Τζιόρτζιο ντε Κίρικο – Αναμνήσεις από τη ζωή μου

de Chirico cover

Η «ωραία χρωματιστή ύλη» της μνήμης

Εκτός απ’ αυτές τις πράξεις της αλητείας και της φτηνής εγκληματικότητας, οι σουρεαλιστές έκαναν και πράγματα πολύ αστεία και διασκεδαστικά. Ένα αριστούργημα κωμικότητας ήταν οι συγκεντρώσεις στο σπίτι του Μπρετόν… Οι σουρεαλιστές πρέσβευαν γνησιότατα κομουνιστικά και αντιαστικά αισθήματα, επιδίωκαν πάντα να ζουν όσο γινόταν πιο άνετα, να ντύνονται πολύ καλά, να τρώνε φαγητά εκλεκτά, συνοδευόμενα από εξαιρετικά κρασιά, να μην δίνουν ποτέ ούτε μια δεκάρα ελεημοσύνη σε φτωχό, να μην κουνάνε ποτέ ούτε το δαχτυλάκι τους για τη βοήθεια κανενός που είχε ανάγκη υλική ή ηθική, για την ακρίβεια μάλιστα να μην εργάζονται καθόλου. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα του ψευτοστοχασμού και της εξεζητημένης αυτοσυγκέντρωσης, ο Μπρετόν διάβαζε με θανατερή φωνή, βηματίζοντας πάνω κάτω στο στούντιο, αποσπάσματα από τον Λωτρεαμόν. Απάγγελνε το ανοητάρι του Ισιδώρου Ντυκάς με ύφος σοβαρό… [σ. 123]

de chirico 2

… γράφει ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο κατά το ξεφύλλισμα των αναμνήσεών του από το Παρίσι και τους κύκλους των σουρεαλιστών, που έζησε από κοντά αλλά και συγχρόνως πάντα από κάποια απόσταση. Και το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό πολλών σελίδων αυτής της πυκνής αυτοβιογραφίας: ο συγγραφέας εκφράζεται αυθόρμητα και ρεαλιστικά για όλα όσα έζησε αυτοπροσώπως, χωρίς να διστάζει να εκφραστεί με δηλητηριώδη ευθύτητα. Γράφοντας για το Παρίσι στο οποίο έφτασε το 1925 ο ζωγράφος περιγράφει την «πραγματική δικτατορία» που έχουν εγκαθιδρύσει οι έμποροι τέχνης, που μπορούν κατά βούληση να δώσουν αξία σε οποιονδήποτε ζωγράφο αλλά και αντίστροφα να εξαφανίσουν ακόμα και κάποιον καλλιτέχνη μεγάλης αξίας. Ένας δεύτερος κύκλος «εκφυλισμένων τραμπούκων, βουτυρόπαιδων, ακαμάτηδων και αυνανιστών» μιλάει για ένα σουρεαλιστικό κίνημα, υποταγμένος σ’ έναν αρχηγό που έχει αυτοχειροτονηθεί ποιητής και ονομάζεται Αντρέ Μπρετόν…

Giorgio de Chirico - The Silent Statue

Τα πρώτα κεφάλαια με τις πρώιμες αναμνήσεις του συγγραφέα έχουν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τι συγκρατεί τότε από τα πράγματα εκείνος που αργότερα θα τα ζωγραφίζει με τον εντελώς δικό του τρόπο; Η πιο μακρινή στο χρόνο εικόνα του είναι μια κάμαρα μεγάλη και ψηλοτάβανη· κι ύστερα δυο στρογγυλά δισκάρια, τρύπια στη μέση, από την ανατολίτικη μαντίλα της μητέρας του – ένα σύμβολο τελειότητας. Στον Βόλο, σ’ ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σαν μοναστήρι, άρχισαν σύντομα να έρχονται τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Και πρώτη εκδήλωσή τους υπήρξε η χαρά να ξεπατικώνει ζωγραφιές τοποθετώντας τις πάνω στο τζάμι του παραθύρου μ’ ένα φύλλο χαρτιού από πάνω.

