Αρχείο για Μαΐου 2015

27
Μάι.
15

Ροβήρος Μανθούλης – Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου

Κόσμος

Η ζωή μου είναι γεμάτη συμπτώσεις. […] Η τύχη είναι μια μορφή τέχνης, όπως λέει ο Ζαν Κλοντ Καριέρ*.  Δεν έγινα ποτέ πλούσιος. Η ζωή μου ναι. Ουδέν πλουσιότερον μιας πλούσιας ζωής. Συχνά χάρη στις απαραίτητες συμπτώσεις. Οι συμπτώσεις έρχονται στους αεικίνητους. Στους εξερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε. Η θεωρία μου είναι ότι, αν πας στην έρημο και φωνή δεν βγάλεις, φυσικά δεν θα σ’ ακούσει κανείς. Αν όμως βγάλεις μια φωνή στην έρημο, κάποιος θα σ’ ακούσει. Η έρημος δν είναι ούτε εύλογη ούτε αναγκαία, άρα η ερημιά της είναι «ανύπαρκτη». Η φωνή είναι και αναγκαία και υπαρκτή. [σελ. 497]

Πράγματι, ο βίος και η πολιτεία του Ροβήρου Μανθούλη έχουν διάχυτες τις συμπτώσεις αλλά ακόμα περισσότερο διαθέτουν το στοιχείο του αυτοκαθορισμού ενός αεικίνητου και εν πολλοίς ασυμβίβαστου, ξεροκέφαλου δημιουργού που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το γράψιμο αλλά και να ζει μια ζωή γεμάτη αγώνες και απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να τιθασευτεί ένα τέτοιο υλικό σ’ ένα χρονικό αναμνήσεων; Σε τι ύφος μπορείς να γράψεις τις αναμνήσεις σου; Αν το στυλ είναι η απόσταση που κρατάς από την πραγματικότητας, το ύφος δεν πρέπει να είναι εμφανές.  Ποιος είναι σε θέση να είναι αντικειμενικός με τον ψυχισμό του; Πόσο πίσω μπορεί να πάει η μνήμη;

Ροβήρος 1

Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στον πατέρα του που βρέθηκε στους κατεξοχήν τόπους του 20ού αιώνα: στα χαρακώματα και στα οδοφράγματα, σε προσφυγιές και ξενιτιές, σε δικτατορίες και εξορίες, σε εμφύλιους και αιχμαλωσίες. Ό,τι γραπτό έγραψε ο Αλέκος Μανθούλης μετά προτροπής υιού, αποτελεί ιδανική αρχή διήγησης. Κάποτε έρχεται στο κάδρο ο μικρός Ροβήρος: Αμφίπολη, 1935, με τον πατέρα του στα έργα του Στρυμόνα. Δυο κινηματογραφικές προβολές στην πλατεία του χωριού, μένουν στην μνήμη μέχρι σήμερα, σαν ελευσίνια μύηση. Ύστερα Αθήνα, Νεάπολη, οι πρόσφυγες κοιμούνται ακόμα στρωματσάδα στον δρόμο. Μεταξάς, ΕΠΟΝ, υπεύθυνος διαφώτισης, με το χωνί στο χέρι: ανέβαιναν στα ταρατσάκια του Στρέφη ή του Λυκαβηττού και φώναζαν το δελτίο αλλά και ποιήματα! Αυτό ήταν το Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Αντίστασης! Η πόλη βυθιζόταν στη σιωπή λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, όλοι άκουγαν πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η εκπομπή κρατούσε επτά λεπτά – στα δεκαπέντε υπολογιζόταν η επιδρομή της Γκεστάπο. Η παρέα διέφευγε από τα σκαλάκια, και στο σπίτι περίμεναν με αγωνία οι γονείς. Αυτοί ήταν οι ήρωες. Εμείς δεν είχαμε ιδέα τι κίνδυνο αντιμετωπίζαμε.

Δεκεμβριανά, Όπλων Παράδοση, ένας δεκάρικος λόγος στην λαϊκή της πλατείας Εξαρχείων παραλίγο να του στοιχίζει τη ζωή από μια Μπερέτα, κι ύστερα η «μεταδεκαμβριανή λαίλαπα της Λευκής Τρομοκρατίας που ήταν ό,τι χειρότερο γνώρισε αυτός ο τόπος». Επιθέσεις στα υπόγεια των μαυραγοριτών, διανομές τροφίμων στον κόσμο. Ο πολυμήχανος πατέρας έφτιαχνε σταρένιο πόριζ λίγο πριν την Κατοχή και το πουλούσε σε μπακάλικα· το ονόμαζε ΒΙΤΑΜ – Βιομηχανία Ιδεωδών Τροφών Αλέξανδρου Μανθούλη. Την μάρκα αυτή την πούλησε αργότερα στην γνωστή μας σήμερα ΒΙΤΑΜ! Ο υιός έχει ποιητικές ανησυχίες, στιχουργεί, έχει δάσκαλο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, παίρνει στα χέρια του το αρχείο του Λαπαθιώτη. Σύντομα γίνεται επίλεκτο μέλος της παρέας του Λουμίδη όπου δυο λουμιδικές περιόδους στο πατάρι, με Αλέκο Αργυρίου, Μιχάλ Κατσαρό, Φρίξο Ηλιάδη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Γκάτσο, Βαγγέλη Γκούφα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λεωνίδα Ζενάκο, Μίνωα Αργυράκη, Μάνο Χατζιδάκι.

p-p

Η βιογραφία εμβολίζεται με επιμέρους μνήμες που θα έμοιαζαν με εξαιρετικές κινηματογραφικές σκηνές αν δεν ήταν απόλυτα πραγματικές· θυμάται τον Λουντέμη στη Ρουμανία να ακούει ελληνικό σταθμό από ένα τρανζιστοράκι, και την νυχτερινή βάρδια ενός εργοστασίου να πηγαίνει στον κινηματογράφο στις επτά το πρωί· θυμάται μια παράσταση της Λυσιστράτης σε θέατρο στην Ιπποκράτους, όπου τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν αυθεντικές πουτάνες από έναν γειτονικό οίκο ανοχής (και επιθυμεί να το αναφέρει γιατί κανείς δεν το μνημόνευσε). Δεν λείπουν και οι απολύτως μπορχεσιανές αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα όταν, κάνοντας μια εργασία για την αποπομπή του Τίτο από την Κομινφόρμ, βρήκε στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο με τίτλο Πολιτιστικές ανταλλαγές και είδε φωτογραφία με τον εαυτό του, καθισμένο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη απέναντι από του Λουμίδη!

Απόηχοι του λετρισμού, κατανυκτικά ακούσματα τζαζ, δυο παράνομοι κρυμμένοι στο σπίτι του, ανακάλυψη της δημοσιογραφίας. Στο ραδιόφωνο το καθημερινό αντικομμουνιστικό Τέταρτο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με τον Στρατή Μυριβήλη που από αντιμιλιταριστής και βενιζελικός αφαιρεί τις αντιβασιλικές παραγράφους από την Ζωή εν τάφω και κάνει διαλέξεις για το Παιδομάζωμα και τους γελοίους ποιητές όπως ο Ελυάρ. Δείγμα του λόγου του: Ο σλαβικός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο από αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. Η νέα αυτή φυλή κατασκευάζεται σαν ένα είδος κουρελά, μέσα το εργαστήριο του πανσλαβισμού, από τα ρετάλια όλων των φυλών, όλων των λαών, όλων των εθνών.

blues

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου αφιερώνεται τόσο στην αμερικανική εμπειρία του όσο και στην βρώμικη ιστορία της υπερδύναμης. Η πρώτη ξεκινάει με την θετική απάντηση για υποτροφία από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο συγγραφέας μπαίνει στο υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» με κρυμμένο χαρτονόμισμα και τρεις κόκκους χώμα ελληνικό, για να μη θυμώσει ο Δροσίνης. Η πολιτική κατάσταση που βρήκε λίγο διέφερε από την Ελλάδα· έπεσε σε στιγμή έξαρσης του μακαρθισμού, γύρω του σφύριζε ψυχροπολεμικός αέρας και ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Ο Μακάρθυ είχε φακελώσει όλους τους Αμερικανούς που είχαν εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους αριστερά ή φιλειρηνικά αισθήματα. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε με το γνωστό πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤ με το άρθρο του Ηλία Καζάν, όπου και η δήλωση μετανοίας για τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ξένο δάκτυλο που κρυβόταν από πίσω. Για ένα σημείο αναφοράς όπως ο Καζάν, το πλήγμα ήταν μεγάλο. Είναι γνωστό ότι ο γερουσιαστής Μακάρθυ ήταν ένας γελοίος, αγράμματος, κομπλεξικός, αλκοολικός, ένας ομοφυλόφιλος που έφτιαξε μαύρες λίστες για τους ομοφυλόφιλους. Στην Μακαρθική Αρμοστεία μεγάλη δύναμη είχε και ο Έντγκαρ Χούβερ που κανείς δεν τόλμησε να απολύσει γιατί ο Χούβερ είχε για τον καθένα τον φάκελό του.  Και απορεί ο Μανθούλης, πώς ασήμαντοι άνθρωποι σαν τον Μακάρθυ ή τον Πινοσέτ ή τον Παπαδόπουλο βάφτισαν με το όνομά τους σημαντικές περιόδους της Ιστορίας.

38

Τα λίγα χρήματα τον στέλνουν το1951 στην Αλάσκα για δουλειά σε χρυσωρυχείο σ’ ένα μέρος χωρίς αστυνομία, δικαστήριο, φυλακές και βέβαια χωρίς γυναίκες. Ιδανικός τόπος και για υπόδικους κάθε είδους. Δεν υπήρχαν μπαρ αλλά …σαλούν, όπως στα γουέστερν. Και μια διαρκής ημέρα, χωρίς νύχτα, «που χάλαγε κάπως την ατμόσφαιρα!». Επιστροφή στην Ευρώπη μαζί μ’ ένα Πλίμουθ και πέρασμα από την φρανκική Μαδρίτη όπου ανοίγει ακόμα ένας φάκελος στο όνομά του, ο τρίτος μετά την Ελλάδα και τον Μακάρθι· σύντομα ακολουθεί και ο τέταρτος, στην Ταγγέρη. Στην Ελλάδα το Πλίμουθ μεταφράστηκε σε Μαγιακόφσκι, κοινώς θυσιάστηκε για την έκδοση ποιημάτων του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου και Καίτης Δρόσου. Πουλήθηκαν 53 αντίτυπα, τα υπόλοιπα 1947 τα μοιράστηκαν οι εμπλεκόμενοι. Καθιέρωση του Θεάτρου της Τετάρτης με μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές, διεύθυνση σπουδών στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, εμμονή με την διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ίδρυση της «Ομάδας των 5».

