Αρχείο για Δεκέμβριος 2017

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

Advertisements
26
Δεκ.
17

Frédéric Lenoir – Ο Χριστός φιλόσοφος

To επεισόδιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στο έργο του Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμάζοβ διηγείται έναν μύθο: την επιστροφή του Χριστού στη γη στην Σεβίλλη του 16ου αιώνα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής τον ενημερώνει ότι είναι ανεπιθύμητος· τονίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την κοινωνία πιο αφόρητο δώρο από την ελευθερία κι ότι η Εκκλησία διόρθωσε το έργο του και το θεμελίωσε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος. Τέλος τον απειλεί να τον κάψει γιατί ήρθε να τους ενοχλήσει και τον διαβεβαιώνει ότι θα δει την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο νεύμα του να συνδαυλίσει την πυρά. Ο μύθος μεταφράζει με μυθιστορηματικούς όρους την πραγματικότητα της ιστορίας του χριστιανισμού: την ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών.

Το μήνυμα ελευθερίας του Χριστού απορρίφθηκε από την Εκκλησία, στο όνομα της ανθρώπινης αδυναμίας, ώστε να μπορέσει να θεμελιώσει την εξουσία της, προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιζητούσαν περισσότερο: το θαύμα, το μυστήριο και την εξουσία· με άλλα λόγια, την ασφάλεια σε τρεις μορφές. Η Εκκλησία όχι απλώς μείωσε αλλά και αντέστρεψε εντελώς το μήνυμα του Ιησού και  η «χριστιανοσύνη» της στράφηκε κατά του χριστιανισμού. Οι στοχαστές που επισήμαναν αυτή την ανατροπή δεν ήταν κήρυκες του αθεϊσμού αλλά πεπεισμένοι χριστιανοί που γνώριζαν καλά το μήνυμα των Ευαγγελίων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Soren Kierkegaard· λίγοι ελευθερόφρονες άθεοι φιλόσοφοι έχουν γράψει τόσο δηλητηριώδεις σελίδες κατά της Εκκλησίας όσο αυτός ο ένθερμος και βασανισμένος χριστιανός.

Στην σύγχρονη εποχή ο Jacques Ellul, στρατευμένος χριστιανός, εξέφρασε σ’ ένα δοκίμιό του ακριβώς την Ανατροπή του χριστιανισμού, εξηγώντας ότι ο ιστορικός χριστιανισμός έγινε μια θρησκεία (με τις τελετουργίες και τα δόγματά της), μια ηθικολογία (του καθήκοντος και της υποταγής) και μια μορφή εξουσίας. Ο Marcel Gauchet στο δοκίμιο Η απομάγευση του κόσμου υπογραμμίζει την φοβερή ανατροπή που επέφερε η νεωτερικότητα: την απόρριψη της χριστιανικής θρησκείας, η οποία υπήρξε εντούτοις η μήτρα των κυριότερων φορέων της νεωτερικότητας, δείχνοντας έτσι πως ο χριστιανισμός έγινε στην ουσία «μια θρησκεία εξόδου από την θρησκεία».

Αρκεί να συγκρίνει κάποιος την επίσημη θρησκεία με τα ευαγγελικά κείμενα για να διαπιστώσει ότι ο πραγματικός χριστιανισμός παραμένει απρόσιτος και κρυμμένος από τους πιστούς. Ο Χριστός άνοιξε έναν νέο πνευματικό δρόμο και μετέδωσε μια ηθική διδασκαλία με οικουμενική εμβέλεια: μη βία, ίση αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, πρωτείο του ατόμου έναντι της ομάδας, ελεύθερη επιλογή, διαχωρισμό πολιτικής και θρησκείας, αγάπη μέχρι την συγχώρεση. Το μεγάλο παράδοξο, η υπέρτατη ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η ανάπτυξη του εκκοσμικευμένου κράτους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία συνείδησης, που προτάθηκαν ενάντια στην θέληση των κληρικών από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, αποτελούσαν το αρχικό μήνυμα των ίδιων των Ευαγγελίων! Και τελικά τα πλέον ουσιώδη ηθικά διδάγματα του Χριστού δεν μεταδόθηκαν από την Εκκλησία αλλά μέσα από τον ανθρωπισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό!

Ο Λενουάρ γνωρίζει την ιδιότητα των Ευαγγελίων ως στρατευμένων αφηγήσεων που γράφτηκαν από κοινότητες πιστών πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την διδασκαλία. Δεν έχουμε καμία ορθολογική βεβαιότητα για την αυθεντικότητά τους (όπως και για τα λόγια του Σωκράτη, όπως τα μεταφέρει ο Πλάτων) αλλά εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν πρόκειται για λόγια του Ιησού αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν και θεμελιώνουν έναν τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Μας προσφέρει ωραιότατα πυκνά κείμενα αρχικά για τον Ιησού τις Ιστορίας με αναφορά στις χριστιανικές και μη χριστιανικές πηγές, την ζωή και τα Πάθη του Ιησού αλλά και την ζωή στη Παλαιστίνη. Στο κείμενο Ο περιπλανώμενος κήρυκας, που αφορά την δημόσια θρησκευτική δράση του, γράφει πως ο Ιησούς δεν είναι ούτε θεολόγος ούτε πολιτικός ταραχοποιός αλλά ένας περιπλανώμενος και ανεξάρτητος προφήτης που κυρήσσει την αγάπη και την μη βία σε μικρές κωμοπόλεις. Αντίθετα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή δεν επιτίθεται άμεσα στην πολιτική εξουσία και δεν καλεί σε κοινωνική εξέγερση ούτε στην ανατροπή των πλουσίων αλλά διακηρύττει την ματαιότητα των υλικών αγαθών και καλεί στο μοίρασμά τους. Το γεγονός ότι τον ακολουθούν γυναίκες μοιάζει αδιανόητο για την κοινωνία της εποχής, όπου οι γυναίκες είναι πάντα εξαρτημένες από την κηδεμονία ενός άντρα, ενώ συχνά πρόκειται και για «περιθωριακές» γυναίκες, πόρνες, χήρες κλπ.

Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που περιέγραφε ανά τους αιώνες η εικονοποιία των ευλαβών. Ο ανθρωπισμός του είναι «ακραίος»: τείνει το χέρι σε όλους και πρώτα απ’ όλα στους βασανισμένους. Ο Ιησούς δεν ήθελε τόσο να ιδρύσει μια νέα θρησκεία (τόνιζε άλλωστε ότι δεν επιθυμούσε να καταργήσει τον εβραϊκό Νόμο) όσο να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος των θρησκευτικών παραδόσεων, τονίζοντας την ατομική ελευθερία και την εσωτερικότητα της πνευματικής ζωής. Δυο θεμελιώδη επίπεδα της διδασκαλίας του (ένα πνευματικό κι ένα φιλοσοφικό) δείχνουν εντονότερα την ριζοσπαστική πρωτοτυπία της και τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Σε αυτά εστιάζεται το πλέον ουσιώδες μέρος του βιβλίου.

Η πνευματικότητα του Χριστού συνοψίζεται καταρχήν στην προτροπή «έλα να με ακολουθήσεις»· πρόκειται για ένα μήνυμα που απευθύνεται σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έξωθεν μεσολάβηση. Ο Ιησούς δεν μιλά για εκλεκτό λαό αλλά για την σωτηρία οποιουδήποτε ατόμου. Η έννοια της ακολουθίας του είναι το άκουσμα και η εφαρμογή του λόγου του. Έπειτα ανατρέπει κάθε κυρίαρχη ιεραρχία των ανθρώπων και δηλώνει ότι η χάρη αναδύεται από τη αθλιότητα, τον πόνο και την αδυναμία· αναγγέλλει δηλαδή την ευδαιμονία στην ίδια την καρδιά της δυστυχίας. Ο Θεός είναι παρών σε οτιδήποτε ταπεινό και περιφρονημένο.

Η φιλοσοφική του πλευρά προτείνει συγκεκριμένες ηθικές αρχές και πρώτα απ’ όλα την ισότητα: όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από τον ίδιο Πατέρα και είναι ίσα αδέλφια. Η έννοια της παγκόσμιας ανθρώπινης αδελφοσύνης είναι ριζικά νέα στην δυτική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία ισότητα για τους αρχαίους Έλληνες και τους Εβραίους που διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Ο Ιησούς αποδίδει στον άνθρωπο – αυτόνομο ον μια πρωτοφανή αξία, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια και την πλήρη ελευθερία του καθενός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική ιδιότητα: εθνικότητα, θρησκεία, κοινωνική θέση, ηλικία, φύλο. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των Στωικών, που είχαν θέσει τον θεμέλιο μιας οικουμενικής ιδέας περί προσώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να ολοκληρωθούν χάρη στην ελεύθερη προαίρεση που ανήκει στο εσωτερικό εγώ.

Η ελευθερία, κατόπιν, του ατόμου αποτελεί την δεύτερη μέγιστη ηθική πλευρά της διδασκαλίας του. Σε ένα περιβάλλον όπου ο καθένας δεσμεύεται από την εθνοτική, κοινωνική, θρησκευτική και οικογενειακή του καταγωγή ο Ιησούς ζητάει απ’ όσους τον ακολουθήσουν να σπάσουν τις αλυσίδες τους, αψηφώντας την παράδοση και το πρωτείο της ομάδας πάνω στο άτομο. Κατόπιν προσπερνιούνται οι αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες είναι σαφώς κατώτερες από τον άντρα και όσες δεν έχουν άνδρες κηδεμόνες μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Ιησούς αποδεικνύει ιδιαίτερα προχωρημένη για την εποχή σκέψη και τις δέχεται όλες στο πλευρό του.

Η αγάπη του πλησίον, η μη βία και ο διαχωρισμός των εξουσιών αποτέλεσαν βασικές ηθικές και φιλοσοφικές πλευρές της διδασκαλίας του. Η αγάπη του πλησίον αποτελεί έναν αρχαίο κανόνα που βρίσκουμε σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα του κόσμου αλλά εδώ ριζοσπαστικοποιείται, καθώς ο Ιησούς τοποθετεί την αγάπη πάνω από όλους τους νόμους. Ο Γκάντι επανέλαβε πολλές φορές ότι τα Ευαγγέλια τον είχαν εμπνεύσει στον μη βίαιο αγώνα του για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Ο Ιησούς κήρυξε την μη βία και την συγχώρεση, μια ριζική αλλαγή συμπεριφοράς και μια υπέρβαση του αρχαίου Νόμου της ανταπόδοσης. Συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη ή απουσία δικαιοσύνης αλλά μια πράξη εσωτερική. Η αναγνώριση της πολιτικής εξουσίας και η επιμονή του στον διαχωρισμό των πνευματικών και των εγκόσμιων εξουσιών (παρά τις αντιφάσεις και τα μέγιστα πρακτικά προβλήματα) υπήρξε επίσης ιδιαίτερα πρωτότυπη και κατά κάποιο τρόπο προάγγελος του διάκρισης κράτους και εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας σε σύντομα και καλογραμμένα κεφάλαια εξετάζει την γέννηση του χριστιανισμού (την σχέση του Ιησού με τον ιουδαϊσμό, τις τρεις καινοφανείς πρακτικές του, την πρώτη Εκκλησία, τον ρόλο του Παύλου, τις χριστολογικές διαμάχες, τους μάρτυρες) αλλά και την χριστιανική κοινωνία όπου ο χριστιανισμός πλέον είναι η επίσημη θρησκεία, την σχέση του με την εξουσία, την χριστιανική Ευρώπη και την Εκκλησία ως τον ένοπλο βραχίονα του Χριστού, την Ιερά Εξέταση και την στάση απέναντι στους Ινδιάνους.

