Αρχείο για Δεκέμβριος 2015

30
Δεκ.
15

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 3 (καλοκαίρι – φθινόπωρο 2015)

ΝΠ3 εξώφυλλο (1)

Ανάμεσα στους εικονικούς διαλόγους της τηλεόρασης και στις εικονικές δίκες των ολοκληρωτικών καθεστώτων, διακρίνω μόνο ποσοτικές διαφορές στον διασυρμό των συκοφαντούμενων. Όποιος επιτρέπει σε μια ιδιωτική του συζήτηση να τον χαζεύουν εκατομμύρια άνθρωποι, τραυματίζει την αξιοπρέπεια και το θαύμα του διαλόγου, της συνομιλίας από πρόσωπο σε πρόσωπο, και θα πρέπει να τιμωρείται με ισόβια στέρηση της ιδιωτικής του σφαίρας. Το καθεστώς της τηλεκρατίας στη δημόσια σφαίρα είναι η πιο αναίμακτη τυραννία και συνάμα ο πιο καθολικός ολοκληρωτισμός της ιστορίας. Το καθεστώς αυτό δεν έχει ανάγκη αποκεφαλισμούς, τους καθιστά περιττούς. Δεν γνωρίζει υπηκόους, ούτε και εχθρούς. Γνωρίζει μόνο συμπαίκτες, κομπάρσους που υποτάσσονται στο σύστημα…

γράφει ο πάντα ανήσυχος και ερεθιστικός στην γραφή Μπότο Στράους σε ένα κείμενο του 1993 που μοιάζει όχι απλά επίκαιρο αλλά και να αναφέρεται στο ίδιο το διαδίκτυο και τους κανιβαλιστικούς του δημόσιους μονολόγους και διαλόγους. Αυτή η Τράγου ωδή διογκούμενη αποτελεί ένα από τα κείμενα του κεντρικού αφιερώματος του τεύχους για Τα όρια της ελευθερίας (Φιλελευθερισμός και Δύση στον εικοστό αιώνα). Συνεισφέρουν με εξαιρετικά ενδιαφέροντα και εκτενή κείμενα οι Ernst – Wolfgang Böckenförde, Mark Lilla, Richard Rorty, Alasdair Macintyre, Σωτήρης Μητραλέξης, Νικόλας Σεβαστάκης, Κώστας Χατζηαντωνίου και Νίκος Δήμου.

bothostrauß

Ο Δήμου έχει αρκετά ενδιαφέροντα να πει και ως ένας από τους λίγους διανοούμενους στην μεταπολιτευτική Ελλάδα που κράτησαν απόσταση από την Αριστερά, ασκώντας της και κριτική. Ο συγγραφέας εξηγεί πως λόγω της θητείας του στην Γερμανία δεν επηρεάστηκε από την παντοδύναμη τότε γαλλική Αριστερά, σε μια εποχή που οι Γάλλοι φοιτητές φώναζαν «Καλύτερα να κάνω λάθος με τον Σαρτρ παρά να είμαι σωστός με τον Αρόν!». Κι όμως ο Αρόν, ο Καμύ και ο Καστοριάδης δικαιώθηκαν, ενώ ο μαοϊστής Σαρτρ μόνο ως εφιαλτική γραφειοκρατία παραμένει.

Κάθε οικογένεια κάθε παρέα κάθε σπίτι / έχει – να δεις πώς τόνε λένε – ένα ξερόλα / Από τη Θράκη βόρεια μέχρι κάτω στην Κρήτη / υπάρχει κάποιος που τα ξέρει πάντα όλα // […] // Τα πάντα ξέρει ο άτιμος! Όλα τα αναλύει / γιατί η γη είναι στρογγυλή, πόσο πηδά ο ψύλλος / γιατί μυρίζει η πορδή, ο ήλιος γιατί δύει / γιατί νιαουρίζει το γιατί, γιατί γαβγίζει ο σκύλος. [Ο ξερόλας]

alfred-pal

Γνωρίζουμε τα σπαρταριστά ομοιοκατάληκτα ποιηματίδια του Γιάννη Μπελεσιώτη, κοινώς του Στιχάκια, ήδη από το ιστολόγιό του και την στήλη Από καθέδρας εδώ στα Νέα Πλανόδια. Καιρός να διαβάσουμε και για τον ίδιο τον κωμικό και σατιρικό ποιητή που βαδίζει στα ίχνη του Σουρή και του Μανούσου Φάσση, εκσυγχρονίζει το είδος και οι ρίζες του φτάνουν μέχρι τα Πτωχοπροδρομικά και τις κωμωδίες του κρητικού θεάτρου. Εδώ δεν αναδίδεται η ματαιότητα του βιβλικού Εκκλησιαστή, ούτε κάποια κυνική απαξίωση της ζωής· το βλέμμα στρέφεται με συμπάθεια σε αποτυχημένους και losers, όπως γράφει στο επίμετρο ο Γ. Πινάκουλας, ενώ ανθολογεί ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Από τα δεκάδες άλλα κείμενα απόλαυσα τον Διάλογο για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα δια χειρός Hugo von Hofmannstahl, ένα εγχειρίδιο του Hans Magnus Enzerberger περί του Πώς να επινοείς έθνη από το γραφείο σου, την πάντα διαθλαστική ματιά του ταξιδιώτη Γιώργου Βέη σε μερικές Ινδίας λεπτομέρειες, ενώ τις τελευταίες σελίδες γεμίζει κι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων αντίλογος πάνω στο θέμα Τρομοκρατία και ολοκληρωτισμός, με προεκτάσεις και στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Διαφωνούν και επιχειρηματολογούν οι Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης, Κωνσταντίνος Πουλής, Φώτης Τερζάκης και Λεωνίδας Σταματελόπουλος.

Hugo_von_Hofmannsthal 1

Τελευταίο αλλά σημαντικότερο όλων το γεγονός ότι εμπλουτίζεται ο φάκελος περί λογοκλοπής, που έχει φτάσει στα ανώτατα ανήθικα κλιμάκια, με δεκάδες κλεφταραίους να απλώνουν το χέρι τους σε αλλότριες πνευματικές εργασίες. Πρόκειται για μια έρευνα απολύτως απαραίτητη για όλους εμάς τους τίμιους της γραφής. Παρακαλώ να ζητηθεί από τον Στιχάκια να τους περιλάβει με την τέχνη του. Μέχρι τότε, ας τον ξαναδιαβάσουμε στα δικά του….

Το όνομά σας; Α! Υπέροχο! Βαρώνη! / Ωραίο π’ ακούγεται απ’ το στόμα το δικό σας! / Κι ο κύριος δίπλα που ’χει αρχίσει να θυμώνει; / Πω πω αφέλεια! Ασφαλώς ο σύζυγός σας! // Συγνώμη κιόλας, αλλά αν δεν το πω θα σκάσω / Αυτός καλέ είναι ένα βήμα πριν πεθάνει / Μα το θεό! Μπροστά του να σας αγκαλιάσω / ούτε μια κίνηση δεν πρόκειται να κάνει.

hans_magnus_enzensberger1_wasselowski

Σίγουρα πολλά για το θέμα θα είχε να γράψει και ο Μπότο Στράους, που από το ίδιο προαναφερθέν κείμενο συνεχίζει πάντα εύστοχα [μτφ. των σχετικών αποσπασμάτων Πέτρος Γιατζάκης]: Η ευφυΐα των μαζών έχει φθάσει πια σε σημείο κορεσμού. Απίθανο να πάει παραπέρα, να υπερβεί τον εαυτό της και να καταστήσει τα δέκα εκατομμύρια τηλεθεατές του RTL μαθητές του Χάιντεγκερ. Ο εξυπνακισμός είναι η μικρόνοια των ημερών μας. Η ευφυΐα του high touch, όπου όλοι με όλους βρίσκονται πάντοτε σε στενή επαφή, δεν κάνει πια διαχωρισμό μεταξύ του οπλίτη και του στρατηλάτη. Ό,τι ήταν πρώτα η απαθής μάζα, είναι σήμερα η απαθής μάζα των πεφωτισμένων.

 [σελίδες 264]

Στις εικόνες: Botho Strauss, ένα εξώφυλλο μιας έκδοσης του Άμλετ που θα μπορούσε να απεικονίζει και τον Ξερόλα, Hugo von Hofmannsthal, Hans Magnus Enzensberger. Το ιστολόγιο του Στιχάκια εδώ.

28
Δεκ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 108 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015) (κυκλοφ. 20 Νοεμβρίου 2015)

108

Περνάμε δεκαετίες για να καταλάβουμε ότι τα πιο μεγαλόπνοα έργα έχουν στοιχειώδη εγωκεντρικά κίνητρα. Η προσωπικότητα, γενικά, παρά την περίπλοκη λειτουργία της και τους αινιγματικούς θεατρινισμούς θυμίζει παιδική κουτοπονηριά. Εξ ου και ο αυτοσαρκασμός…έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης και χάρη στο Εντευκτήριο έχουμε την ευκαιρία να τον διαβάσουμε σε μια απρόσμενη, αδημοσίευτη συνέντευξη. Πρόκειται για συνομιλία με την Αναστασία Λαμπρία που προοριζόταν για την Μεσημβρινή, η οποία τελικά έκλεισε κι έτσι το απομαγνητοφώνημα καταχωνιάστηκε για χρόνια σε κάποιο συρτάρι.

Ο Παπαγιώργης έδωσε φτερά στο δοκίμιο, που κατέστησε ιδανικό είδος για την συνεύρεση φιλοσοφίας και καθημερινών παθών. Δοκίμασε να γράψει άλλο είδος, υπήρχε πάντα ο πειρασμός του μυθιστορήματος αλλά θεωρούσε πια ανέφικτο να στήσεις μια πειστική κατάσταση χωρίς να καταφύγεις σε εξωτισμούς. Η πόλη προσφέρεται μόνο για αστυνομικά μυθιστορήματα· διαφορετικά ποιος ενδιαφέρεται αν πέθανε η γιαγιά μου ή αν ο Λάκης αγαπάει τη Λούλα; Ο κινηματογράφος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Υπ’ αυτή την έννοια, το να γράφεις βιβλία διανοητικά που στραβοκοιτάζουν τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία έγινε η ιδανική του λύση.

7128030_2_l_

Η δισέλιδη και κάτι παραπάνω συνέντευξη είναι πολύτιμη. Ο συγγραφέας εξομολογείται πως με τα χρόνια βρέθηκε στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Ως προς το ύφος του, δεν επηρεαζόταν από λογοτέχνες· ζήλευε λογοτέχνες και Η δολοφονία ως μία από τις καλύτερες τέχνες του Ντε Κουίνσυ και το Αγέλη και Δύναμη του Κανέττι αποτελούν πρότυπα από συγγραφείς που ονομάστηκαν «μικροί». Βρήκε ένα κοινό με ειδικές ανάγκες, επειδή ακριβώς ήταν κι ο ίδιος παιδί με ειδικές ανάγκες. Κι έγραψε τα βιβλία του εύκολα, γιατί τα βιβλία γράφονται εύκολα, μέσα σε λίγους μήνες, όπως γίνονται τα παιδιά. Ο χρόνος σού επιστρέφει ό,τι είσαι· γι’ αυτό ο Θεός έκανε μία εβδομάδα για να δημιουργήσει τον κόσμο

Ανάμεσα στα άλλα κείμενα ξεχωρίζει το εξίσου απρόσμενο, ιδιόμορφο παραμύθι της Ανν Κουίν [Ann Quin] Κάθε σακάτης με τη δική του περπατησιά (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ριζοσπαστικό γυναικείο περιοδικό Nova τον Δεκέμβριο του 1966, δυο εξομολογητικοί, διπρόσωποι μονόλογοι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ με ένα ποίημα και με τον ίδιο της τον εαυτό, τα πάντα απολαυστικά διηγήματα των Σπύρου Γιανναρά και Κώστα Ακρίβου, ενώ πιστός στις αστραπιαίες ιδέες που κάποτε μας χάριζε σε κοινή μπάρα, ο Ηλίας Κουτσούκος φαντάζεται εξωφρενικές επιχειρηματικές ιδέες νυχτερινών κέντρων που καταλήγουν σε θεατρικά μπουλούκια και, μοιραία, σε Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ.

