Lana Bastašić – Πιάσε το λαγό

Ταξίδι στον τόπο μιας εξάρτησης,  μιας φίλης, μιας χώρας

Η Λέιλα μπορούσε να λειώσει και να ξαναχυθεί σε άλλο σχήμα, ανάλογα με το καλούπι που είχε στη διάθεσή της. Είχε κάποιο αισθητήριο εκ γενετής για εκείνο που κάθε φορά της ζητούσαν, και ήταν ικανή, μέσα σε δυο δευτερόλεπτα, να μετατραπεί ακριβώς σ’ αυτό που λαχταρούσαν, σ’ αυτό που πίστευαν ότι θα τους ολοκλήρωνε και θα τους ερμήνευε σωστά, θα τους έδινε ένα νόημα ή τουλάχιστον θα εκπλήρωνε κάποιο φτηνό όνειρο μέσα σε μια δυο πορνογραφικές σκηνές. Ήταν ικανή να συρρικνωθεί τόσο πολύ, ώστε να μη μείνει παρά κάτι ελάχιστο απ’ αυτήν, ένα ίχνος μονάχα του εαυτού της. [σ. 256]

Είναι η αφηγήτρια Σάρα που γράφει, εκφράζοντας κάθε τόσο τον θαυμασμό της για την παλιά στενή, καρδιακή, κολλητή κι ό,τι πλησιέστερο μπορεί να υπάρξει, φίλη της· μια φίλη όμως που εξαρχής διαφέντευε τόσο την σχέση όσο και την ίδια την Σάρα. Όταν στο παρόν λέει πως μπορείς να γίνεις ιδιοκτήτης ανθρώπων με εξευτελιστικά μικρό αντίτιμο είναι βέβαιη σε τι αναφέρεται. Πώς να την περιγράψει όταν ακινησία και Λέιλα ποτέ δεν πήγαιναν μαζί, γι’ αυτό σε όλες τις φωτογραφίες μοιάζει με  μουντζούρα; Αν μπορούσε, θα τρύπωνε ακόμα και τώρα ανάμεσα και στις προτάσεις και θα τελείωνε την ιστορία εκ των έσω. Όμως αυτή τη φορά είναι η Σάρα που παίρνει τα ηνία, έστω συγγράφοντας την ιστορία, και θα μπορούσε να την σκοτώσει ακόμα και με μια τελεία. Αλλά όχι, εδώ, στο βιβλίο ή στο Δουβλίνο όπου ζει, είναι ασφαλής, μακριά από την εκλεπτυσμένη βία της. Μετά από δώδεκα χρόνια απόλυτης σιωπής, σαράντα οχτώ εποχές του χρόνου δίχως την φωνή της, με ένα τηλεφώνημά της της ζητά να πάει στο Μόσταρ ώστε να φύγουν μαζί για την Βιέννη όπου εντοπίστηκε ο επί χρόνια χαμένος αδελφός της Άρμιν.

Αυτή η φωνή, σαν την ηχώ ενός εγκαταλελειμμένου πηγαδιού, την λέρωσε ήδη με την μητρική γλώσσα και μετέτρεψε αμέσως την ζωή της σε μουσείο. Βρίσκεται ανάμεσα σε ανάμεσα σε δυο κόσμους που δεν μεταφράζονται ο ένας στην γλώσσα του άλλου και το γνωρίζει προτού την συναντήσει, πως το βλέμμα της Λέιλας θα γδύσει από πάνω της την Ευρώπη και θα φανερώσει τα βαλκανικά της τραύματα. τι είναι η Βοσνία για την Σάρα; Μια χώρα που μπορούν να υποστηρίζουν ότι ήταν τέλεια, επειδή ακριβώς τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα να ελέγξουν την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού. Η μάνα της εξακολουθούσε να έχει την φωτογραφία του Τίτο, έστω και στην αποθήκη, πίσω από το βάζο με το τουρσί. Και τι είναι ο Άρμιν; Από την πλευρά της μια έντονη ερωτική έλξη, αλλά και μια ζήλεια που η Λέϊλα είχε αδελφό, «κάποιον που σε ξέρει καλύτερα απ’ όλους, παρόλο που δεν ξέρει τίποτα για σένα». Ο μπαμπάς της είχε πει ότι κατά πάσα πιθανότητα ο Άρμιν μαζί μ’ εκείνους τους αλήτες δηλητηρίασαν τα σκυλιά των γειτόνων. Ήταν η εποχή που η σύγκρουση των γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων ήδη μυριζόταν στον αέρα.