Στο κεφάλαιο από «τον χριστιανικό στον αθεϊστικό ανθρωπισμό» ερευνώνται οι θέσεις σπουδαίων μορφών όπως ο Πετράρχης και ο Έρασμος αλλά και του κινήματος του Διαφωτισμού, ο οποίος επιτίθεται στην απαίτηση των Εκκλησιών να υποτάξουν την ορθολογική γνώση στις Γραφές και στην διδασκαλική τους αυθεντία· άλλωστε ο John Locke στην περίφημη Epistla de tolerantia [1689] περιελάμβανε αναφορά στις φιλειρηνικέ διδαχές του Χριστού που καταδικάζουν οποιονδήποτε θρησκευτικό καταναγκασμό αλλά και υπενθύμιζε πως η ίδια η αρχή της ελευθερίας συνείδησης και η ανεκτικότητα απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική θρησκεία είναι καθ’ όλα σύμφωνη με τον ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο αντίλογος του αθεϊστικού ανθρωπισμού βλέπει την θρησκεία ως πνευματική, ανθρωπολογική, οικονομική και ψυχική αλλοτρίωση (Comte, Feuerbach, Marx, Freud αντίστοιχα).

Ο νεωτερικός κόσμος εφοδιάζει την θρησκεία με νέους μύθους ή επαναφέρει παλαιότερους σε άλλη μορφή. Θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες διαμορφώνουν μια γραμμική αντίληψη του χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη ιδέα του κυκλικού χρόνου και δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Η βιβλική αντίληψη της ιστορίας περιλαμβάνει μια παράμετρο που θα έχει τεράστια επιρροή στην συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων θεολογιών: τον χιλιασμό. Η συγγένεια ανάμεσα στον κομμουνισμό και την εβραϊκή και χριστιανική εσχατολογία έχει προβληθεί ρητά από ορισμένου σοσιαλιστές ηγέτες, παρότι ήταν υλιστές και άθεοι, όπως ο Rosa Luxemburg η οποία έλεγε πως είναι υπέρ της κληρονομιάς των Πατέρων της Εκκλησίας, το δόγμα των οποίων περιγράφει ως «κομμουνιστικό». Και είναι γνωστή η αποστροφή του Νίτσε: Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από την φασαρία που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Ο Θεός είναι νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε. Για τον Νίτσε ο ιουδαιο-χριστιανισμός αφού σκότωσε τους αρχαίους θεούς υπέρ του ενός και μοναδικού Θεού, έγινε στην συνέχεια ο νεκροθάφτης του δικού του Θεού.

Το ίδιο το μήνυμα του Ευαγγελίου ενθαρρύνει τον πιστό να προχωρήσει πέρα από το γράμμα του κειμένου. Ο Ιησούς ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι διαβάζουν το κείμενο κατά γράμμα αντί να προσπαθούν να κατανοήσουν το πνεύμα του.

Καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ιησούς δεν έγραψε ο ίδιος: το κείμενό του θα εξέτρεφε τον φονταμενταλισμό ενώ ο ίδιος ήθελε να τον υπερβεί και αναμφίβολα να δείξει πως κανένα κείμενο δεν είναι οριστικό, διότι όσο οικουμενικό και αν ισχυρίζεται πως είναι, παραμένει συνδεδεμένο με μια δεδομένη συγκυρία. Περιορίζει λοιπόν τον λόγο του σε αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό στους συνομιλητές του και, αντί να τον χαράζει στο μάρμαρο, αναγγέλλει ως το θείο πνεύμα θα οδηγήσει τους πιστούς με την πάροδο του χρόνου σε πολύ ευρύτερους και βαθύτερους ορίζοντες της γνώσης και της κατανόησης. [σ. 253]

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης: η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει και απορρίπτει τα υπόλοιπα. Η θρησκεία εξατομικεύεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι Εκκλησίες έχουν χάσει την επιρροή τους στην κοινωνία. Η πρόοδος του κριτικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ενώ ο σκεπτικισμός και το πνεύμα της ανεκτικότητας θεωρούν νόμιμη την ύπαρξη ενός πλήθους φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η θρησκεία πλέον σχετίζεται με την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Edgar Morin, τα πιστεύω «αναβοσβήνουν»

Ο Michel Onfray υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εποχή παραμένει χριστιανική και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. και μιλά για έναν «χριστιανικό αθεϊσμό». Το μήνυμα του Χριστού έχει βγει έξω από την Εκκλησία για να επανέλθει στον σύγχρονο κόσμο με μια εκκοσμικευμένη μορφή. Παραμένουμε εμποτισμένοι από τον χριστιανισμό που έχει γίνει πλέον αόρατος. Ο συγγραφέας εδώ εκφράσει την συμφωνία του αλλά και την διαφωνία του με το σημαντικό κείμενο του Onfray.

Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο Λενουάρ εστιάζει στην διήγηση της συνάντησης του Ιησού με την Σαμαρείτισσα, όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα του Ευαγγελίου που αποδίδεται στον Ιωάννη, και ιδίως σ’ ένα απόσπασμα που συνθέτει την φιλοσοφία του Χριστού και προβάλλει τον πιο επαναστατικό και τον πιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο συμπυκνωμένο το δίδαγμά του όσο στον σύντομο διάλογο με μια γυναίκα που περιφρονείται τριπλά, από άνδρες, γυναίκες και Εβραίους. Ανατρέπεται η εικόνα του παντοδύναμου αλλά και του γήινου Μεσσία ανατρέπεται, αγνοούνται οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις και προτείνονται η εσωτερικότητα πνευματικής ζωής, η ελευθερία συνείδησης, η απελευθέρωση από την κοινότητα, η αγάπη.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, σελ. 368, με έντεκα σελίδες υποσημειώσεων [Le Christ philosophe, 2007].

Τα έργα ζωγραφικής είναι των: Eva Campbell, αγνώστου, Norval Morrisseau, Sekha Roy, Frederick J. Brown, Sister Mary Grace, The Benedictine Sisters of Turvey Abbey, Mary Blair, Sadao Watanabe, Eva Campbell.

