Αρχείο για 10 Ιανουαρίου 2023

10
Ιαν.
23

Τζανίν Ντι Τζιοβάνι – Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν. Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία

Από την Βοσνία και την Τσετσενία μέχρι την Σιέρα Λεόνε και την Λιβερία, και από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι την Λιβύη, την Ρουάντα και το Ανατολικό Τιμόρ, η συγγραφέας και πολεμική ανταποκρίτρια Τζανίν Ντι Τζιοβάνι βρίσκεται εκεί που η ανθρωπότητα δοκιμάζεται και υποφέρει στην ύστατη δοκιμασία της: στον πόλεμο. Το εν λόγω βιβλίο δημιουργήθηκε από την εμπειρία της στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, μια αδιανόητη κατάσταση που παρά το εφιαλτικό της μάθημα, πως δηλαδή μια κοινωνία και μια χώρα μπορεί να βρεθεί ριγμένη στο απόλυτο χάος, στην καταστροφή και στην συντριβή κάθε ανθρώπινης αξίας, δεν μοιάζει να εκλείπει από τον πλανήτη.

Η συγγραφέας γνωρίζει καλά το υπόβαθρο κάθε πολέμου που σπεύδει να καλύψει –υπήρξε, εκτός των άλλων, και πρώην αρχισυντάκτρια του Newsweek σε θέματα Μέσης Ανατολής– όμως εκείνο που την ενδιαφέρει, είναι ο αντίκτυπός του στους ανθρώπους που τον ζουν. Αυτό είναι το μεγάλο της αγώνισμα: οι σελίδες των βιβλίων της ανήκουν στους ανθρώπους που υφίστανται τον πόλεμο και χάνουν κάθε οριστικά και αμετάκλητα κάθε ιδέα «κανονικής» και «φυσιολογικής» ζωής. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που ζουν σε μια τέτοια δίνη είναι πλέον το άμεσο και πηγαίο υλικό κάθε ιδέας να καταγραφεί μια σύγχρονη πολεμική σύρραξη ή και οποιαδήποτε ανθρωπιστική κρίση. Δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε την Σβελτάνα Αλεξίεβιτς (για το Τσερνομπίλ της οποίας γράψαμε εδώ, ενώ το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου θα παρουσιαστεί σύντομα από το Πανδοχείο), η οποία «παραχώρησε» τις σελίδες της στους ίδιους τους αφανείς πρωταγωνιστές και κομπάρσους της δημόσιας ιστορίας που θέλησε να αφηγηθεί, αλλά και την μεγάλη συζήτηση που ανέφλεξε, περί του αν μια τέτοια επιτομή / συρραφή μαρτυριών συνιστά λογοτεχνία.

Η Ντι Τζιοβάνι δεν απασχολείται από σχετικούς προβληματισμούς, καθώς λειτουργεί ως πολεμική ανταποκρίτρια που επιθυμεί να αποστάξει την τραγική του εμπειρία σε ουσιώδες κείμενο και το δύσκολο έργο της, εκτός από την αυτονόητη διαβίωση στην πολεμική ζώνη με κάθε ρίσκο ζωής και υγείας, αφορά ακριβώς στην επιλογή των συνομιλητών της που όπως είναι τίμιο, οφείλουν να προέρχονται απ’ όλες τις πλευρές του πολέμου και από κάθε «κατηγορία» εμπλεκόμενου ανθρώπου. Γυναίκες που αδυνατούν να παραδεχτούν τον βιασμό τους ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό, άνθρωποι που βασανίστηκαν και καλούνται να ζήσουν με την ιδέα του απόλυτου εκμηδενισμού τους (θυμίζοντάς μας τα Μαθήματα επιβίωσης του Χόρχε Σέμπρουν), γιατροί που ασκούν με μυστικότητα και κίνδυνο ζωής το ιερό τους καθήκον, άμαχοι που γνωρίζουν πως το μέλλον τους εξαντλείται στο παρόν, στρατιώτες από τις αντίπαλες παρατάξεις, παιδιά που μοιάζουν να γέρασαν πρόωρα.

