«Η ιδέα ενός κόσμου που γκρεμίζεται»
Έχει από καιρό φτάσει η στιγμή που τα μυθιστορήματα του ολοκληρωτισμού δεν διαδραματίζονται στις συνήθεις ύποπτες ηπείρους ή υπο-ηπείρους –Λατινική Αμερική, Αφρική, Ασία, ενίοτε και σε κάτι διαστρεβλωμένες Ηνωμένες Πολιτείες– ούτε εμφανίζονται ως μελλοντολογικές προφητείες, ή κατά την πολλαπλώς χρησιμοποιούμενη λέξη «δυστοπίες» διαδραματιζόμενες σε μέλλον κοντινό ή μακρινό. Αυτά τα μυθιστορήματα αφορούν πλέον την Ευρώπη και τις δημοκρατίες της Δύσης (άλλη μια αναπόφευκτη λέξη του συρμού) και εκκινούν από καταστάσεις εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης που ακριβώς οι ίδιες δημοκρατίες προβλέπουν όταν διασαλεύονται η τάξη και η ασφάλεια που υποτίθεται πως διαφυλάσσουν . Πρόκειται βέβαια για πεδίο δόξης λαμπρό για το σινεμά, ιδίως το υπερατλαντικό, και σίγουρα για κινηματογραφικό σενάριο και εδώ είναι που έρχεται ο εν λόγω συγγραφέας, κάποτε κριτικός κινηματογράφου και πάντα λάτρης του.
«Έχουμε διαταγές να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις κατηγορίες που φτάνουν σ’ εμάς»
Είναι εξαρχής εμφανές ότι εδώ δεν θα υπάρχει ούτε έντονη δράση αλλά ούτε και μια παράλληλη περιγραφή της πορείας των θυτών και των θυμάτων· η μόνη εστίαση είναι μια ιρλανδική οικογένεια –δυο γονείς, τέσσερα παιδιά σε διαφορετικές ηλικίες, από βρέφος ως δεκαεπτά χρονών, ένας παππούς– και κάποιοι φίλοι του στενού κύκλου. Τo πολιτικό περιβάλλον δεν είναι άγνωστο στις ευρωπαϊκές πόλεις όπως και οι τρόποι αντίδρασης κατά μιας αυταρχικής κυβέρνησης – διαδηλώσεις, απεργίες, δράσεις συνδικάτων. Η επίσκεψη όμως δυο αστυνομικών και οι φράσεις τους προς τον πατέρα και σύζυγο Λάρι Στακ «Έχουμε διαταγές λοιπόν να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις κατηγορίες που φτάνουν σ’ εμάς» και «Η συμπεριφορά σας είναι συμπεριφορά ανθρώπου που υποδαυλίζει το μίσος εναντίον του κράτους και σπέρνει τον διχασμό και την εξέγερση» δείχνουν πως τα πράγματα έχουν αλλάξει: τα επιφορτισμένα όργανα δεν βγαίνουν στα τυφλά να χτυπάει διαδηλωτές· το κάνουν και αυτό, αλλά το ζήτημα είναι να εντοπιστεί κάθε ενδεχόμενος υποκινητής ταραχών αλλά και ο καθένας να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του δεν είναι ανατρεπτική. Η ρουτίνα της οικογένειας ανατρέπεται, ακόμα και το ίδιο το σπίτι δεν μοιάζει όπως πριν· είναι ενδιαφέρον ότι μετά την εισβολή τους η κουζίνα φαίνεται στην γυναίκα του Άιλις ως άγνωστος χώρος.
«Οι λέξεις έχουν σημασίες αλλά αυτές οι σημασίες έχουν ξεχαρβαλωθεί»
Η αντίδρασή του Λάρι δεν μπορεί παρά να είναι η επίκληση της λογικής και η ψυχραιμία. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, η συμμετοχή του σε συνδικάτο δασκάλων που απεργεί προφανώς αποτελεί κατοχυρωμένο του δικαίωμα. Η σύλληψη του Τζιμ, συζύγου μιας στενής φίλης, της Κάρολ Σέξτον, προφανώς θα αποκατασταθεί ως λάθος. Ο δικηγόρος τους είναι βέβαιος στην ισχύ των πολιτικών δικαιωμάτων. Όμως το μόρφωμα που κυβερνά μπορεί να έχει κερδίσει δημοκρατικές εκλογές αλλά εδώ και δυο χρόνια προβαίνει σε συνεχή καταπάτηση και αναίρεση αυτών των δικαιωμάτων. Η ανησυχία είναι διάχυτη και όταν ο Λάρι εξαφανίζεται ο πολιτικός τρόμος έρχεται ως μόνιμος συγκάτοικος στο σπίτι. Όταν η Άιλις πηγαίνει στο γραφείο διαβατηρίων για το πασχαλινό οικογενειακό ταξίδι στον Καναδά, ενημερώνεται ότι πρέπει πρώτα να περάσει από το έλεγχο φρονημάτων και μητρώου. Φυσικά η επίσημη απάντηση θα είναι ότι, εφόσον ο άντρας της είναι κρατούμενος, δεν μπορεί να πάρει το σχετικό πιστοποιητικό.