21
Δεκ.
17

Fort – Da, Περιοδικό Λακανικής Κλινικής, τεύχος 4 (Οκτώβριος 2017)

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία

Αυτό που τρομάζει την θρησκεία δεν είναι η σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, τουναντίον μάλιστα. Οι πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν κάμποσα πράγματα σχετικά με την σεξουαλικότητα, τις διαστροφές της, τις επιπτώσεις της, και είναι οι τελευταίοι που θα υποτιμήσουν την σπουδαιότητά της. Όχι, αυτό που τους τρομάζει είναι το να μπορεί η σεξουαλικότητα να επικαθορίζει μια σύλληψη της αλήθειας αποκομμένης από το νόημα. Το τρομερό έγκειται στην εξέγερση της σεξουαλικότητας ενάντια σε κάθε δωρεά νοήματος, την ώρα που είναι ουσιώδες για την ύπαρξη της θρησκείας το να μπορεί να πνευματικοποιεί, και άρα να σημασιοδοτεί, την διάφυλη σχέση…

γράφει ο Αλέν Μπαντιού στο κείμενό του «Κρίση φύλου στον 20ό αιώνα» [μτφ. Κώστας Τσάμπουρας, στην ουσία έβδομο κεφάλαιο στο βιβλίο του Le siecle [2005] που θα κυκλοφορήσει από τις εκδ. Ψυχογιός]. Το σχετικό κείμενο που προδημοσιεύεται εδώ αποτελεί πολύτιμη συμβολή στην ιδιαίτερη περιοχή στοχασμού και ψυχανάλυσης που αποτελεί και το θέμα του αφιερώματος πάνω στο τρίπτυχο Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία. Ο κόσμος που ορίζεται από το φλεγόμενο αυτό τρίγωνο τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχαναλυτικής θεωρίας αλλά και πράξης στο τέταρτο τεύχος του ειδικού περιοδικού που περισσότερο μοιάζει με βιβλίο, χάρη στην αισθητική του μορφή όσο κυρίως λόγω του πλούτου των κειμένων που φτάνουν τις 330 σελίδες.

Η υστερική δομή χαρακτηρίζεται, λέει ο Λακάν, από το ανικανοποίητο της επιθυμίας· το μυστικό αυτού του ανικανοποίητου είναι ότι η υστερική το απολαμβάνει, το καθιστά μύχιο πυρήνα του είναι της και απώτερο κίνητρο των συμπτωμάτων της. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το υστερικό υποκείμενο, αφού συγκροτήθηκε γύρω από το φαλλικό έλλειμμα (της μητέρας) μέσω του οποίου συνάντησε το ερώτημα του φύλου. Το κοινό σημείο όλων των «λύσεων» που πρότεινε ανά τους αιώνες οι κυρίαρχος λόγος ήταν η αποσιώπηση ή η συγκάλυψη αυτού του δομικού κενού: από τον αρχαίο γυναικωνίτη μέχρι την ισλαμική μαντίλα το κύριο μέλημά του ήταν η προαγωγή της μητρότητας, πάντα και με το επίχρισμα της θρησκευτικής επιταγής. Ο μητρικός ρόλος αποτέλεσε επί αιώνες το προκάλυμμα στο αίνιγμα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χάρη στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι η μητρότητα όχι μόνο δεν καλύπτει το γυναικείο ερώτημα αλλά συχνά το παροξύνει. Η μητρική θέση όπως και η θέση αντικειμένου του αντρικού πόθου διχάζουν τις γυναίκες.

Κάθε αρχή και δύσκολη, συνεπώς από τις πρώτες σελίδες βουτάμε κατευθείαν στα βαθιά μ’ ένα απόσπασμα από το περίφημο σεμινάριο του Λακάν για τα μορφώματα του ασυνειδήτου (1957 – 1958), όπου και η πρώτη και τεκμηριωμένη αναφορά του στην επιθυμία του υστερικού υποκειμένου ως ανικανοποίητη. «Η ανικανοποίητη επιθυμία της ωραίας κρεοπώλισσας» (επρόκειτο για μια ασθενή του Φρόιντ την εποχή που εκείνος συγκέντρωνε υλικό για την Ερμηνεία των ονείρων), βασισμένη σ’ ένα όνειρό της, ακολουθείται από ένα δεύτερο κείμενο που έχει ως τίτλο «Πρέπει να παίρνουμε την επιθυμία κατά γράμμα» και αποτελεί από το γραπτό Η καθοδήγηση της θεραπείας (1958), όπου σχολιάζεται το όνειρό της. Τα δυσνόητα σημεία του κειμένου διαφωτίζονται και αναλύονται από τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Το θεμελιώδες κείμενο του Φρόιντ Οι υστερικές φαντασιώσεις και οι σχέσεις τους με την αμφιφυλία (που εδώ δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Ο Πολίτης και αργότερα στα Τετράδια Ψυχιατρικής) και το εξίσου κομβικό γραπτό του Λακάν για την γυναικεία σεξουαλικότητα, συμπληρώνουν μαζί με μια δεύτερη κατάθεση του Μιλέρ για το δίπτυχο Μητέρα/Γυναίκα το βασικό corpus σχετικών κειμένων αναφοράς.

Η οιδιπόδεια λογική αποτέλεσε το βασικό πρίσμα του Φρόιντ για την μελέτη της γυναικείας σεξουαλικότητας, που στα πρώιμα έργα του δεν διαχωρίζεται από την θηλυκότητα. Η «κανονική» γυναικεία θέση είναι εκείνη της ετεροφυλοφιλίας της παθητικότητας, με επίκεντρο τον κόλπο ως βασικό όργανο της ερωτικής διέγερσης και έκφρασης. Έτσι η σχετική μελέτη του επικεντρώνεται στην αρχική σεξουαλική οργάνωση του κοριτσιού, στο σύμπλεγμα ευνουχισμού και στην σχετική «απλότητα» του οιδιπόδειού του. Οι απόψεις του Φρόιντ έχουν δεχτεί επανειλημμένα την φεμινιστική κριτική για τον «φαλλικό μονισμό» και την ανδρική κανονιστική σκοπιά που τις διακρίνει. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 20 διακεκριμένες ψυχαναλύτριες όπως οι Κάρεν Χορνέι, Χέλεν Ντόιτς και Μέλανι Κλάιν υπήρξαν επικριτικές όσον αφορά την σχετική εμμονή περί πρωτοκαθεδρίας του φαλλού για την ανάπτυξη της θηλυκότητας.

