The Dears – Missiles (Dangerbird, 2008)

 

Οι δίσκοι που βγαίνουν μέσα από μια καταστροφή έχουν το ενδιαφέρον τους. Γιατί μόνο καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η αποχώρηση των 5/7 μιας μπάντας στα απόγειά της, κατά τη διάρκεια μάλιστα της δημιουργίας ενός νέου δίσκου. Μιλάω για το ενδιαφέρον να ακούσει κανείς πώς καλλιτεχνείται όλη αυτή η ψυχολογική μεταιχμιακή φάση αλλά και κατά πόσο αποδίδει εμπνευσμένη μουσική. Να τοι λοιπόν οι εναπομείναντες Dear σύζυγοι Murray Lightburn και Natalia Yanchak στην επιφάνεια με νέα επτάδα, για να δικαιώσουν τον αυτοκόλλητο τίτλο που τους ακολουθεί από τις αρχές τις δισχιλιετίας: των ιδανικών dark-pop ενορχηστρωτών. Είναι άραγε οι βαριές προσδοκίες του ή η δύσκολη συγκυρία που οδήγησε σε ένα δίσκο τόσο…

… αμήχανο, μουδιασμένο, γλυκόπικρο, α-ταχύτητο; Τι είναι το Missiles εκτός από μια καλοδουλεμένη δεκάδα μεγάλης διάρκειας και υψηλής σουρουπιαστής (συνδυασμός σιροπιού και σούρουπου) μελαγχολίας; Ένας δίσκος άνισος, χωρίς τις εκρήξεις και τα ανεβάσματα του παρελθόντος, ατμοσφαιρικός (μοιάζουν να εμπνέονται από περιβάλλοντα τύπου Sheffield ή Nottingham παρά απ’ το Montreal της καταγωγής τους), με σκεπτικιστική, ενίοτε μελαγχολούσα διάθεση και με βεβιασμένη στιχουργική απλοϊκότητα.

Για παράδειγμα: τα ασημένια ριφφς και οι παρακαμπτήριες του σαξοφώνου του Disclaimer, μαζί με την ελαστικοποιημένη του εισαγωγή, αντανακλούν το είδος της ορχηστρικής ποπ των Blue States. To ελκυστικό Dream Job με το διεισδυτικό του πιανάκι, τον Perry Blake. Το Lights Off θα ήταν ό,τι αισθαντικότερο, αν παρέμενε στην αρχική του μορφή και δεν διολίσθαινε σε ένα διαφορετικό τρακ – radiohead αντίγραφο και σε ένα ακόμα χειρότερο κιθαριστικό …. σόλο (!). Παρομοίως, η όμορφη μπαλάντα Missiles παραθυμίζει Thom Yorke και προγόνους.

Ο βραδύκαυστος επίλογος του Saviour θα μπορούσε και χωρίς την παιδική χορωδία ή την 11λεπτη διάρκειά του. Γενικώς υπάρχει μια ρυθμική ακαταστασία (άλλα κομμάτια ξεκινούν γρήγορα και καταλήγουν αργόσυρτα κι άλλα ξεκινούν σαν περίφημες μπαλάντες και επιταχύνονται αστόχως – βλ. τα προαναφερθέντα Lights Off και Missiles αντίστοιχα). Στα ενδιάμεσα, ενδιαφέροντα wannabe ποπ επάκια μοιάζουν να ψάχνουν τη φωνή ενός Ian McCulloch ή Anthony Reynolds. Οι διάφορες συσχετίσεις με Damon Albarn, Stills, Snow Patrol, έως και … Smiths και U2, που διαβάζω στα reviews πρώην και νυν φίλων τους, δεν με βρίσκουν σύμφωνο – για την ακρίβεια με εκπλήσσουν, αλλά τις συμπεριλαμβάνω στα επιχειρήματά μου για την σύγχυση των ιδίων, που επεκτάθηκε και στους περιγράφους τους!

Οι missiles πέφτουν κατακόρυφα στο γέρμα του δίσκου. Το Crisis 1 & 2 αποτελείται κι αυτό από δυο διαφορετικά άσχημα κομμάτια που λες και αμφότερα αντανακλούν την κρίση που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι. Αν αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος ενός νεόκοπου σχήματος από το Coventry, θα ήταν αστραφτερός και ελπιδοφόρος – είναι όμως αλλιώς όταν προέρχεται από Dears με τόσα εκ μέρους τους τάματα και παρατεταμένο πια χρόνο ελπιδοφορίας. Ίσως πάλι όλα εξηγούνται από το ότι τα περισσότερα τραγούδια σχεδιάζονταν για ένα σόλο δίσκο του Lightburn.

Ας πούμε πως παραμένει ιδανική ποπ για την ώρα του λυκόφωτος. Αλλά περιέχοντας μέσα της τον κίνδυνο να δικαιώσει τον χαρακτηρισμό της με διαφορετικό νόημα: ιδανική ποπ για την ώρα του δικού τους λυκόφωτος: δεν τους βλέπω να συνεχίζουν για πολύ, κυριολεκτικά ή δημιουργικά.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Micah P. Hinson and the Red Empire Orchestra – S/T (Full Time Hobby, 2008)

Χρεωκοπημένος, άστεγος, φυλακισμένος, εθισμένος σε φάρμακα και ναρκωτικά: ορισμένες από τις ιδιότητες που ενδύθηκε ο Micah P. Hinson πριν τα 25 του. Ο Hinson έφυγε έφηβος από την αυστηρή χριστιανική του οικογένεια στα Μεμφισ-τοφελικά τοπία, περιπλανήθηκε στις νύχτες του Τέξας, εισήχθη στον ναρκωτικό κόσμο από την φιλενάδα του, αποκληρώθηκε εν τέλει από τους δικούς του (προφανώς της γνωστής συνομοταξίας των «απάνθρωπων θρησκευομένων»). Χάρη στη βοήθεια μερικών φίλων και μουσικών (που έκτοτε σκόρπιοι κι ακανόνιστοι συναπαρτίζουν τις διάφορες μπάντες τους) είναι ακόμα εδώ ραψωδώντας τις θητείες του στα χείλη των γκρεμών. Για ακόμα μια φορά ο απωλολώς βρίσκει το σπίτι του ανάμεσα στους ξένους.