41pHzfnSZcL._SX370_BO1,204,203,200_

Έτος 2015, Θεσσαλονίκη. Είναι Δεκέμβριος, και η φημισμένη υγρασία της πόλης βρίσκεται στο 81%. δηλαδή ευνοεί την εμφάνιση του εκτοπλάσματος, τους πονοκεφάλους και τον εσωτερικό μονόλογο. Περιττό να αναφερθεί πως έξω χιονίζει. / Ας αναφερθεί όμως: / Έξω χιονίζει… και μας περιμένει λίγο πιο κάτω η σπαρταριστή γραφή του Σάκη Σερέφα, που μαρτυράει απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα του και μας στέλνει στην επέτειο ενός αιώνα από το 1914, με το μέντιουμ Νίνα να επιχειρεί να φέρει μπροστά στο κοινό τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, με λίγη βοήθεια από τον οδηγό της Μπάμπη, «που θα διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα στο διάμεσο και στα πνεύματα, κάτι σαν κυβερνητικός εκπρόσωπος θα έλεγε κανείς».

ann-quin_

Πεζογραφούν ακόμη οι Κουραλί Μάνικαβελ  (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου), Αλέξης Πανσέληνος, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Θέμης Λιβεριάδης, Χρήστος Αγγελάκος, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Πόπη Μανιά κ.ά., και στιχουργούν οι Φοίβος Συμεωνίδης, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Κυριάκος Χαρίτος, Λεβή Μπενουζίλιο κ.ά. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος καταθέτει «Άνθη αδερφικής φιλίας» για τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη, ο Άρις Γεωργίου παρουσιάζει εκτενώς το έξοχο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου: μεταξύ μύθου και ιδεολογίας (που θα παρουσιάσουμε κι εδώ στο Πανδοχείο λίαν συντόμως), ο Χρήστος Καλός ανοίγει τον φωτογραφικό του θάλαμο και όλοι οι εκλεκτοί στηλίτες, κριτικοί και παρουσιαστές βρίσκονται στις θέσεις τους.

[σελίδες 160]

Στις εικόνες: τα δυο βιβλία που απορρόφησε ο Κωστής Παπαγιώργης και η Ann Quin.

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 37 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2015)

E

Το περιοδικό συμπλήρωσε είκοσι χρόνια και το τεύχος είναι πλούσιο και επετειακό. Στο πρόσωπο του εκδότη του περιοδικού Γιώργου Γιαννόπουλου η λογοτεχνική γενιά του ’80 στην Θεσσαλονίκη βρήκε έναν άξιο εκπρόσωπό της, έναν πολύτιμο εργάτη και διανοούμενο με σημαντική προσφορά. Ο μαέστρος αυτής της πλούσιας πνευματικής πορείας υποδέχεται ερωτήσεις σε μια εκτενή συνομιλία με την συγγραφέα Πέρσα Κουμούτση, όπου μεταξύ άλλων εστιάζει την δοκιμασία του περιοδικού, που υπήρξε πάντα ένα συλλογικό εγχείρημα που στηρίζουν φίλοι και συνεργάτες, σε κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων είναι η προβληματική της εμφάνισης του νεοφασιστικού κινδύνου σε συνδυασμό με την κρίση του συστήματος, οι ιδεολογικές και πολιτικές εκδοχές του εθνολαϊκισμού, ο πυρήνας της κρίσης στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και η ανάδειξη του κριτικού λόγου με αναφορές στην φιλοσοφική σκέψη, στον ψυχαναλυτικό λόγο, στο πολιτικό δοκίμιο κλπ.

Cover 29_

Η Τούλα Παπαπάντου καταλογογραφεί τους ποιητές που έχουν δημοσιεύσει πονήματά τους στο περιοδικό την τελευταία δεκαετία, η Ελένη Αβραμίδου καταθέτει ένα δισέλιδο manuel των είκοσι αυτών χρόνων, ο Σπύρος Μακρής ξεφυλλίζει την πορεία της Τέχνης, της Επιθεώρησης Τέχνης, της Κριτικής, του Πολίτη και του Ένεκεν (Ο περιοδικός τύπος στην Ελλάδα), ο Βασίλης Ιωαννίδης συντάσσει δελτία παλαιότερων τευχών, αλλά εκφράζει και έναν γενικότερο προβληματισμό για τα λογοτεχνικά περιοδικά:

Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για τα λίγα αυτά περιοδικά, που καταγράφουν και αποτυπώνουν την πολιτιστική πορεία του τόπου και που η έκδοσή τους γίνεται από κάποια μοναχικά, ρομαντικά άτομα, τα οποία καταθέτουν μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες όλου τους το είναι, μεράκι, πάθος, μόχθο, ατέλειωτη εργασία και χρήμα, υπάρχει αποδέκτης και υπάρχει αναγνώριση της προσφοράς και του ρόλου τους καθώς και μια στρατηγική στην προώθηση και στήριξη των προσπαθειών τους ή απλά αντιμετωπίζονται σαν γραφικές περιπτώσεις που ικανοποιούν κάποιες προσωπικές τους ανάγκες ή επιθυμίες, οι οποίες δεν έχουν κανένα κοινωνικό ή πολιτιστικό αντίκρισμα και εγκαταλείπονται αβοήθητοι σε έναν απεγνωσμένο, ατελέσφορο αγώνα;

Eneken Cover 28_

Ο συντάκτης διαπιστώνει ότι αυτά τα περιοδικά δεν έχουν καν την στήριξη των ίδιων των λογοτεχνών, των συγγραφέων, ιδιαίτερα των Θεσσαλονικέων, που το έργο τους έχει παρουσιαστεί και προβληθεί απλόχερα από τις σελίδες του περιοδικού, ενώ ειδικότερα το παρόν περιοδικό συχνά δεν έχει ούτε τη στήριξη της αριστεράς σε όλο της το φάσμα, που κείμενα και συνεντεύξεις μελών και διανοούμενων της έχει φιλοξενήσει… Αναρωτιέται ακόμα πού είναι η παρουσία των χιλιάδων φοιτητών, των πανεπιστημιακών δασκάλων, των δημοτικών αρχών, της Πολιτείας, των βιβλιοθηκών. Τελικά όλα αυτά μήπως αναδεικνύουν το τεράστιο έλλειμμα πολιτισμού σε ολόκληρη τη χώρα;

Eneken Cover blog24_

Ένα εκτενές κείμενο του Γρηγόρη Καραφύλλη αφιερώνεται στον Παντελή Πουλόπουλο, έναν «ευφυή μαρξιστή του μεσοπολέμου». Αντιγράφω από το πάντα πυκνό σημείωμα του εκδότη: Ο σκοπός του δεν άγιασε ποτέ τα μέσα. Για χάρη του πραγματισμού, ο Ζαχαριάδης και οι λοιποί έκαναν ό,τι έκαναν, γιατί υποτίθεται δεν γινόταν αλλιώς. Ο διεθνισμός ήταν όνειρο των τελευταίων ρομαντικών και όχι πολιτική τακτική. Κι όμως ο Πουλιόπουλος τους αποδεικνύει πως οι τελευταίοι ρομαντικοί είχαν δίκιο και τους το δείχνει δυο φορές: τη μία όταν οι στρατιώτες κατεβάζουν τα όπλα τους και τη δεύτερη όταν πια είναι και ο ίδιος ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από τα συντρίμμια της χώρας του, όταν η ιστορία παίρνει την εκδίκησή της για τους συμβιβασμούς και τις «τακτικές».

Cover 31a_

Οι τίτλοι των άλλων δοκιμιακών κειμένων είναι ενδεικτικοί: Από τα ψυχιατρεία στην μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη (Παύλος Βασιλειάδης), Η πλατωνική σκέψη ως φιλοσοφία ανυπακοής (Λάμπρος Παπαγιάννης), Η διαλεκτική του βλέμματος μέσα από τον καθρέφτη (Νίκη Τσάγκου) κ.ά. Στην επικράτεια της λογοτεχνίας, διανύεται ένα μεγάλο διάστημα, από τον Ουίλλιαμ Φώκνερ μέχρι σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες που δημιουργούν σε πεζά και ποιήματα. Την έκδοση συνοδεύει το εορταστικό αφήγημα του Ζαχαρία Στουφή The party… και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Φρέρη Διαθήκη, ενώ κοσμούν συλλεκτικά έργα του θεσσαλονικιού ζωγράφου και συγγραφέα Γιάννη Βούρου.

Eneken Cover 21

Τέλος, η Ελένη Αβραμίδου διαβάζει αναλυτικά το Ταξίδι στην Κίνα του Ρολάν Μπαρτ: Βλέποντας τους νεαρούς Κινέζους, παρατηρώντας τα λεπτά κορμιά τους και νιώθοντας αόριστους ερωτικούς ηλεκτρισμούς, σημείωνε: «Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσα να τους διαφωτίσω σχετικά με το οτιδήποτε – απλώς να φωτίσω εμάς εκκινώντας απ’ αυτούς. Άρα, αυτό που μένει να γραφτεί δεν είναι ένα Λοιπόν, η Κίνα; αλλά ένα Λοιπόν, η Γαλλία;».

 Σελίδες: 220

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 36 (Απρίλιος – Ιούνιος 2015)

Eneken Cover 36_

Το τεύχος φιλοξενεί ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στην Hanna Arendt, με αφορμή την συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τον θάνατό της. Η Άρεντ δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη φιλόσοφος feminini generis αλλά και μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεωτερικότητας, με περίοπτη θέση στη βαϊμαρική και την εβραϊκή αναγέννηση του Μεσοπολέμου, αλλά με σημαντική συμβολή στην σκέψη για την πολιτική, την ηθική και τον κόσμο μετά τον ναζιστικό όλεθρο και τα Ολοκαύτωμα.

Ο Michael Löwy γράφει για την γνωριμία και την ευρύτερη «συγγένειά» της με τον Walter Benjamin. Αμφότεροι, ο καθένας με τον τρόπο του, καταδεικνύουν το μεγαλείο και την διαύγεια της συνείδησης του παρία των Εβραίων διανοούμενων της Μεσευρώπης [Mitteleuropa] και πάνω απ’ όλα, σύμφωνα και με τα λόγια της ίδιας σε μια επιστολή στον «δάσκαλό» της Καρλ Γιάσπερς (αναφερόμενη βέβαια όχι στον εαυτό της αλλά στον Rahel Varnhagen), μια εξαιρετική ευαισθησία απέναντι στην αδικία, μια γενναιοδωρία και παντελή απουσία προκαταλήψεων και έναν μεγάλο σεβασμό σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το πνεύμα.

hannah_

Ο Θάνος Λίποβατς εγγράφει την Άρεντ σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, στο κείμενό του Το κακό στην πολιτική του 20ού και 21ου αιώνα. Η Άρεντ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ειρηνικές, βραχύβιες δημοκρατικές εξεγέρσεις από το 1950 και έπειτα δίχως να τις εξιδανικεύει, τόνιζε ιδιαίτερα την σημασία της αποκάλυψης της αλήθειας στην πολιτική δίκη, εκφράστηκε ιδιαίτερα για την ευρύτερη κρίση ιδίως της μεταπολεμικής περιόδου και συλλογίστηκε πάνω στις αντιδράσεις στην Γερμανία μετά τον πόλεμο (όπου η αντιμετώπιση των εγκλημάτων απλώς ανήχθη σε συναισθηματικές αντιδράσεις αποτροπιασμού και ενοχής). Η φιλόσοφος αναζητούσε φιλοσοφικά κριτήρια για τον εντοπισμό του κακού στον πολιτικό χώρο και διαφοροποίησε το σκέπτεσθαι από το ενθυμείσθαι, εφόσον μόνο η ενθύμηση, η μνήμη διατηρεί τα ίχνη εμπειριών του παρελθόντος.  Arendt4

