Αρχείο για Οκτώβριος 2013

31
Οκτ.
13

Κάρνε Ρος – Επανάσταση χωρίς ηγέτες

c1Η πολιτική στα χέρια των λαών

Ποιος είναι αυτός ο πρώην διπλωμάτης που βάζει ως αρχικό παράθεμα του βιβλίου του την γνωστή φράση του Αμερικανού ποιητή και σόουλ – τζαζ μουσικού Gil Scott – Heron The revolution will not be televised; Ποιος είναι ο καλοντυμένος συγγραφέας που προτείνει έναν τόσο αβανταδόρικο τίτλο και πώς βρέθηκε από την πρώτη γραμμή των διεθνών πολιτικών αποφάσεων στην απέναντι πλευρά;

Ο Ρος υπήρξε διπλωμάτης του Ηνωμένου Βασιλείου στον ΟΗΕ με «χρεωμένες» περιοχές το Ιράκ και το Αφγανιστάν και έφυγε τρέχοντας από το διπλωματικό σώμα όταν ο φίλος και συνάδελφός του Ντέιβιντ Κέλι, ειδικός στα βιολογικά όπλα, που κατήγγειλε τα γνωστά πλέον ψέματα της βρετανικής και αμερικανικής διπλωματίας, λοιδορήθηκε, πιέστηκε και οδηγήθηκε στην αυτοκτονία. Ο Ρος συνέταξε μια έκθεση όπου αποκάλυπτε ότι πράγματι οι ισχυρισμοί για όπλα μαζικής καταστροφής που δήθεν κατείχε το Ιράκ ήταν αβάσιμοι και ότι οι διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις πλην του πολέμου δεν είχαν καν εξεταστεί, και ακόμα διαμοίρασε άκρως απόρρητες πληροφορίες κατά τη διάρκεια ανακρίσεων σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ. Η εμπειρία του ήταν αρκετή ώστε να ιδρύσει μια μη κερδοσκοπική ομάδα διπλωματών συμβούλων σε περιθωριοποιημένες χώρες ή πληθυσμιακές ομάδες, την Independent Diplomat.

Carne_Ross_(Independent_Diplomat)Στην εισαγωγή του ο Ρος αναφέρεται σε μια σειρά γεγονότων, γνωστών και άγνωστων, που αφορούν την κοινωνικοπολιτική κατάσταση των τελευταίων χρόνων και τα οποία αποδεικνύουν ότι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση και πολλά σύγχρονα καθοριστικά γεγονότα δεν ήταν δυνατόν να προβλεφτούν με τις γνωστές πολιτικές και οικονομικές θεωρίες (οι κυβερνήσεις π.χ. απέτυχαν να προβλέψουν την πιστωτική κρίση ή την 11/9). Οι παγκόσμιες αγορές μοιάζουν αλυσοδεμένες σε έναν επιταχυνόμενο διάδρομο γυμναστικής, υπό τη συνεχή πίεση για εξοικονόμηση πόρων και σχεδιασμό νέων προϊόντων, παγιδευμένες στην απέλπιδα προσπάθειά τους να προσελκύσουν πελάτες. Τα προϊόντα της υποτιθέμενης εξισωτικής παγκοσμιοποίησης τελικώς αφορούν στους λίγους, ενώ κάθε επάγγελμα επαπειλείται να έρθει αντιμέτωπο με την καταστροφή.

Conrad Felixmüller, The Agitator, 1920Οι κυβερνήσεις στο σύνολό τους, έχουν λιγότερη εξουσία απ’ ότι είχαν στο παρελθόν. Οι υφιστάμενες δομές, τα θεσμικά όργανα και οι κανόνες αδυνατούν να προβλέπουν, να κατανοούν και να ρυθμίζουν τα γεγονότα. Πράγματι, οι αποδείξεις για την παραπάνω ανικανότητα είναι πάρα πολλές και φανερές πλέον σε όλο τον κόσμο, όπως φαίνεται και από την διαρκή μετατόπιση των ψηφοφόρων. Μένουν οι σύνοδοι κορυφής, που μοιάζουν με μια ατέλειωτη μαγνητοσκοπημένη δραστηριότητα που επιθυμεί να δείχνει καθησυχαστική· αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός τους. Ο συγγραφέας εξαρχής παραδέχεται αυτό που τόνιζε διαρκώς ο Ρεζί Ντεμπρέ στο εξαιρετικό βιβλίο που παρουσιάσαμε παλαιότερα, ότι οι διάφοροι «εμπειρογνώμονες» δεν έχουν ποτέ πατήσει το πόδι τους, πόσο μάλλον ζήσει, στη χώρα στην οποία υποτίθεται ότι εξειδικεύονται.

handswblack515Η συμβατική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπου οι πολλοί εκλέγουν τους λίγους, βασίζεται σε μια συνθήκη μεταξύ ψηφοφόρων και κυβέρνησης: εσείς μας ψηφίζετε κι εμείς πράττουμε, εσείς συνεχίζετε τη ζωή σας κι εμείς σας προστατεύουμε. Σε πρώτο επίπεδο η συνθήκη απλά επαναλαμβάνει τις θεωρίες των πολιτικών φιλοσόφων παλαιότερων αιώνων, όπως του Τζον Λοκ και του Τόμας Χομπς, έως και του Πλάτωνα. Τι συμβαίνει όμως το δεύτερο επίπεδο, όπου και η πρόσθετη δέσμευση για επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, της εκπαίδευσης, της υγείας, της προστασίας ανθρώπων και περιβάλλοντος; Και πάλι, εμείς είμαστε το ευρύ κοινό που απλά θα παρακολουθεί, χωρίς να ενεργεί· η πολιτική είναι άθλημα θεατών: εμείς παρατηρούμε, εκείνοι πράττουν.

powerΌταν όμως η συνθήκη καταρρέει και οι κυβερνήσεις αδυνατούν να επιλύσουν τα παραπάνω, τότε δεν μένει παρά να το κάνουμε μόνοι μας. Εφόσον οι πολιτείες είναι ανίκανες να διαχειριστούν τις συλλογικές μας υποθέσεις, οφείλουμε οι ίδιοι να αναλάβουμε το καθήκον για χειρισμό των πραγμάτων που μας αφορούν και να συνεργαστούμε με όλους τους εμπλεκόμενους. Ο Ρος διηγείται πολλά περιστατικά από τον πόλεμο στα Βαλκάνια για να στηρίξει την διπλή λειτουργία του συλλογικού συναισθήματος (που μπορεί να είναι δημιουργικό αλλά και καταστροφικό, οδηγώντας στην αναρχία την οποία διαφοροποιεί από τον υγιή και δημιουργικό αναρχισμό) αλλά και την βεβαιότητα πως όσο οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν ευθύνες δεν μπορείς να περιμένεις και να φερθούν υπεύθυνα.

community_decides in Porto AlegreΟ Ρος είναι εξαρχής πεπεισμένος πως ο σημαντικότερος παράγοντας αλλαγής είμαστε εμείς οι ίδιοι. Η αντίληψη ότι το άτομο είναι ανίσχυρο απέναντι στα παγκόσμια προβλήματα είναι λανθασμένη. Τόσο το περίφημο «Πείραμα του Πόρτου Αλέγκρε», μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις της Βραζιλίας, όσο και το πλάνο ανοικοδόμησης της Νέας Ορλεάνης μετά τον τυφώνα Κατρίνα αποτελούν σημαντικά παραδείγματα «διαβουλευτικής δημοκρατίας», όπου τα άτομα λαμβάνουν αποφάσεις ως ομάδα ή απλά μέλη ενός κινήματος, βασιζόμενοι στην ιδέα και την ουσία της κοινότητας. Η πράξη απέδειξε πως σε τέτοιες περιστάσεις οι συμμετέχοντες δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις θέσεις ο ένας του άλλου, κατανοούν τις διαφορές και στοχάζονται βαθύτερα. Εδώ μοιάζει να επαληθεύεται το δοκίμιο του Ιζάια Μπερλίν, Το κυνήγι του ιδανικού, που ταυτίζει την ουσία της δημοκρατίας με την συζήτηση των διαφορετικών απόψεων, τον συμβιβασμό και την συλλογική εντέλει απόφαση.

Η Αραβική Άνοιξη με τις εξεγέarab-spring-lp_lρσεις σε Αίγυπτο, Τυνησία, Λιβύη και αλλού υπήρξε ενδεικτική: σε καμία τους δεν αναδύθηκαν ηγέτες ή οργανώσεις, ούτε συντάχθηκαν μανιφέστα· αντίθετα όλες χαρακτηρίζονταν από στοιχεία αυτο–οργάνωσης, που ενισχύθηκαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ανάμεσα στον κατάλογο των περιπτώσεων όπου οι απλοί άνθρωποι αλλάζουν ολόκληρες πολιτικές ο Ρος αναφέρει και το πλέον ακραίο και ανεπιθύμητο παράδειγμα, των επιθέσεων αυτοκτονίας, που επιτρέπονται από μια κουλτούρα που τιμούσε τον θάνατο στη μάχη αλλά κυρίως επειδή είχαν ένα απτό και επιτυχημένο πολιτικό αποτέλεσμα. Φυσικά το μεγάλο στοίχημα ακριβώς είναι η χωρίς θύματα επιρροή των πολιτών στην πολιτική. Ο Ρος δεν αγνοεί και τις εσωτερικές διεργασίες που απαιτούνται για μια τέτοια αφύπνιση, την συνειδητοποίηση της προσωπικής άποψης, τον υπολογισμό των καταστάσεων, τον εντοπισμό των δυνάμεων επιρροής, την αντίληψη της ευρύτερης διάστασης του κάθε προβλήματος, την συνεργασία, την συναίνεση.

carne-ross-buzzfeedΥπερβολικός; Υπέρ του δέοντος αισιόδοξος; Έμπειρος; Πραγματιστής; Μετανοών της σκληρής πολιτικής και εκμεταλλευτής της πρώην ιδιότητάς του; Γνώστης καταστάσεων για τις οποίες έχουμε ακόμα μαύρα μεσάνυχτα; Σε κάθε περίπτωση ο Ρος όχι απλώς μιλάει εκ των έσω για όλο τον μηχανισμό της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής διαφθοράς αλλά και συντάσσει μια πλήρη πρόταση, που ενισχύει με πλήθος παραδειγμάτων, συχνά και αναγκαστικά ετερόκλητων, τόσο από πηγές και πληροφορίες που γνωρίζει από πρώτο χέρι όσο και από πλήθος περιπτώσεων ανά τον κόσμο. Κοινό συμπέρασμα όλων, η απόδειξη πως ο πιο σημαντικός παράγοντας αλλαγής είμαστε εμείς οι ίδιοι

Πλήρης τίτλος: Επανάσταση χωρίς ηγέτες. Πώς οι λαοί μπορούν να αλλάξουν την παγκόσμια πολιτική σκηνή τον 21ο αιώνα. Εκδ. Ψυχογιός, 2012, μτφ. Μαρία Μυρώνη, σελ. 378, με 185 βιβλιογραφικές αναφορές και ευρετήριο  [Carne Ross, The leaderless revolution, 2011].

