Σταύρος Ζουμπουλάκης – Υπό το φως του μυθιστορήματος

film

Ο Θεός στις σελίδες

Παραφράζω τον τίτλο ενός παλαιότερου, δοκιμιακού βιβλίου του συγγραφέα (Ο Θεός στην πόλη), εφόσον τα δοκίμια της συλλογής έχουν σαφή προσανατολισμό προς το θρησκευτικό και θεολογικό στοιχείο μιας σειράς εξαιρετικών μυθιστορημάτων. Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στα μυθιστορήματα Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ, Ο Σατανάς στο Γκόραϋ του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Επιχείρηση Σάυλωκ του Φίλιπ Ροθ, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην, Γκίλιαντ και Στο σπίτι της Μέριλιν Ρόμπινσον, Τα στοιχειώδη σωματίδια και Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ, καθώς επίσης και το Ημερολόγιο προσευχής της Φλάννερυ Ο’Κόννορ και το δοκίμιο Η διπλή φλόγα του Οκτάβιο Πας. Ο κύριος αυτός κορμός «περικυκλώνεται» από δυο μικρότερα κείμενα, ένα εναρκτήριο για τον Θερβάντες κι ένα καταληκτήριο για το μυθιστόρημα εντός παγκοσμιοποίησης.

singer

Ο Σίνγκερ έχει και μια δεύτερη γερή μερίδα, εφόσον εκτός από το προαναφερθέν μυθιστόρημα, του επιφυλάσσεται μια Ελεγεία για τη χαμένη Yiddishland, ένα ευρύτερο κείμενο για το συγγραφικό του έργο. Χαίρομαι ιδιαίτερα και για τα δυο αυτά κείμενα γιατί ο Σίνγκερ αποτελεί έναν από τους πλέον αξιανάγνωστους συγγραφείς της αναγνωστικής μου ζωής. Τον γνώρισα χάρη στις επίμονες συστάσεις των μεταφραστών του αριστουργηματικού βιβλίου Ο τελευταίος δαίμονας και άλλες ιστορίες, του Γιώργου Τσακνιά και της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου («αυτός είναι ακριβώς για σένα») και μετά ακολούθησαν οι Σκιές στον ποταμό Χάντσον, ένα ποταμώδες, εξίσου συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τα τελευταία βιβλία που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, το μυθιστόρημα Σκλάβοι, μια ερωτική ιστορία και η συλλογή διηγημάτων Ένας φίλος του Κάφκα ήταν εξίσου απολαυστικά και παρουσιάστηκαν στο Πανδοχείο εδώ και εδώ. Και, πράγματι, η γοητεία της πρόζας του Σίνγκερ, κατά την γνώμη μου, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την εμπλοκή του θρησκειακού στοιχείου στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, άλλοτε και τώρα.

goray

Τα γίντις ήταν η μόνη γλώσσα που γνώριζε πραγματικά ο Σίνγκερ όταν έφτασε στην Νέα Υόρκη το 1935 και παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής του η γλώσσα του έργου του και της ίδιας του της ψυχής· μόνο σε αυτήν μπορούσε να γράψει αυτά που ήθελε να γράψει. Ήταν άλλωστε, όπως ανέφερε στον λόγο του στο Νόμπελ, η γλώσσα της εξορίας, μια γλώσσα χωρίς γη, χωρίς σύνορα, χωρίς υποστήριξη, που δεν έχει τις λέξεις για όπλα.

Ο Σατανάς στο Γκόραϋ αναφέρεται στην συγκλονιστική κρίση που προκάλεσε σε όλο τον εβραϊκό κόσμο το μεσσιανικό κίνημα του Σαμπατάι Τσεβί κατά τον 17ο αιώνα, εστιάζοντας στην διαπάλη ανάμεσα στην ραββινική ορθοδοξία και στον σαββαταϊσμό, και στο όργιο ανομίας και ακολασίας που ακολούθησε μετά την επικράτηση του τελευταίου, που υποστήριζε ότι η έλευση του Μεσσία κάνει περιττή την τήρηση των εντολών και οδηγεί στην αγιότητα δια της αμαρτίας. Η τήρηση του Νόμου δια της παραβάσεώς του αποτέλεσε την κεντρική ιδέα πάνω στην οποία ο Τσεβί οικοδόμησε ένα κίνημα αντινομικό, αντιηθικό και εντέλει μηδενιστικό. Η απόρριψη των νόμων συμπεριέλαβε και τον σεξουαλικό ηθικό κώδικα, φτάνοντας μέχρι την ανταλλαγή των γυναικών.

