Αρχείο για Ιανουαρίου 2015

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

26
Ιαν.
15

(δε)κατα, τεύχος 39, φθινόπωρο 2014

unnamed

Φάκελος; Γιατί γράφουμε;

 ….διότι απλούστατα δεν γίνεται διαφορετικά. Γράφουμε διότι λειτουργούμε. Ως διαδικασία αναπνοής κι εκπνοής. […] Μου είναι αδύνατον να σκεφτώ «δεν γράφω»: πρόκειται για σκέψη θανάτου. Βεβαίως αντιγράφω, όσο μεθοδικότερα μπορώ, αυτό που συμβαίνει εντός μου, αυτό που ο νους μου παρέχει ως εικόνα δύναμης. Από την άποψη αυτή γράφω, σημαίνει αποδελτιώνω τα δεδομένα, τα οποία προϋπήρξαν προ πολλού ή σχετικά προσφάτως ένδον. […] Η γραφή ως ολική προσοικείωση της ζωής: οι λέξεις που δεν θέλουν ν’ αφήσουν τίποτα, ως εκ των πραγμάτων, να πέσει στο χώμα της λήθης [σ. 93]

…απαντάει ο Γιώργος Βέης στο ερώτημα – επίκεντρο του «φακέλου» στο παρόν τεύχος του περιοδικού «Γιατί γράφουμε;» ενώ στο δικό του κείμενο ο Γιώργος Μπλάνας καταλήγει: συνεπώς στο ερώτημα Γιατί γράφουμε; περιέχει κατά κάποιος τρόπο την απάντησή του, αφού τιθέμενο απαντά στην προβληματική της ματαιότητας της γραφής. Και η απάντηση είναι: Για τίποτα, αφού ούτε αποτελεσματικοί μπορούμε να είμαστε ούτε κάποιου είδους αλήθεια μπορούμε να προσφέρουμε. [σ. 98]. Ο Φίλιππος Δρακονταειδής μετατρέπει το θέμα [Γιατί δεν γράφουμε] και εκκινεί από ένα οριακό προσωπικό γεγονός που βίωσε στην ηλικία των τεσσάρων: «την εκτέλεση του πατέρα του, στελέχους, όπως λέγεται, της Αντίστασης», και όλα όσα ακολούθησαν: την κατάταξή του στην χορεία των ορφανών, την υποχρέωση απόκρυψης του γεγονότος για ευνόητους λόγους, την επιτυχή έκφραση «θύμα πολέμου».

Gaza

Αν τα κατοπινά χρόνια δεν συσσώρευαν πρόσθετες οδύνες από σεισμούς, αρρώστιες, δυστυχήματα, θα υπήρχε κάποια απόσταση από όλα αυτά. Αν η ζωή ήταν (έτσι φαντάζομαι) ελάχιστα πιο εύκολη και το πρώτο κοστούμι μου δε ήταν το κοστούμι του θείου που είχε πεθάνει και το είχαμε δώσει στον σύντροφο ράφτη να το γυρίσει ανάποδα και να το φέρει στα μέτρα μας, θα είχα πάρει κάποια απόσταση από τον πατέρα μου. Νομίζω πως έμεινα δίπλα του, πως δεν έφυγα ποτέ από το πλευρό του. Τώρα πια, στον τελευταίο ατραπό του βίου μου, φαίνεται πως τον έχω στην προστασία μου, λες και εγώ είμαι ο πατέρας του, αφού εκτελέστηκε στην ηλικία των 37 ετών (και σε αυτή την ηλικία παρέμεινε(, ενώ εγώ είμαι πρεσβύτερός του. Κρίνω λοιπόν σήμερα πως έγραψα εκείνους τους στίχους ως φωνή προς τον εκτελεσμένο, ως επιβεβαίωση του δεσμού μου, ως αλλαγή που τον ενδιέφερε. Ίσως συνέχισα να γράφω για να νιώθω παραλήπτης είναι ο πατέρας μου, αυτή η απουσία παρουσία. [σ. 72]

octavio-paz

Τις υποψίες τους πάνω στο ερώτημα καταθέτουν ακόμα οι Χρύσα Σπυροπούλου, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Ελισάβετ Αρσενίου, Παναγιώτης Γούτας, Νίνα Ράπη, Χρύσα Φάντη, Γιώτα Αργυροπούλου, Στάθης Κουτσούνης, κ.ά. και ο φάκελος συμπληρώνεται με μια παλαιά σχετική αναφορά του Νίκου Καββαδία. Η πλούσια ύλη περιλαμβάνει διηγήματα και αφηγήματα[Μαρία Μήτσορα, Φοίβος Μπότσης, Βιρχίλιο Πινιέρα, Jose Emilio Pachecko]· στο μαγνητόφωνο ο περίφημος φωτογράφος Peter Mayer, τονίζει ότι η ψηφιακή φωτογραφία σε φέρνει πλησιέστερα σε αυτό που θέλεις να εκφράσεις, σε άλλη ηχογράφηση ο Πέτρος Μάρκαρης συζητάει για την κρίση και το αστυνομικό μυθιστόρημα· ο Γιάννης Πολύζος στα πάντα ενδιαφέροντα Γράμματά του από την Νέα Υόρκη γράφει για την έκθεση Come closer: Art around the bowery 1969 – 1989· o Γιώργος Ρούβαλης συντομογραφεί τα εκατοντάχρονα του Οκτάβιο Παζ αλλά και τον νέο μεξικανικό σινεμά, ο Homero Aridjis εκτενώς νεκρολογεί τον Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες ο Carl Rakozi καταθέτει «μια σημείωση για την μουσική και την μουσικότητα» και τέλος, στο τέλος του τεύχους, ο Ελαχιστότατος και οι ’ πνάκηδες φέρνουν τα πάνω κάτω.

mahfood_chomsky

Προς υπεράσπιση του Ομπάμα, ίσως ο ίδιος να μη γνωρίζει τι κάνει το Ισραήλ στη Γάζα με τα όπλα που έχει την ευγένεια να του προσφέρει. Άλλωστε στηρίζεται στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες που είναι πολύ απασχολημένες να συλλέγουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αό τους πολίτες οπότε δεν υπάρχει χρόνος για άλλες υποθέσεις. Ο στόχος του Ισραήλ είναι εδώ και καιρό πολύ απλός: Η βήμα βήμα επιστροφή στον «κανόνα». Ποιος είναι όμως ο «κανόνας»; Για τη Δυτική Όχθη ο «κανόνας» υπαγορεύει την συνέχιση της παράνομης κατασκευής οικισμών και υποδομών έτσι ώστε να γίνει εφικτή η ενσωμάτωσή τους με το Ισραήλ, όπως αξία και αν έχει αυτή, εξωθώντας ταυτόχρονα τους Παλαιστίνιους σε υποβαθμισμένες γειτονιές, που θα της επιβάλλεται καταστολή και βία. [σ. 28]

Simin Behbahani.

….γράφει ο Noam Chomsky σ’ ένα εκτενέστατο κείμενό του για την Δυτική υποκρισία και τα δύο μέτρα και δυο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην κρίση στην Ουκρανία και στην σφαγή στην Γάζα. Και αναχωρούμε με τον πολύτιμο λόγο της κορυφαίας ποιήτριας του Ιράν Simin Behbahani, που πέθανε τον περασμένο Αύγουστο το καλοκαίρι: Εμείς οι συγγραφείς θα ήμασταν ειλικρινά τιμημένοι την ημέρα που δεν θα υπάρχει κανένας συγγραφέας στη φυλακή, κανένας φοιτητής υπό κράτηση και οι δημοσιογράφοι θα είναι ελεύθεροι καθώς και οι πένες τους.  [σ. 192]

Στις εικόνες: Γάζα, Octavio Paz, Noam Chomsky, Simin Behbahani.

Επί του πιεστηρίου: το νέο τεύχος [αρ. 40] των (δε)κάτων έχει ήδη κυκλοφορήσει

25
Ιαν.
15

Συλλογικό – Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη

autogestion

Ο σπόρος της ουτοπίας

Η αυτοδιαχείριση (ή αυτοδιεύθυνση, συνώνυμη της αυτοδιαχείρισης) αποτελεί μια μορφή συλλογικής οργάνωσης όπου ο καθένας έχει την δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα στην λήψη των αποφάσεων που επηρεάζουν την καθημερινή του ζωή. Σε αντίθεση με την πυραμιδοειδή οργάνωση των νεωτερικών κοινωνιών και τις απειράριθμες ενδιάμεσες σχέσεις όπου ένα πλήθος ενδιάμεσων, εκλεγμένων ή μη, υπονομεύουν την δυνατότητά μας να καθορίζουμε πώς θα ζούμε, πώς θα δημιουργούμε, πώς θα παράγουμε κλπ., οι αρχές της αυτοδιαχείρισης εμπνέονται από την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη και αποδίδουν αυτές τις δυνατότητες στα άτομα και τις συλλογικότητες. Εδώ έννοιες όπως άμεση δημοκρατία και επανοικειοποίηση παύουν να αποτελούν απλούς όρους και μετατρέπονται σε πράξη.

Μετά την εξέγερση των Ζαπατίστας και την ανάδυση ενός κινήματος εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης αναβίωσε η συζήτηση για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός και πλέον το αίτημα της αυτονομίας είναι πολύ πιο δεδομένο απ’ ότι νομίζουμε. Ακόμα και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να επανεφευρίσκουμε πράγματα που, ενώ υπήρχαν στο παρελθόν, είχαν ξεχαστεί για δεκαετίες ή είχαν απαξιωθεί στη συλλογική συνείδηση λόγω του ευτελισμού τους από το κράτος, τα κόμματα και τους εργατοπατέρες: τον συνεταιρισμό, τη συνεργατικότητα, την αλληλεγγύη. Έννοιες και αξίες που σήμερα γίνεται προσπάθεια να επαναθεμελιωθούν, μακριά από αναθέσεις, ιεραρχίες και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις μέσα από εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και συνεργατισμού.

cnt-tram

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ακριβώς μια μικρή αναδρομή στα σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Δυο εισαγωγικά κείμενα (Βασικές κατευθύνσεις των ελευθεριακών εγχειρημάτων και πρακτικών, Ρίχνουμε τον σπόρο της ουτοπίας για να θερίσουμε την πραγματικότητα) κι ένα μικρό σημείωμα των εκδοτών ακολουθούνται από δυο κεφάλαια που αφορούν δυο βασικά ιστορικά παραδείγματα επαναστατικής αυτοδιαχείρισης: την περίπτωση της Ρωσίας [1917-1921], από την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 που έπιασε στον ύπνο τους επαγγελματίες επαναστάτες μέχρι την εξέγερση της Κροστάνδης και εκ μέρους των Λένιν και Τρότσκι κατάπνιξη στο αίμα του τελευταίου σπασμού της επανάστασης, και την περίπτωση της Ισπανίας [1936-1939], που επιβεβαίωσε την εμπειρία της Ρωσίας και των σπαρτακιστών: ότι είναι αδύνατη η συνύπαρξη των δυο πόλων της δυαδικής εξουσίας: της αυτοδιαχειριστικής και την «νόμιμης»: η δεύτερη πάντοτε τείνει να συντρίψει την πρώτη.

Στο κύριο κορμό του βιβλίου παρουσιάζονται και αξιολογούνται σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Ο Charles Piaget εξετάζει τη περίπτωση της Γαλλίας, που έζησε από πρώτο χέρι, ως πρωτεργάτης του αγώνα της LIP στην Μπεζανσόν το 1973. Η αυτοδιαχείριση αυτού του εργοστασίου υπήρξε μια παραδειγματική περίπτωση αγώνα και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για τους εργαζόμενους που πολεμούν κατά των απολύσεων και συζητούν το ενδεχόμενο να ανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους με βάση το μοντέλο «δουλεύουμε, πουλάμε, πληρωνόμαστε». Ο αγώνας ήταν αποτέλεσμα μιας καινοτόμας συνδικαλιστικής πρακτικής που άλλαξε τα δεδομένα στον χώρο του συνδικαλισμού, που μέχρι τότε εκτυλισσόταν μόνο σε μια αίθουσα συνεδριάσεων ή παρέα με την διεύθυνση, ενώ οι γενικές διεκδικήσεις κοινοποιούνταν εγγράφως και …μέχρι εκεί, οι δε συνδικαλιστές εμφανίζονταν μόνο για να ορίσουν την ημέρα και τα αιτήματα της απεργίας (μας θυμίζει κάτι;).

May 4, 1976, in the streets of Besançon, the Lip factory workers

Το 1968 υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Στα μέσα του θρυλικού Μαΐου μια ομάδα φουσκωτών συνδικαλιστών είχαν αποκλείσει την κεντρική είσοδο, λέγοντας πως είναι γενική απεργία και πως απαγορεύεται να μπουν οι εργαζόμενοι. Εκείνοι απάντησαν πως οι εργαζόμενοι θα αποφασίσουν μόνοι τους· τότε διαμορφώθηκε η ιδέα του ανοιχτού εργοστασίου και η πρακτική των δημοκρατικών γενικών συνελεύσεων. Κατασκευάστηκε κι ένας θεόρατος πίνακας, ώστε να αναρτώνται και να διαβάζονται τα πάντα – μια ενημέρωση ελεύθερη, σαφής και γρήγορη.