Μετά την εξόντωση των σκυλιών ο Αρμίν εξαφανίστηκε – από ζωντανός άνθρωπος μετατράπηκε σε τελευταία εικόνα. Και η απουσία του γέμιζε τον χώρο περισσότερο απ’ όσο κατάφερε πριν η παρουσία του. Η πόλη άρχισε να γίνεται διαφορετική, σαν κάποιος να ρούφηξε όλους τους χυμούς της και να την άφησε να ξεραίνεται στο χορτάρι. Μερικοί συνοφρυώθηκαν μόλις σε μια στιγμή κι έμειναν έτσι μόνιμα. Κι οι δυο τους ήξεραν ότι αυτό που είχε αρχίσει θα διαρκούσε για πολύ – αυτό έγινε μια σταθερά, σαν ένα επιπλέον χημικό στοιχείο στον αέρα. Οι καθηγητές ξαφνικά άρχισαν να γράφουν στα κυριλλικά. Τώρα ήταν η εξαφάνισή του που έφερε την σύγκρουση στα σπίτια τους, στις κουβέντες για το αίμα που είναι αίμα, στις προσβολές κατά των μουσουλμάνων. Η αίσθηση πως ο Άρμιν είναι ζωντανός τις ένωνε περισσότερο από το κοινό θρανίο σε σημείο να νοιώθουν υποχρεωμένες να παραμείνουν μαζί μέχρι αυτός να εμφανιστεί. Αν μάλωναν ή χώριζαν, θα ξηλωνόταν και αυτή η εύθραυστη πεποίθηση.

Καθώς η συγγραφέας εναλλάσσει κεφάλαια για το παρελθόν και το παρόν, στα πρώτα αντιλαμβάνεται κανείς μια έντονη σχέση εξάρτησης αλλά και την αναντίλεκτη αρχηγία της Λέιλας. Η Σάρα την άφησε να σχεδιάσει ακόμα και την πρώτη της ερωτική επαφή, για να μετατραπεί τελικά η ξεχωριστή της νύχτα απλώς σε μια κόπια της δικής της. Η Λέιλα αδιαφορούσε αν δεν υποτιμούσε την ζωτικής σημασίας ενασχόληση της Σάρας με την ποίηση, ενώ για την Σάρα ήταν η μόνη δημιουργικότητα. Στην ουσία η πρώτη σταδιακά μετατρεπόταν σε ένα μυθικό ον που γνώριζε και καθόριζε τα πάντα· είχε τις κρυφές εκείνες γνώσεις για τις οποίες είχε ενσωματωμένους αισθητήρες. Όμως η Σάρα είναι πάντα έτοιμη να γίνει η σκλάβα της μόνο και μόνο για να γεμίσει τα αυτιά της «μ’ εμάς»· επιθυμεί να είναι μόνες και να έχουν διαρκώς κάποιο ένα σχέδιο. Τα πράγματα διατηρούσαν την υπερφυσική τους ιδιαιτερότητα μόνο αν συνέβαιναν στην μία από τις δυο και κάθε φορά περίμεναν την επόμενη διαφορά που θα τις απομάκρυνε και ταυτόχρονα θα τις έφερνε πιο κοντά. Και ήταν μια σχέση έντονης σιωπής· ακόμα κι όταν έβλεπε μελανιές η Σάρα δεν έπρεπε να ρωτήσει· για την φιλία τους, το δικαίωμα της σιωπής ανέκαθεν ήταν πιο σημαντικό από εκείνο των ερωτήσεων.