Συμμετέχουν ακόμα με εκτενή κείμενα ο Σπύρος Μακρής (που επιμελείται και το αφιέρωμα), ο Γιώργος Φαράκλας και η Βίκυ Ιακώβου. Το περιοδικό αποτελεί πάντα ένα ορθάνοιχτο παράθυρο και προς τον σύγχρονο κόσμο, με αμιγώς πολιτικά κείμενα. Αυτή τη φορά ο Gaston Lefranc αναρωτιέται αν βαδίζουμε προς μια νέα χρηματιστική κρίση, ο Jean – Philippe Divès εντοπίζει τους δεσμούς ανάμεσα στην κρίση του καπιταλισμού και την «ψηφιακή επανάσταση», ο Pierre Roussel ερευνά τα της έντασης στην Ανατολή (Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Ιαπωνία), η Έλενα Αβραμίδου τις ασιατικές αξίες εναντίον δυτικών.

canetti_2_foto_gadliker

Ένα δεύτερο εξίσου ερεθιστικό αφιέρωμα περιλαμβάνει γραφές Περί ηδονών και άλλων δαιμονίων [Ευάγγελος Λιότζης, Έλσα Κορνέτη, Αντιγόνη Ηλιάδη, Σίσσυ Δουτσίου]. Ανάμεσα στις άλλες σελίδες, ο Φίλιππος Φιλίππου αναζητά τις απαρχές της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Esin Ozansoy εξευρενά κοινούς λογοτεχνικούς τόπους των Οδυσσέα Ελύτη και William Blake κ.ά. Περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων κι ένα διήγημα του John Updike καθώς κι ένα κείμενο του Ελίας Κανέττι (Η γιορτή του νεκρού και οι θρηνητικές θρησκείες):

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετέχουν  στο θρήνο; Τι είναι αυτό που τους προσελκύει; Σε τι βοηθά ο θρήνος τους ανθρώπου; Σε όλους τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος συμβαίνει το ίδιο: η κυνηγετική αγέλη εξιλεώνεται σαν θρησκευτική αγέλη. Οι άνθρωποι έζησαν σαν διώκτες και σαν διώκτες εξακολουθούν να ζουν πάντα με τον τρόπο τους. Γυρεύουν την ξένη σάρκα και μπήγουν τα δόντια τους μέσα της, τρέφονται από τον πόνο των αδύναμων πλασμάτων [….] Αλλά η ενοχή και ο φόβος τους αυξάνονται αδιάκοπα κι έτσι να το ξέρουν ποθούν την λύτρωση. Έτσι πλησιάζουν κάποιον που πεθαίνει, και με τον θρήνο γι’ αυτόν αισθάνονται και οι ίδιοι σαν διωκόμενοι… [σ. 46].

Διογένης Παπαδόπουλος

Σελίδες: 244.

Στις εικόνες: Χάνα Άρεντ, Γουώλτερ Βένγιαμιν και έργο του Διογένη Παπαδόπουλου, συνθέσειςτου οποίου κοσμούν το τελευταίο τετρασέλιδο του τεύχους.

Στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

20
Δεκ.
15

Oscar Wilde – Αφορισμοί

aforismoi_

Η ζωή διασκεδάζει μαζί μας με σκιές, σαν ένας μαριονετίστας. Της ζητάμε απόλαυση. Μας την παραχωρεί, αλλά η πικρία και η απογοήτευση ακολουθούν. Βρίσκουμε στο δρόμο μας μια ευγενική λύπη που θα αποδώσει, σκεφτόμαστε, την απέραντη αξιοπρέπεια της τραγωδίας στις  μέρες μας, αλλά εξανεμίζεται, πράγματα λιγότερο ευγενικά την αντικαθιστούν, και μια μέρα, μπροστά σε μια γκρίζα και ανεμοδαρμένη αυγή, ή  μπροστά στην ασημένια σιωπή ενός μυρωμένου απόβραδου, καθόμαστε και κοιτάζουμε, είτε με αποστασιοποιημένη έκπληξη είτε με βαριά σαν πέτρα καρδιά, τη χρυσοποίκιλτη τούφα μαλλιών που άλλοτε λατρέψαμε με τόση ζέση και φιλήσαμε με τόσο πάθος. [σ. 59]

Πνευματώδης και εκκεντρικός εκπρόσωπος του Αισθητισμού και της Παρακμής κατά την δεκαετία του 1880, επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας της επόμενης δεκαετίας, μέγιστος οιηματίας με το σπέρμα της ύβρεως, με σαρδόνιες παραδοξολογίες, αστραφτερή ευγλωττία και προκλητικό αισθησιασμό, όπως εύστοχα γράφει στην πυκνή εισαγωγή του ο μεταφραστής, ο Ουάιλντ είχε μια εκθαμβωτική πορεία μέχρι τα σαράντα του.

Oscar_Wilde 1

Οι επιφανειακοί διέκριναν μόνο πρόκληση και πόζα, αδυνατώντας να διανοηθούν ότι επρόκειτο για αντίδραση απέναντι στην ίδια του την τάξη, για άρνηση απέναντι στην ίδια του την εποχή. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να ανατραπεί η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα και φυσικά να ζήσει πλήρως την δική το ζωή, να μην συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ζωή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Υπάρχουν στιγμές όπου πρέπει να επιλέξεις κανείς – ή να ζήσει πλήρως τη δική του ζωή, απόλυτα, ολοκληρωτικά, ή να συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ύπαρξή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Η ομορφιά και η εκκεντρικότητα υπήρξαν το καταφύγιό του, η τέχνη του ο τρόπος να μιλήσει απελευθερωμένος από ηθικοπλασίες και στρατεύσεις. Εδώ «η τέχνη για την τέχνη» έφτασε στο αποκορύφωμά της με το βραχύβιο κίνημα του Αισθησιασμού. Και τέχνη πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια του η ζωή· επιθυμούσε, όπως εξομολογήθηκε στον Αντρέ Ζιντ, να βλέπει την ζωή του σαν έργο τέχνης, σαν κομψοτέχνημα.

Oscar_Wilde 5

Και ύστερα ήρθε η πτώση: η φυλάκισή του με την κατηγορία του σοδομισμού και της προσβολής των χρηστών ηθών και η καταδίκη του σε δυο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ονομάζεται C.3.3. (από τον αριθμό του κελιού του), υπόκειται στον ισοπεδωτικό νόμο της φυλακής, η ζωή του φεύγει από τα χέρια του. Ο αλλοτινός νάρκισσος των σαλονιών γίνεται ταπεινός για να μην νιώθει ταπεινωμένος. Στην φυλακή γράφεται η εξομολογητική επιστολή De profundis που θα δημοσιευτεί χωρίς καμία περικοπή δεκαετίες αργότερα.

Μετά την αποφυλάκισή του θα καταφύγει στην Γαλλία, θα ζήσει ως Σεβαστιανός Μέλμοθ και θα ολοκληρώσει την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ, όπου και οι περίφημοι στίχοι Each man kills the thing he loves… Στο γυμνό δωμάτιο του Hotel d’ Alsace θα πεθάνει άπορος και μέθυσος στα σαράντα έξι του. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκδοθούν οι Αφορισμοί.

Μη μου λέτε πως έχετε εξαντλήσει τη ζωή. Άμα κάποιος το λέει αυτό, όλοι ξέρουν πως είναι η ζωή που τον έχει εξαντλήσει.

Oscar_Wilde 3

Αν υπάρχει ένα ύστατο ανάγνωσμα που περιλαμβάνει συμπυκνωμένες μερικές από τις βασικότερες αρχές του ροκ εντ ρολ, τότε είναι αυτή εδώ η κιβωτός της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής ελευθερίας. Ο Ουάιλντ έβλεπε ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κάποιοι άλλοι. Απόψεις κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφές τα πάθη τους», ότι οι άνθρωποι σπάνια ζουν πραγματικά· οι περισσότεροι απλά υπάρχουν – κι αυτό είναι όλο. Πόσοι στην εποχή του μπορούσαν να το αποδεχτούν αυτό; Πόσοι άντεχαν ακόμα και να το διαβάσουν;

Οι λέξεις του θρυμματίζουν τις αξίες που καθόρισαν αμέτρητες ζωές. Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, γράφει, αποτελούν κατάλοιπο του ακρωτηριασμού των πρωτόγονων, μια έκφανση της αρχαίας λατρείας του πόνου, που μέχρι σήμερα παράγει θύματα και βωμούς στην χώρα του. Αλλά και για την ιδιωτική ζωή προτιμά να μην ψευδολογεί. Η εμπειρία δεν έχει την παραμικρή ηθική αξία, είναι απλώς το όνομα που οι άνθρωποι δίνουν στα λάθη τους.

Oscar_Wilde_(Boston_Public_Library)_

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η αρετή προσομοιάζει με μια πόλη χτισμένη ψηλά σ’ ένα βουνό: δεν μπορεί να κρυφτεί. Η αρετή είναι εκτεθειμένη στα μάτια όλων. Και ο καλός άνθρωπος είναι σε αρμονία με τον εαυτό του. Παραφωνία υπάρχει όταν εξαναγκαζόμαστε να εναρμονιστούμε με τους άλλους. Στο Λονδίνο του διέκρινε ότι συναντούσε κανείς υπερβολικά πολλή ομίχλη και υπερβολικά σοβαρούς ανθρώπους. Αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν η ομίχλη κάνει τους ανθρώπους σοβαρούς ή οι σοβαροί άνθρωποι δημιουργούσαν την ομίχλη.

Κάποιος που είναι κύριος του εαυτού του μπορεί να βάλει τέλος σε μια λύπη με την ίδια ευκολία που μπορεί να εφεύρει μιαν απόλαυση.

Για τον Wilde ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή αλλά η διανομή των ρόλων είναι χάλια. Είναι ακόμα ένας κόσμος όπου υπάρχουν μόνο δύο τραγωδίες: να μην αποκτάς όσα επιθυμείς και να αποκτάς όσα επιθυμείς. Η δεύτερη είναι κατά πολύ χειρότερη. Ο κυνισμός (του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Από την άλλη, είναι σαφές ποιους ακριβώς εννοεί όταν γράφει πως οι μέρες μας είναι πολύ σύντομες για να φορτωθούμε και τα βάσανα των άλλων. Κάθε άνθρωπος ζει τη δική του ζωή και πληρώνει ο ίδιος το τίμημά της. Δεν θα ’πρεπε ωστόσο να πληρώνει τόσο συχνά για κάθε του κρίμα.

the-picture-of-dorian-gray-oscar-wilde

Ο συγγραφέας ελαφροπατεί και στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών, τις οποίες άλλωστε ορίζει ως Σφίγγες χωρίς αίνιγμα. Δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πουριτανές γυναίκες, καθώς δεν νομίζει ότι υπάρχει έστω και μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κολακευμένη όταν την πολιορκούν – και αυτό τις κάνει τόσο αξιολάτρευτες. Συμφωνεί με τα λόγια ενός πνευματώδη Γάλλου: Οι γυναίκες μάς εμπνέουν την επιθυμία να δημιουργήσουμε αριστουργήματα και πάντοτε μας εμποδίζουν να τα φέρουμε σε πέρας. Άλλωστε είναι φτιαγμένες για να τις αγαπούμε, όχι για να τις καταλαβαίνουμε. Οι γυναίκες αγαπούν με τα αυτιά τους, ενώ οι άνδρες με τα μάτια τους. Και βέβαια, κάθε άντρας θέλει να είναι ο πρώτος έρωτας μιας γυναίκας και κάθε γυναίκα θέλει να είναι ο τελευταίος έρωτας ενός άνδρα.

Ο Ουάιλντ είναι ένας αιώνιος λάτρης της νεότητας: η νιότη βασιλεύει στη ζωή. Ένα βασίλειο ανοίγεται μπροστά της. Ο καθένας γεννιέται εξόριστος – όπως σχεδόν όλοι οι βασιλιάδες. Και για να ξαναβρεί κανείς τη νιότη του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλες που έχει διαπράξει. Ως προς τον έρωτα, γνωρίζει πως όσοι είναι πιστοί δεν γνωρίζουν παρά την τετριμμένη πλευρά του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένας ιερέας του ηδονισμού. Η ηδονή είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζει κανείς. Τίποτα δεν μας γερνά περισσότερο από την ευτυχία.

