Εντευκτήριο τεύχος 88 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2010)

Ο Imants Ziedonis, σπουδαίος εν ζωή ποιητής της Λετονίας, έχασε εξαιτίας ενός εγκεφαλικού την ικανότητά του να γράφει και να διαβάζει, αλλά και να μιλήσει με ευκρίνεια. Παρ’ όλα αυτά αποφάσισε να γράψει για την παιδική του ηλικία, βρίσκοντας πρόθυμη αρωγό την πεζογράφο Nora Ikstena. Η συνεργασία τους ήταν δύσκολη: φράσεις, παράγραφοι και κεφάλαια έπρεπε να δομηθούν με σπαράγματα λέξεων, με βρυχηθμούς, με απεγνωσμένες κινήσεις. Με παρα-γλωσσικά και εξω-λογικά σημεία. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας που συνάντησε την Ikstena και διάβασαν μαζί στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στην 2η Διεθνή Λογοτεχνική Συνάντηση στο Underground Εντευκτήριο στη Θεσσαλονίκη και στο Café Dasein στην Αθήνα μεταφέρει την σχετική εμπειρία ενώ το κείμενο της ίδιας («Το Ακαθόριστο Ήταν», από το φερώνυμο βιβλίο με τον Ziedonis) είναι συγκλονιστικό: έπρεπε να επινοήσουμε μια επικοινωνιακή γλώσσα, έτσι ώστε να μετασχηματίσουμε τα γεγονότα σε ιστορίες. (…) να αντλήσουμε από αποθέματα διαίσθηση που γνωρίζαμε ότι διαθέταμε, και, – συν τω χρόνω- προέκυψε ανάμεσά μας ένας ιδιότυπος επικοινωνιακός χώρος.

Ο ποιητής κάθισε μπροστά σε μια κενή σελίδα και προσπάθησε να γράψει το όνομά του. ήταν πολύ δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, κι όμως εκείνος χάραζε επίμονα τεθλασμένες γραμμές στο χαρτί […] Τότε η γλώσσα έμοιαζε να παλινδρομεί πίσω την εποχή όταν και εκείνη και ο ποιητής ήταν μόνο παιδιά.

Στην ευρεία αυτή Λογοτεχνική Συνάντηση, που προσκάλεσε συγγραφείς από το εξωτερικό, τους έφερε σε επικοινωνία με Έλληνες συναδέλφους τους και δημιούργησε έναν χώρο συνομιλίας για την λογοτεχνία αλλά και τοποθέτησε την ίδια τη λογοτεχνία στο προσκήνιο, διερευνώντας τη σχέση της με άλλες τέχνες και γνωστικά πεδία, μας εισάγει ο εμπνευστής της Χρήστος Χρυσόπουλος (σ.σ.: το Πανδοχείο παρουσίασε μια όψη της εκδήλωσης και φιλοξένησε δυο ενοίκους της εδώ κι εκεί), ενώ δημοσιεύονται και οι λογοτεχνικές καταθέσεις των Ingrid Storcholmen, Gustav Murin, Ηλία Μαγκλίνη, Χάρη Βλαβιανού και Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Ένα άλλο εκτενές κείμενο μου προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση, και όχι μόνο για το περιεχόμενό του. Ο Μένης Κουμανταρέας («Πες μου ποιους διαβάζεις να σου πω ποιος είσαι») προβαίνει σε μια παρουσίαση αλλά και προσωπική ανάγνωση ενός βιβλίου του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου (Αποκείμενα, Νεφέλη 2000). Να λοιπόν που σε πείσμα της μανιώδους εξάρτησης της παρουσίασης ενός βιβλίου από την ημερομηνία κυκλοφορίας του, δεν αφιερώνονται απλώς σελίδες βιβλιοκριτικής (ούτως ή άλλως το Εντευκτήριο και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά το κάνουν) αλλά και ένα πολυσέλιδο κείμενο. Για τον Κουμανταρέα το παρόν ανήκει στα «βιβλία που πέφτουν από τα ράφια της βιβλιοθήκης, παραπονεμένα που έμειναν σκονισμένα κι αδιάβαστα» κι έτσι ξεκινά έναν κανονικό διάλογο με τα κείμενα, προβαίνει στην δική του κατάταξη σε αυθαίρετες, όπως γράφει, ενότητες, αντιπαραθέτει την δική του γνώμη για τους παρουσιαζόμενους από τον Η.Χ.Π. (από τον Όμηρο Πέλλα στον Νάσο Θεοφίλου κι από τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή και τον Νίκο Επισκοπόπουλο στον Σκαρίμπα, τον Μποστ, τον Πεντζίκη) αλλά και τις προσωπικές του μνήμες από εκείνους, όπου υπάρχουν. Για να προσθέσω και την δική μου γνώμη στο βιβλίο που αγόρασα 4-5 χρόνια πριν και πραγματικά απόλαυσα τα κείμενα και τη γραφή, συμφωνώ με τον Μ.Κ: μοιάζει τούτος ο τόμος με δονκιχωτική χειρονομία προς μια λογοτεχνία άγνωστη ή φθίνουσα και προς μια γλώσσα που σχεδόν κανείς δεν γράφει πια και δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει και ομολογώ πως κι εμένα με έβαλε τότε σε πειρασμό ν’ αναζητήσω κάποιους από εκείνους τους συγγραφείς.