Στις εικόνες:  Conrad Felixmüller, The Agitator, 1920 / Συνέλευση Κοινότητας στο Πόρτο Αλέγκρε / Αραβική Άνοιξη.

Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο: www.carneross.com

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, με τον τίτλο People have the power.

29
Οκτ.
13

Τώρα, α-λλού

loureed1Το Mic.gr προσκάλεσε τους συνεργάτες του να «γράψουν» από κοινού μια κασέττα με Lou Reed, με το τραγούδι που έκαστος επιθυμεί να μοιραστεί. Το Πανδοχείο ζήτησε μια θέση κάπου στην δεύτερη πλευρά, για να «αντιγράψει» το τελευταίο τραγούδι ενός δίσκου. Ολόκληρη η κασέττα και οι σημειώσεις της εδώ.

Sad Song [Berlin, 1973]

Ως ένας απόλυτα αφοσιωμένος ακόλουθος του John Cale ήταν αδύνατο να σταματήσω να ακούω τον Lou Reed. Κάπως είχα στο μυαλό μου, πως όσο οι τρισμέγιστες διαφορές (ευτυχώς) κατέκαψαν κάθε εκφυλιστική συνέχεια του Βελούδινου Υπογείου, άλλο τόσο οι ίδιες είναι που έφτιαξαν τις δυο προσωπικότητες – αυτές που είχα πάντα στο νου όταν με βεβαιότητα μονολογούσα πως το ροκ εντ ρολλ έχει πεθάνει μόνο για τους νεκρούς. Αλλά και αντίστροφα: η απόλυτη αντίθεσή τους έφτιαχνε αυτό που είναι αυτή η μουσική και καμία άλλη. Η απόλυτη σκέψη και η απόλυτη δράση. Το νεωτερικό και το αρχέγονο. Και χίλιες δυο άλλες τετριμμένες λέξεις.

Αυτός λοιπόν που μέσα από τους εφιάλτες της ζωής του είναι ο μόνος που δικαιούται να μιλάει για Τέλειες Μέρες, με προσκαλούσε συχνότερα από οπουδήποτε αλλού στο δικό του Βερολίνο. Σ’ αυτή την παροιμιώδη του αποτυχία, στην ομιχλώδη και καταθλιπτική (όπως και η συμβολισμένη πόλη) του ομολογία αδυναμίας. Εδώ συναντήθηκαν οι Καμμένοι Έρωτες, η Αυτοκτονία, η Ζωή που Άδειασε, εδώ σαν να συνάντησε τους Velvets, τον Cale, την Nico – θα μπορούσε να είναι τραγούδι τους καθενός τους – εδώ σαν να κάλεσε και τα φαντάσματα των φίλων, που φαντάζεται να τον συνοδεύουν στο ρεφραίν, εδώ μαtumblr_lev6z3slxx1qzc5quo1_500ς διαβεβαίωσε πως όση ευφορία και να μας πυρπολεί, εμείς θα προτιμούμε τα λυπημένα τραγούδια, αλλά μόνο από αυτούς που Είναι αυτό που Τραγούδησαν.

28
Οκτ.
13

Καρλ Κράους – Ρήσεις και αντιρρήσεις

kraus exΑφορισμοί που γελοιοποιούν, συντομογραφίες που ξεγυμνώνουν

Ο όχλος περιεργάζεται τα «αξιοθέατα». Εξακολουθούν λοιπόν, να ρωτάνε αν ο τάφος του Ναπολέοντα αξίζει να θεαθεί από τον κύριο Σούλτσε κι όχι αν ο κύριος Σούλτσε είναι άξιος να δει τον τάφο του Ναπολέοντα.

Το λογοπαίγνιο, αξιοκαταφρόνητο ως αυτοσκοπός, μπορεί να αποτελέσει το πιο ευγενές μέσο έκφρασης, με το να χρησιμεύσει ως συντομογραφία μιας πνευματώδους θέασης πραγμάτων. Μπορεί να γίνει επίγραμμα κοινωνικής κριτικής, γράφει ο Καρλ Κράους στον εκατοστό εξηκοστό από τους εξακόσιους συνολικά αφορισμούς που βρίσκονται προς απόλαυση στην παρούσα συλλογή, και ακριβώς την λέξη λογοπαίγνιο κάλλιστα θα την αντικαθιστούσε η λέξη αφορισμός. Αλλά η αφοριστική γραφή του Κράους δεν χαρακτηρίζεται μόνο από πράγματι πνευματώδεις παρατηρήσεις και ευσύνοπτες κριτικές – αλλά και ευθύβολες δηλητηριώδεις βολές κατά κάθε προσώπων, πραγμάτων, θεσμών.

Kokoschka_Karl_Kraus_II_1925Πολέμιος του αυστριακού φιλελευθερισμού και της σύγχρονης βαρβαρότητας, παθιασμένος αρθρογράφος κατά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ομιλητής σε αντιπολεμικές διαλέξεις, φανατικός αντιδημοσιογράφος με σατιρικό μένος κατά των εφημερίδων που ασελγούσαν στην αλήθεια, στην γλώσσα και στην τέχνη, ο Κράους  [γεν. Βοημία, 1874, στη Βιέννη από το 1877, θάν. 1936] σύντομα απέκτησε εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές. Αποκήρυξε τον καθολικισμό, έβαλλε κατά των λογοτεχνών – ο τίτλος ενός έργου του Στο κράτος των ποιητών και των κοπράνων είναι ενδεικτικός. Με την απροκάλυπτη ειλικρίνεια και την ανελέητη κριτική του σε δημοσιογράφους, επιστήμονες και ανθολόγους, ακύρωσε την ίδια του την υστεροφημία, οδηγώντας όλους αυτούς σε μια πλήρη συνομωσία σιωπής.

Κι όμως, ήταν τόσο έντονη η πνευματιkraus1κή του δραστηριότητα, που η φήμη και η υπόληψη του διαχύθηκαν και χωρίς τη βοήθειά τους. Έγραφε σάτιρες, θεατρικά έργα, κριτικές, δοκίμια, σατιρικά και λυρικά ποιήματα, αφορισμούς, διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις όπου κάποτε έπαιζε κι ο ίδιος, διασκεύαζε και σκηνοθετούσε έργα για το ραδιόφωνο, εξέδιδε επί τριάντα επτά χρόνια το μαχητικό περιοδικό Ο Πυρσός (με συνεργασίες των Άουγουστ Στίνγμπεργκ, Φρανκ Βέντεκιντ, Όττο Στεσλ κ.ά.), οργάνωνε εκατοντάδες αναγνώσεις έργων δικών του και άλλων, πολλές από τις οποίες μάλιστα έκανε σε εργάτες. Μια από αυτές τις αναγνώσεις γοήτευσε και τον Τόμας Μαν που βρισκόταν στο ακροατήριο. Η ανεξαρτησία του πνεύματος φυσικά πληρώθηκε και με άλλους τρόπους: ο Κράους υπέστη σωματικές επιθέσεις από δημοσιογράφους, προσωπικούς διωγμούς, δικαστικούς αγώνες, συκοφαντίες και διασυρμούς απ’ όλους όσους μαστίγωσε με τις λέξεις του.

Αν είναι να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την πνευματικότητα των γυναικών, τότε θα πρέπει να αρχίσουμε να ενδιαφερόμαστε και για τον αισθησιασμό των αντρών. Τι αίσια προοπτική!

…και ο λόγος περί Γυναικών. Άλλοτε η αποκαθήλωση της υποτιθέμενης «ομορφιάς»: Μια γυναίκα που δεν μπορεί να είναι άσχημη, δεν είναι όμορφη. /  Υπάρχουν γυναίκες που δεν είναι, απλά φαίνονται όμορφες. / Τι απέγινε η γυναίκα εκείνη, οι ατέλειες της οποίας αποτελούσαν ένα τέλειο σύνολο! Κι ύστερα η «φύση» και τα «στερεότυπα»: / Μια γυναίκα χωρίς καθρέφτη κι ένας άντρας χωρίς αυτοπεποίθηση – πώς θα τα βγάλουνkk πέρα στη ζωή; / Μια γυναίκα πρέπει να φαίνεται τόσο έξυπνη, ώστε η βλακεία της να αποτελεί μιαν ευχάριστη έκπληξη. Και πάντα ένας διαβρωτικότατος εγωπαθής σαρκασμός: Μ’ αρέσει να μονολογώ με γυναίκες. Ωστόσο ο διάλογος με τον εαυτό μου είναι πιο συναρπαστικός.

Σειρά έχει η δημοσιογραφία: Αποστολή του τύπου είναι να διαδίδει το πνεύμα και, ταυτόχρονα, να καταστρέφει την αντίληψη. / Η δημοσιογραφία φαινομενικά μόνο υπηρετεί την επικαιρότητα. Στην πραγματικότητα καταστρέφει τη διανοητική αντίληψη των ανθρώπων της αύριον. / Οι εφημερίδες έχουν την ίδια περίπου σχέση προς τη ζωή, που έχουν κι οι χαρτορίχτρες προς τη μεταφυσική. /Το να γράφεις τη φιλολογική στήλη μιας εφημερίδας είναι σαν να τυλίγεις μπούκλες πάνω σε μια φαλάκρα./ Να μη διαθέτεις ούτε μια σκέψη και να μπορείς να την εκφράζεις – αυτό είναι που κάνει τον δημοσιογράφο. / Συχνά ο ιστορικός δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας δημοσιογράφος στραμμένος προς τα πίσω.

Υπάρχουν συγγραφείς, που μέσα σε είκοσι μόνο σελίδες καταφέρνουν να πουν αυτό, που εγώ, για να το πω, καμιά φορά χρειάζομαι δύο ολόκληρες αράδες.

KarlKraus2Οι λογοτέχνες θα βρεθούν στο απυρόβλητο; Φυσικά και όχι! Γιατί γράφουν πολλοί; Επειδή δεν διαθέτουν αρκετό χαρακτήρα, ώστε να μη γράφουν. / Στη λογοτεχνία να φυλάγεσαι απ’ τους απατεώνες της δομής του λόγου. Σ’ αυτωνών τα σπίτια βάζουνε πρώτα τα παράθυρα κι ύστερα χτίζουνε τους τοίχους. / Μπορεί να γράψει κανείς ένα ολόκληρο βιβλίο γύρω από μια μηδαμινότητα τη στιγμή που μια αράδα μόνο θα της έπεφτε κιόλας πολύ. / Η σημερινή λογοτεχνία αποτελείται από συνταγές που γράφουν μόνοι τους οι ασθενείς.