de Chirico self-portrait-in-the-studio-1935

Η οικογένειά του βρέθηκε στον Βόλο λόγω της δουλειάς του πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Ο ντε Κίρικο θαύμαζε εκείνον τον άνθρωπο του δέκατου ένατου αιώνα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανικός και άρχοντας από άλλες εποχές. ιππέας και ιπποτικός μαζί. Σύντομα θα ερχόταν και η πρώτη αξέχαστη επαφή με το βιβλίο: οι γελωτοποιοί νάνοι, γεμάτοι έξοχες εικόνες, ιδιαίτερα με καλοσχεδιασμένους και χρωματιστούς γάτους, του προκάλεσαν την έντονη επιθυμία της δικής του ζωγραφικής.

Η ζωή στην κωμόπολη του Βόλου ήταν βέβαια γεμάτη από γεγονότα μεταφυσικά και επαρχιώτικα. Ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης κατασκευάζει χαρταετούς με χρωματιστά χαρτιά και παρατηρεί τα γκρίζα χρώματα των γεγονότων της εποχής και ιδίως τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1987. Η μετοίκηση στην Αθήνα σηματοδοτεί και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, εκείνου του αιώνα που ήταν «τόσο πλούσιος σε τέχνη, σε σκέψη, σε ιδεαλισμό, σε ρομαντισμό, σε ανδρισμό και ανθρωπισμό και προπαντός σε ταλέντο».

de-chirico foto-de-irving-penn-fundacion-giorgio-de-chirico

Ακολουθεί το Πανεπιστήμιο, οι δάσκαλοι Γεώργιος Ροϊλός και Γεώργιος Ιακωβίδης, για λίγο και ο Βολανάκης, και η γνωριμία με τον συμφοιτητή Δημήτριο Πικιώνης που μαζί με την σύζυγό του Ιζαμπέλλα Φαρ και τον αδελφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο υπήρξε ένας από τους τρεις ευφυέστερους ανθρώπους που γνώρισε ποτέ. Το σπίτι τους στην Κηφισιά αφήνει μνήμες θλιβερές, εξαιτίας της υγείας του πατέρα του, που αποκτά όψη όλο και πιο χλωμή και εξαντλημένη. Ακολουθεί το Μόναχο, η Φλωρεντία, το μυθιστόρημά του Εβδόμερος, το Παρίσι, τα καφενεία της Μονμάρτρ και το μοιραίο 1914. Γνωρίζει τον Απολλιναίρ, που αργότερα σπεύδει να καταταγεί αλλά όχι τόσο από αγάπη για την Ιταλία, όπως πολλοί αφελώς πιστεύουν, παρά εξαιτίας της πολωνικής του καταγωγής, συνεπώς και της επιθυμίας του να ανήκει σε κάποιο κράτος. Και τελικά αυτή η επιθυμία του στοίχισε την ζωή του ακριβώς την ημέρα της ανακωχής. Ακολουθούν οι αναμνήσεις από τους στρατώνες, τα νοσοκομεία και τα λοιμοκαθαρτήρια.

giorgio_de_chirico_1Κι έρχεται η εποχή με τους περίφημους ρατσιστικούς νόμους της Ιταλίας, τα αποκαλούμενα «ψηφίσματα για την προστασία της φυλής», που έκαναν να βγουν στηνεπιφάνεια πολλά σκοτεινά συναισθήματα, μικροπρέπεια και δουλοπρέπεια, που καλλιεργήθηκαν με τα χρόνια της δικτατορίας και «λαγοκοιμόνταν ακόμα στο βάθος της ψυχής των Ιταλών». Κι έτσι μπορούσε η δασκάλα ενός δημοτικού σχολείου να διασύρει μερικά δύστυχα Εβραιόπουλα της τάξης λέγοντας πως δεν πλένονταν ποτέ και πως ανέδιναν μια φοβερή μπόχα. Πολλές σελίδες αφιερώνονται ακριβώς στην περιγραφή εκείνου του σκοτεινού κλίματος που δημιούργησε ο Μουσολίνι, ένας αποτυχημένος διανοούμενος και ανίκανος συγγραφέας.