Oscar_Wilde 10

Πρέπει να επινοήσουμε έναν νέο ηδονισμό, που θα αναπλάσει τη ζωή και θα την σώσει από αυτό τον άκαμπτο και νοσηρό πουριτανισμό… Σκοπός αυτού του νέου ηδονισμού θα ήταν η εμπειρία αυτή καθαυτή και όχι τα απότοκα της εμπειρίας, είτε είναι γλυκά είτε είναι πικρά. Δεν θα έχει σχέση ούτε με τον αισθητισμό που αμβλύνει τις αισθήσεις ούτε με τη χυδαία ακολασία που τις ναρκώνει. Αλλά θα πρέπει να διδάσκει στον άνθρωπο πώς να προσηλώνεται στις στιγμές μιας ζωής που δεν είναι κι η ίδια παρά μια σύντομη στιγμή.

Εκδ. Ροές, 2015, σειρά MicroMEGA, μετάφραση – προλεγόμενα: Αλέξανδρος Βέλιος, σελ. 159 [Oscar Wilde, Sebastian Melmoth, 1904].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 198, υπό τον τίτλο Oscillate Wildly, από την λογοπαιγνιωδώς αφιερωμένη στον συγγραφέα άφωνη μουσική των Smith και του Morrissey, πιστού ακόλουθου του Wilde.

 

18
Δεκ.
15

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)

Φρέαρ 12_13_

Γιατί οι άνθρωποι μισούν; Διότι μέσω του μίσους, μέσω δηλαδή της άρνησης του άλλου και της επιθυμίας καταστροφής του, συγκροτούν την ταυτότητά τους, βεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Όπως γράφει ο Γκύντερ Άντερς (Guenther Anders), ένας από τους λίγους στοχαστές του εικοστού αιώνα που έγραψε το μισός, «“Μισώ, άρα υπάρχω”, ακριβέστερα “άρα είμαι εγώ”, και τελικά “άρα είμαι κάποιος”». Το μίσος του άλλου είναι ο εύκολος δρόμος της αυτοεπιβεβαίωσης. Αν πιστέψουμε μάλιστα την ψυχανάλυση, η γένεση του μίσους ανάγεται στην αρχικότατη φάση ανάπτυξη  του εγώ, στον αγώνα κατά του εξωτερικού κόσμου, που τον αισθάνεται ως πηγή δυσαρέσκειας ως απειλή. Η αγάπη είναι κατόρθωμα, το μίσος είναι φυσικό…

γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε ένα πυκνότατο κείμενο για την πραγματικότητα του μίσους και την ρητορική του. Ο συγγραφέας θυμάται τον στίχο του Ηλία Λάγιου για οργή που είναι πλήρες μεροκάματο και διαπιστώνει ότι η ψυχική δυνατότητα του μίσους που ενυπάρχει στον καθένα μας καλλιεργείται και εξάπτεται, ατομικά και κυρίως συλλογικά, με τον λόγο. Σήμερα στην δημόσια συζήτηση, όταν κάνουμε λόγο για την ρητορική του μίσους εννοούμε περιοριστικά τον ρατσιστικό λόγο, ξεχνώντας ότι πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και πολλοί ευγενείς πνευματικοί αγώνες στην ιστορία της ανθρωπότητας δόθηκαν με έναν λόγο μίσους όχι κατά ιδεών και απόψεων αλλά κατά ανθρώπων. Ο Ζουμπουλάκης εστιάζει στο αιώνιο πρότυπο ρητορικής του μίσους, στον αντισημιτικό λόγο.

Aleksander_Wat_

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φυλετικός και ο εθνικοσοσιαλιστικός αντισημιτισμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προϋπάρξει αδιάκοπα από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, ο θρησκευτικός, δηλαδή χριστιανικός, αντιϊουδαϊσμός, πανταχού παρών σε κάθε είδους γραπτό κείμενο της Εκκλησίας και βεβαίως στον προφορικό της λόγο. Εδώ γίνεται και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, που έστω και καθυστερημένα καταδίκασε έμπρακτα την σχετική ρητορική, σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άραγε ποιον θα εμπνεύσουν οι ιστορίες αυτές, ποιο αγόρι ή κορίτσι θα παρακινηθεί να γράψει τις δικές του, όταν εγώ δεν θα είμαι παρά ένα σύννεφο, ένας στρόβιλος στην έρημο της Γιούτα, το θρόισμα των φύλλων στο φθινοπωρινό Ουάινσμπεργκ, αναρωτήθηκε ο Ρέι και βυθίστηκε στην απεραντοσύνη εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2012, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το Λος Άντζελες και οι πρώτες σταγόνες της βροχής μούσκευαν το γρασίδι στον περίβολο του νοσοκομείου.

 Ray Bradbury_

…γράφει στο τελευταίο του από μια σειρά επτά έξοχα μπονζάι [μικροκείμενο] για τον Άρη ο Γιώργος Μητάς, αφιερωμένο φυσικά στον Ρέι Μπράντμπερι, που έγραψε τόσα επιστημονικά φαντασιακά χρονικά, και κυρίως βέβαια τα Χρονικά του Άρη. Μια άλλη ποιητική ωραιότατη επιστολή απευθύνει ο Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα στον Χοσέ Λεσάμα Λίμα, τον σπάνιο Κουβανό συγγραφέα του Paradiso. Μη σας παραξενέψει, Λεσάμα, αν μάθετε ότι είστε ένας σπουδαίος κλασικός για την ευρεία μειοψηφία. Θα ήταν εύκολο να ήσασταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, όμως αυτός ο κόσμος τότε θα ήταν ένας κόσμος διαφορετικός. Ξέρω πόσο σας θαύμαζε ο Γκαστόν Μπακέρο, που ήξερε πως ήσασταν μια ιδιοφυΐα που δεν είχε κατανοηθεί σωστά, όπως ο Γκόνγκορα, όπως ο Καραβάτζιο, όπως ο Κασάλ, όπως η Ντίκινσον. Πλούσιος σε απέραντες γνώσεις, σαμάνος της πυρπολημένης λέξης, σκοτεινός όπως οι μιγάδες ή οι εκλεπτυσμένοι ανάμεικτοι, είχατε κοκαΐνη από φως στο ερημητήριό σας. Ήσασταν, Λεσάμα, μια από τις μεγαλύτερές μας πολυτέλειες.

Lezama_Lima_ilustra_Robson_Vilalba

Το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα προέρχεται από την ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης που αποτελεί και τον κύριο κορμό του τεύχους· μια ανθολογία με δύο ιδιαιτερότητες: αφενός αφορά αποκλειστικά και μόνο ζώντες συγγραφείς, «αφήνοντας στην άκρη την συνηθισμένη συνταγή των αφιερωμάτων πού περιλαμβάνει κυρίως την γενιά του 1927 κι από δίπλα κάποιους ακόμη συμπληρωματικούς ποιητές, από τούς πιο γνωστούς και καθιερωμένους», αφετέρου τα ποιήματα είναι αδημοσίευτα ακόμα και στα ισπανικά. Έτσι το περιοδικό απευθύνθηκε σε ορισμένους από τούς πλέον έγκυρους ποιητές της Ιβηρικής (Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αουρόρα Λούκε, Άλβαρο Βαλβέρδε, Φρανθίσκο Λεόν αλλά και Κάρλος Αλκόρτα και Χουάν Βιθέντε Πικέρας) και τούς ζήτησε να υποδείξουν τούς ποιητές εκείνους πού, κατά την γνώμη τους, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από καμιά σύγχρονη ανθολογία, ζητώντας τους παράλληλα να τους φέρουν και σε επαφή μαζί τους.

Κώστας Ψυχοπαίδης_

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι ανθολόγοι ζήτησαν να μην δημοσιοποιηθούν οι επιλογές του καθενός, ενδεικτικό του γεγονότος ότι τα συγγραφικά ήθη της Ισπανίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα δικά μας. Η κοπιώδης μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τους Δημήτρη Αγγελή, Ούρσουλα Φωσκόλου και Κώστα Βραχνό. Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης κοινή συνέντευξη των Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, συνεντεύξεις των Ζαν-Λυκ Νανσύ και Λη Μπρέιβερ, μια ανέκδοτη ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, κείμενα των Αντώνη Ζέρβα (Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας), Κώστα Στεργιόπουλου (Για την έκδοση του κριτικού έργου του Άγρα), Ιωάννη Ζηζιούλα (Μητροπολίτη Περγάμου), Σταύρου Γιαγκάζογλου, ένα απρόσμενο διήγημα του Κάρλος Φουέντες (μτφ. Μαρία Καλουπτσή) κ.ά., ενώ Επί υδάτων πολλών μας πλοηγούν ο Άλβαρο Βαλβέρδε σχετικά με τον Καβάφη στην Ισπανία, ο Αχιλλέας Ντελλής σε ένα ωραιότατο κείμενο για το βλέμμα της σινεφιλίας, ο Μαριάνος Καράσης με τα δελτία του για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας και έτεροι πολλοί. Τα χαρακτικά του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

ZESZYTY LITERACKIE

Ο κομμουνισμός είναι εχθρός της εσωτερίκευσης, ο εχθρός του ανθρώπου με εσωτερικό βίο. Η ουσία του σταλινισμού: να σκοτώσει τον εσωτερικό βίο του ανθρώπου… έγραφε ο μείζων πλην παραγνωρισμένος σοβιετικός συγγραφέας Aleksander Wat, ένας από τους αναρίθμητους πνευματικούς εργάτες που υπέστη τα πάνδεινα από το σοβιετικό καθεστώς. Το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Βραχνού μας ξεναγεί στην συντροφία του με τον Stanislaw Ignacy Witkiewicz, στην ποιητική του συλλογή Ο Άνεργος Εωσφόρος, στην περιπλάνησή του σε δεκατέσσερις φυλακές, στην αδύνατη επιστροφή στην υγιή ζωή, στην αυτοχειρία του, και πάνω απ’ όλα στο σπάνιο, πολυσέλιδο έργο του Ο Αιώνας μου και στις εξομολογήσεις του: Εκείνο που με έσπρωξε στον κομμουνισμό δεν ήταν η δίψα για πίστη, αλλά η ανικανότητά μου να αντέξω τον απόλυτο, τελεσίδικο σκεπτικισμό και, κατά συνέπεια, να αποδεχτώ το παράλογο της ύπαρξης.  

Στις εικόνες: Aleksander Wat – αποδέκτης κρατικού και «ιδεολογικού» μίσους, Ray Bradbury, ο José Lezama Lima, που ενέπνευσε τον ποιητή, έργο του Κώστα Ψυχοπαίδη, κοσμητή του τεύχους, Aleksander Wat ως Τσάρλι Τσάπλιν από την Jana Lebens.

13
Δεκ.
15

Η ανάδυση της μνήμης. Συζητώντας με τον W.G. Sebald. Συνεντεύξεις και δοκίμια (επιμ. Lynne Sharon Schwartz)

Sebald 1

Η πρόζα που φωτογραφίζει τον χρόνο

«Πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσα πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν την δυνατότητα της μνήμης…»

… αναρωτιόταν στο Άουστερλιτς ο Ζέμπαλντ και τα λόγια του ξαναθυμάται ο ποιητής Charles Simic, που περιγράφει την αίσθησή του από την ανάγνωση των Ξεριζωμένων – Κάφκα, Μπόρχες, Προυστ, Ναμπόκοφ, Καλβίνο, Λέβι, Μπέρνχαρντ – και θυμάται σε παλαιότερη συνέντευξη τον συγγραφέα να λέει ότι ορισμένα ερωτήματα δεν επιτρέποντια σε έναν ιστορικό, επειδή είναι μεταφυσικά και πως η αλήθεια βρίσκεται πάντα κάπου αλλού, κάπου κρυμμένη ανάμεσα στις μυριάδες παραμελημένες λεπτομέρειες μιας ατομικής ύπαρξης. Για τον Simic το μυστικό της γοητείας του Ζέμπαλντ είναι ότι είδε τον εαυτό του με έναν τρόπο που σήμερα φαίνεται σχεδόν παλαιομοδίτικος, ως φωνή της συνείδησης, ως κάποιον που δεν ξεχνά την αδικία, που μιλάει για λογαριασμό αυτών που δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν.

