The Mummers – Tale To Tell (Big Bass Drum, 1989)

 

Η δεσποινίς των Goldfrapp μας τα είπε κάπως σκληρά την τελευταία φορά. Οι άλλες retro-pop παραμυθούδες σιωπούν χαμένες στους κόσμους τους, οι Cirque du Soleil χαμένοι κάπου στον πλανήτη, η Bjork κι η Ute Lemper περιδιαβαίνουν σε άλλες πια οκτάβες, η Beth Gibbons ποιος ξέρει πάλι αν θα ξανάρθει προτού περάσει πενταετία. Τώρα ποια Σειρήνα θα έρθει να μας μαγέψει, ποια θα μας καθίσει κάτω από μια πολύχρωμη τέντα για να μας αποπλανήσει πάνω από τη σκηνή; Αυτή εδώ η νεαρή με την παραμυθώδη φωνή, τα μελοδραματικά κομψοτεχνήματα, και την θεατρική ατμόσφαιρα! Οι δικοί της Mummers δεν είναι σαν τους φερώνυμους πλανόδιους μασκοφόρους μίμους και μουσικάντηδες του Μεσαίωνα, που γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα αυτοσχεδιάζοντας στίχους και μουσική. Αυτής της ταιριάζει περισσότερο η σκηνή ενός καμπαρέ για μελαγχολικούς, ενός τσίρκο για τους καμένους.

Η Λοντογεννημένη Raissa Khan-Panni με τις Σινο-Ινδο-Μεξικανικες ρίζες και την Νοτιολονδρέζικη ανατροφή, κλασικών σπουδών και Ricki Lee Jones/Prince προτιμήσεων, αυτοδίδακτη του τραγουδιού και δασκαλεμένη του όμποε, δοκίμασε πρόωρη έξοδο στην σόλο δισκογραφία [Sleeping Bugs (1996), Meantime (1997) – το άκουσε ο Brett / Suede και την πήρε για σαππόρτ – Believer (1999)] που δεν ξέρουμε γιατί την έκαναν σερβιτόρα στα εστιατόρια του Brixton να προετοιμάζει την επιστροφή της ακούγοντας Rufus Wainwright και Flaming Lips. Βρήκε τον ιδανικό συνεργάτη στον ένοικο ενός δενδρόσπιτου έξω από το Brighton, τον Mark Horwood, και τώρα θριαμβευτικά συγκεντρώνει γύρω της είκοσι υπερήφανους μουσικούς για να πνευστοφορήσουν και εγχορδίσουν τις αστραφτερές της συνθέσεις.

Αν το στοίχημά τους, σύμφωνα με μια φανφαρόνικη εξομολόγηση, είναι η μετατροπή των εγκοσμίων σε παραμύθια, δεν έχουν πέσει έξω. Από την είσοδο των τσιρκολάνων στο March Of The Dawn και την χαρμολυπημένη παρέλαση του Wake Me Up στο πανέμορφο μέθυσο βαλσάκι Wonderland και την ποπ λιτανεία του This Is Heaven (Glow), όλος ο δίσκος μοιάζει με αυτοσχέδια πλην λουστραρισμένη παράσταση ρομάντζου μελοδράματος και ρετρό πανηγυριού. Προσοχή στο See Alice, όπως και σε άλλες περιπτώσεις που εμφανίστηκε αυτό το όνομα, ορισμένοι δεν επέστρεψαν.

Αν είχα το μαγικό ραβδάκι θα’ βαζα όλους αυτούς τους Dresden Dolls και Tiger Lillies να δώσουν μια μικρή άδεια στους οπερετικούς τραγουδιστές τους και να προσλάβουν ετούτο το κοράσιο με την αισθαντική φωνή. Εκτός αν φτιάξει μόνη της ένα σούπεργκρουπ σαν Μια Χιονάτη με Τρεις Σωματοφύλακες – μουζικάντηδες τριγύρω της τους Rufus Wrainwright, Andrew Bird και Patrick Wolf.

Το Μαγαζάκι Με Τα Μαγικά Παιχνίδια σε ακουσική έκδοση. Ο Danny Elfman να τρέξει να κρυφτεί, τέτοιες μουσικές θέλει ο Tim Burton!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Περιοδικό Ποιητική, τεύχος 3 (άνοιξη – καλοκαίρι 2009)

Το ποίημα είναι περίλυπο γιατί θέλει να γίνει δικό σου και δεν μπορεί στιχούργησε κάποτε ο John Ashbury, ένας από τους επιδραστικότερους ποιητές της Αμερικής, κι επιτέλους απολαμβάνει αφιερωματικές προς την χάρη του σελίδες: ένα κείμενο εισαγωγικό στον κόσμο του, το περίφημο κείμενό του Η αόρατη αβανγκάρντ (1968), ποιήματά του σε μετάφραση του εκδότη του περιοδικού Χάρη Βλαβιανού και μια χορταστική συνέντευξη μεταφρασμένη και σχολιασμένη από τον Χρήστο Χρυσόπουλο.

Αντίστοιχα εμβριθείς και με εισαγωγικά κείμενα και οι σελίδες για άλλους ποιητές, όπως για τον Tony Harrison (με το αφηγηματικό ποίημα V, γραμμένο κατά την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων (1984-1985)), τον Paul Goodman κ.ά. Σε ποιήματα ακόμη: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Γιώργος Μπλάνας, Άγης Μπράτσος, Γρηγορία Πούλιου, Charles Baudelaire, Mark Strand, Hugo von Hofmannsthal, Biancamaria Frabotta, και πολλοί ακόμα. Ο Francois Le Lionnais φορμάρει την Δυνητική Λογοτεχνία σε δύο Μανιφέστα κι ένα Συνοδευτικό Σημείωμα, ο Σάκης Σερέφας μεταφράζει και ανθολογεί δώδεκα ποιήματα με μύγες που βομβίζουν το τραγούδι του Χάρου (Ε. Dickinson, R. Kipling, A. Machado, E. Montale, A. Sexton, R. Brautigan, κ.ά.), o Βασίλης Λαμπρόπουλος προτείνει έναν εναλλακτικό κανόνα της νεότερης ελληνικής ποίησης, και πολλά άλλα.

Στα Et Cetera συνεξέταση των πρόσφατων εγχώριων εκδόσεων για Αχμάτοβα – Μαγιακόφσκι – Μάντελσταμ – Τσβετάγεβα και σελίδες για τον Τάσο Δενέγρη [1934-2009]. Από την ομάδα του Πάλι (Πουλικάκος, Κουτρουμπούσης, Μήτσορα, Μακρής κλπ.) ως τις μνήμες των συναναστροφών, από την ανία του στο Σχετικά με τον Βασίλη (του Σ. Τσιώλη) (Μα να μην έχω ούτε μία ερωτική σκηνή;) ως το ταξίδι στο Βερολίνο λίγους μήνες πριν «πέσει», ο λάτρης των αιφνίδιων μετακινήσεων και του ασταφτερού χιούμορ, ο ποιητής που εξομολογήθηκε πως επιθυμούσε να τελειώνει με την ποίηση και να γράψει πρόζα που χρόνια ονειρευόταν, εμφανίζεται πάλι μες τα όλα και βγαίνει ατσαλάκωτος. Και τα καμένα δάση / Θα΄ρθουν και θα σας κόψουν / Την αναπνοή. Αμήν και πότε. [σελ. 318]