Ίταλο Καλβίνο – Τα αμερικανικά μαθήματα

Ελαφρότ1ητα, ταχύτητα, ακρίβεια, οπτικότητα, πολλαπλότητα, η αρχή και το τέλος: έξι θέματα ισάριθμων κειμένων του Ίταλο Καλβίνο που προορίζονταν για διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το έτος 1985-1986, περιεχόμενο πλέον του τέταρτου και τελευταίου θεωρητικού του βιβλίου. Είναι γνωστό ότι ο Καλβίνο υπήρξε, αν μη τι άλλο, ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων δοκιμιογράφος, και μάλιστα όχι μόνο σε θέματα λογοτεχνίας αλλά και φιλοσοφίας, πολιτικής, καθημερινότητας, ζωής. Ο λόγος του είναι ακριβώς όπως τον γνωρίζουμε ή τον υποψιαζόμαστε: παλίμψηστος μα και εστιασμένος στο εκάστοτε θέμα, μικροσκοπικός αλλά και ευρύς οργανωμένος και ταυτόχρονα συνειρμικός, γεμάτος αυτούσια παραθέματα, αναλυτικά σχόλια, συνδέσεις, κριτικές παρατηρήσεις, προσωπικές σκέψεις, βιωματικές εξομολογήσεις.

Italo CalvinoΠρώτος σταθμός η ελαφρότητα, που αποτέλεσε και την μυθιστορηματική προβληματική του Κούντερα, στην περίφημη αβάσταχτη εκδοχή της, εκείνη του Είναι. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί για τον Καλβίνο μια πικρή διαπίστωση του Αναπόδραστου Βά­ρους της Ζωής: διαπίστωση όχι μόνο των απελπιστικών συνθη­κών καταπίεσης που επικρατούσαν στην άτυχη χώρα του, αλλά κυρίως μιας ανθρώπινης συνθήκης γνωστής ακόμα και σ’ όσους έζησαν αλλού. Για τον Κούντερα, το βάρος της ζωής ενυπάρχει σε κάθε μορφή καταναγκασμού: είναι «το πυκνό πλέγμα δημόσιων και ιδιωτικών καταναγκασμών που τυλίγει ό­λο και πιο ασφυκτικά στις θηλιές του κάθε ανθρώπινη ύπαρξη». Το μυθιστόρημά του μας αποδεικνύει πώς όλα όσα επιλέγουμε και θεωρούμε ανάλαφρα στη ζωή αργά ή γρήγορα αποκαλύπτουν το αβάσταχτο βάρος τους. Ίσως μόνο η ζωντάνια και η ευστρο­φία του πνεύματος να ξεφεύγουν από αυτή την καταδίκη: δύο ι­διότητες που χαρακτηρίζουν τη γραφή του μυθιστορήματος και που ανήκουν σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν της ζωής.

Italo CalvinoΟ συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει πώς κατέληξε να θεωρεί την ελαφρότητα αξία και όχι ελάττωμα, σε ποια έργα του παρελθόντος αναγνωρίζει το δικό του ιδανικό ελαφρότητας και με ποιο τρόπο την εντάσσει ως αξία στο παρόν και το μέλλον. Εκκινεί από τον μύθο του Περσέα και της Γοργούς, μεταβαίνει στους σχετικούς στίχους του Οβίδιου, τους συγκρίνει με εκείνους της Μικρής Διαθήκης του Εουτζένιο Μοντάλε και στέκεται στον De rerum natura [Για τη φύση των πραγμάτων] του Λουκρήτιου, το πρώτο μεγάλο ποιητικό έργο στο οποίο η γνώση του κόσμου συνυφαίνεται με τη διάλυση της συνοχής του και με την αντίληψη του απείρως μικρού, κινητού και ελαφρού. Και για τον Οβίδιο, άλλωστε, η γνώση του κόσμου είναι ταυτόσημη της διάλυσης της συνεκτικότητάς του. Ο Καλβίνο εστιάζει στην σκεπτική ελαφρότητα, την ανιχνεύει σε μια νουβέλα από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, στην οποία εμφανίζεται ο φλωρεντινός ποιητής Γκουίντο Καβαλκάντι, διατρέχει τον Συρανό ντε Μπερζεράκ, τον Τζόναθαν Σουίφτ, τον Τζάκομο Λεοπάρντι και καταλήγει στον Καβαλάρη του κουβά του Φραντς Κάφκα.

