Αρχείο για Ιανουαρίου 2016

30
Ιαν.
16

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Άπαντα τα διηγήματα

HXΠ Αρχειοθέτης

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Θερμά θαλάσσια λουτρά, Ο γενικός αρχειοθέτης, Ροζαμούνδη, Ο οβολός, Ο θησαυρός των αηδονιών

Η συγκεντρωτική έκδοση των έξι συλλογών με διηγήματα του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου αποτέλεσε ιδανική περίσταση όχι μόνο να τον ξαναδιαβάσουμε αλλά και να περιηγηθούμε στον «μικρό θαυμαστό του κόσμο». Η έκφραση ανήκει στον Σπύρο Τσακνιά και συγκεντρώνω εδώ μερικές πολύτιμές του φράσεις από συλλογή των κριτικών κειμένων Δακτυλικά αποτυπώματα (εκδ. Καστανιώτη, 1983, σ. 103 – 111). Ο Τσακνιάς αναφέρεται στα Θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά αποδίδει ιδανικά τα γενικότερα στοιχεία της γραφής του Η.Χ.Π. Πρώτα αποκαλεί τα κείμενά του μικρά πεζογραφήματα ή διηγήσεις, αποφεύγοντας να πει διηγήματα για να δηλωθεί εξαρχής η απόκλιση απ’ το γνωστό γραμματολογικό είδος. Ο «μικρός θαυμαστός κόσμος» του συγγραφέα είναι ο κόσμος του μικρού επαρχιακού αστικού κέντρου, με τις προσβάσεις του στην ύπαιθρο, αλλά και με την αστική ή μικροαστική του ανθρωπογεωγραφία.

ΗΠ

Μια περίτεχνη δομή καλύπτεται πίσω από έναν φαινομενικά συνειρμικό λόγο του Παπαδημητρακόπουλου. Υπάρχει πάντα ένας θεματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο αρμολογούνται τα αφηγηματικά υποσύνολα και η όποια επιφανειακή σύγχυση είναι απατηλή: υποκρύπτει μια έντεχνη κατασκευή. Ο νοσταλγημένος κόσμος δεν εξωραΐζεται και δεν εξιδανικεύεται. Ακόμα και στην ματιά ενός εφήβου έχει μεταγγισθεί η πείρα ζωής του ώριμου συγγραφέα· είναι ματιά κριτική και κάποτε πικρά ειρωνική. Συνήθως είναι αδυσώπητα χιουμοριστική και θωρακίζει την νοσταλγία έναντι οποιασδήποτε αισθηματολογίας που θα ήταν ανυπόφορη στον συγγραφέα, προσθέτει ο κριτικός.

Δαχτυλικά_

Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, ειδικά για τα κείμενα που αγαπώ περισσότερο στον συγγραφέα: είναι εκείνα όπου εστιάζει σ’ ένα αντικείμενο που μοιάζει παραμελημένο από λογοτεχνική πλευρά και σίγουρα δεν έχει τοποθετηθεί στο επίκεντρο οποιουδήποτε κειμένου. Τα Εικονοστάσια αποτελούν ένα τυπικό τέτοιο δείγμα θεματολογίας και γραφής. Ο συγγραφέας αφιερώνει ολόκληρο κείμενο σ’ ένα αντικείμενο. Πρώτα αντλεί από τις παιδικές του μνήμες – τις γυναίκες των αγροτών κατά το απομεσήμερο, όταν εγκατέλειπαν την πόλη και πλησίαζαν στο εικονοστάσι του δρόμου προσπαθώντας ιεροκρυφίως να γλιστρήσουν κάτι μέσα από την σχισμή. Κατόπιν διατυπώνει τις προσωπικές του αισθητικές παρατηρήσεις, όπως λόγου χάριν για το μάρμαρο (δηλωτικό της γενικότερης εθνικής ευημερίας) που προϊόντος του χρόνου άρχισε να αποτελεί το αποκλειστικό κατασκευαστικό υλικό, για να ακολουθήσει η μοιραία και αναισθητική τυποποίηση της εποχής μας (από την βυζαντινίζουσα αψίδα μέχρι τον άγαρμπο τρούλλο).

Εικονοστάσι σχέδιο

Εν συνεχεία διευρύνει την «κοινωνιολογική» του ματιά, καθώς παρακολουθεί την πύκνωση τους στα κράσπεδα των δρόμων κατά την δεκαετία του ’60, την κατασκευαστική μετεξέλιξή τους και επιπρόσθετα τα συνδέει με διαδρομές που αποτυπώθηκαν σε βιβλία, όπως το Πεντζικικό Από Θεσσαλονίκης εις Σταυρόν ή το μυθιστόρημα του Φ.Δ. Δρακονταειδή Προς Οφρύνιον. Φυσικά αφιερώνει γραμμές στις δικές του επιτόπιες έρευνες – και εντοπίζει μέσα στα αγριόχορτα άλλο παραμελημένο εικονοστάσι από στρατζαρισμένη λαμαρίνα, με θολωμένο τζάμι, σφηνωμένο στις οξειδωμένες αύλακες που κρύβει εκείνο που προστάτευε κάποτε.

Στο τέλος βρίσκεται στο σήμερα, στα εικονοστάσια «της ημετέρας νήσου»  και σε μια πρόσφατη εικόνα που έμεινε στην μνήμη του και αξίζει να διασωθεί και στα γραπτά του: μια πλαστική μινιατούρα μοτοσυκλέτας σ’ ένα εικονοστάσι, όπως αυτές που βρίσκουν τα παιδικά μέσα σε γλυκά και σοκολάτες – πρόκειται άραγε για έναν ναυτικό, που σκοτώθηκε με μηχανάκι, ή μήπως το μικρό παιδί προσφέρει στον εκλιπόντα πατέρα του ένα του παιχνιδάκι; Και το κείμενό του κλείνει με μια σκηνή: ένα παιδί (ίσως το παραπάνω) μαζί με πέντε κορίτσια διαφόρων ηλικιών, ντυμένα όλα στα μαύρα, μπροστά στο εικονοστάσι, να στέκουν σιωπηλά, σαν να τελούσαν ένα ασυνήθιστο μνημόσυνο, χωρίς την παρουσία ιερέως. Κι όλα αυτά σε ελάχιστες σελίδες.

