Don DeLillo – Americana

Εικονολάτρες και εικονοκλάστες

1. Το πρώτο, σήμερα. Το πρώτο βιβλίο και ο πρώτος δίσκος ενός αγαπημένου λογοτέχνη και μουσικού/συγκροτήματος αντίστοιχα πάντα μου προκαλεί ένα διαβολεμένο ενδιαφέρον, καθώς περιέχει μια σειρά από ερεθιστικά στοιχεία: κατ’ αρχήν βλέπει κανείς με ποιο τρόπο παλεύει με το υλικό του ο σχετικά «άπειρος» δημιουργός, πως χειρίζεται τα θέματα που τον καίνε, τι μορφές επιλέγει να τους δώσει και ποια σχέση έχουν όλα αυτά με την μετέπειτα ώριμη, θριαμβική του εξέλιξη. Ύστερα είναι μια αδιευκρίνιστη ιδέα ελευθερίας που διαποτίζει το εκάστοτε πρωτόλειο έργο, καθώς, σε πολλές περιπτώσεις, είναι απολύτως άγνωστος και δεν περιμένει ή απαιτεί κανείς τίποτα από αυτόν, αν φυσικά τον γνωρίζουν. Δεν έχει πίσω του καθιερωμένη, δική του γραφή που οφείλει να υπηρετήσει, ούτε μπροστά του κοινό που περιμένει πως και πως το ενίοτε ετήσιο δημιούργημά του. Η μόνη του αναμέτρηση είναι με τον εαυτό του. Έτεροι συγκεκριμένοι και μείζονες λόγοι για τους οποίους μας αφορά ιδίως η πρώτη συγγραφή του ΝτεΛίλλο αναφέρονται στο πυκνό επίμετρο του Λευτέρη Καλοσπύρου, που, ως δεινός αναγνώστης του συγγραφέα, επιμελήθηκε παλαιότερα ένα πλούσιο αφιέρωμα στο περιοδικό Διαβάζω (βλ. σημειώσεις).

2. Πίσω από την Εικόνα. Ποιος είναι ο κορμός του Americana; Ας πούμε ότι είναι η ιστορία του 28χρονου διαφημιστή Ντέιβιντ Μπέλ, ο οποίος, καθώς ζει σε μια Αμερική που παράγει συνεχώς εικόνες και τρέφεται αποκλειστικά από αυτές, ενδιαφέρεται να ανακαλύψει εκείνο που βρίσκεται πίσω τους – αναπόφευκτα, δηλαδή, να ταξιδέψει στη μήτρα τους, «εκεί έξω». Και φυσικά αυτό το έξω δεν βρίσκεται μόνο στις μητροπόλεις και στις πόλεις, ιδανικό πεδίο της έξοχης λογοτεχνίας του ΝτεΛίλλο αλλά και στις ξεχασμένες κωμοπόλεις της αχανούς αμερικανικής περιφέρειας. Οι απώτερες πηγές της επιθυμίας του, που μπορεί να καταλήξει σε εμμονή αν δεν ικανοποιηθεί σύντομα, δεν βρίσκονται μόνο στην καθημερινή του ζωή αλλά στον παράλληλο κόσμο των απανταχού διαφημιστικών γραφείων, των κατεξοχήν νευρώνων της εικονολατρικής χώρας.

3. Οι Αυτοκρατορίες των Γραφείων. Στις επικράτειά τους, όπου ζει και εργάζεται ο αφηγητής, όλοι, έχουν την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου – στο Γραφείο τους. Πρόκειται για μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία, που έχει εμβαθύνει στην χρήση της εικόνας και στην διασπορά της στα απανταχού μυαλά. Ο Μπελ έχει ενσωματωθεί αλλά την ίδια στιγμή στέκεται παράταιρα και παρατηρεί, όπως για παράδειγμα, το κόλπο που έχει σχεδιάσει η ανώτατη διοίκηση, να ορίζει έναν άντρα-τάση του μήνα, κάποιον που το ηθικό του χρειάζεται τόνωση, κι έπειτα να δασκαλεύει πληρωμένους «ρυθμιστές τάσης» να διαδίδουν τα καλά πράγματα που έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Κι έτσι σύντομα ο καθένας έχει τον δικό του εβδομαδιαίο κύκλο δόξας. Βέβαια, ο ίδιος βάζει τα δυνατά του να είναι υπερβολικά ταπεινός και απόμακρος επειδή αντιλαμβάνεται πως είναι ουσιώδες για την ευημερία των άλλων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στο εταιρικό αυτό περιβάλλον, όπου οι διαδόσεις, τα κουτσομπολιά, οι κατευθυνόμενες φήμες, οι ερωτικές σχέσεις με τις γραμματείς, τα ψεύτικα τηλέφωνα μεταβάλλουν διαρκώς το κλίμα από την μία ημέρα στην άλλη. Όπως παραδέχεται ο ίδιος στον εαυτό του, «κάποιες φορές νόμιζα πως όλοι μας μέσα στο δίκτυο υπήρχαμε μόνο σε βιντεοκασέτα».

4. Διάγραμμα /διάνυσμα αφηγητή. Ο Μπέλ αισθάνεται ότι ξοδεύει την ζωή του, επιλέγει κάποια γυναίκα και μόνο για την ικανότητα να αλλάζει ανεπαίσθητα έναν χώρο, βλέπει τα πάντα ως εικόνες όπως συμβαίνει σε όλες τις δουλειές που ανθούν μέσα στον πυρετό της εικόνας, βλέπει τα πλήθη κάτω από την Τεσσαρακοστή Δεύτερη Οδό και σκέφτεται ότι ίσως σε τούτη την πόλη το πλήθος ήταν ουσιώδες για τα άτομο· χωρίς αυτό, δεν είχε τίποτα για να ξεσπάσει το θυμό του πάνω του, δεν είχε αντίλαλο η θλίψη του, ούτε την ελάχιστη απόδειξη πως υπήρχαν κι άλλοι πιο μόνοι από αυτό. Η ερωτική του ζωή συνοψίζεται σε έναν αποτυχημένο γάμο όπου το μόνο που ήθελε ήταν να διαβάζει το μυαλό και το σώμα της συντρόφου του και σε ένα ατελείωτο κυνήγι ερωτικών συντρόφων, ιδίως όταν ήταν δεσμευμένος (οπότε και οι εραστές πιστεύουν πως ό,τι κάνουν είναι το πιο καταπληκτικό πράγμα που έχει γίνει ποτέ), με τις κινηματογραφικές ταινίες να δίνουν διαφορετικό νόημα σε κάποιες από τις ιδιωτικές στιγμές του, ενώ όπως όλοι οι σινεφίλ και ερασιτέχνες της μοιχείας και όπως όλοι οι σπουδαστές των κλισέ, συμφωνεί με την εκάστοτε ερωμένη να διατηρούν την σχέση τους σε χαμηλό συναισθηματικό επίπεδο. Τώρα με την τρέχουσα εξώτερη σχέση αρνείται να της αποκαλύψει οποιαδήποτε πλευρά του εαυτού του, γιατί «κάθε θραύσμα του εγώ του το χρειάζεται, καθώς φοβάται την δική του εξαφάνιση». Αλλά είναι και η μόνη που εξακολουθεί να είναι «κάτι παραπάνω από μια ανάμνηση από κρεβάτια …, αδιάφορες αναχωρήσεις αξημέρωτα και εκείνη τη φριχτή εντύπωση ότι είχα αφήσει κάτι σημαντικό πίσω μου σε κάποιο από κείνα τα πανομοιότυπα δωμάτια».