Όταν το 1973 η επιχείρηση μεταβιβάστηκε σ’ ένα ελβετικό τραστ που θέλησε να την διαλύσει και είχε μάλιστα προβλέψει πως αν οι εργαζόμενοι αρχίσουν γενική απεργία τον Απρίλιο, μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν φτάσει στα όριά τους, εκείνοι δεν έπεσαν στην παγίδα: όχι μόνο δεν έκαναν απεργία αλλά επέλεξαν και την σταδιακή μείωση του ρυθμού εργασίας, ως μορφή γενικής ανυπακοής απέναντι στην διοίκηση. Γνώριζαν άλλωστε τις βασικές αξίες ενός αγώνα που μόλις άρχιζε: υπέρβαση της ηττοπάθειας, ενημέρωση των πάντων, ενότητα δράσης, μεγάλη συλλογική συμμετοχή, οριζόντια πληροφόρηση με ευρύ φάσμα κειμένων, άνοιγμα του εργοστασίου προς τα έξω.

zapatista

Η περίπτωση των αυτόνομων εξεγερμένων κοινοτήτων των Ζαπατίστας στην Τσιάπας στο Μεξικό είναι περισσότερο γνωστή: οι αυτόχθονες κυβερνούν με βάση το δικό τους δίκαιο και τα δικά τους έθιμα, ενώ έχουν υιοθετήσει δικές τους μορφές αυτοκυβέρνησης με βάση το συλλογικό συμφέρον. Οι τοπικές κοινότητες εξέλεξαν οι ίδιες τους αντιπροσώπους τους με διετή θητεία που ανανεώνεται κάθε δυο χρόνια αλλά μπορεί σε οποιαδήποτε στιγμή να ανακληθεί σε περίπτωση που δεν σεβαστούν την λαϊκή εντολή. Για την μεξικανική κυβέρνηση οι αυτόνομες εξεγερμένες κοινότητες αποτελούν στον «χειρότερο εχθρό του κράτους δικαίου» και η αυτονομία τους ισοδυναμεί με την «απόσχιση ενός τμήματος της εθνικής επικράτειας», αγνοώντας προφανώς το συνταγματικό άρθρο σύμφωνα με το οποίο «η εθνική κυριαρχία ανήκει πρωταρχικά και κατ’ ουσίαν στον λαό». Το κίνημα των Ζαπατίστας αποτελεί μια μοναδική πρωτοβουλία πολιτικής αντίστασης και άμεσης δράσης, ένα παράδειγμα αυτονομίας όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η πρακτική Καταλαμβάνουμε, δουλεύουμε, πληρωνόμαστε αποτέλεσε μια από τις πολλές όψεις της Αργεντινής μετά την εξέγερση που ξέσπασε τον χειμώνα του 2001. Το δίδαγμα του Argentinazo έχει τρεις αφηγήσεις. Η πρώτη ξεκινάει από το Μπουένος Άιρες και την συνοικία Φλόρες, τον Ιανουάριο του 2002, όπου στο ισόγειο μιας παλιάς κλινικής μια ομάδα κατοίκων έχει δημιουργήσει ένα εστιατόριο για τους πιο φτωχούς κατοίκους της γειτονιάς. Το σχέδιο, που προέβλεπε ένα κέντρο υγείας για τους εργαζόμενους στις ανακτημένες επιχειρήσεις ολόκληρης της περιφέρειας, δεν προχώρησε, θα συνεχιστεί κάπου αλλού.

IMPA_

Το τελευταίο ναυπηγείο της Αργεντινής, το Astillero Rio Santiago, βρίσκεται υπό τον έλεγχο των εργαζομένων αλλά δεν είναι μια τυπική «ανακτημένη» επιχείρηση. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν κατασκευαζόταν εδώ κανένα πλοίο, ενώ οι εργάτες ήταν μόλις χίλιοι. Η κατάληψη οδήγησε σ’ ένα είδος συνδιαχείρισης και οι πελάτες άρχισαν να επιστρέφουν. Οι διαφορετικές απόψεις γύρω από την πρακτική της αυτοδιαχείρισης δείχνουν πως και εδώ υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμα. Σε κάθε περίπτωση οι διαφορετικές πολιτικές επιλογές αλλά και τα δυο διαφορετικά μοντέλα αυτοδιαχείρισης, η «αμυντική» και η «επιθετική» (από την απλή διασφάλιση μέσων εργασίας μέχρι το σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού) θέτουν τους όρους μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης.

Η Impa τέλος, όπου οι συνθήκες εργασίας τόσο στα χυτήρια όσο στην κατεργασία μετάλλων ήταν εφιαλτικές, έγινε μια από τις επιχειρήσεις – σύμβολα του κινήματος των ανακτημένων επιχειρήσεων στην Αργεντινή και η μοναδική που έμεινε ανοιχτή στα κοινωνικά κινήματα. Στο εσωτερικό της λειτούργησε ένα πολιτιστικό κέντρο όπου εργάστηκαν φοιτητές και ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τους κατοίκους της γειτονιάς.

End-Of-Shift-Tower-Colliery

Η Μεγάλη Βρετανία έχει να επιδείξει το δικό της κορυφαίο παράδειγμα εναλλακτικού εγχειρήματος μέσα σε καπιταλιστική χώρα και μιας ιδιαίτερα συνειδητοποιημένης εργατικής κολεκτίβας: το ανθρακωρυχείο Tower Colliery στην Ουαλία, που πήραν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι το 1994. Το κλείσιμο του ανθρακωρυχείου ήταν ένα από τα πολλά επεισόδια στην πορεία διάλυσης της βρετανικής βιομηχανίας άνθρακα. Η ανάκτησή του από τους εργάτες έγινε ταχύτατα σημείο αναφοράς της αντίστασης στον φιλελευθερισμό και το καμάρι μιας ολόκληρης εργατικής περιοχής που είχε πληγεί από τον οικονομικό μαρασμό. Οι εργάτες επένδυσαν τις αποζημιώσεις των απολύσεών τους για να αγοράσουν το ορυχείο, έγιναν ιδιοκτήτες και, προς γενική έκπληξη, κατόρθωσαν να επιστρέψουν την επιχείρηση στην κερδοφορία. Η επιτυχία τους ήταν τόσο μεγάλη που μπόρεσαν να προσλάβουν προσωπικό, να εκσυγχρονίσουν τις μηχανές και να αυξήσουν σημαντικά τους μισθούς, καταργώντας τα προσωπικά πριμ που προκαλούσαν έναν νοσηρό ανταγωνισμό.

Ολόκληρη η περιοχή ένιωσε περήφανη και πολλές τοπικές ενώσεις στήριξαν το ορυχείο, που με την σειρά του υποστήριξε άλλους κοινωνικούς αγώνες εντός και εκτός χώρας, από την Πολωνία και την Νικαράγουα μέχρι την Κούβα και την Νότια Αφρική. Το ορυχείο τάχθηκε υπέρ της αειφόρου ανάπτυξης ενώ σε μια προσπάθεια να το πρόβλημα του κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας, που αποτελεί κληρονομιά του καπιταλισμού, διαμορφώθηκε ένα σύστημα δια βίου εκπαίδευσης. Το εγχείρημα διήρκεσε μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων άνθρακα. Αρχές του 2008, τριάντα χρόνια μετά την ανάκτηση της επιχείρησης, το ορυχείο έκλεισε μέσα σε κλίμα συγκίνησης. Οι ανθρακωρύχοι δεν αιφνιδιάστηκαν από την αναπόφευκτη εξέλιξη. Το ορυχείο παραμένει στην ιδιοκτησία του και υπάρχουν σχέδια για την αξιοποίησή του με διάφορους τρόπους.

TowerCollieryDRAGON_468x285

Ένα ακόμα κείμενο για την Αργεντινή [Η ανάκτηση των επιχειρήσεων ως πολιτική πράξη], μια αναδρομή στην γιουγκοσλαβική «αυτοδιαχείριση», η άνοιξη και το φθινόπωρο της αυτοδιαχείρισης στην Πράγα, οι «ριζοσπαστικά πραγματιστές» της Βραζιλίας, τα κοινωνικά κέντρα μεταξύ ρήξης και ενσωμάτωσης στην Ιταλία και τα σχετικά κινήματα στο Κεμπέκ και την Ελβετία συμπληρώνουν τον χάρτη της αυτοδιάθεσης. Ας σημειωθεί ότι στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, σε ξεχωριστό γκρίζο πλαίσιο, παρουσιάζεται ένα σύντομο ιστορικό διάγραμμα των σχετικών επαναστατικών κινημάτων, από το 1848 μέχρι το 2007.

Σε κανένα από τα κείμενα του τόμου δεν εξωραΐζεται κάποιο κίνημα ούτε παρουσιάζεται εξιδανικεύεται η αυτοδιαχειριστική λύση· το αντίθετο, μάλιστα, αναφέρονται όλα τα προβλήματα και οι παγίδες που έθεσαν σε κίνδυνο ή και ακύρωσαν σημαντικές προσπάθειες. Ούτως ή άλλως σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι η αυτοδιαχείριση καθ’ εαυτήν δεν είναι πανάκεια, «αντιστοιχεί όμως σε έναν τύπο δημοκρατίας και ορθολογικότητας που ο καπιταλισμός μας έχει κάνει να ξεχάσουμε». Και αποτελεί ένα βασικό προαπαιτούμενο ώστε η μελλοντική κοινωνία να μην μοιάζει με ένα αχανές στρατόπεδο εργασίας ή με μια κολοσσιαία αγορά όπου πουλιούνται και αγοράζονται τα πάντα.

ezln

Το βιβλίο αποτελεί σύμπραξη δυο οργανώσεων που συμμετέχουν στο παγκόσμιο δίκτυο ελευθεριακού κομμουνισμού Anarkismo.net. Πρόκειται για τις Alternative Libertaire της Γαλλίας [1991] και της Union Communiste Libertaire του Κεμπέκ [2008], που εκδίδουν αντίστοιχα τα περιοδικά Alternative Libertaire και Cause Commune. Περιλαμβάνονται κείμενα των Daniel Guérin, Frank Mintz, Organizaciόn Socialista Libertaria, Laurent Esquerre, Guillaume Davranche, Martine Hassoun, José Luis Humanes Bautista, Lia από FdCA, Michel Nestor, Mark Haldimann, Vladimir Claude Fisera, Charles Piaget. Επιμέλεια: Guillaume Davranche.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Θοδωρής Δρίτσας – Κώστας Σπαθαράκης, σελ. 136 [Animal Politicum, 7].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174.

Στις εικόνες: Αυτοδιαχειριζόμενες συγκοινωνίες στην Ισπανία [1936 – 1939], LIP / Γαλλία, Ζαπατίστας / Μεξικό, Impa / Αργεντινή, Tower Colliery / Ουαλία – τέχνη και πραγματικότητα -, και πάλι Ζαπατίστας.

Η συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων σε δυο βιβλία του Υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας εδώ και εδώ.

23
Ιαν.
15

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 170. Δημήτρης Μίγγας

Δ. Μίγγας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2012 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και με τίτλο: Πλωτά νησιά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάποιος συγγραφέας, αφού πρώτα εκδώσει βιβλίο στο οποίο περιγράφει ένα θαλασσινό ταξίδι, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του οργανώνοντας μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Έγραφα από πολύ μικρός, αλλά καθυστέρησα να εκτεθώ. Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το 1995 μια ποιητική συλλογή μα τίτλο: Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα. Το 1999 κυκλοφόρησε μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο: Των Κεκοιμημένων, όπου στις σελίδες του συνυπάρχουν όνειρα και πραγματικότητα, παρελθόν και παρόν, ζωντανοί και πεθαμένοι. Για το βιβλίο αυτό τιμήθηκα με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού Διαβάζω.

b177031

Έπειτα από δύο χρόνια εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, ο τίτλος του: Σπάνια χιονίζει στα νησιά, που μέσα από την ιστορία δύο φίλων και τριών γυναικών εστιάζει στην διαδικασία της γραφής. Το 2003 είχε σειρά μια καινούργια συλλογή διηγημάτων κάτω από τον τίτλο: Της Σαλονίκης μοναχά, με οκτώ ιστορίες, δύο παραμύθια και ένα όνειρο, που διαδραματίζονται στην Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε το 2005 το δεύτερό μου μυθιστόρημα με τίτλο: Στα ψέματα παίζαμε! Διαπραγματεύεται την ιστορία μιας παρέας κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 20ού αιώνα.