04

Δικτατορία, Κυπριακό, διπλωματικά η Κυρία Δήμαρχος, ο Κάστρο και ο Κουν, ο Κακογιάννης και οι Αποστολίδηδες, η Nouvelle Vague και το Free Cinema. Βία και Νοθεία, Λαμπράκης, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, το περίφημο Πρόσωπο με πρόσωπο και οι αντιδράσεις. Λονδίνο, Παρίσι, Μάης ’68, το Μπλουζ με σφιγμένα δόντια­ ­– η ταινία που αφηγούνταν και ταυτόχρονα βίωνε τα μπλουζ· γυρίσματα στο Χάρλεμ, στο σπίτι του ζευγαριού, η Μάμα που ήταν πιανίστα την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και είχα ακόμα το πιάνο της με φαγωμένα τα πλήκτρα.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιστρατεύει και την νέα της ελληνική τηλεόραση. Αναλαμβάνει γενικός διευθυντής προγράμματος της ΕΡΤ το 1975, περιορίζει τα αμερικανικά σίριαλ με αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη και την επίμονη στήριξη της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ. Άντεξε μέχρι το 1977, ενώ θα επανεμπλακεί με τις φιλόδοξες Ακυβέρνητες Πολιτείες. Ευτυχώς είναι πολλές σελίδες που αφιερώνονται στην τηλεόραση, που την «διαβάζουμε» εκ των έσω, ιδίως σε αδιανόητες ιστορίες πολιτικής ανηθικότητας και γραφειοκρατικής παράνοιας.

ρμ

Η δημόσια τηλεόραση είναι το πιο ισχυρό, το πιο υπεύθυνο, το πιο παιδαγωγικό και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο δημόσιο αγαθό. […] Η τηλεόραση τρέχει πιο γρήγορα από τις κοινωνίες. Πρέπει να είναι παραδοσιακή και μοντέρνα και να διαπαιδαγωγεί διασκεδαστικά ή τουλάχιστον να διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας. Αυτά μόνο οι αρχαίοι μας τραγικοί ήξεραν να το κάνουν, όταν το θέατρο ήταν η τηλεόραση της εποχής. Αρχαίο δράμα και τηλεόραση είναι πολύ κοντά στην αρχαία Αγορά, εκεί που ανταλλάσσονται προϊόντα, ηθικές αξίες και αισθητικές συγκινήσεις. [σ. 475]

Στο Παράρτημα ο συγγραφέας επιστρέφει στην μακαρθική αρμοστεία και παραθέτει αποσπάσματα από τις καταθέσεις του περίφημου φολκ τραγουδιστή Pete Seeger στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών [1955] για συναυλίες που έδωσε σε πολιτικές συγκεντρώσεις δέκα χρόνια πριν: Δεν πρόκειται να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες μου ή πώς ψήφισα ή για οποιανδήποτε άλλη ιδιωτική μου υπόθεση. Θεωρώ πως αυτές είναι πολύ ανέντιμες ερωτήσεις για οποιονδήποτε Αμερικανό, ιδιαίτερα κάτω από πιεστικές συνθήκες όπως αυτές εδώ. Πολύ ευχαρίστως θα σας διηγηθώ τη ζωή μου, αν θέλετε να την ακούσετε. […] Αρνούμαι να συζητήσω για το πού τραγούδησα, ποιος άκουσε τα τραγούδια μου ή ποιος τα έγραψε. Αν θέλετε, θα σας τα τραγουδήσω, αν μου φέρετε το μπάντζο μου!

Περιλαμβάνονται ακόμα τμήματα από τις καταθέσεις του μαύρου τραγουδιστή Paul Robson [Old man river], αλλά και, στην άλλη άκρη, των κατάπτυστων Ronald Reagan και Walt Disney. Ακολουθούν ντοκουμέντα, έγγραφα και φωτογραφίες από σειρά πολιτικών ερευνών του συγγραφέα: Κύπρος και ΟΗΕ, Γουότεργκειτ, Δολοφονία Κέννεντι, η Μαφία στην Κούβα κ.ά.

Pete Seeger at the House Un-American Activites committee

Οι εξακόσιες σελίδες με τις θυελλώδεις διηγήσεις διαβάζονται με απόλαυση. Είναι χωρισμένες σε μικρά αυτόνομα κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, ζαλίζουν την γραμμικότητα με μύριες παρεμβάσεις και τελικά συγγράφουν δυο παράλληλα και ταυτόχρονα εμπλεκόμενα βιβλία: της προσωπικής και της συλλογικής πολιτικής ιστορίας του καιρού του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πριν δυο χρόνια, τις ημέρες του μαύρου στην ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης ζήτησε αποζημίωση για την μετάδοση της ταινίας του από το νέο μόρφωμα με την εξής ανακοίνωση:

Ο Καψής, στα νιάτα του, μου ζητούσε ταινίες μου για ν ανοίξει σινε – κλαμπ. Αποφάσισε να το ξεκινήσει επιτέλους με την Κυρία Δήμαρχο. Στην ΕΔΤ, που ψευδίζει την ΕΡΤ. Βλέπετε, θα λέει ο υπουδγός, ιστοδική στιγμή. Αδχίζουμε με ταινία του Μανθούλη που μας βδίζει. Η ταινία μου θα γίνει λοιπόν «Κυδία Δήμαδχος». Δεν μποδώ δυστυχώς να την εμποδίσω ή να την απαγοδεύσω. Μποδώ μόνο να ζητήσω δικαστικώς είκοσι χιλιάδες ευδώ αποζημίωση για την δυσφήμηση που μου κάνει, με το να μεταδίδει την ταινία μου σε κατάπτυστο κανάλι. Γιατί όλοι οι Έλληνες, μόλις βγει στο κουτί η ταινία, θα φτύνουν την οθόνη του. Ελπίζω, αμέσως μετά την «Κυδία Δήμαδχο», να γίνει και η Κηδεία της Ιεδοδούλου. Δηλαδή της ΕΔΤ.

*Σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Μπουνιουέλ και του Πίτερ Μπρουκ.

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 612.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 186. Wild Rover.

Ιστολόγιο του συγγραφέα με πλούσιο υλικό εδώ.

Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: εικόνα από την περίφημη ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο [1966] / Στο σπίτι της Τζόαν Μπαέζ με τον σύζυγό της Ντέιβιντ, αντιρρησία συνείδησης τις μέρες που περίμενε να τον φυλακίσουν γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Μαζί τους και ο Γάλλος ηχολήπτης Ζαν-Πιέρ Μαρκετί. / Εικόνα από την αναφερόμενη κατάθεση του Pete Seeger στην Μακαρθική Επιτροπή. Το καθαρό του βλέμμα, ισοδύναμο με τον λόγο του.

26
Μάι.
15

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 69

ΤΤΜΠΜΓ

Παλαιότερη γραμματοσειρά, άλλης εποχής γραφιστική, οι άλλοτε μοντέρνες μακέτες και σχεδιασμοί τώρα μαρτυρούν τα χρόνια τους.  Μόνο ο λόγος μένει πάντα νέος και νεωτερικός.

22
Μάι.
15

Δημήτρης Καλοκύρης – Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή

Καλοκύρης

Επιβάτης συνειρμών στις ράγες της γλώσσας

 Ό,τι μου έλειπε από εμφάνιση το κέρδιζα παρεμβαίνοντας στη ροή της Ιστορίας. [σ. 113] 

Πέντε κείμενα που γράφτηκαν σε ετερόκλητες φάσεις και με τελείως διαφορετικές αφορμές συναρμολογούνται ιδανικά σε ενιαίο σώμα απολαυστικής γραφής. Προηγείται το ….τρίτο κεφάλαιο, τα Σκυλιά του αέρα, ένα σχεδιασμένο σενάριο για «εγκλήματα που συγκλόνησαν την Θεσσαλονίκη». Ο αφηγητής (ας μου επιτραπεί να τον αποκαλέσω ως το πρωτοπρόσωπο πρόσωπο) συναντάει τυχαία τον Μοντεστάνο ύστερα από πολλά χρόνια. και υποδέχεται την ιστορία του. Η αφήγηση του φίλου ξεκινάει από την εύρεση ενός νομίσματος μέσα σε καρπούζι και από μια παιδική ηλικία που τρομοκρατούσε η βεβαιότητα ότι, μεγαλώνοντας, θα του αποκαλύψει κάποιος πως όλα όσα ζούσε ως τότε ήταν μια φάρσα, μια συνομωσία των μεγάλων για να του κρύψουν τον πραγματικό κόσμο.

Τότε ο χρόνος ήταν σχεδόν ακίνητος κι ένας δεκατετράχρονος ζούσε με πατέρα στα σλαβικά βουνά και με σταθερό πόθο για μια Αρτεμισία, φερμένη από μέρη βροχερά, που νοίκιαζε ένα δωμάτιο στην αυλή. Ο νοσταλγός θυμάται το πολλαπλό βούρτσισμα των μαλλιών της, τον καθρέφτη της όπως φαινόταν από τον φεγγίτη της κουζίνας αλλά και την παρουσία ενός αστυνομικού που την τυραννούσε και την προστάτευε. Η Αρτεμισία είδε με τα μάτια της το χτύπημα στον Λαμπράκη και πιεζόταν να σιωπήσει με αποτέλεσμα την δολοφονία της, με τον εξομολογητή αυτόπτη πίσω από τον φεγγίτη. Ακόμα και στην θανατωμένη της μορφή, εκείνος με ενοχή κοίταξε άπληστα τις σκισμένες της κάλτσες και επέλεξε την σιωπή.

 W. Cortland Butterfield - nude-combing-hair

Τότε δεν σου είχα πει τίποτα για να μην εκτεθούμε αλλά η ομάδα μας δεν έριχνε μονάχα προκηρύξεις, ούτε γράφαμε απλώς στους τοίχους συνθήματα: ανατινάξαμε ένα ολόκληρο εκκλησάκι κάποιο βράδυ στα προάστια, για να φανεί, έστω, μια αντίδραση προς τον κλήρο που υποστήριζε απροκάλυπτα το καθεστώς. Έγινε πανικός, αλλά έτσι απαλλάχτηκα τουλάχιστον από τις αμαρτίες…Κατά βάθος όμως πολλοί πιστεύαμε πως, ένα πρωί,θα ξυπνήσουμε ελεύθεροι. Σαν από θαύμα. Πως ό,τι ζούσαμε ήταν στην πραγματικότητα ένα σιδερένιο όνειρο και τίποτ’ άλλο. Ότι με προκηρύξεις και βεγγαλικά θα συντρίβαμε τον τύραννο. Που ήταν ο ίδιος ο φόβος. …Αλλά όλα γίνονταν ένα σιγά σιγά…Κόκκινο και μαύρο…Κλήρος και στρατός. Εχθροί και φίλοι μας όλοι ταυτόχρονα… Παιδιά της γειτονιάς μας που βασάνιζαν στη στρατονομία, συμμαθητές μας θύματα στην άλλη όχθη. Όλα πήγαιναν μαζί. Η εξουσία ως άλλη όψη της επανάστασης! [σ. 55 – 56]