5. Σχεδόν επί της οθόνης, Ι. Σε μια τέτοια κρυφή συνεύρεση στο αυτοκίνητο, νιώθοντας πως ήρθε η ώρα για τελειωτικές κινήσεις, για την ύστατη περιέλιξη, η μηχανή δουλεύει, οι υαλοκαθαριστήρες το ίδιο, το ραδιόφωνο έχει μαγκώσει σε παράσιτα ανάμεσα σε σταθμούς, κι εκείνοι «κοπανιούνταν μέσα σ’ όλους αυτούς τους θορύβους, σαν μέσα σε μια διαστρική τσέπη στα βάθη του διαστήματος».

6. Υπέρ ψεμάτων. Φαίνεται πως οι ερωτικές σχέσεις αν μη τι άλλο καλλιεργούν την τέχνη της επινόησης, τουλάχιστον για τον αφηγητή. Στις συναντήσεις του με την πρώην σύζυγό του Μέρεντιθ μαθαίνει ότι σε μια ατμόσφαιρα εξομολογητηρίου-μοτέλ κανένα ψέμα δεν είναι υπερβολικά κραυγαλέο και καμιά δευτερεύουσα διαδρομή της φαντασίας υπερβολικά θεατρική. Της αφηγείται, λοιπόν, πλείστες πλαστές ιστορίες· παραθέτει μάλιστα δέκα λόγους γι’ αυτό: ας πούμε, ότι ο παραμυθάς μέσα του καραδοκεί προσβλέποντας σε μια λαμπρή, υπερβατική μυθιστορία, ότι η πορεία του ανθρώπου προς την δημιουργικότητα τότε γίνεται αντάξια της θεϊκής, ότι η ερωτική έξαψη διεγείρει και τους δυο. Επιπρόσθετα, καθώς βάζει πάντα κάτι από τον εαυτό του σε αυτές τις ψεύτικες ιστορίες, οδηγείται σε έναν ορισμό του εαυτού του ή, τουλάχιστον, μπορεί και ζει σε τρίτο πρόσωπο.

7. Ταξιδευτές. Ο Ντέιβιντ Μπελ αναχωρεί για να ανακαλύψει τους χαμένους δρόμους της Αμερικής, τις αληθινές ιστορίες των ανθρώπων, την ιστορία πίσω από την εικόνα. To άλλοθί του είναι η δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τους Ναβάχο. Φεύγει με την Σάλιβαν, μια ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα και απατηλό του πάθος, που όταν την ρωτούν πού κατοικεί, απαντά «στις καρδιές των ανδρών». Λέει πως το ταξίδι με το αυτοκίνητο έχει μια θρησκευτικότητα, κάτι που τα αεροπλάνα δεν έχουν, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο συναρπαστικό από τις πρώτες μέρες ενός ταξιδιού με αυτοκίνητο, μέσα στο περιπαθές στόμα μιας απίστευτης και ανήσυχης χώρας. Απλώνει το βλέμμα του στην ύπαιθρο, όση μπορούσε να φανεί μέσα από τον καπνό και τις διαφημιστικές ταμπέλες. Βοστόνη, Σάλεμ, Σπίτι με τα εφτά αετώματα, και σε μια μικρή κωμόπολη για να βρουν το γκαράζ με το αυτοκινούμενο του Μπραντ, ενός φίλου που καθάρισε από την ντόπα και σχεδιάζει να γράψει το μυθιστόρημα που «θα σκάσει στα σωθικά της Αμερικής σαν μια φλογερή βόμβα βακτηρίων». Όταν είχαν πρωτογνωριστεί, ο Μπραντ είχε ένα κινητό ιατρείο για κρυσταλλική μέθη, LSD, και διάφορες αμφεταμίνες (κάποια έξοχη σειρά μου θυμίζει αυτό…) και είχε δώσει και στον αφηγητή ένα υπογλώσσιο εισιτήριο για απρόσιτες περιοχές, προτού τελικά στραφεί στα διεγερτικά της μουσικής, του πολιτικού ακτιβισμού και της συγγραφής. Ακόμα μπορεί και αλλάζει προσωπικότητα κάθε λίγες βδομάδες, και λεπτά μερικές φορές. Η συντροφιά πλέον γίνεται τριμελής και οι διεκδικητές της Σάλιβαν δυο.

8. Φλέβες αλήθειας μακριά από τις τηλεοράσεις. Τα λεωφορεία που κάνουν ουρά στην Τρίτη Λεωφόρο τα λεωφορεία μοιάζουν με φωταγωγημένα σαν χειρουργεία, με κάμποσα κεφάλια ετοιμοθάνατων σε κάθε παράθυρο. Το ραδιοφωνικό πρόγραμμα ενός φίλου σ’ έναν τοπικό σταθμό, με σπόνσορα μεταξύ άλλων, έναν μεταφυσικό φιλόσοφο κι έναν ειδικό τεχνητών μελών και άλλους από μια λέσχη αλλόκοτων επαγγελμάτων, περιλαμβάνει και μια χυδαιολογία σουρεαλιστική, ίσως επειδή «έχει έρθει ο καιρός για την ραδιοφωνική αναμετάδοση φραστικού σεξ στις σιωπηλές κρεβατοκάμαρες της Αμερικής». Οι ταξιδευτές διαπιστώνουν ότι το σκοτάδι κάνει τους ανθρώπους να μιλούν με μικρές κοφτές προτάσεις, παρηγοριούνται στη σκέψη πως τίποτα πολύ ενδιαφέρον δεν συμβαίνει σε μέρη που φωτίζονται καλά και συνειδητοποιούν τι τρώνε – το σώμα ενός ζώου. «Τι θα μπορούσε να είναι πιο πρωτόγονο»;

9. Λευκός Θόρυβος. Υπάρχουν δεκάδες φράσεις, παράγραφοι, σελίδες, που ο ΝτεΛίλλο γράφει με τον τρόπο που τον αγαπήσαμε στα μεταγενέστερα βιβλία του, όπως όταν οι χαρακτήρες συλλογίζονται φωναχτά, φιλοσοφούν αυτοσχέδια, θυμίζοντας τις συντεταγμένες της γραφής του και ιδίως του καλύτερου κατ’ εμέ μυθιστορήματός του, του Λευκού Θορύβου: Μόνο τα υλικά είχαν αλλάξει, οι τεχνολογίες […], ήμασταν ακόμα το ίδιο έθνος ασκητών, ειδικοί της αποτελεσματικότητας, εχθροί της σπατάλης. Ανασχεδιάζαμε το τοπίο μας όλα αυτά τα χρόνια για να εξαφανίσουμε τα αχρείαστα αντικείμενα, όπως δέντρα, βουνά κι όλα τα κτήρια που δεν εκμεταλλεύονται πρακτικά κάθε σπιθαμή εδάφους. Ο ασκητής μισεί τη σπατάλη. Προγραμματίζουμε την καταστροφή οποιουδήποτε πράγματος δεν υπηρετεί τον σκοπό της αποτελεσματικότητας […]. Νιώθουμε μια κρυφή λαχτάρα, παραδέξου το, στην θέα μιας ομορφιάς που παραδίνεται στις φλόγες. Επιθυμούμε να βυθίσουμε όλα τα υπέροχα παλιά πράγματα στη λήθη και να τα αντικαταστήσουμε με πανομοιότυπες ανούσιες δομές. Κουτιά από καρκινικά κύτταρα. Περιποιημένους γκρίζους θαλάμους για διαλογισμό και ανάγνωση διαφημίσεων. Φαντάσου τα εκπληκτικά μοτέλ που θα μπορούσαμε να χτίσουμε στα λιβάδια. […] μονολιθικά πενταώροφα μηχανήματα να τακτοποιούμε τα θύματα των αυτοκινητικών δυστυχημάτων. [σ. 192-193]