Είναι ευνόητο πως δεν είναι απλό να προσκαλείς όλους τους παραπάνω να εξομολογηθούν τα ανομολόγητα. Η συγγραφέας προσπαθεί να τους επιλέξει, να τους εντοπίσει (συχνά η ίδια η συνάντηση μαζί τους παίρνει την μορφή επικίνδυνης αποστολής), να γίνει η ματιά και τα χείλη τους. Στα δικά της κομμάτια δεν ξεχνάει τα οφειλόμενα των πολεμικών ανταποκριτών: απουσία μελοδραματισμού και εκβιασμού των συναισθημάτων, ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά, απλός λόγος με λέξεις που δεν φοβούνται το βάρος τους, και κάπου κάπου, σαν ταπεινή ανταύγεια ενός κρυμμένου φωτός, απόπειρες ποιητικής έκφρασης, σαν μια προσπάθεια να μην ξεχαστεί η ανθρώπινη ματιά αλλά και η ανάδειξη μιας τραγικής πραγματικότητας με άλλα μέσα.

Έτσι προφανώς εδώ απουσιάζει κάθε ιδέα ιστορικής και γεωπολιτικής ανάλυσης του πολύπλοκου συριακού ζητήματος, η οποία, αναπόφευκτα, θα αφορούσε τους περισσότερο ειδικούς· αντίθετα δημιουργείται ένα βιβλίο που αφορά και τον τελευταίο άνθρωπο στην παραμικρή γειτονιά του κόσμου, γιατί στο σημειωματάριο και στο μαγνητόφωνο της Ντι Τζοβάνι έχουν θέση οι άνθρωποι που την μία ημέρα ζουν την ζωή τους και την επόμενη καλούνται να την ακυρώσουν, να την αντιστρέψουν και να μάθουν να ζουν με το αρνητικό της, ενίοτε και με το απόλυτο τίποτα. Αλλά εμείς οι αμύητοι στο θέμα δεν ριχνόμαστε εδώ χωρίς αποσκευές: εκτός από τις χρήσιμες σημειώσεις της εντός των κειμένων, μας επιφυλάσσεται πολυσέλιδο χρονολόγιο που εκκινεί από το απώτερο ιστορικό παρελθόν της Συρίας, διατρέχει τον 20ό αιώνα και την εδραίωση του αραβικού έθνους, φτάνει στις αρχές του 21ου αιώνα και στην ένταση της δυσαρέσκειας και καταλήγει στον εμφύλιο πόλεμο, από τις διαδηλώσεις του 2011 μέχρι την ένταση των συγκρούσεων και την συνέχιση του πολέμου μέσω τρίτων το 2016, κεφάλαια που εκτός των λεπτομερών χρονικών ενδείξεων παρουσιάζονται σε δυο στήλες, στα εντός Συρίας και στις διεθνείς αντιδράσεις. Η εικόνα δεν μπορεί να γίνει πληρέστερη.

Όπως συμβαίνει με τόσους εμφυλίους πολέμους και όπως αντιληφθήκαμε καλά από την τραγική βαλκανική εμπειρία, η μανιασμένη εμπλοκή της θρησκείας και ο συνακόλουθος  φανατισμός έρχονται την κατάλληλη στιγμή να καταστήσουν τις διαφορές αγεφύρωτες, να αυξήσουν το μίσος και να προσδώσουν την απαραίτητη ταυτότητα σε εκείνους που απεγνωσμένα την χρειάζονται. Εδώ η εμπλοκή της θρησκείας υπήρξε σχεδόν κωμικοτραγική: αρχικά η αντιπολίτευση που φώναζε για ελευθερία και δημοκρατία επέλεξε την ακραία θρησκευτική – ριζοσπαστική πλευρά και η είσοδος των τζιχαντιστών και του ISIS στην πλευρά της ήταν γεγονός, ενώ αργότερα συνέβη ακριβώς το αντίστροφο, μια ακόμα πολύπλοκη πλευρά των δεδομένων ενός σύγχρονου πολέμου και της οργανωμένης θρησκείας που βρίσκει ιδανικό έδαφος.