Από το 1925 η Μέλανι Κλάιν παρουσιάζει τα πορίσματα της ψυχαναλυτικής της εργασίας με μικρά παιδιά ενώ με το βιβλίο της Η ψυχανάλυση των παιδιών αναπτύσσει περαιτέρω της ιδέες της. Το δικό της οιδιπόδειο αποτελεί αντιστροφή της φροϊδικής λογικής και σίγουρα δεν είναι μια απλή παραλλαγή του αντρικού. Η βασική συνεισφορά της στην ψυχαναλυτική επιστήμη παρουσιάζεται από τον Αντώνη Βαδόλα στο κείμενό του «Η γυναικεία σεξουαλικότητα στην θεωρία της Μέλανι Κλάιν», που μαζί με μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών ψυχαναλυτικών κειμένων καλύπτει το δεύτερο μέρος του περιοδικού· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Βλάσης Σκολίδης – «Υστερία: από το σύμπτωμα στη δομή», Εστέλα Σολάνο-Σουάρες – «Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και θηλυκότητα», Μαρίνα Φραγκιαδάκη –  «Μητέρα και κόρη: Ολέθρια σχέση ή παρεξήγηση;», Ντανιέλα Φερνάντες – «Ψυχή και Ανταλί: Δύο γυναίκες που βλέπουν υπερβολικά», Φρανσουά Λεγκίλ – «Η ενόρμηση στον Λακάν».

Όσοι γυναικολογούν, γυναικακολογούν, έλεγε σκωπτικά ο Λακάν, συνοψίζοντας τις διάφορες μορφές που έλαβε ο μισογυνισμός ανά τους αιώνες. Κάθε λόγος περί γυναίκας απαιτεί μια εξιλέωση, που εδώ από εικαστική άποψη παρέχουν οι πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, καθώς αποδίδουν κοινές φιγούρες σημερινών Ελληνίδων, «απογειώνοντάς τες στους αιθέρες της καλλιτεχνικής αθανασίας», όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης. Και πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη εικονογράφηση ενός τέτοιου θεματικού τεύχους, καθώς ο Ρόρρης έχει προτείνει μια νέα θέαση του θηλυκού κορμιού στην τέχνη.

Δυο κείμενα επιχειρούν διάλογο με αυτή την τέχνη: το πρώτο, «Το βλέμμα του ζωγράφου», αποτελεί ένα παλαιότερο, αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του ζωγράφου που εκφράζει, μεταξύ άλλων, την επιθυμία η διαδικασία της ζωγραφικής του να γίνει προσπάθεια ακύρωσης των υλικών του· να πάψουν αυτά να είναι μουσαμάδες, μπογιές κλπ. και να γίνουν πνεύμα, συγκίνηση, ύλη που μεταφέρει αγωνία για επικοινωνία αλλά και να αποτελέσουν κρυψώνα του εαυτού του. Και ακόμα…

… θέλω οι άνθρωποι που ποζάρουν να είναι αδαείς απέναντι στο βλέμμα του ζωγράφου, να τους αγχώνει, να τους ενοχλεί, να προσπαθούν να αμυνθούν και να μην ξέρουν πώς, να «κουμπώνονται» αλλά από απειρία. Τότε με υποχρεώνουν να τους δω πιο προσεχτικά, να δυσκολευτώ να τους προσεγγίσω, και η δυσκολία αυτή βοηθά στην δημιουργία εκπλήξεων. [σ. 250]

Στο δεύτερο κείμενο ο Βασίλης Σκολίδης συντάσσει κατατοπιστικές σημειώσεις για τις Γυναίκες του ζωγράφου εστιάζοντας στις ιδέες του προοδευτικού και του γυμνού, στην κόπωση των σωμάτων, στον μπαρόκ ερωτισμό, στην δραματικότητα, την ηδύτητα και την εκ-σωτερικότητα της ζωγραφικής του. Το πλούσιο τεύχος συμπληρώνεται με εκτενή σημειώματα πάνω σε κλινικές εργασίες και με την «Βιβλιοθήκη», όπου παρουσιάζονται με εξίσου μεγάλα κείμενα πέντε βιβλία ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος.

Εκδ. Ψυχογιός, σελ. 335, γυαλιστερό φύλλο με πλούσια μαυρόασπρη εικονογράφηση.

Στις εικόνες: Jacques Lacan, Sigmund Freud, Melanie Klein και έργα του Γιώργου Ρόρρη.

15
Δεκ.
17

Μιχάλης Μητσός – Οι ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα ημερολόγιο του 2014

Θησαυρίσματα βίων και αποκόμματα ιδεών

Όταν η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τρις Ο’ Κέιν ερευνούσε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Γουατεμάλα, και έβλεπε τους ξένους οικολόγους να έρχονται για να μετρήσουν τους πληθυσμούς των πουλιών, το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια. Ύστερα μετακόμισε στην Νέα Ορλεάνη λίγο πριν τον κυκλώνα Κατρίνα. Όταν μερικούς μήνες μετά επέστρεψε στην κατεστραμμένη, σιωπηλή πόλη είδε έκπληκτη μικρούς καφέ σπουργίτες στα κάτισχνα δέντρα. Αναρωτήθηκε πού είχαν πάει κατά την διάρκεια του κυκλώνα και πώς επέζησαν και βρήκε μόνη της την απάντηση: τα πουλιά ικανοποιούσαν τις άμεσες ανάγκες τους. Όταν έχαναν μια φωλιά, έφτιαχναν άλλη. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια να στενοχωρηθούν. Δέκα χρόνια αργότερα διδάσκει ορνιθολογία, ο κύκλος των μαθημάτων της έχει τον τίτλο Birding to Change the World και χρησιμοποιεί τα πουλιά για να δείξει πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα.  [σ. 339]

Πρόκειται για μια από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες έως συναρπαστικές ιστορίες που εντάσσει ο συγγραφέας στο «ημερολόγιό» του, που απαρτίζεται από τις στήλες μιας ολόκληρης χρονιάς στο διεθνές τμήμα της εφημερίδας Τα Νέα. Τι είναι αυτό που κάνει αξιανάγνωστο ένα τέτοιο βιβλίο; Ο συγγραφέας διαβάζει τα σημαντικότερα διεθνή έντυπα, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, αποθησαυρίζει πολύτιμα αποκόμματα από τα πολιτιστικά και λογοτεχνικά τους ένθετα, αλιεύει όλα τα ενδιαφέροντα θέματα που προκάλεσαν κάποια συζήτηση και αξίζουν ακόμα περισσότερες και παραθέτει γνώμες και αντιγνωμίες που ζυγίζουν το ίδιο. Ανοίγει διάλογο πάνω σε λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά έργα, προβληματίζεται σχετικά με τα συμπεράσματα εκδόσεων πολιτικής, φιλοσοφίας ή οικονομίας, και δεν παράγει – όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος – αλλά μεταγράφει για χάρη μας μιας σειρά  ιδεών που πάντα αξίζει να διαβάσουμε. Ο ίδιος διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διατυπώνει τις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι πάντα αναμενόμενες ή «ευρέως αποδεκτές», αυτοβιογραφείται με περισσή ειλικρίνεια και συχνά ολοκληρώνει το σημείωμά του με μια έξυπνη, ενίοτε χιουμοριστική φράση.