10. Οι αθέατες ιστορίες της χώρας. Μια αθέατη ιστορία της Αμερικής δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει τον ιδιωτικό βίο των οικογενειών της. Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος παρακάμπτει προς την ιστορία των γονέων του Μπελ. Ο πατέρας του, συλλέκτης μπομπίνων διαφημιστικών για την τηλεόραση, αρχειοθετημένων και ευρετηριασμένων με βάση διάφορα δεδομένα, αναζητούσε πάντα να μάθει τη σχέση ανάμεσα σε κάποια είδη διαφημιστικών και τον αντίκτυπό τους στην αγορά. Στην ηλικία που βρίσκεται πλέον κρίνει πως «όλες οι γυναίκες ίδιες φαίνονται», πώς κάθε άνθρωπος νιώθει πως έχει μυθιστόρημα μέσα του και πως πάντα σε τέτοια ηλικία καταλήγεις να συνειδητοποιήσεις ότι τα έκανες όλα λάθος. Σε κάποια άλλη εποχή, ο ήχος του πλυσίματος των πιάτων από την αδελφή του Μαρί, της κιμωλίας από την ζωγραφική της άλλης αδελφής του Τζέιν, το θρόισμα του χαρτιού από το περιοδικό που ξεφύλλιζε ο πατέρας, οι γνώριμες φωνές, ο χρόνος που προχωρούσε στο εκκρεμές του τοίχου, το σφύριγμα του καλοριφέρ, όλα τον κάλυπταν με την επίπλαστη ιδέα της ασφάλειας. Κι ύστερα αναδύθηκαν οι λυπημένοι βίοι των γονέων που δεν παύουν να μας καθορίζουν. Η μητέρα επιθυμούσε να περνάει απαρατήρητη, αγκυλωμένη στην ψυχική της αδυναμία, υποκείμενη όμως στην οιδιπόδεια περιπάθεια του γιού της (στον οποίο και αφηγείται την ταπεινωτική, κακοποιητική εξέταση από τον γυναικολόγο της), σ’ έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σχέση της Αμερικής με τα δικά της τέκνα.

11. Μεσοδυτικά της Εδέμ. Όσο οι ταξιδευτές εισχωρούν στα μεσοδυτικά, γεμίζοντας το τρίτο μέρος του βιβλίου, εμείς οι μανιακοί της ταξιδιωτικής πρόζας βρισκόμαστε στο στοιχείο μας. Τι έχει μείνει από την Αμερική «που κάνει πραγματικότητα όλες τις δυνατότητες», την χώρα στην οποία οι υποτιθέμενοι κινηματογραφιστές πίστευαν όταν ήταν παιδιά; Η Αμερική τώρα είναι σαν ένα σανατόριο για στατιστικές κάθε είδους, κατοικημένη από ανθρώπους που ενορχηστρώνουν την ζωή τους σύμφωνα με το βουητό της κοινής γνώμης. O προγραμματισμός συστημάτων αποτελεί πλέον την γνήσια αμερικανική μορφή τέχνης, περισσότερο κι από την τζαζ.

12. Καλοκαίρι σε μικρή πόλη. Μερικές περίλαμπρες σελίδες τυπικές του Ντελίλο: Το καλοκαίρι σε μια μικρή πόλη μπορεί να είναι φονικό, ακόμα χειρότερο κατά κάποιο τρόπο από τα φτωχικά καλοκαίρια στα γκέτο ή τα υγρά, βαριά καλοκαίρια στα λιμανάκια του κόλπου. […] Όμως υπάρχουν μέρες που ένα τρομαχτικό μήνυμα φαίνεται να περνάει κάποιο απόγευμα μέσα από τις εναλλαγές φωτός και σκιάς, στις επανερχόμενες αβύσσους του χρόνο. […] Η απειλή είναι στα χειρότερά της το καλοκαίρι, στα μεγάλα ηλιόλουστα μονοπάτια, καθώς οι ηλικιωμένοι διασχίζουν το γρασίδι […] κι έπειτα κάθονται στην βαμμένη γκρίζα ακινησία των βοηθητικών δωματίων και δροσίζονται με περιοδικά για το Σιάμ και τις γυμνόστηθες της Ζανζιβάρης […]. Δεν τη νιώθεις κάθε μέρα και μόνο κάποιοι άνθρωποι μπορούν νa τη νιώσουν. Μπορεί να μην είναι τόσο βίαιη όσο στις φτωχογειτονιές, όπου η πίσσα λειώνει στις στέγες και τα παιδιά διαδηλώνουν το μίσος τους ουρλιάζοντας στους άντρες με τα Λευκά Κράνη, όμως το καλοκαίρι σε μια μικρή πόλη, με την τέλεια σιωπή και την τέχνη των ομοιοκατάληκτων ημερών του, μπορεί ν’ αναποδογυρίσει τα συναισθήματα του ανθρώπου με την ταχύτητα της παράνοιας. [σ. 283-284]

13. Θεϊκές Κυριακές. Κι όλα αυτά τα νοιώθει κανείς πιο έντονα τις Κυριακές, «όπου οι λευκές πεντακάθαρες εκκλησίες στέκονται σε συστάδες ηλιακού φωτός, με τα αυτοκίνητα των πιστών να θαρρείς πως κολυμπούν μέσα στο γαλάζιο, πυρακτωμένο σαν ατσάλι χαλίκι», και μπορεί να ακούσει την σιωπή του Λουθήρου και των πικνίκ των Βαπτιστών, φοβισμένους Μεθοδιστές να οδηγούν τις σακαράκες τους, έφηβες Ιεχωβίτισσες να μοιράζουν φυλλάδια, αντίτυπα της Βίβλου του Γεδεών να κιτρινίζουν σε όλο το Μιζούρι

14. Μοτέρ/στυλό. Η ταινία προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να σταθεί μπροστά στην κάμερα και να απαντήσει σε ερωτήσεις, ενίοτε ταχύρρυθμες και ακαριαίες, και κατόπιν να αφεθεί στον μονόλογο της ζωής του. [Θυμάστε τον Άνθρωπο των αστεριών του Τζουζέπε Τορνατόρε;]. Οι σκηνοθέτες με την σειρά τους ενίοτε αναζητούν την αίσθηση της εξίσωσης του ανθρώπου με τον χώρο και αντιλαμβάνονται ότι οι άνθρωποι είναι στ’ αλήθεια σπουδαίοι αν μπορέσεις να τους αποσπάσεις από τις ανούσιες λεπτομέρειες προτείνοντάς τους κάτι τρελό. Κάποιοι μπορεί να μην θέλουν να κουβεντιάσουν αλλά μόνο κάτι να παίξουν – μια ιδέα, έναν ρόλο, μια μεταμφίεση· κάτι που να το καταλάβει η κάμερα, έστω κι αν δεν το καταλάβει κανένας άλλος. Ο επίδοξος συγγραφέας Μπραντ ρωτά ποιος θέλει να συμμετέχει στο μυθιστόρημά του, λέγοντας ότι θα κοστίσει πενήντα δολάρια και θα τους εξασφαλίσει την αθανασία. Αν βέβαια θέλεις να γίνεις νευροχειρουργός, η τιμή ανεβαίνει στα ογδόντα, ενώ ο τρομερός εραστής πάει στα εκατόν πενήντα, μαζί με ηρωίδα της επιλογής του. Πολύ μακριά όλα αυτά από το είδος του μυθιστορήματος όπου οι νεαροί εραστές ακούνε ένα τρένο πέρα μακριά ή ένα σκυλί να γαβγίζει ή ένα γέλιο να πλανιέται μόνιμα πάνω απ’ το γρασίδι.