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα, μεταξύ άλλων, έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα φάκελο για την Σύγχρονη Κολομβιανή Ποίηση (με εισαγωγή και μετάφραση ποιημάτων Γιάννη Καράτζογλου), διηγήματα των Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ελιάνας Χουρμουζιάδου, Νόρας Πυλόρωφ – Προκοπίου, Κωνσταντίνου Ματσούκα, ποίηση των Μιχαήλ Μήτρας, Γιάννη Γκούμα, Μυρτώς Αναγνωστοπούλου και τις φωτογραφίες – «δευτερόλεπτες εικόνες» του Στράτου Ντόντση.

Αναχωρούμε με τον απόηχο του Γιώργο Βέλτσου ο οποίος, μιλώντας στην Ανάμνηση της Γιώτας Κραβαρίτου κι έχοντας νωρίτερα συλλαβίσει το ερώτημα «τι δεν [της] επέτρεψε να γίνει η καλλιτέχνιδα που όφειλε να γίνει» προσπαθεί να επανεναρμονιστεί με το θεσσαλονίκειο σώμα αλλά η επιστροφή εδώ, στην Θεσσαλονίκη, δεν συντελείται. Κάθε φορά που, με ένα κείμενο, νομίζω πως επιστρέφω, ίδιος με τότε, τα μεγάφωνα του σιδηροδρομικού σταθμού, λίγα μέτρα πιο κάτω, αναγγέλλουν ότι έχω φύγει προ πολλού.

Στις φωτογραφίες: Imants Ziedonis, Nora Ikstena και μια «δευτερόλεπτη εικόνα» από την Ισπανία.

Εντευκτήριο τεύχος 87 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2009)

Αφιέρωμα: Γύρω από το τραπέζι

Πάνω σ’ αυτή την αργασμένη ράχη, τη γεμάτη ρόζους από καψίματα και τσιγάρα, αμέτρητες φορές ζυμώθηκαν ψωμιά και φύλλα ανοίχτηκαν για πίτες και σκαλτσούνια, κρέατα τεμαχίστηκαν ποτίζοντας με το είναι τους τις ίνες της, σάλτσες καυτές, κρασιά χαράς, δάκρυα πένθους και καφέδες της παρηγοριάς χυθήκανε, σκεύη μόλις κατεβασμένα απ’ τη φωτιά, νύχια ανυπόμονα νευρικά, γροθιές οργής, αγώνες που στηρίξανε τη σκέψη, την απόγνωση ή την ονειροπόληση αφήσαν, ανεξίτηλα, τα ίχνη τους, ποιήματα θνησιγενή και άλλα, θνητά κι αυτά αλλά μακροβιότερα, χαράχτηκαν… γράφει ο Αργύρης Χιόνης για ένα τραπέζι που από κληροδότης των παραπάνω, καθίσταται το ίδιο με τη σειρά του … κληρονόμος.

Γύρω από το τραπέζι – αφιέρωμα του τεύχους συγκεντρώνεται πλήθος ετερόκλιτων συγγραφέων γράφοντας ακριβώς για την περίσταση: Βασίλης Αμανατίδης, Γιάννης Ατζακάς, Γιάννης Βαρβέρης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Άκης Δήμου, Μάρω Δούκα, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης, Δημήτρης Νόλλας (απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα), Μανόλης Ξεξάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Σάκης Σερέφας, Στρατής Χαβιαράς, κ.ά. Ακόμη, κομμάτια από παλαιότερα βιβλία, μεταφράσεις (όπως ο Ευαγγελιστής Ματθαίος από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο), επανενθυμήσεις και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ, ούτε και τα τραπέζια, τα τραπεζώματα και οι τραπεζοσυνάξεις.