sabbatai-zevi_

Από εδώ και στο εξής αυτός θα είναι ο μυθιστορηματικός κόσμος του Σίνγκερ – η εβραϊκή κοινότητα, το στετλ (η εβραϊκή πολίχνη της Πολωνίας), οι Εβραίοι που μιλούν γίντις – κι αυτή θα είναι η γραφή του: ένα ιδιότυπο μείγμα πραγματικού και φανταστικού, ιερού και βέβηλου, ένας, κατά τα δικά του λόγια, μυστικός ρεαλισμός. Ορισμένα από τα βιβλία του ήταν απολύτως αυτοβιογραφικά, αλλά, όπως εύστοχα ομολογεί ο Ζουμπουλάκης, δεν γνωρίζει άλλη αυτοβιογραφία στην οποία ο αυτοβιογραφούμενος να απουσιάζει τόσο πολύ και ωστόσο το πρόσωπό του να διαγράφεται τόσο καθαρά μέσα από τα πρόσωπα των άλλων, και, ταυτόχρονα, μέσω αυτών, να διαγράφεται και το συλλογικό πρόσωπο της κοινότητας.

Και τι συμβαίνει, άραγε, με το υπεφυσικό ή παραφυσικό στοιχείο που θεριεύει στην πρόζα του Σίνγκερ; Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι πιστεύει στην ύπαρξή του και στην επίδρασή του πάνω στους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι ο κόσμος των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του – και δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία. Η παρουσία του όμως έχει και καθαρά λογοτεχνικό χαρακτήρα, είναι «ένα είδος πνευματικής στενογραφίας» που τον βοηθάει «να μιλήσει ευθύβολα και υποβλητικά συνάμα για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή μας, και πως ο κόσμος και η ζωή δεν εξαντλούνται στις επιφάνειές τους αλλά θα μείνουν πάντοτε ένα μυστήριο». Κι έτσι ακόμα και τα φαντάσματα του Σίνγκερ μπορούν να θεωρηθούν σύμβολα ερμηνεύσιμα με ηθικούς όρους. Εν τέλει, όλη αυτή η ελεγεία για την χαμένη γίντισλαντ της Ανατολικής Ευρώπης μας αφορά, καθώς διαβάζουμε σε αυτήν τις δικές μας απώλειες, τους δικούς μας έρωτες, τους δικούς μας ξεριζωμούς και διχασμούς.

hiov

Ο Ιώβ υπήρξε το κατεξοχήν εβραϊκό μυθιστόρημα του Ροτ, ένα μυθιστόρημα για την ασθένεια και την οδύνη του αθώου και του δίκαιου. Το Βιβλίο του Ιώβ άλλωστε, που ενέπνευσε τον Ροτ,  αποτελεί ούτως ή άλλως ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα της ιστορίας της ανθρωπότητας, καθώς διατυπώνει το σφοδρότερο κατηγορητήριο κατά του Θεού, ανήκει στον ιουδαϊκό και χριστιανικό βιβλικό κανόνα και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Ο Ζουμπουλάκης μας εφοδιάζει με το βιογραφικό πλαίσιο και το ψυχικό κλίμα μέσα στο οποίο γράφεται ο Ιώβ αλλά και εδώ το έργο είναι αυτόνομο και περιμένει τον αναγνώστη να το φωτίσει με το φως της δικής του περιπέτειας. Επί της ουσίας παρουσιάζονται και οι θεμελιώδεις ομοιότητες αλλά και διαφορές των δυο μύθων.