Είναι περιττό να τονιστεί ότι οι παράλληλες αφηγήσεις του ταξιδιού των δυο γυναικών έχουν πλείστα γοητευτικά στοιχεία μυθιστορημάτων δρόμου και περιπλάνησης – από το πρώτο νυχτερινό λεωφορείο για το Μόσταρ, όπου η Σάρα μπορεί να δει στα πρόσωπα των επιβατών τα χιλιόμετρα που έχουν διανύσει ως επιβάτες του, επισκεπτόμενοι τις οικογένειές τους τις σκορπισμένες ανάμεσα σε δυο κράτη, έως την συνύπαρξη μέσα στο αυτοκίνητο δια μέσου της Βοσνίας και της Σλοβενίας ως την Βιέννη, με στάσεις σε τόπους που κάποτε ήταν γνωστοί και τώρα μοιάζουν άγνωστοι. Αλλά μήπως έτσι δεν είναι και οι που οι ίδιες αποτελούν; Η Σάρα για άλλη μια φορά δεν τολμάει να κάνει ερωτήσεις γιατί φοβάται πως θα την τρομάξουν και θα βρει κάποιον άλλο να ψάξουν μαζί τον αδελφό της. Παράλληλα διαπιστώνει ότι δεν βιάζεται να φτάσει στους διάφορους προορισμούς, γιατί διατηρεί την ελπίδα ότι θα καταφέρει διορθώσει όλα τα σφάλματα της Λέιλα αλλά και τις δικές της σιωπές. Διαπιστώνει ακόμα πως η μαγεία της Λέιλα λειτουργεί ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, πως εκείνη μπορούσε να σχηματίσει έναν αόρατο κύκλο γύρω τους που τους διαχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο.

Προς στιγμήν ευχήθηκα να μην τέλειωνε ποτέ το ταξίδι, πάντα να υπήρχε κάποιο χόστελ, σε κάποια πόλη οπουδήποτε και οποτεδήποτε, όπου θα βρίσκονταν ξαπλωμένες κάποιες άλλες Λέιλα και Σάρα και θα συζητούσαν για τους καθηγητές, για τα φυτά, για το οτιδήποτε, ενώ θα πλησίαζαν σιγά σιγά εκείνο το αγόρι που θα στεκόταν κάτω από την κερασιά. Εκείνη τη στιγμή ίσως και να συνειδητοποίησα την πικρή αλήθεια – ότι δεν χρειαζόμουν τον Μάικλ. Ήμουν απολύτως καλά, σ’ εκείνο το κρεβάτι όπου ήδη ίδρωνα ασταμάτητα μέσα στο αποπνικτικό δωμάτιο. Σ’ εκείνη δεν χρειαζόταν τίποτα να εξηγώ, είχε τον σωστό μεγεθυντικό φακό για τις μικροσκοπικές μου ανησυχίες. [σ. 259]

Τώρα υπάρχει ένα καινούργιο «Λέιλα κι εγώ», «άγαρμπα ενωμένο σαν δυο κομμάτια σπασμένης πορσελάνης, με μια ραγισματιά στην ένωσή τους που δεν θα μπορέσει ποτέ να κρυφτεί». Ο δεσμός, άλλωστε, έχει καθοριστεί από μνήμες που βγαίνουν στην επιφάνεια: κοινό σεξ, κοινή παρανομία, μια τραυματική ιστορία υποκρισίας στην θάλασσα για την οποία δεν μίλησαν ποτέ, ένα φιλί στα χείλη που η Λέιλα επισφράγισε με την φράση «Δεν γίνονται αυτά στη Βοσνία» κι όταν η Σάρα της είπε «δεν είμαστε στη Βοσνία» εκείνη είπε «Πάντα είμαστε στη Βοσνία». Τι είδους μνήμες όμως είναι αυτές; Η συγγραφέας παραδέχεται πως συνεχώς αναγκάζεται να ανασκευάζει και να επινοεί, μιας και εκείνα τα χρόνια καμιά τους δεν είχε αφομοιώσει αρκετή γλώσσα ώστε να σχηματίσουν σταθερές αναμνήσεις και έμεναν μόνο οι εντυπώσεις. Και σε αυτή την διαρκώς εν κινήσει συνύπαρξη, αναδύεται για άλλη μια φορά η μεγάλη τους διαφορά. Η Λέιλα διαφωνούσε με την επιμονή της Σάρα για να εξηγεί τα πάντα, για το νόημα που με την βία επέβαλλε στα πράγματα. Κάποιοι άνθρωποι απλώς είναι, χωρίς μεγάλα δράματα. Και τελικά, η ενηλικίωση και η διαχείριση των τραυμάτων, η θέση της μνήμης στο παρόν και η δυνατότητα ή μη μεταλλαγής μιας εξάρτησης σε μια σχέση εξίσου καθοριστική και ζωτική, σιγοκαίνε διαρκώς στο υπέδαφος αυτού του μυθιστορήματος.