Sebald, Winfried - Writer, Germany - 29.06.1999     1swsw,wg,georg,portraet portrait,jahrhundert 20 zwanzigstes zwanzig jh jhr geschichte,historisch 20th century historical history c20th XX c20,prominente prominenter pa personenarchiv person personen,vip persoenlichkeit persoenlichkeiten people,personality personalities,bkst

Πρόκειται για έναν πολύτιμο τόμο που περιλαμβάνει πέντε μακροσκελείς συνεντεύξεις και τρία δοκίμια για τον συγγραφέα που εισήγαγε περισσότερες καινοτομίες από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα της εποχής μας, τόσο ως προς την γραφή, με εκείνον τον ελικοειδή και υπνωτιστικό μακροπερίοδο λόγο, όσο και ως προς την ιστορική αφήγηση, με μια ματιά σε ευρύτατες ζώνες οπτικής. Ο Ζέμπαλντ επινόησε μια νέα πεζογραφική φόρμα, που καθιστά απτό το θόλωμα των ορίων ανάμεσα στην μυθοπλασία και τον δοκιμιακό λόγο· χρησιμοποίησε άλλωστε τον όρο «πεζογραφικές αφηγήσεις».

Η επιμελήτρια αφιερώνει την εισαγωγή της σε ένα περιεκτικό διάγραμμα του έργου του και εστιάζει στο αγαπημένο θέμα του, την ταχύτατη άνθιση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας και τον αργό της θάνατο. Η αντίληψή του για τον χρόνο καθιστά δυνατή αυτή την πανοραμική οπτική. Το παρελθόν και το παρόν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να σταματούν και να ξεκινούν με ακανόνιστους σπασμούς του νου ή της μνήμης. «Δεν θα γινόταν άραγε να δίναμε ραντεβού στο παρελθόν;» αναρωτιέται ο ίδιος στο Άουστερλιτς. Όσον αφορά ένα άλλο θέμα του, την εξορία και την ανεστιότητα, ο Ζέμπαλντ αναλαμβάνει πρώτα την αμφίσημη θέση του ακροατή, ο οποίος απορροφά τις ιστορίες των εξορίστων ώσπου αναλαμβάνει ο ίδιος το βάρος να τις διαδώσει.

Ξεριζωμένοι_

Η Ruth Franklin παρομοιάζει την πρόζα του με τα ιαπωνικά οργιγκάμι, που σχηματίζονται και διαλύονται με μια κίνηση των δαχτύλων: κινείται συγχρόνως προς τα μέσα και προς τα έξω. Το σύμπαν των βιβλίων του είναι ένα δικό του Νυκτόραμα, το οποίο κατοικείται από όντα που νιώθουν οικεία στο σκοτάδι. Η τέχνη διαφυλάττει την ανάμνηση αλλά συνάμα την καταστρέφει: αυτή τελικά είναι η πιο θεμελιώδης διαμάχη στο έργο του. Ο κίνδυνος που διατρέχει ο ίδιος, όταν αναζητά τα μοτίβα της θλίψης που οριοθετούν τα βιβλία του, είναι μην τυχόν και αυτά, χάρη στην ανείπωτη ομορφιά τους, εξαλείψουν την θλίψη που όφειλαν να περιέχουν.

Στα ισχνά χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ζέμπαλντ έφτιαχνε μόνος του τα παιχνίδια του. Όταν δεν μεγαλώνεις με έτοιμα, αγοραστά παιχνίδια, αλλά με τα πράγματα που ανακαλύπτεις στην αυλή σου, κάνεις αρκετές αυτοσχέδιες κατασκευές, είχε δηλώσει στον συνομιλητή του Arthur Lubow. O συγγραφέας θυμάται το βομβαρδισμένο Μόναχο· τα λίγα κτίρια που στέκονταν όρθια ανάμεσα σε σωρούς από μπάζα από τα κτίρια που είχαν καταρρεύσει. Το γεγονός ότι ο κόσμος δεν το σχολίαζε αυτό, τον έκανε να φαντάζεται ότι αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση των πόλων: με σπίτια ανάμεσα σε βουνά ερειπίων.

campo-santo

Η εξονυχιστική εξέταση τεκμηρίων – φωτογραφιών, ημερολογίων, πολεμικών αρχείων τον έκανε ιδιαίτερα επιδεκτικό. Οι φωτογραφίες κάνουν το κείμενο να φαίνεται σαν να είναι πραγματική ιστορία και όχι μυθοπλασία, κι ας είναι ευρέως γνωστό ότι ακόμα και στην προψηφιακή εποχή μπορούσε κανείς να παραποιήσει μια φωτογραφία. Στους Δακτυλίους του Κρόνου ο Ζέμπαλντ παρομοίαζε τους συγγραφείς με τους υφαντές: μελαγχολικοί άνθρωποι που επεξεργάζονται περίπλοκα σχέδια, πάντοτε με το φόβο ότι έχουν αδράξει το λάθος νήμα. Σε συνομιλία του με την Eleanor Watchel ανέφερε σχετικά με τις φωτογραφίες:

«Θεωρώ πως οι φωτογραφίες εξυπηρετούν ίσως δυο σκοπούς μέσα στο κείμενο. Ο πρώτος και προφανής είναι η αυθεντικότητα· όλοι μας έχουμε την τάση να πιστεύουμε στις εικόνες περισσότερο απ’ ό,τι στις λέξεις. […] Η άλλη λειτουργία του χρόνου που βλέπω να επιτελούν είναι πιθανώς αυτή της σύλληψης του χρόνου. […] Μεταφέρεσαι εκτός χρόνου, πράγμα που υπό μια έννοια είναι λύτρωση, εάν μπορείς να απελευθερωθείς από την πάροδο του χρόνου….Οι φωτογραφίες λειτουργούν ως φράγματα ή υδατοφράκτες που ανακόπτουν τη ροή». [σ. 58 – 60]

Sebald_24974_MR.indd

Οι συγγραφείς που είχε ως λογοτεχνικά πρότυπα έγραψαν στα γερμανικά του 19ου αιώνα: Gottfried Keller, Adalbert Stifter, Heinrich von Kleist, Jean Paul Richter. Την εποχή της συνέντευξης διάβαζε τα απομνημονεύματα του Chateubriand, με τον οποίο αισθανόταν μια εγγύτητα, μεγαλύτερη και από την οικειότητα που ένιωθε με τους ανθρώπους γύρω του. Ο Ζέμπαλντ σκεφτόταν ότι η επιθυμία του γνωρίζει μόνο κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους και τόπους πιθανώς να πηγάζει από εκείνη την έκδηλη αίσθηση ξεριζωμού. Χλεύαζε μάλιστα την ανερμάτιστη φύση των σύγχρονων ταξιδιών και ιδίως το γεγονός ότι δεν επιστρέφουμε ποτέ στο ίδιο μέρος, σε αντίθεση με τους παλαιούς ταξιδιώτες.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας υποστήριξε μια θέση που προκάλεσε μεγάλη διαμάχη όταν οι διαλέξεις του δημοσιεύτηκαν στον γερμανικό Τύπο: ότι η γερμανική λογοτεχνία δεν πραγματεύτηκε επαρκώς μετά τον πόλεμο την καταστροφή όλων των μεγάλων γερμανικών πόλεων, αλλά και αρκετών μικρότερων, από τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές. Υπήρξε δηλαδή μια συνωμοσία σιωπής σχετικά με το ζήτημα, όπως και για πολλά άλλα που συνέβησαν στη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες: Heinrich Boell, Hans Werner Richter και  Hans Magnus Enzensberger, που είχε κάνει παρόμοιες διαπιστώσεις σε δοκίμιό του.

Sebald 4

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. από τα Αγγλικά Βασίλης Δουβίτσας, επιμ. Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 249. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με τα λογοτεχνικά έργα, τα δοκίμια και τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα, οι ελληνικές εκδόσεις, όλες από την Άγρα, και βιογραφικά των συντελεστών του τόμου [The emergence of memory: Conversations with W.G. Sebald, 2007]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, αρ.  χειμώνας 2015 – 2016

12
Δεκ.
15

Το Δέντρο, τεύχος 205 – 206 (Οκτώβριος 2015)

Δέντρο

Ω, ο έρωτας δεν είναι τίποτα, αν δεν είναι τρέλα, κάτι παράλογο, απαγορευμένο, και μια περιπέτεια στο κακό. Διαφορετικά είναι ευχάριστη κοινοτοπία, καλή για να κάνει κανείς ειρηνικά τραγουδάκια στις πεδιάδες. [Το Μαγικό Βουνό]

Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Τόμας Μαν, το Δέντρο αφιερώνει ένα τεύχος στον συγγραφέα που, όπως γράφεται στον πρόλογο, έχει καταργήσει πια στην πράξη κάθε ένταξή του σε συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο. Ο Μαν πάντα θα μεγαλουργεί στο μεταίχμιο μεταξύ πρωτοπορίας και παράδοσης, στην παραλαβή των σημαντικότερων προτάσεων του 19ου αιώνα και στην προώθησή τους στον επόμενο αιώνα, όπου διυλίζοντάς τις μέσα από ένα εντελώς προσωπικό ιδίωμα.

Thomas_Mann_in_Sanary-sur-Mer_1933_

«Δεν είμαι παρατηρητής αλλά ενός εκπρόσωπος», έγραφε ο Τόμας Μαν το 1937 και μας το θυμίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις στο κείμενό του Τόμας Μαν, δαιμονικός εκπρόσωπος του ανθρωπισμού. Από παιδί ακόμη, σαν ήρωας του Γκέτε, γοητευμένος από τις μεταμφιέσεις και το θέατρο μαριονέτας, δηλαδή από το πλήρως συνειδητό και γεμάτο πάθος παιχνίδι μεταξύ της μαγείας και της πεζής πραγματικότητας, ο Μαν ζούσε σε έναν κόσμο – παράσταση, βιωμένο με βαθιά σοβαρότητα. Ο Μάγκρις εστιάζει σε ορισμένα έργα του, όπως οι Μπούντεμπρουκ, ένα παράδειγμα εξαίρετου ύφους, ένα έπος που συνελάμβανε το συνολικό και ενιαίο νόημα της ζωής και ο Φέλιξ Κρουλ, ένα από τα ωραιότερα βιβλία του συγγραφέα, που ανέδειξε πως η ειρωνεία και το παιχνίδι, στις παύσεις και τα διαστήματα μεταξύ άλυτων αντιθέσεων, μπορούσαν να αποσπάσουν από την ύπαρξη ώρες χαράς, ευτυχίας και αλήθειας.4573

Ποιος μπορεί να υποθέσει τι σκέπτεται ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ στον κινηματογραφικό Θάνατο στη Βενετία, όταν στο κουρείο δέχεται τις περιποιήσεις και τις ανανεωτικές παρεμβάσεις του φλύαρου ιταλού κομμωτή; αναρωτιέται ο Κώστας Μαυρουδής στο δικό του κείμενο, Ένας ευτελής περίγυρος. Το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης της νουβέλας, ενώ ο θεατής του βισκοντικού έργου το αγνοεί, αφού, κατά κανόνα, για την βουβή σκέψη των ηρώων και τους συλλογισμούς του αφηγητή, η εικόνα παραμένει ένας απρόθυμος μάρτυρας. Αυτή ακριβώς η πλευρά της συνομιλίας λογοτεχνίας και κινηματογράφου (ή το αδύνατό της) απασχολεί τον συγγραφέα, που ταξινομεί τις σχετικές επιλογές των σκηνοθετών απέναντι σε ανάλογες σελίδες.

