Περιοδικό Νέα Συντέλεια, τεύχος 8-9-10 (2008)

 

Οφείλω … να κοιτάζω τον κόσμο μ’ ένα διαφορετικό μάτι, οφείλω να προσπαθώ να διευσδύσω σ’ αυτόν, από ασυνήθιστους δρόμους…Κάνω στ’ αλήθεια μεγάλη προσπάθεια για να βρω αφηγηματικές μορφές που να μην είναι εκείνες του παρελθόντος…ομολογούσε ο Μικελάντζελο Αντονιόνι – και ο (ποιητής και ιστορικός κινηματογράφου) Αντρέας Παγουλάτος αναζητά την επίτευξη του ευσεβούς πόθου σε ένα κείμενο για την Κόκκινη Έρημο του σκηνοθέτη.

Εδώ διαδραματίζεται μια Συντέλεια Αφιερωμάτων: Αρχικά, στο εκατόφυλλο συνοδευτικό βιβλιαράκι, μια μύηση στην σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και δη του μοντερνισμού και των πρωτοποριών με 6 διηγήματα των Joao Guimaraes Rosa, Graciliano Ramos και της υπέροχης Clarice Lispector, ενώ από την ανάποδη πλευρά εισερχόμαστε στην χυμώδη ποίηση του Lawrence Ferlinghetti, ακόμα και στην ανέκδοτη. Στο κυρίως τεύχος, πλήρεις σελίδες για τον Νίκο Εγγονόπουλο αλλά και για τον και από τον Νάνο Βαλαωρίτη: κείμενα, εξομολόγηση στην Ιουλία Ραλλίδη για τα έργα και τις ημέρες του στα πανεπιστήμια του ψυχεδελικού Σαν Φραντσίσκο του 1969 αλλά και το θυελλωδέστερο γραπτό εδώ (Για μια Οικολογία της Ποιητικής Γραφής): μια Βαλαωρίτεια Κοσμογονία της Ποίησης (από τον Όμηρο και τους Συμβολιστές, τους Νταντά και τους Φουτουριστές, στους Υπερρεαλιστές, το Νέο Γαλλικό και τους Καταστασιακούς, κι από τον Ζήνωνα, τον Τρισμέγιστο, τον άλλον, τον παλαιότερο (Α.) Βαλαωρίτη στην Joyce Mansour και τον Dylan Thomas), ένα εμβάπτισμα – ποταμός και ταυτόχρονα μια άτακτη εξομολόγηση επιλογών: Διαβάζω το Paradis του Σολέρς και αφήνομαι στο ρεύμα της γλώσσας…Είναι ένα λουτρό ελεύθερης κολύμπησης στα νερά των φράσεων που παφλάζουν γύρω μου.

Οι γνωριμίες με τις άγνωστες λογογωνίες συνεχίζονται σε διπλή κατεύθυνση: αφενός σε ένα δεκαεξάπτυχο για ποιητές και συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής (Vicente Huidobro, Gonzalo Rojas, Virgilio Pinera), σε ποίηση και πρόζες από την Πορτογαλίδα Sophia de Mello Breyner Andresen και τον Ρουμάνο Sebastian Reichman και αφετέρου σε ανέκδοτες γραφές των Ρεμπώ, Εμπειρίκου, Βαρβιτσιώτη, και ξανά των αεικίνητων Βαλαωρίτη και Παγουλάτου. Πίνακες, σχέδια και φωτογραφίες εικονογραφούν ορισμένες από τις 184 μεγαλοσελίδες, ενώ στο τρίτο νεοσυντελειακό cd ο Ν. Βαλαωρίτης απαγγέλλει ποιήματά του, ενώ ποίηση Εμπειρίκου, Beckett, Σαπφούς κ.ά. ενδύεται μουσικά από Σάκη Παπαδημητρίου, Αναστασία Παπαδημητρίου, Θάνο Μικρούτσικο κ.ά. και φωνητικά από Γεωργία Συλλαίου, Λιζέτα Καλημέρη, Δημήτρη Νικολούδη, Βάνα Βερούτη κ.ά.

Ιδανικός επίλογος οι Εμπειρίκιοι στίχοι από το ποίημα βρέθηκε στην αποθήκη του αθηναϊκού του διαμερίσματός το 2006: Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων / Κ’ είναι πολύ δική μας η φωτιά που μας κινεί αφού υπάρχει εντός μας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Λεονάρδο Παδούρα – Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τα πάντα είναι ένα καθαρό θέατρο, τραγουδούσε η La Lupe στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι (γνωστό από την Αλμοδοβαρική του επανεμφάνιση), εκφράζοντας περιπαθώς την ουσία των μπολερό. Στο ψευδεπίγραφο αλλά σαγηνευτικότατο αυτό μέλος της κουβανέζικης μουσικής φαντασμαγορίας καταδύεται ο Μάρκο Κόντε, ανιχνευτής μυστηρίων ήδη γνώριμός μας από πέντε μυθιστορήματα του Λεονάρντο Παδούρα (Αβάνα, 1955): την τετραλογία Οι τέσσερις εποχές και το Αντιός Χέμινγουεϊ. Ένα παράλληλο Puro Teatro, όμως, φαίνεται να αποτελεί πλέον ολόκληρη η πολυπαθής και πολυύμνητη Κούβα, η σκληρή κοινωνική πραγματικότητας της οποίας συχνότατα εγγράφεται συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μέσω της παρακαμπτήριας αστυνομικής μυθοπλαστικής οδού.

