Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός

Το δικό μου ελληνόφωνο ροκ

[Κείμενο για το συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr στο ελληνόφωνο ροκ, Μάρτιος 2005].

Πουλάμε σώμα και ψυχή / δώστε μας λίγη προσοχή
στα υπόγεια μαύροι ποντικοί / λουφάζουνε δύο δύο
Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς / αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς / που χάσανε το πλοίο

Αυτά τα αφιερώματα του Mic είναι βάσανο ψυχής. Δεν αντέχω τέτοιο άλεσμα μνήμης, καθιερώνω την αυτόματη ημερολογιακή γραφή. Ό, τι προλάβει και βγει στο χαρτί έχει κάποιο λόγο γι αυτό. Ό, τι μείνει πίσω, έχει μια ακόμα ευκαιρία, στις διηγήσεις στα εγγόνια μου.

Πρόλαβα λοιπόν τα παραπάνω λόγια του Παύλου, σε μια στιγμή που θα πάρω μέχρι τον τάφο μου. Ήταν από τις δύο φορές που τον είδα ζωντανά – και τις δύο ήταν νηφάλιος, στη δεύτερη μάλιστα, κυριακάτικο πρωί σε κινηματογράφο έκατσε κάτω απέναντι στο κοινό και συζητούσε, ώρες…. Τη δεύτερη φορά ήταν βαμμένα τα μάτια του, μα εξακολουθούσε να ζητάει πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο. Από τότε ήξερα πως θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου να απολαμβάνω το ροκ του γούστου μου με ελληνική γραφή αλλά και συναρπαστική μουσική. Γιατί τα μπλουζ του πρίγκιπα δεν μπορούσα να τα κατεβάσω με τίποτα. Όταν εκείνος τραγουδούσε όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές / θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές ήθελα μουσική να με στέλνει στα ηλύσια πεδία ή στο τρίτο βάθρο της κόλασης, όχι σε δωδεκάμετρα μπλουζίσματα.

Ίσως γι αυτό και με ταρακούνησαν οι Metro Decay κάπου εκεί κοντά. Σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ, φθινόπωρο του 82, τότε που πήγα να δω το νέο αίμα : τον Βερνάρδο των New Order να μας σημαδεύει με την μελλόντικά του – ο παραδιπλανός μου την έφαγε στο κεφάλι – κι έναν ανεξέλεγκτο Cave να δημιουργεί μέγιστη σύγχυση στο κοινό. Πιο πριν είχαν ανοίξει οι MD κι εγώ είχα σαστίσει, επειδή έπαιζαν το new wave που ήθελα, αλλά με προσλαμβάνουσες της ελληνικής μου ζωής. Ήταν απρόσμενη αίσθηση, να μη χρειάζεται να ψάξεις ένα γκρουπάκι από το Σέφιλντ να σου μιλήσει για τους βρεγμένους σου δρόμους. Δε με χωρούσε ο τόπος εκείνες τις δύο μέρες (το φεστιβάλ ήταν τριήμερο αλλά δεν ενδιαφέρθηκα για τους Fall), λούφαζα στις γωνίες, δίπλα στα σκοτεινά παράθυρα των πάνω διαζωμάτων, εκεί όπου χαμουρεύονταν τα πανκιά. Σε κάποιες άλλες γειτονιές παραδίπλα η Creep ήδη φτιαχνόταν.

Μετά είχα την τύχη να ζήσω προς το τέλος τη σκηνή της Σοφίτας κι ολόκληρο τον Πήγασο. Χαιρόμασταν το μεγάλωμα και ωρίμασμα μιας σειράς συγκροτημάτων, κάναμε τα στραβά μάτια στις ατέλειες και τις κακοτεχνίες – και ποιοι ήμασταν εμείς να τα κρίνουμε αυτά;. Bright Shoe, Rebound, Madd, κι ακόμα θυμάμαι πόσο χαίρονταν (οι ξεμέθυστοι) στα ελληνόφωνα ακούσματα. Μου φαινόταν βουνό όλο αυτό το μανίκι που τραβούσαν οι συνομίληκοι πιτσιρικάδες: να ψάχνεις να δανειστείς όργανα, να ζωγραφίζεις – φωτοτυπείς – κολλάς ο ίδιος την μικρή σου αφίσα, να προσπαθείς να συνεννοηθείς με τον άσχετο μαγαζάτορα, να έχεις το νου σου μην αρχίσουν τα μπουνίδια στο αψύ κοινό, να ποθείς να ξεπεράσεις τα διψήφια εισιτήρια, να αναρωτιέσαι γιατί πάλι τα μηχανήματα σε κάνουν ν’ ακούγεσαι σαν να παίζεις σε ψυγείο (ψυγείο).