Από την ανελέητη ειρωνεία του δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν οι πολιτικοί [Ο κοινοβουλευτισμός είναι ο στρατωνισμός της πολιτικής πορνείας], οι εστέτ [Είμαι αναγκασμένος να κάνω στους εστέτ μια συνταρακτική αποκάλυψη: η παλιά Βιέννη υπήρξε κάποτε νέα], οι ψυχαναλυτές [Το υποσυνείδητο, σύμφωνα με έρευνες που έγιναν πρόσφατα, έχει καταντήσει ένα είδος «γκέτο» των ιδεών. Πολλοί είν’ αυτοί τώρα που θέλουν να γυρίσουν στα σπίτια τους], οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι βλάκες, οι ηθικοί και οι ανήθικοι: Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα στατιστική: πόσοι άνθρωποι ακριβώς εξαιτίας των απαγορεύσεων, θα έμπαιναν στον πειρασμό να τις παραβιάσουν, και πόσες πράξεις άραγε είναι επακόλουθα ποινών;

portrat_grΌταν δεν γελοιοποιεί τους άξιους γελοιοποίησης, ο Κράους είναι ικανός να γράφει πολύ ποιητικότερα από τους κατ’ ευφημισμόν ποιητές: Τα φρύδια της ήταν πινελιές στοχασμού – πότε πότε κυρτώνονταν σε αψίδες θριάμβου της φιληδονίας. / Τη νάρκωσε με αιθέρα ηδονής, για να την υποβάλει σε μια σοβαρή εγχείρηση στοχασμού. Το βιβλίο περιλαμβάνει επιλογή από τα έργα του Ρήσεις και αντιρρήσεις, Pro domo et mundo και Τη νύχτα. Ο αφορισμός, αυτό το ιδιαίτερο είδος που τιμήθηκε από τον Σαίξπηρ και τον Τζόναθαν Σουίφτ μέχρι τον Όσκαρ Ουάιλντ και τον Τζορτζ Μπέρναρ Σόου στην πένα του Κράους  – και παρά το αμετάφραστο κάποιων αμίμητων λογοπαίγνιων, όπως γράφει στην πλούσια εισαγωγή του ο μεταφραστής – βρίσκει την απόλυτα σαρκαστική, διεισδυτική και ταυτόχρονα ευφορική και οργιαστική πλευρά του.

Εκδ. Opera, 1992, επιλογή – μετάφραση Άγγελος Παρθένης, σελ. 172. Περιλαμβάνει εισαγωγή, χρονολόγιο, βιβλιογραφία και  36 σημειώσεις του μεταφραστή [Karl Kraus, Sprüche und Widersprüche [1909], Pro domo et mundo [1912], Nacths [1918]].

25
Οκτ.
13

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (άνοιξη 2013)

exΑφιέρωμα Αεροδρόμια

Τα αεροδρόμια κρύβουν ίσως τις ευκαιρίες για τις πιο μύχιες σκέψεις των ταξιδιωτών. Αν θα τις κάνεις ή όχι, αξιοποιώντας την ευκαιρία, εναπόκειται σε σένα και τον κάθε ταξιδευτή. Αν, όμως, το κάθε ταξίδι δεν είναι ο προορισμός αλλά το ίδιο το ταξίδι, η ευκαιρία αυτή απομειώνεται σε χάπενινγκ σκέψης και συλλογισμών. Όλο αυτό το μαζεμένο φορτίο φαιάς ουσίας βαραίνει κατά την απογείωση και κάνει το μέσο να σέρνεται στον…αέρα. Δισεκατομμύρια στιγμές εγκεφαλικών λειτουργιών μέσα σ’ ένα υπολογιστή, με σκληρό δίσκο υποδοχής σκέψεων. Data ξένα σε γλώσσες προγραμματισμού, που χωνεύονται στην άκτρακτο και, λίγο αργότερα, αποβάλλονται μαζί με τα απόβλητα γκαζολίνης. Στον ουρανό. Διαλύονται σε σταγονίδια νοήμονος βροχής. Χους εις χουν απελεύσοιτο….

… γράφει ο Χρήστος Οικονόμου στο αφήγημα «Άνθρωποι στον …αέρα», μια από τις είκοσι τέσσερις συμμετοχές στο αφιέρωμα του τεύχους. Από την πρώτη σελίδα οι συγγραφείς επιβάτες εμφανίζονται σαν σε πίνακα αφίξεων – αναχωρήσεων: Alberto Fuguet, Carlos Drummonde de Andrande, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιάννης Ευσταθιάδης, Λίνα Αλικάκου – Σορόγκα, Διαμαντής Μπασαντής, Άρης Σφακιανάκης, Μηνάς Βιντιάδης, Λένη Σβορώνου, Χρύσα Φάντη, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίκος Ξένιος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Λίλα Κονομάρα, Χρύσα Σπυροπούλου, Λίλη Μιχαηλίδου.

man-sitting-in-airport-patrick-arthur-okeeffeΤο αεροδρόμιο, αυτή η εγγύηση της σίγουρης επιστροφής στην ευλογία της συνήθειας, της επανένωσης με τν μητρικό κορμό… Θα μπορούσε ο κατεξοχήν ταξιδιογράφος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας να λείπει από την αίθουσα αναμονής; Φυσικά και όχι: ο Γιώργος Βέης ήδη συντάσσει έλεγχο «αφιξαναχωρήσεων», εν μέσω «γραφών εδάφους – σχεδόν αέρος». Οι σημειώσεις του από τα ατελεύτητα ταξίδια αρχίζουν από τις ιδιάζουσες μεταιχμιακές πολιτείες: Αεροδρόμιο Άνκορατζ της Αλάσκας, Αεροδρόμιο Μελβούρνης, Αεροδρόμιο LaGuardia Νέας Υόρκης, Αεροδρόμιο Χονγκ Κονγκ, Αεροδρόμιο Ντίλι Ανατολικό Τιμόρ, Αεροδρόμιο Αντίς Αμπέμπα, Αεροδρόμιο Σιγκαπούρης.

airport_at_nightΓράφοντας για το Αεροδρόμιο Ντουμπάι, ο συγγραφέας διαβάζει απόπειρες συνύπαρξης του τυχαίου με το προκαθορισμένο· ποιος η ποια κάθεται δίπλα του παίζει αποφασιστικό ρόλο για το πώς θα κυλήσουν οι ώρες. Μπορεί και συλλαμβάνει ενίοτε το μύθο που περιβάλλει τον συνεπιβάτη του, το πιθανό δαιμόνιο που κρύβεται μέσα του, όπως μας παραδέχεται, προσθέτοντας: Ως συγγραφέας βέβαια οφείλω κατά τον τρόπο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες να παραμείνω πιστός στις φαντασιακές μου εμμονές, αποφεύγοντας να ενδώσω, όσο είναι δυνατόν, στις εφήμερες απλώς περιστάσεις μιας υποτιθέμενης «πραγματικότητας».

airport-ronald-haberΤο αφήγημα του Φίλιππου Δρακονταειδή Γερεβάν αντί Τιφλίδας είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: η αναγκαστική αλλαγή του προορισμού αλλά και οι απρόσμενες και σπαρταριστές εικόνες στην αναπάντεχη γη της προσγείωσης και η επιστροφή εν μέσω αναταράξεων – και λόγω αυτών – με τα χέρια σφιχτά πιασμένα μαζί με την συνταξιδιώτισσα, χέρια που παρέμειναν δεμένα μέχρι το χάραμα στο Μετέκι, στον τρίτο της όροφο. Στα απέναντι καθίσματα ο Αχιλλέας Κυριακίδης σκαρώνει μια αυτοσχέδια ανθολογία με παρεμφερή αερο-αναγνώσματα.

denmark-airport-volcano-2010-4-15-11-21-13Αεροδρόμιο είναι τα μαύρα πτερύγια των πινάκων που τινάζονται κοκέτικα κάθε τόσο και οι φωνές του μέλλοντος που ανακοινώνουν αναχωρήσεις και αφίξεις, επιβάτες που φτάνουν μέσα από τη σκόνη του χρόνου, άνθρωποι αλλαγμένοι από την ενέργεια άλλων κόσμων μ’ αόρατες δονήσεις να τους σκεπάζουν τους ώμους μέσα σε μια διάχυτη μυρωδιά κηροζίνης και βαλίτσας, την αεροπλανίλα. Τους τυλίγει η ηδονή κι η ικανοποίηση της φυγής, η σπαρταριστή χαρά που νιώθει όποιος τα’ αφήνει όλα πίσω για να αφεθεί στα καλέσματα του αγνώστου. Τους ολοκληρώνει η γλυκόπικρη εμπειρία της άφιξης, της επιστροφής της αέναης ακύρωσης στου πρώτου ονείρου…

Vienna_Airport_at_night_by_diesterne…  ίσως κάτι αναγνωρίζουμε σ’ αυτό το δεύτερο από τα δέκα σημεία του Airports της Ρίτας Λάββα. Και διόλου τυχαία το τελευταίο κείμενο του αφιερώματος έχει τίτλο Situation Terminal – εδώ ο Paul Goldberger γράφει πάνω στο ερώτημα: μπορεί κανείς να σχεδιάσει ένα όμορφο αεροδρόμιο;  Στις τελευταίες σελίδες, εκεί όπου βρίσκονται οι αποσκευές, ο Νάνος Βαλαωρίτης μένει να στοχάζεται πάνω στο ερώτημα του Henri Peyre σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Τι σημαίνει η Ελλάδα για τη μοντέρνα Γαλλία;», παραλλάσσοντας όμως το ερώτημα σε «Τι σημαίνει η μοντέρνα Ελλάδα για τη Γαλλία;». Η καθιερωμένη κριτικογραφία και τα ένθετα / διάσπαρτα ποιήματα (Έλσα Κορνέτη, Παναγιώτης Βούζης, Γιώργος Μπλάνας κ.ά.) συμπληρώνουν το τεύχος – ταξίδι. Το επόμενο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2013 [αρ. 34], και ήταν αφιερωμένο στην Τήνο, ενώ το φθινοπωρινό τεύχος που αναμένεται μέσα στον Νοέμβριο θα είναι αφιερωμένο στο Χρέος, «το οικονομικό και το άλλο». [σ. 192]

22
Οκτ.
13

Κάρλος Φουέντες – Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα

Το 1προσωπικό λεξικό ενός σπάνιου συγγραφέα

Μόνο το λεχθέν είναι ευτυχές και μόνο το ανείπωτο είναι δυστυχές. Η μυθιστορία κάνει ορατή την αόρατη πλευρά της πραγματικότητας […] αλλά και μια καινούργια πραγματικότητα που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. Έτσι το μυθιστόρημα πλάθει ένα καινούργιο χρόνο για τους αναγνώστες καθώς μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία, όμως και τα δυο συμβαίνουν σήμερα, στο παρόν του αναγνώστη που, διαβάζοντας, αναπολεί και ποθεί… [σ. 216 – 217]

… γράφει ο Φουέντες στο περί μυθιστορήματος μικροκείμενό του, σ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό λεξικό όλων όσων αγάπησε, σ’ ένα επιλεκτικό λημματολόγιο των εκλεκτών λέξεων που συμβόλισαν τους κόσμους όπου περιηγήθηκε, δημιούργησε, εκστασιάστηκε και πολέμησε. Οι σκέψεις του για το μυθιστόρημα έχουν ήδη δικαιωθεί από τα περίφημα βιβλία του: Το μυθιστόρημα λέει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η ιστορία· ίσως γράφει εκείνο που ακόμα δεν αποκαλύφθηκε, αναπολεί όσα ξεχάστηκαν, γίνεται η φωνή της σιωπής όσων υποβιβάστηκαν από την αδικία, την αδιαφορία, την προκατάληψη, την άγνοια, το μισός ή το φόβο, οι φωνές που ακόμα δεν είπαν την τελευταία τους λέξη.

