Αφήγηση, πηγή κάθε φαντασίας
H πρώτη παράγραφος, κι ενώ είμαστε ήδη βουτηγμένοι στο μπλε της θάλασσας, στο γαλάζιο του ουρανού και στο λευκό της προκυμαίας, είναι καθοριστική: ένας νέος μας αφηγείται πως όταν ήταν μικρός ο παππούς του τού έλεγε τις πιο παράξενες ιστορίες, τις οποίες όχι μόνο πίστευε αλλά τις φανταζόταν να συμβαίνουν μπροστά του, σαν να συνέβαιναν στον ίδιο· και πως σε αυτό το βιβλίο θα μας διηγηθεί μια από αυτές. Να ’την λοιπόν, η αφήγηση μιας αφήγησης που έγινε «πραγματική», περνώντας μέσα από τρία ζευγάρια μάτια – του παππού, του ακροατή εγγονού και του εγγονού που την ζωντάνεψε και τώρα την χαρίζει σ’ εμάς.
Επιστρέφουμε λοιπόν στην νεότητα του παππού που συνήθιζε να βουτάει με τον δικό του τον παππού για σφουγγάρια και στην ανακάλυψη μιας πόρτας στον βυθό, όταν για λίγο απομακρύνθηκε να κολυμπήσει μόνος. Ποιος δεν θα άνοιγε αυτή την πόρτα και ποιος δεν θα ανυπομονούσε να δει πού οδηγεί; Ο νεαρός παππούς επιλέγει το δεύτερο και βρίσκεται στην δίνη μιας ρουφήχτρας, όμως δεν φοβάμαι· μόνο έχει περιέργεια να δει πού οδηγεί. Και η πρώτη αίσθηση είναι πως όλα όσα του ήταν ως τότε γνωστά αλλάζουν ή αντιστρέφονται. Τι υπάρχει στον βαθύτερο βυθό; Μήπως ένας καινούργιος ουρανός; Μπορεί ένα τεράστιο και βαρύ ζώο όπως μια φάλαινα να πετάξει; Και τα αεροπλάνα δεν πετούν; Κι αν πετάξει μαζί της μπορεί να δει από ψηλά ολόκληρο το Αιγαίο και τους ανθρώπους του;
Και τα νησιά ποιος τα κατασκεύασε; Μήπως αυτοί που τώρα βλέπει να τα φτιάχνουν με σκοινιά; Σε αυτή την περίπτωση έχει επιστρέψει και στον χρόνο – και μάλιστα η θάλασσα είναι ακόμα υπό κατασκευή, συνεπώς κάπου τελειώνει, πού όμως; Ο ήρωας κατάφερε να βρει ακόμα και το σημείο όπου δύει ο ήλιος! Μεταξύ μας, μικροί, ποιος πίστευε ότι χανόταν επειδή γύριζε η γη; Αφού ήταν εμφανές ότι κάπου χωνόταν – και εδώ όντως βρίσκεται η σχισμή μέσα στην οποία μπαίνει κατά την δύση του, σαν νόμισμα! Και καθώς το «ταξίδι» συνεχίζεται, θα μπορούσε η μαλακή ράχη μιας μέδουσας να μας ξεναγήσει στην άγνωστη πολεοδομία των σύννεφων; Τελικά στον Όλυμπο ζει ακόμα ο αθάνατος, όπως μας μάθαιναν, Δίας, και πού έμενε πριν το αποφασίσει; Και αν εκεί στα μέρη του υπάρχει άλλη μια πόρτα και δη με μια πολύτιμη επιγραφή, θα την ακολουθήσει; Και πού θα τον οδηγήσει;
Είναι εμφανές ότι η δύναμη της αφήγησης οδηγεί στην δύναμη της εικόνας κι αυτή με την σειρά της στην έξαρση της φαντασίας και αντίστροφα. Αλλά και πέρα από αυτές, η ιστορία που διηγείται κανείς έχει πάντα τον τρόπο να βάζει τον ακροατή μέσα της, κι εκείνος να την βιώνει με τον δικό του τρόπο, ενεργοποιώντας για άλλη μια φορά την εικονοπλαστική του φαντασία. Και σε αυτήν, τα πάντα είναι δυνατά – είναι ενδεικτικό εδώ ότι οι τόποι δεν είναι η συνήθως διασχιζόμενοι αλλά οι άγνωστοι – μέχρι τον υπερρεαλισμό και ακόμα παραπέρα. Είμαστε, άλλωστε, όλοι ίσοι στο μερίδιο της φαντασίας· δεν είναι μόνο ο αφηγητής και ο ακροατής που καταφέρνουν όλα αυτά τα άλματα στον χωροχρόνο· αυτά αποτελούν προνόμιο του καθενός μας και η φαντασία είναι το κατάλληλο όχημα μπορούν όλοι να το οδηγήσουν. Από την άλλη, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι εταίροι αυτής της σχέσης είναι παππούς και εγγονός. Ο πρώτος μπορεί να διηγηθεί το άλλο, το μακρινό, το παλαιό, το διαφορετικό. Είναι ο θεματοφύλακας ιστοριών και εικόνων που κινδυνεύουν να χαθούν στο παρελθόν, να μείνουν χωρίς αφηγητή και αντίστοιχα οι ακροατές να μείνουν χωρίς την ιδιαίτερη φαντασία που εκείνος ενεργοποιεί.
Με όλα αυτά, η υπερίσχυση των εικόνων απέναντι στις λέξεις δεν είναι τυχαία. Υπάρχουν ταξίδια και ταξίδια, αλλά εκείνα με την φαντασία είναι τα πιο φαντασμαγορικά. Και ακριβώς η απόδοση αυτών υπήρξε δύσκολο στοίχημα για την εικονογράφο, η οποία όμως κατόρθωσε με πλήρη παλέτα χρωμάτων και ιδεών να αποδώσει όλη αυτή την πανδαισία της φαντασίας.
Εικονογράφηση: Έλενα Τσαπρούνη
Εκδ. Παπαδόπουλος, 2025, σελ. 32
Ηλικίες: 5+
Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