Το 2007 κυκλοφόρησε το προτελευταίο μυθιστόρημά μου με τίτλο: Τηλέμαχου Οδύσσεια, όπου ιστορούνται οι περιπέτειες και ο βίος ενός ιδιόρρυθμου, όσο και ξεχωριστού Λευκαδίτη. Και η μέχρι τώρα συγγραφική μου παραγωγή ολοκληρώνεται, όπως είπαμε και προηγουμένως, με τα Πλωτά Νησιά. Από τα βιβλία μου το Σπάνια Χιονίζει Στα Νησιά μεταφράστηκε στα ιταλικά, επίσης το Στα ψέματα παίζαμε! καθώς και το Τηλέμαχου Οδύσσεια μεταφράστηκαν στα Σερβικά.

b96694

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Γράφω μόνο στο σπίτι μου, στο γραφείο μου. Δε βολεύομαι αλλού και δεν δοκίμασα ποτέ να γράψω σε άλλον τόπο και πολύ περισσότερο σε δημόσιο χώρο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και οι χαρακτήρες των βιβλίο μου με απασχολούν, με ακολουθούν και με προβληματίζουν κατά τη διάρκεια της γραφής. Έχουμε και εκείνοι παρελθόν, την ιστορία τους, συμπεριφορές και αντιλήψεις που δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με αυτές του συγγραφέα. Στάση ζωής, απόψεις και εμπειρίες που καθοδηγούν τη δράση τους. Δεν υπακούουν πάντα, ξεφεύγουν και ενεργούν αυτόβουλα. Δεν εξαρτάται απόλυτα ένας μυθιστορηματικός ήρωας από τον δημιουργό του. Μόλις τυπωθεί το βιβλίο όμως, ξεθωριάζουν και μένει μόνο η ανάμνησή τους.

b6502

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην πεζογραφία χρειάζεται μνήμη, φαντασία και παρατηρητικότητα. Καταγράφω στο μυαλό και έπειτα στο χαρτί εικόνες, περιστατικά, ιστορίες που άκουσα ή σκέφτηκα. Οι περισσότερες καταγραφές δεν καταφέρνουν να με συγκινήσουν, ωστόσο κάποιες από αυτές, έπειτα από καιρό με αγκιστρώνουν και με κινητοποιούν. Κατά κανόνα το τελικό αποτέλεσμα ελάχιστη σχέση έχει με το αρχικό ερέθισμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως η πρώτη γραφή των κειμένων γίνεται στο χαρτί – μου είναι πιο εύκολο και οικείο. Από τη δεύτερη επεξεργασία και μετά χρησιμοποιώ τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τις περισσότερες φορές γράφοντας ακούω κλασική μουσική.

b63226

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, δούλεψα σε γυμνάσια και λύκεια. Όλα αυτά τα χρόνια μοίραζα την ημέρα μου ανάμεσα στη δουλειά και στο γράψιμο, τα τελευταία χρόνια έχω την πολυτέλεια να ασχολούμαι μόνο με το γράψιμο. Κάποια διηγήματά μου και ορισμένες σκηνές ή κεφάλαια μυθιστορημάτων αγγίζουν την σχολική πραγματικότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όπως ανέφερα σε μια προηγούμενη ερώτηση, το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, όπως επίσης και η πρώτη μου εμφάνιση σε λογοτεχνικό περιοδικό έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 πάλι με ποιήματα.

b80688

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αγαπώ τη λογοτεχνία και μου αρέσει να γράφω ιστορίες, διηγήματα ή μυθιστορήματα. Δεν είμαι θεωρητικός της λογοτεχνίας, κοινωνιολόγος ή ιστορικός και δεν έχει ποτέ περάσει από το μυαλό μου να ασχοληθώ συγγραφικά με κανένα άλλο είδος.

Τι γράφετε τώρα;

Τα τελευταία τρία χρόνια με απασχολεί ένα μυθιστόρημα. Διαπραγματεύεται τη φθορά (σωματική και πνευματική), τις διαψεύσεις των ονείρων, το ξέφτισμα των σχέσεων.

b99883

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μου αρέσουν και ξαναδιαβάζω με κάθε ευκαιρία Όμηρο, Παπαδιαμάντη και Μπόρχες.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με συγκινούν οι Ρώσοι κλασικοί και ο μαγικός ρεαλισμός των Νοτιοαμερικανών.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Κυρίως κείμενα των Παπαδιαμάντη, Τσέχωφ, Μπόρχες, Γονατά και Μητσάκη.

b125223

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ασχολούμαι με κάποια κείμενα από τα Δοκίμια του Μπόρχες .

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω όσες κριτικές με ενδιαφέρουν χωρίς διάκριση αν είναι έντυπες οι ηλεκτρονικές.

22
Ιαν.
15

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]

20
Ιαν.
15

Ίαν ΜακΓιούαν – Χαμένο παιδί

1

Η ουτοπία της παιδικότητας

Μια αφηρημάδα ελάχιστης διάρκειας αρκεί για να χάσει ο Στίβεν Λιούς, πετυχημένος συγγραφέας παιδικών βιβλίων την τρίχρονη Κέιτ από τα μάτια του και η αδιανόητη απαγωγή της μέσα σ’ ένα σούπερ μάρκετ του Νότιου Λονδίνου είναι ήδη γεγονός. Όπως είναι ευνόητο, ο γάμος του με την μουσικό Τζούλι διαβρώνεται οριστικά και αμετάκλητα. Ανάμεσά τους εγκαθίσταται μια σιωπή που πυκνώνει ολοένα και περισσότερο· το παιδί που δεν βρίσκεται πουθενά βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους. Εκείνη πηγαίνει να ζήσει στην εξοχή, εκείνος αφήνει την οθόνη της τηλεόρασης να απορροφήσει όλη του την προσοχή. Κι ύστερα αναμονή, ατέλειωτη αναμονή. Οι σκέψεις του ξεκινούν και τελειώνουν στις νοητικές προβολές της Κέιτ, στις εικασίες τι θα έκανε εκείνη την οποιαδήποτε στιγμή (ακόμα και τώρα, δυο χρόνια μετά), στις φαντασιώσεις της παρουσίας της. Χωρίς τη φαντασίωση ότι η ύπαρξή της συνεχιζόταν ήταν χαμένος, ο χρόνος θα σταματούσε. Ήταν πατέρας ενός αόρατου παιδιού.

Θα περίμενε κανείς την καταβύθιση του ήρωα σε αβύσσους θλίψης και απόγνωσης αλλά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο: όσο έκπληκτος κι αν είναι από την σκληρή στροφή της ζωής του, όσο κι αν αισθάνεται ότι «η κανονικότητα του κόσμου εξακοντίζει μια προσβολή καταπάνω του», όσο κι αν οι σκέψεις του μοιάζουν με «διάστημα διανοητικού λευκού θορύβου», συνεχίζει να ζει. Αντίστοιχα και το βιβλίο δεν μετατρέπεται σε μια ιστορία της μελαγχολίας, ούτε σε τηλεοπτικό οικογενειακό μελόδραμα. Ο Στίβεν αναισθητοποιεί τον εαυτό του μέσω της ακάματης δραστηριότητας σε συγκεκριμένο περιβάλλον υπό το συγκεκριμένο κράτος. Κι εδώ είναι ο δεύτερος άξονας της ιστορίας, η πολιτική. Πού συναντιέται όμως μια τόσο ιδιωτική ιστορία με την δημόσια μορφή της πολιτικής και μάλιστα στην χείριστη μορφή που επέβαλε το Θατσερισμός;

NPG x133005; Ian McEwan by Angela Gorgas

Ο Στίβεν συμμετέχει σε ειδική επιτροπή συγγραφής ενός σχολικού εγχειριδίου για την εκπαίδευση των νεαρών μαθητών, όπως τους επιθυμεί η Θάτσερ, που στο βιβλίο δεν κατονομάζεται αλλά είναι ηλίου φαεινότερη. Η Δημόσια Υπηρεσία Παιδικής Αγωγής, προσφιλής ασχολία της πρωθυπουργού, φιλοδοξεί να διαμορφώσει τον χαρακτήρα των αυριανών πολιτών. Οι δεκατέσσερις υποεπιτροπές της έχουν αρκετή δουλειά: από τον έλεγχο της βιομηχανίας των παιχνιδιών μέχρι τις προτάσεις για την οικογενειακή βία. Και φυσικά υπάρχει και ο τομέας Γραφής και Ανάγνωσης, συμφυής με την ειδικότητα του Στίβεν.

Αλλά η σπειροειδής πλοκή επιστρέφει, ή μάλλον εισχωρεί, στην παιδική ηλικία – όχι της χαμένης μικρής, αλλά των ίδιων των «πρωταγωνιστών». Η παιδική ηλικία σκεπάζει ως αδιόρατο πέπλο την μυθοπλασία: ανάμεσα στις σελίδες κινείται πρώτα ένα παιδί μέσα στον χρόνο – αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου [Child in time]· εκείνο που υπήρξε, εκείνο που κάπου υπάρχει τώρα, μα και το παιδί που ίσως αυτή τη στιγμή χάνει οριστικά την παιδικότητά του, εμβαπτιζόμενο σ’ έναν σκληρό, ενήλικο κόσμο. Ύστερα, υπάρχει το παιδί έξω από τον χώρο: απομακρυσμένο από τον φυσικό του περιβάλλον – τους οικογενειακούς κόλπους, αφήνει μια μαύρη τρύπα που χάσκει μέσα σε εκκωφαντική σιωπή· μια άφαντη παρουσία απέναντι στους ορφανεμένους γονείς. Και τέλος, σε κάθε γύρισμα της σελίδας, σιωπηρά φωνάζει το ερώτημα: πόσο διαρκεί η ζωή της παιδικής ηλικίας, πόσο υπάρχει μέσα μας ως κάτι οριστικά χαμένο, όχι επειδή τελείωσε αλλά επειδή δεν υπήρξε;

mcewan

Αυτό το τελευταίο ερώτημα απορροφάει ολικά τόσο τον Στίβεν, που επιχειρεί αλλεπάλληλες επιστροφές στην δική του παιδικότητα, όσο και τον φίλο του Τσαρλς Νταρκ, σκιώδες μέλος της συγγραφικής ομάδας, που εκπροσωπεί την σύγχρονη κυνική – συντηρητική πολιτική σκέψη. Ο Νταρκ, θα επιχειρήσει με τον δικό του τρόπο να απαρνηθεί το παρόν, σε μια εξωφρενική απόδραση από τον χώρο – επιστρέφει στην εξοχή – και από την ενηλικότητα – παραιτείται από τις επαγγελματικές του ευθύνες. Μπορεί κανείς να επιστρέψει στον ψυχισμό μιας ηλικίας χωρίς έγνοιες;

Το κρατικό Εγκεκριμένο Εγχειρίδιο Παιδικής Αγωγής επιχειρεί να ορίσει τον ρόλο των λέξεων, ή να τιθασεύσει τις αντίθετες φωνές – να διαλύσουμε τη μαγεμένη ταύτιση λέξης και πράγματος και δι’ αυτής, σημαίνει ότι θα προξενήσουμε μια πρώιμη αυτοσυνειδησία, μια σκληρή απομόνωση την οποία αρεσκόμαστε να νομιμοποιούμε, ονομάζοντας την ατομικότητα [σ. 136] / … η γραπτή λέξη μπορεί να είναι αυτό καθαυτό το μέσο με τα οποίο συνδέονται ο εαυτός και ο κόσμος και γι’ αυτό τα καλύτερα κείμενα για παιδιά διαθέτουν αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της αορατότητας: σε πηγαίνουν κατευθείαν στα πράγματα που ονομάζουν, και μέσα από μεταφορές και εικόνες μπορούν να ανακαλέσουν αισθήματα, μυρωδιές, εντυπώσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν καν λέξεις. [σ. 139]

2

Ο μυθιστορηματικός χρόνος κυλάει αργά, η γραφή του Μακγιούαν το ίδιο. Ο ρεαλισμός του πλημμυρίζει από εσωτερικές σκέψεις, οι ιστορίες εγκιβωτίζονται η μία μετά την άλλη, ο ρυθμός επιβραδύνει, η δράση ελαχιστοποιείται. Ιδού τυπικός ΜακΓιούαν: Εκείνη δεν είχε ξεπεράσει τη σύγχυση ή τον παραλογισμό όμως διέθετε έναν απαράβατα επωφελή τρόπο να κατανοεί και να αποκαλύπτει τα αδιέξοδά της επιδιδόμενη σε ένα είδος αισθηματικής ή πνευματικής αγωγής. Στη δική της περίπτωση, οι παλιές βεβαιότητες δεν εγκαταλείπονταν ακριβώς αλλά ενσωματώνονταν σε ένα νέο σχήμα, περίπου όπως οι επιστημονικές επαναστάσεις ανακαθόριζαν μάλλον παρά απέρριπταν όλη τη γνώση που είχε προηγηθεί. Ό,τι ο ίδιος έβλεπε πάνω της ως αντίφαση εκείνη υποστήριζε πως ήταν εξέλιξη. Δεν κατοικούσε απλώς την εσωτερική της ζωή, αλλά τη διαχειριζόταν, την κατεύθυνε, το πεδίο μπροστά της ήταν χαρτογραφημένο. [σ. 95]

Ο συγγραφέας γράφει ακριβώς όπως τον γνωρίζουμε: εκκινεί από ένα δραματικό γεγονός, που φαινομενικά μοιάζει να μετατρέπεται σε τραγικό επίκεντρο της ζωής των χαρακτήρων του, στην ουσία όμως δεν είναι παρά μια αφορμή για περισσότερους και βαθύτερους προβληματισμούς. Εδώ δεν επιθυμεί να περιοριστεί στα όρια ενός τυπικού οικογενειακού δράματος αλλά στοχάζεται πάνω στον χρόνο, τον αδιάσπαστο και τον καταδιασπασμένο, στην ιδέα της παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία της επαναφοράς της.