Ήταν η εποχή του βρασμού της αποκαλούμενης φασιστικής «επανάστασης». Μια ανάμνηση παραμένει χαρακτηριστική: Ένα βράδυ στον κινηματογράφο δεν βρήκε θέση κι έμεινε όρθιος στο βάθος της αίθουσας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν πέντε οπλισμένοι νεαροί με μαύρα πουκάμισα και διέταξαν να διακοπή η προβολή, να ανάψουν τα φώτα και να παιχτούν όλοι οι πολεμικοί ύμνοι των φασιστών. Οι θεατές όφειλαν να σηκωθούν όρθιοι – κι ο ίδιος ευτυχώς δεν χρειάστηκε να σηκωθεί, επειδή ήταν ήδη όρθιος. Στο τέλος επέτρεψαν να συνεχιστεί η προβολή, αφού πρώτα κεραυνοβόλησαν με το βλέμμα τους θεατές

portrait-of-isa-with-black-dress-1935

Με κάθε ευκαιρία ο συγγραφέας απομυθοποιεί διάφορες αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες· ακόμα και τους οίκους ανοχής, τους τόπους δηλαδή για τους οποίους τόσο στην Ιταλία όσο και οπουδήποτε αλλού δημιουργήθηκαν ένα σωρό μύθοι, ο ένας πιο ψεύτικος και πιο παράλογος από τον άλλον. Δεν συνάντησε, γράφει, καμία τρομοκράτηση των γυναικών από πατρόνες ή αφεντικά· οι γυναίκες στα σπίτια αυτά ήταν ελεύθεροι πολίτες, όπως ακριβώς οι υπάλληλοι των γραφείων. Οι υποχρεώσεις μεταξύ των μελών του οίκου ήταν αμοιβαίες αλλά εκείνες ήταν τελείως ελεύθερες να φύγουν και να αλλάξουν ζωή. Πολλές από αυτές μετά από καιρό, κι αφού είχαν  μαζέψει κάποιες οικονομίες, παντρεύονταν και γίνονταν εξαιρετικές σύζυγοι και μητέρες.

Alice Marot, French prostitute, 30s

Εξάλλου, οι γυναίκες που φιλοξενούνταν στους οίκους ανοχής δεν ήταν καθόλου κυνικές και αναίσχυντες, «όπως μερικοί πίστευαν αφελώς και βλακωδώς». Εδώ ο ντε Κίρικο θυμάται μια σχετική διήγηση του Τόμας ντε Κουίνσι, που στα απομνημονεύματά του περιέγραψε έναν αγνότατο έρωτα που ένοιωσε για ένα κορίτσι στο Λονδίνο, την Ανν, με τον «υπέροχο ευφημισμό» ότι ακούσαν την περιπατητική: συχνά μέσα στην προχωρημένη νύχτα έκανε περιπάτους με την μικρή Ανν κατά μήκος του Τάμεση και μιλούσαν για πολλά υψηλά θέματα του πνεύματος και των ανθρωπίνων αισθημάτων.

C-Giorgio-de-Chirico-PAR387602

Όμως είναι ευνόητο, μεγάλο μέρος των αναμνήσεών του αφορά την συναρπαστική του πορεία προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Στο τέλος των αναμνήσεών του μοιράζεται σε ειδικό κείμενο ακόμα και τις σκέψεις του για την τεχνική της ζωγραφικής. Αλλά είναι μια στιγμή σε όλη αυτή την πορεία που μοιάζει με εκείνη την έκλαμψη που αλλάζει τα πάντα και την οποία περιγράφει κάπου στο μέσο του βιβλίου [σ. 153]. Ένα απόγευμα στο Μουσείο του Λούβρου βρέθηκε μαζί με την αγαπημένη του σύντροφο Ιζαμπέλλα Φορ μπροστά σ’ ένα πορτρέτο του Βελάσκεθ και συζητούσαν για το μυστηριώδες υλικό των παλιών δασκάλων. Η Ιζαμπέλλα, που παρατηρούσε για πολλή ώρα τον πίνακα είπε: Αυτό δεν είναι χρώμα στεγνωμένο, αλλά ωραία χρωματιστή ύλη. Τα λόγια της υπήρξαν αποκάλυψη για τον ζωγράφο, που ήδη έβλεπε μπροστά του έναν νέο ορίζοντα με απεριόριστες δυνατότητες.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μεφ. Έμμυ Λαμπίδου – Βαρουξάκη, επιμ. Πέτρος Λεκαπηνός, σελ. 284, με πρόλογο του επιμελητή, εισαγωγή της μεταφράστριας, χρονολογικό πίνακα, σημειώσεις, ευρετήριο ονομάτων και τίτλων και φωτογραφίες.