Στην εξαθλιωμένη λοιπόν Αβάνα της ελεύθερης πτώσης των εκδόσεων και της θλιβερής παρακμής των βιβλιοπωλείων, της εκποίησης των σπιτικών βιβλιοθηκών λόγω πείνας και της κατάληξης των ευγενικών συντρόφων στο ταξίδι της ζωής στο σφαγείο της αγοράς, ο Κόντε, αποστρατευμένος πια απ’ τους ρυπαρούς αστυνομικούς φακέλους, προσπαθεί ως έμπορος βιβλίων να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβίωσή του και στη διάσωση τίτλων – αριστουργημάτων της κρεολικής βιβλιογραφίας των δυο προηγούμενων αιώνων. Στο ενδιάμεσο φροντίζει να σπαταλά το μερίδιό του σε μυθικά γεύματα παρέα με τους ενδεείς φίλους του στα εξαθλιωμένα τους σπιτικά ή στα κρυμμένα ιδιωτικά παλαζάρ, με υλικά πενιχρά μα εμπνευσμένα από σπάνια, «σχεδόν τρομοκρατικά» βιβλία συνταγών, εξαφανισμένων τελεσίδικα από τον συλλογικό γαστρονομικό χάρτη της χώρας – οι σχετικές σελίδες δεν μπορούν παρά συγκινητικά να μας θυμίζουν την κατά Μυρζέ Ζωή των Μποέμ.

Ίσως είναι, λοιπόν, φυσικό το λιανισμένο σώμα και η συντετριμμένη ψυχή του να αναζητά ένα μονοπάτι θαυμάτων μέσα στις περίκλειστες βιβλιοθήκες ή, απλώς, «το αδιανόητο», όσο αναμενόμενο είναι να το βρει τελικά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εντοπίζει τυχαία σ’ ένα καταχωνιασμένο απόκομμα. Η αναζήτηση της Βιολέτας ντελ Ρίο, αφανούς καλλιτέχνιδος των μπολερό και σχεδόν ψυχορραγούσας ερμηνεύτριας της ερωτικής ποίησης των τροπικών, με έναν και μοναδικό δίσκο μα και ορισμένα αδιόρατα ίχνη στην προσωπική του οικογενειακή ιστορία, γίνεται για τον Κόντε πορεία αναπότρεπτος. Πώς και πού να εντοπίσεις όμως την αχνή φιγούρα μιας εποχής όπου μπορούσες σχεδόν να κόψεις την κατακλυσμιαία μουσική της ατμόσφαιρας με μαχαίρι; Στην διεφθαρμένη αρένα των πορνείων, των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης της προεπαναστατικής Κούβας ή στα συνωστισμένα εσωτερικά δωμάτια και τις δυσώδεις εσωτερικές αυλές των εξαθλιωμένων γηγενών και μεταναστών της μετά – Κάστρο εποχής; Και πώς να πλοηγηθεί κανείς στη ζούγκλα της κρεολικής ζωής της τρίτης χιλιετίας, όπου κλέβει μέχρι κι ο Θεός;

Ο συγγραφέας σχεδιάζει τον «αστυνομικό» του μύθο πάνω στον καμβά της σύγχρονης Κούβας, όπου η σκέψη της έλλειψης κάθε νοητού πράγματος αποτελεί μια μόνιμη διανοητική κατάσταση και όπου τα σοκάκια των συνοικιών, οι αίθουσες υποδοχής για σαντέρος και πνευματιστές και τα εξομολογητήρια των εκκλησιών ξεχειλίζουν από υπερβολικά πολύ κόσμο χωρίς τίποτα να κάνει ή να χάσει. Ρομαντικός, ακόμα, αριστερός, ο Κόντε αισθάνεται ως ιερή αποστολή του την συντροφιά μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ στον παχύ ανάπηρο φίλο του Κοκαλιάρη Κάρλος και υποφέρει σιωπηλά στις σκληρές στιγμές του ξεπουλήματος των βιβλιοθηκών από αξιοπρεπείς λιμοκτονούντες.

Περισσότερο κι από την αργή και βασανιστική ερμήνευση του ανεξήγητου ορμονικού φλογίσματος που του προκαλεί εκείνη η θελκτική μορφή, ο Κόντε αναζητά τις δικές του αλήθειες – άλλωστε στην ερώτηση «τι ψάχνει πια να βρει» στο χαμένο παρελθόν απαντά «εκείνο που δεν έχω μάθει ακόμα». Ίσως φωνές σαν της ντελ Ρίο απαιτούν απόσταση και ταυτόχρονα διεκδικούν το ελάχιστο αίτημα να μη χαθούν αμετάκλητα στη λήθη· ίσως πάλι αισθάνεται πως πρέπει να φύγει μακριά και ν’ αφήσει τους νεκρούς, τους τσακισμένους και τους ηττημένους να μείνουν κρυμμένοι στο παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη, εκεί όπου έπρεπε ν’ αναπαυθούν εν ειρήνη.

Όμως ακόμα και στην σάπια κινούμενη λάσπη του κόσμου του, μπροστά στο υπόγειο λαθρεμπόριο των κρεολικών βιβλίων και την αφαίμαξη ακόμα και δημόσιων βιβλιοθηκών που ροκανίζουν σήμερα την πολιτιστική κληρονομιά της Κούβας, ικανοποιώντας τους ανά τον κόσμο συλλέκτες, ο Κόντε ήδη γνωρίζει το τρυφερό του χρέος. Αφήνει στην άκρη τη νομιμότητα και τελικά διαπράττει το αδιανόητο: η κλοπή των βιβλίων γίνεται, πλέον, ιερή και η διαμοίρασή τους στους κατάλληλους ανθρώπους μπορεί να εμπνεύσει ακόμα και τον έρωτα!

Συντεταγμένες: Eκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σ. 364 (Leonardo Padura Fuentes, La neblina del ayer, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89» (και εδώ).