Τα δυο βιβλία της Μέριλιν Ρόμπινσον, Γκίλιαντ και Στο σπίτι, πέρασαν μάλλον απαρατήρητα εδώ από το αναγνωστικό κοινό, συνεπώς το ενδιαφέρον των σχετικών δοκιμίων είναι διπλό. Στο πρώτο δεσπόζει η μορφή του πάστορα Τζον Έιμς, που διάγει βίο αφοσιωμένο στο ποίμνιό της ενορίας του αλλά και αισθάνεται μεγάλη μοναξιά· σε μια ιδιαίτερη εικόνα, περπατάει τις νύχτες στους δρόμους της μικρής πόλης, σταματώντας τα βήματά του έξω από τα σπίτια που έχουν αναμμένο φως, με τη σκέψη μήπως κάποιος τον έχει ανάγκη, αλλά και ζηλεύοντας ταυτόχρονα που εκεί ζει μια οικογένεια με τα όποια βάσανά της. Αυτός ο άνθρωπος της βαθιάς πίστης, κοντά στα εβδομήντα του, θα ερωτευτεί μια γυναίκα σαράντα περίπου χρόνια νεότερή του, δημιουργώντας μια από τις ωραιότερες ιστορίες στην σύγχρονη λογοτεχνία. Η επιστροφή του άσωτου, κατεστραμμένου γιου του τον κατακλύζει με ένα ακόμα ανθρώπινο συναίσθημα: την ζήλεια.

Marilynne Robinson

Στο δεύτερο μυθιστόρημα την ίδια ιστορία αφηγείται η κόρη του, που επιστρέφει κι αυτή στο σπίτι μετά από μια αποτυχημένη ζωή· και σε αυτή την οπτική κεντρικό πρόσωπο τελικά είναι ο γιος. Σε κάθε περίπτωση ο προβληματισμός της Ρόμπινσον αφορά την χριστιανική διδασκαλία της Χάριτος, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί μοναχός του να νικήσει το κακό, αλλά και την ανθρώπινη συγχωρητικότητα. Ως προς τους άλλους δυο συγγραφείς που κλυδωνίζονται πάνω στην συνύπαρξη χριστιανικής θρησκείας και καθημερινής ζωής, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην εστιάζει στην μορφή ενός απόλυτα σύγχρονου χριστιανικού μάρτυρα, ενώ η ιδιαίτερη περίπτωση της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ θα μας απασχολήσει σε μια από τις επόμενες αναρτήσεις, που θ’ ασχοληθούμε με το σχετικό της βιβλίο.

Είναι φανερό ότι ο Ζουμπουλάκης δεν εξετάζει τα παραπάνω βιβλία μόνο από θεολογική και θρησκευτική σκοπιά, αλλά και από φιλοσοφική και ηθική, πράγμα τελικά ευνόητο, εφόσον αυτά τα πνευματικά πεδία αποτελούν και τους χώρους της καθημερινής εσωτερικής ζωής του αλλά και των συγγραφικών προβληματισμών του. Η συλλογή έχει αναμφισβήτητο ενδιαφέρον από πολλές πλευρές: αποτελεί συνθετική έρευνα κοινών θεμάτων σε μια σειρά σημαντικών βιβλίων, εξέταση της αναγνωστικής τους πρόσληψης, κατάθεση προσωπικών απόψεων, πρόταση φιλοσοφικών, ηθικών και θρησκευτικών προβληματισμών. Ο συγγραφέας γράφει πάντα με το δικό του, γοητευτικό, πυκνό αλλά (το σημαντικότερο!) πάντα εύληπτο λόγο, είτε γράφει δοκίμια είτε κριτικές. Και πάντα βιωματικό, εκφράζοντας την δική του υποκειμενικότητα, χωρίς ποτέ να διεκδικεί πρωτεία «αντικειμενικής» κριτικής.

The-power-and-the-glory

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Διαβάζω, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, στο L’ Atelier du roman, στις εφημερίδες Η Αυγή, Η Καθημερινή και Το Βήμα της Κυριακής αλλά και ως επίμετρα σε εκδόσεις των μυθιστορημάτων, με εξαίρεση εκείνο για τον Ροτ, που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 213.

Στα ζωγραφίσματα: Sabbatai Zevi, Marilynne Robinson.