15. Οι σελίδες που βλέπονται. Βλέπω (και διαβάζω) τον Μπελ στην ξεθωριασμένη σκουριά του σούρουπου να περνάει τα στολισμένα με νέον μοτέλ, να διασχίζει την μουντή θειαφένια αχλή των φαναριών, να προσπερνά μια σακαράκα παρατημένη σ’ ένα χωράφι, «με το καπό σηκωμένο σαν γείσο καπέλου του μπέιζμπολ», σκηνές από την αγροτική δεκαετία του ’30». Τον βλέπω να κατηφορίζει έναν δρόμο θλιμμένο, όπως όλοι οι δρόμοι που οδηγούν έξω από μια πόλη, με χυμένα λάδια από θεόρατα φορτηγά κι έναν φωτεινό σηματοδότη μετέωρο πάνω από μια έρημη διασταύρωση. Να παρατηρεί κτίρια βαμμένα σ’ ένα άχαρο πράσινο τη δημοσίου και λευκά κουκλίστικα σπιτάκια με ροζ παραθυρόφυλλα, βγαλμένα από το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, βενζινάδικα στους παράδρομους με μια μοναχική παλιά αντλία κι ένα σκυλί κοιμισμένο μες στα γράσα. Να γνωρίζει (ή να ποθεί να γνωρίσει) μια γυναίκα που είναι μεγαλύτερη και σοφότερη από αυτόν, στο χρώμα της γης, πλασμένη από πολλές επιμειξίες, και διασκεδάζει με τα ξανθά παιδιάστικα γιάνκικα καμώματά του, μοιράζοντας συγκλονιστικές αλήθειες με κοφτές φράσεις.

16. Μοτέλ. Υπάρχει ένα μοτέλ στην καρδιά όλων των αντρών. Εκεί που ο αυτοκινητόδρομος αρχίζει να εξουσιάζει το τοπίο, πέρα από τα όρια της μεγάλης και αδιάκοπα επεκτεινόμενης πόλης, κοντά σ’ έναν σπουδαίο συγκοινωνιακό κόμβο, εκεί πιθανότατα βρίσκεται. Στη ρεσεψιόν υπάρχουν καρτποστάλ του μοτέλ. Εκατό δωμάτια είναι ερμητικά κλειστά. ΟΙ τέσσερις εποχές του χρόνου κλεισμένες σε δοχεία αεροζόλ στο φαρμακείο του μπάνιου. Επαναλαμβανόμενος αέναα στην διαδρομή προς το σπίτι σου, μπορείς εύκολα εδώ να ξεχάσεις ποιος είσαι· μπορείς να καθίσεις στο κρεβάτι σου και να γίνεις ο άντρας που κάθεται στο κρεβάτι, μια αφηρημένη έννοια που ανταγωνίζεται την ίδια την αιωνιότητα… Αυτό το μοτέλ έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά πολλών· εδώ κυλάει το όνειρο όπου το ταξίδι συναντιέται με το σεξ [σ. 399-400]. Θα φτάσει η στιγμή που ο Μπελ θα εισχωρήσει στην ρομαντική ιστορία των διαπολιτειακών μεταφορών, στο επικό ρυθμικό τραγούδι των πιο ενημερωμένων ταξιδιωτικών οδηγών, στο όνειρο του μοτέλ – στην ικανοποίηση, δηλαδή, να είναι ένας άλλος και κανένας;

17. Διαφημιστικοί δέκτες. Δε νοείται φυσικά μοτέλ, σπίτι, βίος χωρίς την συσκευή της τηλεόρασης, αυτό το γεμάτο προϊόντα πακέτο, που μέσα του υπάρχουν απορρυπαντικά, αυτοκίνητα, κάμερες, δημητριακά για το πρόγευμα, άλλες οθόνες τηλεόρασης. Δεν διακόπτονται τα προγράμματα από διαφημίσεις· συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η τηλεόραση είναι μια ηλεκτρονική μορφή συσκευασίας. …. Χωρίς τα προϊόντα δεν είναι τίποτα. Και πώς επηρεάζει τον θεατή μια επιτυχημένη τηλεοπτική διαφήμιση; Μετατοπίζει την συνείδησή του από το πρώτο πρόσωπο στο τρίτο. Σε τούτη τη χώρα υπάρχει έναν τρίτο οικουμενικό πρόσωπο, ο άνθρωπος που όλοι θέλουμε να γίνουμε. Η διαφήμιση τον ανακάλυψε αυτό τον άνθρωπο. Στην Αμερική καταναλώνω δεν σημαίνει αγοράζω· σημαίνει ονειρεύομαι. Η διαφήμιση είναι η υπόμνηση ότι το όνειρό μας να γίνουμε το τρίτο ενικό πρόσωπο μπορεί ενδεχομένως να γίνει πραγματικότητα.

18. Οι νέες αναχωρήσεις. Μένει το τέταρτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, ο αποχαιρετισμός του ήρωα στο δίδυμο των ταξιδιωτικών και ερωτικών του συντρόφων και η συνέχειά του προς τον Νότο, πρώτα σε μια χίππικη κοινότητα όπου ζουν εξόριστοι Απάτσι κι ύστερα σε μια πίστα δοκιμών αυτοκινήτου, όπου ακολουθεί ένα όργιο μεθυσμένων. Είναι αδύνατον εδώ να μη θυμηθεί κανείς τις τελευταίες σκηνές του έξοχου American Honey, μιας ταινίας που σίγουρα θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο του συγγραφέα. Υπάρχει ελπίδα στις απανταχού κοινότητες; Μα, όπως του αναφέρει ένας Απάτσι, η κοινότητά τους είναι αμιγώς «συντηρητική», εφόσον εμμένει με νύχια και με δόντια στην διατήρηση της παράδοσής τους.

19. Πίστη, βλέμμα, ευρετήριο. Ίσως δεν μένει παρά η αναζήτηση της μαγικής παιδιάστικης πίστης στα αναρίθμητα καθημερινά πράγματα, η επαλήθευση ότι το δεξί μάτι είναι για την πραγματικότητα, το αριστερό είναι το μάτι της φαντασίας, η εύρεση του αντάρτικου που μαίνεται πίσω από τις γραμμές της εικόνας, η ευρετηρίαση όλων των αναμνήσεων, όχι με διαχωρισμό τους σε καλές ή κακές, παιδικές ή ανήλικες, αθώες ή ένοχες αλλά περισσότερο σε δυο ευρύτατες κατηγορίες: σε συνεργάσιμες και μη συνεργάσιμες· σε εκείνες που φαίνονται ευχαριστημένες και γλιστρούν επιμελώς στην χαραμάδα τους, και στις άλλες που επιμένουν να ξεγλιστρούν, να καμουφλάρονται, να διαλύονται σε απρόσκλητες εικόνες.