Ένα δεδομένο που δεν περνάει απαρατήρητο στα γραπτά της ντι Τζιοβάνι είναι η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να επέμβουν δραστικά σε ανάλογες πολεμικές και ανθρωπιστικές κρίσεις. Η Συρία αποτελεί «άλλη μια αποτυχία στη μακρά λίστα των καταστροφικών αποτυχιών του ΟΗΕ» και «οι γραφειοκράτες εργάζονται με επιμέλεια στα γραφεία τους με θέα την Γενεύη», γράφει, θυμίζοντας τις διαπιστώσεις του Ρεζίς Ντεμπρέ για τους διάφορους ειδικούς και εμπειρογνώμονες των πολεμικών πεδίων, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που παρουσιάσαμε παλαιότερα, εδώ. Μέχρι σήμερα θυμάμαι και τον καθηγητή Διεθνών Σχέσεων της Νομικής του ΑΠΘ Θεόδωρο Κουλουμπή, όταν εν έτει 1988 είχα ως πρώτη επιλογή την κατεύθυνση των διεθνών σπουδών, σε αξέχαστες συζητήσεις στα μαθήματα ειδικής επιλογής. Όταν τον είχαμε ρωτήσει αν μπορούμε τελικά να περιμένουμε κάτι ουσιώδες από τους διάφορους ΟΗΕ μας είχε πει: πράγματι, το έργο τους είναι κατώτερο των προσδοκιών και στις μεγάλες συγκρούσεις είναι και θα είναι απόντες. Όμως είναι κάτι, παρά καθόλου! Τότε αντιληφθήκαμε το αυτονόητο: σε σχέση με το μακρινό, σκοτεινό παρελθόν, κάθε σχετικός οργανισμός αποτελεί ένα μικρό βήμα, όμως κανείς ρεαλιστής δεν μπορεί να περιμένει κάποιον καταιγιστικό ρόλο. Ή, αντίστροφα, κανείς ρεαλιστής κλπ., αλλά κάθε οργανισμός αποτελεί κι ένα μικρό βήμα…

Από τα διεκπεραιωτικά πεντάλεπτα των δελτίων ειδήσεων μέχρι τις εφημερίδες, ο τρόπος με τον οποίον τα μέσα προβάλλουν έναν πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος: αναφέρονται οι πολεμικές συρράξεις, οι κινήσεις των αρχηγών, οι διπλωματικές ή οικονομικές αντιδράσεις των άλλων κρατών, κάποιοι αριθμοί και στατιστικές, και οι απαραίτητες ιστορίες δυο τριών προσφύγων. Δημιουργείται γενικώς και αορίστως η εικόνα μιας τραγικότητας που δεν μας αφορά, που συμβαίνει κάπου αλλού (ευτυχώς) μακριά, σε τρίτο πολιτισμό που δεν μοιάζει και τόσο με τον δικό μας. Μένουν βιβλία σαν κι αυτό για να μας μιλήσουν για ανθρώπους που μοιάζουν μ’ εμάς και θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση τους. Μια γυναίκα επιμένει να μένει στα μπάζα του βομβαρδισμένου της σπιτιού. Ένα παιδί παρακαλάει την μητέρα του να βγει λίγο έξω να παίξει. Κάποιοι εχθές το πρωί πήγαιναν στην δουλειά τους και το βράδυ συναντούσαν φίλους στο σπίτι, αλλά σήμερα δεν υπάρχει σπίτι, φίλοι ή δουλειά. Μια ημέρα με καθαρό ουρανό αποτελεί ιδανικό καιρό για βομβαρδισμούς. Κι αν κανείς αναρωτιέται πως μπορεί οποιοσδήποτε να ρίξει μια βόμβα, η απάντηση είναι απλή: γεμίζεις ένα βαρέλι με εκρηκτικά υλικά, καρφιά, γυαλιά, μπουλόνια, χημικά, και αρκεί ένα απλό ελικόπτερο για να το ρίξει σε οποιαδήποτε περιοχή επιθυμείς θύματα και καταστροφές.