Τα σωματίδια του σκότους που είχαν καταλάβει ολόκληρο το σώμα μου, τόσο που έπρεπε να συνηθίσω πια την παρουσία τους, να τα αποδεχτώ ως κάτι ουσιαστικά δικό μου, κάτι για το οποίο ο Μάικλ και ο οποιοσδήποτε Μάικλ αυτού του κόσμου ποτέ δεν θα έχουν τα κατάλληλα αισθητήρια για να το αντιληφθούν· στην αρχή μπορεί αυτό να είναι κάτι που θα τους γοητεύσει μα αργότερα απλώς θα τους κουράσει – μόλις οσμιστούν την παράλογη θλίψη στις εσχατιές του είναι μου, κάποιο σκοτάδι που ξεφλουδίζει από την επιφάνειά του δέρματός μου το οποίο δεν θα ξέρουν πως να το ερμηνεύσουν παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, θυμωμένοι που δεν είναι τελικά ο ένας εκλεκτός που θα με διορθώσει. Θα με διαβάζουν από τ’ αριστερά προς τα δεξιά με ένα σωρό λεξικά, μετατρέποντάς με σε σκληρόδετο βιβλίο, και μετά θα έρθει η Λέιλα, θα του ξεριζώσει τα φύλλα και θα φτιάξει μ’ αυτά μικρά πουλιά. Επειδή μόνο εκείνη ξέρει ότι το σκοτάδι δεν ερμηνεύεται, ότι δεν έχει κάποιο νόημα, ούτε κεντρική ιδέα. Μόνο εκείνη μπορούσε να με απελευθερώσει από τα σκληρά εξώφυλλα. [σ. 259-260]

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 64], 2023, σελ. 339, μτφ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς [Uhvati zeca, 2018]. Με δεκασέλιδο επίλογο της συγγραφέα.

Στις εικόνες έργα των: 1. Margaret Keane, 3. Alan Feltus, 6. Lucien Freud

Mario Benedetti – Άνοιξη σε μια σπασμένη γωνία

Πώς συνεχίζονται τέτοιες ζωές;

0. Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, σε εκείνα που αφηγείται ο ίδιος ο Μπενεντέττι και παίρνουν τον τίτλο «Εξορίες», διηγούμενος ιστορίες από την ζωή του ως αυτοεξόριστου σε κάποια άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής, εξαιτίας του πραξικοπήματος στην χώρα του, την Ουρουγουάη, αναφερόμενος στον θάνατο ενός φίλου και συναγωνιστή, γράφει πως εκείνοι που τους ώθησαν στην εξορία τους αφαίρεσαν και τον θάνατο στον τόπο τους, στην δική τους μήτρα, το να γίνουν ο δικός της πηλός. Αν ο θάνατος έχει πάντα ένα στοιχείο επιστροφής, προς την τροφό γη, η εξορία το στέρησε και αυτό από τον νεκρό. Όμως σε μια εξαίσια αποστροφή κάνει μια διόρθωση στην καθιερωμένη φράση «στην τελευταία του κατοικία»: όχι, η ταφή είναι η προτελευταία κατοικία, αφού η τελευταία κατοικία ενός αγαπημένου εκλιπόντος θα είναι πάντα μέσα μας, στις αναμνήσεις μας. Σε αυτό το σαγηνευτικότατο μυθιστόρημα, ο Μπενεντέττι κρατά μόνο μία από τις φωνές που αφήνει να ακουστούν, που, για την ακρίβεια, τους δίνει εκείνος τον λόγο, προσφέροντάς μας πρόσβαση στην ζωή ανθρώπων που έχει αλλάξει αναπότρεπτα ανατραπεί εξαιτίας της φυλάκισης ενός άντρα, του Σαντιάγο, από την δικτατορία στην Ουρουγουάη των αρχών του εβδομήντα.