Η σκηνή του πανκ είχε ήδη ανάψει σε απανταχού αυτοσχέδια λάϊβ που σου άφηναν αίσθηση περαιτέρω δίψας. Οκ, οι στίχοι ήταν πρόχειροι και ήξερα ότι μετά από λίγα χρόνια θα ακούγονταν αβάσταχτα απλοϊκοί. Μα η μουσική της πεντάδας Stress, Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους, Panx Romana, Ex Humans έστελνε στον αγύριστο πλείστα πανκόγκρουπα του κόσμου. Το μελωδικό πανκ της Διατάραξης Κοινής Ησυχίας και της Ανώφελης Επιβίωσης αποτελεί ακόμα και σήμερα ιδανική εισαγωγή στο είδος για οποιονδήποτε εκκολαπτόμενο πανκ ρόκερ.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών / και των αραχνιασμένων παραμυθιών / το λένε Happy-End-Express για καμουφλάζ / Σαμποτάζ! Θα του κάνουμε σαμποτάζ!

Σ’ ένα δισκάδικο κόλλησα στους τίτλους του Σαμποτάζ. Τίτλοι που θα ταίριαζαν σε ηλεκτρονικά κομμάτια, που, παραδόξως, δεν είχε ακόμα δημιουργήσει η μεγάλη σαμποτέρ. Συν το Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα, που, επίσης παραδόξως, δεν είχε γραπώσει κάνενα ροκ σχήμα μέχρι τότε. Για μένα το ομώνυμο παραμένει κορυφαίο τέκνο συνουσίας «ελληνικού τραγουδιού» και «ελληνικού ροκ». Κι αν αντί για το τραίνο εκτροχιαστούμε εμείς, ας πούμε πως ακόμα για μας είναι νωρίς, ίσως να’ ρθουν άλλα παιδιά….

Έφυγα από την Αθήνα με γερές αποσκευές, αν και τα αγγλόφωνα γκρουπάκια είχαν εξελιχθεί πολύ καλύτερα (ίσως σε κάποιο αφιέρωμα, κάπου αλλού). Αλλά ως φανς δεν καθόμασταν να μιζεριάσουμε «γιατί τόσοι πολλοί στο ένα και τόσοι λίγοι στο άλλο». Όταν όμως έβγαινε ένα διαμάντι από το εκείνο το «άλλο», παίρναμε θάρρος. Ακόμα θυμάμαι ένα από τα κινηματογραφικότερα κομμάτια της Λευκή Συμφωνίας, από το δεύτερό τους : Ποτέ δεν ξεπέρασαν το Φεγγάρι Που Αιμορραγεί. Πρόλαβα μόνο ως ακροατής τις εξαιρετικές κασετοκυκλοφορίες της Lazy Dog και της σκηνής των Ιωαννίνων, που μου στέρησαν οποιαδήποτε απαίτηση για σπιτική, έξυπνη και προσωπική δημιουργία.

Το όνειρο που σ’ έφερε μια μέρα ως εδώ / Σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει / Μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό / Το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει…

Στη νέα πόλη βέβαια υπήρχαν οι Τρύπες. Υποθέτω είμαι ο τελευταίος στον κόσμο που αντιστάθηκα γερά στη μουσική τους. Ίσως γι’ αυτό τότε ο Αγγελάκας μου έκανε την τιμή να μου δώσει να παρουσιάσω στις εκπομπές μου το νέο του δίσκο. Ήξερε ότι δε θα του πω λέξη αν δεν το αφήσω να ωριμάσει γερά μέσα μου, περίμενε μήνες για να ακούσει γνώμη. Γνωρίζοντας προσωπικά και εκτιμώντας βαθέως τους δυο εξ αυτών (ο δεύτερος είναι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος), θεωρούσα πως τέτοιες ιδιοσυγκρασίες πρέπει να βγάλουν το κορυφαίο των κορυφαίων. Φυσικά δε με διέψευσαν: στο Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι έδωσαν μερικά από τα ωριμότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ στο είδος. Υπάρχει μια κλασική ερώτηση που κάνουν κατά καιρούς διάφορα έντυπα στα ευσύνοπτα πλην αποκαλυπτικά για τον συνεντευξιαζόμενο ερωτηματολόγια. Τι θα ακούγεται όταν σε θάβουν; Σημειώστε παρακαλώ για μένα, απερίφραστα, την Καινούργια Ζάλη (τους).

