίσει να καίει σαν φωτιά στην οποία θα προστίθενται καινούργια προσανάμματα (εξελισσόμενου ψυχικού περιεχομένου) γράφει η Σύλβια Πλαθ προς το παιδικό της φίλο και γείτονα Φίλιπ ΜακΚάρντι [1954] με τον οποίο είχε μια βραχύβια ερωτική σχέση, καθώς αποφάσισε – μερικούς μήνες μετά την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας της – ότι ήταν προτιμότερο να παραμείνουν φίλοι. Εκείνος πάντως την ενέπνευσε για τον ήρωα του πρώτου της μυθιστορήματος Και το καλοκαίρι θα ξανάρθει. Πρόκειται για την άλλη, αντίστροφη όψη του περιεχομένου των άλλων επιστολών που διατυπώνεται με την ιδιαίτερη εκφραστική της Πλάθ:

Και οι δυο μας είμαι βεβαία πως γνωρίζουμε αρκετά για τα σωματικά θέλγητρα του αντίθετου φύλου (για να χρησιμοποιήσω μία λόγια έκφραση, έναν ευφημισμό) και είμαι σίγουρη ότι έχουμε επίσης δεχθεί σωματικές σχέσεις προσωρινές και ανούσιες, απλώς για την εφήμερη, φευγαλέα ικανοποίηση…αλλά ενώ ένα φιλί, ας πούμε, μπορεί να είν416002_2478334_lzαι απλώς μία καθαρά σωματική πράξη που γίνεται μόνο από βιολογικό ηδονισμό, ενδέχεται επίσης να συμβολίζει μια βαθύτατη ψυχική και φιλοσοφική επαφή και εκτίμηση. Η δυσκολία είναι να διακρίνεις ανάμεσα στις δύο όψεις της ίδιας πράξης…

Η συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντόροθι Τόμσον [1893 – 1961] σε επιστολή προς τον δεύτερο άντρα της, συγγραφέα Σίνκλερ Λούις, όταν της ζήτησε διαζύγιο ύστερα από έντεκα χρόνια γάμου, λέγοντας μόνο ότι εκείνη «είχε λεηλατήσει όλη του τη δημιουργική δύναμη», τού γράφει οργισμένη: Γιατί θεωρείς «απίστευτο» που δεν σου γράφω; Το «απίστευτο» είναι που δεν σε τρέχω εγώ στα δικαστήρια για εγκατάλειψη και «ψυχική σκληρότητα». […] Δεν είμαι ευτυχισμένη. Γιατί αγάπησα έναν ανύπαρκτο άντρα. Γιατί χήρεψα από μια ψευδαίσθηση. Γιατί τρέμω συνειδητοποιώντας πόσο τραγικός είναι ο κόσμος που ζούμε. Υπάρχουν πράγματα στην καρδιά μου που εσύ δεν τα ονειρεύεσαι καν…

Και απόλυτα παραδομένη η Γαλλο – ελβετίδα συγγραφέας και ακτιβίστρια της Γαλλικής Επανάστασης Ζερμαίν ντε Σταέλ, ήδη εννιά χρόνια παντρεμένη,  εκλιπαρεί τον τυπογράφο και συγγραφέα Ιππότη Φρανσουά ντε Πανζ  [1795]: Σας ικετεύω γονατιστή ελάτε εδώ ή συναντήστε με στο Παρίσι ή στο Πασί μό03_sarah_bernhardt-theredlistνο για μία ώρα…Αρνούμαι να παραιτηθώ απ’ αυτό που έχω κερδίσει. Τούτη η φιλία είναι αναγκαιότητα για μένα, κι ας μην ισχύει το ίδιο για σας. Δώστε μου ό,τι σας περισσεύει, αυτό αρκεί για να γεμίσει τη ζωή μου…

Γεωργία Σάνδη, Μαίρη Ουόλστοουνκραφτ, Σαρλότ Μπροντέ, Ζέλντα Σάιρ Φιτζέραλντ, Αν Σέξτον, Ντόροθι Τόμσον, Βιρτζίνια Γουλφ, Ντόροθι Όσμπορν, Αν Μπολέιν, Σάρα Οστι, Άλμα Μάλερ Βέρφελ, Άγκνες φον Κουρόφσκι, Βασίλισσα Ελισάβετ Α΄,  και πολλές άλλες συμπληρώνουν το σώμα των επιστολών που εκφράζουν τον σπαραγμό ή τον σαρκασμό για τον έρωτα που τελειώνει, την αφύπνιση που ακολουθεί, την γιορτή που χάνεται, το παράπονο της αδικίας, την επίγευση της αποπλάνησης, την έκπληξη για την δική τους τυφλότητα και την δική του σκληρότητα, την αίσθηση του ακρωτηριασμού, την ξαφνική «απουσία νοήματος των πάντων». Από την άλλη, σε πολλές περιπτώσεις ο ίδιος τους ο λόγος μοιάζει με όχημα εξερεύνησης της ατομικής τους ταυτότητας, αυτοανάλυσης, συζήτησης με τον εαυτό τους, αυτοθεραπείας, ακόμα και κάθαρσης.

Εκδ. Μελάνι, 2003, ανθολόγηση επιστολών, εισαγωγή, μετάφραση: Έφη Φρυδά, πρόλογος Όλγα Σελλά, σελ. 299.

Στις εικόνες: Katherine Anne Porter, Anaïs Nin, Isadora Duncan, Dorothy L. Sayers, Simon de Beauvoir, Sylvia Plath, Sarah Bernhardt.




Ιουλίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 1.005.378 hits

Αρχείο