Στις εικόνες: αυτοπροσωπογραφίες και έργα του ζωγράφου και η Γαλλίδα πόρνη Alice Marot (δεκαετία του 1930),

Antonio Tabucchi – Είναι αργά, όλο και πιο αργά. Μυθιστόρημα σε επιστολική μορφή

0561 TABBUCCHI-EINAI ARGA NEO

Τι θα λέγατε να ωραιοποιούσαμε τις αναμνήσεις; Να τις παραποιούσαμε; Η μνήμη βρίσκεται εδώ γι’ αυτό το λόγο. [σ. 53]

Όλα ξεκίνησαν από την φωτογραφία του Μάρσιο Στραβόνε, όπου μια γυμνή γυναίκα εμφανίζεται σ’ ένα μπαλκόνι ορθώνοντας τα χέρια της προς τον ουρανό, σαν να θέλει να αγκαλιάσει τον αέρα. Εκείνη η εικόνα άγγιξε την μνήμη ενός μακρινού Εγώ του συγγραφέα, τόσο ξένου προς εκείνον, όπως μας γράφει στο Post Scriptum κείμενό του. Ακολούθησε το εισαγωγικό του κείμενο στον σχετικό φωτογραφικό τόμο και η σκέψη πως η επιστολή είναι ένας διφορούμενος αγγελιοφόρος μα κι ένας τίμιος παραχαράκτης αφού μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι ξεπερνούμε την απόσταση που μας χωρίζει από το μακρινό πρόσωπο. Ήδη τα πρόσωπα είναι μακρινά όταν είναι κοντά μας, φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ήταν μακριά μας στ’ αλήθεια.

Κι έτσι συνελήφθη η ιδέα για μια σειρά επιστολών που να μοιάζουν με εκείνες που δεν γράψαμε ποτέ, εκείνες όπου όλοι μας σκεφτήκαμε να γράψουμε και που αναβάλαμε πάντα για την επόμενη μέρα. Εδώ βγαίνουν από τον φάκελό τους δεκαεπτά ερωτικές επιστολές από άντρες προς γυναίκες και μια ακόμα με παραλήπτες πιθανώς εμάς. Αυτό το διακεκομμένο μυθιστόρημα γράφει (για) τον αδύνατο πια έρωτα αλλά κυρίως (για) ένα αναπόσπαστο στοιχείο του, εκείνο που τον επισφραγίζει οριστικά: το τέλος του, σαφές ή αιωρούμενο, παρελθόν ή επερχόμενο. Οι επιστολογράφοι είναι άντρες, στην ηλικία εκείνη κατά την οποία η νεότητα έχει παρέλθει· έχουν γευτεί τον έρωτα στα αλήθεια ή στα ψέματα και τώρα τρεκλίζουν μεταξύ μοναξιάς και μοναχικότητας.

the_blue_suit

όλα τούτα δεν έχουν λογική, αλλά, ξέρεις, ορισμένα πράγματα δεν ακολουθούν καμία λογική, ή τουλάχιστον μια λογική που να είναι κατανοητή σε όσους από εμάς βρισκόμαστε διαρκώς σε αναζήτηση της ίδιας της λογικής: αίτιο αιτιατό, αίτιο αιτιατό, αίτιο αιτιατό, μονάχα για να δώσουμε μια έννοια σε αυτό που δεν έχει έννοια. [σ. 32]

Τα γράμματά αυτών των αντρών είναι γεμάτα με αναμνήσεις για όσα συνέβησαν αλλά και όσα δεν συνέβησαν, με οξυδερκείς κρίσεις και βαθειές εξομολογήσεις, με σκέψεις πάνω στο άπιαστο του έρωτα και συλλογισμούς πάνω στην ζωή που στο τέλος μας ξεπερνάει. Οι αποστολείς κάποτε μοιάζουν με περσόνες του ίδιου του συγγραφέα: είναι τύποι στοχαστικοί, αυτάρκεις, αναλυτές των συμβάντων, ημερολογιογράφοι του ενστίκτου. Είναι και αναγνώστες, στο βαθμό που σκέφτονται φράσεις που κάποτε διάβασαν στα βιβλία και που τώρα εκφράζουν απόλυτα αυτό που ζουν ή τους δημιούργησαν πλάνες για πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ.

