Εντευκτήριο, τεύχος 90 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010, κυκλοφ. 25 Νοεμβρίου 2010)

Στο μυθιστόρημα του Κούντερα Η βραδύτητα περιγράφεται ένας Τσέχος ο οποίος, ενώ συμμετέχει σε ένα διεθνές συνέδριο, δεν χάνει ευκαιρία να περιγράφει «πώς είναι τα πράγματα στη χώρα μου» ώστε τελικά καταντά γραφικός. Γίνεται άξιος περιφρόνησης επειδή δεν νοιάζεται για τίποτε πέρα από τη δική του πατρίδα και έτσι αδυνατεί να αντιληφθεί τη στενή σχέση της δικής του ανθρώπινης υπόστασης και της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Όταν όμως διάβαζα τη Βραδύτητα δεν τάχθηκα μ’ αυτούς που περιφρονούσαν τον τύπο που δεν σταματούσε να μιλά για «τη χώρα μου» αλλά αντίθετα ταυτίστηκα με τον περίεργο χαρακτήρα το. Απλά συνέβη, χωρίς υποχρεωτικά να θέλω να μοιάσω σ’ αυτόν τον καταγέλαστο άνθρωπο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 συνειδητοποίησα ότι εάν ήθελα να «γίνω ο εαυτός μου» – για να δανειστώ μία φράση από το μυθιστόρημα Το μαύρο βιβλίο – έπρεπε να πάψω να περιγελώ τους «μιμητές» του Νάιπουλ για όσα έκαναν προκειμένου να ξεπεράσουν τους επαρχιώτικους τρόπους τους ή την κατάθλιψή τους και, αντίθετα, να ταυτιστώ μαζί τους

… γράφει ο Ορχάν Παμούκ (φωτ. 1) σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εκτενές κείμενο με τίτλο «Η τουρκική βιβλιοθήκη μου», που δημοσιεύτηκε στο The New York Review of Books και αποσπάσματα του οποίου μεταφράζονται εδώ. Ο συγγραφέας μιλάει για τα αγαπημένα βιβλία του στην γλώσσα του: συλλογές των ποιητών του λεγόμενου Πρώτου και Δεύτερου Κύματος, έργα του Ναζίμ Χικμέτ, του Ορχάν Κεμάλ, του Κεμάλ Ταχίρ, βιβλία για τον Ατατούρκ κ.ά.

Το τεύχος κοσμείται με: ανοιχτή επιστολή της Κικής Δημουλά προς Γιώργο Κορδομενίδη (αναστοχαστική της σχέσης της μαζί του, επιφυλακτική προς τα αφιερώματα, διαλεκτική απέναντι σε συγκεκριμένο μελέτημα που επίσης δημοσιεύεται), αφήγημα του Χρήστου Τσιόλκα, κείμενο του Μάριο Βάργκας Λιόσα, διηγήματα των Κώστα Λογαρά, Κοσμά Χαρπαντίδη και Παύλου Γεωργιάδη (οικοδόμου το επάγγελμα), ποίηση των Χόκαν Σαντέλλ, Αργύρη Παλούκα, Γιώργου Βέλτσου, Γιάννη Τζανετάκη, Παναγιώτη Πετραντωνάκη, χαρακτικά της Τόνιας Νικολαΐδη. Στις φωτογραφίες της «Μαύρης θάλασσας» της Αγγλίδας Βανέσα Ουίνσιπ (φωτ. 3), η καθημερινότητα αναδύεται «μέσα από περιοχές που έχουν στιγματιστεί και χαρακτηριστεί από βίαια κι οδυνηρά γεγονότα», «σε μέρη που έχουν πληγεί στο παρελθόν ή πλήττονται ακόμη από καταστροφικές έριδες» αλλά συνεχίζουν να ζουν ακόμα κι αισιόδοξα.

Στο Καπνιστήριο που δεν επιδέχεται καμία απαγόρευση, ο Άκης Παπαντώνης γράφει για τον σερ Τζον Φρανκ Κέρμοντ (1919-2010), λογοτεχνίας κριτικό και θεωρητικό συνεργάτη του Times Literary Supplement και πρωτεργάτη των London Review of Books και Literary Review. Στο απέναντι τραπέζι η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη σκιαγραφεί την περίπτωση του Αλμπέρ Καμύ, με αφορμή την εκδοτικό οργασμό για το ιωβηλαίο του θανάτου του. Στις σελίδες αλληλογραφίας, ένας αναγνώστης θιγμένος από το σχετικό ξεκαρδιστικό δίδυμο σημείωμα Παπαρρήγα – Καψάλη (βλ. προηγούμενο τεύχος, εδώ), κρίνοντας την καψάλεια αντίδραση ως αντικομμουνιστική, ανακοινώνει ελαφρώς πομπωδώς την αποχώρησή του από το σώμα των συνδρομητών. Απορώ: κατά την προσωπική μου άποψη, ένας αναγνώστης που θίγεται από μια ένθερμη (πλην πλήρως εμπεριστατωμένη) αμφισβήτηση των εικονισμάτων αγίων ανωνύμων ή μη, υπήρξε ανέκαθεν εκτός Εντευκτηριαστών. Απλώς δεν το γνώριζε.