Άγιος Αθανάσιος Πύργος

Η χιουμοριστική και ταυτόχρονα νοσταλγική ματιά βρίσκει ιδανική έκφραση στο κείμενο Η κηδεία (από την συλλογή Ο γενικός αρχειοθέτης). Ο συγγραφέας ανατρέχει σε κάποιο πρωινό της Κατοχής και θυμάται τον Τάκη Σινόπουλο όταν ήρθε στο γυμνάσιο, στον Πύργο, για να συναντήσει τον καθηγητή πατέρα του. Το σχολείο είχε επιταχθεί από τους Ιταλούς και κατέληξε στην εκκλησία του αγίου Αθανασίου, στον γυναικωνίτη. Η «σχολική» χρονιά ήταν αξέχαστη: ο ίδιος είχε θρονιαστεί σε ένα ωραίο παράθυρο στα πίσω έδρανα και από εκεί μπορούσε απερίσπαστος να ρεμβάζει επί ώρες τα χωράφια και τις έρημες ακρογιαλιές, τις νοικοκυρές που έβγαιναν στα μπαλκόνια και τίναζαν. Το ωρολόγιο πρόγραμμα σπάνια μπορούσε να εφαρμοσθεί αφού κάθε τόσο, και ενώ το μάθημα βρισκόταν στο φουλ της πλήξης του

antique_doll_head_against_cement_by_cassiehillis-d68976j_

ακούγαμε ξαφνικά μακρόσυρτες ψαλμωδίες και σε λίγο η καμπάνα άρχιζε να χτυπάει σιγανά και πένθιμα πάνω από τα κεφάλια μας.
– Κηδεία, κηδεία, φωνάζαμε τότε με έξαψη.
Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα, το πράγμα άρχισε να προσλαμβάνει κάποια βελτιωμένη τακτική και κάθε φορά που σηκωνόταν για μάθημα κάποιος αδιάβαστος, κάποιος άλλος, κυττάζοντας δήθεν εμβριθώς στα πέριξ, αποφεύγοντας όμως και να σημειώσει εμφανώς την παρουσία του, αμολούσε τη σχετική ιαχή:
– Κηδεία, κηδεία!
Από εκεί και πέρα κάθε αντίθετη προσπάθεια απέβαινε επί ματαίω. Εν ριπή οφθαλμού γινόταν η εκκένωση του γυναικωνίτη, ενώ ακολουθούσε μια κανονική διασπορά στα γύρω στενά. [σ. 31- 34]

Αλλά δεν μας αφήσει ήσυχους στο γλυκό παρελθόν ο συγγραφέας. Πρόσφατα (τότε, 1981), την Δευτέρα του Πάσχα, ξαναβρέθηκε στην εκκλησία μπροστά στην Ωραία Πύλη, να αποχαιρετήσει τον Σινόπουλο. Κάθε αναλογία είχε ανατραπεί, και η εκκλησία η ίδια έμοιαζε να βρίσκεται μέσα στο πηγάδι των γύρω πολυκατοικιών. Από τον γυναικωνίτη ήταν αμφίβολο αν φαινόταν πια τίποτα…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πεζογράφημα από τα Θερμά θαλάσσια λουτρά αυτό θα ήταν  Η κόκκινη σημαία. Εδώ ο συγγραφέας εκκινεί από μια ξαφνική ανάμνηση ενός φίλου, του Βασίλη, ιδιοκτήτη μιας προπολεμικής ταβέρνας στο υπόγειο του απέναντι σπιτιού. Η βασική της πελατεία ήταν εργάτες και παιδιά από την γειτονιά αλλά και από μακριά όταν πρωτοάνοιγε καινούργιο βαρέλι, πράγμα που διαλαλούσε ο τελάλης στα πέριξ και μια τετράγωνη κόκκινη σημεία στη γωνιά του σπιτιού του. Μόνο που ο αφηγητής συγγραφέας απορεί καθώς σταδιακά η σημαία μπαίνει και βγαίνει κατά το δοκούν, ακόμα και τη νύχτα, ενώ μέχρι τότε την υπέστελλε με την δύση του ηλίου.  Ο κοινός τους φίλος Μιχάλης «τα είχε ψήσει με την μικρά», κόρη του διοικητή της χωροφυλακής που έμενε από πάνω, και η έπαρση ή υποστολή της σημαίας αποτελούσε το σύνθημα για το ελεύθερο πεδίο. Ένα βράδυ επέστρεψε απροόπτως ο διοικητής και η σημαία στα χέρια του πανικόβλητου Μιχάλη θεωρήθηκε πολιτική προπαγάνδα και ο νέος φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να υπογράψει τη γνωστή δήλωση.

Την υπέγραψα, το είχα ήδη αποφασισμένο. Ο μοίραρχος συγκινήθηκε, άντε Μιχάλη παιδί μου, μου λέει, να επιστέψεις πια ως χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία και να ξεχάσεις όλα αυτά τα αίσχη. Ποια αίσχη, καπετάνιε μου; του κάνω. Τότε που καταντήσατε να μας κόβετε τους λαιμούς με τα κονσερβοκούτια, μου λέει. Αναστέναξα και εγώ και τον κύτταξα στα μάτια. Τι να κάναμε, κύριε μοίραρχε, του λέω, τότε δεν είχαμε τα μέσα, και άρχισε να τραντάζεται από τα γέλια ο Μιχάλης. [σ. 78]

Lubitel

Στο αφήγημα Λιούμπιτελ 2 από τον Θησαυρό των αηδονιών το τιμώμενο αντικείμενο είναι η φερώνυμη φωτογραφική μηχανή, μια πάμφθηνη ρώσικη μονοοπτική ρεφλέξ που ο συγγραφέας αγόρασε αντί δραχμών 225, το ανυπέρβλητο εκείνο φορμά των 6 Χ 6 εκατοστών, άρα με μαύρο κουτί δύσχρηστο, όπου προσπαθείς εκ των άνω να εστιάσεις το προς φωτογράφησιν αντικείμενο, κάμπτοντας το σώμα, γεγονός που σε αναγκάζει ενίοτε να λάβεις στάσεις ήκιστα σεμνοπρεπείς. Οι φωτογραφίες του επιτρέπουν να θυμηθεί μερικούς σταθμούς της διαδρομής του – στην πραγματικότητα τον ρυμουλκούν εκεί. Και για τις επόμενες σελίδες, οι λέξεις του αρκούν όχι μόνο για να δούμε κι εμείς τις φωτογραφίες αλλά και να ρυμουλκηθούμε μαζί του στα μέρη τους.