Στους όλο και πιο συνωστισμένους καιρούς που μας περιμένουν, η ανάγκη μας για λογοτεχνίας πρέπει να στοχεύει στη μέγιστη συμπύκνωση της ποίησης και της σκέψης, γράφει ο συγγραφέας [σ. 77] στο κείμενό του περί itταχύτητας και το νήμα ξετυλίγεται από τους μεσαιωνικούς θρύλους και τα λαϊκά παραμύθια και σκαλώνει στο περίφημο δοκίμιο του Τόμας ντε Κουίνσυ Τhe English Mail – Coach, όπου και αποδίδεται η αίσθηση ενός υπερβολικά σύντομου χρονικού διαστήματος και η σχέση μεταξύ φυσικής και νοητικής ταχύτητας στην σκηνή της επερχόμενης σύγκρουσης μεταξύ δυο αμαξών.

Η μεγάλη επινόηση του Λώρενς Στερν υπήρξε το γεμάτο παρεκβάσεις μυθιστόρημά του, που ακολούθησε αμέσως μετά ο Ντιντερό. Η παρέκβαση/λοξοδρόμηση είναι στρατηγική αναβολής του τέλους, πολλαπλασιασμός του χρόνου μέσα στο έργο, αέναη φυγή. Από τι άραγε; Από τον θάνατο, όπως γράφει στην εισαγωγή του Τρίστραμ Σάντυ ο Κάρλος Λέβι; Ο Καλβίνο στέκει στο άλλο άκρο: αντί για τις παρεκβάσεις εμπιστεύεται περισσότερο την ευθεία γραμμή, με την ελπίδα πως θα συνεχίζει ως το άπειρο· προτιμάει να υπολογίζει την τροχιά της φυγής του, περιμένοντας να εκτοξευτεί σαν βέλος και να εξαφανιστεί στον ορίζοντα…

Η προτίμηση του συγγ5ραφέα για τα σύντομα κείμενα σαφώς σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του· το έργο του άλλωστε αποτελείται ως επί το πλείστον από “short stories”, όπως τις αποκαλεί εδώ ο Καλβίνο. Η επιλογή του ακολουθεί την αληθινή κλίση της ιταλικής λογοτεχνίας, «φτωχής σε μυθιστοριογράφους αλλά πλούσιας σε ποιητές». Η αμερικανική λογοτεχνία, αντίθετα, έχει λαμπρή παράδοση στα μικρά διηγήματα, και, κατά την γνώμη του, τα αξεπέραστα λογοτεχνικά της αριστουργήματα ανιχνεύονται ανάμεσα στις short stories. Στη συνηγορία του υπέρ των σύντομων μορφών ο Καλβίνο αναφέρει τον Κύριο Τεστ αλλά και πολλά δοκίμια του Πωλ Βαλερύ, τα μικρά πεζοτράγουδα του Φρανσίς Πονζ, τα βραχύτατα διηγήματα του Ανρί Μισώ, και φυσικά τα γραπτά του μεγάλου δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

4Περί οπτικότητας ο λόγος και ο Καλβίνο δεν μπορεί να μην θυμηθεί τον Δάντη και τις παραστάσεις που προβάλλονται εμπρός του ζωντανές και ομιλούσες, κατόπιν γίνονται οπτασίες και τέλος εικόνες καθαρά νοητικές, όλο και πιο εσωτερικές, σαν να είχε αντιληφθεί εκείνος ο δαιμόνιος ποιητής πως είναι ανώφελη η επινόηση μιας μορφής μετα – αναπαράστασης σε κάθε κύκλο. Επόμενη αναφορά, οι Πνευματικές ασκήσεις του Ιγνάτιου Λογιόλα, άρα και η σχέση της οπτικής επικοινωνίας με την θρησκεία. Χάρη στη συγκινησιακή υποβλητικότητα της εκκλησιαστικής τέχνης ο πιστός πρέπει να ανατρέξει στις σημασίες και καλείται να ζωγραφίσει ο ίδιος στα τοιχώματα του νου του τοιχογραφίες κατάμεστες από μορφές, με αφετηρία τα ερεθίσματα που δημιουργεί στην οπτική φαντασία του μια θεολογική φράση ή ένα ευαγγελικό εδάφιο. Εδώ το πέρασμα από τη λέξη στην οπτική φαντασία είναι ένας τρόπος προσέγγισης βαθύτερων σημασιών. Στο ίδιο κεφάλαιο ο Καλβίνο περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο γράφει μια φανταστική ιστορία: το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό όταν συλλαμβάνει την ιδέα ενός διηγήματος είναι ακριβώς μια εικόνα.