Το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού «ανήκει» στον Πάνο Θασίτη (1923 – 2008) (φωτ.2), τον ολιγογράφο ποιητή και οξυδερκή δοκιμιογράφο και κριτικό, που γραμματολογικά έχει καταχωρηθεί στην «τριάδα των ποιητών της ήττας» (μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου). Πρόκειται όμως για φωνές ομογάλακτες, όχι όμοιες. Ο Θασίτης υπήρξε πιο νοησιαρχικός αλλά και εκλεκτικός ως προς τις θεωρητικές του ενασχολήσεις και ευκρινείς είναι οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους ως προς την γλώσσα και την τεχνική αλλά και σε άλλα στοιχεία που εντοπίζει ο Αλέξης Ζήρας. Μεταξύ των υπόλοιπων κειμένων ξεχωρίζει η δια χειρός Μιλτιάδη Δ. Πολυβίου παρουσίαση τεκμηρίων από την πολιτική δράση και τις διώξεις του από μια εποχή «στην οποία το να είσαι αριστερός διανοούμενος δεν ήταν ανέξοδη ρητορική αλλά συνεπαγόταν βαρύ προσωπικό τίμημα».

Στις «Επιστολές στον Πάνο Θασίτη» περιλαμβάνονται [απαντητικά σε αποστολή βιβλίων του] γράμματα και σημειώματα από τους Κοσμά Πολίτη, Αλέξανδρο Αργυρίου, Μελισσάνθη, Γιάννη Ρίτσο (φίλου από τα χρόνια της κοινής τους εξορίας), Οδυσσέα Ελύτη, Στρατή Τσίρκα (είχα ένα ρίγος σχεδόν καφκικό όταν βρέθηκα σ’ ένα γραφείο μ’ αναμμένα όλα τα φώτα, που πολλά ίχνη μαρτυρούσαν πως να τώρα δα δούλευαν άνθρωποι εδώ μέσα), Γιώργο Ιωάννου, Δ. Π. Παπαδίτσα, Μανόλη Αναγνωστάκη. Οι σελίδες συμπληρώνονται από ανέκδοτα ποιήματά του και με απόσπασμα ενός εξ’ αυτών («Η δίκη θα χαθεί») αποχωρώ: Τη στυγερή του αίματος γραμμή/θα σύρω πάλι στον αιθέρα/και θα σαλπίσω προσκλητήριο των αστών./Να βγουν από τα χώματα να εγερθούν/οι αποδεκατισμένες λαϊκές ταξιαρχίες/-μαρμαρωμένα ούρια προδομένα, σημαίες/κατασχισμένες!/Και τη στιγμή που κάνει το σημείο ο ουρανός/και τα πουλιά τα οιωνοφόρα πάρουν φωτιά ψηλά/και καταπέσουν/θα βγάλω από τις μυστικές μου κρύπτες/όλες τις σφραγισμένες μαρτυρίες.

Εδώ η ύλη αλλιώς.

Εντευκτήριο τεύχος 89 (Απρίλιος – Ιούνιος 2010)

 

Αντίκρισες την Ιστορία με την μυθοπλασία για άλλη μια φορά, δείχνοντας πως η λογοτεχνία έχει δόντια, νύχια και εκτόπισμα. Καταπίνει την Ιστορία, φωτίζει τη στιγμή, δείχνει την πληγή με το δάχτυλο. Είναι παμφάγα τέχνη γράφει/λέει η Σοφία Νικολαΐδου στην προφορική της επιστολή προς τον απόντα Τάσο Χατζητάτση, στην προς τιμήν του εκδήλωση του Underground Εντευκτηρίου. Ξέρω πως κάποιοι μισοδιαβασμένοι ή παντελώς αδιάβαστοι σε χαρακτήρισαν «μεταμοντέρνο» Υποθέτω δεν έχουν διαβάσει Οδύσσεια. (…) Αυτό το άτιμο, το χωρίς κανόνες παιχνίδι είναι λογοτεχνία. / Οι ήρωές σου δεν έχουν απλώς ονοματεπώνυμο. Έχουν ζωή, παρελθόν, πρόσωπο και φωνή. Κι αυτή είναι, ίσως, η μπαγκέτα σου. Η ριψοκίνδυνη ισορροπία ανάμεσα σ’ έναν πεζογραφικό ρεαλισμό, που πάει κόκαλα, και στο αιφνίδιο πέταγμα του ποιητή συνεχίζει η συγγραφέας, πιστή στην ζωή των βιβλίων και την ανελέητη δικαιοσύνη της τέχνης, η πραγματική ζωή της οποίας, επιμένει, αρχίζει μετά θάνατον.

