Carmen Martín Gaite – Το πίσω δωμάτιο

«Απόψε όλα συνδέονται»

Η φράση της ηρωίδας στην διακοσιοστή πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος ίσως περιέχει ιδανικά όσα συμβαίνουν κατά την διάρκειά του. Αυτή η γυναίκα κλείνει τα μάτια σαν ένα είδος έσχατης καθημερινής λύσης· ξέρει πως στις λέξεις ταιριάζει το φως, γιατί τη νύχτα δραπετεύουν. Θυμάται την στιγμή που οι γονείς της έβγαζαν τα εισιτήρια για να μπουν στο τσίρκο και ήταν έτοιμη να αντλήσει την απόλαυση από εκείνη την αναμονή, να την ζήσει γνωρίζοντας ότι το καλύτερο βρίσκεται πάντοτε σε αυτήν. Τώρα βρίσκεται σε ένα μεγάλο κρεβάτι τριγυρισμένη από χαρτιά και βιβλία (κόσμος και παραμυθία μαζί) προτού αυτό μεταμορφωθεί στο ντιβάνι όπου κάποτε ξάπλωνε όταν ήταν μόνη παριστάνοντας όλες εκείνες τις γυναίκες «τις τόσο μακρινές που καταντούσαν ανύπαρκτες» οι οποίες φιγουράριζαν στις σελίδες του Lecturas και εικονογραφούσαν τις ηρωίδες των διηγημάτων· εκείνες που τις νύχτες εικονίζονταν πάντα ξύπνιες περιμένοντας κάτι, ίσως ένα τηλεφώνημα, και πίσω από τα πικραμένη χείλη έκρυβαν μια μυστική ιστορία που ξαναρχόταν στη μνήμη τις ώρες τις μοναξιές. Μπορεί να σηκωθεί και να διαβάσει ένα γράμμα που πήρε το απόγευμα από κάποιον που της λέει ότι την θυμάται κάθε φορά που κοιτάζει την θάλασσα ή να κάνει βόλτες άσκοπες ανάμεσα σε περαστικούς που «σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν». Αν μείνει σπίτι θα στραφεί στα ράφια τα γεμάτα με ετερόκλητα αντικείμενα, το καθένα και μια ιστορία που ξεθάβει παλιές χρονολογίες και σαπισμένους καρπούς αλλά και βιβλία όπως η Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία του Τοντόροφ, στο οποίο μπορεί να διαβάσει όσα κατανοεί πλήρως: τον διχασμό της προσωπικότητας, την ρήξη των ορίων ανάμεσα στο χώρο και τον χρόνο.

[Αυτή η γυναίκα που έχει διαγράψει πλέον μια σημαντική συγγραφική πορεία ανταποκρίνεται στο κουδούνισμα του τηλεφώνου και την αντρική φωνή που της μιλάει από το μπαρ του ισογείου. Έχουν κανονίσει μια συνέντευξη που δεν θυμάται και δεν έχει παρά να δεχτεί τον άντρα στο διαμέρισμά της. Θυμάται το αιώνιό της παράπονο όταν ήταν μικρή και έφηβη και νέα, πως στο δικό τους σπίτι ποτέ δεν χτυπούσε το κουδούνι από κάποιον απροσδόκητο επισκέπτη να της προσφέρει την ηδονή μιας ασυνήθιστης, συναρπαστικής συζήτησης. Γιατί όμως οι ερωτήσεις του μοιάζουν με ανάκριση;]

Αν καθίσει στο πάτωμα ίσως ξαναβρεί την παλιά απόλαυση των κρυφών περασμάτων και αθέατων γωνιών, τον παιδικό ενθουσιασμό που κατοικεί στις σοφίτες και στα πίσω δωμάτια. Μπορεί και να διαβάσει μια μεγάλη πυκνογραμμένη επιστολή απευθυνόμενη στην ίδια. Η απεραντοσύνη που απλώνεται μπροστά στον συντάκτη της και η ελευθερία του να διαλέξει όποιο δρομολόγιο θέλει υποδηλώνουν την αναπότρεπτη απουσία της. Ποτέ δεν φανταζόταν πως το όνομά της, σύντομο και κοινό, θα μπορούσε να ηχήσει τόσο ωραία στα χείλη ενός άντρα. Ποιος όμως μπορεί να είναι αυτός; Κάποτε έγραφε φανταστικές επιστολές στον εαυτό της, και πήγαινε μετά από μέρες να τις ταχυδρομήσει στον εαυτό της. «Είναι απίστευτο», λέει, «το πόσο μπορεί να απλωθεί μια αφήγηση, όταν διακρίνεις μια σπίθα ενδιαφέροντος στα μάτια του άλλου».