ΗΠ 2

Πολλές φορές με ρωτούν, μερικοί φίλοι (όψιμοι, κυρίως) πώς έμπλεξα, εγώ, με τον στρατό, και υπηρέτησα σ’ αυτόν τόσα χρόνια, έστω και ως γιατρός… Έχω κατά καιρούς επιχειρήσει να δώσω ποικίλες απαντήσεις (η καταστροφή που πάθαμε στην Κατοχή, η φτώχεια που ακολούθησε, ο Εμφύλιος κτλ. – μέχρι και σχετικούς υπαινιγμούς σε ολόκληρο διήγημα έχω κάνει) αλλά συνήθως όσα λέω πέφτουν στο κενό. Οι άλλοι παρακολουθούν μηχανικά, για να μην πω και με αδιαφορία, οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται καν για ποιο πράγμα τους μιλώ. Έτσι, μετά από δοκιμές επί δοκιμών, κατέληξα σε μια απάντηση σχεδόν μονολεκτική:
– Η Ροζαμούνδη, λέω.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Τα πρόσωπα φωτίζονται χαμογελούν με σημασία, κουνάνε το κεφάλι με κατανόηση….

Λεωφορείο

Έτσι αρχίζει η Ροζαμούνδη, από την ομώνυμη συλλογή, κι αν, όπως γράφει ο συγγραφέας, έκαστος αντιλαμβάνεται και φαντάζεται ό,τι νομίζει για εκείνη, έτσι κλείνουμε κι εμείς, για να τον αφήσουμε μόνο μαζί της, όπως άλλωστε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Και θα συνεχίζουμε να ακούμε την Φιλαρμονική, να συγκινούμαστε με ερωτικές διηγήσεις όπως η Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, να αισθάνόμαστε δέος μπροστά στον Γενικό αρχειοθέτη του Πύργου (έστω και αν βρίσκεται σε άδεια), να ονοματίζουμε κάποια Πέμπτη Κόκκινη, να μειδιούμε με την ευτραφή ερωτιάρα Ελεωνόρα, να σκεφτόμαστε πως η Ανάσταση σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την Ανάσταση παλιά, και να ονειρευόμαστε, όπως ο μικρός που ήταν ο ίδιος τότε, και ο μικρός που έχει σήμερα εκείνα τα μπαλόνια.

ΗΧΠ - Οδοντόκρεμα_

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Α΄ έκδ. Τραμ, 1973, Β΄ έκδ. Εγνατία, 1979, Γ΄ έκδ. Κείμενα, 1984, Δ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Ε΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 101 σελ.
Θερμά θαλάσσια λουτρά, Α΄ έκδ. Εγνατία, 1980, Β΄ έκδ. Κείμενα 1985, Γ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Δ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 121 σελ.
Ο γενικός αρχειοθέτης, εκδ. Κείμενα, 1989, Β΄ έκδ. Νεφέλη 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ροζαμούνδη, Α΄ – Β΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 99 σελ.
Ο οβολός, Α΄ έκδ., Νεφέλη 2004, Β΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ο θησαυρός των αηδονιών, Α΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2009, Γ΄ έκδ. 2012 (εικονογράφηση Εύη Τσακνιά), 106 σελ.

Οι έξι συλλογές κοσμήθηκαν από τον Ανακρέοντα Καναβάκη με λεπταίσθητης τέχνης κοσμήματα, διαφορετικά για την καθεμία, και φιλοξενούνται σε βαθυπράσινο κουτί.

Advertisements
28
Ιαν.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Γρηγόρης Αζαριάδης – Το μοτίβο του δολοφόνου

Το Μοτίβο του Δολοφόνου

Γράψτε μας για το νέο σας βιβλίο

Μετά το «Παλιοί Λογαριασμοί» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2012) και την «Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013), δύο αστυνομικά μυθιστορήματα που θεωρώ ότι κινούνται στον χώρο του Γαλλικού νεοπολάρ, με ανιχνεύσιμες επιρροές από Μανσέττ και Ιζζό με συνεχείς σκληρές αναφορές στα κυκλώματα διαφθοράς και διαπλοκής που ταλανίζουν την χώρα, στα τέλη του 2015 κυκλοφόρησε το τρίτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Το μοτίβο του δολοφόνου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη).

«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα «καθαρό» σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένας serial killer κάνει την εμφάνιση του στην σημερινή Αθήνα και σπέρνει στο διάβα του κάμποσα πτώματα. Ακολουθεί όλα τα στοιχεία που βρίσκουμε στην ανάλυση του προφίλ των serial killers. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο γενικευμένο μοτίβο, που συμπεριλαμβάνει καθαυτό το modus operandi των δολοφονιών, τις οκτώ βολίδες σε συγκεκριμένα σημεία στα σώματα των θυμάτων, την παντελή έλλειψη μαρτύρων, την επιλογή συγκεκριμένων καιρικών συνθηκών …μέχρι και τον προσδιορισμό των τόπων των δολοφονιών.