Jean – Paul Sartre – Οι λέξεις

Sartre_1

Η μαθητεία στον γραπτό κόσμο

Κάθε άνθρωπος έχει τον φυσικό του χώρο· ούτε η περηφάνια ούτε η αξία καθορίζουν το υψόμετρο: Αυτό το αποφασίζει η παιδική ηλικία. Ο δικός μου φυσικός χώρος είναι ένας έκτος όροφος στο Παρίσι με θέα τις στέγες. […] Για να ξαναβρώ τη χαρά μου επανέκαμπτα στο συμβολικό μου έκτο όροφο, ανάσαινα και πάλι τον ασφυκτικό αέρα των Γραμμάτων, το σύμπαν απλωνόταν στα πόδια μου και κάθε πράγμα ικέτευε ταπεινά ένα όνομα· δίνοντας το όνομα ήταν σαν να το δημιουργούσα και ταυτόχρονα να το αποκτούσα. Δίχως αυτή την κεφαλαιώδη ψευδαίσθηση, δεν θα είχα γράψει ποτέ. [σ. 73]

Όλα αρχίζουν από τον παππού Σαρλ Σβάιτσερ που κάποια στιγμή αφοσιώθηκε στην δημιουργία σημαντικών περιστάσεων από ασήμαντα γεγονότα, ενώ οι αντιστάσεις της γιαγιάς Λουίζ δεν ξεπερνούσαν τα όρια της αξιωματικής αντιπολίτευσης.  Έμαθαν στην μικρότερη κόρη τους Αν Μαρί να πλήττει, να στέκεται ευθυτενής και να ράβει. «Είχε χαρίσματα και θεώρησαν ευπρεπές να της τα αφήσουν ακαλλιέργητα· είχε ακτινοβολία και φρόντισαν να της την κρύψουν. Αυτοί οι περήφανοι αστοί έκριναν πως η ομορφιά είναι πάνω από τα μέτρα τους και κάτω από την κοινωνική τους τάξη· επιτρεπόταν μόνο στις μαρκησίες και τις πόρνες». Μόνο πενήντα χρόνια αργότερα, ξεφυλλίζοντας ένα οικογενειακό λεύκωμα, η Αν – Μαρί αντιλήφθηκε ότι είχε υπάρξει ωραία. Είναι μια από τις δεκάδες φορές που η γλυκόπικρη ειρωνεία του Σαρτρ αγγίζει μια προσωπική οικογενειακή ιστορία που συνάμα αποτελεί και μια συλλογική κατάσταση.

Sartre 0

Η ζωή μας είναι μια διαδοχή τελετών και εμείς καταναλώνουμε τον χρόνο μας εξαντλούμενοι σε αβρότητες. [σ. 40]

Ευτυχώς εκείνο το κορίτσι πρόλαβε και παντρεύτηκε έναν χτυπημένο από τους πυρετούς της Κοχινκίνας αξιωματικό. Ο γάμος του συμβιβασμού έβρισκε το αληθινό του πρόσωπο στην ασθένεια και το πένθος. Δίχως χρήματα και δουλειά ο Αν – Μαρί επέστρεψε στο πατρικό της, με τον μικρό απογαλακτισμένο. Ο αλαζονικός θάνατος του πατέρα του είχε δυσαρεστήσει την οικογένεια και η μητέρα του μάντευε την αποδοκιμασία, κι έτσι για να κερδίσει την συγνώμη τους αναλώθηκε απλόχερα. Αλλά για τον μικρό Ζαν Πωλ εκείνος ο θάνατος ήταν το μεγάλο γεγονός που άλλαξε την ζωή του: του έδωσε την ελευθερία του, απαλλάσσοντάς τον από τον «σάπιο» δεσμό της πατρότητας. Σε ποιον θα μπορούσε να υπακούσει; Του έδειχναν μια νεαρή γυναίκα και του έλεγαν πως είναι η μητέρα του, ενώ εκείνος νόμιζε πως είναι μια μεγάλη αδελφή, που άλλωστε ήταν η περισσότερο υποταγμένη απ’ όλους.