Οι αφιερωμένες Σελίδες για τον Τάσο Χατζητάτση (1945 – 2008) περιλαμβάνουν και το εκτενέστατο δοκίμιο της Μαίρης Μικέ. Συνοδοιπορία του προσωπικού με το πολιτικό και αδιάκοπη συνύφανσή τους, διακυμάνσεις στις ζωές των ανθρώπων από τις συνέπειες της αιματοσταγούς ιστορίας, μονόλογοι πολλαπλών αφηγητών, ποικίλες εστιάσεις και οπτικές γωνίες, ανάμειξη υφών και συμπαρουσίαση αφηγηματικών γλωσσών, ανάδειξη συγκρουσιακών φωνών του παρελθόντος, συνεχής αναθεώρηση και ανακατασκευή του παρελθόντος, μια διαρκής διαδικασία επανερμηνείας: ιδού ορισμένα μόνο από τα στοιχεία της συναρπαστικής γραφής του συγγραφέα που πρωτογνωρίσαμε χάρη στις εκδόσεις του Εντευκτηρίου (Έντεκα σικελικοί εσπερινοί (1997), Στη σφενδόνη (2000)) και παρά την ολιγόχρονη παρουσία του (μια δεκαετία περίπου) άφησε ένα ευδιάκριτο λογοτεχνικό στίγμα.

Κυρίες και Κύριοι/Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου/Είμαι κλεπτομανής/Κλέβω το οξυγόνο των λέξεων/Εισπνέω τις φωνές τους/Γιατί μόνον έτσι αναπνέω γράφει η Έλσα Κορνέτη στην Ποίηση δωματίου και η χορεία των ποιητών συμπληρώνεται από τους Χριστόφορο Λιοντάκη, Δημήτρη Λεοντζάκο, Ανθή Μαρωνίτη, Lou Andreas – Salomé, Κώστα Ριζάκη και Χλόη Κουτσουμπέλη. Αλεξάνδρα Δεληγιώργη (με απόσπασμα από μέλλον μυθιστόρημα), Άκης Δήμου, Μαρία Καραγιάννη, Μαρία Κουγιουμτζή, Βαγγέλης Μπέκας, Άκης Παπαντώνης, Sam Sephard, Mark Sluka γειτνιάζουν στις πεζογραφικές σελίδες. Εκεί ο Τάσος Καλούτσας μας προσφέρει μια δια παιδικών ματιών αφήγηση των εγκαινίων του σιδηροδρομικού σταθμού της Περσεφόνης Σερρών από τον βασιλιά και ο Σπύρος Καρυδάκης μια σκληρή ιστορία μεταναστευμένης ζωής.

Στις φωτογραφίες της Marialba Rousso (Ερημίας οικειότητα) η μελέτη του τοπίου πράγματι αποτελεί «πρόσφορο έδαφος για την ανάδειξη μεταφορών και συμβολισμών», ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παρουσιάζει από την συλλογή του ελληνικές εκδόσεις στην Θεσσαλονίκη επί τουρκοκρατίας και ο Αλέξης Ζήρας επιστολές από βορειοελλαδίτες ποιητές από το αρχείο του Νάσου Νικόπουλου (που δημοσίευε κριτικά κείμενα και άρθρα στην Επιθεώρηση Τέχνης, τον Νεοελληνικό Λόγο, τις Θερμοπύλες και επί μια δεκαετία στην Αυγή).

Μέχρι σήμερα το Πανδοχείο έχει αποφύγει να λερώσει το δάπεδό του με κούφιες ή κουφιοκέφαλες δηλώσεις πολιτικών αλλά εδώ θα κάνει μια εξαίρεση, εφόσον τέτοια άγνωστα διαμάντια σπανίως μας χαρίζονται. Γράφει λοιπόν σε κάποιον Ριζοσπάστη του 1980 η Αλέκα Παπαρήγα: Μπορεί να σκεφθεί κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα αν, π.χ., στις εργάτριες ενός εργοστασίου, από τα τοπικά σωματεία ή την Επιτροπή, έμπαινε κύριος στόχος η σεξουαλική απελευθέρωση ή σε ίση μοίρα με τα προβλήματα απασχόλησης. Οι περισσότερες από αυτές, αν όχι όλες, θα μετέφεραν την πάλη τους από το εργοστάσιο στο σπίτι, πράγμα φυσικά που ταιριάζει απόλυτα με τα συμφέροντα, όχι μόνο της συγκεκριμένης εργοδοσίας αλλά και της άρχουσας τάξης και των μονοπωλίων…

Αθάνατοι ολοκληρωτισμοί, πόσο τρέμετε την ύπαρξη και μόνο του Ερωτισμού… Εις το εξής πάντως, για να μην αποσπώ τις α-δεξιές από τα αληθινά τους καθήκοντα, θα σχετίζομαι μόνο με δεξιές ερωμένες (όχι βέβαια με την έννοια του φερώνυμου μυθιστορήματος του Πάνου Θεοδωρίδη…). Και θα παρηγορούμαι με την απέναντι δημοσίευση μιας πληρωμένης, πανάκριβης, απάντησης ενός συντετριμμένου Διονύση Καψάλη, από έναν Πολίτη της ίδιας χρονιάς.

Η ύλη από άλλo σκόπευτρο, εδώ. Στις φωτογραφίες ο αγαπημένος συγγραφέας κι ένα τοπίο (της Μ. Rousso) που ταιριάζει στη γραφή του.