Με κάποιο σιωπηρό, διαλογικό τρόπο, ο δικός μας αφηγητής ενθέτει τις εσωτερικές του σκέψεις σε υποπαραγράφους και απόντος του Μοντεσάντου για λίγο εγκιβωτίζει μια διήγηση που ανοίγει «το ταμείο των συνειρμών». Είμαστε ήδη στο επόμενο, δεύτερο κεφάλαιο και τιμά τα τσιγάρα Santé, επιστρέφοντας άλλωστε σε μια εποχή όπου κάθε πακέτο συνιστούσε διακριτικό ομοταξίας, ορισμό κοινού ενδιαφέροντος, απαρχή γνωριμίας, σχεδόν βαθμό συγγένειας. Τα σιγαρέτα ισοδυναμούσαν με διάταξη δεδομένων επί τάπητος, σε κοινή θέα και χρήση. Φυσικά οι θαυμαστές του άφιλτρου όφειλαν να ανήκουν στην Αριστερά, ενώ στην σχετική ιδιωτική μυθολογία επικρατούσαν δυο καπνογόνες φιλολογικές τάσεις, το Κόκκινο και το Μαύρο: το ανατολίζον Santé και το τευτονικό Hellas Special – το διονυσιακό και το απολλώνιο. Άλλωστε η λυπημένη Αρτεμισία του Μοντεσάνου αποτελεί την πρώτη γυναίκα της λογοτεχνίας που ανενδοίαστα καπνίζει και υπάρχουν ιστορίες καπνού και της επικράτειας pax nicotiana, αλλά και της σχετικής εικονογραφίας που μιλούσε χωρίς λέξεις.

 sante

Η αλήθεια είναι ο στο πακέτο αυτό με ξένιζε κάπως ο δεξιά εγγεγραμμένος σταυρός του μεταλλίου που είχε κερδίσει το προϊόν στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Έβρισκα ότι αντιδρούσε σκυθρωπιάζοντας στην ηδυπάθεια των χειλέων της παρακείμενης ευχύμου δεσποινίδος (ο θρύλος τη θέλει τραγουδίστρια του ελαφρού και ερωμένη διαβόητων πολιτικών) και ο γαλάζιος κύκλος του ερχόταν να επαναληφθεί σαν φωτοστέφανος γύρω από το γερμένο ελαφρά προς τα πίσω κεφάλι της, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τη λάμψη του οξειδωμένου χρυσίζοντος διαζώματος, ενώ, αντίθετα, το κίτρινο του άλλου μεταλλίου (από την Έκθεση της γαλλικής Νίκαιας αυτό αντανακλούσε το χώμα των μαλλιών της και θα μπορούσα να πω ότι τα φώτιζε πλαγιομετωπικώς . [σ. 66 – 67]

To επόμενο …πρώτο κεφάλαιο, αστυνομικός και αυτόπτης βρίσκονται αντιμέτωποι στο ανακριτικό γραφείο και η σιωπή εξαγοράζεται με μια ασφαλή ζωή μακριά από το Κράτος. Η κηδεία της αρχής τώρα αποτελεί σημείο εκκίνησης μαρτυρίας, ένα σημείο μηδέν όπου η αλήθεια μπορεί τουλάχιστο να λεχθεί. Μιλώντας περί μηδενός, δεν θα μπορούσε να λείπει το μηδενικό κεφάλαιο από ένα καλοκυρινό βιβλίο και αυτό ακριβώς αποτελεί «Η παραμικρή λεπτομέρεια», αφιερωματικό ανάθημα στον Ευγένιο Αρανίτση, που μνημονεύει κοινούς βίους και ευφυώς εντάσσει στο κείμενο τίτλους, φράσεις και θέματα της αρανίτσειας κειμενογραφίας. Παρούσα βέβαια και η προσφιλέστατη Δανάη, με τίτλους εργασίας όπως: Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τους ανθρώπους: τη φωτιά, την υγρασία, τα ζώα, τον χρόνο και το ίδιο τους το περιεχόμενο

 toy-train-bernard-jaubert

Στο κεφάλαιο -1, τροχιοδρομείται Μια μηχανή για κινούμενα τοπία, αλλοτινή πρώτη ύλη για μια ανθολογία περί τραίνων. Τι είναι όμως για τον δημιουργό το τραίνο; Μια μηχανή που παράγει κινούμενα τοπία και εναλλασσόμενους συνειρμούς. Κάθε ταξίδι εμπεριέχει εξ ορισμού την περιπέτεια και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ένα τυχαίο κοινωνικό σύνολο συνυπάρχει με κοινό προορισμό. Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου. Παρόμοιοι διαδικασία διαρκούς εγρήγορσης μοιάζει να διέπει και το μηχανισμό της λογοτεχνίας: Πρέπει να πιέζεις συνεχώς τους συνειρμούς για να κρατήσεις το κείμενο σταθερό πάνω στις ράγες της γλώσσας. Αν χαλαρώσεις, το κείμενο ξεφουσκώνει, το ρεύμα εξατμίζεται· η τέχνη της λογοτεχνίας μεταπίπτει στη χειροτεχνία της γραφής. [σ. 122]

Στο τελευταίο βαγόνι [-2] εξομολογούνται Διασυρμοί περί συρμών και εκτροχιασμών, στις ράγες της παιδικής μνήμης. Άλλωστε πάνω στα ερυθρόμορφα μωσαϊκά της κουζίνας ο συγγραφέας είχε εγκαταστήσει το πρωτόγονο τροχιοδρομικό του δίκτυο στο νησί που δεν θα γνώριζε ποτέ τραίνο. Και έκτοτε συνέχισε να επιβιώνει με την νοοτροπία του επιβάτη.

To τρίκυκλο της δολοφονίας Λαμπράκη

Με την σειρά εμφάνισης στο βιβλίο και στην αναφορά μας, τα κείμενα πρωτοδημοσιεύτηκαν: σε αυτοτελές τομίδιο με την Ελευθεροτυπία [εκδ. Τόπος, 2007],  στον τόμο Sante: 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο [εκδ. Ύψιλον, 1998], με ένα τμήμα στο περιοδικό (δε)κατα [αρ. 27, 2014], στον Πόρφυρα [αρ. 122, 2007, αφιέρωμα στον Ευγένιο Αρανίτση], στην παρουσίαση της ανθολογίας Μπουένος Άιρες – Μαδρίτη με τραίνο και στο λεύκωμα Χάριν παιδιάς [εκδ. Ίκαρος, 2001].

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014, σελ. 139. Με χειροποίητες εικόνες του συγγραφέα.

Μικρότερο κείμενο για το βιβλίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στην τελευταία εικόνα: το τρίκυκλο της δολοφονίας του Λαμπράκη.

19
Μάι.
15

Σ. Β. Σκοπελίτης – Η σκοτεινή πλευρά της φωτογραφίας ή γιατί η φωτογραφία (δεν) είναι τέχνη

exfl_Skopelitis_Skoteini_forWeb

Αφηγήσεις του μηχανικού οφθαλμού

Καθώς ο φωτογράφος συγγραφέας κοιτάζει μια από τις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξε το 1956 με την Kodak Brownie, τους γονείς του στην είσοδο του σπιτιού, σκέφτεται πως τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ύστερα από πενήντα χρόνια θα εξέταζε την φωτογραφία με μεγεθυντικό φακό, με την ελπίδα να διακρίνει τι ένιωθαν οι γονείς του. Κι όμως το κάνει, και ομολογεί πως μπορεί να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε· άλλο αν μόνο τώρα μονολογεί πόσο λυπάται που δεν φωτογράφισε το εσωτερικού του σπιτιού τους· πώς να το έκανε, αφού δεν υφίστατο ακόμα η στοχαστική του νοσταλγία για εκείνα που θα ήθελε να αναθυμάται στο μέλλον…. Σε τι θα βοηθούσε, αναρωτιέται, η εικόνα τους στο τωρινό του γερασμένο παρόν;

Αυτή η ιδιότητα / δύναμη της φωτογραφίας – να αποκαλύπτει εκείνα που μας διέφυγαν – είναι σημαντική και συνάμα δεν είναι, καθώς δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην ίδια αισθηματική κατάσταση, από την άλλη μεριά αναρωτιέμαι αν κάτι έχει λησμονηθεί εξαιτίας μιας απρόβλεπτης σύγχυσης, δύναται η φωτογραφία να το επαναφέρει στη μνήμη; Μάλλον όχι, ιδίως όταν είναι φορτισμένη με φλύαρη αισθηματολογία που την καθιστά απροσπέλαστη, άρα αδύναμη να ανασκαλέψει ακούσια λησμονημένες αναμνήσεις. Όσα παραμένουν στην καρδιά μας και συνεχίζουν να μας συγκινούν, η συνδρομή της φωτογραφίας είναι καίρια στο να τα ανακαλέσουμε στο Τώρα, ευθύς όμως αντιδρούμε βάναυσα καταστρέφοντας τη φωτογραφία γιατί μας αποκάλυψε, εξίσου βάναυσα, την απώλεια. [σ. 12]

 365-3857-1024x682

Φαίνεται λοιπόν πως για το παιδί που έγινε άνδρας ο σημερινός νόστος για τα παιδικά χρόνια του αποκαλύπτει εκείνα που δεν μπορούσε να διακρίνει τότε, όλα όσα διέφυγαν και από τους γονείς και από τον φωτογράφο. Χρόνια μετά από εκείνη την φωτογραφία, η μνήμη στέκει στην πρώτη χρήση της Polaroid SX – 70 και σε μια ημερολογιακή καταγραφή εκείνης της χρονιάς [1982]: η Πολαρόιντ επιβεβαιώνει τον βαθμό μηδέν της φωτογραφίας· την αιφνίδια νοσταλγία για το στιγμιαίο Ήδη και συνάμα την ακούσια λήθη για το ήδη Μετά. Χάρη σε αυτή τη γλυκιά Παύση επιθυμούμε να έχουμε φωτογραφίας εκείνων που μας τριγύρισαν και χάθηκαν. Και τι ειρωνεία! Όταν παύουν τα ευγενή αισθήματα προστρέχουμε στις φωτογραφικές μορφές εκείνων που εξαιτίας τους και για χάρη τους στέριωσαν εντός μας, και τώρα η καρδιά μας μουλιάζει πάνω από ένα χαρτί φωτογραφικών χημικών.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο στίβος του φωτογράφου είναι ο πάντα χθεσινός κόσμος η επικαιρότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση.

Αυτό το σαγηνευτικό, σχεδόν «ανορθόδοξο» βιβλίο δεν αποτελεί μόνο μια άτυπη συνέχεια του βιβλίου Σημειώσεις ενός Έλληνα φωτογράφου για τη φωτογραφία [εκδ. Άγρα / Μουσείο Μπενάκη, 2002] αλλά και μια αυτόνομη συλλογή κειμένων ποικίλων ειδών που παρά την ετερόκλιτη μορφή τους συναρμονίζουν ιδανικά την συλλογιστική του συγγραφέα για την φωτογραφία. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το βιβλίο ξεκινάει με μια επιστολή προς στον φωτογράφο Alfred Stieglitz, όπου ο γράφων αναρωτιέται αν η ζωή του κατέληξε να είναι εικονική και αν ήδη σκέπτεται μόνο φωτογραφικά· είναι όμως βέβαιος ότι οι νέοι φωτογράφοι θα αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν ψηφιακούς οφθαλμούς για να απεικονίσουν τον νέο κόσμο. Η ψηφιακότητα διαχώρισε οριστικά τον δημιουργό από τον εικαστικό, μια ιδιότητα που αποκτούμε πλέον όλοι.

  IANAC-PINTEREST-PICKS-170412-6

Με τη φωτογραφική μας δράση, διαμέσου κόκκων χθες και σήμερα pixels, συνειδητοποιούμε άγνωστες καταστάσεις, τις αναλύομε, τις ερμηνεύομε, από αυτή την άποψη ίσως να είμαστε και εμείς κόκκοι ή pixels.

