Franck Damour – Μακάριοι οι θνητοί… γιατί είναι ακόμη ζωντανοί

Ο θάνατος του θανάτου

Στο περίφημο θεατρικό του Κάρελ Τσάπεκ Υπόθεση Μακρόπουλου μια νέα γυναίκα στην Πράγα του 1923 αποκαλύπτει ότι έχει κατακτήσει την αθανασία χάρις σ’ ένα ελιξίριο και γνωστοποιεί την χημική φόρμουλα προκαλώντας το ξέσπασμα μιας δημόσιας διαμάχης σχετικά με το αν θα έπρεπε αυτό να περιοριστεί σε κάποια προνομιούχο ελίτ ή να διατεθεί στο σύνολο του πληθυσμού. Η ίδια η ηρωίδα, αθάνατη πλέον, κυριεύεται από πλήρη απάθεια για την πορεία των πραγμάτων, αδιαφορώντας για τα πάθη και τα συναισθήματα που βιώνουν οι θνητοί αλλά κυριαρχείται από μια απόλυτη αδιαφορία για την πορεία των πραγμάτων. Φαίνεται πως όποιος συγχέει την αθανασία με την αιωνιότητα, όπως οι ιμορταλιστές, κινδυνεύει να πεθάνει πριν προλάβει να ζήσει την ζωή του, σχολιάζει ο ο εκ Μαδαγασκάρης δοκιμιογράφος Φρανκ Νταμούρ, που ακριβώς στρέφει τα βέλη του σε αυτούς, απευθύνοντας μια σειρά επιστολών στους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες συνιδρυτές της Google οι οποίοι επενδύουν σημαντικά ποσά στον αγώνα ενάντια στον θάνατο, εμφανιζόμενοι ως ζηλωτές της ιδέας μιας καινούργιας ανθρωπότητας, μεταφυσικοί του καιρού μας. Ο αγώνας τους εξειδικεύεται στην εξουδετέρωση της γήρανσης και στην επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής και είναι ακριβώς η ιδεολογία του ιμορταλισμού που τους προσφέρει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο.

Ο Νταμούρ ξεκαθαρίζει πως δεν πρόκειται για εγκώμια της θνητότητας αλλά των θνητών, των όντων που συνειδητοποίησαν το αναπόδραστο του θανάτου τους κι έχτισαν πάνω σε αυτή τη συνείδηση αυτοκρατορίες και πολιτισμούς, συνέθεσαν έργα και χορούς  που βασιζόμενα σε αυτήν ακριβώς την συνείδηση εκδηλώνουν πλήθος συναισθημάτων. Η θνητότητά μας δεν συνδέεται απλώς με την βιολογική επισφάλεια, που χαρακτηρίζει εξίσου και τα ζώα, τα οποία εν τούτοις δεν είναι «θνητά», μιας και το προνόμιο του ανθρώπου συνίσταται ακριβώς στο ότι έχουμε συνείδηση τούτης της επισφάλειας η οποία βάζει σε λειτουργία το πνεύμα μας, την συνείδηση της ύπαρξής μας

Αναζητώντας τον πρώτο ιμορταλιστή της ιστορίας καταλήγουμε στο μαυσωλείο που στεγάζει το ταριχευμένο σώμα του Λένιν, μετά τον θάνατο του οποίου συστάθηκε μια «Επιτροπή αθανασίας», αφού πρώτα εξέτασε το ενδεχόμενο της κρυογονικής. Υπήρχαν, άλλωστε, την ίδια εποχή ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΣΕ οπαδοί του κινήματος των «κατασκευαστών του Θεού», το οποίο υιοθετούσε τις θεωρίες του Ορθόδοξου χριστιανού φιλοσόφου Ν.Φ. Φιοντόροφ και θωρούσε τον μποσελβικισμό ως την έσχατη θρησκεία. Ο Φιοντόροφ πίστευε ότι η ανθρωπότητα οφείλει να συντονίσει τις δυνάμεις τις προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης ενός μεγάλου Κοινού Έργου: την ανάσταση των νεκρών της ιστορίας την οποία θα καθιστούσαν κάποια στιγμή εφικτή οι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας. Εξίσου ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής ήταν και ο γιατρός Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ που είχε εμμονή με την αθανασία την οποία προσπαθούσε να πετύχει μέσω μεταγγίσεων αίματος. Η Επιτροπή σκόπευε να επαναφέρει τον Λένιν στη ζωή αλλά τελικά αρκέστηκε σε μια συμβολική αθανασία μέσω της ταρίχευσης. Η ιστορία είναι ενδεικτική της πίστης στην μέσω της τεχνολογίας αλλαγή του ανθρώπου – ο Τρότσκι το 1919 έγγραφε για την παραγωγή μιας «βελτιωμένης εκδοχής» του ανθρώπινου όντος και αναφερόταν σε αυτόν ως «μια πρώτη ύλη ή ένα ημι-κατασκευασμένο προϊόν».