Και τι μπορεί να γράψει κανείς για την αρχή και το τέλος μιας ιστορίας; Λίγο πριν την έναρξη της συγγραφής έχουμε στη διάθεσή μας όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια αυτό που για τον καθένα μας αποτελεί τον κόσμο. Έναν κόσμο ως ατομική μνήμη και ως σιωπitalo-calvinoηρή δυνητικότητα. Κάθε φορά η αρχή είναι η στιγμή της απομάκρυνσης από την πολλαπλότητα των πιθανοτήτων· είναι ακόμα η είσοδος σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο ρηματικό· είναι, τέλος, ο κατεξοχήν λογοτεχνικός τόπος γιατί ο εξωτερικός κόσμος είναι εξ ορισμού συνεχής, χωρίς ορατά όρια.

Κάποτε οι συγγραφείς ξεκινούσαν με μια τελετουργική πράξη, την επίκληση στη Μούσα. Ο Στερν έφτασε στο σημείο να αρχίσει την αυτοβιογραφία του Τρίστραμ από τη σύλληψη και ό,τι προηγήθηκε της γέννησης. Η σύγχρονη λογοτεχνία των δυο τουλάχιστον τελευταίων αιώνων δεν νιώθει πια την ανάγκη να σηματοδοτήσει την έναρξη του έργου μ’ ένα τελετουργικό ή να χαράξει ένα όριο. Οι συγγραφείς γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ένας αδιάσπαστος ιστός και κάθε αρχή αυθαίρετη, συνεπώς είναι απολύτως νόμιμο να αρχίζει η αφήγηση in media res, μια οποιαδήποτε στιγμή. Από τα δοκίμια του Μπένγιαμιν και του Άουερμπαχ μέχρι τα έργα του Βοκάκιου και του Κόνραντ, ο Καλβίνο αναζητάει την έναρξη και την λήξη μιας μυθοπλασίας.

Italo Calvino sentado en una BKF en su bibliotecaΤελευταίος και ιδανικός επίλογος αποδεικνύεται ένα από τα τελευταία θεατρικά του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Αυτοσχεδιασμός στο Οχάιο. Δύο ολόιδιοι ηλικιωμένοι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Ο ένας κρατά ένα φθαρμένο βιβλίο και διαβά­ζει: Little is left to tell (Λίγα μένουν να ειπωθούν), και αφηγείται μία ιστο­ρία πένθους και μοναξιάς ενός ανθρώπου, που πρέπει να είναι ο άντρας που ακούει αυτή την ιστορία, μέχρι την άφιξη του άντρα που διαβάζει και ξαναδιαβάζει αυτή την ιστορία, ποιος ξέρει πόσες φορές μέχρι την τελική φράση: Little is left to tell». Ίσως όμως πάντα κάτι ακόμα μένει να ειπωθεί· ίσως για πρώτη φορά στον κόσμο ένας συγγραφέας αφηγείται το τέλος όλων των ιστοριών, Παρόλο, όμως, που όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και δεν έχουν απομείνει πολλά ακόμα για να αφηγηθούμε, εξακο­λουθούμε ακόμα να αφηγούμαστε.

Πλήρης τίτλος: Τα αμερικανικά μαθήματα. Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία. Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Μαρία Σπυριδοπούλου, σελ. 186. Περιλαμβάνει τον πρόλογο της Έστερ Καλβίνο για την πρώτη ιταλική έκδοση [1988] και δεκασέλιδη εργοβιογραφία. [Italo Calvino, Lezioni americane, 2002].

Τζόναθαν Κόου – Expo 58

1Στις μακέτες της απατηλής ειρήνης

Το Τι ωραίο πλιάστικο! υπήρξε ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ – μια σπάνια πρόζα πάνω στην ρύπανση των ιδιωτικών ζωών από την πολιτική διαφθορά και την αντι –οικολογική συνείδηση. Το σπίτι του ύπνου, το δεύτερο πιο αγαπημένο μου μυθιστόρημα του Κόου, βρισκόταν στην άλλη πλευρά, βυθισμένο στην αβυσσαλέα ατομικότητα και στους σύγχρονους μηχανισμούς ελέγχου της ψυχής. Τρίτο στη σειρά θα έβαζα το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του, Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ· μια μελαγχολική ελεγεία στην μοντέρνα εποχή που προσπέρασε κάποιους από εμάς. Η Λέσχη των Τιποτένιων και ο Τέλειος Κύκλος αποτελούσαν επίσης υποδείγματα μιας απόλυτα κινηματογραφημένης γραφής που αποτυπώνει ολόκληρους κόσμους με τις πιο απλές λέξεις.