1. Στην ενότητα «Μέσα στους τοίχους» ο λόγος αυτού του άντρα εκφέρεται είτε με τον εσωτερικό του μονόλογο είτε με τις επιστολές του προς την γυναίκα του Γρασιέλα, συχνά με δυσδιάκριτη κατεύθυνση. Όταν βρίσκεται κανείς «μέσα», γράφει, τα πάντα φτάνουν να έχουν ενδιαφέρον και το σώμα προσαρμόζεται ευκολότερα από την ψυχή. Εκεί υπάρχουν εκείνοι που ξεσπάνε και κλαίνε απαρηγόρητα μέχρι να ανέβουν από το πηγάδι ξαλαφρωμένοι αλλά ο ίδιος φοβάται πως το ξέσπασμα θα τον αποσυντονίσει πλήρως. Προσπαθεί να επιβληθεί στον εαυτό του μέσω της ορθολογιστικής σκέψης και θυμάται το συμπέρασμα του Αισώπου «πάντα υπάρχει κάποιος που είναι χειρότερα». Δεν έχει καμιά απάντηση στις ερωτήσεις της γυναίκας του επειδή απλά δεν έχει ερωτήσεις της και δεν ξέρει πόσος καιρός θα περάσει μέχρι να ξαναδεί εκείνη και την κόρη του Μπεατρίς, που έχουν κι αυτές ακολουθήσει τον πατέρα του στην αυτοεξορία· είναι, όμως, βέβαιος πως δεν θα καταφέρει να συνηθίσει την απουσία της.

2. Στα κεφάλαια με υπότιτλο «Πληγωμένοι και μωλωπισμένοι» εκφράζονται τόσο η μικρή Μπεατρίς όσο και η Γρασιέλα. Ο λόγος της πρώτης συνάδει με την ηλικία της, άρα και με τρυφερή καθαρότητα αλλά και μια τρομερή λογική. Έχει να αντιμετωπίσει την άγνοια των συμμαθητών της –αν ο μπαμπάς της είναι φυλακή σημαίνει πως είναι εγκληματίας, πολιτικοί εξόριστοι σαν κι αυτούς έρχονται να πάρουν τις δουλειές από τους ντόπιους. Ο λόγος της δεύτερης είναι εξομολογητικός: διαβάζοντας τα γράμματα του Σαντιάγο, αισθάνεται πως εκείνος γράφει λες και η ζωή έρχεται καταπάνω του, ενώ εκείνης, αντίθετα, της φαίνεται σαν αυτό το τοπίο να απομακρύνεται, να διαλύεται να σβήνει. Ο υποχρεωτικός χωρισμός τον κάνει πιο τρυφερό ενώ εκείνη πιο σκληρή και κάθε μέρα τον χρειάζεται όλο και λιγότερο.