Κάποιο κεφάλαιο ακολουθεί την δομή των ερωτοαπαντήσεων, ένα άλλο μεταφέρει αποσπάσματα ημερολογίου. Τι βλέπει άραγε κανείς φωτογραφίζοντας κάθε εβδομάδα με την Polaroid το πρόσωπό του, πέρα από την καταγραφή των ανεπαίσθητων αλλαγών; Μήπως ότι η φωτογραφία αποκτά σημασία όταν σε αυτή δεν αναγνωρίζεις αυτό που αταβιστικά αναγνώριζες, αυτό που παρουσιάζεται διαφορετικό σε κάθε άνοιγμα των βλεφάρων; Μήπως ότι υπάρχουν δυο πραγματικότητες: της γλώσσας και της φωτογραφίας; Ο συγγραφέας ύστερα ανοίγει το φωτογραφικό του ημερολόγιο, που αποτελείται από μορφές φίλων και κάθε φορά που το διατρέχει, ανιχνεύει την ανολοκλήρωτη στιγμή που θα ολοκληρωνόταν στο επόμενο 1/1.000.000΄. Πάντα κάτι επικαλύπτει κάτι άλλο, όπως τα γεωλογικά στρώματα που έρχονται στο φανερό με την εκσκαφή, ποιος όμως ή ποιοι μας σκάβουν;

Πίσω στο 1966 – 1975, ο Σκοπελίτης διψούσε να μεταφέρει στο χαρτί Agfa ή Ilford φωτογραφίες καθημερινότητας και περιδιάβαινε την Αθήνα με τα σαπισμένα σπλάχνα, προσπαθώντας δια της καταγραφής να την οικειοποιηθεί. Από την άλλη φωτογράφιζε με μια Rollei Flex πρόσωπα που σήμερα αναρωτιέται πού να βρίσκονται και προσπαθεί να εντοπίσει στις τότε διαπροσωπικές τους σχέσεις αν συνυπήρχε κάτι πέρα από το ίδιο το συμβάν που αποτελεί η διαπροσωπική σχέση. Η  πόλη τον διαμόρφωσε ως πολίτη, η φωτογραφία τον έκανε πολίτη του κόσμου.

Retro-Cameras-Set

Για τον φωτογράφο, ο παρών χρόνος που συναντά τον παρελθόντα. Πορεύεται πίσω – μπρος με εφόδια τη μηχανή και το στοχασμό.

Ένα κείμενο ομιλίας αποτελεί «αντίλογο στην Susan Sontag» (για παράδειγμα: η τέχνη δεν μεταμορφώνει, όπως εκείνη ισχυρίζεται αλλά μετουσιώνει διαμέσου της συγκίνησης). Σήμερα η φωτογραφία παραμένει πιστή σε μια πραγματικότητα που παραμέρισε την αληθινή ζωή του στοχασμού για χάρη ψευδαισθητικών προτύπων, πολιτικοοικονομικών θεωριών, ψυχαναλυτικών τσιτάτων. Χιλιάδες φωτογραφίες με πολιορκούν σε ακατάπαυστη ροή, εκπέμποντας α-νόητα μηνύματα, όχι διαφορετικά από τα τηλεοπτικά. Ο φωτογράφος σκέφτεται πάνω στην πολιτική και προπαγανδιστική φωτογραφία, την απουσία πολιτικού λόγου, την μεταμόρφωση των πάντων σε εικόνα· θυμάται την έκπληξη του τραπεζίτη όταν άκουσε τον τίτλο του τελικώς ανέκδοτου ακόμα βιβλίου του Χρηματιστήρια και Νεκροταφεία, ξαναδιαβάζει τον Φωτεινό Θάλαμο του Ρολάν Μπαρτ.

Οι καλύτερες φωτογραφίες είναι εκείνες που δεν έχει τραβήξει ή που δεν θα τραβήξει· εκείνες που ανήκουν στην συναισθηματική μνήμη ή τον ψυχικό νου.

Σκοπελίτης και Φαμπιέν

Καταγράφει τους προβληματισμούς του μετά από επίσκεψη σε εκθέσεις, σχεδιάζει επιστολές σε φίλους, παραθέτει φράσεις φωτογράφων, αναζητά μικρά στηρίγματα στον Saint Juste, τον Heidegger, τον Wittgenstein, τον Barthes, τον Merleau – Ponty, την Susan Buck – Morss, τον Jean – Pierre Dupuy, τον Κώστα Παπαϊωάννου σχολιάζει φωτογραφίες γνωστές και άγνωστες των H. Cartier –  Bresson, Robert Capa, Gertrude Kasebier, Francois Aubert, Richard Petersen, Max Christian Priester, Sander, Arnold Newman, Dorothea Lange, Eddie Adams, Robert Frank – σαράντα τέτοιες φωτογραφίες δημοσιεύονται στο τέλος του κειμένου. Και οι αφηγήσεις από τον και για τον μηχανικό οφθαλμό, όπως ονομάζει ο συγγραφέας την φωτογραφική μηχανή, παραμένουν ανοιχτές.

Το έργο εκλύει ενέργεια…Όταν σταθούμε απέναντί του, αυτή του η ενέργεια διαχέεται μέσα μας και μένει για όλη μας τη ζωή, αν συμβεί το ίδιο με μια φωτογραφία, τότε η φωτογραφία αυτή είναι έργο τέχνης.

Εκδ. Ροές, 2014, σελ. 141 (το κείμενο) και 40 ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 185. Dark Entries.

Στην τελευταία εικόνα: ο συγγραφέας φωτογράφος και η Φαμπιέν.

15
Μάι.
15

Poetix, τεύχος 12 (χειμώνας – άνοιξη 2014 – 2015)

σάρωση0001

Κάθε τεύχος του Poetix μοιάζει με διπλό ταξίδι, στην ποίηση και τους ποιητές. Το χειμερινό και εαρινό δρομολόγιο ξεκινάει από το Δημόσιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα του Τρουχίλιο, στο Περού: εκεί ανακαλύφθηκε μισοφαγωμένη από τα ζωύφια κατά το ένα τρίτο η διατριβή του Σέζαρ Βαλιέχο, ενός παγκόσμιου ποιητή σήμερα που εκτός εξαιρέσεων, όπως του Αντένορ Ορέγκο και Χοσέ Κάρλος Μαριάυεγκι, πέθανε πεινασμένος και αγνοημένος από την κριτική του καιρού του. Στο Όμπερλιν ένα νέο κορίτσι, η Γιάνα Λακάς [Jana Lakash],  πέθανε κατά την διάρκεια απαγγελίας ποιήματος στην slam poetry, όταν ξέχασε να πάρει εισπνοή. Γνώριζε πως αναπνέοντας θα διέκοπτε την ροή της απαγγελίας. Αυτό το είδος της απαγγελίας απαιτεί φρενήρη ρυθμό, που η ποιήτρια ήθελε να τηρήσει στο ακέραιο.

Μια μεγάλη στάση κάνουμε στην δική μας ενδοχώρα, που βρίθει ποιητές, όπως φαίνεται και από τον τόμο για τα Ποιήματα του 2013, που έκλεισε οκτώ χρόνια ζωής. Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του, γράφει ο εκδότης του περιοδικού και επιμελητής των τόμων Ντίνος Σιώτης: Δίπλα στα ελάχιστα, πολύ γνωστά ονόματα υπάρχουν αρκετά άγνωστα στο ποιητικό σινάφι. Διαβάζω κι εγώ ποίηση και ποιήματα για πάνω από 50 χρόνια στα ελληνικά και στα αγγλικά και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να πω ότι το να εκδίδεις μια συλλογή και κάποιος να βρίσκει ένα καλό ποίημα και να το ανθολογεί δεν σε κάνει αυτομάτων ποιητή. Οπότε σα μη βιαστούν μερικοί και μερικές να τυπώσουν κάρτες με την ένδειξη «ποιητής». Με άλλα λόγια, καλά ποιήματα υπάρχουν αλλά πού είναι οι καλοί ποιητές; Αν θέλει κανείς να τον πάρουν στα σοβαρά, τον τίτλο του ποιητή τον κερδίζει με συνεχή παρουσία τόσο στις επάλξεις, στους βιότοπους και στους προμαχώνες της ποίησης, όσο και μέσα από την τριβή με τη ζωή, ζώντας τη ζωή του ποιητή.

Vallejo

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο εξετάζει εξονυχιστικά την έκδοση Crisis – 30 ποιητές της κρίσης, που κυκλοφόρησε το 2014 στο Middlesbrough, UK, υπό την επιμέλεια του Ν. Σιώτη. Ο Alan Morrison παρουσιάζει και συλλογίζεται πάνω σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής και υποστηρίζει ότι για τους ποιητές της σχετικής ανθολογίας η ποίηση είναι η νομική υπεράσπισή τους ενάντια στις ατιμίες και στις μιζέριες της ζωής. Είναι γεγονός./ Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση. / Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια. / Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική. [Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άτιτλα, ΙΙΙ]

Κατόπιν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου σήμερα υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες αναγνωρισμένοι ποιητές και πιθανόν μόνο διακόσιοι αβανγκάρντ ή ποιητές οπτικής ποίησης και πειραματικής γραφής, των οποίων η δουλειά βρίσκεται σε μη κυβερνητικές ή ανεπίσημες εκδόσεις. Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται εδώ δια χειρός Mindy Zhang [China Visual Underground Poetry]. Και, ύστερα, περνώντας από το Μοντενέγκρο του Andrija Radulovic και το Βερολίνο του Καρλ Ρακόζι, σταθμεύουμε στην Ρώμη, όπου έγραψε και δίδαξε ο Marino Piazzola, ορισμένοι αφορισμοί του οποίου από Τα αμνημόνευτα ρητά του Ρενάτο Μαρία Ράτι κοσμούν επόμενες σελίδες:

Για να πειράξω το στόμα, τρώω με τα μάτια! [Ο εκδικητικός], Θα ’θελα τόσο πολύ να ήμουν ο πρώτος ζωντανός υπέρ πατρίδος! [Ηρωισμός]

don_nica_by_baztardillo-d492ikr

Η ποίηση είναι μόνο αυτό που μπορεί να κάνει η γλώσσα τιτλοφορεί το κείμενό του ο William Logan, ενώ ένα ανέκδοτο δοκίμιο του T.S. Eliot αφορά την εγκυρότητα των τεχνητών διακρίσεων. Οι Ευγένιος Αρανίτσης, Αντριάνα Μίνου, Αγγελική Κορρέ, Παναγιώτης Μήνου, Αντριάνα Ιεροδιακόνου παρουσιάζουν τις συνθέσεις τους, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει αναλυτικά πάνω στην περίφημη πολιτική ομηρία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Ντίνος Σιώτης αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνομιλία του με τον Κώστα Μόντη και ο Ρήγας Καππάτος που μεταφράζει και προλογίζει πολλά από τα ποιήματα του τεύχος αφιερώνει ένα τρισέλιδο στα εκατοντάχρονα του Νικανόρ Πάρα, άρα καταλήγουμε στο Νότο της αφετηρίας μας.