Το σημείωμα της 29ης Ιανουαρίου αφιερώνεται στον αποθανόντα Pete Seeger, για τον οποίον η Guardian θυμίζει μια ελάχιστα γνωστή ιστορία: η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σίγκερ δεν έχει σχέση ούτε με την μουσική ούτε με την πολιτική: είναι η σωτηρία του ποταμού Χάντσον. Την δεκαετία του 40 ο Σίγκερ έφτιαξε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του. Ο Χάντσον ήταν τότε ένας ανοιχτός βόθρος, γεμάτος με τοξικά απόβλητα από τα εργοστάσια. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός δεν ζήτησε την παρέμβαση των αρχών, ούτε κατέφυγε στην δικαιοσύνη. Πίστευε ότι τέτοια προβλήματα λύνονται μόνο από την βάση, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής. Κατασκεύασε την δική του ξύλινη βάρκα, πήρε την κιθάρα του κι άρχισε να ζητά με τον δικό του τρόπο από τους ψαράδες να σώσουν το ποτάμι. Έτσι έγραψε και το τραγούδι Sailing up my dirty stream. Σήμερα ο Χάντσον ανήκει σε όλους.

Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου σαφώς αποτελούν μια πρόσφορη αφορμή για το ημερήσιο σημείωμα. Κι εκεί δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι απέγινε η κληρονομιά σημαντικών προσωπικοτήτων όπως στην περίπτωση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπου οι αναφορές εκτός Ιταλίας ήταν ακόμα λιγότερες. Ο δημοσιογράφος ανατρέχει στο πρώτο τεύχος του Αντί (και με την ευκαιρία διαπιστώνει πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα). Ήταν μόνο 1984 όταν ο Μπερλινγκουέρ διαπίστωνε ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ομάδες και οι συγγενείς συντηρητικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν να βρουν μια θετική λύση για την κρίση. Το σήμα κινδύνου ανάβουν τα 13 εκατομμύρια άνεργοι της Κοινότητας. Το τεράστιο δυναμικό ανθρώπινης ενέργειας, φυσικής και διανοητικής, παραμένει ανενεργό και δεν γνωρίζουν τρόπους αξιοποίησής του. Από την κριτική του σπουδαίου ηγέτη δεν γλιτώνουν και τα εργατικά, σοσιαλιστικά και λαϊκά κινήματα, που «έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στην υπεράσπιση των κεκτημένων δικαιωμάτων, χωρίς να διακρίνουν καθαρά το μέλλον που μας περιμένει». Και, σκέφτομαι, ήταν μόνο 1984…

Η εκατοστή επέτειος της δολοφονίας του Ζαν Ζορές επίσης δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον αριστερό τύπο, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ίσως η απάντηση να είναι ότι ο μεγάλος ειρηνιστής και ανεπανάληπτος ρήτορας μπορεί να υπήρξε το ενοποιητικό στοιχείο του γαλλικού σοσιαλισμού, αλλά είχε σοβαρές διαφωνίες τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν. Επικριτής του καπιταλισμού, ήταν την ίδια στιγμή αντίθετος στον αυταρχισμό και τον δογματισμό που χαρακτήριζαν την σοσιαλιστική ορθοδοξία. Ένα άρθρο στην El Pais από έναν Ισπανό διπλωμάτη ίσως διαφωτίζει περισσότερο: σε μια από τις ιδεολογικές διαμάχες που απασχόλησαν την προπολεμική Αριστερά ο Ζορές δεν πήγε με το «ρεύμα». Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεωρητικούς της επανάστασης και της ρήξης με τα αστικά κόμματα, από την μια πλευρά, και στο πραγματικό στρατόπεδο που αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη, εκείνος τάχτηκε με τους δεύτερους, ενώ στην δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση της εποχής, ανάμεσα στον διεθνισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, επεδίωξε μια σύνθεση: «Λίγος διεθνισμός σε απομακρύνει από την πατρίδα, αλλά λίγο περισσότερος σε φέρνει πιο κοντά σ’ αυτήν».

Μια άλλη αιρετική μορφή του κομμουνισμού, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με αφορμή την ταινία του Φεράρα Παζολίνι. Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Αρίας δυσκολεύεται να επιλέξει αν ήταν καλύτερος σκηνοθέτης ή ποιητής ή αν ήταν ένας αναλυτής ή ένας πολιτικός προφήτης. Χωρίς αμφιβολία, πάντως, ήταν ένας διανοούμενος που προέβλεψε την βία των εργατικών συνοικιών και κατήγγειλε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το κόμμα του, επειδή εγκατέλειψε το προλεταριάτο που ζούσε στην περιφέρεια αλλά κι επειδή «παραβίαζε και χειραγωγούσε την πραγματικότητα των σωμάτων». Ένας από τους καλούς του φίλους, ο συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει πως ήταν τελευταίος άνθρωπος στον οποίο οι Ιταλοί μπορούσαν να απευθύνονται, για καλό ή για κακό. Μέχρι την δεκαετία του 70 ο κόσμος στρεφόταν ακόμα στους ποιητές για να μάθει το μυστικό της ζωής. Και ο Παζολίνι πίστευε σε αυτόν τον ρόλο, δηλαδή στην δημόσια λειτουργία του ποιητή.