Αζαριάδης

Η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων ζωής με επικεφαλής την αστυνόμο Τρύπη αναλαμβάνει τις έρευνες για τον εντοπισμό και την σύλληψη του δολοφόνου, μια αποστολή που αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη λόγω της έλλειψης κινήτρου των δολοφονιών, αλλά και στοιχείων από τα σημεία των φόνων. Όσο οι έρευνες αργοσέρνονται σαν χελώνες, ο δολοφόνος συνεχίζει απτόητος την δράση του φορτώνοντας με περισσότερα πτώματα τις νεκροτομικές τράπεζες του Νεκροτομείου. Θα χρειαστούν πολλοί μήνες μελέτης των στοιχείων και διασταυρώσεις με πληροφορίες από άλλες χώρες για να μπορέσει η ομάδα των αστυνομικών να πιάσει το κουβάρι από την αρχή και συνδυάζοντας τα στοιχεία που έχει τελικά στην διάθεση της να κατορθώσει να ανακαλύψει τα ίχνη του δολοφόνου. Και τότε…αρχίζει η πραγματική δράση.

Πέρα από την πλοκή και το χτίσιμο των χαρακτήρων, που αποτελούν τον ιδανικό συνδυασμό γιά να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, «Το μοτίβο του δολοφόνου» παρουσιάζει την καινοτομία της επίμονης ενδελεχούς έρευνας και την «συμμετοχή» στην τελική διαμόρφωση του μυθιστορήματος μιάς ομάδας ειδικών. Πιο συγκεκριμένα, επί 14 μήνες ένας αστυνόμος του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, μια ιατροδικαστής προϊσταμένη συγκεκριμένης ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ένας διακεκριμένος εγκληματολόγος και τρεις ψυχολόγοι με εμπειρία στο profiling συνεργάστηκαν με στόχο να δώσουν μια εντελώς ρεαλιστική εικόνα της διαδικασίας των ερευνών, αλλά και της πειστικής αποτύπωσης του προφίλ του δολοφόνου από τα παιδικά τραύματα και την απόρριψη μέχρι την ανεπαρκή ανάπτυξη του διαταραγμένου χαρακτήρα του.

Revolver 38 Special

Από πλευράς ύφους είναι φανερή η πρόθεση μου, κρατώντας τις επιρροές από την μεσογειακή σχολή σε χαμηλό φόντο, να πλησιάσω περισσότερο την βορειοευρωπαική πραγματικότητα, που πιστεύω ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιο ζοφερό κλίμα που κυριαρχεί λόγω ακριβώς και του πρωταγωνιστικού ρόλου του serial killer.

Μοιραστείτε μαζί μας μια ιδέα ή έμπνευση που σας οδήγησε να το γράψετε.

Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας νομίζουν ότι το φαινόμενο των serial killers είναι κάτι έξω από την Ελληνική πραγματικότητα. Όπως πιστεύουν Ορθοδοξία, κλιματολογικές συνθήκες και συγκεκριμένος τρόπος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά στην διαμόρφωση τέτοιων φαινομένων. Αλλά, η ιστορία μας έχει αρκετά παραδείγματα. Πέραν των διαβόητων Γερμανών Ντουφτ και Μπασενάουερ, που έδρασαν επί Χούντας, υπάρχουν οι δυο (?) δράκοι Παγκρατίδης (έστω και με πολλές αμφιβολίες γιά την ενοχή του) και Παπαχρόνης. Ο Μπέσκος, ο Δαγκλής και ο Βακρινός με πέντε δολοφονίες στο ενεργητικό του.

Οι συνέπειες όμως της παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης διεθνοποίησε και το έγκλημα. Σαν συνέπεια, η δράση κάποιου serial killer και στην χώρα μας ίσως να μην μοιάζει πλέον σαν ένα εντελώς απόμακρο σενάριο. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν να γράψω για το συγκεκριμένο θέμα.

Hooded Serial Killer_

Συστήστε μας σε ένα χαρακτήρα σας.

Ας μιλήσουμε για την αστυνόμο Τρύπη, την επικεφαλής της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής. Και μόνο η επιλογή γυναίκας στον κύριο ρόλο απαιτεί τόλμη από τον συγγραφέα, δεδομένου ότι τουλάχιστον στο Ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η πρόθεση μου όμως ήταν να δείξω ότι οι γυναίκες τα καταφέρνουν τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματικά με τους άντρες σε οποιοδήποτε επάγγελμα.

Η Τρύπη είναι χωρισμένη, έχει ένα παιδί και μια συνηθισμένη προσωπική ζωή πέρα από την επαγγελματική. Φοράει απλά ρούχα…τζην και πουκάμισα. Πηγαίνει στο γυμναστήριο, ακούει παλιά ροκ μουσική, πίνει ποικιλιακά κρασιά κι έχει στο γραφείο της στυλό ΜονΜπλαν. Έχει το σεξ ψηλά στην λίστα των προτεραιοτήτων της. Αφιερώνει πάρα πολλές ώρες στην διαδικασία των ερευνών μελετώντας όλα τα εναλλακτικά σενάρια. Δεν είναι ο τύπος με IQ πάνω από 160. Είναι όμως μεθοδική κι επίμονη. Αν και κρατάει τον ηγετικό ρόλο, λειτουργεί πάντα σαν ομάδα με τους υφισταμένους  της ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται στενά με τον διευθυντή του Τμήματος. Και προσπαθεί κινούμενη στον ανδροκρατούμενο κόσμο των αστυνομικών, να αποδείξει ακριβώς το πόσο ικανή είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή της…όσο δύσκολη κι αν είναι η σύλληψη ενός ψυχικά διαταραγμένου serial killer, ο οποίος όμως φέρεται εντελώς φυσιολογικά στην καθημερινή του ζωή.

Δώστε μας μια φωτογραφία σας που να ταιριάζει με το βιβλίο σας κι εξηγείστε μας γιατί.