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;» / «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά; / Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής; / Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής» [Γιάννης Υφαντής, Ερώτηση και απάντηση στην αγορά]

Στις εικόνες: Cesar Vallejo, Nicanor Parra.

[σ. 232]

14
Μάι.
15

(δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015)

Page1

Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη

Οι βιτρίνες στις κεντρικές λεωφόρους, πολύχρωμες και φωτισμένες, εκβιάζουν κάποια συναισθηματική απήχηση, σαν τα θαυμαστικά που συνοδεύουν τα διαδικτυακά μηνύματα. Όμως οι εκπλήξεις καιροφυλακτούν αλλού, συνήθως στους στενούς δρόμους σαν την Αρμενοπούλου, όπου η εγγύτητα με το αντικρινό μπαλκόνι δημιουργεί αυθόρμητη οικειότητα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γδύνονται χωρίς προφυλάξεις…

…γράφουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Θανάσης Χονδρός, πάντα με τέσσερα χέρια, όπως τους μάθαμε χρόνια μέσα από συναυλίες και παραστάσεις, δίσκους και κασέτες, κείμενα και εκδόσεις και κυρίως απρόβλεπτες παρεμβάσεις και χάπενινγκ που μας έκαναν να δούμε αλλιώς την πόλη. Μια τέτοια εμπειρία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περιγράφουν μεταξύ άλλων στο απόλυτα Θεσσαλονίκειο τεύχος του περιοδικού: Πολλές πιλοτές χάσκουν σαν ξεδοντιασμένα στόματα αχρησιμοποίητες. Σε μια τέτοια πιλοτή το 1985 παρουσιάσαμε τις «Συνήθειες» μια δράση που αποτελούνταν από μικρά επεισόδια, άλλα πιο αφαιρετικά κι άλλα πιο αφηγηματικά, χωρίς προφανή σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Θανάσης κουμπώνει το πουκάμισό του και διαπιστώνει ότι έχει κοπεί ένα κουμπί. Η Αλεξάνδρα κόβει μια τούφα απ’ τα μαλλιά του και, χρησιμοποιώντας τα ως κλωστή, του ράβει το κουμπί. Ήταν μια πολύωρη δράση που έδωσε την ευκαιρία σε περαστικούς και περιοίκους να συγκεντρωθούν σταδιακά στο χώρο…

010001

Στις πόλεις που γεννιέται η ιστορία, εκεί και ξεχνιέται…γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας στην δική του «Θεσσαλωνίκη». Καθώς λοιπόν τα (δέ)κατα προτιμούν άλλου είδους κείμενα και αιρέσεις, Έλεος με τις τύψεις λοιπόν… / Δεν μας αντιστοιχούν όλα τα πτώματα· / κάποτε, ακόμη και οι τάφοι σταματούν τον ψίθυρό τους… / Όχι πια άλλη Ιστορία πάνω στις ζωές μας… στιχουργεί ο Θανάσης Τριαρίδης σε «Πάρτι σε πλακόστρωτη αυλή της Άνω Πόλης». Κι ακόμα, επειδή εδώ περίσσεψαν τα χαμόγελα, Για όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν τόσες εκδοχές της ιστορίας της πόλης όσες και οι κάτοικοι της, είναι προφανές ότι ζουν αλλού και δεν έχουν περπατήσει σε ταφόπλακες από την άλλη τους πλευρά. Η μητέρα μου δεν μπορεί πια να θυμηθεί το όνομα της φίλης της με την οποία κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Μια μέρα εμφανίστηκε με ένα αστέρι στο πέτο. Μιαν άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. [ξαναγράφει ο Χουλιάρας]

Εδώ συνυπάρχουν όλα τα είδη του σύντομου αλλά περιεκτικού λόγου: διήγημα [Δημήτρης Μίγγας, Ελένη Μερκενίδου, Μαρία Καρδάτου, Κούλα Αδαλόγλου, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Γεωργία Τρούλη, Αρετή Γκανίδου, Θωμάς Κοροβίνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη], αφήγημα [Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Χλόη Κουτσουμπέλη,], κείμενο πάνω σε μια φωτογραφία [Άρις Γεωργίου], εκμυστηρεύσεις [Ρίτα Λάββα], αναμνήσεις [Κλαίτη Σωτηριάδου], ξενάγηση πατριδογνωσίας [Τάσος Τζήκας], έρευνα [Μάκης Καραγιάννης], φωτογραφίες [Στέργιος Τσιούμας], ιστορία (Στέλιος Λουκάς], πολλά ποιήματα για την Θεσσαλονίκη όχι μόνο από Θεσσαλονικείς ποιητές και δεκάδες βιβλία γραμμένα για την πόλη ή από τους θρεμμένους της.

Φωτομερές

Και πού βρίσκεται ο περιλάλητος έρωτας που υποτίθεται ότι κατακλύζει τα πάντα; Αλλιώς τα καταγράφει η Δήμητρα Μήττα: Ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνάει βρώμικος με λερωμένα νύχια και μπερδεμένα μαλλιά. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Τον ψάχνουν με τη μορφή ενός μικρού αγοριού, ενός παιδιού με φτεράκια. Προκατειλημμένοι από τις εικόνες αιώνων, δεν τον αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της άστεγης γριάς. Το πρόσωπό της είναι ζαρωμένο, χωρίς χυμούς, δεν είναι όμορφη, δεν μυρίζει ευχάριστα. Οι άνθρωποι δεν της δίνουν σημασία, την αποκλείουν ευθύς εξαρχής από το οπτικό τους πεδίο, την αποφεύγουν, γι’ αυτό και έπαψαν να την ερωτεύονται. Όμως δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα την δουν. Θα την πλύνουν, θα την χτενίσουν, θα τη φροντίσουν τρυφερά, θα μαζέψουν από γύρω της τα φτεράκια και τα πουπουλάκια που αιωρούνται και θα τα κολλήσουν ξανά στους ώμους της…. [σ. 143]

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης [κατά]στρώνει βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά, η Μαρία Κουγιουμτζή βρίσκεται στα μέρη της, κοινώς σε Υπόγειο, ο Γιώργος Ζεβελάκης καταλογογραφεί τα μεταπολεμικά περιοδικά της πόλης [Ausblicke, Αξιός, Διαγώνιος, Διάλογος, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάντας, Κοχλίας, Κριτική, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Νέα Πορεία, Ξεκίνημα, Ο παρατηρητής, Ροτόντα, Τραμ, Σκέψη], ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει ένα εκτενές κείμενο για το γκρίζο τοπίο της θεατρικής Θεσσαλονίκης και γενικώς το τεύχος εμπεριέχει εμπειρία περιπλάνησης, εικονικής, λεκτικής και πραγματικής.

Thessaloniki RR Station

Οι γάτες της Πλατείας Ναυαρίνου τη μέριμνα των ειδικών συχνά αψηφούν, τρυπώνουν άδολα στου παλατιού κάποιες γωνίες. Καμιά φορά κάποιος σε μια άκρη ξεχασμένος υπηρέτης του Γαλέριου απ’ τον αρχαίο εφιάλτη του αφυπνίζεται και τότε ξαφνικά όλες μαζί πετάγονται και τρέχουν σαστισμένες, που ο χρόνος τέτοιο κακό παιγνίδι έπαιξε στην πλάτη τους, πρόσκαιρα απομακρύνονται, ώσπου να διαπιστώσουν νιαουρίζοντας πως σαν σκιά βυθίστηκε ξανά στο δίκαιο ύπνο του και κουλουριάζονται στην άμμο ησυχασμένες. […]

…γράφει η Μαρία Αρχιμανδρίτου στην δική της συνεισφορά που βρίσκεται αλλού κρυμμένη, στις τελευταίες σελίδες, να περιμένει όπως και οι γάτες της την κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Συγκινούμαι για δυο πρόσθετους λόγους μάλιστα, πρώτα επειδή γνωρίζω καλά τις συγκεκριμένες γάτες, καθότι για χρόνια έμενα στην οδό Ιπποδρομίου και δεκάδες άυπνες νύχτες πήγαινα ακριβώς εκεί, κι ακόμα γιατί κάποτε με την μπάρα του Ερωδού ανάμεσά μας μου χάρισε ένα δικό της Τραμάκι. Έκτοτε παρακολουθώ διακριτικά τις τίμιες ποιητικές και ποινικολογικές της δοκιμές – όπου κι αν είναι, τα σέβη μου.

3057903383_c2822f8c17_b

Στις εικόνες: η πρώτη κασέτα που κυκλοφόρησαν οι Θ. Χονδρός και Α. Κατσιάνη ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1987 υπό την ετικέτα Άλλη Πόλη, δυο φωτογραφίες από το εξαιρετικό ιστολόγιο Φωτομερές και ανάμεσά τους ο Σταθμός άλλων εποχών, Μπλέ και Ελπιδοφόρος.

[σ. 192]

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001].

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Φαγάδικα, καφενεία, ξενοδοχεία, δρόμοι, εκκλησίες, καταστήματα, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τα κουπέ και οι διάδρομοι των τραίνων, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και στα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που λησμονιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου ή φαντασίας να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον Θείο Βάνια, γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν από έναν αδιάλλακτο Νοέμβριο. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Άλλοτε επισκεπτόμουν το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο μισοσκότεινο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση, περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον πάγκο της, ώστε να δω τους αστραγάλους της έξω από τα σαμπό, γυμνούς ή με διάφανες λεπτές κάλτσες. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνη αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Robert Bluj - Nokturn

Δεν ξεχνούσα ούτε το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσάδικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και, με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων, άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί ή να ηδονιστεί.

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες κι έβλεπα σαν υπνωτισμένος τα λεπτά τους δάχτυλα να περιτυλίγουν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη ταίριαζαν ιδανικά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στις καντίνες; Αναρωτιέται πόσο κουράζονται τα ποδαράκια τους, αν τις περιμένει κανείς να τα τρίψει και να τα ανακουφίσει; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου –με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας· γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, ελπίζοντας να αργήσει η δύσκολη εκείνη στιγμή κατά την οποία η πείνα καταλαγιάζει,  η ανυπομονησία του γεύματος αποτελεί παρελθόν, και το μόνο που μας κρατά στον θλιβερό χώρο είναι ένα κρασί άθλιο, πλην επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας ώστε να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού. Γ. Ρόρρης 1

Το βράδυ προσπερνούσαμε το μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας και μπαίναμε, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σε ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα ίδια και απαράλλακτα πνιγηρά δωμάτια με τις καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της. Ήθελα να ξεκουράσω τα βήματα αυτών των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις διαδρομές των γηγενών· ώστε να παραμείνουν, όπως οι ξένοι, οι επισκέπτες, οι φοιτητές κι οι περαστικοί, βηματοδότες μιας πόλης όπου δεν έπαψαν να αφήνουν τα ίχνη τους κι όπου κι ίσως κι εγώ, άφησα δικά μου ίχνη πάνω της και μέσα τους.