3. «Μετρώντας ήττες και χαράζοντας δρόμους», ο πατέρας του Σαντιάγο Δον Ραφαέλ υποφέρει και αντιστέκεται ως αυτοεξόριστος πατέρας ενός φυλακισμένου. Έχει μετατρέψει την εξορία του σε απόλυτα δική του. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει το είδος της νοσταλγίας για την διαδρομή που έκανε για να γυρίσει σπίτι, να ξέρει τι βρίσκεται μετά από κάθε κιόσκι ή φανάρι. Και άρχισε να κάνει δικούς του τους δρόμους, τις γωνίες, τον ουρανό, τα καφενεία, τον ήλιο και την σκιά. Αισθάνεται ενοχές που δεν γράφει συχνά στον Σαντιάγο αλλά τι να του πει; Ότι αυτό που του συμβαίνει είναι συνέπεια της δικής του στάση; Δεν μιλούσαν ακόμα και την εποχή που μπορούσαν και δεν κατάπιναν τα λόγια τους όπως όλοι τώρα. Εκείνος έτσι κι αλλιώς θα συνέχιζε την πορεία που είχε αμετάκλητα επιλέξει. Αισθάνεται πόνο στα σημεία που την συγκεκριμένη στιγμή σκέφτεται ότι τον χτυπούν και, παλιά ιστορία, ως επιζών μιας γενοκτονίας βιώνει μια παράξενη ενοχή που είναι ζωντανός. Μακάρι να μπορούσε να αλλάξει θέση μαζί του αλλά δεν θα τον δέχονταν, δεν είναι αρκετά μισητός ούτε θέλησε να τους ανατρέψει. Βλέπει την Γρασιέλα κάθε μέρα και ποιο αποθαρρυμένη, και πιο γκρίζα, σαν μια Πηνελόπη που δεν αρκείται πλέον να υφαίνει και να ξηλώνει. Στις πιο αισιόδοξες στιγμές του σκέφτεται πως το παρελθόν κατατροπώνει το παρόν, το οποίο όμως κερδίζει μια και μοναδική αλλά αποφασιστική μάχη: υπάρχει. Η εξορία είναι ένα άλλο ξεκίνημα και κάθε ξεκίνημα είναι και μια νιότη.

4. Υπάρχει και «Ο άλλος. (Μάρτυρας μοναχικός)», ο συναγωνιστής του Σαντιάγο, Ρολάνδο, που θυμάται την παρέα τεσσάρων ονειροπόλων που ακόμα και στις διακοπές με τις οικογένειές τους απομονώνονταν και κάθονταν να φτιάξουν τον κόσμο, Ο Μανόλο επέμενε πως η ουρουγουανική αστική τάξη δεν είναι σαν της Σκανδιναβίας, πως αυτοί εδώ θα καλέσουν τους καραβανάδες να τους καταπιούν, όπως συνέβη στην Γουατεμάλα, και ότι πρέπει να παίξουν σε άλλο γήπεδο από αυτό της απλής πολιτικής διαμάχης. Θυμάται τον βουβό του πόθο για την Γρασιέλα που τώρα βλέπει αποσυντονισμένη αλλά πάντα όμορφη. Ο τρόπος που ο ένας πλησιάζει τον άλλον εμπεριέχει επιθυμία και απορία, αμηχανία και σιγουριά. Η επερχόμενη σχέση προφανώς θα αλλάξει μια τραγωδία που νόμιζαν πως δεν έχει άλλο.

5. Και συνεχίζει ο Σαντιάγο: Όταν κανείς είναι αθεράπευτα ακίνητος, είναι εντυπωσιακή η πνευματική ευκινησία που μπορεί να αποκτήσει. Μπορεί να διευρύνει το παρόν όσο θέλει ή να ριχτεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο μέλλον ή να πάει προς τα πίσω, στο επικίνδυνο μέρος των αναμνήσεων, εκεί όπου βρίσκεται αυτό που μπορούσε κανείς να πράξει και δεν έπραξε. Εμβολιασμένος όμως κατά της τρέλας, έχει ανακαλύψει ένα σωτήριο σύστημα: προηγουμένως οι αναμνήσεις εφορμούσαν πάνω του χωρίς καμία τάξη, βάζοντάς τον υπό την πλήρη εξουσία τους. Τώρα είναι αυτός που τις καθοδηγεί· προγραμματίζει την μνήμη, αποφασίζει ο ίδιος τι θα θυμηθεί. Αν δεν βάλει τάξη, θα την σκέφτεται συνεχώς να κάνουν έρωτα, μια οδυνηρή απόδειξη της απουσίας της.