Ένας άλλος συνομιλητής εκφράζει τη νέα του πραγματικότητα: στην αρχή παρατηρείς τα παρατημένα λεωφορεία που τοποθετούνται για προστασία όσων βγαίνουν στον δρόμο και γενικά όλα σου φαίνονται περίεργα· μετά συνηθίζεις να τα βλέπεις και όλα μοιάζουν φυσιολογικά. Κάποιος διατυπώνει την έννοια του «ελαστικού χρόνου»: υπάρχουν μέρη όπου ο χρόνος τρέχει ταχύτατα και άλλοτε μένει ακίνητος. τα λεπτά μοιάζουν ατέλειωτα και νομίζεις πως δεν θα φτάσεις ποτέ στην ερχόμενη μέρα. Σε πόλεις όπως το Χαλέπι υπάρχει ακριβώς μια αίσθηση αχρονίας, ότι ο χρόνος έχει χαθεί. Έννοιες όπως καθημερινότητα, ρουτίνα ή κανονικότητα ακούγονται αστείες, κενές· για την ακρίβεια, αποκτούν άλλο περιεχόμενο: μιλάμε για μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για την αγωνία της επιβίωσης. Οι γειτονιές γίνονται τσιφλίκια και κυριαρχεί η μαύρη αγορά. Κάνεις μαύρες σκέψεις για ανθρώπους που κάποτε ήξερες καλά κι εμπιστευόσουν. Δεν υπάρχουν νοσοκόμες, σκουπιδιάρηδες, καφετζήδες – τα επαγγέλματά τους τελούν υπό αναστολή.

Μπορεί κανείς να διανοηθεί πως υπάρχουν ολόκληρα στρατόπεδα βιασμών και πώς ο βιασμός θεωρείται πλέον στην σύγχρονη ιστορία ένας ασφαλής και ατιμώρητος τρόπος εθνοκάθαρσης; Μπορεί κανείς να δεχτεί πως καθιερώνεται πλέον και ειδικός όρος για τις βιασμένες γυναίκες – «οι επιζήσασες»;

Τέτοια βιβλία δεν αποτελούν απλές ανταποκρίσεις αλλά αποτυπώσεις της καθολικής φωνής των θυμάτων πολέμου. Ζωντανή και ζέουσα, η Ιστορία διεκδικεί αυτήν ακριβώς την μορφή της βιωματικής αφήγησης εκείνων που βρέθηκαν στη δίνη του. Η ιδιωτική Ιστορία καταγράφεται παράλληλα με την «δημόσια» και η γραφή του ιστορικού κινείται παράλληλα με την πρωτοπρόσωπη μαρτυρία των υποκειμένων της. Εκείνα είναι που θα μιλήσουν για το αντίκτυπο του «μείζονος» στο «έλασσον», του πολέμου στην ιδιωτική ζωή των πολιτών.

Το ερώτημα βέβαια παραμένει στις παγωμένες σκέψεις όλων αυτών των ανθρώπων. Πως μπορεί η αλλοτινή χώρα – χωνευτήρι εθνοτικών ομάδων και θρησκειών να φτάσει ως εδώ; Ποιος ωφελείται; Τι κερδίζουν οι ξένες δυνάμεις και πώς ευνοούνται οι δικτάτορες; Πώς εκείνοι που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία θεωρούνται εχθροί ενός αχανούς εσωτερικού και εξωτερικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος; Εκείνο που κατακάθεται όταν η σκόνη των αφηγήσεων κοπάσει είναι η εφιαλτική αίσθηση πως σήμερα τα πράγματα είναι έτσι και αύριο μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στην σύγχρονη ιστορική συγκυρία. Ο πόλεμος δεν θα αποτελέσει ποτέ αποκλειστικό κομμάτι ενός μακρινού παρελθόντος που έδωσε την θέση του στην διπλωματία ή σε άλλες μορφές του – αντίθετα, είναι έτοιμος να εμφανιστεί οπουδήποτε. Και ακόμα, μπορεί οι πόλεμοι κάποτε να τελειώνουν αλλά αυτό που αφήνουν μέσα στον καθένα που τους διέσχισε δεν τελειώνει ποτέ. Έχω την αίσθηση πως για κάθε πολεμική σύρραξη στον πλανήτη, απαιτούνται διαρκώς τέτοια βιβλία, να θυμίζουν πως οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί στην αντίστοιχη θέση των τραγικών προσκεκλημένων του βιβλίου. Και πως μόνο τέτοια βιβλία μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό: στο να πάψουν να υπάρχουν.

Εκδ. Δώμα, 2018, μτφ.: Μαριάννα Ρουμελιώτη, σελ. 320 [Σειρά Testimonia]. [Janine Di Giovanni, The morning they came for us. Dispatches from Syria, 2017].

Στις εικόνες, φωτογραφίες των Khalil Hamra / Associated Press (1), Spencer Platt  / Getty Images (2), Alexander Kots / Associated Press (4), Joseph Eid / Reuters (6) και Bengin Ahmad (9).




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.129.098 hits

Αρχείο