10153875_443230892474184_615417695_n

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα σε άλλους παραδρόμους με ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα, όσες γυναίκες ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία απέστρεφε το βλέμμα της στην πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και του σιδηροδρομικού σταθμού. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών στην Δωδεκανήσου, στις κιγκαλερίες και στα τσαγκαράδικα, μήπως, ειδικά στα τελευταία, επί τόπου καθίσουν σε ψηλό σκαμνάκι και βγάλουν τα τακούνια τους για άμεση επιδιόρθωση. Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια των ραφείων και των χαρτοπωλείων και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών [ό]που εγκατοικούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε ένα χάδι, [τουλάχιστον στα πόδια], κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες και τα διαφημιστικά άλλων εποχών διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς κι ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που με έξαψη σημείωνα ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, δήθεν ενδιαφερόμενος,  χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι μήπως και συνέπιπταν οι επιθυμίες μας και μου πρότεινε να ταξιδέψουμε μαζί, όπως συμβαίνει στις ταινίες. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας, χαρτογραφημένα τώρα σε χώρες με άλλα ονόματα, είμαι πια βέβαιος πως ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να είχε ξεκινήσει κι από την δική της πλευρά.

Robert Bluj (24)

Στην συνεχή περιφορά μου στην πόλη αναζητούσα οπουδήποτε τις γυναίκες που ως ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας απεικόνιζαν την πόλη τόσο ωραία. Τις έψαχνα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές που έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους και με παντόφλες αντί για γόβες, τακτοποιούσαν στα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο πρώτα σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας, κι ύστερα  σε μια ιδέα έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας το πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Οι δρόμοι παρέμεναν το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – την μία μέρα θα ήταν μια συγκεκριμένη απόχρωση ή μια κορδέλα στα μαλλιά, την άλλη κάποια ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή θα φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

Sarkis Muradyan

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις στάσεις των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου ή στα υδραυλικάδικα της Αρριανού μέχρι να την αποχαιρετήσω σιωπηλά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.John Berger, Ways of seeing

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και ευλαβικά πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.TAV5 - shawna

Κάποτε κατάφερνα να εισχωρήσω στους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, στις πρώτες γκαρσονιέρες των φοιτητριών. Στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, αφίσες με κλασικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια λούτρινα υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω, μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Όμως εκείνα τα δωμάτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση της οικογένειας· ένας κενός χώρος που μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που θα άνοιγε αργότερα, ως αποστολή κάθε γυναίκας. Τώρα τον γέμιζαν δυο άπειρα σώματα που δεν γνώριζαν τα κατατόπια αλλά μάντευαν πως ο μέσος όρος της κατάλληλης στιγμής για παράδοση βρισκόταν κάπου εκεί. Η αμήχανη λογοδιάρροια γινόταν σιωπή κι εκείνη θα περίμενε ανάσκελα, ανοιχτή μόνο όσο χρειαζόταν για να υποδεχτεί έναν άγνωστο καλεσμένο, παθητικά αφημένη σ’ ένα αγκάλιασμα χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς να απαντά στα ερωτήματα των κρίσιμων στιγμών, μόνο ψελλίζοντας που και που κάποια κατάφαση, μάλλον συγκαλυμμένη από τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική.  

Joe Velez - Carolina Reclining

Σκεφτόμουν πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα που χωρίς θέρμανση άφηναν τους μαθητευόμενους εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα, χωρίς καν τηλέφωνο να συνομιλούν μέσα στη νύχτα. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ έριχνε τις ασφάλειες κι η σόμπα άφηνε μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στα ακροδάχτυλά μας, ενώ έξω στους δρόμους τρέχαμε τρεμάμενοι να κρυφτούμε απ’ τον δαρμό του Βαρδάρη. Σύντομα κάποιος θα διαπίστωνε νωρίτερα απ’ τον άλλον πως τα ενεργειακά ρεύματα της ένωσης δεν διοχετεύονταν παρά χύνονταν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα αποχωρούσε με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας κι ίσως θα έγραφε κρυφά στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό.

IslBG

Το μυαλό θα συγκρατούσε δυο τρεις εξάρσεις – για παράδειγμα, ένα πρωινό που έφτασα από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασα, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που εκείνη επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις ημέρες του αποχωρισμού. Κάποιες φορές τις φαντασιωνόμουν όπως συμβαίνει μ’ ένα σώμα που υπήρξε διαθέσιμο αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλαστούμε σε ενιαίο σύμπλεγμα. Συχνά σκέφτομαι πως σήμερα θα φερόμουν αλλιώς· άλλοτε περιγελώ τις πρωθύστερες βεβαιότητες και εύχομαι να επέστρεφα σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι κοπέλες της πόλης συχνά έμοιαζαν άπιαστες, σχεδόν φασματικές. Αναζητούσα στις επιβάτισσες των τραίνων τους τρόπους να τις πλησιάσω· διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις αποβάθρες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους, σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα.

tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Στην πρόζα της γνωριμίας των προ ολίγου αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή  μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· μπορεί να είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου αλλά είναι απαραίτητες κι αυτό τις καθαγιάζει. Καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρξαν ποτέ ερωτικές σχέσεις διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών, οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Το λίκνισμα στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του αθλήματος της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή των ούρων. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων –μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων– και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι όπως ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» βγαίναμε στα κλεφτά ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία διέθετε. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι.

Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με  λεωφορείο, καθώς περιοριζόμουν σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντααδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν στα ξεχασμένα σε άλλες δεκαετίες κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε μια κρούστα λαδιού που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Τότε πλησίαζα κάποιο κορίτσι που στεκόταν έξω, σχεδόν έτοιμο να παρασυρθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων –ποιους αφήσαμε πίσω, τι μας περιμένει μπροστά–, προτού αφήσουμε το αναψυκτήριο σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι. [C]

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Το βλέμμα του όμως δεν συναντά το δικό μου, γιατί είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη του την προσοχή.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμούσα τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε παραπλήσιους έρωτες.

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

07
Μάι.
15

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.

05
Μάι.
15

Ανρί Αβρόν – Μαξ Στίρνερ ή η εμπειρία του μηδενός

exonvp6fs

Πρώτος ο Στίρνερ θέλησε να σκοτώσει τον άνθρωπο, έπειτα από τον ίδιο τον Θεό, κάθε ιδέα του Θεού. Αλλά αντίθετα με τον Νίτσε, ο μηδενισμός του είναι ικανοποιημένος. Ο Στίρνερ γελά μπροστά στο αδιέξοδο, ο Νίτσε ρίχνεται πάνω στους τοίχους […] Δεν είχε μόνο έναν ανοικτό λογαριασμό με τον Θεό, αλλά ακόμα με τον άνθρωπο του Φόυερμπαχ, το Πνεύμα του Χέγκελ και την ιστορική ενσάρκωσή του, το Κράτος. Ο Θεός είναι μόνο μια αλλοτρίωση του εγώ, η ακριβέστερα αυτού που είμαι. Ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Ντεκάρτ, ο Χέγκελ, όλοι οι προφήτες και οι φιλόσοφοι δεν έκαναν ποτέ κάτι άλλο από το να επινοούν νέους τρόπους αλλοτρίωσης αυτού που είμαι […] Η (γαλλική) Επανάσταση κατέληξε σε μιαν αντίδραση, και αυτό απέδειξε τι ήταν πραγματικά η Επανάσταση. Να υποδουλώνεσαι στην ανθρωπότητα δεν αξίζει περισσότερο από τον να υπηρετείς τον Θεό. Εξάλλου, η αδελφοσύνη δεν είναι παρά «ο κυριακάτικος τρόπος σκέψης των κομμουνιστών». όλη την εβδομάδα τ’ αδέλφια γίνονται δούλοι. Επομένως μια μόνο ελευθερία υπάρχει για τον Στίρνερ, «η δύναμή μου»…

… έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ στο έργο του ο Επαναστατημένος άνθρωπος [σ. 111-112], αφιερώνοντας λίγες σελίδες στον σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο και την κορύφωση της ατομοκεντρικής θεωρίας. Η φήμη του Στίρνερ στηρίζεται αποκλειστικά στο βασικό του έργο Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι μοναδικός, δηλαδή εχθρικός σε κάθε υποταγή θρησκευτική, πολιτική ή κοινωνική, και ότι η μοναδικότητά του αυτή του δίνει το δικαίωμα να θεωρεί τα πάντα ιδιοκτησία του, αναπόφευκτα προκάλεσε σκάνδαλο αλλά και είχε ιδιαίτερη αποδοχή στην εποχή του. Ήταν τόσο μεγάλη η αίσθηση ώστε ο Μάρξ και ο Ένγκελς άσκησαν στο έργο τους Η γερμανική ιδεολογία εκτενέστατη κριτική.

engels-caricature-of-the-free-the-berlin-group-of-young-hegelians-words-in-the-drawing-ruge-buhl-nauwerck-bauer-wigand-edgar-bauer-stirner-meyen-stranger-koppen-the-lieu

Ο Στίρνερ κατατάσσεται στους «στοχαστές της αναρχίας» ενώ η σκέψη του χαρακτηρίζεται ατομικιστικός αναρχισμός που αντιτίθεται στον μπακουνικής ουσιαστικά έμπνευσης κομμουνιστικό αναρχισμό. Πρόκειται για μια κατάταξη που δίνει κάποια αίγλη αλλά και περιορίζει την σοβαρή μελέτη του έργου του και της θέσης του στην ιστορία της γερμανικής σκέψης. Τον φαντάζομαι στα είκοσί του νεαρό σπουδαστή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, να παρακολουθεί μαθήματα θεολογίας με τον Ρίτερ και φιλοσοφίας με τον ίδιο τον Χέγκελ, που βρισκόταν τότε στο απόγειο της δόξας του [1826], αργότερα ως καθηγητή ιστορίας και λογοτεχνίας σε λύκειο να συναναστρέφεται του πιο πρωτοποριακούς κύκλους του Βερολίνου και να προσχωρεί στην μποέμικη ομάδα των Ελεύθερων [Die Frien], εκπροσώπων της εγελιανής αριστεράς, να αποκτά φήμη για την έχθρα του προς την θρησκεία, να παντρεύεται όχι στην εκκλησία αλλά στο ίδιο του το σπίτι όπου ερχόμενος ο ιερέας βρήκε τους δυο μελλόνυμφους και τους δυο μάρτυρες να παίζουν χαρτιά, ενώ αντί για τα ξεχασμένα δαχτυλίδια επιστράτευσαν δυο χάλκινους κρίκους από ένα πουγκί!

Το βιβλίο προκάλεσε αναταραχή στους ίδιους αυτούς κύκλους αλλά για την επίσημη λογοκρισία ήταν πολύ σκοτεινό και δυσνόητο για να απαγορευτεί! Ο Στίρνερ προσκαλεί στην κατάκτηση του Εγώ από τον ίδιο τον εαυτό του. Στο πρώτο μέρος αποδεικνύει την ανυπαρξία των δήθεν ανώτερων δυνάμεων, στο δεύτερο μέρος επιχειρεί να ξαναδημιουργήσει ένα σύμπαν όπου το Εγώ έχει ανακτήσει την ύπατη εξουσία του. Όλες οι δυνάμεις που θέλουν να κυριαρχήσουν πάνω στο Εγώ, είτε είναι ο Θεός είτε η ανθρωπινότητα είτε το πνεύμα, έχουν προκύψει στη πραγματικότητα απ’ αυτό και ο Στίρνερ το εξορκίζει να τις παραπέμψει στον αληθινό τους ρόλο ως δημιουργημάτων και να τις διαθέσει όπως του αρέσει.

max-stirner

Η μοναδικότητα αποτελεί έσχατο καταφύγιο, γράφει ο Στίρνερ, και θαρρείς ότι έχει μπροστά του την σημερινή ισοπεδωτικά παγκοσμιοποιημένη συγκυρία. Πώς να μειώσουμε τα καταστροφικά αποτελέσματα της μαζικοποίησης αν όχι επικαλούμενοι αυτό το έσχατο καταφύγιο που αποτελεί το Εγώ; Απέναντι στην καθολική υπαγωγή σε κοινή διοίκηση, η μοναδικότητα εγγυάται την δημιουργικότητα. Ο μοναδικός έχει το δικαίωμα να επινοεί διαρκώς τον εαυτό του και τις πράξεις του.