c1Αυτή είναι όχι μόνο η δική μας συμμετοχή στη ιστορία αλλά η ίδια δημιουργία της ιστορίας. Οι απαντήσεις του μυθιστορήματος δεν είναι ποτέ δογματικές, ούτε οι πραγματικότητές του περατωμένες. Μόνο η πολιτική μπορεί να γίνει δογματική – η μυθοπλασία μπορεί να γίνει μόνο αινιγματική. Το μυθιστόρημα μας προτείνει την πιθανότητα μιας λεκτικής φαντασίας ως πραγματικότητας όχι λιγότερο πραγματικής από την ίδια την ιστορία. Η λογοτεχνία ενός πλήθους σπουδαίων συγγραφέων από την ινδο – αφρολατινική Αμερική επιφέρει μια νέα αξίωση: την μεταβίβαση από την ταυτότητα στη διαφορετικότητα. Η ποικιλία και όχι η μονοτονία, η διαφορετικότητα περισσότερο από την ενότητα, η σύγκρουση περισσότερο από την ηρεμία θα καθορίσουν τον πολιτισμό του αιώνα μας. Το μυθιστόρημα είναι μια συστατική επιστολή των πολιτισμών που απέναντι στα παλιρροϊκά κύματα της παγκοσμιοποίησης τόλμησαν να παραμείνουν αυτό που είναι.

c5Τι γράφει άραγε για το Σεξ στη ζωή του ο συγγραφέας που δεν παρέλειψε να το λογοτεχνήσει με σκληρό τρόπο ιδίως στα ύστερα, συναρπαστικά του βιβλία; Από την σεξουαλική στέπα που αποτελούσε το Μεξικό της δεκαετίας του ’40 με τις φτωχές θεραπαινίδες του έρωτα που κάλυπταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης μέχρι τον μακρύ κατάλογο των ενήλικων ερώτων του, ο Φουέντες προτιμά να κρατήσει τα ονόματα για τον εαυτό του παρά να συντάξει το ευρετήριο ενός Δον Ζουάν – αισθάνεται άλλωστε ότι ποτέ δεν καταχράστηκε, πάντα συντρόφευε, πάντα πειραματίστηκε με το ταίρι του, με αμοιβαιότητα και ίση βεβαιότητα πως αμφότεροι συμμετείχαν «στην αναζήτηση συναισθημάτων διαρκείας παρ’ όλη την παροδικότητα των συνευρέσεων». Και ύστερα, ο έρωτας μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ένα σώμα λέξεων γυρεύει την προσέγγιση ενός άλλου σώματος λέξεων. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σε όλους τους εραστές, ακόμα κι αν οι απογοητεύσεις και οι αποτυχίες. μας αναγκάζουν καμιά φορά να καταριόμαστε την γενετήσια ορμή. Καθεμιά από τις γυναίκες του αντιπροσωπεύει όχι μονάχα μια ώρα περαστικής και θνητής πληρότητας αλλά κάτι που έγινε λογοτεχνία. Και ποιος μπορεί να αποτάξει παρ’ όλη τη συντομία και το κόστος αυτό το ακτινοβόλο κέντρο του κόσμου που είναι η ερωτική κλίνη;

c7Το κείμενό του για τις Γυναίκες αφιερώνεται στην Γερμανοεβραία φιλόσοφο Έντιθ Στάιν [Αγ. Τερέζα], την Άννα Αχμάτοβα και την Σιμον Βέιλ· στην τελευταία πιστεύει γιατί είναι μια χριστιανή εκτός εκκλησίας που θεωρεί την εκκλησία ως δογματική και γραφειοκρατική δομή και θέλει να είναι με το Θεό και να δρα ελεύθερα. Το «φιλοσοφικό» του λήμμα αφιερώνεται στον Βίτγκενσταϊν γιατί θέτει υπό κρίση όλες τις πεποιθήσεις μας και όλες τις επίκτητες αλήθειες, γιατί μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν θέλουμε να επανεξετάσουμε διότι αποτελούν μέρος της διανοητικής αρχιτεκτονικής και της ηθικής μας θωράκισης. Για τον Φουέντες αυτός είναι ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα, αυτός που πάει κατευθείαν στην καρδιά της γλώσσας και κατά συνέπεια της λογοτεχνίας γιατί είναι ικανός να αποδεχτεί το ανείπωτο.

c2Σ’ ένα από τα κάπως πιο εκτεταμένα κείμενα, που αφιερώνεται στις Πόλεις Μαστούς, ο συγγραφέας εκφράζει την πίστη του για τις πόλεις σε αντίθεση με τη φύση που τον αναστατώνει υπερβολικά. Ζηλεμένος ταξιδιώτης, με σύντομες φράσεις υμνεί τις πόλεις των συγγραφέων, διατρέχει ευρωπαϊκούς και βορειοαμερικάνικους τόπους και πάλι καταλήγει στους δικούς του τόπους και ου-τόπους, το Μοντεβιδέο του Χουάν Κάρλος Ονέτι, του Φελισβέρτο Ερνάντες και του φαντάσματος του Λοτρεαμόν, το Ρίο ντε Τζανέιρο του Αλφόνσο Ρέγιες, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, εκεί όπου κατάλαβε γιατί το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται και γιατί ένας άντρας μπορούσε να ερωτευτεί έως απώλειας της τιμής μέσω της Μέτσα Ορτίς ή της Τίτα Μερέγιο, άλλωστε…

… δεν υπάρχει πόλη περισσότερο εξαϋλωμένη στις νεφέλες της γλώσσας, της λογοτεχνίας της, της διαβατάρικης μουσικής της, περισσότερο πληγωμένη από τα θραύσματα των προσδοκιών της, τις απίστευτες κακοποιήσεις, τους εξαφανισμένους της, τα βασανιστήριά της, τα δεινά της που δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την εκθαμβωτικά καρναβαλική χροιά των δικτατόρων της, τις βαλσαμωμένες αγίες της, τις προεδρικές της μπαλαρίνες, τους αγύρτες αυλικούς της….[σ. 295]

c3Από τα λήμματα δε θα μπορούσε να λείπει μια μέγιστη ασθένεια της εποχής μας: η ξενοφοβία. Με μέγιστη απλότητα ο Μεξικανός αγωνιστής γράφει τα ξεχασμένα αυτονόητα: Ζούμε στη διαρκή συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε, δηλαδή με το διαφορετικό. Μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή αυτότητα. Ένας απομονωμένος πολιτισμός σύντομα αποθνήσκει ή μετατρέπεται σε φολκλόρ, μανία ή φαντασμαγορικό θέατρο. Δεν υπάρχει παγκοσμιότητα που να αξίζει χωρίς τοπικότητα που να χρησιμεύει. Πώς γίνεται εν ονόματι μιας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα να είναι ελεύθερα να κυκλοφορήσουν ενώ οι εργαζόμενοι άνθρωποι όχι;  Πώς γίνεται να απορρίπτουμε τους πολιτισμούς που οι ίδιοι ως Δύση εκμεταλλευτήκαμε ή γαλουχήσαμε με αρχές οικουμενικές που τώρα απορρίπτουμε, όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ελεύθερη διακίνηση;

c4Οι λεξικογραφημένοι μικρόκοσμοι που απαρτίζουν [απάρτιζαν] την ζωή του Φουέντες δεν καταγράφονται με στεγνό, ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν  δοκίμια πυκνά και απόλυτα. Το αντίθετο: ο συγγραφέας γράφει ως ο λογοτέχνης που υπήρξε, ιδίως στα τελευταία του αριστουργήματα, δηλαδή με γραφή ενθουσιασμένη και τρικυμιώδη, με συναισθηματική φόρτιση αλλά και ψύχραιμη σοφία, σε κείμενα πλημμυρισμένα με παραληρούσες λέξεις, αυτοσχέδιες αλήθειες και πυκνότατες φιλοσοφίες.

Το λημματολόγιο περιλαμβάνει ακόμα συναισθήματα [Αγάπη, Ευτυχία, Ζήλεια], συγγραφείς [Κάφκα, Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Φόκνερ], λογοτεχνικό ήρωα [Δον Κιχώτης], σκηνοθέτη [Μπουνιουέλ], ζωγράφο [Βελάσκεθ]· έννοιες βαθιές και πολυδιάστατες, όπως το Εγώ, η Ελευθερία, η Εμπειρία, η Ιστορία, το Κάλλος, ο Χρόνος, ο Θεός. Δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την Πολιτική, την Επανάσταση, την Αριστερά, την Κοινωνία των Πολιτών, την Παγκοσμιοποίηση, τους τόπους που τον σημάδεψαν [Ιβηρική Αμερική, Μεξικό, Ζυρίχη], εκείνα που του ομόρφυναν τη ζωή [Ανάγνωση, Κινηματογράφος, Φιλία]. Εξομολογείται για την Οικογένεια, υμνεί την Σίλβια (την γυναίκα του), μοιράζεται τα προσωπικά του δράματα [Τέκνα], φιλοσοφεί τον Θάνατο, ξαναθυμάται την Οδύσσεια, τον Ιησού…

portadaH φαντασία και ο λόγος, η μνήμη και η λαχτάρα συνιστούν όχι μόνον το ζωτικό υλικό της μυθοπλασίας, αλλά και τον τόπο συνάντησης της ημιτελούς ανθρωπιάς μας. Η λογοτεχνία μας διδάσκει πως οι ύψιστες αξίες είναι οι συμμετοχικές αξίες. Οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Ίταλο Καλβίνο όταν ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία είναι ένα πρότυπο αξιών, ικανό να προτείνει γλωσσικά, οπτικά, φανταστικά σκηνικά και ένα συσχετισμό συμβάντων. Επιβεβαιωνόμαστε στον Ουίλιαμ Γκας όταν μας κάνει να αντιληφθούμε πως σώμα και ψυχή ενός μυθιστορήματος είναι ο λόγος και η φαντασία, και όχι οι καλές προθέσεις; η συνείδηση που το μυθιστόρημα αναταράζει, όχι η συνείδηση που βολεύεται. Αδελφωνόμαστε με τον μεγάλο φίλο μας τον Μιλαν Κούντερα όταν μας θυμίζει πως το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου ως πρόβλημα. [σ. 223]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012 [Α΄ έκδ. 2004], μτφ. από τα Ισπανικά: Αμαλία Βασιλακάκη, σελ. 376 [Carlos Fuentes, En esto creo, 2002]

Πρώτη δημοσίευση [εκτός από το τελευταίο παράθεμα]: mic.gr.