Όσο κι αν έψαχνα δεν θα έβρισκα καλύτερη από την φωτογραφία του εξωφύλλου. Αποτυπώνει στον μέγιστο βαθμό το ζοφερό κλίμα και την διαταραγμένη προσωπικότητα του δολοφόνου.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στην Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων οι συγγραφείς παρουσιάζουν το νέο τους βιβλίο και επιλέγουν τις φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα λόγια τους.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

24
Ιαν.
16

Philip Roth – Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους

film

Περί αισχρολογίας, σάτιρας, ερωτικής λογοτεχνίας και άλλων πολλών

Όταν ανατρέχω στην προηγούμενη δουλειά μου, διαπιστώνω ότι έχω γράψει συχνά για «συμπεριφορά σε ακραίες καταστάσεις»… Ίσως πριν από το Βυζί να με είχε απασχολήσει η ακραία συμπεριφορά σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ούτως ή άλλως, με ενδιέφεραν οι άνδρες και οι γυναίκες οι οποίοι, καθώς έχει κοπεί ό,τι τους έδενε με το αγκυροβόλι τους, παρασύρονται από τα κύματα μακριά από τις γενέθλιες ακτές, στο ανοιχτό πέλαγος, έρμαια της παλίρροιας που φουσκώνει από τη δυσαρέσκεια και την εύλογη οργή τους. [….] Η Λούσι Νέλσον στο Όταν ήταν φρόνιμη, ο Γκέημπ Ουάλλακ και ο Πωλ Χερτς στο Κι ό,τι θέλει ας γίνει, ο Άλεξ Πόρτνοϊ στο Σύνδρομο Πόρτνοϊ – όλοι ζουν πέρα από τα όρια των ψυχολογικών και ηθικών δυνατοτήτων τους. Το θέμα δεν είναι αν θα βουλιάξουν ή θα κολυμπήσουν – αλλά ότι πρέπει να επανεφεύρουν το κρόουλ. [84 – 85]

Αυτή ήταν μια από τις πολλές όψεις του συγγραφικού έργου του Ροθ· κι έπρεπε να δει όλα αυτά τα κείμενά του συγκεντρωμένα σε έναν τόμο για να αντιληφθεί ότι αν κάτι τον απασχολούσε συνεχώς κατά την συγγραφή του ήταν η σχέση ανάμεσα στον γραπτό και τον άγραφο κόσμο. Αυτή η δανεισμένη από τον Πωλ Γκούντμαν διάκριση είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει την συνεχή παλινδρόμηση του συγγραφέα ανάμεσα σε εκείνα που μπορούν και στα άλλα, τα απερίγραπτα. Και είναι πραγματικά συναρπαστικό να διαβάζει κανείς τον Ροθ να γράφει για τον Ροθ, για τα βιβλία του, για όλα όσα ήθελε να γράψει και τα κατάφερε με τον τρόπο του και για όσα προέκυψαν άγραφα και ανέκφραστα.

philip-roth 2_

Εδώ συνυπάρχουν η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος δύναμη του ροθικού σύμπαντος. Στο πρώτο μέρος παίρνει τον λόγο ως αναγνώστης και αναγνωσμένος και ανοίγει τα αρχεία των έργων του. Βγάζει από τα συρτάρια σχέδια, ομιλίες, δοκίμια, συνεντεύξεις, απόπειρες απογραφής τους δουλειάς του. Το δεύτερο μέρος συναπαρτίζεται από επιλεγμένα άρθρα και δοκίμιά του πάνω σε μια σειρά θεμάτων, λογοτεχνικών και μη. Το εξώφυλλο είναι το πλέον κατάλληλο, καθώς απεικονίζει την τελευταία δακτυλογραφημένη σελίδα του βιβλίου του Πατρική κληρονομιά, με χειρόγραφες διορθώσεις του συγγραφέα, με κόκκινο και μαύρο μελάνι.

Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση γίνεται για το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, ο συγγραφέας με αφορμή τις αντιδράσεις για την άσεμνη γλώσσα του βιβλίου, μας θυμίζει ότι η αισχρολογία ως χρησιμοποιήσιμο και χρήσιμο λεξιλόγιο και η σεξουαλικότητα ως θέμα απασχολούσαν την λογοτεχνία ήδη από τον καιρό του Τζόυς, του Χένρι Μίλερ και του Ντ. Χ. Λώρενς. Τα μέσα βέβαια πάντοτε μυρίζονται σκανδαλάκι και εστιάζουν σε αυτό το στοιχείο. Για τον ίδιο όμως η χρήση της δεν επηρεάζεται από τα ήθη του κοινού· είναι άλλο να γράφεις για να διαβαστείς και άλλο να γράφεις για ένα «κοινό». Όταν δουλεύει δεν έχει στο νου του κάποια ομάδα ανθρώπων με την οποία θέλει να επικοινωνήσει· αυτό που επιθυμεί είναι τα έργο να κοινωνήσει τον εαυτό του όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται· να διαβαστεί με τους δικούς του όρους. Αυτοί είναι οι αναγνώστες που τον ενδιαφέρουν: εκείνοι των οποίων οι ευαισθησίες παραδίδονται ολοκληρωτικά στον συγγραφέα, με αντάλλαγμα την σοβαρότητά του.

Philip Roth 2

Ο Πόρτνοϊ μιλάει έτσι εξαιτίας μιας ακατανίκητης εμμονής: είναι άσεμνος, επειδή θέλει να σωθεί. Είναι ένας αλλόκοτος, ίσως και τρελός τρόπος αναζήτησης της προσωπικής του σωτηρίας· ωστόσο, στον πυρήνα του μυθιστορήματος, βρίσκεται η διερεύνηση αυτού του πάθους και της σύγκρουσης με τη συνείδησή του την οποία αυτό το πάθος επισπεύδει. Σε σχέση με τον περίφημο εβραϊσμό του ο Ροθ απορρίπτει τις απόψεις ότι είναι αντισημίτης και πάσχει από «αυτοαπέχθεια». Θεωρεί μάλιστα καλοτυχία το γεγονός ότι γεννήθηκε Εβραίος, καθώς πρόκειται για μια περίπλοκη, ενδιαφέρουσα, ηθικά απαιτητική και πολύ ιδιαίτερη εμπειρία. Μοιράζεται κι αυτός λοιπόν το ιστορικό πεπρωμένο των Εβραίων με όλες του τις συνέπειες. Ποιος θα ζητούσε περισσότερα;

Στην επιμονή του συνομιλητή ότι έχει επηρεαστεί από τις παραστάσεις του Λένι Μπρους στα νάιτ κλαμπ ή άλλους της stand up comedy, ο Ροθ απαντάει ότι την μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε ένας sit down κωμικός που επινόησε το αστείο νούμερο Η μεταμόρφωση· ο Κάφκα. Παραδέχεται βέβαια αργότερα ότι διάβασε και την συλλογή με τα δημοφιλέστερα νούμερα του Bruce. Στο περίφημο Σύνδρομο Πόρτνοϊ  αφιερώνει και άλλα κείμενα, ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται με την συνήθη ερώτηση: Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο, τέλος πάντων;