Και ο παππούς μπορούσε να τον χαίρεται δίχως να τον κατέχει: ο μικρός υπήρξε η «μαγεία» του, καθώς ευχόταν να τελειώσει τις μέρες του σαν μαγεμένος γέροντας.  Ζούσε σύντομες στιγμές αιωνιότητας, στιγμές που γινόταν ο ανδριάντας του εαυτού του. Και ο μικρός, ευτυχής υποκριτής του φρόνιμου παιδιού, δεν βρίσκεται ούτε από κάτω, ούτε από πάνω, αλλά αλλού. Άλλωστε αν ο Σαρλ Σβάιτσερ δεν ήταν παππούς αλλά πατέρας θα είχε κάψει όλα τα περιοδικά: ως παππούς επέλεξε την συντριμμένη από θλίψη επιείκεια. Κι ο Ζαν Πωλ δεν απαιτούσε περισσότερα και συνέχισε ειρηνικά τη διπλή του ζωή, που δεν διακόπηκε ποτέ: συνέχισε σε όλη του την ζωή να διαβάζει με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τη «Série Noire» παρά τον Wittgenstein.

jean_paul_sartre_portrait_by_mygrimmbrother_

Οι λέξεις κατέγραφαν τα πράγματα, μετατρέποντας τις πράξεις σε ιεροτελεστίες και τα γεγονότα σε τελετές. [σ. 57]

Εκεί, λοιπόν, στο γραφείο του παππού του, αρχίζει η ζωή του, ανάμεσα στα βιβλία· εκεί και θα την τελειώσει. Τα βλέπει σαν όρθιες πέτρες, σαν αλέες από μενίρ στα ράφια της βιβλιοθήκης. Αισθάνεται περιτριγυρισμένος από ογκώδη, αρχαία μνημεία, που ήταν παρόντα στην γέννησή του. Η μητέρα του έγινε η πρώτη αναγνώστρια των ιστοριών, το κορίτσι των πρωινών του. Δεν είχε αυτιά παρά μονάχα για την φωνή της, την «ταραγμένη από την υποταγή»· αγαπούσε τις μισοτελειωμένες φράσεις της, τις πάντα αργοπορημένες λέξεις της, την ξαφνική βεβαιότητά της που κατέρρεε απότομα και μετατρεπόταν σε πανωλεθρία, προτού ξανασυντεθεί μετά από μια σιωπή. Η ιστορία ήταν πρόσχημα: ήταν η σύνδεση των παραμιλητών της. Τότε γνωρίζει την μαγεία των λέξεων:

Κατάλαβα αμέσως: μιλούσε το βιβλίο. Από το βιβλίο ξεπηδούσαν φράσεις που μου προκαλούσαν φόβο· ήταν αληθινές σαρανταποδαρούσες, που έβριθαν από συλλαβές και γράμματα, τέντωναν τους διφθόγγους, έκαναν τα διπλά σύμφωνα να πάλλονται· φράσεις τραγουδιστές, ένρινες, κομμένες από παύσεις και αναστεναγμούς, πλούσιες σε άγνωστες λέξεις, γοητεύονταν από εκείνες τις ίδιες και από τους μαιάνδρους τους χωρίς να νοιάζονται για μένα: μερικές φορές εξαφανίζονταν πριν μπορέσω να τις καταλάβω, άλλες φορές τις είχε καταλάβει εκ των προτέρων και κείνες συνέχιζαν να κυλάνε μεγαλοπρεπώς προς το τέλος τους…. [σ. 56]