21
Οκτ.
13

Γκούναρ Στόλεσεν – Τα μαύρα πρόβατα

ex_TA MAURA PROVATA_8_EkdoseisPolisΣυλλογικά εγκλήματα για μια «επιτυχημένη» χώρα

Τα οδοφράγματα τα σκέπασαν τα βρύα, Χάουγκεν. Εμπιστεύσου με, κάτι ξέρω κι εγώ. Βοήθησα στο στήσιμό τους. Εξαφανίστηκαν πίσω από ένα σύννεφο καπνού από χασίσι και πίσω από μια στοίβα μετοχές χρηματιστηρίου, κάπου μεταξύ 1970 και 1980. [σ. 75]

…εξομολογείται ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Βαργκ Βέουμ στον άσπονδο συνομιλητή του Χανς Χάουγκεν, έναν μυστακιοφόρο μακρυμάλλη που του θυμίζει τον …Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Αυτό το απολιθωμένο παιδί των μαραμένων λουλουδιών συντροφεύει τον Αλεξάντερ Λατούρ, νοτιοαφρικανό φοιτητή τεχνολογίας πετρελαίου που ζητάει από τον Βέουμ να αναλάβει την ανανέωση της άδειας παραμονής του, μεσολαβώντας στην «αξιοσέβαστη νορβηγική γραφειοκρατία», καθώς έχει μόλις ένα εικοσιτετράωρο προτού απελαθεί.

Από τις πρώτες σελίδες η μαύρη μυθοπλασία του Στόλεσεν εκθέτει τις δυο απαραίτητες αρετές του είδους: την δημιουργία μιας ολικής ατμόσφαιρας και την ευρηματικότητα του λόγου – ή έστω του διαλόγου. Για το τρίτο, απαραίτητο πλέον στοιχείο των σύγχρονων ανάλογων ιστοριών, η βορειοευρωπαϊκή / σκανδιναβική σχολή και το νορβηγικό της μπλοκ έχουν ήδη καταθέσει πολυσέλιδα διαπιστευτήρια:Staalesen οι εγκληματικές τους ιστορίες αποτελούν πλήρεις κοινωνικές τοιχογραφίες της σύγχρονης ζωής στις βόρειες ζώνες της ευδαιμονίας – μιας ευδαιμονίας που όταν δεν ήταν απατηλή αφορούσε ελάχιστους και στηριζόταν σε βρώμικα εδάφη.

Ο Βέουμ αποτελεί αρχέτυπο μονήρη και μίζερου πλην συμπαθούς και παλαιάς κοπής ντετέκτιβ: χρησιμοποιεί περσινό ημερολόγιο (με το άγχος να θυμάται πως όλα πάνε μια μέρα παρακάτω), αφήνει τους πιστωτές να μιλάνε στον αυτόματο τηλεφωνητή, έχει στο πάντα στο μυαλό του σε εκατό άλλα μέρη όπου θα προτιμούσε να βρίσκεται και φλερτάρει παταγωδώς αποτυχημένα την γραφειοκράτισσα του ληξιαρχείου, όπως αποτυχημένα άλλωστε κάποτε την φίλησε. Αυτή τη φορά όμως δεν επιτρέπεται καμία σκέψη αποτυχίας: η Κάριν ψάχνει την ναρκομανή αδελφή της Σιρέν που εκδιώχθηκε από το σπίτι της καθώς σταμάτησε να πληρώνει το ενοίκιο. Ένας λόγος παραπάνω για τον Βέουμ να θεωρήσει την αναζήτησή της οικογενειακή υπόθεση.

Δυο απ2953918479_e519c601ecοστολές λοιπόν χωρίς το παραμικρό στοιχείο· και η αφετηρία τους δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο δυσοίωνη: αρχικά η επίσκεψη σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι αστέγων όπου πιθανώς ζει η Σιρέν γίνεται κυριολεκτικά παρανάλωμα, ύστερα το πρώτο – σε σειρά πολλών – κακό συναπάντημα με τον αντιπαθή αστυνομικό Ντάνκερτ Μύυς (σε σύγκριση με τον οποίο ο Βέουμ μας φαίνεται αξιολάτρευτος) αναγκάζει τον τελευταίο να φυλάγεται και από τους σωτήρες του νόμου και τέλος ένας πιθανώς πολύτιμος συνομιλητής, γόνος ισχυρού οίκου της πόλης «πνίγεται» σ’ ένα ενυδρείο προτού τολμήσει να διαφοροποιηθεί από τον δοτό του ρόλο.

Φυσικά το περιβάλλον είναι απόλυτα μελαγχολικό – «εκείνο το φθινόπωρο, ούτε οι τοξικομανείς δε έβγαιναν απ’ τα σπίτια τους». Φυσικά η αισθηματική ζωή του Βέουμ είναι χρεοκοπημένη – το πολύ να καταφέρει κλεφτό έρωτα το βράδυ της Κυριακής με την πρώην γυναίκα του, με τον νυν σύζυγο κάπου απόντα και τον γιό τους στον κόσμο του – ή στο διπλανό δωμάτιο. Παντού όμως το μάτι του μοιάζει με θεριστική μηχανή και τα σιωπηρά του σχόλια είναι κοφτερά: παρατηρώντας το ΙΚΕΑ σπίτι του νέο ζεύγους αμέσως εντοπίζει «μια συλλογή δίσκων από την εποχή της νιότης τους μια επιλογή βιβλίων για τα γεράματά τους».

Oslo  20100623.Forfatter Gunnar StaalesenFoto: Berit Roald / SCANPIXΗ διπλή σκοτεινή ιστορία απαιτεί διείσδυση στα κατάβαθα της κοινωνίας, μουντής και ζοφερής όπως το καταθλιπτικό της φθινόπωρο· στα πολιτιστικά κέντρα που μέσα σε μια μέρα αντικαθιστούν τις βιομηχανίες κονσερβοποίησης θαλασσινών, στα νοσοκομεία όπου οι υγιείς ξεφορτώνονται τους ανεπιθύμητους, στις γραφειοκρατούμενες υπηρεσίες των αλλοδαπών, στα σπίτια της Γενιάς των Κακομαθημένων, στις συνοικίες των ασιατών που φοβούνται και τη σκιά τους και συνακόλουθα φοβίζουν και τις άλλες σκιές, στα πορνοξενοδοχεία και στις επιχειρήσεις των πετρελαίων, στην δικτατορία του αόρατου χρήματος.

Internet-Portfolio, Rubrik PEOPLEO Στόλεσεν έχει ιδιαίτερη ευκολία στην γρήγορη, ευφάνταστη γραφή (διόλου τυχαία έχει ήδη δεκαέξι βιβλία με ισάριθμες περιπέτειες του μυθοπλασμένου χαρακτήρα του), πλημμυρίζει το κείμενό του με δεκάδες παρομοιώσεις οι περισσότερες από τις οποίες είναι απρόβλεπτες, σκαρώνει απολαυστικούς διαλόγους ειρωνείας και κυνισμού και δημιουργεί έντονες κινηματογραφικές εικόνες (και πάλι διόλου τυχαία ο εγχώριος κινηματογράφος φροντίζει να διασκευάζει τα έργα του). Η άσπονδη παρέα του με τον αυτονομημένο πλέον Βέουμ ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενώ αμφότεροι ζουν στο λιμανίσιο Μπέργκεν της δυτικής νορβηγικής ακτής.

europe-norway-bergenΤο Μπέργκεν του Μπέουμ εμφανίζεται όπως κάθε καπιταλιστική πόλη που σέβεται τον εαυτό της: έχει υπηρεσίες ναρκωτικών, πορνείας, χρηματιστηρίου, διεφθαρμένης πολιτικής και κάποιων νόμιμων επιχειρήσεων που κραυγάζουν το παραμύθι της επιτυχίας. Σε αυτές τις συνθήκες βέβαια οι «τριτοκοσμικοί» ανεπιθύμητοι αποτελούν τα πλέον επιθυμητά θύματα, για έναν λόγο παραπάνω: η λάμψη του αρκτικού κύκλου κάπως μαυρίζει με όλες αυτές τις άλευκες μούρες των μεταναστών. Όταν η δύναμη και η σήψη έχουν εισχωρήσει σε κάθε θεσμό και αποτελούν την ίδια την προϋπόθεση της επιτυχημένης κοινωνίας, τότε δυο, τρεις, πέντε νεκροί παραπάνω είναι αμελητέα ποσότητα. Τέρμα λοιπόν τα εγκλήματα από άσχημους, βρώμικους και ρακένδυτους ανθρώπους. Τώρα αυτοί θα είναι τα θύματα, μαζί με τους απλούς και τους ανώνυμους, και οι άλλοι οι θύτες. Όχι μόνο των πολιτικών και οικονομικών εγκλημάτων αλλά και των «ταπεινότερων» ποινικών.

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Γιάννης Στρίγκος, 334 σελ., με τετρασέλιδες σημειώσεις του Γάλλου και του Έλληνα μεταφραστή [Gunnar Staalesen, Svarte far, 1988]

Στην δεύτερη εικόνα το ….άγαλμα του Βέουμ, στην τελευταία η κοινή γενέτειρα.

Πρώτη δημοσίευση:  περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 35, φθινόπωρο 2013.

18
Οκτ.
13

Ελένη Λαδιά – Ο ονειρόσακκος

Λαδιά Ο ΟνειρόσακκοςΣτοχασμός πάνω στα όρια

«Τι λένε οι νεκροί; Να μην καταπιάνομαι με μεγάλες ιδέες, γιατί πρέπει να γράψω για τα δεινά των ανθρώπων; Σαν να μην έφθανε πως οι ανθρώπινες καταστάσεις ροκάνισαν σαν τρωκτικά την ψυχή μου, και θα έπρεπε τώρα να τις μεταφέρω στα γραπτά μου;» [σ. 131]

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής μια συγγραφέας επιστρέφει στο προγονικό της σπίτι βέβαιη πως θα συναντήσει και θα συνομιλήσει με τους ήρωες όλων των βιβλίων της, τα πλάσματα της συγγραφικής έμπνευσης μιας ολόκληρης ζωής. Η επιλογή της να ζήσει άγαμη και άτεκνη, θυσιάζοντας έναν «ανθρώπινο» βίο για τον δαίμονα της δημιουργίας, υπήρξε συνειδητή· τώρα δεν έχει χρόνο μπροστά της: πρέπει να ενδιαφερθεί για τους χαρακτήρες της, «να δει την εξέλιξη τους, να καταλάβει τον εαυτό της από την συμπεριφορά τους», να τους αποχαιρετήσει. Βεβαρημένη με την – καταχωρηθείσα ως μασκοφορεμένη – κατάθλιψη που παραπλανά με πόνο στα όργανα του σώματος κρύβοντας το τραύμα της ψυχής, μακριά πλέον από τις καρποφόρες ολονυκτίες της δουλειάς, η συγγραφέας υποδέχεται διαδοχικά πλάσματα της σκέψης της και συνδιαλέγεται, απολογείται, εξομολογείται…

συννεφοποδια2«Εγώ επισκεπτόμουν σαν μικρός πεπτωκώς άγγελος τα φτωχικά σπιτάκια που θερμαίνονταν από γκαζιέρες και τα παιδιά δεν έπιναν γάλα αλλά βρασμένο δεντρολίβανο από τον κοινόχρηστο κήπο της αυλής. Εγώ είδα μεθυσμένο πατέρα να πετά το μοναδικό μαύρο καρβέλι της οικογένειας στα βρώμικα νερά του ξεροπόταμου και την μικρή μου φίλη να ορμά, να παίρνει το ψωμί που έπλεε  και να το καθαρίζει με το μαχαίρι μαζί με την μεγαλύτερή της αδελφή. / Εγώ είδα και ντρεπόμουν για την οικονομική μου ευμάρεια, κι έτσι δεν έβαζα μπουκιά στο στόμα, για να συμπαραστέκομαι νοερώς στους πένητες, και δεν φορούσα παλτό, το έβγαζα έξω από το σπίτι, για να εξισώνομαι με τους φτωχούς μου φίλους». [σ. 131]

«Η απόγονος των φαντασμάτων» είναι πλέον πεπεισμένη για την κατάργηση κάθε ελεύθερης βούλησης από τους βασανισμένους προγόνους της και τα κληροδοτημένα τους γονίδια. Είναι όμως και βέβαιη για το έργο της ως συγγραφέως: κάποτε ένας ευαίσθητος παρατηρητής σημαδεύεται περισσότερο από τον πάσχοντα και τότε έρχεται το δώρο της συγγραφής.