Το Εισιτήριο στη θάλασσα είναι γραμμένο σ’ ένα νησί που ο επιστολογράφος έφτασε να σκεφτεί πως δεν υπάρχει, και πως το βρήκε μονάχα επειδή το φανταζόταν. Το περιβάλλον μιας μοιάζει γνώριμο: μια υπαίθρια καντίνα, ξερολιθιές, ένας ερειπωμένος ανεμόμυλος ως ψευδεπίγραφος φρουρός, ένας τύπος τυριού που είναι μονάχα για ορισμένες βασικές τελετές της ζωής. Όλα θυμίζουν το ελληνικό θερινό τοπίο και πράγματι, τόσο αυτό το διήγημα όσο το επόμενο έχουν εκδοθεί σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα σε ανεξάρτητο βιβλίο με τον τίτλο Δύο ελληνικά διηγήματα. Αρκεί η μνήμη μιας Ακτής του Μέλιτος πριν είκοσι χρόνια και μερικές ηχητικές παραισθήσεις, κι ο άντρας μπαίνει στην θάλασσα ντυμένος «όπως χρειάζεται για τον αποχαιρετισμό» (της δικής της παρουσίας ή της δικής του ζωής;).

Fernando Toledo _Cuba_Chile_paintings_artodyssey (6)

Κι έτσι σκέφτηκα τη ζωή, που είναι λαθραία, και που σπανίως βγάζει στην επιφάνεια τη λογική της, αφού η πραγματική της διαδρομή συμβαίνει υπογείως, σαν καρστικό ποτάμι. [σ. 29]

Όποιο κι αν είναι, το παρελθόν βρίσκεται πάντα μπλεγμένο κάπου, έστω και κουρελιασμένο γράφει σΤο Ποτάμι. Εδώ η αναπόληση του έρωτα συμβαίνει γύρω από έναν ερειπωμένο ναό, ένα αγροτικό πρεσβυτέριο ανάμεσα στους βάτους και στις πέτρες, με μια επιγραφή που λέει: «Αναζητήσεις μελλουσών ζωών», μια πρωτόγονη κρητική ταβέρνα. Η σκέψη, του λέει μια γυναίκα προχωρημένης ηλικίας, είναι φτερωτή: ενώ πιστεύεις ότι τη σκέφτεσαι, εκείνη σαν τον άνεμο φτάνει ξαφνικά απ’ όπου της αρέσει, κι ενώ εσύ πίστευες ότι τη σκεφτόσουν, είναι εκείνη που σε σκέφτεται κι εσύ είσαι απλώς το υποκείμενο της σκέψης.

Ο ήρωας επιθυμεί να ζήσει με μια απλότητα που μόνο οι μεγάλοι ποιητές μπορούν να συλλάβουν (ή αυτό λέει ο κόσμος, προσθέτει με μια ελαφρά ειρωνεία), να διασχίσει τη γλυκύτητα εκείνου του τοπίου όπως τότε, με το ολοκαίνουργιο ποδήλατό του που του χάρισαν για τα γενέθλιά του. Όταν εκείνη έρχεται στο μυαλό του, «βλέπει ακόμα το αιδοίο της σαν να ήταν ενταγμένο στο τοπίο» και λίγο αργότερα, σαν ένα είδος δίνης στο οποίο θα ήθελε να επιστρέψει, αφού υπήρξε τόπος άφατης ηδονής, αλλά ένας πιθανός δρόμος επιστροφής στο αμνημόνευτο, στις πηγές του κόσμου.