Arthur_Rothstein,1942

Καθώς η οικογένεια του Στίβεν λύεται και οι δεσμοί της καταλύονται, εκείνος βρίσκεται στην κατάσταση που ευνοεί η σύγχρονη δυτική κοινωνία: στον θρίαμβο της ατομικότητας. Ο καθένας μόνος του. Σε αυτό τον κόσμο, το κέρδος αναγνωρίζεται ως η μόνη αξία, οι ζητιάνοι έχουν καθιερωθεί ως….θεσμός, τα παιδιά υποτάσσονται στο εκάστοτε τραγικό εκπαιδευτικό σύστημα (όπως εκείνο της Θάτσερ). Εκεί θέλει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε τα σημερινά παιδιά να συνεχίσουν να κινούν τα νήματα του σημερινού πολιτικού κόσμου. Η διαμόρφωσή τους, έστω και ως παραμόρφωση, ξεκινάει ακριβώς από «τέτοια νομοθετήματα».

Αλλά και πέρα από αυτά, είναι τα παιδικά χρόνια τόσο ιδανικά ή εξιδανικεύονται; Πότε θεωρούνται πεπερασμένα; Έχουμε δυνατότητα με την ενήλικη ιδιότητά μας να επιχειρήσουμε μια δεύτερη παιδική ηλικία – όχι βέβαια με την ανώριμη και επιπόλαια μορφή αλλά ως μια συνειδητοποιημένη προσπάθεια συνύπαρξης αθωότητας και ωριμότητας; Τελικά που βρίσκεται η παιδική ηλικία και ποιες χρήσεις μπορεί να έχει σήμερα;

Ian McEwan 2

Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς χαρακτηρίζονται από παιδικότητα στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον κόσμο, από κάποια απλότητα στην προσέγγιση, όσο πολύπλοκα κι αν την εκφράζουν· είναι, λοιπόν, αναπόδραστο η ενήλικη ιδιοφυΐα να ταυτίζεται με την ανηλικιότητα. Και αντιστρόφως, τα σημαντικότερα «παιδικά» βιβλία είναι ακριβώς εκείνα που μιλούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, στον αναδυόμενο ενήλικο μέσα στο παιδί και στο ξεχασμένο παιδί μέσα στον ενήλικο. [σ. 52]

Εκδ. Πατάκης, 2013, μτφ. Κατερίνα Σχινά, σελ. 400 [Ian McEwan, The child in time, 1987]

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοπανδοχείο, 173 / Sweet child in time.

16
Ιαν.
15

Αλμπέρ Καμύ – Ο επαναστατημένος άνθρωπος

1

Το διάγραμμα της αυτοδιάθεσης

Ο επαναστατημένος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που λέει όχι, γράφει ο συγγραφέας στο πρώτο του κεφάλαιο ύστερα από μια πυκνή εισαγωγή. Η άρνησή του δεν σημαίνει και παραίτηση αλλά δηλώνει την ύπαρξη ενός ορίου. Η εξέγερσή του εμπεριέχει την αίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο έχει δίκιο, όπως και ότι υπάρχει μέσα του κάτι που «αξίζει τον κόπο» να διαφυλαχτεί. Το ξέσπασμα ενός σκλάβου δρα πάντα αναδρομικά. Την στιγμή που απορρίπτει τη ταπεινωτική διαταγή του αφέντη του, ο υποταγμένος απορρίπτει συνάμα και την ίδια την κατάσταση του υποταγμένου. Ενώ μέχρι τότε ζούσε σε μια συμβιβαστική κατάσταση, ο σκλάβος ρίχνεται απότομα στο Όλα ή Τίποτα. Η συνείδηση αφυπνίζεται με την εξέγερση. Στην ανάγκη, αποδέχεται την ύστατη κατάπτωση, τον θάνατο. Καλύτερα να πεθάνει όρθιος παρά να ζει γονατιστός. Στην εξέγερση συμβαίνει το πέρασμα από το «θα έπρεπε να γίνει έτσι», στο «θέλω αυτό να γίνει».

Το Όλα ή Τίποτα αμφισβητεί την ίδια την έννοια του ατόμου και τίθεται υπεράνω εαυτού εφόσον κυριαρχεί η αίσθηση πως την αξία την μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι. Στην εξέγερση ο άνθρωπος ξεπερνά τον εαυτό του μέσω του άλλου, και από αυτή την άποψη η ανθρώπινη αλληλεγγύη αποκτά μεταφυσικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος τεμαχίζεται και βλέπει πέρα από το άτομό του. Ελευθερώνει κύματα που από στάσιμα γίνονται ορμητικά. Η εξέγερση αποτελεί έργο του ενημερωμένου ανθρώπου με συνείδηση των δικαιωμάτων του.

Marquis-de-Sade

Ιστορικά η πρώτη συγκροτημένη επίθεση προέρχεται από τον Σαντ, που συγκεντρώνει σε μια μοναδική και τεράστια πολεμική μηχανή τα επιχειρήματα της ελεθεριάζουσας σκέψης. Στην εξέγερσή του ο Σαντ κρατά μόνο το απόλυτο όχι. Είκοσι εφτά χρόνια φυλακής δεν του επιτρέπουν να γίνει συμφιλιωτικός. Ο αλυσοδεμένος φιλόσοφος γίνεται ο πρώτος θεωρητικός της απόλυτης εξέγερσης. Όλοι οι άθεοι των έργων του θέτουν την αρχή της ανυπαρξίας το Θεού για τον εξής ξεκάθαρο λόγο: η ύπαρξή του θα σήμαινε ότι είναι αδιάφορος, μοχθηρός ή άσπλαχνος. Το βασικότερο έργο του τελειώνει με την απόδειξη της θεϊκής ανοησίας και του θεϊκού μίσους: η Ιουστίνη κατακεραυνώνεται, το έγκλημα συνεχίζεται. Η ιδέα του Σαντ για τον Θεό είναι η ιδέα μιας εγκληματικής θεότητας που συντρίβει τον άνθρωπο. Ο Θεός είναι «το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να συγχωρήσει στον άνθρωπο». Ο Σαντ αναμφίβολα ονειρεύτηκε μια παγκόσμια δημοκρατία το σχεδιάγραμμα της οποίας μας εκθέτει διαμέσου ενός σοφού μεταρρυθμιστή, του Ζαμέ. Μια από τις κατευθύνσεις της εξέγερσής του είναι η απελευθέρωση όλου του κόσμου.

Η απόλυτη άρνηση αναφέρεται στον Ντοστογιέφκσι, όπου η περιγραφή της εξέγερσης προχωράει ένα βήμα ακόμη. Ο Ιβάν Καραμαζόφ παίρνει το μέρος των ανθρώπων και τονίζει την αθωότητά τους. Αυτός δεν αρνείται διόλου την ύπαρξη του Θεού. Η φιλοδοξία του ρομαντικού επαναστάτη ήταν να μιλήσει σαν ίσος προς ίσον με τον Θεό, αλλά με τον Ιβάν Καραμάζοφ ο τόνος αλλάζει. Ο Θεός κρίνεται με την σειρά του και μάλιστα αφ’ υψηλού. Ο Ιβάν δε θα εμπιστευτεί πια τον εαυτό του σ’ αυτόν τον μυστήριο Θεό, αλλά σε μια πολύ ανώτερη αρχή, την δικαιοσύνη. Με τον τρόπο αυτό θέτει σε λειτουργία την ουσιαστική επιχείρηση της εξέγερσης, αντικαθιστώντας το βασίλειο της θείας χάριτος μ’ εκείνο της δικαιοσύνης. Αυτός ο ήρωας αρνείται την στενή εξάρτηση της αλήθειας από τον πόνο, που εισήγαγε ο χριστιανισμός, και ενσαρκώνει την άρνηση της ατομικής σωτηρίας.

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Η απόλυτη κατάφαση εκφράζεται από τον Μαξ Στίρνερ, που επιθύμησε να σκοτώσει κάθε ιδέα του Θεού. Σύμφωνα με το έργο του Ο Μοναδικός και η ιδιοκτησία του, ο Θεός είναι μόνο μια αλλοτρίωση του εγώ, ή, ακριβέστερα, αυτού που είμαι. Ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Ντεκάρτ, ο Χέγκελ, όλοι οι προφήτες και οι φιλόσοφοι δεν έκαναν ποτέ κάτι άλλο από το να επινοούν νέους τρόπους αλλοτρίωσης αυτού που είμαι. Η παγκόσμια ιστορία δεν είναι παρά μια μακρόχρονη προσβολή στην μοναδική αρχή, αυτήν του υπάρχω. Τα υποκατάστατα του θείου υπερφορτώνουν την ηθική συνείδηση. Η γαλλική Επανάσταση κατέληξε σε μιαν αντίδραση, και αυτό απέδειξε τι ήταν πραγματικά η Επανάσταση. Η αδελφοσύνη δεν είναι «παρά ο κυριακάτικος τρόπος σκέψης των κομμουνιστών». Όλη την εβδομάδα τα αδέλφια γίνονται δούλοι. Ο αντάρτης δεν θα συμφωνήσει με τους άλλους ανθρώπους παρά μόνο όταν ο εγωισμός τους συντονιστεί με τον δικό του. Μόνο μια αλήθεια υπάρχει για τον Στίρνερ, «η δύναμή μου». Αφού κάθε εγώ είναι, από μόνο του, βαθιά εγκληματικό απέναντι στο Κράτος και στον λαό, ας αναγνωρίσουμε ότι ζωή σημαίνει παράβαση.

Friedrich_Nietzsche_by_gpr117

Η άλλη πλευρά της κατάφασης είναι ο Νίτσε και ο μηδενισμός [του]. Ποια είναι η βαθιά διαφθορά που ο χριστιανισμός προσθέτει στο μήνυμα του κυρίου του; Η ιδέα της κρίσης, ξένη στη διδασκαλία του Χριστού, και οι συνακόλουθες έννοιες της τιμωρίας και της ανταμοιβής. Ο χριστιανισμός πιστεύει ότι αγωνίζεται ενάντια στον μηδενισμό γιατί δίνει μια κατεύθυνση στον κόσμο, ενώ ο ίδιος είναι από μόνος του μηδενιστής, αφού, επιβάλλοντας ένα φανταστικό νόημα στη ζωή, εμποδίζει να αποκαλυφθεί το πραγματικό της νόημα. Σ’ αυτό τον κόσμο που απαλλάχθηκε από τον Θεό και τα ηθικά είδωλα, ο άνθρωπος είναι μόνος και χωρίς αφέντη. Κανείς λιγότερο από τον Νίτσε δεν άφησε να γίνει πιστευτό ότι μια τέτοια ελευθερία θα ήταν εύκολη. Αυτή η άγρια απελευθέρωση θα τον κάνει να υποφέρει από μια νέα απόγνωση και μια νέα ευτυχία. Από την στιγμή που δεν πιστεύει πλέον στον Θεό, ούτε στην αθάνατη ζωή, γίνεται υπεύθυνος για ό,τι ζει. Αυτός και μόνο αυτός οφείλει να βρει την τάξη και τον νόμο.

jjrousseau

Η επαναστατημένη ποίηση εστιάζει αφενός στον Λοτρεαμόν και την κοινοτοπία, αφετέρου στον Σουρεαλισμό και την επανάσταση. Και ύστερα απομακρυνόμαστε από την μεταφυσική εξέγερση, εισερχόμαστε στην ιστορική. Το 1789 τοποθετείται στο μεταίχμιο των νεότερων χρόνων καθώς οι επαναστάτες ανέτρεψαν το θεσμό της ελέω θεού εξουσίας και εισήγαγαν στην ιστορία την δύναμη της άρνησης και της εξέγερσης και πρόσθεσαν έτσι στην παραδοσιακή τυραννοκτονία μια λογική θεοκτονία. Ο Θεός κλονίζεται και η διαιοσύνη, προκειμένου τα κατοχυρωθεί στην ισότητα, πρέπει να του καταφέρει το τελευταίο χτύπημα, πλήττοντας άμεσα τον αντιπρόσωπό του στη γη. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσό, πρωτίστως μια έρευνα γύρω από τη νομιμότητα της εξουσίας, παραχωρεί μια πλατιά έκταση σε μια νέα θρησκεία, όπου θεός της είναι η λογική, συνταυτισμένη με τη φύση, και αντιπρόσωπός της στη γη ο λαός. Η εξουσία δεν έχει πλέον την πηγή της στην αυθαιρεσία αλλά στη γενική συγκατάθεση.