Όλη αυτή η τροπή του φωτισμού από το γενικό πολιτικό στο ειδικότερο προσωπικό και στον τρόπο που το πρώτο εισχωρεί και διαβρώνει την ζωή του δεύτερου δείχνει αφενός την εισχώρηση της πολιτικής βίας στις καθημερινές συνήθειες της οικογένειας και αφετέρου τον ορισμό της άλωσης του ιδιωτικού χώρου από έναν δημόσιο δυνάστη. Εδώ επέρχεται και μια τρίτη εφιαλτική πλευρά του ζητήματος: η ζωή αυτή οφείλει, αναγκάζεται, δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να προχωρήσει – το μωρό να ταΐζεται, το φαγητό να μαγειρεύεται, τα μεγαλύτερα παιδιά να φροντίζονται, το σπίτι να καθαρίζεται. Η Άιλις καλείται να ανταποκριθεί σε όλα τα σχετικά καθήκοντα, ακριβώς όπως έκανε ως τώρα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να επισκέπτεται τον πατέρα της Σάιμον, ο οποίος άλλοτε μοιάζει διαυγής και άλλοτε έτοιμος να γλιστρήσει στη λήθη. Και φυσικά οι προσπάθειές της να βγάλει από την χώρα τον μεγαλύτερο γιο, ώστε να μην επιστρατευθεί, πέφτουν στο κενό· αυτή τη φορά η αίτηση απορρίπτεται χωρίς αιτιολογία.
«Μας κάνουν να νιώθουμε ενοχή όταν εμείς είμαστε που έχουμε πάθει το κακό»
Είναι χαρακτηριστική η παραπάνω φράση της φίλης Κάρολ όταν διηγείται πόσοι της έκοψαν την καλημέρα από τότε που έπιασαν τον δικό της σύζυγο. Γιατί όμως παρ’ όλη αυτή την κατάσταση οι διαμαρτυρόμενοι παραμένουν μια μειοψηφία; Γιατί όσο κι αν το κύμα της αγανάκτησης και της αντίστασης διογκώνεται, υπάρχουν άλλοι τόσοι και περισσότεροι που μένουν στα σπίτια; Γιατί τα σωματεία έχουν καταπιεί την γλώσσα τους και η μισή χώρα ήδη υποστηρίζει ότι οι δάσκαλοι είναι ανατρεπτικά στοιχεία; Πώς γίνεται και διάφοροι περιφερειακοί τρίτοι φωνάζουν στην Άιλις ότι ο άντρας της θα έπρεπε να είναι σπίτι με τα παιδιά του αντί να τρέχει στα συνδικαλιστικά; Μα τα όπλα είναι από δεκαετίες γνωστά και έχουν επιτυχώς εφαρμόστεί σε διάφορες κοινωνίες: πρόκληση ανησυχίας και φόβου στους πολίτες, εξουδετέρωση όσων αντιστέκονται, δημιουργία ανασφάλειας και τρόμου, σταδιακή αφαίρεση δικαιωμάτων, μόνιμη και εκτεταμένη προπαγάνδα, αδράνεια ή καθοδήγηση δικαστικής εξουσίας – και το πλέον αόρατο στοιχείο: η μεταλλαγή της ίδιας της πραγματικότητας στα μάτια των πολιτών. Το κυβερνόν κόμμα «προσπαθεί ν’ αλλάξει αυτό που εσύ κι εγώ ονομάζουμε πραγματικότητα, θέλει να το θολώσει, σαν νερό».