tabucchi01_672-458_resize

Το παρελθόν είχε ξεφύγει έτσι, σαν άμμος μέσα από τα δάχτυλα […] γιατί είναι φτιαγμένο επίσης από στιγμές, και η κάθε στιγμή είναι σαν ένας μικροσκοπικός κόκκος που ξεφεύγει, να τον κρατήσεις αυτόν καθ’ εαυτόν θα ήταν εύκολο αλλά να τον βάλεις μαζί με τους άλλους είναι αδύνατο. [σ. 37]

Στα Forbidden games [Απαγορευμένα παιχνίδια] η ανάμνηση επιστρέφει σε κοινές παρακολουθήσεις του μοντέρνου τότε κινηματογράφου, στα παρισινά καφέ, στις κασέτες που δανειζόταν από ένα μικρό έπιπλο στο στέκι τους, στον μουσικό αναρχισμό των Μπορίς Βιαν και Λεό Φερρέ. Την αποκαλεί αγαπητή Φίλη, και της περιγράφει ένα θαύμα, από εκείνα που η ζωή μας επιφυλάσσει ώστε να μπορέσουμε κι εμείς να διαισθανθούμε κάτι από όσα έγιναν, από όσα θα μπορούσαν να γίνουν και από όσα θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Ανακαλεί ένα σφιχταγκάλιασμα μετά σπέρματος μέσα στις λεβάντες, την προσπάθεια να θυμηθείς τις αναμνήσεις ενός άλλου.

Keita Morimoto_Japan_paintings_artodyssey (22)

Πέρασα να σε βρω αλλά δεν ήσουν: ένας περιπατητής απευθύνεται στην «πολυαγαπημένη του Αγαπημένη» καθώς ενώ εμείς σταδιακά αντιλαμβανόμαστε ότι η βίλα στην οποία αναφέρεται είναι κάποιο άσυλο στο οποίο ζει και στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα τον έκλεισε εκείνη. Οι σκέψεις του όμως πηγαίνουν σε μια άλλη φρικτή πανσιόν σε μια μικρή πόλη που μοιράστηκε μαζί της. Και στις ιστορίες τους…

ιστορίες χωρίς λογική. Μεταξύ μας, θα ήθελα πολύ να συναντήσω εκείνον που ανακάλυψε τη λογική για να του τα ψάλω ένα χεράκι. Και χωρίς ρίμες, κυρίως χωρίς ρίμες, όπου το ένα πράγμα δεν ομοιοκαταληκτεί με ένα άλλο, ένα κομμάτι ιστορίας με ένα άλλο κομμάτι ιστορίας, κι όλα λειτουργούν έτσι, όπως είναι η ζωή που δεν υπακούει σε ομοιοκαταληξίες, και η κάθε ζωή έχει τη δική της προφορά, που είναι διαφορετική από την προφορά του άλλου. Θα μπορούσε ενδεχομένως να υπάρχει μια εσωτερική ρίμα, αλλά άντε τρέχα γύρευε. [σ. 102]

Στο Περί της δυσκολίας να γλιτώσει κανείς από το συρματόπλεγμα ο συγγραφέας βρίσκεται στο παράθυρο μιας πανσιόν, στο ίδιο δωμάτιο όπου κάποτε διέμεινε με την παραλήπτριά του και από το οποίο έβλεπε μια καταιγίδα, ενώ η γυναίκα τον καθησύχαζε φωνάζοντάς τον να έρθει στο κρεβάτι. Τώρα εκείνη η καλοκαιρινή καταιγίδα επιστρέφει δια μαγείας, την ζει και πάλι γιατί μπορείς να ξαναζήσεις τα πράγματα σ’ ένα λεπτό, ένα λεπτό φευγαλέο και μικρό σαν μια σταγόνα βροχής που χτυπάει στο τζάμι και διαστέλλει το σύμπαν της ορατότητας. Τώρα είναι η σειρά του να την καθησυχάσει: αντί για όλα αυτά, της αφήνει τούτες τις λέξεις, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο λόγια…

Robert Bluj (22)