Σχεδίαζα από καιρό ένα κομμάτι για τους προηγούμενους δύο συναρπαστικούς δίσκους του Hinson: Micah P. Hinson and the Gospel of Progress (2005), Micah P. Hinson and the Opera Circuit (2006), που μαζί με τα Baby and the Satellite (πρώιμες τετρακάναλες ηχογραφήσεις, 2005) και Lights from the Wheelhouse (EP, 2006) απαρτίζουν το μέχρι σήμερα έργο του. Με πρόλαβε η νέα του βουτιά, που θεώρησα απίθανο να τα πλησιάσει, να όμως που συμβαίνει. Κι ας αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου η σπαράζουσα φωνή του «κι αρχίζει να μου τελειώνει η υπομονή» (Patience).

Κάθε τραγούδι του Hinson είναι χαραγμένο από μια αίσθηση αυθεντικότητας και θέρμης, παρά τα πάνδεινα που εξιστορεί (αληθινά ή ψεύτικα δεν έχει σημασία – το βιογραφικό του τον ακολουθεί, ενθουσιάζοντας φυσικά όσους χρειάζονται κακοπαθημένους ήρωες ή προκαλώντας δυσπιστίες και αμφιβολίες περί της αλήθειας του). Η ραγισμένη φωνή του είναι αδύνατο να μην κυριαρχεί στα τραγούδια του. Βραχνωμένη και τρεμουλιαστή, γίνεται το όργανο που καθοδηγεί τα υπόλοιπα χωρίς ακροβατισμούς. Θρηνώδεις ακουστικές συγχορδίες εναλλάσσονται με μελωδικά-blues- μέσα- από- το- βούρκο επιτέλους από νεανική φωνή – ίσως δεν είναι τυχαίο που στο προηγούμενό του λίγο πριν τους στίχους Ι found the word digress and made it a home ακουγόταν ένα sample του χαμένου μπλουζίστα Robert Johnson.

Αναρωτιέμαι: το εμβατηριακό βαλς/μπλουζ της ερωτικής ικεσίας (Come home quickly, darlin’) σε ποιον θα ταίριαζε περισσότερο, στον Matt Elliott ή στον Nick Cave; Το The wishing well and the willow tree δεν μοιάζει να τραγουδιέται από μια μεθυσμένη κουστωδία που σέρνεται έξω από ένα καταγώγι; Στιγμιαίες φωνητικές εκλάμψεις του δεν αντανακλούν τον Richard Hawley (θλιμμένο στο Sunrise over the olympus mons, αισιοδοξότερο στο We won’t have to be lonesome);

Παρά την υπόγεια εμμονή στην παραδοσιακή Americana (You will find me) ή την πλήρως απογυμνωμένη φολκ (The fire came up to my knees), η καθαρτήρια country-noir του μοιάζει μοναδική, έχοντας συν τοις άλλοις το κάπως δυσεύρετο κατόρθωμα η λύπη που αναβλύζει από τις άκρες των λέξεών του να μην γίνεται καταθλιπτική. Αν οι Tom Waits και Leonard Cohen τον αποκλήρωναν για φυγόκεντρες τάσεις από την παράδοσή του(ς), οι Johnny Cash και Willie Nelson σίγουρα θα έπαιρναν το μέρος του. Κι ένορκοι συμπαραστάτες θα έρχονταν Mark Lanegan, Lambchop, Decemberists. Στο ακροατήριο θα βρίσκονταν τα μέλη της Τεξανής κολλεκτίβας The Earlies που τον βοήθησαν στην αρχή ή του πιο spiritualαρισμένου του πρότζεκτ The Late Cord.

Η τελευταία καταγραφή στο μαρτυρολόγιο του Micah Hinson αφορά μια ακόμα περιπλάνησή του στο χώρο της φαρμακολογίας: η συνδυασμένη λήψη Codeine, Xanax, Soma και Neurontin (κατόπιν ιατρικής συνταγής αυτή τη φορά) για να αντιμετωπίσει τους πόνους ενός σοβαρού τραύματος στην πλάτη ύστερα από μια κλασική πάλη μεταξύ αστειευόμενων φίλων, τον έφερε για άλλη μια φορά εξόριστο στην επικράτεια του Εθισμού και της μακράς Νοσηλείας (μετά την προπέρσινη τουρνέ).

 Σήμερα ο Hinson έχει πλέον ένα ταβάνι να τον σκεπάζει τα βράδια και κάποια υπομονετική ψυχή να του καλμάρει τους εφιάλτες του παρελθόντος. I keep havin’ these dreams τραγουδάει στο συναρπαστικότερο όλων ομώνυμο κομμάτι και λες κι από κάπου δίπλα όλοι οι προαναφερθέντες τον σιγοντάρουν. Εφιάλτες οι οποίοι, όπως και οτιδήποτε από το παρελθόν μας, είναι πάντα εκεί. Ευτυχώς για μας ;

 Πρώτη δημοσίευση: εκεί.