Χάρη στον Σαιν – Ζυστ οι ιδέες του Ρουσό πέρασαν στην ιστορία. Στη δίκη του βασιλιά το ουσιώδες της αγόρευσής του ήταν ότι το αξίωμα του βασιλιά δεν είναι απαραβίαστο και πρέπει να δικαστεί από τη συνέλευση κι όχι από ένα δικαστήριο. Ο Σαιν – Ζυστ διατυπώνει το αξίωμα ότι κάθε βασιλιάς είναι στασιαστής ή σφετεριστής ενάντια στον λαό του οποίου σφετερίζεται την υπέρτατη κυριαρχία. Η μοναρχία αποτελεί έγκλημα και κάθε βασιλιάς είναι ένοχος. Το έγκλημα του βασιλιά είναι συγχρόνως και αμαρτία απέναντι στην ύψιστη τάξη. Σύμφωνα με τον λόγο του στην δίκη οφείλουμε Να εκδικηθούμε τον φόνο του λαού με τον θάνατο του βασιλιά. Η εκτέλεσή συμβολίζει την εξάλειψη του ιερού χαρακτήρα της ιστορίας και την απομάκρυνση του χριστιανικού θεού από την ανθρώπινη πραγματικότητα. Ο Θεός μέχρι τότε ανακατευόταν στην ιστορία μέσω των βασιλιάδων. τώρα υπάρχει μόνο μια επίφαση Θεού, περιορισμένου στις ουράνιες αρχές.

saint_just [zadig_bertrand]

Ακολουθούν οι Θεοκτόνοι μέσα από την γερμανική σκέψη του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα του Χέγκελ, η ατομική τρομοκρατία με τους πρώτους Ρώσους επαναστάτες, τους Δεκεμβριστές, κατόπιν ο Ντετσάγιεφ και ο Μπακούνιν, ενώ η τρομοκρατία του κράτους και ο παράλογος τρόμος αναπόφευκτα καταλήγουν στον Χίτλερ. Τα χιτλερικά εγκλήματα, και μεταξύ αυτών το μακελειό των Εβραίων δεν έχουν αντίστοιχό τους στην ιστορία, γιατί η ιστορία δεν αναφέρει κανένα παράδειγμα μιας τόσο ολοκληρωτικά καταστροφικής θεωρίας που να έχει σφετεριστεί τους μοχλούς διακυβέρνησης ενός πολιτισμένου έθους. Αλλά κυρίως για πρώτη φορά στην ιστορία, άνθρωποι της κυβέρνησης επέβαλαν τις τεράστιες δυνάμεις τους για να εδραιώσουν έναν μυστικισμό έξω από κάθε ηθική. Αλλά οι φασιστικές μυστικιστικές θεωρίες δεν διεκδίκησαν ποτέ πραγματικά μια παγκόσμια Αυτοκρατορία. Το επαρχιακής προέλευσης αόριστο όνειρο του Χίτλερ δεν είχε ουδεμία σχέση με μια παγκόσμια Πολιτεία.

Απεναντίας, ο ρωσικός κομμουνισμός την επιδιώκει φανερά, καθώς επωμίστηκε τη μεταφυσική φιλοδοξία που περιγράφει την οικοδόμηση, μετά τον θάνατο του Θεού, μιας πολιτείας του θεοποιημένου τελικά ανθρώπου. Όπως είναι ευνόητο, ακολουθεί εκτενής στοχασμός πάνω στην κομμουνιστική επανάσταση, τις κορυφώσεις της και τις ολοκληρωτικές τις παρεκκλίσεις – είναι γνωστή η αντίδραση ολόκληρου του κομμουνιστικού κόσμου απέναντι στο συγκεκριμένο έργο του Καμύ, που επαληθεύτηκε βέβαια μέχρι την τελευταία λέξη. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με κεφάλαια για την Εξέγερση και την τέχνη [Μυθιστόρημα και εξέγερση, Εξέγερση και στιλ, Δημιουργία και επανάσταση], την Εξέγερση και τον φόνο και άλλα κείμενα.

albert-camus-1-by-JLB[111383]

Εδώ τελειώνει αυτή η «εκπληκτική διαδρομή του Προμηθέα», γράφει ο Καμύ, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, γνωρίζοντας στην ουσία πως αυτό που τελείωσε είναι μόνο η έκθεση των θεμελιωδών ιδεολογιών που εξέθρεψαν ή ενέπνευσαν την επανάσταση και η βαθειά κριτική τους, καθώς και ο στοχασμός του πάνω στο τραγικό ερώτημα πώς γίνεται και οι εξεγέρσεις και επαναστάσεις γεννούν νέες τυραννίες. Ο Προμηθέας μετά την περιφρόνηση του Θεού αγωνίζεται να οργανώσει τους ανθρώπους, που αδύναμοι ή δειλοί, αγαπούν τις απολαύσεις και την άμεση ευτυχία. Οι άνθρωποι αμφιβάλλουν αν αυτή η πολιτεία του ήλιου υπάρχει και αν θα την προσεγγίσουν ποτέ. Πρέπει κάποιος να τους σώσει από τους εαυτούς τους.

Εκδ. Πατάκη, 2001 [Ε΄ έκδ.: 2013], μτφ. Νίκη Καρακίτσου – Dougé, Μαρία Κασαμπάλογλου – Roblin, σελ. 501. Περιλαμβάνεται επτασέλιδη εργοβιογραφία [Albert Camus – L’ homme revolté, 1951].

Ανάγνωση μιας ογκώδους βιογραφίας του Καμύ βλ. εδώ.

Στις εικόνες: ντε Σαντ, Ντοστογιέφσκι, Νίτσε, Ρουσσό, Σαιν – Ζυστ, Καμύ.

11
Ιαν.
15

Wolinski – Ανοιχτή επιστολή στη γυναίκα μου

Wol

Ο ελεύθερος γελοιογράφος απέναντι στον γελοίο κόσμο

Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά.

Εδώ κι ένα δυο μήνες έχω επιστρέψει, όπως συχνά μου συμβαίνει και σε άλλες περιόδους, στις γελοιογραφίες: ένα είδος που παραμένει περιορισμένο στα μικρά καδράκια των εντύπων και που γρήγορα καταδικάζεται σε παρελθόν, εφόσον σπάνια διατηρείται σε κάποιο βιβλίο. Αυτό το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος είναι για μένα ένα απολαυστικό … «γράφημα» που περιλαμβάνει την δύναμη της εικόνας, την ομορφιά της τέχνης και την σκέψη του κειμένου. Και τι κειμένου: της σύντομης φράσης που περιλαμβάνει λίγες λέξεις και αλλά πολλές αλήθειες. Κι ύστερα, ο συνδυασμός του σκίτσου και του λόγου (αν και όποτε υπάρχει, γιατί πάντα το σκίτσο γράφει από μόνο τις δικές του λέξεις και περιγράφει όλα όσα θέλει ακόμα και με την «σιωπή» του) έρχονται για να εκφράσουν την απόλυτη κωμικότητα των πραγμάτων και να προκαλέσουν αυτό που ελάχιστα άλλα είδη καταφέρνουν: το χαμόγελο και το γέλιο. Αλλά και την περίσκεψη και την αφύπνιση.

Η γελοιογραφική λοιπόν έφεση του τελευταίου καιρού με έστειλε στα γελοιογραφικά κείμενα του Γιάννη Καλαϊτζή [Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά; εκδ. Στιγμή, 2013], που το παρουσιάσαμε εδώ), στο εξαιρετικό συγκεντρωτικό άλμπουμ του μαιτρ Κώστα Μητρόπουλου [1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! εκδ. Μεταίχμιο, 2014] αλλά και στη μικρή συλλογή του Στέφανου Ιωσήφ [Άνευ λόγου…, εκδ. Μελάνι, 2014], που αμφότερα ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με λέξεις εδώ αύριο μεθαύριο, και τέλος, επειδή πάντα πηγαίνω στο σχετικό ράφι για κάποια παλαιότερη έκδοση, σε αυτή εδώ τη συλλογή του Wolinski. Τι τραγική ειρωνεία, την μια στιγμή να σκέφτομαι πως θα ξαναθυμηθώ έναν από τους απολαυστικότερους κομικίστες και την επόμενη να μαθαίνω πως του αφαίρεσαν την ζωή στα γραφεία του Charlie Herbo κάποιοι ζηλωτές ενός ολοκληρωτισμού.

Wolinski 1

«Η κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο» γράφει στο πρώτο κείμενο ο συγγραφέας, λίγο προτού αρχίσει να περιγράφει με πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο τα πρωινό ξύπνημα με την γυναίκα του, την ημίωρη ασχολία της με τα βαζάκια της και τα ψσστ ψσστ των βαποριζατέρ της ενώ εκείνος επιχειρεί να ξανακοιμηθεί. Βλέποντας και τις ολοσέλιδες γελοιογραφίες που προηγούνται κάθε κεφαλαίου, νομίζουμε πως εδώ θα έχουμε μια κωμικογραφική εξιστόρηση των ούτως ή άλλως κωμικών σχέσεων των φύλων.

Και φυσικά και την έχουμε! Αλλά αυτή είναι η μόνο μια πλευρά των δεκαοκτώ σύντομων κειμένων γιατί υπάρχουν και άλλες δυο, πλέον απρόσμενες: η σύντομη βιογραφία μιας απλής ζωής και η κυριολεξία τίτλου: πρόκειται, πράγματι, για μια τρυφερή εξομολόγηση προς την γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του. Όχι βέβαια ότι σοβαρεύει για παραπάνω από μια σελίδα ή ότι αφήνει τίποτα όρθιο. Στην ουσία λατρεύοντας την γυναίκα του εκφράζει και το κατοχυρωμένο δικαίωμα τα παρατηρεί και να εμπνέεται από όλες τις γυναίκες του κόσμου. Ο άντρας, γράφει, έχει μάτια πρώτα απ’ όλα για να κοιτάζει τις γυναίκες σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

B6x71YACAAAOEQy.jpg large

Ο Wolinski ξεφυλλίζει την συλλογή του με τα αντρικά περιοδικά, θυμάται την θητεία του στο Hara – Kiri, σκέφτεται τα λόγια του αρχισυντάκτη του Hustler που ήταν απαγορευμένο στην «προοδευτική» Γαλλία, όπου άλλωστε ήταν αδιανόητη και η ίδια η ιδέα της πορνογραφίας: «Δείχνουμε τα γεννητικά όργανα των γυναικών γιατί υπάρχουν άντρες που χαίρονται να τα βλέπουν και γυναίκες που δεν απεχθάνονται να τα δείχνουν. Αυτοί που μας κριτικάρουν είναι υποκριτές και στενόμυαλοι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα πραγματικής πορνογραφίας [δημοσιεύονται φωτογραφίες με κατακρεουργημένα πτώματα από κάποιο πόλεμο]. Ορίστε, να τι είναι άσχημο, απωθητικό, φριχτό: ο πόλεμος. Οι υποκριτές που μάχονται ενάντια στην πορνογραφία υποστηρίζουν τις πολεμικές αξίες». Κι εδώ είναι η πρώτη βαθειά διαπίστωση του Wolinski για έναν κόσμο που απέκλεισε τον έρωτα από την θεοκρατούμενη και ολοκληρωτική του μορφή, τόσο ταιριαστή με την σύγχρονη συγκυρία…

Πολλοί άντρες ανακάλυπταν, χάρη στα περιοδικά αυτά, ένα τοπίο που τους ήταν άγνωστο. Είναι πιο εύκολο να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα παρά να της ομολογήσεις ότι θέλεις να χαζέψεις το αιδοίο της. να γιατί όλοι αυτοί οι σιωπηλοί άντρες, ανάμεσα σε δυο ηλικίες, όλοι αυτοί οι μετανάστες εργάτες που έρχονται από χώρες που τις κυβερνάνε παλιάνθωποι σε συνεργασία με τους φανατικούς θρησκομανείς, μαζεύονται στους κινηματογράφους μας να δουν σε γκρο πλαν το ανήκουστο θέαμα…Οι άνθρωποι αυτοί , κατά το πλείστο, είναι καλοί οικογενειάρχες που στερήθηκαν τον έρωτα ή που δε γνωρίζουν παρά τ’ αγγίγματα και τ’ αγκαλιάσματα στο μισοσκόταδο του σαββατιάτικου απογεύματος. [σ. 32]

wolinski 2

Και φυσικά ο Wolinski δεν περιορίζει το φαινόμενο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, παρά το διευρύνει σε εποχές και κόσμους. Ίσως οι νεότερες γενιές, γράφει, να ξεγυμνώνονται με απόλυτη φυσικότητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πως η έλλειψη του σεξ δηλητηριάζει πολλαπλώς τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς αυτή η επιθυμία της ερωτικής εικονογραφίας συγκρούεται με βασικές φεμινιστικές αντιλήψεις, τις οποίες μάλιστα θερμά υποστηρίζει η γυναίκα του; Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στους σχετικούς προβληματισμούς. Ο καλλιτέχνης τάσσεται υπέρ του φεμινισμού· άλλωστε πέρα από τους αγώνες και τα αιτήματα του φαίνεται σπουδαίο και το γεγονός ότι έτσι οι γυναίκες ανακάλυψαν εκ νέου τη φιλία. Όταν όμως συναντάει οποιεσδήποτε αντιδράσεις στα έργα του, εκεί βάζει πάνω απ’ όλα την απέχθειά του απέναντι σε στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στην εικοσαετή του μέχρι τότε συνεργασία με το Hara – Kiri (το έντυπο την συνέχεια του οποίου, να θυμίσουμε, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το Charlie Herbo) τα καλαμπούρια με τα Τάμπαξ είχαν γίνει παράδοση. Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά. [σ. 159]

Και άραγε ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κυβερνούσαν γυναίκες; Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος: αναμφισβήτητα θα έκαναν λιγότερες ανοησίες από τους άντρες αλλά ακριβώς επειδή πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, αυτή η ισότητα αφορά και τα προσόντα αλλά και τα ελαττώματα. Η βλακεία, η φιλοδοξία, η δίψα της εξουσίας και η εγκληματική τρέλα αποτελούν πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αλλά όλοι εμείς, γράφει, είμαστε περήφανοι που έχουμε γυναίκες φεμινίστριες: αποτελούν εγγύηση των πλατειών μας αντιλήψεων. Ο φεμινισμός όπως η οικολογία, δεν έχουν κανένα νόημα αν δεν περάσουν στην πραγματική ζωή και στην πολιτική εξουσία. Οι γυναίκες παραμένουν τα σύγχρονα υποζύγια του πλανήτη μας.