Υπήρχαν στιγμές όπου η ιστορική συγκυρία, η ελευθεριότητα της κοινωνίας, η φαινομενική ευτυχία της ύπαρξης, μας έκαναν να πιστέψουμε πως γνωρίζαμε αυτό το αιμοπετάλιο, αυτό το άφατο και μικροσκοπικό πλάσμα της ύπαρξης χάρη στο οποίο γεννήθηκε σ’ αυτή τη γη η ζωή και η ευφυΐα της ζωής. Αυτές υπήρξαν δίχως αμφιβολία οι ωραιότερες και ευτυχέστερες στιγμές για τους Γνώστες, δηλαδή για όσους η φύση τούς παραχώρησε το προνόμιο να καταλαβαίνουν για λογαριασμό όλων των άλλων. Η ψευδαίσθηση όμως είναι πάντα εφήμερη. Όταν δεν εξατμίζεται εξαιτίας της ίδιας της φύσης, πεθαίνει λόγω του συρματοπλέγματος. Υπάρχουν δύο βασικά συρματοπλέγματα που δρουν για να σκοτώσουν την κατανόηση της ψυχής μας: το ένα είναι αυτό που εγείρουν οι άλλοι, το άλλο είναι εκείνο που στήνουμε εμείς οι ίδιοι. [σ. 119]

Το Πέρασα να σε βρω αλλά δεν ήσουν γράφτηκε με την σκέψη στους «περιπάτους» του Ρόμπερτ Βάλσερ, που διήρκεσαν μια ολόκληρη ζωή. Το Μια παράξενη μορφή ζωής δανείστηκε τον τίτλο του από ένα παλιό φάντο της Αμάλια Ροντρίγκεζ και μπορεί, μας προτείνει, να διαβαστεί στον Ενρίκε Βίλα Μάτας και στην ανθρωποφαγική ευφυΐα του έργου του. Το Βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ, ταξίδια που δεν έγιναν ποτέ ξεκινάει με μια ερώτηση προς εκείνη: Θυμάσαι τότε που δεν πήγαμε στην Σαμαρκάνδη; Εκείνο το απραγματοποίητο ταξίδι άρχισε στο βιβλιοπωλείο με τα μεταχειρισμένα ταξιδιωτικά βιβλία σημειωμένα από ταξιδιώτες και παραδίδεται στην τέχνη των συνειρμών, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε ευκαιρία σε αυτά τα γράμματα. Κι εδώ είναι βέβαιος: το αληθινό ταξίδι που δεν έπρεπε να κάνουμε ήταν η Σαμαρκάνδη. Εγώ διατηρώ μια αξέχαστη ανάμνηση, μια ανάμνηση τόσο καθαρή, τόσο λεπτομερή, από τις αναμνήσεις που χαρίζουν μόνο τα πράγματα που έζησε κανείς με τη φαντασία.[σ. 186]

h_00017313

Πάντα με την γνωστή του γραφή, ο Ταμπούκι πειραματίζεται με φόρμες και εκφράσεις, τα γραπτά του άλλοτε σφύζουν από ζωή, άλλοτε ξεχειλίζουν πυκνότητα, άλλοτε ελαφρώνουν, σαν προφορικές αφηγήσεις ή καλύτερα μονόλογοι ανθρώπου μόνου. Για την αναμονή της ημέρας που ο ένας ή ο άλλος θα εξομολογηθεί στον σύντροφό του ότι ο έρωτάς του γι’ αυτόν είναι πεπερασμένος, για μια κοινή βραδιά των αλλοτινών εραστών, για ένα ταξίδι που μοιράστηκαν, για τον τρόπο που είπαν το τέλος χωρίς να το πουν. Γλυκοπικρία για τον αδύνατο έρωτα, αυτοσαρκασμός για την σάρκα. Τόσο αυτοβιογραφικό και την ίδια στιγμή τόσο «οικουμενικό».

Η ζωή είναι φυλακισμένη στην ίδια της την απεικόνιση: την επόμενη μέρα, τη θυμάσαι μόνο εσύ. [σ. 26]

Εκδ. Άγρα, 2002, [Β΄ έκδ.: 2003] μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 304. Με δισέλιδο εργοβιογραφικό σημείωμα [Sti sta facendo sempre più tardi, 2001].