6. Και συνεχίζει ο Ραφαέλ: έχει μάθει να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές του Σαντιάγο και αντιλαμβάνεται ότι εκείνος συνεχίζει να έχει τα λογικά του. Αυτός είναι ο φόβος του – όχι μην προδώσει ή μην σπάσει αλλά να μη γλιστρήσει από την πνευματική υγεία ποιος ξέρει που. Θυμάται, άλλωστε, τον λόγο ενός διευθυντή της φυλακής: «Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε τον χρόνο που μας μένει για να τους τρελάνουμε». Όμως είναι βέβαιος πως ο Σαντιάγο έχει καταφέρει να δημιουργήσει ή ίσως και να ανακαλύψει μια παράξενη ζωτικότητα· πως καθορίζει την δοσολογία του μίσους γιατί αυτά ζωογονούν μόνο αν τα κυβερνά ο άνθρωπος ενώ τον καταστρέφουν αν τα αφήνει να τον εξουσιάζουν. Κανείς δεν ξέρει πόσο εύφλεκτος ή άφλεκτος είναι αν δεν περάσει από την φωτιά και τώρα καταφέρνει να απομυθοποιήσει τον θάνατο, να τον υποβιβάσει στα μάτια του, ακρωτηριάζοντάς τον από την μυθική φήμη.

7. Και συνεχίζει η Μπεατρίς, στη νέα προσωπική της διάκριση των εποχών του χρόνου· έπαψαν να αγαπούν την την άνοιξη γιατί τότε συνέλαβαν τον μπαμπά· αγαπά τo καλοκαίρι γιατί οι φυγάδες θα μπορούσαν να πάνε στην παραλία ώστε κανείς να μην τους αναγνωρίζει· και το φθινόπωρο το καταλαβαίνει σίγουρα κι αυτός γιατί τα φύλλα μπαίνουν από το παράθυρό του και νομίζει πως είναι δικά της γράμματα, όπως της έγραψε. Είναι βέβαιη πως εκεί που βρίσκεται ο μπαμπάς της, το απόγευμα πρέπει να εξαπλώνεται η λύπη και είναι περήφανη γι’ αυτόν γιατί είχε πάρα πολλές ιδέες, τόσες πολλές που τον έβαλαν φυλακή γι’ αυτές.

8. Και συνεχίζει ο Μπενεντέττι, με μνήμες από το 1975: την θλίψη της αναπόφευκτης καύσης των βιβλίων για να αποφευχθεί η σύλληψη, τις κασέτες των Τσίκο Μπουάρκε, του Βιλέτι, της Νάτσα Γκεβάρα, του Σίλβιο Ροδρίγκες που άκουγε ανάμεσα στις ειδήσεις για πτώματα στους σκουπιδότοπους· στο τηλέφωνο την φράση «Σε παίρνω μόνο για να σου πω να βγεις στο μπαλκόνι και να δεις τι όμορφη είναι η στρατιωτική παρέλαση περνάει μπροστά από το σπίτι σου», φράση σήμαινε μια επιχείρηση σκούπα στα σπίτια. Και όταν η επιχείρηση τελείωνε, «σου άρεσε η παρέλαση; κρίμα που τελείωσε τόσο γρήγορα». Και πως να ξεχάσει την «φιλική» παράκληση να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα παίρνοντας μόνο μια βαλίτσα και τον δικό του περίφημο σαρκασμό, όταν σκούντησε τον αποκοιμισμένο επιθεωρητή με την φράση Αν είμαι τόσο ανατρεπτικός που πρέπει να με διώξετε από την χώρα, σας παρακαλώ μην κοιμάστε για να με επιβλέπετε.