 Philip Roth 3 [1960]

Αλλαγή θέματος με το βιβλίο του Η συμμορία μας, που αποτελούσε μια υπερβολική μίμηση, μια παρωδία του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται και μιλάει ο Νίξον. Ο Μένκεν [Η.Ι. Mencken, Αμερικανός δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, σατιρικός και κριτικός αποτιμητής της αμερικανικής ζωής και κουλτούρας, ένας από τους σημαντικούς στυλίστες των αρχών του 20ού αιώνα], που θαυμάζει ιδιαίτερα ο Ροθ, θεωρούσε αναπόφευκτο για την αμερικανική δημοκρατία να παράγει κλόουν και τσαρλατάνους ηγέτες οι οποίοi, πέρα από τις άλλες ανεπάρκειές τους, είχαν κάκιστη σχέση με την αγγλική γλώσσα. Θεωρούσε όσα έλεγαν και τον τρόπο που τα έλεγαν ψυχαγωγία. Χρειάστηκε ένας Όργουελ και ένας Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και βίαιες ολοκληρωτικές δικτατορίες στη Γερμανία και τη Ρωσία για να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η φαινομενικά κωμική ρητορική μπορούσε να αποδειχθεί εργαλείο πολιτικής τυραννίας.

Philip Roth 4

Εδώ ο Ροθ είναι ανένδοτος: η πολιτική σάτιρα δεν έχει διάρκεια και δεν προτίθεται να είναι ευπρεπής. Άλλωστε η σάτιρα ακριβώς στην ευπρέπεια επιτίθεται και σε ό,τι κρύβεται πίσω της. Το να ζητήσεις από έναν σατιρικό να σεβαστεί την καλαισθησία και την λεπτότητα είναι σα να ζητάς από έναν ερωτικό ποιητή να είναι λιγότερο προσωπικός. Υπάρχει λεπτότητα στο Σατυρικόν ή στη Σεμνή πρόταση; Μάλιστα αν δει κανείς πόσο γελοιοποιούνταν και χλευάζονταν οι Αμερικανοί πρόεδροι στις καθημερινές εφημερίδες του 19ου αιώνα, αναμφίβολα θα συμπεράνει ότι εκδότες και αναγνώστες ήταν εκείνο τον καιρό πολύ πιο θαρραλέοι και δεν εκφοβίζονταν από τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Ο Ροθ φτάνει στο σημείο να πει, αρκεί μια λέξη για να γελάσουμε: Νίξον. Ο ανεκδιήγητος Πρόεδρος ενέπνευσε για ένα ακόμα κείμενο που δημοσιεύεται εδώ, Ο Πρόεδρος απευθύνεται στο Έθνος, μια παρωδία γραμμένη στο αποκορύφωμα της ακροαματικής διαδικασίας για το σκάνδαλο Γουώτεργκεϊτ στη Γερουσία [1973].

Philip Roth 5

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εφημερίδες, που εμφανώς αποκαλύπτουν την μέγιστη εμπλοκή του συγγραφέα με ιδέες και συζητήσεις πάνω στην λογοτεχνία και τα θέματά της: The American Poetry Review, The New York Times Book Review, The Atlantic Monthly, Paris Review, Partisan Review, The Literary Guild, American Review, The Ontario Review, Le Nouvel Observateur, London Sunday Times, Commentary, American Judaism, The New York Times, Look, The Village Voice, Esquire. Και, όπως είναι ευνόητο, η ποικιλία τους είναι μεγάλη: Ο Ροθ παίρνει συνέντευξη από τον …εαυτό του για το Μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, δέχεται ερωτήσεις από μια κυρία για το Η ζωή μου ως άντρα, κάνει μαζί με την συγγραφέα Joyce Carol Oates ένα απολογισμό των οκτώ μέχρι τότε βιβλίων του, αφιερώνει μια συνέντευξή του στην περίφημη περσόνα του Ζούκερμαν….

… κι ακόμα, συντάσσει ένα εκτενές εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο Γράφοντας για Εβραίους και Απεικονίζοντας Εβραίους, εκτείνει την θεματολογία του από το μπέιζμπολ μέχρι την Καμπότζη (που επισκέφτηκε ο ίδιος το 1970 δύο μήνες πριν ο Νίξον διατάξει την επιδρομή των στρατευμάτων του και προκαλέσει τον πόλεμο), αναλύει με τον απολαυστικό κριτικό του λόγο τρία αγαπημένα του ερωτικά μυθιστορήματα των Άλαν Λέτσλακ, Μίλαν Κούντερα και Φρεντερίκα Γουάγκμαν, αφιερώνει μια προσωπική ματιά στον Κάφκα και δεν παύει να θυμάται συγγραφείς, βιβλία και φράσεις που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Όπως τα λόγια ενός ήρωα του Γουίλιαμ Στάιρον: Είναι η εποχή των αχρείων · αν δεν προσέξουμε θα μας τραβήξουν κι εμάς προς τα κάτω…

Philip Roth 6 [1968]

Εκδ. Πόλις, 2014, μετάφραση – σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά, με πολυσέλιδες σημειώσεις της μετάφρασης, 419 σελ. [Reading my life and others]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 200, υπό τον τίτλο Roth around the clock.

