«Ολόκληρος ο κόσμος είναι μια σκηνή και όλοι οι άντρες και οι γυναίκες μονάχα ηθοποιοί»
Φαντάζομαι μια οιουδήποτε είδους αποχαιρετιστήρια από επάγγελμα τελετή που μπορεί να κάνει κάποιος: προσκαλεί φίλους, δίνει στη σύναξη τον χαρακτήρα γιορτής, ο λόγος συχνά εκφέρεται με μορφή παραληρήματος που ενίοτε μπορεί να οφείλεται σε μέθη, και κάποτε ανακοινώνεται μεταξύ αστείου και σοβαρού κάποιο απωθημένο που δεν έγινε πράξη. Κάπως ανάλογα πράττει και ο Βόννεγκατ στο τελευταίο μυθιστόρημα που θα έγραφε ποτέ, εν γνώσει του και κατά ρητή ομολογία του τελευταίο, με την διαφορά ότι η τελετή εδώ πραγματοποιείται με το ίδιο το βιβλίο, καλεσμένοι είναι μερικοί ήρωές του και το απωθημένο είναι ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε ποτέ· για την ακρίβεια, δεν έκρινε ο ίδιος κατάλληλο για έκδοση.
Κι όμως, αυτό το μυθιστόρημα που έγραφε το 1996 στα εβδομήντα τρία του βασιζόταν σε μια ιδέα περίφημη και ερεθιστική: τον ερχομό ενός έτους (και τι έτους, του 2001), κατά το οποίο ο χρόνος επιστρέφει στο … 1991, και ο κόσμος ξαναζεί μια ολόκληρη δεκαετία ακριβώς όπως την έζησε, χωρίς, φυσικά, να μπορεί να αλλάξει το παραμικρό. Και σα να μην έφτανε αυτό, όταν η χρονική ανισορροπία αποκαθίσταται, τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Και είναι ακριβώς το παρόν βιβλίο που κρίθηκε ο πλέον (και ύστατος) κατάλληλος τόπος να φιλοξενήσει τουλάχιστον εκείνη την ιδέα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα παραλήρημα περί παντός βιογραφικού και συγγραφικού επιστητού. Φυσικά μείζων πρωταγωνιστής του χαμού είναι ο Κίλγκορ Τράουτ, εκείνος που θα πρωταγωνιστούσε στον Χρονοσεισμό και που μάλλον ενσωματώνει πλείστα χαρακτηριστικά του ίδιου του συγγραφέα.
Και σύντομα αρχίζουν οι εξωφρενικές ιστορίες, τα οικογενειακά ευτράπελα, οι συγγραφικές μαγγανείες, οι ιδέες για διηγήματα που γράφτηκαν ή δεν γράφτηκαν και μια σειρά ευφυολογήματα. Υπάρχει, άλλωστε, μια μόνιμη αίσθηση θεάτρου και υποκρισίας στους πάντες και τα πάντα, άρα, όπως ισχυρίζεται ο Τράουτ, προτού οι γήινοι μάθουν ότι στη φύση υπάρχουν χρονοσεισμοί, τους είχαν εφεύρει: οι ηθοποιοί ξέρουν τι πρόκειται να πουν και να κάνουν και ξέρουν ποιο θα είναι το τέλος, ήδη από την έναρξη του έργου. Κι όμως, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να συμπεριφερθούν λες και το μέλλον είναι ένα μυστήριο. Μήπως τελικά δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση; Αυτό είναι και το ερώτημα που επιπλέει κάθε τόσο σε κάθε ιστορία: σε τι ποσοστό κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε;
Ο νικητής στον αγώνα μεταξύ Ντετερμινισμού και Ελεύθερης Βούλησης διαφαίνεται με κάθε ευκαιρία. Αυτό είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του Χρονοσεισμού, που διακρίνεται αχνά εδώ κι εκεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να χαρεί την ζωή. Αν τα πιο διάσημα λόγια του Χένρυ Ντέιβιντ Θόρο ήταν Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι μια βουβή απόγνωση, ο συγγραφέας επιμένει στις ομιλίες του να κάνει τους ανθρώπους να εκτιμήσουν το ότι είναι ζωντανοί και επιμένει να το φωνάζει ως το τέλος, ακόμα κι όταν όλοι γύρω του διαποτίζονται από κατάθλιψη και ανία. Ο χρόνος μια φορά γύρισε πίσω, τώρα δεν ξαναγυρίζει, όμως ούτε η ζωή ξαναχαρίζεται – όλα είναι μια κι έξω!