9. Υπάρχουν σελίδες μέγιστες συναισθηματικής φόρτισης και περιορίζομαι σε δυο περιπτώσεις. Σε ένα γράμμα από τον γιο του ο δον Ραφαέλ διαβάζει πως ετοιμάζεται να του κάνει μια μεγάλη εξομολόγηση. Πρώτα σπεύδει να προλάβει την ανησυχία του· όχι, δεν κατέδωσε κάποιον, παρόλο που και ως προς αυτό παραδέχεται ότι δεν το έκανε από πεποίθηση αλλά από υπολογισμό: παρατηρούσε ότι άμα τα αρνείσαι όλα οι τύποι σε βαράνε μεν κατά βάθος όμως υποπτεύονται ότι μπορεί να τους λες την αλήθεια, ότι δεν ξέρεις απολύτως τίποτα, ενώ αν λυγίσεις αμέσως υποπτεύονται ότι γνωρίζεις πολύ περισσότερα και θα σε λιώσουν. Τελικά η εξομολόγηση αφορά την αυτουργία ενός φόνου, του ξαδέλφου του που είχε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στους παρακρατικούς. Αν έπρεπε να το κάνει για την δική του σωτηρία, ταυτόχρονα αισθάνθηκε ότι στραγγάλισε την παιδική του ηλικία, καθώς μαζί για χρόνια μοιράζονταν παιχνίδια και όνειρα. Και τώρα έχει ανάγκη την δική του γνώμη. Το γράμμα έφυγε από την φυλακή χάρη σε μια χάρη, μια συγκυρία, ένα χρέος, οτιδήποτε αλλά η απάντηση του Ραφαέλ θα περάσει σίγουρα από λογοκρισία, συνεπώς αρκεί, πάντα με τον γνωστό συνθηματικό τρόπο, ένα «καταλαβαίνω» ή δεν καταλαβαίνω, δυο αράδες πριν τον αποχαιρετισμό.

10. Ύστερα είναι η επίσκεψη της Γρασιέλας στον πεθερό της και η εξομολόγησή της για τα ανύπαρκτα πια αισθήματα έρωτα για τον Σαντιάγο. Αυτή κι αν χρειάζεται απελπισμένα την γνώμη του· αν απαντά στα γεμάτα έρωτα γράμματά του θα είναι υποκρίτρια· αν του γράψει με ειλικρίνεια, θα συντρίψει τον ήδη συντετριμμένο φυλακισμένο, προσθέτοντάς του μια περιττή πράξη σκληρότητας. Βέβαιος πως η ίδια και η κόρη τους είναι οι λόγοι που ο Σαντιάγο ζει, ο Ραφαέλ της προτείνει να μην του μιλήσει, παρέχοντάς της το δικαίωμα να του πει ότι ο ίδιος την συμβούλεψε να μη μιλήσει, να μην καταρρεύσει μέσα σ’ εκείνα τα κάγκελα ο κόσμος του. Ο ίδιος ο Ραφαέλ παραδέχεται αργότερα στον εαυτό του πως ούτε ο ίδιος ήταν πεπεισμένος – η υποκρισία είναι ελάττωμα αλλά και η ειλικρίνεια δεν είναι πάντα αρετή.

11. Καθώς οι επιμέρους μύθοι οδεύουν προς την έξοδο και ο μύθος που τους απαρτίζει στην δική του «κάθαρση», δεν έχει νόημα να γράψουμε οτιδήποτε παραπάνω για το πως και γιατί. Μόνο να κοινωνήσουμε τις σκέψεις του Ραφαέλ, για την νέα κοινωνία που έπρεπε να χτιστεί. Ποιοι θα το έκανα; Σίγουρα όχι από βετεράνοι όπως ο ίδιος, ίσως εξόριστοι όπως η εγγονή του, ίσως τα παιδιά που παραμένουν στη χώρα, αυτά που έχουν μια σκοπιά παιδική αλλά καθόλου αμνησιακή, που είδαν μεγάλο μέρος από σκληρές συγκρούσεις, που πήραν τους πατεράδες τους και τις μητέρες τους και δεν τους ξαναείδαν, που είδαν ανθρώπους να κλαίνε μπροστά από φέρετρα που απαγορευόταν να ανοίξουν «και εμείς θα τα βοηθήσουμε να θυμηθούν αυτά που είδαν αλλά και αυτά που δεν είδαν».

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 91], 2024, σελ. 267, μτφ. Κώστας Αθανασίου [Primavera con una esquina rota, 1982].

Οι εικόνες από την δικτατορική Ουρουγουάη είναι από ένα σχετικό άρθρο της El Pais [2023], εδώ.

Οι δίσκοι των αναφερόμενων στο βιβλίο καλλιτεχνών είναι ακριβώς από το 1975.