Τα «Υποθετικά σταχιαπερσεφονη3ονόματα σε υποθετικές ιστορίες» περιλαμβάνουν τρεις σύντομες βιογραφίες ισάριθμων άγνωστων μεταξύ τους κοριτσιών που έζησαν την εποχή του θανατηφόρου λοιμού στην Αρχαία Αθήνα. Η εντεκάχρονη Μυρώ από τις Αχαρνές, εξαναγκασμένη μέτοικος στην πόλη, η δεκάχρονη Κλείτα, δούλη και οιονεί ψυχοκόρη στην Βραυρώνα και η εντεκάχρονη Πραξινόη, που με τη σειρά της φιλοξένησε άλλους μετοίκους, έχουν ως δραματικό κοινό σημείο τον θάνατο και την ομαδική ταφή τους. Αιώνες μετά, ως ανασκαφικό πλέον εύρημα, είναι πιθανόν η τόσο σύντομη ζωή τους να γίνει λογοτεχνία · άλλωστε οι ιστορικοί δεν έγραψαν τίποτα – πρωταγωνιστές είναι πάντοτε οι επώνυμοι.

δενδρολυρα«Ο δικέφαλος άνδρας» βρίσκει την αφηγήτρια να ονειρεύεται τους δυο άνδρες της ζωή της, οι οποίοι ήταν τόσο ίδιοι που στο τέλος ξεχωρίζουν μόνο τα κεφάλια τους. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν εραστές καθόλου τυπικοί και πρόθυμα μοναχικοί, επιθυμεί να απαλλαγεί από την ονειρική τους παρουσία και τους κάνει ήρωες διηγήματος και υποδιηγήματος. Θα σταθεί άραγε δυνατό να τους αφήσει στον μυθοπλασμένο Δήμο Ονείρων όπου τα όνειρα ζητούν την μετοχή τους στο ανθρώπινο, την ανθρωποποίηση, όπως εμείς οι αλαζόνες επιδιώκομε την θεοποίηση, ή θα υπερισχύσει η αυτάρκεια και η αδυσώπητη χρονικότητα του ονείρου;

«Το είχα καταλάβει από χρόνια πως η παράλογη συμπεριφορά του άλλου αιχμαλωτίζει, μαγεύει, ακόμη και συναρπάζει, αφού μπαίνεις στην περιοχή μιας άλλης λογικής, προσπαθώντας να κατανοήσεις τους νόμους του χάους. Έτσι δε ππροσφυγακι με ανθοςαίζεις με τους «συμβατικούς», αντικειμενικούς όρους ούτε βεβαίως με τους δικούς σου, αλλά με τους όρους που επιβάλλει η παράλογη συμπεριφορά». [σ. 81]

Οι σκέψεις ανήκουν στην αφηγήτρια που κάποτε βίωσε «Μια ιδιότυπη φιλοξενία» και διατηρεί τώρα ως ανελέητο τραύμα που αναζητεί και αυτό την διηγηματογράφησή του. Διάγουσα πλέον βίον παρθενεύοντα, απογοητευμένη από το μάταιο κάθε ερωτικής συνύπαρξης, ανατρέχει στον κοινό της παραθερισμό με τον «παράλογο» άνδρα και αναζητά απαντήσεις σε ακατανόητες συμπεριφορές αλλά και στις αναγνώσεις του Χέρμαν Μέλβιλ που συντρόφευαν την ιδιόμορφη αιχμαλωσία της.

υφαντρες πλαγγονεςΣτο «Κομβικό σημείο» ο αφηγητής συγγραφέας μαθαίνει πως ένας φυλακισμένος – ένθερμος αναγνώστης του – επιθυμεί να τον γνωρίσει από κοντά, καθώς εκπλήσσεται για την πνευματική συντροφιά που εν αγνοία του προσφέρει και αναρωτιέται για την αιτία της εκλογής στο πρόσωπό του. Ο μεσολαβητής – φίλος του έγκλειστου διατηρεί μαζί του έντονη σχέση αγάπης ενώ ορίζει ως βασική μεταξύ τους διαφορά την γραμμή της υπέρβασης των ορίων: εκείνος την ξεπέρασε, αυτός σταμάτησε ακριβώς στο όριό της. Οι τρεις χαρακτήρες συναντιούνται και διαπιστώνουν τα κοινά τους ίχνη σε απονενοημένες πράξεις ερωτικού πάθους και την οριστική αποτυχία της φυσιογνωμικής· «τρεις εκδοχές του ιδίου αισθήματος» και «τρεις οπαδοί του αυτεξούσιου», αναζητούν μια απάντηση: ποιος δημιουργεί την καλή ή την κακή στιγμή, πόσα είναι στο χέρι μας και ποια ανήκουν στα οκ φμν;

ανθισμενο κεφαλιΤα δεκατρία διηγήματα της συλλογής διακρίνονται από υψηλή πυκνότητα στοχασμού και έντονη εσωτερική δράση αλλά την ίδια στιγμή μοιάζουν με πλέον εύληπτες και γνώριμες εκφράσεις μιας συλλογικής συνείδησης που σκάβει το παρελθόν της, αναρωτιέται για τις επιλογές της και αναζητά την λύτρωση της κατανόησης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αποτελεί το έσχατο βάλσαμο. Όπως άλλωστε μας προτρέπει μια ηρωίδα [σ. 91] «Μην πιστεύετε λοιπόν, αγαπημένοι αναγνώστες, στην καταλυτική δύναμη της εικόνας. Η εικόνα εγκλείει την φαντασία, ο λόγος την ελευθερώνει».

Η συγγραφέας διανύει μία ακόμα γόνιμη συγγραφική περίοδο, έχοντας εκδώσει το 2012, εκτός του παρόντος, μια αρχαιογνωστική μελέτη (Δαιμονολογία ή Λόγοι περί δαιμόνων, εκδ. Εστία) και συλλογή με άρθρα, ομιλίες και δοκίμια [1972 – 2012], το εκτός εμπορίου «Ποικιλόγραφο Βιβλίο».

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 137. Με 5 σημειώσεις της συγγραφέως.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 35, φθινόπωρο 2013.  Οι εικόνες – κολλάζ αποτελούν έργα της συγγραφέως.

13
Οκτ.
13

Witold Gombrowicz – Κόσμος

Οι α1ναρίθμητες εκδοχές των πάντων

Στο Κόσμος αφηγούμαι την απλή ιστορία ενός νεαρού φοιτητή. Ο φοιτητής αυτός πηγαίνει για να περάσει τις διακοπές του σε μια πανσιόν όπου συναντά δυο γυναίκες, η μία έχει ένα φρικαλέο στόμα, κατεστραμμένο σε αυτοκινητικό δυστύχημα, ενώ η άλλη έχει ένα στόμα πανέμορφο. Τα δυο στόματα συνδέονται μες στο μυαλό του και του γίνονται εμμονή. Απ’ την άλλη, έχει δει ένα σπουργίτι να κρέμεται από ένα σύρμα και ένα κλαράκι να κρέμεται από μια κλωστή…Κι όλα τούτα, θες από πλήξη, θες από περιέργεια, άντε λίγο κι από έρωτα, από βίαιο πάθος, αρχίζουν να τον σέρνουν απ’ τη μύτη προς έναν ορισμένο τρόπο δράσης…στο οποίο και αφήνεται, όχι πάντως δίχως σκεπτικισμό. Το Κόσμος είναι μια συνηθισμένη εισαγωγή σε έναν ασυνήθιστο κόσμο…

…εξομολογούνταν ο συγγραφέ2ας στην Διαθήκη του [Διαθήκη: Συνομιλίες με τον Dominique de Roux], προθυμοποιούμενος να μας προσκαλέσει στον μυθοπλαστικό του Κόσμο, έναν κόσμο πράγματι ασυνήθιστο, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, ή μάλλον, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι αυτό που φαίνεται και όπου καμία βεβαιότητα δεν είναι τόσο εύθραυστη όσο εδώ. Όταν λοιπόν ο νεαρός Βίτολντ μαζί με τον φίλο του Φουξ αποφασίζουν να πάρουν μια ανάσα από τις καθημερινές πιέσεις (της οικογένειάς του ο πρώτος, της εργοδοσίας του ο δεύτερος) και καταλήγουν σ’ ένα φτηνό δωμάτιο μιας εξοχικής πανσιόν δεν αντιλαμβάνονται την είσοδό τους σ’ έναν Κόσμο αμέτρητων πιθανοτήτων, εκδοχών, παρανοήσεων, ερωτημάτων, ψεμάτων. Θα τελούν διαρκώς σε απορία, στο κυνήγι μιας σημασίας ή ενός νοήματος, «γελοίοι εξερευνητές μιας απούσας αλήθειας».

Η φιλοξενία της οικογένειας της πανσιόν, οι σκοτεινές σχέσεις μεταξύ των μελών, ο υποκρυπτόμενος ή απροκάλυπτος ερωτισμός, οι παρατηρήσεις και παρακολουθήσεις αλλήλων, οι αδιόρατοι φόβοι και οι απροσδιόριστες απειλές, η αίσθηση του ξένου και του παρείσακτου μέσα σ’ ένα εχθρικό χώρο, ο έρωτας ως πρόφαση, ως παιχνίδι και ως ερεύνηση ορίων, η παρέκκλιση και η δια-στροφή αποτελούν κομμάτια ενός Κόσμου όπου τα πάντα φέρουν το βάρος άπειρων σημασιών

3Μέσα από ένα υποδειγματικό επίμετρο, από μόνο του ένα πλήρες δοκιμιακό αλλά και μορφικά εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, ο μεταφραστής μας φωτίζει ορισμένες πλευρές του συγγραφικού κόσμου. Για τον Γκομπρόβιτς το εγώ είναι απρόσιτο, αδιαπέραστο και αύταρκες· δεν γίνεται να γνωρίσεις τον εαυτό σου, παρά μόνο να πλάσεις ιδέες γι’ αυτόν. Αυτή η αδυναμία προσβασιμότητας ωθεί τον άνθρωπο στην υιοθέτηση μιας σειράς προσωπείων, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε έναν «αιώνιο ηθοποιό» αλλά και ταυτόχρονα δημιουργό Μορφής και υποκείμενο στη Μορφή, θύμα του φαύλου κύκλου της. Έτσι καταλαβαίνει τι δεν είναι και υποφέρει από την παραμόρφωση αυτών των μορφών. Κατά την διατύπωση του συγγραφέα ο καθένας παραμορφώνει τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα παραμορφώνεται απ’ αυτούς. Κι ακόμα περισσότερο: ο κάθε άλλος ωθεί τον κάθε άλλο να προσαρμοστεί στη δική του σχηματομορφή με αποτέλεσμα οι ανθρώπινες σχέσεις να μεταβάλλονται σε πεδίο σύγκρουσης.