20. Σχεδόν επί της οθόνης, ΙΙ. Είδα μια ομάδα γυναικών να στέκεται πίσω από ένα στέισον βάγκον. Ήταν εφτά συνολικά […] ίσως αισθάνθηκαν ότι χαιρετούσαν την ελπίδα πως κάποια μέρα, αν κανείς ζητούσε απόδειξη για το πέρασμά τους στο χρόνο, αν τους το ζητούσαν οι ίδιες τους οι αμφιβολίες, θα μπορούσαν να ανακαλέσουν μια στιγμή που είχαν σταθεί σ’ ένα πλάτωμα μες στον ήλιο και είχαν αποτυπωθεί στο διάφανο σελιλόιντ […] και τριάντα χρόνια αργότερα, τη μέρα ακριβώς που θα χρειάζονταν την απόδειξη, θα μπορούσαν να ελπίσουν ότι η ταινία τους θα προβαλλόταν σε μια οθόνη κάπου, και να τις κι αυτές, θα στέκονταν εκεί, πιστοποιημένες, σε χημική μετενσάρκωση, […] χαμογελώντας καθησυχαστικά στις δεκαετίες… Τι καλύτερη απόδειξη (αν χρειαζόταν ποτέ απόδειξη) πως είχαν στ’ αλήθεια υπάρξει ζωντανές; …Υποκρίθηκα ότι συνέχισα να τις βιντεοσκοπώ, συλλέγοντας το σπαταλημένο φως τους, αφήνοντας τα χαμόγελά τους να χωθούν στο φακό και να περιπλανηθούν στο σώμα της κάμερας αναζητώντας το μαγικό καρούλι, τη ζελατίνα που αιχμαλωτίζει την εικόνα, το φιλμ που δρασκελίζει την πύλη αναμονής. [σ. 396]

Εκδ. Gutenberg, Δεκέμβριος 2021, μτφ.  Άννα Παπασταύρου, σελ. 600. Με δεκασέλιδο επίμετρο του Λευτέρη Καλοσπύρου. [Americana, 1971]

Έτεροι ΝτεΛίλλο:

Μερικές σκέψεις για τον Υπόγειο Κόσμο εδώ.

Ο άνθρωπος σε πτώση εδώ.

Σχετικά με το προαναφερθέν του περιοδικού Διαβάζω, επιμελημένο από τον μεταφραστή του μυθιστορήματος Λευτέρη Καλοσπύρο εδώ.

Αναφορά σε ένα ενδιαφέρον διήγημά του, δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 36: Οι παραισθησιακές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 55 (Ιούλιος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 36: Οι παραισθησιακές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Οι περιπλανήσεις μου στις ταινίες των ξυπόλητων γυναικών δεν είναι καθόλου εύκολες. Είμαι δυο διαφορετικοί άνθρωποι που συναντιούνται με δυο διαφορετικές γυναίκες. Όσο και αν, τόσο εγώ όσο και εκείνες, συγχωνευόμαστε σε μία προσωπικότητα έκαστος και καταλήγουμε ζευγάρι, δεν παύουμε να είμαστε τέσσερις. Μπορεί να παίρνω την θέση του ήρωα για να αγαπήσω και να αγαπηθώ από την γυμνόποδη ηρωίδα, αποδεχόμενος κάθε σκέψη και πράξη του, επαναλαμβάνοντας εσαεί την ιστορία μας, αλλά δεν παύω να επιστρέφω στον εαυτό μου που ως θεατής αδυνατεί να ξεχάσει πόσο μαγεύτηκε μπροστά της αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: μόνο με αυτή την ιδιότητα μπορώ να την βλέπω όταν δεν βρισκόμαστε μαζί – να διαβάζω τις σκέψεις της, να την χαίρομαι σε οποιαδήποτε προσωπική ή απρόσωπη στιγμή της. Και εκείνη, προφανώς, είναι διπλή: είναι η ηρωίδα και η ηθοποιός που την υποκρίνεται και που όσο και αν έχει συνάψει σύμβαση υποκρισίας, έχει μελετήσει τον νέο της χαρακτήρα, τον έχει ενδυθεί και έχουν σαφώς ανταλλάξει πλείστα ατομικά τους στοιχεία.

Ως θεατής πρωτογνώρισα την Ρεβέκκα, το Κορίτσι με την Μοτοσυκλέτα, ένα πρωινό από εκείνα που κορύφωναν την ζωή της. Είχε ανοίξει τα μάτια της όταν ακόμα η αυγή ήταν γαλάζια. Η έκφρασή της μαρτυρούσε ότι ξύπνησε από μια σκέψη που ίσως την προκάλεσε ένα  όνειρο ή μια ονείρωξη που την επισκέφτηκε νωρίτερα. Βρισκόταν κάτω από την τέντα ενός τσίρκου ακροβατών και ο Ντάνιελ, ο αγαπημένος της, μόλις τελείωνε το νούμερό του με την μοτοσικλέτα του. Τώρα ήταν η σειρά της να κυκλώσει την σκηνή, όρθια σ’ ένα άλογο. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της, ακόμα και όταν ο δαμαστής την μαστίγωνε τόσο προσεκτικά, όσο χρειαζόταν να γυμνωθεί το στήθος της. Έτσι ξύπνησε η Ρεβέκκα, με το σώμα της να σπαράζει, και μονολόγησε: «Πρέπει να τον δω οπωσδήποτε».

Έριξε μια ματιά στον άντρα που κοιμόταν δίπλα της και σηκώθηκε αθόρυβα. Άνοιξε την ντουλάπα της και πήρε μια ολόσωμη δερμάτινη φόρμα. Τα γυμνά της πόδια, ολόλευκα, ήταν τα τελευταία που εξαφανίστηκαν μέσα στο μαύρο χρώμα. Έβαλε τα παπούτσια της και μονολογούσε: Δεν θα νιώσω ένοχη. Κοιμάσαι στα αλήθεια ή φοβάσαι να με δεις να φεύγω; Σε τι μέρος με έφερες Ρέιμοντ; Μόνο νεκροταφεία και στρατόπεδα. Μέρη που μυρίζουν παλιούς πολέμους. Η πόλη πεθαίνει στα προάστια. Μετά ανέβηκε στην μοτοσικλέτα της και αφέθηκε στην ταχύτητα. Ο κόσμος της κοκκίνισε, οι σκέψεις της έβαψαν την οθόνη πράσινη, μωβ, πορτοκαλί. Έτρεχε στους επαρχιακούς δρόμους διασχίζοντας χωράφια, λιβάδια και αλέες, χαμογελούσε με τον αέρα να κυματίζει το πρόσωπό της και σκεφτόταν: Γεννήθηκα μόνο όταν με άγγιξες. Όταν το ρολόι στην Χαϊδελβέργη χτυπήσει οκτώ θα είμαι στην αγκαλιά σου. Οι φύλακες των συνόρων την κοίταζαν με το γλοιώδες ύφος του άντρα που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Ο ένας την άγγιξε δυο φορές κι εκείνη σιώπησε σκοτεινή. Την ρώτησε αν έχει κάτι να δηλώσει. «Μόνο τον εαυτό μου, όπως βλέπετε». Πώς τολμάει μια γυναίκα να διασχίζει τα κράτη μόνη πάνω σε μια μηχανή; Στη Γερμανία οδηγούσε μέσα από δάση, πάνω σε μεγάλες γέφυρες ενώ από κάτω περνούσαν αργά τα πλοία, στις ηλιόλουστες λεωφόρους της πόλης, σ’ ένα αρχαίο τοξωτό γεφύρι, σ’ έναν ανηφορικό δρόμο δίπλα από τα τείχη. Στο τέρμα μιας μικρής παρόδου βρισκόταν το σπίτι του Ντάνιελ, πάνω από το ποτάμι. Πώς θα μπορούσα όλα αυτά να τα γνωρίζω αν ήμουν μόνο ο Ντάνιελ;