Η μοναδικότητά του περιλαμβάνει το «δικαίωμα στη διαφορά»· το όμοιο με στρατόπεδο συγκέντρωσης σύμπαν στο οποίο είναι καταδικασμένη να ζει η ομοιομορφοποιημένη ανθρωπότητα, η επιβεβλημένη ενότητα που εμφανίζεται σαν καρικατούρα ενότητας, όλα αποκτώνται μόνο μέσω της καθολικής εγκατάλειψης όλων των διακριτικών σημαδιών. Η μοναδικότητα αντίθετα διδάσκει την ετερότητα, που συνεπάγεται τον σεβασμό του άλλου. Η αληθινή ανοχή δεν γεννιέται από το συναίσθημα ότι είμαστε όλοι ίδιοι, αλλά από την βεβαιότητα ότι είμαστε όλοι «μοναδικοί». Η αδυναμία μας, διαπιστώνει ο Στίρνερ, δεν είναι ότι αντιτιθέμαστε σε άλλους αλλά ότι δεν είμαστε εντελώς χωρισμένοι απ’ αυτούς, ότι αναζητούμε μια κοινότητα, έναν δεσμό, για να υπάρξουμε μόνο μέσα από τους άλλους.

birthplace

Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου ο φιλόσοφος παραιτήθηκε από την θέση του καθηγητή και προσπάθησε ανεπιτυχώς να αξιοποιήσει την οικογενειακή περιουσία σε άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, ακόμα και σ’ αυτήν του γαλακτοπώλη. Κατέληξε δέσμιος των πιστωτών του, άλλαζε διαρκώς διευθύνσεις για να τους αποφεύγει, τελικά φυλακίστηκε για χρέη δυο φορές, έζησε στην φτώχεια και στην αφάνεια. Χάρη στον Αβρόν (καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα πολλών βιβλίων με «αιρετικά» θέματα, όπως ο αθεϊσμός, ο αναρχισμός, οι αμερικανοί ελευθεριακοί, η εξέγερση της Κροστάνδης κ.ά.) μπορούμε να εισχωρήσουμε στο κάποτε σύνθετο αλλά συναρπαστικό φιλοσοφικό του κόσμο, πολύτιμη τροφή για σκέψη πάνω και στην σύγχρονη πραγματικότητα.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2006, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, 112 σελ. [Henri Avron, Max Stirner ou l’expérience du néant, 1973]

Στην εικόνα: καρικατούρα του Ένγκελς για την μποέμικη ομάδα των Ελεύθερων [Die Frien], εκπροσώπων της εγελιανής αριστεράς: Ruge – Buhl – Nauwerck – Bauer – Wigand –Edgar – Bauer – Stirner – Meyen – άγνωστος – Koppen The Lieutant και η γενέτειρα οικία στο βαυαρικό Bayreth.

02
Μάι.
15

Το Δέντρο, τεύχος 203 – 204 (Απρίλιος 2015)

Δέντρο

[Μεγάλοι συγγραφείς, μικρά κείμενα]

Κάθε τεύχος του Δέντρου με θέτει ενώπιον του ίδιου κάθε φορά διλήμματος: να διαβάσω τις διακόσιες περίπου σελίδες του μονορούφι, αφιερώνοντας ολόκληρη την ημέρα σε αυτή την πανσπερμία κειμένων και ερεθισμάτων ή να επιβραδύνω την ανάγνωσή του, διαβάζοντας ένα ή δυο κείμενα κάθε φορά, καθυστερώντας το γύρισμα της τελευταίας σελίδας. Αυτή τη φορά δοκίμασα το πρώτο, παραδιδόμενος στην βουλιμική διάθεση της στιγμής.

Τα μικρά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων που καταλαμβάνουν ένα μέρος του τεύχους, περιέχουν, εκτός από απολαυστικό λόγο και ενδιαφέρουσες εκπλήξεις. Ποιος θα περίμενε δια χειρός Οκτάβιο Πας μια ερωτικότατη ιστορία με ένα θηλυκό κύμα που τον ακολουθεί παντού, σε ταξίδια και σε σπίτια, οδηγώντας σε παρανάλωμα εικόνων και λέξεων; Εδώ συνυπάρχουν ένα άγνωστο μικρό κείμενο του Μπόρχες για το Ταγκό, μια επιστολή του Λουί – Φερντινάν Σελίν στον Ελί Φορ, μια συζήτηση με τον Ελίας Κανέτι για τον Κάφκα, την Φελίτσε και την Δίκη, ένα εξομολογητικό πολιτικό κείμενο του Βάτσλαβ Χάβελ, μια διήγηση για την ρωμαϊκή ζωή του Τζέμις Τζόις, κείμενα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντίνο Μπουτζάτι, Τζόις Κάρολ Οόουτς, Σέιμους Χίνι (για τον Έζρα Πάουντ), απόσπασμα από τα ημερολόγια των αδελφών Γκονκούρ, γράμματα του Ελία Καζάν, απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν…

BreecePancake

… και ένα από τα δώδεκα διηγήματα που έγραψε ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ [Breece D’ J Pancake], αυτόχειρας στα είκοσι επτά του, που έγραψε για την κουλτούρα και την γεωγραφία της Δυτικής Βιρτζίνια και κατ’ επέκταση την ασφυκτική ατμόσφαιρα των μικρών πόλεων, την σφοδρή εφηβική επιθυμία για απόδραση, την σμίλευση του χαρακτήρα κατά τα πρότυπα ενός άγριου και αφιλόξενου περιβάλλοντος – όλα αυτά τα στοιχεία, σκέφτομαι, που σήμερα μας υπενθυμίζει ο κινηματογράφος και ελάχιστοι συγγραφείς. Αναρωτιέμαι πως θα ήταν σήμερα τα γραπτά του άγνωστού μας αυτού συγγραφέα. [απόδοση: Γιάννης Παλαβός]

Τα δυο κορυφαία κείμενα του φακέλου προέρχονται από δυο Ιταλούς συγγραφείς, τον Ένιο Φλαϊάνο και τον Βιτσέντζο Κόνσολο. Ο δεύτερος μας ταξιδεύει στην Πλατεία των Διασταυρωμένων Πεπρωμένων, στον μιλανέζο Άγιο Αμβρόσιο την δεκαετίας του ’50, όπου ο ήρωας, φοιτητής από την Σικελία στο Μιλάνο, παρακολουθεί από την πανσιόν της δεσποινίδας Κολόμπο δυο αποκλίνουσες πραγματικότητες: τραμ χωρίς αριθμό να καταφθάνουν από τον Κεντρικό Σταθμό και να ξεφορτώνουν στο Κέντρο Μεταναστών πλήθη ολόκληρα ανθρώπων που έρχονταν από τον Νότο, κυρίως από την Σικελία, για να υποβληθούν σε ελέγχους και ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν να σταλούν στα εργοστάσια της Ευρώπης ή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Κι από την άλλη μεριά ο Τσίρο βλέπει να συγκεντρώνονται μπροστά στο τμήμα διμοιρίες αστυνομικών, πανέτοιμες ν’ αναχαιτίσουν τους εργάτες της Πιρέλι ή της Άλφα Ρομέο, που έχουν κατέβει σε απεργία. [απόδοση: Ευαγγελία Γιάννου]

Vincenzo-Consolo

Ήταν η περίοδος που σήμαινε το τέλος της αγροτιάς, την αποτυχία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων στη Σικελία, την νίκη των φεουδαρχών, των αιώνιων Γατόπαρδων, ή αυτών που βρίσκονταν ακόμη πιο πάνω, των gabelloti, των μαφιόζων εκμεταλλευτών της γης. Ήταν εκείνη η περίοδος την οποία ο Παζολίνι αργότερα χαρακτήρισε ως «ανθρωπολογική μετάλλαξη» αυτής της χώρας.

Ολόκληρη η ιστορία του εικοστού αιώνα σε λίγες γραμμές, η αιώνια μετανάστευση, ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή. Κι όμως, το κείμενο απολήγει σε τρυφερό περιστατικό νοσταλγίας, μια αξέχαστη συνάντηση με την Άννα Μανιάνι πάνω από μια σαρκοφάγο στα νησιά των μεταναστών, στο Λίπαρι. Να μια σκηνή που θα άξιζε την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι, που, τι έκπληξη, συναντούμε πιο κάτω, με μικρό απόσπασμα από το αμετάφραστο – ελπίζουμε όχι για πολύ ακόμα – βιβλίο του Η μουσική είναι επικίνδυνη. Για τον Πιοβάνι το πιάνο είναι η γραφομηχανή του και αυτός ο έρωτας με το βασικό εργαλείο της δουλειάς του δεν τρέφεται από κάποιο μύθο ή φετίχ, παρά από την ιδιότητα ενός πραγματικού πιανίστα εκτελεστή (και κατά τη γνώμη μου του κορυφαίου κινηματογραφικού συνθέτη των τελευταίων χρόνων, του έχουμε άλλωστε αφιερώσει αρκετά κείμενα εδώ στο Πανδοχείο) που χρησιμοποιεί το πιάνο κυρίως για να συνθέσει, σαν μια γραφομηχανή, με το χαρτί του πενταγράμμου στο αναλόγιο, το μολύβι στο στόμα και τη γόμα στο πληκτρολόγιο. [απόδοση: Φανή Δ. Μουρίκη]

nicola-piovani-638x425

Ο Τζόναθαν Κόου εκκινεί από την παρακολούθηση του μπεκετικού Περιμένοντας τον Γκοντό στο οποίο πήγε τις κόρες του, που όπως ήταν αναμενόμενο υπέφεραν, η δε νεαρότερη – δεκατεσσάρων ετών – αποκάλεσε την υποχρέωση να δει την παράσταση ως έγκλημα συγγενικό με την άσκηση βίας κατά ανηλίκου. Ο συγγραφέας παραδέχεται την ματαιότητα του εγχειρήματος αλλά βρίσκει ευκαιρία να ξεσκονίσει μια παλιά του εργασία για την παράδοση των κωμικών ντουέτων, την καθιερωμένη σχέση κυρίου – υπηρέτη και τον συγγραφέα ως υπηρέτη και κύριο των ηρώων του.