Mann,+Thomas,+1943+by+Fred+Stein_

Η πολύτιμη αυτή κιβωτός κειμένων περιλαμβάνει μια συνέντευξη του Τόμας Μαν: Ο Γουόλτ Γουίτμαν είναι ο Νίτσε της Αμερικής,  μια επιστολή του Μπέρτολτ Μπρεχτ στον Τόμας Μαν, μια συζήτηση του Κλ. Μάγκρις με τον Ρ. Ρίμεν (Από την ευγενή αρετή του Τόμας Μαν στη σύγχρονη κρίση), αλλά και στοιχεία από μια έκθεση (Ο Τόμας Μαν, Ο Μάριο και ο μάγος, ο Χίτλερ και η φασιστική Ιταλία) και αποσπάσματα από τέσσερα βιβλία του (Θάνατος στη Βενετία, Το μαγικό βουνό, Ο Μάριο και ο Μάγος, Δόκτορ Φάουστους). Ο Βασίλης Πρωτοπαπάς μας προσφέρει μια ιδανική, συνοπτική παρουσίαση  Για το Μαγικό βουνό, ο Νίκος Δήμου παρουσιάζει τον Τόμας Μαν ως ακτιβιστή της ειρήνης, ο Λευτέρης Αναγνώστου κοινωνεί την εμπειρία του Μεταφράζοντας τον Ιωσήφ του Τόμας Μαν, η Αναστασία Αντωνοπούλου παρουσιάζει όλες τις ταινίες που μετέφεραν έργα του συγγραφέα (Ο Τόμας Μαν στην οθόνη) αλλά και, σε άλλο κείμενο, βασικές θεματικές παραμέτρους στο πρώιμο έργο του Τόμας Μαν.

Der zauberberg_

Και μόνο η παράθεση των υπόλοιπων τίτλων είναι ενδεικτική για τον πλούτο των καλυπτόμενων θεμάτων: Ναταλί Μπίλφελντ και Ντοροτέα Γκρούσνικ: Οι Μαν, μια οικογένεια συγγραφέων, Τζοβάνα Άλμπι: Τιμώντας μιαν επέτειο, Πιέτρο Τσιτάτι: Η Λίμπεκ σ’ ένα διαμέρισμα της Ρώμης, Αλέξανδρος Ίσαρης: Ο αρχάγγελος, Νίκος Σωτηριάδης: Τόνιο Κρέγκερ: προοίμιο αυτοβιογραφίας, Γιώργος Κόκκινος: Για τους Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, Αλέξανδρος Κυπριώτης: Τόμας Μαν – Ο τελευταίος έρωτας, Αλεσάντρο Μελατσίνι: Τόμας Μαν, μια ιδιοφυΐα σε πόζα, Σιλβέστρο Λιβόλσι: Ο Τομας Μαν στην Ταορμίνα: αναζητώντας τον μύθο του Αχιλλέα, Βασίλης Πρωτοπαπάς: Η βιογραφία της ασθενούς μεγαλοφυΐας, Ίταλο Αλιγκιέρο Κιουζάνο: Μια νουβέλα και ένα σκάνδαλο, Κάρλος Φουέντες: Δείπνο στη Ζυρίχη.

thomas_mann_2312855

Θα ήμασταν ευτυχείς και μόνο με τα παραπάνω, αλλά το τεύχος δεν εξαντλείται στον σπουδαίο Γερμανό συγγραφέα. Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα στον Δημήτρη Μαρωνίτη που περιλαμβάνει μια εξομολογητική και «απολογητική» συνέντευξη, κείμενα για το έργο του κι ένα απόσπασμα από την Μαύρη γαλήνη, αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Καθριν Μάνσφιλντ, το χρονικό της αυτοκτονίας του Μαγιακόφσκι από την Σερένα Βιτάλε, μια άγνωστη συνέντευξη του Καρλ Μαρξ σε αμερικανό δημοσιογράφο στα τέλη του 19ου αιώνα, η ενδιαφέρουσα αλληλογραφία του Έλιοτ με έναν κριτικό της γενιάς του, το αφήγημα του Τρούμαν Καπότε που αφορά ένα ταξίδι στο Αιγαίο και τα μικρασιατικά παράλια (με γιοτ του Σταύρου Νιάρχου), μεταφρασμένη ποίηση των Ρούπερτ Μπρουκ και Γ.Μπ. Γέιτς και δυο έξοχα αφηγήματα του σκηνοθέτη Ερμάνο ‘Ολμι για τη συνάντησή του, μεταπολεμικά, με τον Ίταλο Καλβίνο. «Αποκαλυπτικά κείμενα για το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της Ιταλίας την εποχή της αθωότητας».

TM

Αντλώ απ’ το σημειωματάριο του συγγραφέα του Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ: Όσο μεγαλώνει κανείς, γίνεται πιο σιωπηλός. Στη νιότη του είναι έτοιμος να χυθεί στον κόσμο, νιώθει μια έντονη συντροφικότητα με τους άλλους ανθρώπους, θέλει να ριχτεί στην αγκαλιά τους και πιστεύει ότι θα δεχτεί κι αυτός αγκαλιές. Θέλει να ανοίξει τον εαυτό του στους ανθρώπους, έτσι ώστε να μπορεί να κάνει έναν από αυτούς δικό του, θέλει να εισχωρήσει μέσα τους. […] Όμως σταδιακά η δύναμη που ένιωθε να τα κάνει όλα αυτά, τον εγκαταλείπει. Τότε ίσως τοποθετεί όλη του την αγάπη, όλη του την ικανότητα να διαστέλλεται, σε ένα μόνο πρόσωπο […] Όμως λίγο  – λίγο αντιλαμβάνεται ότι κι αυτό είναι αδύνατον […] Τότε κανείς κλείνεται στον εαυτό του και φτιάχνει έναν δικό του κόσμο μέσα στη σιωπή του, τον οποίο κρατάει μακρά από κάθε ψυχή ζώσα…

William Somerset Maugham Painting; William Somerset Maugham Art Print for sale

Τέλος, στον πρόλογο του τεύχους μας επιφυλάσσεται μεταξύ άλλων μια πολύτιμη επισήμανση του Ζορζ Σιμενόν, ενός κατεξοχήν «αντιθεωρητικού» της γραφής και της σχέσης της με την μνήμη. Ο συγγραφέας είχε υπογραμμίσει την αδυναμία μας να συγκρατήσουμε τα σημαντικότερα στοιχεία ενός τοπίου την ώα που βρισκόμαστε εν θερμώ εντός του. Μόνο αργότερα, αναπολώντας την εμπειρία μας, ακόμα και στον ύπνο ή σε ενδιάμεση κατάσταση, μπορούμε να συγκρατήσουμε τα κυριότερα σημεία της. Η συνάντηση με τον εκλεκτικό μνημονικό μηχανισμό του Προυστ έχει ήδη συντελεστεί.

Σελ. 224. Στην τελευταία φωτογραφία ο Somerset Maugham.

09
Δεκ.
15

Alex Ferguson – Η αυτοβιογραφία μου

Alex_Ferguson_cover

Από την δική μου πλευρά, είχα μια συνταγή για την ήττα. Αφού έλεγα τα δικά μου στα αποδυτήρια, πάντοτε, πριν διαβώ την πόρτα για να αντιμετωπίσω τον Τύπο, να αντιμετωπίσω την τηλεόραση, να μιλήσω στον άλλο μάνατζερ, έλεγα στον εαυτό μου: «Ξέχνα το. Το παιχνίδι τελείωσε. Πάντα το έκανα αυτό». [σ. 233]

Αυτό που συγκινεί στο καταρρακτώδες βιβλίο του μάνατζερ που άλλαξε όλη την ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι ακριβώς οι σελίδες που αφιερώνει στις δύσκολες και στις οριακές στιγμές της ομάδας. Κοιτάζοντας πίσω δεν επικεντρώνει μόνο στις νίκες και τους θριάμβους αλλά και στις ήττες. Πώς να ξεχαστούν τρεις τελικοί Κυπέλλου, άλλοι τόσοι Λιγκ Καμπ, και φυσικά εκείνοι οι δυο στο Πρωταθλητριών από την Μπαρτσελόνα; Όμως είναι κι αυτά ένα μέρος από τον καμβά της ομάδας: η ανάκαμψη. Ο Φέργκιουσον δεν σταμάτησε να έχει στο νου του ότι δεν είναι όλα νίκες και παρελάσεις.

Sir Alex Ferguson 3

Dulcius ex asperis. Είναι πιο γλυκά έπειτα από δυσκολίες. Αυτό ήταν το σλόγκαν της οικογένειας Φέργκιουσον στην Σκοτία, κι αυτή ακριβώς η αισιοδοξία τον συντρόφευε στα τριάντα εννέα χρόνια του ως ποδοσφαιρικού μάνατζερ. Ας τονίσουμε εδώ ότι με τον όρο μάνατζερ εννοείται ο υπεύθυνος της ομάδας που αναλαμβάνει την ευθύνη τόσο για τις προπονητικές επιλογές όσο και την οικονομική διαχείριση. Ο Φέργκιουσον δεν πανικοβάλλονταν μετά από μια σειρά ατυχών αποτελεσμάτων, ενώ είχε πλήρη ανοσία σε οτιδήποτε επιχειρούσε να πλήξει την ομάδα από εξωτερικές πηγές. Και φυσικά δεν έδινε την παραμικρή σημασία στους ψιθύρους και τα σενάρια.

Μερικές φορές οι ήττες είναι τα καλύτερα αποτελέσματα. Η αντίδραση στις αντιξοότητες είναι προσόν. Ακόμα και στη χειρότερη περίοδό σου, δείχνεις δύναμη. Υπήρχε μια σπουδαία ρήση: «Είναι απλώς άλλη μια μέρα στην ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ». Με άλλα λόγια, η αντεπίθεση ήταν μέρος της ίδιας μας της ύπαρξης. Αν είσαι υποτονικός και απαθής με τις ήττες, τότε το βέβαιο είναι ότι θα έρθουν κι άλλες. Συχνά χάναμε δυο βαθμούς, με την αντίπαλο να ισοφαρίζει στην τελευταία φάση του αγώνα, αλλά μετά πραγματοποιούσαμε ένα σερί έξι ή εφτά νικών. Δεν ήταν συμπτωματικό. [σ. 31]

Sir Alex Ferguson 4

Δεν πρόκειται αμιγώς για πλήρη αυτοβιογραφία αλλά για ένα βιβλίο που συμπληρώνει μια προηγούμενη έκδοση, το Managing my life. Συνεπώς επικεντρώνει τα μαγικά του χρόνια στο Μάντσεστερ και όχι στην προηγούμενη ζωή του, φυσικά χωρίς να παραλείπει μερικές επιστροφές, όπως στα νιάτα του στην Γλασκόβη ή τους φίλους μιας ζωής που έκανε στο Αμπερντίν. Ήταν άλλωστε στις παμπ της Γλασκόβης που απέκτησε ένα μεγάλο μέρος των πρώτων πολύτιμων εμπειριών του. Εκεί μέσα έμαθε τους ανθρώπους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις τους, με έναν τρόπο που ολοκλήρωνε τις προσπάθειες του να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο κόσμος του ποδοσφαίρου. Κι ας μην το γνώριζε εκείνη τη στιγμή.

Άλλωστε η διαχείριση των δυο παμπ υπήρξε η πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα, που συνδύασε με το μανατζάρισμα της Σεντ Μίρεν. Όλα εγκαταλείφθηκαν με την ανάληψη της Αμπερντίν το 1978. Μερικές φορές γύριζε σπίτι με ανοιγμένο κεφάλι ή μαυρισμένο μάτι, αφού σε κάθε περίπτωση, στο άγριο κέφι ή στους καυγάδες, έπρεπε να μπαίνει στη μέση να χωρίζει τους θαμώνες. Εκεί άρχισε να φτιάχνει το δικό του τοπικό δίκτυο κυνηγών ταλέντων με …δασκάλους από τα γύρω σχολεία!

Sir Alex Ferguson 2

Με την Γιουνάιτεντ άλλαξαν τα Σαββατόβραδά του. Το παιχνίδι ξεκινάει στις τρεις το μεσημέρι και δεν επιστρέφεις σπίτι σου πριν από τις εννέα παρά τέταρτο το βράδυ. Αυτό ήταν το τίμημα της επιτυχίας: 76.000 άνθρωποι να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και η επιθυμία της εξόδου μειώνεται. Για έναν οπαδό υπάρχει η κουλτούρα να πηγαίνει την Δευτέρα στη δουλειά, γεμάτος συναισθήματα από το παιχνίδι του Σαββατοκύριακου.

