Εντευκτήριο τεύχος 106 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2014, κυκλοφ. Φεβρουάριος 2015)

106

Σελίδες για τον Χριστόφορο Λιοντάκη

Ο εφηβικός κήπος, περιβόλι ή ροδώνας, τα οπωροφόρα και οι μετωνυμίες τους, φύλλα νεραντζιάς, αμύγδαλα λευκά και ρόδι, φλούδες πορτοκαλιού, ο εσπερινός ελαιώνας και το αμφίσημο ορεινό μονοπάτι της Κρήτης […]· αντιστικτικά, το αττικό τοπίο στο φως του δειλινού στον Υμηττό ή Απρίλιο μήνα στο Σούνιο άνθη και βοτάνια, ντοματιές, σταφυλιές και δυόσμος, άρωμα φασκομηλιάς, η ευωδιά του πικραμύγδαλου, εικόνες θαλερές και μυρωμένες στιγμές, μοιάζει να διαμορφώνουν μια τρυφερή επιφάνεια πάνω στην οποία ακουμπάει η ποιητική γλώσσα του Λιοντάκη, για να ξετυλίξει τη διήγησή της. Γιατί η φύση είναι το περίγραμμα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, η πηγή απ’ όπου η ψυχή του ευαίσθητου δέκτη δεν μπορεί να ξεφύγει αλλά ξαναγυρνά ολοένα, όπως στον τόπο του εγκλήματος…

…γράφει η Μαριλίζα Μήτσου στο κείμενό της για Πρόσωπα και προσωπεία του μύθου στην ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη, ενσωματώνοντας σε μια παράγραφο λέξεις, φράσεις και νοήματα από τα ποιήματα της συλλογής του Ο Μινώταυρος μετακομίζει. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Λιοντάκη, κάποτε σε μια εποχή όπου συχνά, κάτι που συνεχίζω ακόμα και σήμερα αν και σε μικρότερο ποσοστό, επέλεγα να αγοράσω μια συλλογή με βάση τον τίτλο της. Και πώς μπορούσε να αγνοηθεί μια έστω και υπόνοια πως ο Μινώταυρος δεν βρίσκεται πια εκεί που τον αφήσαμε;

Μ’ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος / μας είδανε μαζί πολλές φορές / με κυνηγά / τον κυνηγώ / ποικίλλουν οι φήμες.

b14042

Σ’ εκείνη την συλλογή [1982] ενώνει δυο περιόδους στην ποιητική του Λιοντάκη, όπως γράφει η Χριστίνα Ντουνιά στο δικό της κείμενο, που εστιάζει στα δικαιώματα του «θυμού». Αρχικά επιχειρείται μια πρώτη συμφιλίωση με τη γενέθλια γη και τις απωθήσεις της παιδικής ηλικίας, μια δύσκολη εξομολόγηση στην ανίχνευση του τραύματος ή του βιώματος που γίνεται εμπειρία, μέσα από έναν απαιτητικό δρόμο αναστοχασμού. Ύστερα αναδύονται τα θραύσματα του αρχαίου μύθου αλλά και μιας αιώνιας φύσης. Το αφιέρωμα ξεκινάει με ένα αδημοσίευτο ποίημα του Λιοντάκη και περιλαμβάνει δυο πολύτιμα παλιά δημοσιεύματα εφημερίδων από τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Γιάννη Τσαρούχη, κείμενα των Διονύση Χαλκωματά, Βαγγέλη Χατζηβασιλειου, Τιτίκας Δημητρούλια, Ζαχαρία Κατσακού και άλλων, καθώς και μια σύντομη εργοβιογραφική παρουσίαση σε επιμέλεια του τελευταίου.

Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει πεζογραφήματά του: ακούγεται σαν ενύπνιο αλλά είναι ο τίτλος του πολύτιμου ψηφιακού δίσκου που συνοδεύει το τεύχος, με αφορμή την συμπλήρωση τριάντα ετών από τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα [16.2.1985]. Εδώ ο συγγραφέας διαβάζει ο ίδιος πεζά του από τα βιβλία του Σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά, Καταπακτή, Η πρωτεύουσα των προσφύγων και Επιτάφιος θρήνος. Οι ηχογραφήσεις προέρχονται από τα αρχεία της οικογένειας Μιχάλη Μηλαράκη και Δήμητρας Ιωάννου -Μηλαράκη, του συλλέκτη Γιώργου Ζεβελάκη και του ραδιοφωνικού παραγωγού Γιώργου Ευσταθίου.

Ιωάννου

Στα δοκίμια του τεύχους ο Παντελής Μπουκάλας γράφει για τη φιλολογία ως προϋπόθεση της μετάφρασης, τον κριτικό λόγο και την αυτοκριτική μεταφραστική συνείδηση του Δ. Ν. Μαρωνίτη· ο Γιώργος Μαρκόπουλος για την ποίηση και την ποιητική της Κικής Δημουλά, με αφορμή την τελευταία της ποιητική συλλογή Δημόσιος καιρός· ο Αριστοτέλης Σαΐνης για τη νεανική αλληλογραφία Βασίλη Βασιλικού – Μένη Κουμανταρέα. Στην ποίηση αιφνιδιαζόμαστε από ένα ποίημα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη) και διαβάζουμε ακόμη δημιουργίες των Λευτέρη Ξανθόπουλου, Γιάννη Υφαντή, και Κλεοπάτρα Ολυμπίου, του Ρουμάνου Νικήτα Στανέσκου (1933-1983, μτφ. Σταύρου Δεληγιώργη) κ.ά.

Διηγήματα και μικρά πεζά δημοσιεύουν μεταξύ άλλων οι: Γιάννα Μπούκοβα, Μαρία Κουγιουμτζή, Βάνα Χαραλαμπίδου, Τζάστιν Τόρρες (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) και Φίλιππος Δρακονταειδής. Μια ανάσα από το αξέχαστο κείμενο του τελευταίου:

…τέτοιες ώρες λέγονται τα κρυφά, τα ανείπωτα, τα πλακωμένα και ποδοπατημένα, τα αξεχείλωτα και τα αναπάντητα. «Αυτοί ξέρουν» συμπλήρωσε η Χρυσάνθη. «Τι ξέρουν;», πετάχτηκα. «Ξέρουν μήπως πως εσύ στα δεκαεφτά σου και εγώ στα δεκαπέντε μου αγκαλιαζόμαστε; Ξέρουν ως με έσφιγγες στην αγκαλιά σου και τα χέρια μου μάθαιναν και θέριζαν, αλώνιζαν, λίχνιζαν, μάζευαν το στάρι σου κα δεμάτιαζαν τα σανά σου, επειδή τα στάχυα σου είχαν θρέψει και ήταν στην εποχή σου; Ξέρουν πως ο μύλος μου άλεθε το στάρι σου και εσύ έβαζες το ζυμάρι, έπλαθες το ψωμί σου, το άφηνες να φουσκώσει, το φούρνιζες και το τρώγαμε ζεστό, έκοβες μπουκιές που βουτούσαμε στο μέλι;

[Σελίδες 176]

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.