Εκείνη την στιγμή, μπορούσα να γίνω αυτός. Διάβαζα τα βιβλία μου όταν εκείνη εισέβαλε στον χώρο μου και έγειρε ξέπνοη στην ποδιά μου. Ο ήλιος έμπαινε από τα τζάμια, ένας δεύτερος ήλιος είχε φτάσει μαζί της. Την χάιδεψα στο στήθος πάνω από τη δερμάτινη φόρμα. Το μόνο που της είπα: Το σώμα σου είναι σαν ένα βιολί σ’ ένα βελούδινο κουτί. Το μόνο που είπε: Ντάνιελ, ω, Ντάνιελ. Το όνομά μου δυο φορές, μ’ ένα ω ανάμεσα. Ήμουν ένας νέος που δυσπιστούσε στην ρομαντική αγάπη και λάτρευε την ηδονή, ένας μανιακός με τις μοτοσυκλέτες. Ήμουν ένας καθηγητής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Στο τελευταίο μάθημα συζητούσα με τους φοιτητές μου για τον ελεύθερο έρωτα. Τους έλεγα πως η δική τους γενιά θα σταματήσει το έθιμο του γάμου. Τους ρώτησα για το νόημα της απατηλής λέξης love. Επιθυμία, λαγνεία, ανάγκη να πληγώνεις, να αποδέχεσαι την ζημιά; Μια βολική κουβέρτα για να καλύπτουμε όλα τα σκοτεινά συναισθήματα; Τους ρώτησα πώς εννοούν τον ελεύθερο έρωτα. Ένας είπε ότι σημαίνει να είσαι ελεύθερος να αγαπάς κάποιον χωρίς διαρκή δέσμευση. Τους προέτρεψα να ερωτευτούν και να έρθουν μετά να μου πουν πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι αυτός ο έρωτας.

Γινόμουν πάλι θεατής κι έβλεπα την Ρεβέκκα στο ταξίδι της. Δεν είχε σημασία αν ερχόταν ή αν έφευγε από εμένα. Κοιμόταν στο δάσος να ξεκουραστεί όταν είδε να περνάνε στρατιωτικά οχήματα. Οι άντρες την κοιτούσαν με απορία, πείνα ή αποστροφή. Φορούσαν κράνη με φυτά για καμουφλάζ. Ντυθείτε σαν άντρες, τους φώναξε, και βγάλτε τα λουλούδια απ’ τα κεφάλια σας! Κάπου στον κόσμο γινόταν μια επανάσταση των λουλουδιών κι εκεί βρισκόταν η θέση τους. Μπορούσα να «δω» και την μνήμη της. Θυμόταν το σαλέ όπου κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά. Είχε πάει εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της και ένα ζευγάρι φίλων. Θυμόταν τις φαινομενικά απλές διαφωνίες χαρακτήρων. Η παρορμητική και ο συγκρατημένος, ο λογικός και η παράτολμη. Στο εστιατόριο καθόμουν στο μπαρ κι εκείνη σ’ ένα τραπέζι. Δεν τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω της. Η παρέα ανέβηκε στα δωμάτια και τα ζευγάρια χωρίστηκαν σε τέσσερα μονόκλινα. Η ερωτική επανάσταση δεν είχε φτάσει ως εδώ. Η Ρεβέκκα ξάπλωσε να κοιμηθεί στο δωμάτιό της. Από την μπαλκονόπορτα κάποιος μπήκε στο δωμάτιο και η ηδονή της ήταν απροσμέτρητη. Μετά της έδωσε να καπνίσει ένα τσιγάρο το μοιράστηκαν και έφυγε. Ήξερε πως δεν ήταν ο Ρέιμοντ. Όταν το επόμενο πρωί μπήκε ο Ρέιμοντ να την ξυπνήσει εκείνη, άπειρη ακόμα από την ηδονή, τον αγκάλιασε και του είπε: φοβάμαι μη σε χάσω ή μη χάσω τον εαυτό μου.

Συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο του πατέρα της όπου εργαζόταν. Είχα μπει φουριόζος, διψασμένος για νέα βιβλία. Αναγνώρισε το βλέμμα μου κι ας έκανα πως δεν την θυμόμουν. Μόλις είχα παραγγείλει δυο βιβλία και ο πατέρας μου έσπευσε να μου τα φέρει. Εκείνη ήταν ανεβασμένη στη σκάλα κι έβλεπα τα πόδια της μέσα σ’ ένα περίτεχνο μωβ καλσόν. Ανυπομονώ να τα πιάσω στα χέρια μου, είπα, και ήμουν ειλικρινής, όποια εκδοχή και αν διάλεγε. Στην δεύτερη συνάντησή μας στο κατάστημα μου ανταπέδωσε την ειλικρίνεια: Το σώμα μου γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε στον κόσμο. Το ήξερα πως ήσουν εσύ. Της πρότεινα μια βόλτα με την μηχανή μου στους χιονισμένους δρόμους. Την πήγα σε μια καλύβα έξω από την πόλη αλλά η πόρτα είχε φρακάρει. Δεν μας ένοιαζε. Ξαπλώσαμε σε κάτι στοιβαγμένους κορμούς δέντρων. Στον πρώτο μας έρωτα θερμάναμε τα ίδια τα χιόνια.

Ως θεατής μπορούσα να ακούω τις σκέψεις της πάνω στην μηχανή. 24 ώρες non stop στα βρωμερά προάστια της Αλσατίας. Πολλά μωρά, κανένα μέλλον. Τότε γιατί τον παντρεύτηκα; Για να μην καταλήξω “πόρνη”; Προφανώς ο Ρέιμοντ γνωρίζει πως έχω εραστή και μου το επιτρέπει. Ο Ντάνιελ δεν μου επιτρέπει τίποτα. Με έχει αιχμαλωτίσει. Ενώ με αφήνει ελεύθερη, ξέρω πως δεν είμαι ελεύθερη απέναντί του. Καημένε Ρέιμοντ, είμαι η μοιχαλίδα αγαπημένη σου. Θα έπρεπε να νιώθω ένοχη;. Τον παντρεύτηκα επειδή είμαι μαζοχίστρια; Ο Ντάνιελ είναι βέβαιος. Πόσο παράξενο: είμαι μαζοχίστρια στον έρωτα μαζί του, αλλά είμαι μαζοχίστρια στην ζωή μου με τον Ρέιμοντ γιατί υποφέρω από την καλοσύνη του. Ο Ντάνιελ λέει: “Δεν θα υπάρχουν γάμοι σε πενήντα χρόνια από τώρα”. Γεννήθηκα πολύ νωρίς για να το προλάβω. Ως θεατής μπορούσα να την δω σ’ ένα καφενείο στην άκρη του δρόμου, γεμάτο μεσήλικους άντρες που την κοιτούσαν απορώντας τι είδους μαύρος διάβολος μπήκε στο άντρο τους, ενώ η αγενής σερβιτόρα την αγνοούσε. Με μια αστραπιαία κίνηση γύμνωσε το στήθος της, μάλλον στην φαντασία της. Πώς θα αντιδρούσαν; Θα τους έκλεινε οριστικά το στόμα ή θα το έκανε να χάσκει;