Μάνατζερ στο ποδόσφαιρο σημαίνει και μια συνεχή μελέτη των ανθρώπινων αδυναμιών και ελαττωμάτων. Είσαι πάντα μόνος σου, ενώ θα έδινες τα πάντα για να μην είσαι μόνος με τις σκέψεις σου. Υπήρχαν μέρες στο γραφείο του το απόγευμα που περίμενε πως και πώς να χτυπήσει η πόρτα αλλά δεν ερχόταν κανείς· όλοι θεωρούσαν πως είναι απασχολημένος. Δεν δεχόταν όμως ποτέ να μετατραπεί η αίθουσα της συνέντευξης τύπου σε θάλαμο βασανιστηρίων (από τους δημοσιογράφους προς τους παίκτες και τους προπονητές), ενώ προσπαθούσε να κρατά τα πάντα μέσα στα αποδυτήρια αλλά και να δείχνει στους παίκτες ότι δεν μπορούν να κάνουν σαχλαμάρες μαζί του. Τους κατανοούσε όμως στα πάντα, ακόμα και για την άβυσσο που αισθάνονταν όταν έβλεπαν να πλησιάζει το τέλος της καριέρας του.

Sir Alex Ferguson 1

Υπάρχει εκείνη η στιγμή, όταν ο παίκτης αναρωτιέται τι πρόκειται να κάνει, γιατί η αποχώρηση από την ενεργό δράση μοιάζει με κενό. Τη μια στιγμή παίζεις σε ευρωπαϊκούς τελικούς, τελικούς Κυπέλλου Αγγλίας, κερδίζεις Πρωταθλήματα, την άλλη όλα ξεθωριάζουν. Το πώς θα αντεπεξέλθεις είναι μια πρόκληση που όλοι οι ποδοσφαιριστές αντιμετωπίζουν. Η δόξα δεν προσφέρει ασυλία από τη συναισθηματική κατάρρευση. Το δεύτερο ημίχρονο δεν είναι τόσο συναρπαστικό, άρα πώς το αναδημιουργείς; Πώς αντικαθιστάς τον ενθουσιασμό να κάθεσαι στα αποδυτήρια δέκα λεπτά πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα του παιχνιδιού…; [σ. 116]

Σήμερα του λείπουν τα αστεία στα αποδυτήρια, όλοι οι αντίπαλοι μάνατζερ («αυτοί οι υπέροχοι χαρακτήρες της παλιάς σχολής»), η ομάδα των αθλητικών επιστημόνων, τα κορίτσια στα πλυντήρια, τα φαγοπότια στο τέλος του αγώνα, τα κεράσματα και τα αστεία με τους αντιπάλους. Αλλά έχει και τόσα να θυμάται: τρόπαια, γκολ, κρίσιμους αγώνες, αξέχαστα περιστατικά, ξεκαρδιστικές καταστάσεις – κι όσα του έρχονται σαν πλημμύρα τα περιγράφει εδώ. Θυμάται τους καλύτερους γκολτζίδες του (Κόουλ, Καντονά, Φαν Νίστελροϊ, Ρούνι, τον ευλαβικά πιστός στην …γιόγκα Ράιαν Γκιγκς, που γυρνούσε την πλάτη του στην μόστρα και στην δόξα, το αναλυτικό μυαλό του Σόλσκιερ (σε σημείο να κρατά σημειώσεις στον πάγκο, ώστε να έχει πλήρες σχεδιάγραμμα προτού μπει ως αλλαγή), την τύχη να έχει τους δυο κατά την γνώμη του καλύτερους τερματοφύλακες μεταξύ των ετών 1990 – 2010 – Πίτερ Σμάιχελ, Έντβιν Φαν ντε Σαρ.

Sir Alex Ferguson 6

Ο αστείρευτος σερ αφιερώνει κεφάλαια στον Μπέκαμ, στον Φέρντιναρντ και το περίεργο σκάνδαλο, στην μεγάλη αντιπαράθεση με τον Ρόι Κιν, στον Κριστιάνο Ρονάλντο, στον μεγάλο ανταγωνισμό με τον Αρσέν Βενγκέρ. Αφιερώνει τις σκέψεις του για την πολιτική – ανέκαθεν υποστήριζε τους ντόπιους βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και στεκόταν στην αριστερότερη πλευρά της όχθης, την χαρά του διαβάσματος (ιδίως για βιογραφίες, πολιτική και Ιστορία), κι ένα όμορφο, σχεδόν κινηματογραφικό περιστατικό που αναφέρεται στην σελίδα 129.

Στην επιστροφή από ένα ταξίδι στην Αμερική, η ομάδα σταμάτησε για ανεφοδιασμό στο νησί της Νέας Γης (στο άνοιγμα του Κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, στον Καναδά), σε μια μικρή στρατιωτική βάση. Στον ορίζοντα υπήρχε μόνο μια καλύβα. Κατά την αναμονή του ανεφοδιασμού, το προσωπικό άνοιξε την πόρτα για να φρεσκαριστεί ο αέρας. Και είδαν ένα μικρό παιδί να στέκεται στο φράχτη με μια σημεία της Γιουνάιτεντ. Δεν επιτρεπόταν να αποβιβαστεί κανείς, μπορούσαν απλά να σταθούν στις σκάλες κι έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να χαιρετήσουν εκείνον τον μικρό οπαδό της ομάδας, που είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο συρματόπλεγμα στη μέση του πουθενά.

Alex FERGUSON Panini Manchester United 1988

Το σημερινό ποδόσφαιρο αλλάζει συνεχώς. Ο κόσμος προσπαθεί να εφαρμόσει στο ποδόσφαιρο τις βασικές αρχές της επιχειρηματικότητας. Δεν είναι όμως τόρνος, αλεστική μηχανή, είναι μια ομάδα από ανθρώπους. Είμαστε όλοι στην βιομηχανία των αποτελεσμάτων, λέει ο Φέργκιουσον, κι αυτό καταστρέφει μεγάλο μέρος της μαγείας. Ευκαιρία να θυμηθεί την περίπτωση του πρώην αρχηγού Μάρτιν Μπιούκαν όταν νεαρός είχε μεταγραφεί στην Όλνταμ με ένα μεγάλο πριμ υπογραφής. Καθώς δεν μπορούσε να βρει την φόρμα του, επέστρεψε τα χρήματα στην ομάδα, κρίνοντας ότι δεν τα άξιζε. Φανταστείτε, λέει ο σερ, να γινόταν αυτό σήμερα….

Η ομάδα δεν σταματούσε να πιστεύει ποτέ ότι θα τα καταφέρει. Κυριαρχούσε ακόμα και το παράδοξο σύστημα «υπομονή ως το τελευταίο τέταρτο του αγώνα και μετά δώστε τα όλα μέχρι το τελευταίο λεπτό». Κι αν η ρήση τους έβρισκε χαμένους υπήρχε πάντα η ρήση του Λομπάρντι: «Δεν χάσαμε το παιχνίδι, απλώς τελείωσε ο χρόνος»

Sir Alex Ferguson 4 [1993]

Στις τελευταίες σαράντα σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνονται στοιχεία και πίνακες από την καριέρα του Α.Φ. ως ποδοσφαιριστή και ως μάνατζερ, τίτλοι και αποτελέσματα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και φυσικά το Τσάμπιονς Λιγκ, συγκριτικές επιδόσεις της Μάντσεστερ πριν και μετά την έλευσή του και όλοι οι ποδοσφαιριστές της ομάδας υπό την καθοδήγησή του.

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2015, μτφ. Μιχάλης Φουντουκίδης, επιμέλεια – σημειώσεις Δημήτρης Λυμπερόπουλος, 333 σελ. [Alex Ferguson – My autobiography, 2013]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 197, υπό τον τίτλο Glory Glory Man United, εμπνευσμένο από τον Κόκκινο Ύμνο. Η ακαπέλλα του εδώ, κι ένας έτερος πανηγυρικός εδώ.

07
Δεκ.
15

Χόρχε Σέμπρουν – Ασκήσεις επιβίωσης

Jorge Semprun cover

«Μια παράδοση άνευ όρων, ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη».

… σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε στιγμή, σε οποιαδήποτε περίσταση, σ’ ένα δείπνο πρώην συμμαθητών του τάδε σπουδαίου λυκείου, πρώην βραβευμένων με το τάδε βραβείο ή στον δείνα διαγωνισμό, πρώην μελών του άλφα ή βήτα δικτύου, κάποιοι από εμάς ξαφνικά θα ξαναβρίσκονται γύρω από ένα τραπέζι για μια στιγμή πραγματικής μνήμης, πραγματικού μοιράσματος, ακόμη κι αν η ζωή, η πολιτική, η ιστορία θα μας έχουν χωρίσει, ακόμα κι αν θα μας φέρνουν σε αντίθεση, και τότε θα διαπιστώνουμε, με ζωηρό τρόμο και παράδοξο ενθουσιασμό, ότι έχουμε όλοι μας κάτι κοινό, ένα αγαθό που μας ανήκει αποκλειστικά, ένα είδος σκοτεινού και ακτινοβόλου νεανικού ή οικογενειακού μυστικού, το οποίο όμως μας καθιστά ιδιαίτερους, μας διαχωρίζει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο από την κοινότητα των θνητών, από τους κοινούς θνητούς: την ανάμνηση των βασανιστηρίων. [σ. 54]

Αντιστασιακός στο Παρίσι, κρατούμενος σε στρατόπεδο κοντά στη Βαϊμάρη, παράνομος στην Μαδρίτη, ο Σέμπρουν επιχειρεί μια συνολική έκφραση της αδιανόητης εμπειρίας των βασανιστηρίων. Άλλωστε η γραφή του πάντα ενέπλεκε τις σωματικές αισθήσεις στην βίωση των ιστορικών και προσωπικών γεγονότων. Το πραγματικό γεγονός αποκτά μυθιστορηματική διάσταση, η ζωή του ιστορικοποιείται και την ίδια στιγμή η Ιστορία ιδιωτικοποιείται. Στην εισαγωγή ο Ρεζί Ντεμπραί τιμά τον αγωνιστή με τον συνήθη του τρόπο: με φράσεις εξίσου λιτές και πυκνές μας θυμίζει πως ο αυτός ο Ισπανο – γερμανο – γάλλος πολύγλωσσος άνθρωπος – σύνορο έφερε τις ουλές του τρόμου του 20ού αιώνα, ένιωσε στο πετσί του τα μαγέματα και τα απομαγέματα κι έζησε όσο ελάχιστοι ένα τόσο πυκνό πεπρωμένο.

Jorge Semprun Paris_1970

Σε αυτό το αφήγημα ενός ρέοντος μα και ψύχραιμου εσωτερικού μονολόγου, ο συγγραφέας «Χ.Σ. Μητρώο 44904» θέτει την φαντασία του στην υπηρεσία της πραγματικότητας και αναπλάθει τα ψήγματά της· αφήνεται στο αδιάκοπο, ανήσυχο τρεμούλιασμα της ανάμνησης και, ταυτόχρονα, στην ακούραστη αναζήτηση της ακρίβειας. Το υποκείμενο αυτοεξετάζεται σαν αντικείμενο, η μνήμη κατακτά εκ νέου την λήθη, η Ιστορία προσαρτάται στην μνήμη (και εδώ ο Ντεμπραί εντοπίζει ενδιαφέρουσες διαφορές από τον Μαλρώ). Κι όλα αυτά σε ένα σύντομο κείμενο, γεμάτο απλές διαπιστώσεις και τόσο βαθιές αλήθειες, χωρίς συναισθηματισμούς και μεγαλοστομίες, χωρίς μελοδραματισμούς και θρηνωδίες.

Η πρώτη φράση τον βρίσκει στο ημίφως του μπαρ στο Ξενοδοχείο Lutetia, κουρασμένο από τα γηρατειά, να αναλογίζεται τις τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος. Κι ύστερα η μνήμη ξετυλίγεται σε πρόσωπα, γεγονότα, αισθήσεις, φόβους· σε στιγμές οριακές, σε αποφάσεις κρίσιμες, στο θάρρος των αγωνιστών, στην τόλμη των αντιστασιακών. Αλλά είναι οι σύγχρονες, αποσταγμένες σκέψεις πάνω στο βασανιζόμενο εαυτό του που πυκνώνουν σε βάθος την αναδρομή του.