Το 1987 γνωρίζω τον Μπάμπη Αργυρίου (Rollin Under, Mic.gr). Ανταλλάζαμε κασέτες (εγώ άδειες κι αυτός γεμάτες) σε χαμαιτυπεία και ακόμα εκκρεμεί πρόταση μονομαχίας, επειδή μου έφαγε μέσα από τα χέρια αφιέρωμα στην Εlizabeth των Cocteau Twins. Του ζήτησα να φάει τον κόσμο και να βρει ένα δωδεκάϊντσο που τιτλοφορούνταν Το Φως και Η Σκιά του. Ήταν 3 μέλη των Last Drive [πρότζεκτ του κιθαρίστα Γιώργου – χαιρετισμός] κι ένας ξένος (;). Τέτοια ψυχεδελική αποθέωση μ’ έκανε να κοιτάζω αφ’ υψηλού κάθε αντίστοιχη αλλοδαπή προσπάθεια. Το υπερψυχεδελέστατο Λέμμινγκς, το έμοιαζε να βγαίνει, κρυμμένο για χρόνια, μέσα από τις σπηλιές των παιδιών των λουλουδιών.

Μήπως ξέρεις κανένα μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;

Στο Ράδιο Κιβωτός προσπάθησα να μην αφήσω άπαιχτο οποιοδήποτε σχήμα παιδευόταν με το ελληνικό αλφάβητο. Εκεί κατάλαβα πως εντελώς ιδιαίτερα σχήματα όπως οι Χωρίς Περιδέραιο, οι Ήταν Είναι και Θα Είναι και οι Εν Πλω αποτελούσαν και για άλλους εντελώς μοναδικές περιπτώσεις. Για τους πρώτους νομίζω αρκεί η απίστευτη αίγλη που χαίρουν μέχρι και σήμερα σ’ όσους ήταν στη φάση από τότε. Για τους δεύτερους εκφράστηκα σε ένα μεγάλο κομμάτι συνoδευμόμενο με συνομιλία μαζί τους που περιλήφθηκε στο μοναδικό τους τότε δίσκο, μ’ όλα τα χρώματα στην τσέπη. Για τους Εν Πλω ελπίζω να γραφτούν εδώ από τους υπόλοιπους. Αν πω ότι έπαιξαν το shoegazing πριν παιχτεί αλλού, θα φαίνεται πως τους περιορίζω. Αν πω ότι ένωσαν μοναδικά παλιό και σύγχρονο ροκ, θα φαίνεται πως τους κλισαρίζω.

Για τους Στέρεο Νόβα έχουν γραφτεί τόσα που περιττεύει, ευτυχώς, η οποιαδήποτε λεκτική έκφραση. Απλά υποστηρίζω ακόμη πως, στο δικό μου αισθητήριο, η ελληνική γλώσσα μου ταιριάζει περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη σ’ αυτό το είδος μουσικής. Και τότε και τώρα. Παρομοίως για την καλή μας Λένα, της οποίας επιλέγω τις ηλιομάσκες απλά και μόνο επειδή ακούω μέχρι και σήμερα. Κάθε δίσκος της αποτελεί εξαιρετική, μη συγκρίσιμη περίπτωση με οιονδήποτε άλλον της.

Και τώρα φίλοι μου είναι αργά, μια καληνύχτα στη μαμά, και λίγη στάχτη στα μαλλιά, καιρός να πούμε αντίο… Όπως ξεκινούσε ο Παύλος το Εν Κατακλείδι του, τελείωνα τις εκπομπές κατά το ξημέρωμα. Και δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να στενοχωριέμαι, που όλη η σοδειά ήταν μεγάλη στην ποιότητα και μικρή στην ποσότητα. Κατά τ’ άλλα εσείς που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο, δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο..

Η υποχρεωτική εντεκάδα. Αλφαβητικά, πάντα αλφαβητικά: Αγγελάκας Γιάννης – Καρράς Γιώργος – Ένα υπέροχο τίποτα / Εν Πλω – S/T / Εx Humans – Ανώφελη Επιβίωση / Lost Bodies – Ζωή / Metro Decay – Υπέρβαση / Πλάτωνος Λένα – Μάσκες ηλίου / Πλάτωνος Λένα / Γιαννάτου Σαββίνα / Παλαμίδας Γιάννης – Σαμποτάζ / Σιδηρόπουλος Παύλος και Σπυριδούλα – Φλου / Στέρεο Νόβα – S/T / Το Φως και η σκιά του – S/T (EP) / Tρύπες – Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το αχανές συλλογικό αφιέρωμα ξεκινάει από εδώ, και το τέλος κάθε σελίδας οδηγεί στην επόμενη. Το κείμενο γράφτηκε μια κι έξω – ας συγχωρεθούν υπερβολικές ή άγαρμπες εκφράσεις.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών συνεχίζει να τρέχει ιλιγγιωδώς, το φεγγάρι δεν σταμάτησε να αιμορραγεί, η ζάλη δεν τελείωσε ποτέ. Και συνεχίζει να μας ορίζει ένας μαύρος κύκνος.

 Μελαγχόλησες τώρα και φεύγεις;

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.