«Τώρα το βλέπουμε να συμβαίνει γύρω μας, με τα μάτια μας, κι όχι μέσα στα βιβλία»
Σίγουρα τα γνωρίζαμε και από τα βιβλία αλλά όταν γίνουν πραγματικότητα πως μπορεί κανείς να συμπεριφερθεί; Υπάρχει ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τους περισσότερους, βασικούς και περιφερειακούς ήρωες. Στην αρχή εκπλήσσονται και απορούν, ύστερα μουδιάζουν και δεν ξέρουν πώς να δράσουν, στη συνέχεια αισιοδοξούν και περιμένουν, σύντομα απαισιοδοξούν και κοκαλώνουν. Τι μπορεί να συμβαίνει στον συλληφθέντα Λάρι με τον οποίο δεν υπάρχει καμία δυνατότητα επικοινωνίας; Φυλακές υψίστης ασφάλειας ή άθλιας διαβίωσης; Στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος; Πώς μπορεί να υπάρξει πληροφόρηση όταν τα καθιερωμένα κανάλια της υπηρετούν το ίδιο το αυταρχικό κράτος; Ποια δυνατότητα δράσης υπάρχει; Είναι θέμα χρόνου να συγκροτηθεί ένας στρατός «αντιφρονούντων», να δημιουργηθούν εμπόλεμες ζώνες, να διαπιστωθεί και σε αυτούς η σύγχυση, η διαφωνία και η απογοήτευση. Ο μεγαλύτερος γιος αρνείται να παραμείνει έγκλειστος και απαθής και βγαίνει να ενωθεί μαζί τους, με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η προαναφερθείσα «κινηματογραφική», σεναριακή γραφή του Λιντς κυριαρχείται από έναν ενεστώτα που περιγράφει τις παραμικρές κινήσεις των ηρώων, σε αντίστιξη με την φουρτουνιασμένη τους σκέψη. Η ανυπαρξία παραγράφων θέλει ακριβώς να ακολουθήσει τον καταρράκτη των καθημερινών πράξεων και των συναισθηματικών ροών. Κατά μεγάλη ειρωνεία (και στα κάπως πιο λογοτεχνικά σημεία του κειμένου) η ομορφιά της φύσης, των εποχών και της νύχτας μένει ίδια και απαράλλακτη. Μπορεί να θεάται πλέον αλλιώς, έτσι όπως τα πάντα έχουν ανατραπεί και όλα φαίνονται απειλητικά, όμως μοιάζει και ως υπόμνηση ότι όταν εξοντωθούμε ως ανθρώπινο είδος αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αδιάφορα και αειθαλή.
Πώς τελειώνει μια τέτοια κατάσταση ή ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να την περιγράψει; Αισιόδοξα ή απαισιόδοξα; Μάλλον καμία λύση δεν μοιάζει επαρκής – ίσως μόνο το ανοιχτό τέλος που ισορροπεί ανάμεσα στα δυο. Ούτως ή άλλως ο πυρήνας του μύθου είναι άλλος: Δεν είναι, τελικά, διόλου δύσκολο μια δημοκρατία να μετατραπεί σε δικτατορία, οι πολίτες να πειστούν ότι αυτό χρειάζεται για την σταθερότητα της ζωής, και τότε οτιδήποτε δεδομένο σταδιακά θα παύει να είναι δεδομένο και ο καθένας θα αναμετρηθεί με την επιλογή όχι μόνο σε ποιο μέρος θα ταχθεί αλλά, όταν τα πράγματα φτάσουν στο τραγικό απροχώρητο, αν η λύση είναι η μετανάστευση. Και τότε θα παρακολουθήσουμε, όπως κι εδώ, την τελευταία, ύστατη αντιστροφή: οι πρόσφυγες θα είναι οι Ευρωπαίοι, θα είμαστε εμείς. Ο Προφήτης, είτε ως η ίδια η Γραφή, ο Στοχασμός ή η Πολιτική, έχει ήδη προειδοποιήσει. «Η ιδέα ενός κόσμου που γκρεμίζεται», που κάποια στιγμή αναφέρει η ηρωίδα πως βλέπει μπροστά της, έχει ήδη γραφτεί, ειπωθεί και τραγουδηθεί, αλλά μάλλον δεν έγινε πιστευτή.
Εκδ. Gutenberg, 2024 [σειρά Aldina, 83], σελ. 345, μτφ. Μαρία Αγγελίδου – Άγγελος Αγγελίδης [Prophet’s song, 2024]
Στις εικόνες έργα των Franck Vidal [1] και Joseph Minton [2]