Στην ουσία κάθε γυναίκα που συναντάω σκέφτομαι πώς θα ήταν να κάνω έρωτα μαζί της. Όλοι οι άντρες έχουν τέτοιες σκέψεις αλλά δεν τις αποκαλύπτουν. Το να ερωτευτείς είναι κάτι διαφορετικό…γράφει στην … εξάτομη αυτοβιογραφία του με τίτλο Ο Αγών μου ο Καρλ Όβε Κνάουγκαρντ, ο Νορβηγός Προυστ, και μια επίσκεψη στο σπίτι του και το έργο του αποτελεί έναν από τους σταθμούς της περιπλάνησής μας. Αργότερα περνάμε από το πλούσιο αρχείο του Αντόνιο Ταμπούκι (ποιος ξέρει πότε θα διαβάσουμε τα εξήντα χειρόγραφα τετράδια γεμάτα σημειώσεις, σχέδια για διηγήματα, εντυπώσεις ταξιδιών, σκαριφήματα επιστολών, πρώτες γραφές μελλοντικών βιβλίων…), επιστρέφουμε στο Λονδίνο του ’60 μαζί με τον Μάικλ Κειν και τον Χάρολντ Πίντερ, αποτολμούμε μια ανατομία στο πάθος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ξαναδιαβάζουμε την τετραλογία των Λαγών του Τζον Άπνταικ, καλούμε τον Τομ Γουλφ να επιστρέψει στο Μπρονξ, διαβάζουμε νεοελληνικά διηγήματα και δοκίμια και επιστρέφουμε στο πυκνό εισαγωγικό σημείωμα:

Karl Ove Knausgård.

Ο άκριτος αναγνώστης όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά χωρίς μεσολαβήσεις από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετά – Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση ή στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή» του εαυτού, που έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ. Δεν επικοινωνία με καμία ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. […] Αυτός ο αναγνώστης εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

[195 σελ]

Στις εικόνες: Breece D’ J Pancake, Vincenzo Consolo Nicola Piovani, Karl Ove Knausgård.

01
Μάι.
15

Γιάννης Ευσταθιάδης – Το τρίτο βιβλίο με τις αντιστίξεις και άλλα μουσικά κείμενα

ANTISTIXEIS_hi

Η κριτική δεν είναι παρά η πληροφορημένη γνώση. Γράφω ένα κείμενο που παραμένει η υποκειμενική μου αντίδραση, βασισμένη – ελπίζω – σε γνώση, εμπειρία και διαίσθηση. Η δουλειά του κριτικού δεν είναι να αποδεικνύεται ορθός ή λανθασμένος. Η δουλειά του είναι να εκφράζει μια άποψη σε καλά αγγλικά….έγραφε ο Harold Schonberg, με μια ευθύβολη ερμηνεία περί κριτικής, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ο συγγραφέας θυμάται την σημαντική αυτή μορφή της μουσικής κριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την αποδημία του το 2003 και αναρωτιέται τι μένει σήμερα από τις λέξεις που με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα έσβησαν χωρίς απόηχο.

Είναι εμφανές ότι και αυτά τα «ακροαστικά δοκίμια» του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής [1999 – 2005], στο Βήμα των ιδεών και στο περιοδικό Το Δέντρο εκκινούν από ένα συμβάν, ένα άκουσμα, μια μνημονική έκλαμψη, έναν δίσκο κ.λπ. που ενεργοποιούν γενικότερους συλλογισμούς· κι εκείνοι, με την σειρά τους εκφέρονται με την μεστή «απικιακή» γραφή, που αρκείται σε δυο και τρεις σελίδες για την εξομολογητική και φιλοσοφική της απόσταξη.

c 1

Πώς είναι η μουσική όταν δεν την ακούμε; Συνεχίζει να υπάρχει μια συμφωνία όταν δεν αναπαράγεται στα αυτιά μας; Ποια η αξία μιας σονάτας που για χρόνια δεν πλησιάσαμε; Η ερώτηση επεκτείνεται αναλογικά και στο μυθιστόρημα και σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Ίσως αυτό μένει δεν είναι το ίδιο το έργο αλλά η ανάμνησή του, η προσωπική μας αναπαραγωγή μέσω ανασύνθεσης, πιθανώς κάποιο περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας, ένας αφορισμός, μια απλή φράση. Υπάρχει, γράφει ο συγγραφέας στην «Ανήκουστη μουσική», μια αίσθηση πολύ πιο σημαντική στα έργα τέχνης από την όραση ή την ακοή: η ίδια η μνήμη, που τα αναπαράγει αποσπασματικά και κατακερμαστισμένα. Ίσως λοιπόν η μουσική να ακούγεται και χωρίς ήχο, όπως χωρίς βλέμμα υπάρχει η λογοτεχνία και χωρίς όραση ο κινηματογράφος.

«Η μουσική των ήχων» είναι ένας άλλος κόσμος χωρίς λέξεις που καλείται να εκφραστεί ακριβώς με αυτό που του λείπει. Η «Συγκεκριμένη Μουσική» κατάγεται ευθέως από μια από τις αρχαιότερες γλώσσες, αν όχι την αρχαιότερη, αυτήν που μεταπλάθει τον επικοινωνιακό στοχασμό της φύσης: τους ήχους. Για τον συγγραφέα προσομοιάζει λιγότερο στη μουσική και περισσότερο στη ζωγραφική, καθώς ο μουσικός της είναι ταυτοχρόνως συνθέτης και ερμηνευτής, άρα συγγενεύει με τον ζωγράφο που μπροστά στον καμβά του και συλλαμβάνει και εκτελεί. Η εκτέλεση εμπεριέχει και μια ερεθιστική τελεσιδικία: κανείς δεν θα επαναλάβει την – οριστική – ερμηνεία. Όπως σχεδόν όλα τα νεωτεριστικά ρεύματα, είναι πιο σημαντικό γι’ αυτό που ως πειραματισμός κληροδοτεί, παρά γι’ αυτό που ως πεπραγμένο καταλείπει. Εν προκειμένω, φαίνεται πως ο απόηχος είναι πιο σημαντικός από τον ήχο.

c 2

Στην «Ακρόαση χωρίς νόρμες» ο συγγραφέας ομολογεί ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως «καθαρή μουσική», ως μελωδικό ποταμό που συνεγείρει και απλώς προσχηματικά ακουμπά πάνω σε επιφανειακούς χαρακτήρες και υποτυπώδη πλοκή. Φυσικά αργότερα αφιερώνει ειδικό κείμενο στις «Ηρωίδες της ουτοπίας», τις Βιολέτα, Τόσκα, Λεονόρα, Τζίλντα, Λουτσία, μέλη του αόρατου θιάσου ενός ενιαίου έργου. Άραγε τι τις ενοποιεί; Το κοινό και ανολοκλήρωτο πάθος; Το γεγονός ότι δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική υπόσταση αλλά μόνο μουσικό ένδυμα; Και γιατί ο θάνατός τους δεν φέρνει δάκρυα στα μάτια; Ίσως το αδάκρυτο πένθος ισοπεδώνεται από την παντοδυναμία της μουσικής. Ή, αλλιώς, η μουσική ακόμα κι όταν είναι πένθιμη, δεν πενθεί ποτέ.

Υπάρχει βέβαια και η «Μουσική για βιαστικούς»· περί compilation ο λόγος, και πώς να ερμηνεύσουμε τον όρο αφού ο όρος «ανθολόγιο» είναι ευρύτερος και διαθέτει κάποια ποιοτική και ηθική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει ως έννοια και την επιλογή, την μέθοδο, τα κριτήρια. Στα compilations, αντίθετα, θάλλει η εμπορικότητα, καθώς ολοένα αυξάνονται και πληθύνονται οι βιαστικοί ακροατές του αποσπασματικού. Έτσι συγχωνεύονται η γνώση και η άγνοια, η εμβάθυνση και η επιδερμικότητα και προφανώς η αρωματική γεύση ακυρώνει την τροφή, σε αυτό το fast food μουσικής.

c 5

Η εξέλιξη της εικαστικής γλώσσας των εξωφύλλων είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία και ο συγγραφέας παρατηρεί την μετάβαση από τις μονόχρωμες φωτογραφίες στις συμβολικές εικόνες φύσης, αντικειμένων και πινάκων και αργότερα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Κάποτε τα φώτα στράφηκαν στον ερμηνευτή, τον μαέστρο – βεντέτα, με μια ναρκισσιστική απεικόνιση, ενίοτε στοχαστική ή πιστή σε ένα ιδιότυπο life style – άλλωστε το κείμενο εδώ τιτλοφορείται «Γένια τριών ημερών». Ίσως θα έπρεπε να υπενθυμίζεται συχνά η περίφημη αποστροφή του Μάνου Χατζιδάκι προς τους φωτορεπόρτερ: Μη μας φωτογραφίζετε άλλο…άλλωστε δεν έχουμε κανένα οπτικό ενδιαφέρον!

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε κείμενα μια σειρά θεμάτων – ερωτημάτων που όλοι εμείς που αναπνέουμε με την μουσική έχουμε αμέτρητες φορές συζητήσει και ακόμα περισσότερες σκεφτεί. Ξανακούει τον Ξενάκη, διαβάζει τον Adorno, αποτίει δισέλιδο φόρο τιμής στον Ted Perry και την Hypérion Records, ξεφυλλίζει τα Δελτία της Λέσχης του Δίσκου, αφιερώνοντας επί προσωπικού ένα σημείωμα για την μύηση που ξεκίνησε την άνοιξη του ’66 όπου γοητευμένος από ένα πορτοκαλόχρωμο κουτί («κασέτα») που περιείχε την Αντιγόνη του Orff πρωτομπήκε στο κατάστημα. Στις εκδόσεις της Λέσχης άλλωστε εξέδωσε, με τα ένσημα μιας συνεχούς φιλέρευνης σχέσης, τα πρώτα δυο Βιβλία με τις Αντιστίξεις [2002 και 2006]. Κάποτε θυμάται ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση σύμφωνα με το οποίο η φύση μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο χωρίς λέξεις, όπου κάθε άνθος είναι ένα γράμμα, και το εφαρμόζει στην μουσική, γράφοντας ότι το κείμενο της φύσης εδώ είναι γραμμένο με συγχορδίες και κάθε άνθος είναι μια νότα.

0002894777096_600

Γιατί πρέπει ν’ ακούμε τις παλιές ηχογραφήσεις και να εισπράττουμε το έργο απομειωμένο εξαιτίας μιας τεχνολογίας που σήμερα φαίνεται στοιχειώδης; Έχουν κάποια χρησιμότητα οι κακές εκτελέσεις; Η απάντησή του εδώ είναι θετική: κάθε κακή εκτέλεση αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία λιγότερο των ερμηνευτών και περισσότερο του ίδιου του έργου: ελέγχουμε τον βαθμό διαπίδυσης, ακντιοβολίας, την σταθερότητα της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, είναι, σε τελική ανάλυση ένα crash test του έργου. Και στον «Νόστο» είναι αδιάλλακτος: μόνο η μουσική έχει τόση αναδρομική ισχύ, επαναφέροντάς μας σε άλλους, ηδύτερους τόπους και χρόνους. Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο παράδεισος έχει προ πολλού απολεσθεί, αλλά αρκεί μια μελωδία για να μας τον ξαναθυμίσει.

Εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 158

Δημοσίευση και σε mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 183. Classic Nouveau.




Μαΐου 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.034.982 hits

Αρχείο