[«Εγώ δεν θέλω να μιλήσω άλλο. Θα’ θελα μόνο να τολμήσω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο του. Συγκεντρώνομαι σ’ αυτήν τη σκέψη που με συνεπαίρνει. Την ίδια όμως στιγμή τη βλέπω να καταδιώκεται από ένα στρατό λογικών επιχειρημάτων… Ξεφυτρώνουν από παντού, σαν ένα δάσος αντισωμάτων και περικυκλώνουν τον πειρασμό. Διεξάγεται μια μάχη σκληρή αλλά σύντομη, που γνωρίζω από παλιά». Είτε συζητά με τον επισκέπτη είτε σιωπά, ακόμα κι αν όλα είναι ιδέα της, η μνήμη ξεδιπλώνεται μέσα από το «πίσω δωμάτιο» του τίτλου που το αντιστοιχεί με μια «σοφίτα του εγκεφάλου», έναν χώρο γεμάτο θαμπά αντικείμενα όπου ζουν οι αναμνήσεις και βγαίνουν μόνο όποτε το θέλουν. Από πού όμως να πιαστεί; Το σπίτι της βαραίνει από τις αναμνήσεις και τους απόηχούς τους και τα παλιά της χαρτιά την καταθλίβουν· τα έχει πιάσει τόσες φορές στα χέρια της που το περιεχόμενό τους έχει πια εξατμιστεί και αυτά έχουν χάσει την αλλοτινή τους σημαία. Τουλάχισοτν υπάρχουν τα έπιπλα και αυτά είναι ένα τόσο «καλό αφηγηματικό όχημα».]

Αυτή η γυναίκα θυμάται μια διαφορετική ζωή -την ευχαρίστηση που βρίσκεται στην ανακάλυψη, χωρίς μεσάζοντες, τον φόβο που δεν είναι άλλος από τον φόβο του φόβου, κάποιον που της είπε ότι όποιος δεν την έχει γνωρίσει, δεν δικαιούται να μιλάει για την άνοιξη- και δεν μπορεί να μην συγκρίνει το τότε με το τώρα: ο σύγχρονος ταξιδευτής καταστρέφει το μυστήριο πηγαίνοντας παντού με οδηγούς και προγράμματα, δίχως να καταλαβαίνει ότι μονάχα η απόσταση είναι ικανή ν’ αποκαλύψει τα κρυμμένα μυστικά. Και αλλού: οι σημερινές κουζίνες καλλιεργούν την λατρεία των απορροφητήρων και κανείς δεν θα καθόταν σ’ αυτές να κουβεντιάσει. Και πάλι κάπου αλλού: οι μοντέρνες κατοικίες πόσο λίγο μυστήριο κρύβουν και πόσο μοιάζουν όλα τα λίβινγκ ρουμ μεταξύ τους. Ενώ το σπίτι τους στο Κάθερες ήταν γεμάτο με περίεργα περάσματα, διαδρόμους και εσωτερικές αυλές, και βέβαια το περίφημο «πίσω δωμάτιο».

Πώς μπορεί να ξεχαστεί η αίσθηση που ζούσε στα παιδικά και νεανικά χρόνια, όταν έξω η πόλη γεμάτη ζωή την καλούσε σε περιπέτεια και το σώμα της έμοιαζε ολόκληρο μια κεραία έτοιμη να δονηθεί από τους θορύβους και τις λάμψεις;  Ακόμα και η μάλλον απαξιωτική φράση της μητέρας της «ετούτη εδώ διασκεδάζει με το παραμικρό» ήταν για την ίδια ένδειξη του διαφορετικού της. Η μανία της με το διάβασμα την έφτασε στις πρώτες αναρωτήσεις, όπως για παράδειγμα, γιατί ήταν απαραίτητο όλα τα μυθιστορήματα να καταλήγουν σε έναν γάμο. Τώρα μπροστά στα χαρτιά της, μουτζουρωμένα φύλλα σκόρπια ή σε τετράδια, όλα όσα περιγράφονται έχουν μεταβληθεί σε αποξηραμένες πεταλούδες, αυτές που πριν πετούσαν στον ήλιο. Ζει «περικυκλωμένη από σκόρπια σημειώματα που περιγράφουν ακατόρθωτες αποστολές κι ένα μάταιο κυνήγι φαντασμάτων». Όμως από νεαρή το γνώριζε: θα δραπέτευε μέσω φαντασίας, χωρίς να ξεσηκώσει σκάνδαλο, χωρίς να γκρεμίσει τοίχους. Να φεύγει χωρίς να βγαίνει έξω. Αν «ο καθένας μας γεννήθηκε για ένα πράγμα», αυτού του είδους η φυγή θα ήταν το δικό της. Όμως γιατί οι γυναίκες που έφυγαν από το σπίτι τους χαρακτηρίζονταν αλήτισσες; Γιατί η φυγή, αμφίβολο γνώρισμα ελευθερίας, ταυτίστηκε με την τρέλα; Ο Χριστός, ο Δον Κιχώτης, ακόμα και η Αγία Τερέζα είχαν φύγει από το σπίτι, είχαν εγκαταλείψει την οικογένειά της κι εκεί υπήρχε μια αντίφαση.