Τι έχει αλλάξει σήμερα; Ο σύγχρονος ιμορταλισμός στοχεύει στην αύξηση των βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου με νέες εφαρμογές της βιοτεχνολογίας  και μέσω των τεχνολογικών επιτευγμάτων της ιατρικής (μεταμοσχεύσεις τεχνητών οργάνων, πλαστική χειρουργική, νέες θεραπείες κ.λπ.) αλλά αυτή την φορά αναπτύσσεται μόνο χάρις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερες αντίληψης περί οικονομίας. Τότε ήταν ο κομμουνισμός, σήμερα νεοφιλελευθερισμός και η τεχνολογική ουτοπία του ιμορταλισμού αποτελεί το ανώτατο στάδιό του, καθώς η νεοφιλελεύθερη κοινωνία, βασιζόμενη στην εξάλειψη του νόμου και του κράτους, απαρτίζεται με άτομα που συνάπτουν συμβολαιακού τύπου σχέσεις οι οπαίες μπορούν ν’ ακυρωθούν ανά πάσα στιγμή μιας και θεμελιώνονται αποκλειστικά στην επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος. Αυτού του είδους οι σχέσεις κάνουν το άτομο να πιστεύει ότι είναι ελεύθερο και αυτόνομο μιας και υποτίθεται πως πρόκειται πάντα για σχέσεις «προσαρμοσμένες στις ανάγκες» του, συχνά περιορίζοντας την βούλησή του σε δυαδικού τύπου επιλογές («τικάρω/δεν τικάρω»). Έτσι ο νεοφιλελευθερισμός αναλαμβάνει πλήρως τους στόχους της βιοπολιτικής με την διαφορά πως χρησιμοποιεί πλέον ως εργαλεία του τις επιχειρήσεις, την ιδιωτική ασφάλιση κλπ. και μετατρέπει τον θάνατο σε καταναλωτικό αγαθό και σίγουρα αντικείμενο συμβολαίου που ήδη έχει αναπτυχθεί με τις ασφάλειες ζωής, κηδείας, γήρατος κλπ. – η αθανασία θρέφει ένα αποτελεσματικό μάρκετινγκ. Χρειάζεται βέβαια να γίνουμε δωρητές του σώματός μας για να το πάρουμε πίσω μπολιασμένο με εμφυτεύματα, πρόσθετα μέλη κ.λπ.

Σύμφωνα με την οπτική των δυο «παραληπτών» των επιστολών, η ασθένεια και το γήρας συνιστούν βλάβες (το γήρας δε την κατεξοχήν  ασθένεια) και ο θάνατος ένα κατασκευαστικό ελάττωμα, καθώς αμφότερα αποτελούν ανίατες καταστάσεις, που ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας. Διόλου άσχετη είναι και η ρήση του Γάλλου ιμορταλιστή Λωρέν Αλεξάντρ σύμφωνα με την οποία σε πενήντα χρόνια ενδεχομένως να θεωρούμε τον «φυσικό» τρόπο τεκνοποίησης περίεργο ή ανθυγιεινό, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την περίφημη σκηνή της ταινίας Gattaca (Andrew Nicol, 1997), όπου οι γονείς καλούνται να επιλέξουν τις γενετικές φυσικές ροπές του μέλλοντος παιδιού τους. Το παιδί ως προϊόν προγραμματισμού και γενετικών βελτιώσεων είναι πλέον εμφανές ως πλάνο, αν επισκεφτούμε τις ιστοσελίδες ορισμένων τραπεζών σπέρματος στις ΗΠΑ και αλλού, όπου θα διαπιστώσουμε ότι προτείνουν στους υποψήφιους πελάτες να επιλέξουν τον μελλοντικό δότη σπέρματος ανάλογα με το επίπεδο σπουδών του, τον χαρακτήρα του, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις κλ.π.