Στο δισέλιδο κείμενό του όμως ο Πάνος Θεοδωρίδης (Η λέξη που λείπει) αφού παραδεχτεί πως αδυνατεί να φτιάξει δωρεάν μια μυθοπλασία ή να επισημάνει κάτι ουσιαστικό, χωρίς το ύφος του να παραμείνει ανεπηρέαστο από τα τραπέζια όπου κατέθετε κείμενα για μπλογκ, επφυλλίδες και χρονογραφήματα, καταλήγει πως σε όλη αυτήν την ιστορία με τα τραπέζια, μια λέξη είναι μυστική, αόρατη και εκκρεμής, χωρίς την οποία το τραπέζι και η τράπεζα έχουν μια ματαιότητα. (Σ.Σ. αλλαγή παραγράφου) Πρόκειται για την λέξη καρέκλα. Υποδεικνύοντας, πιθανώς, την θεματολογία ενός άλλου, βραχυμέλλοντος, ελπίζουμε, αφιερώματος.

Αν βρήκα κάτι κι απ’ τη δική μου ζωή, αυτό βρίσκεται στο κείμενο του Σπύρου Γιανναρά. Το δικό του τραπέζι βρίσκεται αντικριστά στην κουζίνα, στον νεροχύτη και στο ψυγείο: Εκεί με πρωτοδιάβασε η μάνα μου τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, εκεί σχεδιάσαμε και χρωματίσαμε μαζί τις πρώτες ιχνογραφίες (…) εκεί ολοκλήρωσα την πρώτη μεγάλη σχολική εργασία πάνω στο Λάθος του Σαμαράκη. Στο ίδιο πάντα τραπέζι κατέφευγα (…) κι άπλωνα σε όλη του την επιφάνεια βιβλία, χαρτιά, χρώματα και μπογιές (…) σαν μοναχικός κολυμβητής που δοκιμάζει τις πρώτες απλωτές πριν ξαμοληθεί στα βαθιά – απολαμβάνοντας το σκίρτημα της απομόναχης ιδιωτικής ευτυχίας. Η ευτυχία δεν ξεχνιέται, ακόμα κι αν το ίδιο τραπέζι ολοκληρώσει τον αρχικό εκείνο κύκλο με διαφορετικές κι ενίοτε πολύ σκληρές χρήσεις.

Στο καπνιστήριο οι Γιάννης Βούλγαρης, Ηλίας Μαγκλίνης, Βάλια Τσάιτα – Τσιλιμενη και Άννα Μαρία Παράσχου, στις φωτογραφίες ο Παναγιώτης Πλουμής, στις βιβλιοκρίσεις εκλεκτοί συνεργάτες και για τον δρόμο μια άλλη αξέχαστη αίσθηση δια χειρός Jan Henrik Swahn: Μια γλυκερή μυρωδιά ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα που δεν έχει καθόλου να κάνει με παιδικά χρόνια, καθώς απλώνουμε μια κουβέρτα πάνω από το τραπέζι και χωνόμαστε από κάτω, στη μυστική φωλιά, πίνοντας λεμονάδα. Ο χώρος αυτός είναι το καταφύγιό μας. Χασκογελώντας λέμε κακές κουβέντες στη θεία μας και τρέχουμε να κρυφτούμε κάτω από το τραπέζι. Τέσσερα κολωνάκια και μια σκεπή αρκούν για να έχεις ένα τραπέζι. Μια θαυμάσια προστασία ενάντια στη βροχή και τον κόσμο.

ΥΓ. Το έχουμε ξαναγράψει και θα το γράφουμε διαρκώς: η παρουσίαση παλαιότερων τευχών κορυφαίων λογοτεχνικών περιοδικών, όπως είναι το Εντευκτήριο, αποτελεί μέγιστη τιμή και απόλαυση για το Πανδοχείο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά από τη φύση τους δεν αποτελούν επικαιρικά προϊόντα περιορισμένα στον χρόνο έκδοσής τους αλλά διαρκή θησαυροφυλάκια λογοτεχνίας, πόσο μάλλον όταν είναι προσβάσιμα και στην ίδια την εκδοτική τους πηγή. Αυτή τη βδομάδα παρουσιάζονται τα τέσσερα τελευταία τεύχη του περιοδικού.

Όπως πάντα, εικονικές και πραγματικές θυρίδες επικοινωνίας στο ιστολόγιο του περιοδικού. Στις φωτογραφίες: Αργύρης Χιόνης, Γιαν Χένρικ Σβαν.