Η Μορφή δίνει στον καθένα αποδοχή από τους άλλους αλλά τον οδηγεί στην απώλεια της ιδιαιτερότητάς του. Μια μάσκα αποτελεί και ο λόγος· πρόκειται για μάσκα κοινοτοπίας, διπροσωπίας, εξαπάτησης. Συχνά α – νόητος, ο λόγος χρησιμοποιείται από τα πρόσωπα μόνο για να καλύψουν το κενό. Το μοτίβο των ομιλούντω13ν στομάτων μοιάζει προδρομικό του Μπεκετικού έργου Όχι εγώ [1972]. Όταν τα στόματα εκφέρουν μόνο κοινοτοπίες και ψεύδη και ο καθένας γίνεται άλλοι, ποιες δυνατότητες απομένουν να δει κανείς τον άλλον χωρίς προσωπείο;  Μήπως η ηδονοβλεψία, μήπως η κατασκόπευση;

και μολονότι όλοι κατέβαλλαν προσπάθεια να δείχνουν φυσικοί, ένιωθες να υφέρπει μέσα στη φυσικότητά τους κάτι το θεατρικό. Όχι πως υποπτεύονταν ο ένας τον άλλον, όχι, προς Θεού, βρίσκονταν ωστόσο όλοι μέσα σε ένα δίκτυο συγκυριακών ενδείξεων, είχαν ήδη εμπλακεί στην κατασκόπευση, κάτι άυλο και άπιαστο επικρεμόταν πιεστικό, δημιουργώντας στην ατμόσφαιρα ένας είδος χειροπιαστής υλικότητας…όχι, δεν υποπτευόταν κανείς κανένα, κι όμως, ούτε και μπορούσε να εγγυηθεί κανείς πως οι άλλοι δεν τον υποπτεύονταν, και έτσι συμπεριφερόταν ο ένας στον άλλον ευγενικά, φιλικά, για καλό και για κακό…και κάπως σαν λίγο αμήχανο που παρ’ όλες τις προσπάθειές τους δεν μπορούσαν ακριβώς να είναι ο εαυτός τους, ώστε τελικά τούτο, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, γινόταν τώρα γι’ αυτούς και βεβιασμένο. Για το λόγο αυτό, όλη η συμπεριφορά τους ήταν σαν να είχε υποστεί ένα είδος παραποίησης… [σ. 147]

gombrowicz-YΕξαρχής οραματισμένο ως ένα μυθιστόρημα που θα δημιουργεί σαν από μόνο του τον εαυτό του, κατά την συγγραφή του, ο Κόσμος άρχισε να γράφεται το 1961 στο Μπουένος Άιρες και τελείωσε στην γαλλική Βανς το 1964, άρα σε περιόδους ευφορίας αλλά και ασθένειας, παγκόσμιας αναγνώρισης αλλά και διακοπής της έκδοσης των έργων του στην Πολωνία. Ο Γκομπρόβιτς έφυγε το 1939 από την ολοένα και πιο ολοκληρωτική και ξενοφοβική πατρίδα του για υπερατλαντικό διπλωματικό ταξίδι προς την Αργεντινή, χωρίς να γνωρίζει ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει ποτέ ξανά. Η Πολωνία – που σύντομα θα τεμαχιζόταν μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης – θα παρέμενε γι’ αυτόν ένα οριστικό «εκεί».

Η Αργεντινή 7αποτέλεσε τόπο ελευθερίας αλλά και εσωτερικής εξορίας. Παρέμεινε συνειδητά ανένταχτος: εχθρικός απέναντι στους Πολωνούς εμιγκρέδες, ειρωνικός απέναντι στους ποιητές και το διογκωμένο τους υποκείμενο, φίλος αλλά και δηλητηριώδης σχολιαστής των κομμουνιστών, ομοφυλόφιλος, πάμφτωχος (έξι μήνες κοιμόταν στο πάτωμα ενός δωματίου), παράφορα πλήττων στην τραπεζική του εργασία, ανεντυπωσίαστος από τον Μπόρχες. Απόλυτος ως προς την ελευθερία του, επέλεξε παρόλες τις σκληρές συνέπειες να μην ανήκει πουθενά, να είναι διαρκώς εξόριστος και [ε]αυτοεξόριστος.

Είμαι χιουμορίστας, κλόουν, σχοινοβάτης, προβοκάτορας, τα έργα μου κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ικανοποιήσουν, είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίησης, τρόμος, πάλη, πλάκα και παιχνίδια – τι άλλο θέλετε;

Διαβάζω στο πλήρες χρονολόγιο πως ο συγγραφέας υπήρξε εξαρχής αχόρταγος αναγνώστης με λογοτεχνικά πρότυπα τους Ραμπελαί, Μονταίν, Σαίξπηρ, Ντοστογέφσκι, Τόμας Μαν, Αλφρέντ Ζαρρύ και αργότερα φίλος με δυο συγγραφείς – ζωγράφους, τον Μπρούνο Σουλτς gombrowiczκαι τον Στάνισλαβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς, με τους οποίους άλλωστε εν αγνοία του θα συναπαρτίσει την ανώτερη πολωνική συγγραφική τριάδα. Η γλώσσα του υπήρξε σύνθετη και ιδιάζουσα, με διαρκή λογοπαίγνια, γλωσσοπλασίες, αμφισημίες και πολυσημίες.

Αυτός ο παράδοξος ύστερος μοντερνιστής, πιθανώς και πρόδρομος του μεταμοντερνισμού, που παρωδεί όλα τα είδη, αναμειγνύει την παρωδία με την φιλοσοφία και εναλλάσσει τις ειρωνικές και γκροτέσκες διηγήσεις με διασκεδαστικό και ελαφρύ υλικό μέσα στα ψευδο – αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα του. Δεν λησμονεί βέβαια να παρωδήσει και τις ίδιες του τις συλλήψεις, καθώς την μία στιγμή που δημιουργεί κάποιο φιλοσοφικό σύστημα και την επόμενη το εμπαίζει και το γκρεμίζει. Εδώ επιλέγει μια τραγελαφική εκδοχή αστυνομικής ιστορίας για να εξευτελίσει κάθε ατομικό τρόπο διαμόρφωσης της πραγματικότητας και της αντικειμενικότητας και κάθε ανθρώπινη επιθυμία για αποκωδικοποίηση και ερμηνεία.

10Συσσώρευση, περιδίνηση και σύγχυση…πάρα πολλά, πάρα πολλά, πάρα πολλά πράγματα, συνώθηση, κίνηση, στοίβαγμα, σύντριψη, πάρα πολύ σπρώξιμο, μα γενικευμένη οχλοβοή, τεράστια μαστόδοντα καταληψίες ενός χώρου που, μέχρι ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια, θρυμματίζονταν σε χιλιάδες λεπτομέρειες, συνδυασμούς, πέτρινους όγκους, συμπλοκές, μέσα σε ένα άτσαλο χάος, κι έξαφνα όλες εκείνες οι λεπτομέρειες επανασυναρμολογούνταν σχηματίζοντας μία ακαταμάχητη μορφή! Όπως ακριβώς και την άλλη φορά, στους θάμνους, την άλλη πάλι μπροστά στον τοίχο, σε σχέση με το ταβάνι, μα όπως και μπρος στο σωρό των σκουπιδιών, με το κοντάρι, όπως στην καμαρούλα της Κατάσια, κι όπως με τους τοίχους, τα ντουλάπια, τα ράφια, τις κουρτίνες, όπου επίσης συνέβαιναν σχηματοποιήσεις και διαμορφώσεις – αλλά ενώ εκείνα ήταν απλώς ασημαντότητες, τούτο εδώ ήταν μία μαινόμενη θύελλα ύλης. Και εγώ είχα πλέον γίνει τόσο καλός αναγνώστης της νεκρής φύσης, που, παρά τη θέλησή μου εξέταζα, ερευνούσα και μελετούσα, λες και υπήρχε όντως κάτι εδώ προς αποκρυπτογράφηση, και αγωνιζόμουν να αδράξω αενάως νέους συνδυασμούς…[σ. 164 – 165]

14Ο Κόσμος αποτελεί οπωσδήποτε ένα σύνθετο, πολυσύμβολο βιβλίο – αποτελεί άλλωστε το πλέον πειραματικό και προσωπικό μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς. Αλλά την ίδια στιγμή μοιάζει, ακριβώς όπως και ο μύθος του, ακριβώς όπως και η συγγραφική σκέψη, να ανοίγει και χωρίς την πλοκή πολύ-πλοκους και πολύ-πλόκ-αμους διαδρόμους προς τον αναγνώστη. Όλα είναι ανοιχτά, τα πάντα επιτρέπονται!

Εκδ. Νεφέλη, 2012, μετάφραση, χρονολόγιο, βιβλιογραφία και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του Γκομπρόβιτς: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 361 [Witold Gombrowicz – Kosmos, 1965]

Τα αποσπάσματα από τη Διαθήκη, προέρχονται από το επίμετρο. Πεντάγλωσσος (πολωνικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, αγγλικά) επίσημος ιστότοπος για τον συγγραφέα εδώ.

Οι άνθρωποι αγοράζουν ένα ημερολόγιο επειδή ένας συγγραφέας είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραψα το δικό μου για να γίνω διάσημος. [Διαθήκη]

05
Οκτ.
13

Δημήτρης Χριστόπουλος – Δημόσιες ιστορίες

Καθccώς ψυχορραγούμε

…όσο άδειο ένιωθε το μέσα του τόσο σκληρό σα σίδερο ένιωθε το κορμί του.