Ξανά μαζί. Πήγαμε σε κάποιο ξενοδοχείο. Ξύλινοι τοίχοι, παράθυρο ανοιχτό στο απέραντο. Ο ρεσεψιονίστ τον χαιρέτησε, άρα έχει έρθει και με άλλες γυναίκες, σκέφτηκε εκείνη. Μου ζήτησε να την μάθω να οδηγεί μοτοσυκλέτα. Της είπα πως οι άνθρωποι επιτρέπουν να τους φέρονται σαν μηχανές, αλλά εκείνη πρέπει να μάθει να συμπεριφέρεται στη μηχανή της σαν σε άνθρωπο. Τρέχαμε με την δική μου North Atlas του 1967 σε δρόμους με ψηλές λεύκες. Γινόμουν τα χέρια της, αφηνόμουν στα χέρια της. Μια μοτοσυκλέτα είναι πλησιέστερα σ’ εσένα περισσότερο από οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα. Γίνεται κομμάτι σου. Τα συναισθήματά σου βρίσκονται ανάμεσα στα πόδια σου, της έλεγα κι εκείνη πατούσε γκάζι. Στο κρεβάτι του ξενοδοχείου μετά την κλινοπάλη φανταζόμασταν αγώνες μοτοκρός στον αέρα έξω από το παράθυρο, ο ίλιγγός μας μια πορτοκαλί οθόνη. Μετά της διηγούμουν με παντομίμα τις εμπειρίες μου από τέτοιους αγώνες, να εκτοξεύομαι ψηλά και να σωριάζομαι στη λάσπη. Σοβαρεύαμε και γελούσαμε, ευφραινόμασταν και θλιβόμασταν. Επέμενε να με ρωτάει για την γυναίκα που με συνέτριψε και με έστειλε στην μακρινή Χαϊδελβέργη για να την ξεχάσω. -Είναι νεκρή; -Είναι ό,τι θέλεις να είναι.

Το γαμήλιο δώρο μου την περίμενε έξω από το βιβλιοπωλείο της: μια μοτοσικλέτα Harley-Davidson Electra Glide. Ο πατέρας της επέμενε να την αρνηθεί, ο αρραβωνιαστικός της είπε να κάνει όπως θέλει. Ο πατέρας της του είπε ότι τώρα γνωρίζει ποιος από τους δυο θα είναι δυστυχής. Στο μπαρ των γηραιών αντρών η Ρεβέκκα άρχισε να δακρύζει. Οργιζόταν μαζί μου (με είχε ήδη επισκεφτεί και την είχα αρνηθεί; ερχόταν σ’ εμένα αλλά αντιλαμβανόταν το οριστικό αδιέξοδο;) και μονολογούσε την απόφασή της να επιστρέψει στη Γαλλία με το τραίνο παρατώντας σε μια ερημιά την καταραμένη μηχανή. Έπινε και σπάραζε. Είχε πια φύγει, έλεγε, και δεν θα επέστρεφε. Αλλά μετά από λίγο ή μια άλλη φορά, άφηνε τον μαύρο της προαγωγό, όπως την αποκαλούσε, να την φέρει κοντά μου.

Ήμασταν μουσκεμένοι στον ιδρώτα και εξαντλημένοι μετά το ξεθέωμα των σωμάτων. Μόλις που μπορούσαμε να ανταλλάζουμε ένα τσιγάρο. -Γιατί ήρθα εδώ; -Επειδή το ήθελες. -Επειδή σε θέλω. Είμαι νυμφομανής; Πόσο έξυπνο ήταν το δώρο σου… Ξέρεις γιατί τον παντρεύτηκα τόσο γρήγορα; Σαν προστασία απέναντί σου. Προσπάθησα πολλές φορές να του μιλήσω. Προσπάθησα απελπισμένα να σε ξεχάσω. Ξέρεις τι έκανα για να το καταφέρω; Σκεφτόμουν την αλαζονεία σου, την βιαιότητά σου, το ότι δεν με αγαπάς. Δεν θα ξαναέρθω -Θα αντέξεις δέκα μέρες.  Αγκάλιασα το πόδι της, ακούμπησα τρυφερά το πρόσωπό μου. Της είπα ότι τα δάχτυλά της είναι σαν επιτύμβιες στήλες. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, αν ήταν για το μάκρος τους, την λευκότητά τους ή μια ισχυρή ενέργεια που μπορούσε να με οδηγήσει στο χαμό. Τα κινούσε, τα φιλούσα. Της έστελνες λουλούδια; Σ’ εμένα ποτέ δεν έστειλες, μπάσταρδε σαδιστή! Τότε ανταποκρίθηκα στα λόγια της. Έγινα ή από πάντα ήμουν αυτό που με αποκάλεσε, πήρα ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα από δίπλα και της γέμισα την πλάτη με τα σημάδια τους. Την αγκάλιαζα και την λουλούδιαζα, η οθόνη έγινε ξανά πράσινη και μωβ, κι εκείνη πονούσε και υπέφερε, γελούσε και ηδονιζόταν.

Τελικά άντεξε δέκα μέρες μακριά μου αλλά όχι δώδεκα – ήταν βέβαιη αφού τις μετρούσε μια μια. Ξεχύθηκε για άλλη μια φορά στους δρόμους που την οδηγούσαν στην αγκαλιά μου. Σ’ έναν σκιερό τόπο ξάπλωσε στο χορτάρι για να ξεκουραστεί και διάφοροι άνθρωποι που είχαν πάει εκδρομή εκεί κοντά την κοίταζαν περίεργα. Γυναίκα-μόνη-δερμάτινη-μηχανόβια. Ακόμα κι όταν πάνε στην φύση αυτοί οι ηλίθιοι κάθονται μέσα στα αυτοκίνητά τους. Ξαναβγήκε στο δρόμο και το δεξί της πόδι βυθίστηκε στο γκάζι. Ως Ντάνιελ διάβαζα και την περίμενα οποιαδήποτε στιγμή. Ως θεατής την είδα να τρέχει με οριζόντια από τον άνεμο μαλλιά, να σηκώνει τα χέρια της ψηλά (όπως έκανε στο κιόσκι μου, όταν την έπαιρνα στα χέρια μου και την σήκωνα όσο ψηλότερα μπορούσα και το πρόσωπο της σχεδόν πλησίαζε το ταβάνι). Την είδα ευτυχισμένη να χαμογελάει μπροστά στον ορθάνοιχτο δρόμο, να επιχειρεί να περάσει ανάμεσα από δυο αυτοκίνητα, βέβαιη πως όλοι οδηγούν ευθεία και ευτυχείς, να μην υπολογίζει την στροφή προσπέρασης του ενός, να εκτοξεύεται στο παρμπρίζ του. Είδα τα δερμάτινα πόδια της να προεξέχουν από το σπασμένο τζάμι, ευθυτενή και ακίνητα, σαν μιας παιδικής κούκλας που πετάχτηκε σε κάδο σκουπιδιών.