15 Wolinski projet Hara Kiri

Στα σύντομα αυτοβιογραφικά του κείμενα βρίσκεται και η δεύτερη εξομολόγηση, που σχεδόν ειρωνικά συνδέεται με τα τραγικά συμβάντα και με τον κόσμο που θα του αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ο Wolinski περιγράφει, πάντα με τον απλό και ενίοτε τρυφερά σκωπτικό του τρόπο τα παιδικά του χρόνια στη «γεμάτη μυρωδιές, θορύβους και ήλιο» Τύνιδα. Έμενε στην ευρωπαϊκή συνοικία που έμοιαζε με οποιαδήποτε πόλη του νότου, ενώ η αραβική πόλη ήταν ένας άλλος κόσμος, εντελώς ξένος και κλειστός. Θυμάται την σεμνοτυφία της οικογένειάς του όσον αφορά τις βρώμικες λέξεις, μα και πως «η ζωή φαινόταν εύκολη». Σκιτσογραφούσε από μικρός και από τα δέκα του είχε βρει κιόλας τον τρόπο να κοιτάζει τις γυναίκες «από την καλύτερη γωνία τους, εκτιμώντας τη φινέτσα του σβέρκου τους ή την ομορφιά των δοντιών τους»…

Είχε από τότε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί ότι η ζωή των Ευρωπαίων της Αφρικής ήταν ένας κόσμος γεμάτος προκαταλήψεις, μικρότητες, βλακώδεις αρχές και ρατσισμό. Η δική του διαπαιδαγώγηση, ακόμα και ερωτική, έγινε μέσα από τα βιβλία. Τουέην, Κίπλινγκ, Τζερόμ, Βερν, Λόντον, Ουγκώ, ντε Μυσσέ, ακόμα και τα πιο δύσκολα, Μπαρμπύς, Χάξλεϊ, Τα κείμενα που διάβασε, τον έκαναν αυτόν που είναι [ήταν] σήμερα. Και δίπλα πάντα τα πολυδιαβασμένα κόμικς, Μίκυ, Robinson, Filette.

08-wolinski-grande-kermesse_f6c4311b5c

Ακολούθησαν οι Χίλιες και μια νύχτες, το Σατυρικόν και ο Καζανόβας, αλλά ο έρωτας παρέμενε ασαφής και απόμακρος. Η ντροπή του σεξ ήταν ριζωμένη σ’ ολόκληρη την ανατροφή τους, ακριβώς επειδή, όπως γράφει, η σεμνότητα και οι καταστολές του Ισλάμ επηρέαζαν κι εκείνους.

Δεν είμαι πια νέος, δεν είμαι γέρος. Μου μένουν αρκετά όμορφα χρόνια, που λογαριάζω να εκμεταλλευτώ όσο μπορέσω, γράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο ο αγαπημένος μας κωμικός κομικίστας [σ. 169]. Είμαι σίγουρος πως από το 1978 που έγραφε αυτές τις σελίδες μέχρι πριν τέσσερις μέρες, είχε τον χρόνο με το μέρος του, δημιούργησε, συνουσιάστηκε, παρέμεινε ασυμβίβαστος στην ελευθερία του, ξεκαρδίστηκε και ξεκάρδισε αμέτρητο κόσμο. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε γελοιογραφίες, να γελάμε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του γελοίου μας κόσμου, να σκεφτόμαστε ελεύθερα, και, αντί να πολυλογούμε, να πράττουμε. Και να διαβάζουμε, να διαβάζουμε πολύ. Αυτό και μόνο αυτό θα μας ξυπνήσει.

Verso_61383

Εκδ. Ροές, 1984, μτφ. Μίρκα Σκάρα, 173 σελ. Με 19 σχέδια του συγγραφέα. [Lettre ouverte à ma femme, 1978].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 172.

10
Ιαν.
15

Antonio Tabucchi – Είναι αργά, όλο και πιο αργά. Μυθιστόρημα σε επιστολική μορφή

0561 TABBUCCHI-EINAI ARGA NEO

Τι θα λέγατε να ωραιοποιούσαμε τις αναμνήσεις; Να τις παραποιούσαμε; Η μνήμη βρίσκεται εδώ γι’ αυτό το λόγο. [σ. 53]

Όλα ξεκίνησαν από την φωτογραφία του Μάρσιο Στραβόνε, όπου μια γυμνή γυναίκα εμφανίζεται σ’ ένα μπαλκόνι ορθώνοντας τα χέρια της προς τον ουρανό, σαν να θέλει να αγκαλιάσει τον αέρα. Εκείνη η εικόνα άγγιξε την μνήμη ενός μακρινού Εγώ του συγγραφέα, τόσο ξένου προς εκείνον, όπως μας γράφει στο Post Scriptum κείμενό του. Ακολούθησε το εισαγωγικό του κείμενο στον σχετικό φωτογραφικό τόμο και η σκέψη πως η επιστολή είναι ένας διφορούμενος αγγελιοφόρος μα κι ένας τίμιος παραχαράκτης αφού μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι ξεπερνούμε την απόσταση που μας χωρίζει από το μακρινό πρόσωπο. Ήδη τα πρόσωπα είναι μακρινά όταν είναι κοντά μας, φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ήταν μακριά μας στ’ αλήθεια.

Κι έτσι συνελήφθη η ιδέα για μια σειρά επιστολών που να μοιάζουν με εκείνες που δεν γράψαμε ποτέ, εκείνες όπου όλοι μας σκεφτήκαμε να γράψουμε και που αναβάλαμε πάντα για την επόμενη μέρα. Εδώ βγαίνουν από τον φάκελό τους δεκαεπτά ερωτικές επιστολές από άντρες προς γυναίκες και μια ακόμα με παραλήπτες πιθανώς εμάς. Αυτό το διακεκομμένο μυθιστόρημα γράφει (για) τον αδύνατο πια έρωτα αλλά κυρίως (για) ένα αναπόσπαστο στοιχείο του, εκείνο που τον επισφραγίζει οριστικά: το τέλος του, σαφές ή αιωρούμενο, παρελθόν ή επερχόμενο. Οι επιστολογράφοι είναι άντρες, στην ηλικία εκείνη κατά την οποία η νεότητα έχει παρέλθει· έχουν γευτεί τον έρωτα στα αλήθεια ή στα ψέματα και τώρα τρεκλίζουν μεταξύ μοναξιάς και μοναχικότητας.

the_blue_suit

όλα τούτα δεν έχουν λογική, αλλά, ξέρεις, ορισμένα πράγματα δεν ακολουθούν καμία λογική, ή τουλάχιστον μια λογική που να είναι κατανοητή σε όσους από εμάς βρισκόμαστε διαρκώς σε αναζήτηση της ίδιας της λογικής: αίτιο αιτιατό, αίτιο αιτιατό, αίτιο αιτιατό, μονάχα για να δώσουμε μια έννοια σε αυτό που δεν έχει έννοια. [σ. 32]

Τα γράμματά αυτών των αντρών είναι γεμάτα με αναμνήσεις για όσα συνέβησαν αλλά και όσα δεν συνέβησαν, με οξυδερκείς κρίσεις και βαθειές εξομολογήσεις, με σκέψεις πάνω στο άπιαστο του έρωτα και συλλογισμούς πάνω στην ζωή που στο τέλος μας ξεπερνάει. Οι αποστολείς κάποτε μοιάζουν με περσόνες του ίδιου του συγγραφέα: είναι τύποι στοχαστικοί, αυτάρκεις, αναλυτές των συμβάντων, ημερολογιογράφοι του ενστίκτου. Είναι και αναγνώστες, στο βαθμό που σκέφτονται φράσεις που κάποτε διάβασαν στα βιβλία και που τώρα εκφράζουν απόλυτα αυτό που ζουν ή τους δημιούργησαν πλάνες για πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ.

Το Εισιτήριο στη θάλασσα είναι γραμμένο σ’ ένα νησί που ο επιστολογράφος έφτασε να σκεφτεί πως δεν υπάρχει, και πως το βρήκε μονάχα επειδή το φανταζόταν. Το περιβάλλον μιας μοιάζει γνώριμο: μια υπαίθρια καντίνα, ξερολιθιές, ένας ερειπωμένος ανεμόμυλος ως ψευδεπίγραφος φρουρός, ένας τύπος τυριού που είναι μονάχα για ορισμένες βασικές τελετές της ζωής. Όλα θυμίζουν το ελληνικό θερινό τοπίο και πράγματι, τόσο αυτό το διήγημα όσο το επόμενο έχουν εκδοθεί σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα σε ανεξάρτητο βιβλίο με τον τίτλο Δύο ελληνικά διηγήματα. Αρκεί η μνήμη μιας Ακτής του Μέλιτος πριν είκοσι χρόνια και μερικές ηχητικές παραισθήσεις, κι ο άντρας μπαίνει στην θάλασσα ντυμένος «όπως χρειάζεται για τον αποχαιρετισμό» (της δικής της παρουσίας ή της δικής του ζωής;).

Fernando Toledo _Cuba_Chile_paintings_artodyssey (6)

Κι έτσι σκέφτηκα τη ζωή, που είναι λαθραία, και που σπανίως βγάζει στην επιφάνεια τη λογική της, αφού η πραγματική της διαδρομή συμβαίνει υπογείως, σαν καρστικό ποτάμι. [σ. 29]

Όποιο κι αν είναι, το παρελθόν βρίσκεται πάντα μπλεγμένο κάπου, έστω και κουρελιασμένο γράφει σΤο Ποτάμι. Εδώ η αναπόληση του έρωτα συμβαίνει γύρω από έναν ερειπωμένο ναό, ένα αγροτικό πρεσβυτέριο ανάμεσα στους βάτους και στις πέτρες, με μια επιγραφή που λέει: «Αναζητήσεις μελλουσών ζωών», μια πρωτόγονη κρητική ταβέρνα. Η σκέψη, του λέει μια γυναίκα προχωρημένης ηλικίας, είναι φτερωτή: ενώ πιστεύεις ότι τη σκέφτεσαι, εκείνη σαν τον άνεμο φτάνει ξαφνικά απ’ όπου της αρέσει, κι ενώ εσύ πίστευες ότι τη σκεφτόσουν, είναι εκείνη που σε σκέφτεται κι εσύ είσαι απλώς το υποκείμενο της σκέψης.

Ο ήρωας επιθυμεί να ζήσει με μια απλότητα που μόνο οι μεγάλοι ποιητές μπορούν να συλλάβουν (ή αυτό λέει ο κόσμος, προσθέτει με μια ελαφρά ειρωνεία), να διασχίσει τη γλυκύτητα εκείνου του τοπίου όπως τότε, με το ολοκαίνουργιο ποδήλατό του που του χάρισαν για τα γενέθλιά του. Όταν εκείνη έρχεται στο μυαλό του, «βλέπει ακόμα το αιδοίο της σαν να ήταν ενταγμένο στο τοπίο» και λίγο αργότερα, σαν ένα είδος δίνης στο οποίο θα ήθελε να επιστρέψει, αφού υπήρξε τόπος άφατης ηδονής, αλλά ένας πιθανός δρόμος επιστροφής στο αμνημόνευτο, στις πηγές του κόσμου.

tabucchi01_672-458_resize

Το παρελθόν είχε ξεφύγει έτσι, σαν άμμος μέσα από τα δάχτυλα […] γιατί είναι φτιαγμένο επίσης από στιγμές, και η κάθε στιγμή είναι σαν ένας μικροσκοπικός κόκκος που ξεφεύγει, να τον κρατήσεις αυτόν καθ’ εαυτόν θα ήταν εύκολο αλλά να τον βάλεις μαζί με τους άλλους είναι αδύνατο. [σ. 37]

Στα Forbidden games [Απαγορευμένα παιχνίδια] η ανάμνηση επιστρέφει σε κοινές παρακολουθήσεις του μοντέρνου τότε κινηματογράφου, στα παρισινά καφέ, στις κασέτες που δανειζόταν από ένα μικρό έπιπλο στο στέκι τους, στον μουσικό αναρχισμό των Μπορίς Βιαν και Λεό Φερρέ. Την αποκαλεί αγαπητή Φίλη, και της περιγράφει ένα θαύμα, από εκείνα που η ζωή μας επιφυλάσσει ώστε να μπορέσουμε κι εμείς να διαισθανθούμε κάτι από όσα έγιναν, από όσα θα μπορούσαν να γίνουν και από όσα θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Ανακαλεί ένα σφιχταγκάλιασμα μετά σπέρματος μέσα στις λεβάντες, την προσπάθεια να θυμηθείς τις αναμνήσεις ενός άλλου.