Ο λόγος για To ροτβάιλερ, που αποτελεί και το παρατσούκλι ενός νέου κατάστικτου με τατουάζ, βαφτισμένου έτσι από τον εκπαιδευτή του με σκοπό «να γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος». Υπερασπιστής του νόμου και της τάξης ενάντια στις δυνάμεις της αναρχίας, ο αισθανόμενος ως εκλεκτός Σπαρτιάτης νεαρός αποδέχτηκε το βάπτισμα μια «μαύρη νύχτα» στο Πέραμα. Η ιστορική του «γνώση» προσεκτικά διαλεγμένη: ο Γεφυραίος Εφιάλτης, η Νύχτα των Κρυστάλλων, η Πηγάδα του Μελιγαλά, τα κατορθώματα του Άξμαν. Ο έλεγχος πάνω του είναι πλέον ολοκληρωτικός, όσο εμφανής είναι και ο εχθρός: αυτοί που πήραν τις δουλειές, αυτοί που θα μας πάρουν και τα κορίτσια. Το τέλος της ιστορίας δεν μπορεί παρά να είναι και το τέλος ενός αθώου ανθρώπου, συνοπτικά γραμμένου στις έξι σειρές μιας εφημερίδας.

Το τετρασ2έλιδο διήγημα δεν συνοδοιπορεί μόνο με την θλιβερή και σκληρή πραγματικότητα, δεν μοιάζει μόνο να προηγείται αλλά και να υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία σιώπησε και ξεπεράστηκε από τις ίδιες τις καταστάσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Τουλάχιστον, όταν οι ειδήσεις κιτρινίσουν και τα κανάλια της ανενημέρωσης σιωπήσουν, όταν οι γείτονες ξανακλειστούν στα σπίτια και οι κουβέντες βιαστικά αλλάξουν θέμα, θα μένουν τα λογοτεχνικά γραπτά να καταθέτουν πως όλα αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν.

Karl Holz, Unemployed, c. 1920Στη συμφωνία τρόμου τρεις φίλοι εργάζονται μαζί στο τελευταίο εργοστάσιο αλεύρων που επιβίωσε στον νομό τους. Ζυγιστές και οι τρεις τους, το έχουν καταστήσει επίκεντρο της ζωής τους, είναι το εργοστάσιό τους. Όταν οι πωλήσεις πέφτουν κατακόρυφα λόγω της «καταραμένης παγκοσμιοποίησης» και του ανίκητου ανταγωνισμού με τα φτηνά κινέζικα άλευρα, της  η μείωση του προσωπικού είναι «μονόδρομος». Και οι εργάτες δεν βρίσκονται μόνο μπροστά στην αίσθηση πως το εργοστάσιο δεν τους νοιώθει πια «δικούς» του αλλά και στην υποχρέωση να επιλέξουν οι ίδιοι το κριτήριο της αποχώρησης του ενός.

Οι αριθμοί έχουν μια καθηλωτική ψυχρότητα όταν τους ακούς. Υποκρύπτουν την αδυσώπητη νομοτέλεια του σύμπαντος με την οποία νιώθεις ανήμπορος να αναμετρηθείς.

El Otono de los NumerosΣε μια βαθιά κοινή καθημερινότητα μάς βυθίζει σταδιακά το μεγαλύτερο σε έκταση 501. Πρωτοπρόσωπα εδώ ο αφηγητής μοιράζεται τις σκέψεις του καθώς περιμένει να εμφανιστεί ο δικός του αριθμός στον ηλεκτρονικό πίνακα του ταχυδρομείου. Εβδομήντα πέντε λεπτά ο χρόνος αναμονής, αρκετά για να ξαναζήσει μια ολόκληρη ζωή. Με αφορμή τους παρελαύνοντες αριθμούς αναλογίζεται την τυχαία μεταβλητή της γέννησής του, την χιλιομετρική ένδειξη μιας εθνικής οδού, τα κοινά χρόνια με την χαμένη σύντροφο, τον πεπερασμένο αριθμό των απολαύσεών του, τους εξοφλητέους λογαριασμούς της ζωής του. Όσο λιγοστεύει ο χρόνος, τόσο περισσότερο πλησιάζει η στιγμή μια οριακής απόφασης – ή της αναβολής της.

Τα τελευταία χρόνια οι ένοικοι άρχισαν ν’ αραιώνουν, ενώ περιέργως πλήθυναν τα φαντάσματα. Οι μετανάστες που νοίκιαζαν τα υπόγεια λάκισαν σαν τα ποντίκια. Κάποιοι άλλοι πέθαναν και τα διαμερίσματα μένουν έκτοτε κλειστά αφού οι κληρονόμοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Είναι φορές που τις νύχτες ακούω παιδικέ φωνές, καβγάδες, κρεβάτια να τρίζουν από ερωτική έξαψη, καζανάκια να τρέχουν, πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν. Οι άνθρωποι φεύγουν και οι μνήμες τους στοιχειώνουν τους χώρους που κάποτε έζησαν. [σ. 106]

Στα ίδBeata Bieniakια βάθη μιας εξομολογητικής αφήγησης εκφράζεται ο διαχειριστής. Εξωμότης δηλωσίας για κάποιους παλιούς συντρόφους, ξεδοντιασμένος ιδεολόγος για το κράτος. Ριζωμένος στα έγκατα της πολυκατοικίας των τριάντα διαμερισμάτων εδώ και μισό αιώνα, ζει παρέα με τις ενοχές και με τον φόβο πως κάποιος δικός του θα τον φτύσει με το βλέμμα του. Παρά την απώλεια της συντρόφου του διατηρεί στα χείλη το χαμόγελο και τις φράσεις «το χειρότερο δεν είναι να μην μπορείς. Το χειρότερο είναι να μη θέλεις». Αλλά η σιωπηλή άποψη των άλλων για το πρόσωπό του είναι διαφορετική: του πιστώνεται η ελευθερία από οικογενειακές υποχρεώσεις, του χρεώνονται η τεμπελιά και οι εισπράξεις, του αφαιρείται κάθε δικαίωμα γνώμης. Στο άλλο άκρο – ύψος της πολυκατοικίας, μια τριαντάχρονη φοιτήτρια επιδίδεται στη σπουδή της Πλαθ και της Αχμάτοβα και στην προετοιμασία της τέχνης της αυτοχειρίας. Άραγε η αντιστικτική ιστορία θα καταλήξει σε οριακή συνάντηση των δυο ή στους ασύμπτωτους δρόμους διαφορετικών θεάσεων της ζωής;

Στα σωθικά μιας woman-in-a-green-blouseοικογένειας – που και εδώ θαρρείς και εκπροσωπεί αμέτρητες άλλες, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες των ιστοριών– εισχωρούμε στο citius, altius, fortius. Είναι οι λέξεις ενός πανό όπου καρφώνει το βλέμμα του ο κύριος Θεοχάρης, είναι η λακωνική έκφραση μιας κάρτας που έστειλε στον εαυτό της η θριαμβεύτρια στις πανελλήνιες εξετάσεις κόρη του. Ρεκορντγούμαν των αριστείων και των επαίνων, πρώτη των πρώτων, Θηλυκός Αϊνστάιν, γεννημένη νικήτρια κατά τις αμετάκλητες εκφράσεις του πατέρα της, εξελίχθηκε σε ένα πειραματόζωο της πρωτιάς, υποχρεωμένο να αποφύγει την αποτυχία, δηλαδή να γίνει ένα το Τίποτα. Η κοινή τους ζωή δεν μπορεί παρά να οδηγεί στο τέλος, αλλά αργά, πολύ αργά· τα επιχειρήματα κάποτε θα χρησιμοποιηθούν από εκείνη εναντίον του, θεμελιώνοντας χρόνια συναισθηματικής ξηρασίας και αισθηματικού μαρασμού και δημιουργώντας συνθήκες αναπόδραστης ανάφλεξης.

Στο ancre de misericorde  ο Μαραμπού από την Δραπετσώνα, γιος καπετάνιου που κατάφαγε η αλμύρα και η μαύρη άβυσσος από κάτω, επιλέγει τα μηχανολογήματα της στεριάς και αγκυροβολεί στο εργοστάσιο αγκύρων και αλύσεων πλοίων. Κάθε βράδυ μετά την βάρδια κατηφορίζει μέχρι το λιμάνι στο Κερατσίνι, δίπλα στο φουγάρο της ΔΕΗ, μπαίνει στο μπριγκαντίνι του και βοShea Holliman - the sad manυτάει στα σκοτεινά νερά κάτω από τα εμπορικά πλοία, για να μετρήσει τα κλειδιά της καδένας μέχρι να καταλήξει στην άγκυρα και ν’ αναγνωρίσει τον κάθε τύπο. Εκεί κάτω η ζωή του θα δικαιώσει το αιώνιο της τραβέρσο, απέναντι στην μοίρα και την ελάχιστη απόλαυση ζωής – με το δικό της τίμημα.

Το σδρου εκκινεί από το παρόν ενός αξιοθρήνητου άνδρα που σωριάζεται στα πλαϊνά σκαλιά της Ευαγγελίστριας. «Ασάλευτος, άπνοος και απόκοσμος», ο μπαρμπα – Νικήτας αποτελεί ιδανικό πρόσωπο για το επετειακό ρεπορτάζ του αφηγητή. Οι επόμενες ψηφίδες διασκορπίζονται σε διαφορετικούς ιστορικούς χρονοτόπους και συγκολλούν το πρόσωπο ενός αληθινού αγωνιστή. O νεαρός μετανάστης του G.O.A.T. έχει κι αυτός το δικό του ψευδώνυμο: Ρόσσι από τον παγκόσμιο πρωταθλητή μοτοσικλέτας αγώνων Βαλεντίνο Ρόσσι· μαέστρος της πίστας εκείνος, των επαρχιακών δρόμων αυτός αλλά και γιατρός των μηχανών στο συνεργείο, ξεχνάει τους καθημερινούς εξευτελισμούς εξαιτίας της καταγωγής του και ονειρεύεται τους μεγάλους δρόμους που θυμάται απ’ έξω και ανακατωτά. Η ζωή θα τον στείλει να τους οργώσει, αλλά σε μια ανελέητα προδιαγεγραμμένη, κυνηγημένη πορεία.

1Στα δεκαπέντε διηγήματα της πρώτης του συλλογής ο συγγραφέας (γεν. 1965) επιλέγει να φωτίζει λίγες πλευρές από την ζωή των χαρακτήρων του, κάποτε με σύντομες διαχωρισμένες ενότητες, συμπληρώνοντας με τρόπο ελλειπτικό αλλά και λόγο περιεκτικό την ακαριαία ιστορία του ταπεινού και ταπεινωμένου τους βίου. Ολόκληρο των σύμπαν αυτών των υπάρξεων χωράει σε λίγες σελίδες ιστορίας, ενώ το τέλος παραμένει ανοιχτό, αμφιλεγόμενο, αποκαλυπτικό ή απλώς σιωπηλό. Όσο προχωρούν τα διηγήματα τόσο περισσότερο μοιάζουμε σε αυτά τα πρόσωπα, διαπιστώνουμε τις κοινές μας σκέψεις, αναλογιζόμαστε τις φορές που υπήρξαμε θύματα και θύτες και ανοίγουμε τα μάτια μπροστά στην ανελέητη σκληρότητα της ζωής, που οι ίδιοι φτάσαμε ως εδώ.

Εκδ. Πηγή, 2013, σελ. 160. Με επτά σημειώσεις του συγγραφέα.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.




Οκτώβριος 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.038.021 hits

Αρχείο