Μέχρι και σήμερα αδυνατώ να αποφασίσω αν θα αντάλλαζα την θέση του θεατή με εκείνη του εραστή. Ως θεατής μπορούσα να εισχωρώ στο μυαλό της που λειτουργούσε σαν ένα ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο και να τρέχω μαζί με όσα έτρεχαν στην εγκεφαλική της μηχανή: τις αλλεπάλληλες μνήμες, την σειρά των γεγονότων που την έφτασαν ως εδώ και που πιθανώς θα συνέβαιναν στο μέλλον, έναν ατέλειωτο εσωτερικό μονόλογο και οτιδήποτε κυλούσε στην ροή της συνείδησης και στις προβολές του ασυνείδητου. Μπορούσα να βλέπω την αίσθηση των ερωτικών της φαντασιών και την υπερταχεία οδό της προς τον οργασμό. Ακόμα και οι οδικές διαδρομές της από την Αλσατία στην Χαϊδελβέργη δεν ήξερα αν συνέβαιναν εκείνη την στιγμή ή επαναλαμβάνονταν στο ρεύμα των αισθήσεων που αφήνουν οι αναμνήσεις.

Τότε μπόρεσα καθαρά να δω το πάθος για την προσωπική της ελευθερία, όπως την ζούσε από την πρώτη στιγμή που πατούσε τα πετάλια. Στις μεγάλες γέφυρες έβλεπε το τετράγωνο κενό στο βάθος κι εκεί, σκεφτόταν, την περίμενε η ελευθερία. Πόσες γέφυρες πρέπει να διασχίσει κανείς μέχρι να φτάσει σε αυτήν; Πώς πάει κανείς εκεί; Ίσως γνώριζε καλά πως το ταξίδι είναι ένας εγγυημένος τρόπος. Η Ρεβέκκα ύμνησε έμπρακτα την περιπλάνηση, το ταξίδι που έχει ίσο βάρος με τον προορισμό. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα πως δεν είχε σημασία αν θα με συναντούσε ή όχι. Ο έρωτας είναι έρωτας επειδή κινεί τα πάντα, ωθεί στην έξοδο, σε καλύπτει με νέο δέρμα (είναι σαν δεύτερο δέρμα, ψιθύριζε όταν ολόγυμνη έβαζε την δερμάτινη φόρμα της), σου γνωρίζει εσένα.

H φυγή της θα την ελευθέρωνε από μια προδιαγεγραμμένη ζωή αλλά και από τον μισογυνισμό που την περικύκλωνε από παντού – χέρια που απλώνονταν με κάθε ευκαιρία πάνω της, βλέμματα που την υποβίβαζαν, ένας εαυτός που την αποκαλούσε ανόητη σκύλα. Ίσως και από εμένα, όταν έβλεπε πως, τουλάχιστον τις περισσότερες μέρες του μήνα, ήθελε να με ξεχάσει. Όμως ο έρωτας πόσο ελευθερία δίνει;

Ο μεσάζων μηχανικός εραστής, η Ηλέκτρα που Γλιστρά, της χάρισε τις ιδιότητες του της ονομασίας του μοντέλου της και την προσκάλεσε στην μεγάλη απόδραση. Έγινε ταξιδιωτικό μέσο, εφαπτόμενο σώμα, σύμβολο ανεξαρτησίας. Την ενέγραψε σε μια συνομοταξία περιπλανώμενων και ηρώων που ως τώρα ήταν αποκλειστικά για άντρες και της έδωσε την αδιανόητη μέχρι τότε εικόνα ενός θηλυκού Easy Rider. Γιατί αυτή η Ξένοιαστη Καβαλάρισσα δεν με αποχαιρέτησε σαν μια μικρή κουκίδα που χάνεται στον απέραντο αυτοκινητόδρομο; Ακολούθησε το μυθιστορηματικό πρότυπο του βίου που είναι καλύτερα να καεί στο αποκορύφωμά του παρά να ξεφτίσει; Την μυθολογία του ροκ εντ ρολλ που θα γνώριζε καλά η άλλη της όψη, η καλλιτέχνης που την ενσάρκωσε; Μήπως εκείνοι που την σχεδίασαν την τιμώρησαν για την ριψοκίνδυνη οδήγηση προς την ελεύθερη σεξουαλικότητα ή την αυτοδιάθεση; Για την επιθυμία της ελευθερίας ή την ελευθερία της επιθυμίας; Εφάρμοσαν κάποιον άγραφο, σκοτεινό κανόνα που όριζε ότι η τάξη των γυναικών αφανίζεται εκτός των τειχών; Και γιατί σίγασαν την φωνή της και την αντικατέστησαν με κάποια άλλη, αφήνοντάς την τουλάχιστον να μιλάει με τις εκφράσεις του προσώπου;

Η Ρεβέκκα κινηματογράφησε με τον δικό της τρόπο την ηρωίδα του La motocyclette, ενός μυθιστορήματος του Andre Pieyre de Mandiargues (1963). Ο συγγραφέας διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Anke-Eve Goldmann, που τον ενέπνευσε για τον χαρακτήρα της Ρεβέκκας, καθώς ήταν η πρώτη γυναίκα δημοσιογράφος μοτοσυκλέτας, που ζούσε οδηγώντας και γράφοντας για μοτοσικλέτες σε μια σειρά ειδικών περιοδικών (Cycle World, Das Motorrad, Moto Revue κ.ά.) αλλά και η πρώτη που οδήγησε μοτοσυκλέτα με μια μονοκόμματη δερμάτινη στολή οδήγησης, ειδικά σχεδιασμένη για την ίδια.

Η ταινία βγήκε στη Γαλλία ένα μήνα μετά το ξέσπασμα του Μάη του ’68 και δοκίμασε πλείστες τεχνικές του πειραματικού σινεμά, αλλά ήταν αδύνατον να μην μελώσει μερικές σκηνές μαγευτικών διαδρομών με την εύφορη μελοδραματική μουσική του Les Reed. Στις Ηνωμένες Υποκριτικές Πολιτείες απαγορεύτηκε εξαιτίας της γυμνότητας και επανεκδόθηκε με τίτλο που ακριβώς την τόνιζε: Naked Under Leather! Ο σκηνοθέτης δεν αναμίχθηκε στην νέα έκδοση και φυσικά την αποκήρυξε.

Και αν η Ρεβέκκα μεταμορφώθηκε οριστικά και αμετάκλητα από το κλασικό, ντροπαλό κορίτσι σε γυναίκα που γνωρίζει πολύ καλά τι επιθυμεί και πόσο το επιθυμεί και σπεύδει να το ζήσει, η Marianne Faithful που την ενσάρκωσε πόσες γνώρισε δεκάδες μεταμορφώσεις. Αυτή η απόγονος, από την πλευρά της μητέρας της, του Αυστριακού συγγραφέα Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μαζόχ, που ως γνωστόν έδωσε το όνομά του στον μαζοχισμό, ζει μέχρι σήμερα την δική της ελεύθερη ζωή, έχοντας προϋπάρξει κορίτσι της πολύχρωμης swinging Αγγλίας, φολκ τραγουδίστρια, ερασιτέχνης ηθοποιός, εταίρος σε ροκ εντ ρολ έρωτες, τζάνκι και άστεγη, μια φωνή που σίγησε και εξαφανίστηκε, μια σπάνια γυναίκα που επέστρεψε με εξαίσιους δίσκους και συνέχισε με ραγισμένη φωνή να διηγείται αυτό που, όπως δηλώνει, γνωρίζει: «όλες τις ιστορίες» {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: The Girl on a Motorcycle (Jack Cardiff, 1968). Η γυναίκα: Marianne Faithfull.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.