Άλλα σημειώματα μας μεταφέρουν σε ωραίες ιδέες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας εφημερίδας ή και αυτοτελείς εκδόσεις. Το περιοδικό Le Point ρώτησε είκοσι «γέρους» τι τους έμαθε η ζωή. Σταχυολογώ από το κείμενο του ενενηνταδυάχρονου Ενγκάρ Μορέν: Εναπέθεσα τις ελπίδες μου στο απίθανο, που μερικές φορές πραγματοποιήθηκε, όπως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η πτώση του Γ΄ Ράιχ έμοιαζε κι αυτή απίθανη όταν εντάχτηκα στην Αντίσταση […] Αν ειχα ένα σύνθημα να μοιραστώ, αυτό θα ήταν: Να περιμένετε το απρόβλεπτο! Η ελπίδα δεν βρίσκεται στην βεβαιότητα, αυτό μου έμαθε η ζωή.

«Το κοινοβούλιο των αόρατων» αποτέλεσε ιδέα του ιστορικού Πιέρ Ροζανβαλόν, ο οποίος παρατηρούσε ότι πολλοί Γάλλοι είναι αποκλεισμένοι από τον κόσμο των θεσμών και των μίντια, και νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει καμία σημασία. Είναι αόρατοι και δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Ο σχετικός τόμος περιλαμβάνει μαρτυρίες και ανακαλεί στην ουσία ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Πιέρ Μπουρντιέ αλλά και στην προ-κοινωνιολογική έρευνα που είχε κάνει ο Τσαρλ Μπουθ στο East End του Λονδίνου και το πρόγραμμα προφορικής ιστορίας στο Σικάγο του ’50.

Ο ιστότοπος Edge.org κάθε χρόνο θέτει και ένα προκλητικό ερώτημα, καλώντας τους διανοούμενους να το απαντήσουν. Το ερώτημα της χρονιάς: Ποια επιστημονική ιδέα είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη; Ο Ίαν Μακγιούαν απαντά πως μια μεγάλη επιστημονική παράδοση θα πρέπει να εμμένει σε οτιδήποτε διαθέτει. Η αλήθεια δεν είναι το μόνο μέτρο. Υπάρχουν τρόπο να κάνεις λάθος που βοηθούν άλλους να κάνουν το σωστό. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μια παλιά ιδέα. Μπορεί να ανακύψει ξανά μια μέρα για να βελτιώσει μια προοπτική που το παρόν δεν μπορεί να φανταστεί. Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Μεγάλη μερίδα ύλης αφιερώνεται σε σπουδαίες προσωπικότητες, γνωστές ή άγνωστες, αλλά και σε γεγονότα μιας άγνωστης Ιστορίας. Η δημοσιογραφία είναι η τέχνη τού να φτάνεις πολύ αργά όσο το δυνατόν νωρίτερα, έγραφε ο Στιγκ Ντάγκερμαν, που βρέθηκε ως δημοσιογράφος στην μεταπολεμική Γερμανία, το 1946. Ο σπουδαίος Σουηδός αυτόχειρας ποιητής δεν άρχισε, όπως οι άλλοι ξένοι ανταποκριτές, να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες αλλά έμπαινε ο ίδιος στα σπίτια των Γερμανών και έγραφε για την αφόρητη καθημερινότητά τους σε μια ερειπωμένη Γη. Σε μια περίοδο που όλοι θεωρούσαν την Γερμανία συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, εκείνος έγραφε για τον ανθρώπινο πόνο και τα ηθικά διλήμματα της δικαιοσύνης.

Η πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ Η Γυναίκα στον αριθμό 6: Η Μουσική έσωσε τη ζωή μου Άλις Χερτς – Σόμερ, η γηραιότερη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, δεν πρόλαβε να χαρεί την βράβευσή του· έφυγε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν ως προπαγανδιστικό μέσο για να δείξουν ότι δήθεν φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Επέτρεπαν συνεπώς συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Η ίδια ήταν παρούσα σε όλες τις συναυλίες, είτε ως μουσικός είτε ως κοινό. Η καλύτερη στιγμή της ήταν όταν έπαιξε στο πιάνο το Ρέκβιεμ του Βέρντι. Ο πλούτος της ήταν ο ίδιος ο πόνος. Όπως είπε χαρακτηριστικά: Οι πλούσιοι είναι γελοίοι. Νομίζουν πως έχουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν τίποτα. Εμείς που επιζήσαμε στο Ολοκαύτωμα έχουμε τον πόνο που βιώσαμε, την μουσική που μας αποσπούσε από αυτόν τον πόνο, και αυτό μας κάνει πιο πλούσιους από οποιονδήποτε πλούσιο.

Ο Μητσός μας συστήνει και σε σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς, όπως ο Ζαν Ντανιέλ, ιδρυτής του Nouvel Observateur, που έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Αλγερίου, έγραψε δεκάδες βιβλία, έχει τακτική και ενεργή σχέση με τους αναγνώστες του μέσα από το εβδομαδιαίο άρθρο του περιοδικού του. Στα ενενήντα τέσσερά του ο Ντανιέλ δηλώνει ένας μανιακός του αισθησιασμού, του αφιερώνει μερικές έξοχες φράσεις: η σεξουαλικότητα είναι η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Η συμβουλή του προς τους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους είναι η αναζήτηση της ψυχής των λαών μέσα στην λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. «Για να γίνετε δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς».

Μπορεί το καλοκαίρι να μην υπάρχουν πάντα ειδήσεις, αλλά συμβάντα που ποτέ δεν θα περνούσαν στον τύπο της επικαιρότητας. Την 15η Ιουλίου του 1976 άρχισε να ηχογραφείται ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Tom Waits, το Tom Traubert’s Blues, που μερικές φορές αναφέρεται ως Waltzing Matilda, παραπέμποντας στην γνωστή Αυστραλιανή μπαλάντα για το ταξίδι με τα πόδια ενός ανθρώπου που κουβαλάει στην πλάτη τον σάκο με τα υπάρχοντά του. Ο Γουέιτς χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό τραγούδι για να αναφερθεί στις δικές του περιπέτειες με το αλκοόλ. Υπήρχε πράγματι μια Ματίλντα, μια Δανή τραγουδίστρια και βιολονίστρια, με την οποία μοιράστηκε πολλά βαλς κι άλλα τόσα οινοπνευματώδη. Στην Ευρώπη ο Γουέιτς αισθανόταν σαν στρατιώτης μακριά από το σπίτι του, άφραγκος και μεθυσμένος. Στο σπαρακτικό τραγούδι ο βραχνός τραγουδοποιός αναρωτιέται πού είναι τα χέρια που με αγκάλιαζαν και αποδείκνυαν κάποτε την αγάπη της και συντρίβεται κάτω από την ίδια του την εξομολόγηση: Της έδωσα την χρυσή υπόσχεση / ότι δεν θα χωρίζαμε ποτέ / έδωσα στην αγάπη μου ένα μενταγιόν / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά [μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς – Πάνος Τομαράς].