Jorge Semprun [by Andre de Loba]

Μπροστά στα βασανιστήρια είναι πάντα προτιμότερο να ξέρεις τι σε περιμένει, τι θα αντιμετωπίσεις· είναι καλύτερο να μην τρέφεις αυταπάτες. Όμως το σώμα δεν γνωρίζει, καθώς δεν μπορεί να διαθέτει πρωθύστερη εμπειρία των βασανιστηρίων. Μπορεί σ’ αυτόν τον δίχως τέλος πόνο, να επιβάλλεις στο σώμα σου μια δίχως τέλος αντοχή; Η αντίσταση στα βασανιστήρια είναι εξ ολοκλήρου ζυμωμένη με μια απάνθρωπη, ή μάλλον υπεράνθρωπη βούληση ξεπεράσματος και υπέρβασης.

Σήμερα ο Σέμπρουν συνεχίζει να θυμάται όλους όσοι προστάτευσαν την δική του την ελευθερία με την σιωπή τους στα βασανιστήρια. Πέρασε ελεύθερος δέκα ολόκληρα χρόνια στην παρανομία, χάρη σε όλες εκείνες τις πολλαπλασιασμένες σιωπές. Σκέφτεται την «Ζυλιά», μια νέα και όμορφη γυναίκα, που στις συζητήσεις τους δεν ανέφεραν ποτέ την λέξη «βασανιστήρια». Είχαν μιλήσει για τον θάνατο, τους ήταν ευκολότερο να μιλούν για το αναπόδραστό του, γι’ αυτή την απόλυτη αλήθεια, παρά για τον ζωώδη πόνο ενός σώματος που βασανίζεται.

Jorge Semprun 5_

Η εμπειρία των βασανισμών ενώνει αναπόδραστα τους ανθρώπους, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όποτε βρίσκονται επιστρέφουν διαρκώς σε αυτές, την στιγμή άλλωστε που η ζωή τους προσφέρει τόσα θέματα για συζήτηση, για θαυμασμό ή για αγανάκτηση. Εξάλλου, εκείνο που έχει σημασία σε κάθε παρόν, είναι να ξεπεραστεί το επίπεδο της απλής απαρίθμησης γεγονότων και δεινών και να εξαχθεί κάποιο ηθικό δίδαγμα από την σχετική εμπειρία; Ποιοι κανόνες θα μπορούσαν να γίνουν γνώμονας μελλοντικής δράσης;

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης εμπειρίας του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης. Σιωπή από την οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν. [σ. 59]

Author Jorge Semprun poses after a representation of his the play 'GURS Une Tragedie Europeenne' directed by Daniel Benoin at the Rond Point Theater in Paris on March 8, 2006. Photo by Denis Guignebourg/ABACAPRESS.COM

Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου ο Σέμπρουν αναφέρεται στο επίσης συγκλονιστικό βιβλίο του Ζαν Αμερύ Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση και ιδίως στην πεποίθηση του τελευταίου ότι αυτός που κατακλύζεται από τον πόνο των βασανιστηρίων νιώθει το σώμα του όπως δεν το έχει νιώσει ποτέ πριν· ότι η σάρκα του πραγματώνεται απόλυτα μέσα στην αυτοάρνησή της… Ενθυμούμενος την δική του περίπτωση, ο Σέμπρουν γράφει πως μέχρι τότε το σώμα του κι εκείνος αποτελούσαν μια αξεχώριστη οντότητα. Αλλά στο Ωξέρ είχε την αίσθηση πως ποτέ μέχρι τότε δεν είχε σώμα. Ήταν σαν να ενσαρκωνόταν μέσα στον πόνο,, σαν να ανακάλυπτε την ευθραυστότητα, την γύμνια, την περατότητά του. Τότε το σώμα έγινε σαν μια ξεχωριστή οντότητα, ένα είδος άλλου «είναι».

Αλλά εντοπίζει μια βασική διαφωνία με τον Αμερύ. Ο Γερμανός συγγραφέας γράφει ότι αυτός που υπέστη βασανιστήρια είναι στο εξής ανίκανος να αισθάνεται οικείο τον κόσμο, ότι η εμπιστοσύνη του κλονίζεται και δεν αποκαθίσταται ποτέ πια. Η προσωπική εμπειρία του Σέμπρουν του δίδαξε ακριβώς το αντίθετο: είναι ο δήμιος εκείνος που δεν θα ξανανιώσει ποτέ οικείο τον κόσμο, ό,τι κι αν ισχυρίζεται ο ίδιος, ό,τι κι αν παριστάνει. Αντίθετα το θύμα θα δει τους δεσμούς με τον κόσμο να πληθαίνουν, να διακλαδώνονται και να πολλαπλασιάζονται οι λόγοι του να αισθάνεται οικείο τον κόσμο.

Jorge Semprun 2

… τα βασανιστήρια είναι απρόοπτα, απρόβλεπτα στα αποτελέσματά τους, στις φθορές τους, στις συνέπειές τους πάνω στη σωματική ταυτότητα. / Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε να προφυλαχτεί από μια πιθανή εξέγερση του σώματός του όταν, κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ζητά ευλαβώς – κτηνωδώς – από την ψυχή σας, από τη θέλησή σας, από το ιδεώδες σας για το Εγώ σας, μια παράδοση άνευ όρων: ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη. [σ. 38]

Εκδ. Πόλις, 2014, εισαγωγή Ρεζίς Ντεμπραί, μτφ. Έφη Κορομηλά, επιμ. Άννα Μαραγκάκη, σελ. 141, με δισέλιδο σημείωμα του εκδότη και με τρισέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας και της επιμελήτριας [Jorge Semprun, Exercises de survie, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 196, με τίτλο Torment and toreros, εμπνευσμένο από εκείνον τον αξέχαστο δίσκο. Από την μια πλευρά οι βασανισμοί, από την άλλη ο αδιαμφισβήτητος τορέρο Σέμπρουν.

02
Δεκ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

01
Δεκ.
15

Ian Fleming – Georges Simenon – Μποντ εναντίον Μαιγκρέ. Μια συζήτηση

BOND - MAIGRE_

Προτιμώ να απομακρύνομαι, να έχω μια απόσταση. Στέκεστε στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ. Ή στο Σανζ Ελυζέ. Προσπαθήστε να περιγράψετε αυτό που βλέπετε με εκατό λέξεις, ας πούμε. Είναι αδύνατον: είναι πολλές οι λεπτομέρειες που βλέπετε. Θα σας βγουν τρεις σελίδες. Αλλά αν είστε στην Ταγκανίκα και φαντάζεστε τον εαυτό σας μ’ ένα ποτήρι μοίρα στο Τραφάλγκαρ Σκουαίρ, τότε θα πιάσετε τα ουσιώδη με δυο προτάσεις. Γι’ αυτό προτιμώ να είμαι μακριά από τον τόπο της δράσης. [Σιμενόν, σ. 11]

fleming and simenon

Δέκατο έκτο βιβλίδιο της φετιχιστικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που μας προσφέρει κείμενα μινιατούρες στο μέγεθος και υπέρβαρα στην απόλαυση. Αφού λοιπόν μας έχει ήδη αποκαλύψει Το μυστικόν της Πασιφάης του Ανδρέα Εμπειρίκου, έχει προβεί στο Εγκώμιο του μακιγιάζ από τον Charles Baudelaire, έχει θέσει υπό το μικροσκόπιο Το μοτίβο της εκλογής των μικρών κουτιών του Sigmund Freud, έχει αιχμαλωτίσει την Αποφασιστική στιγμή της φωτογραφίας του Henri Cartier – Bresson, έχει προσκαλέσει έναν Ονειροφάγο [Lafcadio Hearn] κι έναν κλεπτομανή μεταφραστή [Dezso Kostolanyi], έχει περιγράψει την διαστροφή της ανάγνωσης δια χειρός Edith Wharton, την στιγμή του θανάτου του Maurice Blanchot κι Έναν Μεγάλο Ποταμό από τον Victor Segalen, μας προσκαλεί σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνομιλία. Και μάλιστα σε κατακίτρινες σελίδες, θυμίζοντάς μας κάποια παλιά φανζίν…

simenon con-la-figlia

Εταίροι διαλόγου δυο συγγραφείς που έπλασαν δυο χαρακτήρες που πλέον κινούνται αυτόνομα μέσα στις δεκαετίες της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο Ιαν Φλέμινγκ συνάντησε τον Ζορζ Σιμενόν το 1964 στον πύργο του τελευταίου, κοντά στη Λωζάννη. Η συνομιλία τους μαγνητοφωνήθηκε από τον δημοσιογράφο Γκόρντον Γιανγκ και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και ύστερα στο αμερικανικό περιοδικό Harper’s Bazaar.

Τα εξώφυλλα είναι πολύ σημαντικά και οι εκδότες δεν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό, λέει ο Φλέμινγκ και πράγματι εκφράζει την άποψη πολλών σύγχρονων αναγνωστών, φυσικά όχι για τον παρόντα οίκο. Ο Σιμενόν διαφωνεί· χάρη στην αμερικανική εμπειρία του υποστηρίζει το αντίθετο. Η κουβέντα βαθαίνει σύντομα: για τον πρώτο το «μετά το γράψιμο» είναι σημαντικό, και προβαίνει σε διαρκείς αλλαγές, σε αντίθεση με τον δεύτερο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν να αλλάξει ούτε κόμμα· προτιμά μάλιστα μερικά λαθάκια από μια απρόσωπη διόρθωση.

if-and-bottles

Ο Βέλγος προτιμά την γραφομηχανή, γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, παρά συνεχίζεις στον ίδιο ρυθμό. Κι αυτός ακριβώς ο ρυθμός αποτελεί τον ορισμό του στυλ, και όχι η γραφή. Κάποιοι Γάλλοι κριτικοί λένε ότι δεν έχω καθόλου στυλ. Κι έχουν δίκιο. Διότι σαράντα χρόνια τώρα αγωνίζομαι να αποφύγω οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία. Σκοπός μου είναι η απλότητα. Το γράψιμο δίνει στον Σιμενόν την δυνατότητα να μαθαίνει κάθε φορά κάτι καινούργιο, να φτάνει λίγο πιο μακριά, να προχωρά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων.

Η τέχνη της γραφής και η τεχνική της έκδοσης, οι αρχικές εμπνεύσεις και οι μεταγενέστερες σκέψεις, η τέχνη του λόγου και ο λόγος της δημιουργίας, η υστεροφημία και η ανάγνωση της κριτικής, όλα αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Στο ερώτημα του τρίτου της παρέας κατά πόσον οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο αμφότεροι αρνούνται κάποια μεγάλη επιρροή αλλά ο Σιμενόν προσθέτει ότι «για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει». Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον μάλιστα ότι δεν ταξιδεύει ποτέ για χάρη των βιβλίων του, για να παρατηρήσει πράγματα ή να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά είκοσι χρόνια αργότερα θυμάται διάφορα και τα χρησιμοποιεί ως υλικό για κάποιο βιβλίο.

The-Man-With-The-Golden-Gun-James-Bond-Ian-Fleming

Εγώ πλάθω τις ηρωίδες μου με τη φαντασία μου αποκλειστικά. Κι αντί να τις πλάθω υπερβολικά όμορφες, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα – μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα, ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμιά γυναίκα δεν είναι τέλεια. Αν και τ’ ομολογώ, είναι όλες αισθησιακές. [Φλέμινγκ, σ. 19]

Θα συμφωνήσουμε με τον φλεγματικό Φλέμινγκ, και θα προσθέσουμε ότι ακριβώς η μη τελειότητα κάνει κάθε γυναίκα συναρπαστική. Και θα βάλουμε το βιβλιαράκι μαζί με τους άλλους λαγούς στην τσέπη, ώστε να τα διαβάζουμε κατά την αναμονή ενός ραντεβού (ιδίως με τις δεσποινίδες και τις κυρίες(,) που πάντοτε αργούν), ενός συρμού που δεν μας ενδιαφέρει αν καθυστερεί ή ενός ποτού, που αναμφίβολα του ταιριάζει.

simenon

Εκδ. Άγρα, 2015, [Ο άτακτος λαγός – 16, σειρά Β΄], μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, σελ. 32[πρώτη κυκλοφορία: Δεκέμβριος 2011, ως ευχετήριο βιβλίδιο εκτός εμπορίου για τους φίλους και τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.




Δεκέμβριος 2015
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.047.798 hits

Αρχείο