Όμως το μόνο που θα επιτύχει αυτή η αναζήτηση τη αθανασίας είναι να μας κάνει ν’ απωλέσουμε την αίσθηση και το νόημα της θνητότητας. Όλοι οι μύθοι και τα έθιμα του έως τώρα ανθρώπινου πολιτισμού, από τους παραδοσιακούς χορούς των νησιών του Ειρηνικού μέχρι τα άσματα των Αρχαίων Ελλήνων, από τα κείμενα της Βίβλου μέχρι τις προσταγές του βουδισμού και τις ηθικές παραινέσεις του Κορανίου, από τους θρύλους των Ινδιάνων της Αμερικής και του Καναδά μέχρι τους αντίστοιχους της Αφρικής, δεν σταμάτησαν ποτέ να επαναλαμβάνουν ότι, αν οι θνητοί προσπαθήσουν να ζήσουν ως αθάνατοι, στην πραγματικότητα παύουν να ζουν, καθώς χάνουν την αιωνιότητα.

Η θνητότητα συνιστά ίδιον του ανθρώπου, όχι μόνο εν συγκρίσει με τους θεούς αλλά και σε σχέση με τα ζώα και τις μηχανές γιατί δεν είναι μόνο ένα βιολογικό δεδομένο αλλά και μια πνευματική κατάσταση. Να είσαι θνητός σημαίνει να διαπνέεσαι από την αίσθηση της θνητότητας. Ο σημαντικός Σενεγαλέζος μυθιοστοριογράφος Σεΐκ Αμιντού Καν [Cheik Hamidou Kane] προβαίνει σε μια σύγκριση στο μυθιστόρημά του Η αμφίσημη περιπέτεια ανάμεσα στη θέση που κατέχει ο θάνατος στη Δύση και στην «χώρα των Ντιαλομπέ», όπως ονομάζει μια ευρύτερη περιοχή στην χώρα του. Στην δεύτερη ο άνθρωπος ζει εξοικειωμένος με τον θάνατο και η εξοικείωση αυτή προσδίδει αυθεντικότητα στην ύπαρξή του. Και αναρωτιέται ο Νταμούρ, πως εξηγείται η θλίψη του καλύπτει τα πρόσωπα των ανθρώπων στις δυτικές μητροπόλεις που έρχεται σε φανερή αντίθεση με την αυθόρμητη χαρά που συναντά κανείς σε αρκετές φτωχές χώρες όπου η συνείδηση της θνητότητας είναι εμφανής;

Η πρώτη ηρωική άρνηση της αθανασίας ήρθε από τον Οδυσσέα προς την Καλυψώ, αλλά εκτός από ηρωική ήταν και ανθρώπινη. Η ζωή των αθάνατων θεών της μυθολογίας χαρακτηρίζεται όχι απλά από πλήξη αλλά και από ένα κενό και μια βαθύτατη μοναξιά. Όσο παράδοξο κι αν φαντάζει, η αθανασία καταστρέφει εν των πραγμάτων την ζωή που υποτίθεται ότι επιμηκύνει. Η θνητότητα δεν αποτελεί κατασκευαστικό ελάττωμα αλλά αντιθέτως αυτή είναι που μετατρέπει την περατότητά μας σε μια έκρηξη ζωής και δημιουργικότητας.  Με πρόλογο του Ζαν Κλωντ Γκιγκιεμπό, εισαγωγή, το σώμα των δώδεκα επιστολών μαζί με ένα υστερόγραφο, και με αστραπιαίες αναφορές στους Πίνδαρο, Σενέκα, Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, Comenius, Χάιντεγκερ, Μπερξόν, Άρεντ, ντε Τοκβίλ, Χανς Γιόνας, Ζ.Π. Βερνάντ και σε άλλους, ο Νταμούρ αντί για εκατοντάδες σελίδες που θα μπορούσαν να γραφτούν για το θέμα, μας δίνει ένα πυκνότατο δοκίμιο για ερεθιστική ανάγνωση και περισυλλογή.

Εκδ. Μάγμα, 2018, μτφ. Νίκος Μ. Μάλλιαρης, σελ. 144. Με 54 σημειώσεις του συγγραφέα. Πλήρης τίτλος: Δεκατρείς επιστολές στους ιδρυτές της Google Larry Page και Sergey Brin [Heureux les mortels, car il sont vivants. Lettres a Larry Page et Sergey Brin, 2016].

Στις εικόνες: 2. Το πρώτο ξύλινο μαυσωλείο του Λένιν στην Κόκκινη Πλατεία, 3. Έργο της Léna Mačka, 4. Λήψη από την ταινία Gattaca.

Σχολιάστε