2Σε όλα αυτά τα βιβλία το προσωπικό ύφος του συγγραφέα είναι άμεσα αναγνωρίσιμο, αλλά αναρωτιέμαι αν διάβαζα το Expo 58 με καλυμμένο το εξώφυλλο τι θα πιθανολογούσα ως προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Το χιούμορ του είναι σαφώς βρετανικό – αλλά δεν θα μπορούσε να ανήκει στον Ντέιβιντ Λοτζ, στον Μάικλ Φρέιν, στον Τζούλιαν Μπαρνς; Οι πρώτες σελίδες είναι παραπλανητικές αλλά η συνέχεια, μαζί με άλλα στοιχεία, μοιρασμένη σε μια πάντα χαμηλότονη και τρυφερή κωμικότητα, μαζί με το γνωστό γαϊτανάκι χαρακτήρων, ψιθυρίζει «Κόου».

3 - Expo58_BruxellesΟ Τομάς, ο ήσυχος υπάλληλος της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών (θυμάστε τον αξέχαστο Sam Lowry των Central Services στο Brazil του Terry Gilliam;) επιλέγεται ως το καταλληλότερο πρόσωπο να αναλάβει την παμπ που θα αποτελέσει το επίκεντρο της βρετανικής παρουσίας στην έκθεση Expo 58 στις Βρυξέλες. Ιδού το πρώτο εύρημα που δεν αφήνει ανεκμετάλλευτο ο συγγραφέας: το περίπτερο της «βρετανικότητας»· ο γεωμετρημένος χώρος που θα συμπεριλάβει όλα όσα θέλουν να προβάλουν οι Βρετανοί στην παγκόσμια μεταπολεμική σκηνή.

236Η παμπ ευπρόβλεπτα θα ονομαστεί Μπριτάνια και ο Τόμας θα αναλάβει την διαχείρισή της. Αρχικά έκπληκτος με την αποστολή του, κατά βάθος είναι το καταλληλότερο πρόσωπο: είχε πάντα ανάγκη να πιστεύει πως έξω από τα σιωπηλά όρια του ήσυχου, μεσοαστικού Τούτινγκ, υπήρχε ένας κόσμος ιδεών και κινημάτων κι ένας διάλογος στον οποίο θα μπορούσε ισότιμα να συμμετάσχει. Και όπως ήδη ψυλλιαζόμαστε, θα περάσει όλα τα γνωστά πρότυπα καταστάσεων: θα αντιμετωπίσει την αντίδραση της γυναίκας του Σύβλια, θα αντικρίσει το περιβάλλον της έκθεσης ως έκθαμβος επαρχιώτης και θα γοητευτεί από την Αννέκε, ξεναγό και σύνδεσμό του στις μακέτες της νέας εποχής.

Τι είναι όμως η «βρετανικότητα» και ποια πράγματα θα περιλαμβάνει; Και τι είναι αυτή η Έκθεση; Ιστορική ευκαιρία να συναντηθούν όλα τα έθνη σε ειρηνικό πνεύμα; Ή ποταπό παζάρι, υποκινούμενο από πολιτικά συμφέροντα και οικονομικά συστήματα; Μια δοκιμή συμβίωσης ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων που τελικά δεν διαφέρουν και τόσο πολύ; Και μπορεί κανείς μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτα σύγχρονης ζωής που αφήνει πίσω της τους συντηρητισμούς και τα λάθη του παρελθόντος να βιώσει την προσωπική του ελευθερία, να κοιτάξει πίσω στη ζωή του και να τη δει με καθαρά μάτια;