Sans Famille

Ήταν θέμα χρόνου να ζηλέψει την αναγνωστική ιδιότητα της μητέρας του και να σπεύσει να πάρει τον ρόλο της. Έκλεψε ένα βιβλίο με τίτλο Περιπλανήσεις ενός Κινέζου στην Κίνα κι άρχισε να προφέρει όλες τις συλλαβές. Τα βράδια σκαρφάλωνε στο πτυσσόμενο κρεβάτι του με το βιβλίο του Hector Malot Χωρίς οικογένεια. Ήταν τρελός από χαρά: ένοιωθε δικές του αυτές τις αποξηραμένες φωνές που ήταν κλεισμένες στα μικρά τους φυτολόγια. Το νόημα εκείνων των σκληρών και μαύρων λέξεων το έμαθε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ενώ ακόμα και την εποχή της συγγραφής του βιβλίου διατηρούσαν την αδιαφάνειά τους: ήταν η τροφή της μνήμης τους. Τα βιβλία του γίνονται τα κατοικίδιά του, ο στάβλος του, η εξοχή του, η βιβλιοθήκη του το σύμπαν παγιδευμένο, γεμάτο με ατέλειωτο πλούτο, με ποικιλία, με το ίδιο το απρόβλεπτο. Άρχισε να ταξιδεύει στις σελίδες του Fontenelle, του Αριστοφάνη, Rabelais, στην εγκυκλοπαίδεια Grand Larousse

Άνθρωπο και ζώα ήταν εκεί, αυτοπροσώπως: οι γκραβούρες ήταν τα σώματά τους, το κείμενό ήταν η ψυχή τους, η ιδιαίτερη μυρωδιά τους εκτός των τειχών, θα συναντούσε κανείς αόριστα προσχέδια που πλησίαζαν πάνω – κάτω τα αρχέτυπα δίχως να αγγίζουν την τελειότητά τους […] Ανεπίγνωστα πλατωνιστής, πήγαινα από τη γνώση στο αντικείμενο της γνώσης· έβρισκα περισσότερη πραγματικότητα στην ιδέα απ’ ότι στο κείμενο. […] Στα βιβλία συνάντησα το σύμπαν: αφομοιωμένο, ταξινομημένο, καταχωρισμένο, κατανοητό, και επιπλέον επικίνδυνο· δεν διαχώριζα την αταξία των αναγνωστικών εμπειριών μου από την αβέβαιη πορεία των πραγματικών γεγονότων. [σ. 62]

Sartre 3

Επί μια ολόκληρη δεκαετία ο Σαρτρ απασχολείτο με την αυτοβιογραφική σύνθεση των Λέξεων, ενός βιβλίου που είναι πλέον κλασικό στο είδος του. Μετά τις Λέξεις του απονεμήθηκε το Νόμπελ, το οποίο και απέρριψε. Χωρισμένο σε δύο μέρη [Διαβάζω – Γράφω], είναι γεμάτο από μνήμες παιδικότητας και μνήμες ανάγνωσης, από τους άγουρους στοχασμούς ενός ανθρώπου που αργότερα θα γινόταν φιλόσοφος, από τις πρώιμες ηδονές ενός συγγραφέα που είχε την τύχη να ανατραφεί μέσα στα βιβλία και να απολαύσει την ζωή του γύρω και μέσα από αυτά.

Αυτό το βιβλίο της απόλυτης μαθητείας είναι γραμμένο με ιδιαίτερη ποιητικότητα, ευστροφία, ειρωνεία, συναισθηματική φόρτιση αλλά και την απαραίτητη κριτική απόσταση. Ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα μετατράπηκε τελικά στο ωραιότερο δυνατό πεζογράφημα, όπως του τονίζει ένας φίλος τους σε μια ταινία που περιλαμβάνει την συζήτηση με φίλους του το 1972, μέρος της οποίας περιλαμβάνεται στο επίμετρο. Κι ας απαντά ο συγγραφέας ότι ήθελε απλώς να είναι «ένας αποχαιρετισμός στη λογοτεχνία και την ωραία λογοτεχνική γραφή», και οι αναγνώστες να βρεθούν παρασυρμένοι σε ένα είδος αμφισβήτησης της λογοτεχνίας από την ίδια την λογοτεχνία.

Sartre 1A

Μου άρεσε που αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα· αμήχανος, κατάκοπος, γευόμουν τη διφορούμενη ηδονή να καταλαβαίνω δίχως να καταλαβαίνω: ήταν η συμπύκνωση του κόσμου… [σ. 68]

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 2003 (ανατύπωση: 2008), σελ. 333 [Les mots, 1964]. Περιλαμβάνεται επίμετρο με συνεντεύξεις και χρονολόγιο του συγγραφέα.