Βρισκόμαστε ήδη στην αχανή επικράτεια του έρωτα κι εκεί μαθαίνουμε για μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομτ-Σπονβίλ στο βιβλίο του Ούτε σεξ ούτε θάνατος. Τρία δοκίμια για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα αναφέρει για την διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες φιλίας και τις ιστορίες έρωτα. «Δεν υπάρχει κάποιο αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και την φιλία. Τα όρια ανάμεσά τους πάντα μου φαίνονταν θολά, πορώδη, ρευστά. Στην πραγματικότητα, έβλεπα μια ευρεία ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβάνει (όπως κάνει η φιλία, στον Αριστοτέλη, με τον έρωτα) ακόμα και τα άκρα που χωρίζει ή ενώνει. Υπάρχουν ερωτικές φιλίες και φιλικοί έρωτες που μας διδάσκουν περισσότερα για την πράξη και το πάθος της αγάπης από τις υπερβολικά ευφυείς φιλίες ή τους υπερβολικά έντονους έρωτες».

Σε κάπως εκτενέστερα κομμάτια μπορεί να ζωντανεύουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως εκείνη μεταξύ του Τόνι Νέγκρι και του Νοτιοκορεάτη φιλόσοφου, συγγραφέα της Ψυχοπολιτικής και πρώην … μεταλλουργού Μπιουνγκ-σουλ Χαν, σε ένα θέατρο στο Βερολίνο. Ο πρώτος υποστήριξε, όπως πάντα, την ιδέα της παγκόσμιας αντίστασης στην αυτοκρατορία, στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Ο δεύτερος προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αντίσταση αυτή είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου και εξαντλείται πολύ εύκολα. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα κυριαρχίας, υποστήριξε, δεν χρησιμοποιεί την καταστολή αλλά την άσκηση γοητείας. Έτσι δεν είναι εμφανής ο εχθρός που καταστέλλει την ελευθερία, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον του. Ο καταπιεσμένος εργάτης μετατρέπεται σε επιχειρηματία, σε εργοδότη του εαυτού του· κι αν αποτύχει, αυτόν κατηγορεί. Ο κομφορμισμός και η συναίνεση συνοδεύονται από μια ευρέως διαδεδομένη κατάθλιψη και τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα «πλήθος» που να μπορεί να μετατραπεί σε μια παγκόσμια εξεγερμένη μάζα.

Σε πολλές περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανυπομονεί να μοιραστεί μερικά πολύτιμα αποστάγματα της σκέψης που συλλέγει από τα καθημερινά του διαβάσματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το βιβλίο του Σλοβένου διανοητή Λούκα Ζέβνικ σχετικά με τις Κριτικές προοπτικές για την αναζήτηση της ευτυχίας. Φαίνεται πως αγνοούμε ότι οι περισσότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις για την ευτυχία παραπέμπουν στην καλή τύχη. Η παράλογη πεποίθηση ότι αυτό το δώρο μπορεί να μετατραπεί σε μια μόνιμη κατάσταση όπου μπορεί να φτάσει ο καθένας δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Ο Πολ Ντόλαν, καθηγητής συμπεριφορικής επιστήμης, στο δικό του βιβλίο Ο σχεδιασμός της ευτυχίας γράφει πως η ευτυχία αποτελεί άμεσο προϊόν όχι αυτών που μας συμβαίνουν αλλά της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Αρκεί να βρούμε δηλαδή τι μας κάνει στιγμιαία ευτυχισμένους και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

Τέλος, όπως είναι αναμενόμενο, στα πιο αυτοβιογραφικά κομμάτια, είναι εμφανής η συγκίνηση εκείνου που επιθυμεί να διασώσει την μνήμη σημαντικών συνεργατών και αναρωτιέται αν τήρησε τις πολύτιμες συμβουλές τους. Η αποδημία του Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός αληθινού διανοούμενου, του οποίου η άρνηση να υποκύψει σε πιέσεις έχει μείνει παροιμιώδης, αποτελεί αφορμή για να θυμηθεί τα λόγια του Καμύ, πως «η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, όπως φαίνεται και από το ότι έχουν λίγους εραστές». Αλλά ένα άλλο κείμενο μου χάρισε κι εμένα ιδιαίτερη συγκίνηση: η ενθύμηση μιας σπάνιας προσωπικότητας, του δημοσιογράφου των Νέων και της ΕΡΤ Κώστα Γαλανόπουλου, που ήταν συχνός επισκέπτης στο καθιστικό μας, ως οικογενειακός φίλος, πίσω στην δεκαετία του ’70. Ο συγγραφέας διασώζει ένα σημείωμά του από το 2002, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του: «Ακόμα και μια λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται».

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 539, με εξασέλιδο σημειώσεων.

Στις εικόνες: Pete Seeger στον ποταμό Hudson,  Εnrico Βerlinguer, Jean Jaurès, Pier Paolo Pasolini, Εdgar Μorin, Ian McEwan, Stig Dagerman, o Stig Dagerman στην βομβαρδισμένη Φρανκφούρτη [1946], Tom Waits, Ang Kiukok – Lovers [1981], Toni Negri, Byung-Chul Han, Κώστας Γαλανόπουλος.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 222, υπό τον τίτλο The stories of the blues, παραφρασμένο τίτλος από έναν πολυαγαπημένο ιστοριοσυλλέκτη, εδώ

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Ιαν. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 991.124 hits

Αρχείο

Advertisements