Η αρπαγή της εξουσίας από τον Φράνκο άλλαξε τα πάντα. Οι πρώτες απόπειρες φεμινισμού που είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα χρόνια της Δημοκρατίας (1931-1936) έδωσαν την θέση τους στις διδαχές και τα κηρύγματα της Τομέα Γυναικών. Τότε έπρεπε να σφυρηλατηθεί μια και μοναδική γυναίκα, η Ισπανίδα σύζυγος που θα αποτελούσε συμπλήρωμα και αντικαθρέφτισμα του άντρα. Το χαμόγελό της αποτελούσε μορφή υποχρέωσης, ανεξάρτητα από την ψυχική της διάθεση και η υποχρεωτική χαρά επικυρώθηκε ως το ακριβώς αντίθετο της αμφιβολίας. Γιατί όμως οι καθοδηγήτριες που τις παρότρυναν στα σχετικά είχαν πάντα την ίδια έκφραση στο στόμα και το ίδιο παγερό φως στα μάτια; Ίσως τότε της γεννήθηκε η δυσπιστία της απέναντι σε όσους ένοιωθαν σίγουροι για όλα, για όσους φώναζαν για υποδειγματικές συμπεριφορές ή κράδαιναν σταυρούς και σημαίες.

[Ο λόγος της ρέει μαζί με την συνείδησή της, η αφήγηση στιγμών του βίου της που την καθόρισαν αναπόφευκτα εμπλέκεται με την πορεία της ίδιας της χώρας της που γνώρισε τον φρανκικό φασισμό και την ίδια την ζωή όπου ο μηχανισμός του φόβου έμενε πάντα κουρδισμένος από το καθεστώς. Με τον θάνατο του Φράνκο ήταν λες και οι λέξεις «κυβερνώ», «πεπρωμένο» και «πατρίδα» αφαιρέθηκαν από την επίσημη στολή τους και αφέθηκαν γυμνές πάνω σ’  ένα τραπέζι ανατομίας για να τους γίνει νεκροψία. Ο άρχοντας των μηχανών του χρόνου συγκρατούσε ή κατηύθυνε την ροή του ώστε ο κόσμος ελάχιστα να νοιώθει το πέρασμά του. Όταν εξαφανίστηκε ο κυρίαρχος και δεσμώτης του, ο χρόνος ξεμπλοκαρίστηκε. Υπήρχαν πάντα εκείνοι που είχαν μάθει να ελπίζουν και να περιμένουν αλλά δεν φαντάστηκαν ότι αυτή η αναμονή θα μπορούσε να κρατήσει τόσα χρόνια. Είναι η κατάλληλη περίσταση για να θυμηθεί ένα τραγούδι της Κοντσίτα Πικέρ, ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια πάνω στο θέμα της απατημένης γυναίκας που αρνείται να πιστέψει ότι την απατούν, ένα πολύ χαρακτηριστικό θέμα μιας εποχής όπου βασίλευαν η παραίτηση, η μοιρολατρία και η προσποίηση.

Είναι, τελικά, δευτερεύουσας σημασίας αν ο επισκέπτης των ερωτήσεων είναι δημοσιογράφος, αλλοτινός εραστής, ο απέναντι εαυτός, ή ένα πλάσμα που μοιάζει με συνείδηση. Όποιος ή ό,τι και να είναι, προσφέρει σε αυτή την γυναίκα, που ταυτίζεται με την Ισπανίδα συγγραφέα Κάρμεν Μαρτίν Χάιτε [1925-2001], την πολυπόθητη συνομιλία, ώστε να διακρίνει τι έμεινε από την παιδική ηλικία, τι κράτησε από τους προγόνους και τα ταξίδια, πως την γαλούχησε η κακή και η καλή λογοτεχνία, πως σωζόταν με το επινοημένο νησί-εύρημα μιας φιλίας, πώς επιβίωσε στο σκοτάδι της δικτατορίας, τι απ’ όσα έζησε φαντάστηκε και τι συνέβη πραγματικά, ακόμα κι όταν φοβάται πως «συναισθήματα παλιά κινδυνεύουν να βρεθούν κάτω από το φως μιας εκ των υστέρων ερμηνείας που αναγκαστικά αλλοιώνει την αυθεντική ανάμνηση».

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 82], 2024, 249 σελ, μτφ. Κυριάκος Φιλιππίδης [El cuarto de atrás, 1978]

Στην προτελευταία εικόνα, έργο του Gerd Grimm [1961]

Σχολιάστε