Keita Morimoto_Japan_paintings_artodyssey (22)

Πέρασα να σε βρω αλλά δεν ήσουν: ένας περιπατητής απευθύνεται στην «πολυαγαπημένη του Αγαπημένη» καθώς ενώ εμείς σταδιακά αντιλαμβανόμαστε ότι η βίλα στην οποία αναφέρεται είναι κάποιο άσυλο στο οποίο ζει και στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα τον έκλεισε εκείνη. Οι σκέψεις του όμως πηγαίνουν σε μια άλλη φρικτή πανσιόν σε μια μικρή πόλη που μοιράστηκε μαζί της. Και στις ιστορίες τους…

ιστορίες χωρίς λογική. Μεταξύ μας, θα ήθελα πολύ να συναντήσω εκείνον που ανακάλυψε τη λογική για να του τα ψάλω ένα χεράκι. Και χωρίς ρίμες, κυρίως χωρίς ρίμες, όπου το ένα πράγμα δεν ομοιοκαταληκτεί με ένα άλλο, ένα κομμάτι ιστορίας με ένα άλλο κομμάτι ιστορίας, κι όλα λειτουργούν έτσι, όπως είναι η ζωή που δεν υπακούει σε ομοιοκαταληξίες, και η κάθε ζωή έχει τη δική της προφορά, που είναι διαφορετική από την προφορά του άλλου. Θα μπορούσε ενδεχομένως να υπάρχει μια εσωτερική ρίμα, αλλά άντε τρέχα γύρευε. [σ. 102]

Στο Περί της δυσκολίας να γλιτώσει κανείς από το συρματόπλεγμα ο συγγραφέας βρίσκεται στο παράθυρο μιας πανσιόν, στο ίδιο δωμάτιο όπου κάποτε διέμεινε με την παραλήπτριά του και από το οποίο έβλεπε μια καταιγίδα, ενώ η γυναίκα τον καθησύχαζε φωνάζοντάς τον να έρθει στο κρεβάτι. Τώρα εκείνη η καλοκαιρινή καταιγίδα επιστρέφει δια μαγείας, την ζει και πάλι γιατί μπορείς να ξαναζήσεις τα πράγματα σ’ ένα λεπτό, ένα λεπτό φευγαλέο και μικρό σαν μια σταγόνα βροχής που χτυπάει στο τζάμι και διαστέλλει το σύμπαν της ορατότητας. Τώρα είναι η σειρά του να την καθησυχάσει: αντί για όλα αυτά, της αφήνει τούτες τις λέξεις, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο λόγια…

Robert Bluj (22)

Υπήρχαν στιγμές όπου η ιστορική συγκυρία, η ελευθεριότητα της κοινωνίας, η φαινομενική ευτυχία της ύπαρξης, μας έκαναν να πιστέψουμε πως γνωρίζαμε αυτό το αιμοπετάλιο, αυτό το άφατο και μικροσκοπικό πλάσμα της ύπαρξης χάρη στο οποίο γεννήθηκε σ’ αυτή τη γη η ζωή και η ευφυΐα της ζωής. Αυτές υπήρξαν δίχως αμφιβολία οι ωραιότερες και ευτυχέστερες στιγμές για τους Γνώστες, δηλαδή για όσους η φύση τούς παραχώρησε το προνόμιο να καταλαβαίνουν για λογαριασμό όλων των άλλων. Η ψευδαίσθηση όμως είναι πάντα εφήμερη. Όταν δεν εξατμίζεται εξαιτίας της ίδιας της φύσης, πεθαίνει λόγω του συρματοπλέγματος. Υπάρχουν δύο βασικά συρματοπλέγματα που δρουν για να σκοτώσουν την κατανόηση της ψυχής μας: το ένα είναι αυτό που εγείρουν οι άλλοι, το άλλο είναι εκείνο που στήνουμε εμείς οι ίδιοι. [σ. 119]

Το Πέρασα να σε βρω αλλά δεν ήσουν γράφτηκε με την σκέψη στους «περιπάτους» του Ρόμπερτ Βάλσερ, που διήρκεσαν μια ολόκληρη ζωή. Το Μια παράξενη μορφή ζωής δανείστηκε τον τίτλο του από ένα παλιό φάντο της Αμάλια Ροντρίγκεζ και μπορεί, μας προτείνει, να διαβαστεί στον Ενρίκε Βίλα Μάτας και στην ανθρωποφαγική ευφυΐα του έργου του. Το Βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ, ταξίδια που δεν έγιναν ποτέ ξεκινάει με μια ερώτηση προς εκείνη: Θυμάσαι τότε που δεν πήγαμε στην Σαμαρκάνδη; Εκείνο το απραγματοποίητο ταξίδι άρχισε στο βιβλιοπωλείο με τα μεταχειρισμένα ταξιδιωτικά βιβλία σημειωμένα από ταξιδιώτες και παραδίδεται στην τέχνη των συνειρμών, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε ευκαιρία σε αυτά τα γράμματα. Κι εδώ είναι βέβαιος: το αληθινό ταξίδι που δεν έπρεπε να κάνουμε ήταν η Σαμαρκάνδη. Εγώ διατηρώ μια αξέχαστη ανάμνηση, μια ανάμνηση τόσο καθαρή, τόσο λεπτομερή, από τις αναμνήσεις που χαρίζουν μόνο τα πράγματα που έζησε κανείς με τη φαντασία.[σ. 186]

h_00017313

Πάντα με την γνωστή του γραφή, ο Ταμπούκι πειραματίζεται με φόρμες και εκφράσεις, τα γραπτά του άλλοτε σφύζουν από ζωή, άλλοτε ξεχειλίζουν πυκνότητα, άλλοτε ελαφρώνουν, σαν προφορικές αφηγήσεις ή καλύτερα μονόλογοι ανθρώπου μόνου. Για την αναμονή της ημέρας που ο ένας ή ο άλλος θα εξομολογηθεί στον σύντροφό του ότι ο έρωτάς του γι’ αυτόν είναι πεπερασμένος, για μια κοινή βραδιά των αλλοτινών εραστών, για ένα ταξίδι που μοιράστηκαν, για τον τρόπο που είπαν το τέλος χωρίς να το πουν. Γλυκοπικρία για τον αδύνατο έρωτα, αυτοσαρκασμός για την σάρκα. Τόσο αυτοβιογραφικό και την ίδια στιγμή τόσο «οικουμενικό».

Η ζωή είναι φυλακισμένη στην ίδια της την απεικόνιση: την επόμενη μέρα, τη θυμάσαι μόνο εσύ. [σ. 26]

Εκδ. Άγρα, 2002, [Β΄ έκδ.: 2003] μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 304. Με δισέλιδο εργοβιογραφικό σημείωμα [Sti sta facendo sempre più tardi, 2001].

06
Ιαν.
15

Στάθης Γουργουρής – Στοχάζεται η λογοτεχνία; Η λογοτεχνία ως θεωρία σε μια αντιμυθική εποχή.

Eξ_

Οι ανοιχτές και τεράστιες λεωφόροι του Παρισιού κατασκευάστηκαν με ρητό σκοπό να μην έχουν οι επαναστάτες τη δυνατότητα να φτιάξουν οδοφράγματα, καθώς και για την ταχεία και εύκολη αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ορθά αντιλαμβάνεται την καινούργια αυτή αρχιτεκτονική αντίληψη – αυτό τον «στρατηγικό» καλλωπισμό» της πόλης, όπως ήταν γνωστός τότε μεταξύ των κατοίκων της – ως ένα μέτρο απόλυτης κρατικής εξουσίας που εκφράζεται υπό έκτακτες συνθήκες και αποσκοπεί στη θωράκιση του χώρου της πόλης (τον τόπο της κρατικής εξουσίας) έναντι των κινδύνων του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται ιστορικά, είναι πάντοτε ένας ταξικός πόλεμος. Όμως η επαναστατική κληρονομιά αυτής της λογικής, η δύναμη του ριζικού δημιουργικού / καταστροφικού ποιείν, δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Όπως παρατηρεί ο Μπένγιαμιν, τα οδοφράγματα που φτιάχτηκαν στη διάρκεια της Κομμούνας είχαν το πλεονέκτημα της ισχύος και του μεγέθους ακριβώς λόγω των πλατιών λεωφόρων του Οσμάν. Με αυτό τον τρόπο, συμπεραίνει μέσα από μια άψογη διαλεκτική ανάλυση, «το κάψιμο της πόλης είναι το κύριο αποτέλεσμα της καταστροφικής εργασίας του Ωσμάν».

paris_revolution

Βρισκόμαστε στο κεφάλαιο Η ονειρική πραγματικότητα του ερειπίου σ’ ένα ακόμα δοκιμιακό βιβλίο που παρά την σύνθετη και απαιτητική γραφή του χαρίζει σπάνιες αναγνωστικές απολαύσεις, ανοίγει νέους αναγνωστικούς ορίζοντες και προτείνει ιδιαίτερες αναγνώσεις αξιανάγνωστων έργων. Aντικείμενό του, η εγγενής γνωστική ιδιότητα της λογοτεχνίας, η ιδέα ότι η λογοτεχνία θα μπορούσε να περικλείει έναν ίδιον τρόπο γνώσης. Πρόκειται για ιδέα τόσο παλιά όσο και η διαμάχη μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας, αλλά αμφιλεγόμενη μέχρι και σήμερα.

Στο κεφάλαιο αυτό λοιπόν «διαβάζουμε» το ημιτελές Passagenwerk του Walter Benjamin, ένα έργο του οποίου ο στοχαστικός πυρήνας αφορά στη σημασία του χρόνο καθ’ υπέρβασιν όλων των αναγνωρίσιμων χρονικοτήτων: του χωροχρόνου, του ονειρικού χρόνου, του αυστηρά ενεστώτος χρόνου, του μυθικού χρόνου, του λυκόφωτος της ανάμνησης, της στιγμιαίας έλλαμψης. Πρόκειται για μια αλληγορική εγκυκλοπαίδεια του Παρισιού ως πρωτεύουσας του 19ου αιώνα, αλλά ουσιαστικά όλου του καπιταλιστικού κοινωνικού φαντασιακού, όπως αυτό αποκαλύπτεται μέσα από τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής· μια υβριδικής μορφής σύνθεση που προκύπτει από τη διασταύρωση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας (δυο όψεις του ίδιου νομίσματος).

Walter_Benjamin22

Άλλωστε το Παρίσι αποτέλεσε την ονειρική πόλη της νεωτερικής ιστορίας, εκείνη που αναδύεται μέσα από τα ερείπια της επανάστασης που διαμόρφωσε την Ευρώπη εκείνης της εποχής συστήνεται ως τόπος ενός μετεπαναστατικού φαντιασιακού. Ο Μπένγιαμιν θεωρεί ότι οι ίδιες οι συνοικίες της πόλης που επελέγησαν να κατεδαφιστούν αποτελούν προνομιακά πεδία διδασκαλίας της θεωρίας των κατασκευών και ότι η επεκτατική ιστορία της τεχνολογίας μιλάει την γλώσσα της καταστροφής «μαζί με την ανέγερση και την δημιουργία μεγάλων πόλεων εξελίχτηκαν και τα μέσα ισοπέδωσής τους». Γνωρίζουμε πλέον πως τα αναρίθμητα πάρκα, οι πλατείες και οι δημόσιοι κήποι που διαμορφώνουν το παρισινό τοπίο δημιουργήθηκαν με κρατικά διατάγματα, τα οποία οδήγησαν στη μαζική ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών.