16
Ιαν.
16

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

12
Ιαν.
16

Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

08
Ιαν.
16

Αποστόλης Αρτινός – Η ετεροτοπία της καλύβας

Ετεροτοπία

Στους νεωτερικούς καιρός ο άνθρωπος αποσπάται όλο και περισσότερο από το φυσικό περιβάλλον, αυτονομώντας τον αστικό του περίγυρο υπό την επήρεια της τεχνολογικής μέθης. Η φύση αποσπάται από την ιερή της υπόσταση και γίνεται μετρήσιμο και αποδοτικό αντικείμενο. Η νέα πολιτική συνείδηση υπαγορεύει και νέες αρχιτεκτονικές αφηγήσεις. Μια βαριά οικοδομική βιομηχανία θα στηθεί για να υπηρετήσει την νέα κατοίκηση υπό το πνεύμα της τυποποίησης. Το ρομαντικό πρότυπο της αποικίας «το κατοικείν των χωρικών», όπως θα πει ο Heidegger θα είναι το τελευταίο ίχνος μιας αρχαίας αντίληψης που θα ανατρέψουν εκ βάθρων οι καιροί. Η περίφημη αγροικία του Goethe, τα τοπία του Turner και του Constable, η αισθησιακή ρέμβη του Rousseau, ο Μέλανας Δρυμός, δεν είναι παρά σημεία μιας εμβύθισης στη φύση και μια μέθεξη στο τοπίο που έμελλε όμως να είναι ιστορικά η τελευταία. Το ίδιο και οι σκοτεινές δρυάδες των ρομαντικών, ή η νεομυθολογία του ευγενούς αγρίου.

heidegger-house_

Η ξύλινη καλύβα με τις φθαρμένες σανίδες της θα γίνει ο τόπος των πιο ισχυρών μας ονειροπολήσεων στοιχειώνει μέχρι σήμερα το φαντασιακό μας. Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, τα δεντρόσπιτα, η κατασκήνωση στη φύση, οι ζωγραφιές των μικρών παιδιών που σχεδιάζουν καλύβες με ξύλινους φράχτες ακόμα κι όταν τους ζητείται να ζωγραφίσουν το σπίτι τους. Είναι μια απολύτως αρχετυπική, συναισθηματική εικόνα. Ο Le Corbusier, ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα, μόλις τριάμισι μέτρια, κάπου στην Κυανή Ακτή· εκεί ήθελε και να τελειώσει η ζωή του. Το βιβλίο αναζητά ακριβώς διαφορετικές πτυχές της ετεροτοπίας ή ετερο(ου)τοπίας της καλύβας.

berry_ferme_milieu_19e_

Η καλύβα του Χάιντεγκερ βρισκόταν στην απότομη πλαγιά μιας πλατιάς κοιλάδας, στα νότια του Μέλανα Δρυμού. Η χαμηλή σκεπή κάλυπτε τρεις χώρους: κουζίνα, υπνοδωμάτιο, δωμάτιο εργασίας. Σε αυτή την εσχατιά του βορρά ο φιλόσοφος στοχάστηκε τις συνθήκες κατοίκησης του Είναι, την υποστήριξη πως είναι αυτό που κατοικεί, τα ουσιώδη στοιχεία του κειμένου του Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι. Το κατοικείν σχετίζεται με τον βαθμό οικειοποίησης του χώρου, με το να είσαι μέσα στο χώρο στο είναι σου. Μόνο σε μια κατοικία συμφιλιωμένη με τη φύση ο άνθρωπος είναι σε μια ασφαλή σχέση με τον κόσμο. Εκεί εκδηλώνεται το Τετραμερές, η σταυροειδής συνύπαρξη του ουρανού και της γης, της θνητότητας και της θεότητας.

Ο άνθρωπος οφείλει να κτίζει με τον τρόπο που καλλιεργεί τη γη. Κατοίκηση έχουμε μόνο στην ύπαιθρο, ριζωμένοι στο έδαφος, στην οικεία μνήμη και όχι στη λήθη μιας αέναης μετα – κίνησης και διασποράς. Το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη κι ένα τέτοιο παράδειγμα για τον Χάιντεγκερ είναι ο αρχαιοελληνικός ναός. Ο ναός καθιστά ορατό τον αόρατο χώρο της ατμόσφαιρας. Για τον φιλόσοφο είναι σαφές: κατοικούμε στη γη ως επισκέπτες και όχι ως οικοδεσπότες, σε μια σχέση προσμονής με τις θεότητες.

a_house_and_a_cliff_by_art_kombinat-d7zddyr

Το 1913 ο Wittgenstein έστησε την μικρή ξύλινη καλύβα του στο απομονωμένο χωριό Skjolden της Νορβηγίας, στην άκρη ενός γκρεμού. Κάτω από τη στέγη της θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Μια φθινοπωρινή μέρα του 1936, καθισμένος στο γραφείο του και ατενίζοντας απ’ το παράθυρό του την λίμνη, θα σημειώσει στο ημερολόγιό του: «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ’ ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν».

Ο εύθραυστος ψυχισμός του τον οδήγησε σύμφωνα με πολλούς και στην απομόνωση, σ’ ένα είδος μοναχισμού. Ένας ιδιότυπος ασκητισμός, μια πνευματική άσκηση, μια εσωτερική καταβύθιση αλλά και μια φυσική θεώρηση της αλήθειας του περιβάλλοντος κόσμου. Ο φιλόσοφος αποτραβιέται στη γαλήνη και στη μοναξιά του τοπίου για να μπορέσει να αφοσιωθεί σε μια εσωτερική συνομιλία ακόμα και με το ίδιο του το έργο. Ο Wittgenstein αναζητούσε παντού αυτή την απομόνωση· όταν ζούσε στην Ιρλανδία είχε επίσης εγκατασταθεί στην πιο άγονη και απομακρυσμένη της γωνιά. Υποστηρίζεται ότι σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να εγκατασταθεί εκεί έπαιξε και η επίδραση του Ευαγγελίου εν συντομία του Τολστόι. Ο άνθρωπος είχε για τον Τολστόι μια θεϊκή καταγωγή που όφειλε να την τιμά στην καθαρότητα και ταπεινότητα.

gloyd_orangeboar_s_house_by_mrhaliboot-d6xyteo_

Το έργο μου αποτελείται από δύο μέρη: από εκείνο που είναι εδώ γραμμένο, αλλά και από ό,τι δεν έχω γράψει. Και ακριβώς αυτό το δεύτερ μέρος είναι και το πιο σημαντικό, έγραψε για το Tractatus Logico – Philosophicus, το έργο που συντάχθηκε στην καλύβα και ήταν το μόνο που εξέδωσε ο φιλόσοφος· το έργο που μιλούσε για τα όρια της γλώσσας και για το πέραν της γλώσσας· μιας γλώσσας που εντοπίζεται στην κρημνώδη θέση της απώλειάς της, όπου οι λέξεις – κατασκευές άγχους αναδύονται ως ίχνη απουσίας. Μοιάζει το Tractatus να είναι ακριβώς η καλύβη της γλώσσας, η ευθραυστότητα του νοήματός της.