Είναι εμ4φανές ότι ο Κόου αφήνει την απόλυτα προσωπική του γλώσσα και τιμά τα είδη που ο ίδιος αγάπησε ή θέλησε να παίξει μαζί τους: την καυστική πρόζα των φλεγματικών Βρετανών Χένρι Φίλντινγκ και Κίνγκσλεϋ Έιμις, τους προαναφερθέντες επίγονους, τις κλασικές βρετανικές προπολεμικές και μεταπολεμικές κωμικές ταινίες (ιδίως εκείνες των Ealing Studios από την δεκαετία του ’50) και βέβαια τα κατασκοπευτικά και ψυχροπολεμικά μυθιστορήματα, η παρωδία των οποίων μέσα στο έξυπνο κείμενο του τα κάνει να φαίνονται τόσο βαρετά και τόσο οικεία μαζί.

wpid717-dhooge_restored_001Όπως πάντα εδώ διατίθεται σε σωστές δόσεις το καυτερό συστατικό της (αυτο)ειρωνείας, που σαν ρευστή ουσία εισχωρεί σε κάθε βεβαιότητα. Όταν ο Τόμας οδεύει προς την Καμπίνα 419 του Motel Expo, όπου θα μείνει για τους επόμενους μήνες, συγκρίνει αυθόρμητα το συγκρότημα των κτιρίων με στρατόπεδο αιχμαλώτων. Όταν πηγαίνει στο δωμάτιό του βρίσκεται να συγκατοικεί με τον σοβιετικό συντάκτη του περιοδικού Σπούτνικ. Στην έκθεση τα περίπτερα της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης στήνονται το ένα δίπλα στο άλλο. Έξω από το περίπτερο του Βελγικού Κονγκό τουρτουρίζει ένας ημίγυμνος ιθαγενής, ασυνήθιστος στην βορειοευρωπαϊκή ψύχρα. Και όλοι έχουν έρθει να πουλήσουν τον εαυτό τους στον υπόλοιπο κόσμο. Ένας διαρκώς μεταβαλλόμενος, παραισθησιακός κόσμος αμφίβολων συμμαχιών και άδηλων κινήτρων.

Αλλά είjonathan-coeναι εκεί ακριβώς η περιοχή του καθαρού χιούμορ όπου ο Κόου βρίσκεται στα καλύτερά του, όπως το απολαυστικό δεκαπεντασέλιδο της αλληλογραφίας ανάμεσα στον Τόμας και την γυναίκα του [σ. 147 – 164]. Μέσα από ευπρεπείς φιλοφρονήσεις και τρυφερά λόγια, αμφότεροι βρίσκουν την ευκαιρία να ταράξουν το ένας τον άλλον με τρομερή ειρωνεία, υπόνοιες απιστίας, γελοιοποιητικές ενθυμήσεις και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η κυρία βέβαια κερδίζει στα σημεία, καθώς τον καθησυχάζει για την μοναξιά της, διηγούμενη πόσο συχνά έρχεται ο καλός της γείτονας, μεσόκοπος κύριος Νόρμαν Σπαρκς, για να την συνδράμει σε ό,τι χρειαστεί.

Η ιδέα της συναδέλφωσης των λαών μπblog-24-1958-DS-expo-Bruxellesάζει εξαρχής. Ο καθένας διεκδικεί μια δήθεν ηθική ανωτερότητα, προσποιούμενος ότι είναι κάτι διαφορετικό, ενώ όλοι είναι απελπιστικά – ή πιθανώς και παρηγορητικά – ίδιοι. Κι όμως, υπήρξε αυτή η εποχή της αισιοδοξίας, μόνο που στην πίσω της πλευρά απλώς συνεχιζόταν ο πόλεμος με άλλα μέσα. Τελικά η μόνη επανάσταση μπορεί να είναι η προσωπική; Και τελικά όλη αυτή η εμβάπτιση στην νέα ζωή δεν υπήρξε για τον Τόμας παρά μια ευκαιρία να ζήσει μια αληθινή ερωτική ιστορία; Γιατί όπως φαίνεται, στο τέλος οι χαρακτήρες θα διαπιστώσουν πως είναι κομπάρσοι της ζωής στην οποία νόμιζαν ότι θα διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο. Στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνουν πρωταγωνιστές της δικής τους ζωής. Και πάλι, όχι απόλυτα: ο Τόμας δεν θα κάνει ούτε εκεί την υπέρβαση: θα μείνει πιστός στους ρόλους που είχε, δοτούς ή επίκτητους, πριν από την ματιά του στον Θαυμαστό Μοντέρνο Κόσμο.

Εκδ. Πόλις, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 2013, 362 σελ. [Jonathan Coe – Expo 58, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 166/Ιn the year 5858.