Πώς έφτασε σε μια τέτοια προβληματική ο ερευνητής; Στο προλογικό του σημείωμα μοιράζεται την πρώτη αλησμόνητη αίσθηση από την ανάγνωση του Κάφκα: ότι εκείνα τα περίεργα κείμενα γνώριζαν τα πάντα για τον κόσμο στον οποίο ζούσε, άσχετα αν είχαν γραφτεί μισόν αιώνα πριν. Μια δεύτερη διαπίστωση αποτελούσε θέμα χρόνου: Η λογοτεχνία λειτουργούσε ως επιστήμη, καθώς παρείχε μια συνολική κατάρτιση των δεδομένων του κόσμου μας, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο διείσδυσης στα στοιχειώδη του, μια εις βάθος κατανόηση ων πιο περίπλοκων πτυχών του. Εδώ εδράζεται το πρώτο desideratum του: η «τίμηση» της πρωταρχικής εμπειρίας της ανάγνωσης της λογοτεχνίας ως θεωρητικής ανάγνωσης του σύγχρονου κόσμου, αλλά και των στοχαστών που τόλμησαν να σκεφτούν τα πράγματα πέρα από τα δεδομένα της παράδοσης και της εποχής τους.

parismaingraphic

Η προσωπική του εμπειρία στα αμερικανικά πανεπιστήμια στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε καθοριστική, καθώς εκεί απορροφούνταν τα κύματα αμφισβήτησης των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Έτσι τα σεμινάρια και οι διαλέξεις των Φουκώ, Ντεριντά, Σαΐντ, ντε Σερτώ και αργότερα των Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάτλερ κ.ά.. όριζαν μια πανδαισία ιδεών και αντιλήψεων ενώ η πανκ μουσική στις δυο αμερικανικές ακτές αλλά και στην Αγγλία αισθητοποιούσε την οργισμένη επιθυμία για πλήρη καταστροφή των συστημάτων παντός τύπου. Η διαπολιτισμική συντροφικότητα των πανεπιστημίων δημιούργησε φυσικά και πρωτοφανείς συνθήκες διεπιστημονικότητας και ακριβώς μέσα σε αυτή τη θύελλα επιστημολογικής αταξίας, πειραματισμού και εφευρετικότητας η συγκριτική λογοτεχνία υπήρξε το επίνειο όλων των ριζοσπαστικών ρευμάτων και η εστία όλων των ιδιαίτερων προσωπικοτήτων και των κειμένων τους, που είχαν ήδη αρχίσει να κωδικοποιούνται, προς χάριν της αγοράς, με τον βλακώδη όρο «Θεωρία», όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του στην ελληνική έκδοση.

Ένα από τα μαθήματα του 20ού αιώνα είναι ότι το συμβολικό σύμπαν της επανάστασης φαίνεται ότι μπορεί να επιβιώνει της ίδιας του της ιστορίας, γράφει ο Γουργουρής. Αν η επανάσταση έχει κάποιο νόημα – αν οι αμέτρητες ζωές που χάθηκαν στο όνομά της υποβάλλουν ένα αίτημα στην ιστορία που δεν μπορεί να παρακαμφθεί – αυτό έγκειται στο γεγονός ότι καθιστά απτή, συχνά εναντίον της ίδιας της πραγματικότητας, την ικανότητα της ανθρωπότητας να αλλοιώνει το πεπρωμένο της. Αυτό ίσως εξηγεί το τεράστιο συμβολικό βάρος που κομίζει η μαρξιστική παράδοση στον 20ό αιώνα, το οποίο μπορεί να συγκριθεί μόνο με την επιρροή της ψυχολογικής θεραπείας και πρακτικής.

genet

Η περίφημη σκέψη του Αντόρνο ότι η ποίηση μετά το Άουσβιτς συνιστά βαρβαρότητα αναθεωρήθηκε στην Αρνητική διαλεκτική, αποδίδοντας στην ποίηση το στοιχείο της ανατροπής κάθε συντεταγμένου λόγου. Έτσι στην μετά – Άουσβιτς εποχή ο προνομιακός κόσμος του λυρικού εγώ εκμηδενίζεται, αλλά η σχέση του με την φαντασία δεν καταργείται αλλά ανασυντίθεται, διανοίγεται στο πιο έτερο και εξωτερικό, σε αυτό που δεν μπορεί να μιλήσει. Κάπου εδώ βρίσκεται ο Ζαν Ζενέ· ένας πλάνης, μια ιδιόρρυθμη φιγούρα, μια παράξενη μεικτή μαρτυρία τόσο της επιβίωσης όσο και της εκτόπισης και της μεταλλαξιμότητας – κοινωνικής, πολιτικής, σεξουαλικής, γεωγραφικής. Νόθος, κλέφτης, ομοφυλόφιλος, αλήτης: οι ομολογημένες personae του Ζενέ πότε δεν εξημερώθηκαν. Ελάχιστοι καλλιτέχνες αναγνώρισαν με τόσο ριζικό τρόπο ότι η αυθεντία τους ήταν πριν από όλα μια κατασκευή ενός μια κατασκευή όμως άξια να χρησιμοποιηθεί ως όπλο: να εξαφανίσει αυτόν τον επινοημένο εαυτό μαζί με ολόκληρο το πεδίο αξιών που του έδωσαν την δυνατότητα να υπάρξει.

Ο Ζενέ απέρριψε και την «αγιοσύνη» που του απένειμε ο Σαρτρ και σταμάτησε να γράφει για τριάντα περίπου χρόνια. Υπήρξε ίσως ο πιο διακεκριμένος μάρτυρας του ανταγωνισμού ανάμεσα στην επανάσταση και την εκμηδένιση, ένας μάρτυρας που δεν αναζήτησε ποτέ τη λύτρωση μέσα από την τέχνη. Ο Ζενέ χωρίς καμία ντροπή μετέτρεψε την παράνομη και εγκληματική ζωή του σε ένα έργο τέχνης, έτσι ώστε η σκιώδης υπόγεια πλευρά του νόμου να νιώσει ξαφνικά την απελευθερωτική χάρη μιας γλώσσας λογοτεχνικού σκανδάλου. Η κίνησή του ήταν ενός μασκοφόρου και όχι ενός ηθικολόγου. Μια από τις αρχές του ήταν η υπόκριση: η εγγενώς έκκεντρη αίσθηση του εαυτού του που εκμαιεύει τη φύση διάφορων κοινωνικών ρόλων, ενσωματώνοντάς τους σε έναν κόμβο χειρονομιών που τους ελέγχουν και τους οικειοποιούνται.

Allen Ginsberg -  William Burroughs - Jean Genet [Chicago, 1968]

Οι εμπειρίες του με τους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους μαχητές επηρέασαν βαθύτατα και ενέτειναν τη μακρόχρονη αφοσίωσή του στο πολιτικό δοκίμιο ως τον μόνο «νόμιμο» τρόπο γραφής (νόμιμο λόγω της άμεσης αξίας χρήσης του στο πεδίο της πολιτικής). Η μαρτυρία της Σατίλα, μια εξέχουσα βιωματική εμπειρία της εκμηδένισης, προκάλεσε μια ποιητική συνάντηση με την βία του κόσμου, αλλά δεν υπέκυψε στον ναρκισσισμό του ποιητή – επαναστάτη. Με τους Παλαιστινίους μοιράστηκε μια κοινότητα ασώματων υπάρξεων, όπου η πιο αντικειμενική υλικότητα συνίσταται στην απουσία (πάτριας γης, έθνους, νίκης, αποδοχής). Στο κάλεσμα των Μαύρων Πανθήρων ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό χάρη στη δική του αίσθηση των διαπερατών ορίων της εαυτότητας.

Το μυθιστόρημα μπορεί να πάει πιο βαθιά, παρέχοντας την ισορροπία και το ρυθμό που δεν μπορούμε να βιώσουμε στην καθημερινότητά μας, στην πραγματική μας ζωή. Με αυτό τον τρόπο, το μυθιστόρημα, ευρισκόμενο στο εσωτερικό της ιστορίας, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει εκτός αυτής – διορθώνοντας τακτοποιώντας και, το πιο σημαντικό όλων, ανακαλύπτοντας ρυθμούς και συμμετρίες που δεν μπορούμε να συναντήσουμε αλλού…

Portrait Of Don DeLillo

…έλεγε σε συνομιλία του το 1991 ο Ντον ΝτεΛίλλο, που πάντα απονέμει στη μυθιστορηματική γραφή ένα είδος ιστορικής διορατικότητας που η ιστορική γραφή δεν μπορεί ενδεχομένως να κατακτήσει, μια σαφήνεια αντίληψης των ίδιων των πραγμάτων της ιστορίας. Η λογοτεχνία του, ένας μοναδικός επιτελεστικός στοχασμός, αναφέρεται με μεγάλη οξύνοια στα μυστήρια του σύγχρονου κόσμου και ολόκληρος ο τρόπος της ερωτηματοθεσίας το παραπέμπει στην εμπιστοσύνη στην ικανότητα της λογοτεχνίας να θεωρητικοποιεί το μυστήριο του κόσμου.

Εδώ και με αφετηρία το έργο του Ονόματα εξετάζονται η επιλογή των αφηγηματικών τόπων του συγγραφέα, ιδίως εκείνων που αφορούν το ιστορικό και φιλοσοφικό σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου, η συνύφανση των σχεδίων του πολυεθνικού καπιταλισμού με τον ακαταμάχητο πόθο για την αρχαιολογία, η τρομακτική αναζήτηση της ταυτότητας, η καρτερική μοναξιά των σύγχρονων ζευγαριών, η ανάπλαση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, η ψυχική επένδυση της Δύσης στης περιοχή, η αποκρυπτογράφηση αρχαίων πολιτισμών ως αυτοαναφορική φαντασίωση, η αρχαιολογία ως «πολιτική αλληγορία» του ιμπεριαλισμού, ο τουρισμός ως προέλαση της ανοησίας, η μαζική καλλιέργεια της βλακείας ως ένα από τα πιο έξυπνα όπλα του καπιταλισμού. Διαβάζοντας τις περιγραφές του ΝτεΛίλλο σχετικά με τον ελληνικό τρόπο ζωής συνειδητοποιούμε, γράφει ο Γουργουρής, την καλλιτεχνική φτώχεια ενός Χένρι Μίλλερ ή ενός Λώρενς Ντάρελ.

DDL

Το εκτενές δοκίμιο Διαφωτισμός και παρανομία διασχίζει την επικράτεια ενός κόσμου απομαγευμένου (καθώς ο Διαφωτισμός διέλυσε τους μύθους αντικατέστησε την φαντασία με την γνώση) και ανιχνεύει την ιερότητα του νόμου και το μονοπώλιο της βίας (εδώ επιχειρείται η σύνδεση με τις πολιτικές ταραχές του 1960 αλλά και του σήμερα) και τελικά την παρανομία του νόμου και της ίδιας της λογοτεχνίας με έμφαση την μυθογραφική φαντασία του Κάφκα στην οποία ο νόμος είναι παράνομος με την τυπική έννοια. Αν ο Γιόζεφ Κ. ήταν ο ήρωας μιας μεσαιωνικής αφηγηματικής πλοκής, το μπλέξιμό του δεν θα προξενούσε καμία εντύπωση. Είναι η πίστη του ότι έχει δικαιώματα ενώπιον του νόμου που καθιστά εφιαλτική την πλήρη παραβίαση των δικαιωμάτων του.

Ερευνώντας σε άλλο κεφάλαιο την έννοια του μυθικού ο συγγραφέας γράφει πως το ζήτημα της λογοτεχνίας ως θεωρίας γίνεται κάλλιστα αντιληπτό ως διασταύρωση του ποιητικού στοιχείου με το πολιτικό και εκκινεί από τον Καρλ Σμιτ, έναν υποδειγματικό καλλιτέχνη στην πολιτική γραφή, που κατανόησε την βαθύτατη σημασία του μυθικού στοιχείου έστω και από την παραμορφωτική οπτική γωνία των πολιτικών θέσεων και των θεολογικά προσδιορισμένων ορίων του. Η σχετική έρευνα στην σκέψη του Σμιτ γίνεται πρώτα σε συνομιλία με εκείνη Ζορζ Σορέλ και των δικών του Στοχασμών για την βία – άλλωστε ο δια χειρός Αϊζάια Μπερλίν χαρακτηρισμός του δεύτερου (σφόδρα αντιφιλελεύθερος και αντικαπιταλιστής, καχύποπτος έναντι της κληρονομιάς του Διαφωτισμού και των δημοκρατικών θεσμών, με έργο που ιδιοποιήθηκε τόσο η Αριστερά όσο και η Δεξιά) ταιριάζει κάλλιστα και στον πρώτο. Το νήμα της διαλεκτικής δένεται και με το έργο των Βάλτερ Μπένγιαμιν και Χανς Μπλούμενμπεργκ.

Carl Schmitt

Η Χειρονομία των Σειρήνων συμπλέκει τις Ομηρικές Σειρήνες με τις σειρήνες του πολέμου, την Διαλεκτική του Διαφωτισμού, τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο, την Σιωπή των Σειρήνων του Κάφκα, τον Μπρεχτ και τον Μπένγιαμιν. Στα υπόλοιπα κείμενα: Η ανάγκη της φιλοσοφίας για την Αντιγόνη, Έρευνα, Δοκιμή, Αποτυχία [Περί Φλωμπέρ] κι ένας εκτενής επίλογος.

Εκδ. Νεφέλη, 2006, μτφ. Θανάσης Κατσικερός, 530 σελ. [Stathis Gourgouris, Does literature Think? Literature as Theory for an Antimythical Era, 2003].

Στις εικόνες: Επαναστατικό Παρίσι, Walter Benjamin, Φαντασιακό Παρίσι, Jean Genet, Allen Ginsberg – William Burroughs – Jean Genet [Chicago, 1968], Don DeLillo [2], Carl Schmitt.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, 171 / υπό τον τίτλο These books are made for thinking.




Ιανουαρίου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.035.416 hits

Αρχείο