Σε όλη του την συγγραφική πορεία ο Βόννεγκατ εμφανώς αγαπούσε την επιστημονική φαντασία αλλά αδυνατούσε να την αποκόψει από τις δυο καθημερινές συνδέσεις του με τον κόσμο: τον ρεαλισμό και το χιούμορ. Και ήταν η σύμμειξη των τριών όπου το καθένα εναλλάξ υπερτερούσε του άλλου που δημιούργησε το προσωπικό του, αναγνωρίσιμο στιλ. Έτσι και εδώ, το χιούμορ αλλά και η σάτιρα (πρωτίστως του εαυτού του) είναι οι εύκαμπτες γέφυρες που τον πάνε από την μεν στην δε. Φυσικά και αφηγηματικά η ιστορία πάει μπρος πίσω – εδώ έγινε κοτζάμ χωροχρονική διαταραχή, στην γραμμικότητα θα παραμέναμε; H συνείδηση ρέει αδιαλείπτως, ο κυνισμός, ο σουρεαλισμός και το παράλογο τρέχουν με τις ίδιες ταχύτητες και το χάος μιας τυπικής και παλαβής μαζί αμερικανικής οικογένειας είναι πανταχού παρόν (πώς θα ήταν αν τους σκηνοθετούσε κανένας John Waters;).
Τώρα που το σκέφτομαι ο Βόννεγκατ κάνει κάτι που θα έκανε ο καθένας μας ακόμα κι αν δεν επρόκειτο για αποχαιρετιστήρια τελετή: δεν αντέχει να μην διηγηθεί μερικές αστείες ιστορίες από την ζωή του ή των ηρώων του, αλλά και ατάκες εν ζωή και φράσεις λίγο προ του θανάτου αγαπημένων συγγενών, όπως, για παράδειγμα, για κάποιον που όπως έλεγε δεν θα ξεπεράσει ποτέ «το πώς είναι πλασμένες οι γυναίκες» (κοινώς παρέμενε ένας εσαεί μαγεμένος), κάποιον που ονόμασε τον Σατανά ως την Σατανά, και δη τιμητικά, όχι απαξιωτικά, καθώς το μόνο που έκανε ήταν το λάθος να γεμίσει ένα μήλο με κάθε λογής ιδέες να ανακουφιστούν από την πλήξη ή τον εαυτό του που άργησε αλλά διαπίστωσε πως τίποτα δεν φθίνει γρηγορότερα τον έρωτα όσο η ανακάλυψη ότι η προηγουμένως αποδεκτή συμπεριφορά σου έχει γίνει γελοία. Ίσως όμως στο βάθος και από καθαρά συγγραφική πλέον άποψη υπάρχει και ένας άλλος πυρήνας σε αυτό το σχετικά μικρής έκτασης εξωφρενικό μυθιστόρημα: η επιβεβαίωση πως είναι πια αδύνατο να συγκροτηθεί η αφήγηση μιας ιστορίας χωρίς την αφήγηση των δεκάδων επιμέρους ιστοριών που οδηγούν άμεσα ή έμμεσα σε αυτήν αλλά και εκείνων που έφεραν τους ήρωες ως αυτήν. Ίσως στην μετα-μεταμοντέρνα εποχή η μόνη δυνατή διήγηση είναι ακριβώς η λιγότερο ή περισσότερο εμφανής συγκόλληση αυτόνομων ιστοριών που κάποια στιγμή συναρμολόγησαν μια μεγαλύτερη, χωρίς να χάσουν την αυτονομία τους.
Κάπως έτσι αυτός ο συγγραφέας που εργαζόταν σε διαφημιστικό πρακτορείο βιομηχανικών εταιρειών, και αργότερα ως αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων Σάαμπ, καθηγητής αγγλικών σε ιδιωτικό σχολείο με «σαλταρισμένα πλουσιόπαιδα» και υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της Τζένεραλ Ελέκτρικ (για το τελευταίο μας καταθέτει και κάποια έγγραφα με μια παράξενη τροπή της τύχης – για να μην ξεχνάμε και τον τελευταίο αφανή παράγοντα της ζωής), προτού αφιερωθεί στην αποτύπωση του χάους της ίδιας της ανθρώπινης ζωής, καταλήγει, έστω και δευτερογενώς, πως αν υπάρχει μια πρόταση που περιγράφει με τελειότητα την ζωή όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, ώστε κανένας συγγραφέας μετά απ’ αυτήν να μην χρειάζεται να γράψει άλλη λέξη είναι: «Ολόκληρος ο κόσμος είναι μια σκηνή και όλοι οι άντρες και οι γυναίκες μονάχα ηθοποιοί».
Εκδ. Πατάκη, 2022, σελ. 312, μτφ. Χριστόδουλος Λιθαρής [Kurt Vonnegut, Timequake, 1997]
Το εικονιζόμενο σχέδιο (2η εικόνα) είναι του ίδιου του συγγραφέα.