Όλες οι πύλες το έργο του Κάφκα είναι παγίδες· από εκείνες του Πύργου ως εκείνες του ξενοδοχείου της Αμερικής, όλες είναι τυφλά σημεία των φαντασιακών του διαφυγών. Στο έργο του Το κτίσμα εκφράζεται μια αρχιτεκτονική του άγχους. Το εσωτερικό του Κτίσματος είναι ένας περίκλειστος κόσμος, ένα λαβυρινθώδες ανάγλυφο από διαδρόμους που καταλήγουν σε πλατείες, απ’ όπου εκκινούν άλλοι διάδρομοι σε πιο βαθιές κρύπτες. Κάθε κρυψώνα έχει πολλές κρυψώνες, όπου το σώμα και η ψυχή ειρηνεύουν στην ικανοποιημένη επιθυμία του πραγματοποιημένου στόχου του σπιτιού. Αυτή είναι η αρχική ιδέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού: ένας χώρος προστατευμένος, επικεντρωμένος στην απώθηση του εισβολέα και στην απομόνωση για μια ήσυχη ζωή.

little_house_by_liallan_

Αλλά το σφύριγμα του ανέμου από μια δίοδο που άνοιξαν τα μυρμήγκια, μια μικρή κατολίσθηση εδάφους, ο θόρυβος ενός σκαθαριού, διασαλεύουν την απόλυτη ησυχία. Όσο βαθύτερα σκάβεις στη γη, τόσο απειλητικότερο αισθάνεσαι το ανελέητο βλέμμα του άλλου: Το ευάλωτο του κτίσματος με έκανε κι εμένα ευάλωτο, οι πληγές του με πονούν σαν να ήταν δικές μου. Το κτίσμα – λαγούμι του Κάφκα είναι ο χώρος της λογοτεχνίας του, ένας χώρος όπου ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως αυτός που εισβάλει και καταργεί την μοναξιά της γραφής του. Οι άλλοι ήταν πάντα για τον συγγραφέα μια πραγματική απειλή, μια σπατάλη χρόνου που τον αποσπούσε από τον χρόνο της συγγραφικής του καταβύθισης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα κοντά στην πόλη Κόνκορντ της Νέας Αγγλίας ο Αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Henry David Thoreau, κουρασμένος από την ανελευθερία και τις ψεύτικες υποχρεώσεις της αστικής ζωής, αποφασίζει να εγκαταλείψει την αστική ζωή και να ζήσει μόνος του στο δάσος μιας μικρής λίμνης. Μέχρι να ολοκληρώσει το έργο του θα μαγειρεύει έξω στο χώμα και θα κοιμάται κάτω από ένα πρόχειρο στέγαστρο. Βρέθηκε κι αυτός εκεί για να γράψει· όχι να ζήσει απλώς μια λιτή ζωή αλλά για να την συνδυάσει με την πνευματική εργασία. Εκεί, στη λίμνη Walden, θα γράψει το περίφημο βιβλίο του Walden. Το σπίτι, θα γράψει αργότερα, ήταν μόνο μια μικρή φωλιά, δεν ήταν παρά μια βεράντα στην είσοδο ενός λαγουμιού.

little_forest_house_by_hidetheinsanity-d96i1rt

Μόνη του συντροφιά είχε τους τριγμούς της παγωμένης λίμνης, μιας λίμνης που είχε συμβολοποιηθεί ήδη από τις παιδικές του ονειροπολήσεις. Η λίμνη είναι μια εικόνα του ίδιου του Thoreau: Ουόλντεν εσύ είσαι; διερωτάται κάποια στιγμή ο συγγραφέας πάνω από τον αντικατοπτρισμό του στα νερά της. Χτίζοντας την καλύβα στις όχθες της, αφηνόταν στην ανεστιότητά του σ’ ένα ανοικτό περιβάλλον. Η καλύβα δεν είναι σπίτι, είναι αντίσκηνο, ένα κάθισμα, όχι μια ιδιοκτησία, αλλά ένα κατάλυμα μόνο για τη νύχτα. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον πάλι αφήνομαι στην περιπλάνησή μου στην ανοικτότητα του κόσμου. Η εγκατάσταση κάνει τον άνθρωπο δυσκίνητο, απρόθυμο στην περιπέτεια του ταξιδιού, στην έξοδό του. Το σπίτι δεν μπορεί να είναι παρά ένα αντίσκηνο που να μπορείς εύκολα να το εγκαταλείψεις ή να το σηκώσεις στην πλάτη σου. Και το ελάχιστο της υλικότητας του σπιτιού ταυτίζεται με την αφτιασίδωτη ζωή.

bigpreview_forest-hut-wall_

Από τις κρυψώνες του Gaston Bachelard, την κατά μόνας διαμονή του Emmanuel Levinas και την μικρή καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας, του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικεί στη μέση της τεράστιας ιδιοκτησίας του Φάουστ, μέχρι τις καλύβες των ερημιτών και τους στύλους των αναχωρητών Πατέρων, ο συγγραφέας χτίζει ένα εξαιρετικά πύκνό βιβλίο που μοιάζει με τις καλύβες όπου φιλοξενείται: είναι μικρό το δέμας αλλά περιλαμβάνει ένα ολόκληρο σύμπαν.

Πλήρης τίτλος: Η ετεροτοπία της καλύβας. Κείμενα για την γλώσσα της αρχιτεκτονικής και για την αρχιτεκτονική της γλώσσας. Εκδ. Σμίλη, 2014, σελ. 87. Στην πρώτη εικόνα: η καλύβα του Χάιντεγκερ.




Ιανουαρίου 2016
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 997.960 hits

Αρχείο

Advertisements