Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο γκολφ κλαμπ στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους μπήτνικς. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να χτυπήσει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό καμπαρέ στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το ‘Swordfishtrombones’, διατηρεί όμως και κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του πριν 2 χρόνια (αμφότερα τα ‘Blood Money’ και ‘Alice’ ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε 3λεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ. Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα α καπέλλα και κατόπιν κλήθηκαν οι λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική «vocal percussion». Αυτό ακριβώς το «human beat-boxing» όπως προτιμά να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα κρουστά. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και πλήκτρα τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή ….THE MORE YOU DRINK THE WC

Οι bedroom recordings δεν του λένε πια τίποτα. Αυτή τη φορά καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του και αργότερα παρέα με τη σύζυγό του τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν «παλιά αμάξια με καινούργια καλύματα στα καθίσματα».

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που όπως και στο ‘Rain Dogs’ ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού ‘One From The Heart’ και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία 22 χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του. Και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε είχε πει πως τα κομμάτια του είναι «σινεμά για τα αυτιά» και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως ήρωες α΄, β΄, γ΄, ω΄ μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. «She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again«, ξεκινάει η μπλουζιά του ‘Make it Rain’ κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο ‘Sins of My Father’. Το ‘Top Of The Hill’ θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο ‘Metropolitan Glide’ κακομεταχειρίζεται πιάνα και κρουστά κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο ‘Hoist That Rag’ ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το ‘God’s Away on Business’ του ‘Blood Money’. Στο ‘Day After Tomorrow’ ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες ….Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? . . . Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση. Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ και η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), παρακεί η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του «Everyone wants to know how it is going to end«.

AND HIS WORDS

«It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….»

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: Waits a muse, waits a bus, waits booz, waits youth, waits goodbye…

M83 – Live at Gagarin 205

 

Μ83, συναυλία σε Gagarin 205, Αθήνα, 4-10-2008. Support: ΙΟΝ.

Πρέπει να ισορροπείς τα δύο μέρη του εγκεφάλου σου. Όπως είπε η Μαρία Κάλλας: όταν δίνω μια παράσταση ο μισός μου εγκέφαλος είναι σε απόλυτο έλεγχο και ο άλλος μισός εντελώς στο χάος. Τα παραπάνω λόγια της εξαιρετικής Αμερικανίδας περφόρμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς μου ήρθαν πολλές φορές στο μυαλό κατά το αστραπιαίο (σαν κομήτης) συναυλιακό πέρασμα των M83 στον αυτοκινητόδρομο της Λιοσίων – δυστυχώς μόλις 75 λεπτά. Υπήρχαν στιγμές που ο Gonzalez έδειχνε πλήρως εκστασιασμένος μέσα στη μουσική του αστρόσκονη, υπήρχαν στιγμές που έδειχνε προγραμματισμένος μέχρι και το τελευταίο μικρο-σεκόντ. Θα μου άρεσε να υποθέσω πως ήταν εγκεφαλικά διχασμένος

Παρακολουθώντας στην σκηνή αυτόν τον twenty – something δρυιδάκο με τους 5 δίσκους (3 απερίγραπτους ηλεκτρονικούς, έναν αμιγώς άμπιεντ και τον τελευταίο – υβρίδιο των προηγούμενων με περισσότερες δόσεις pop και shoegaze) απορώ: όλη αυτή η καταιγιστική επιτομή ενός ηλεκτρικονικοποιημένου ροκ εντ ρολλ που μας παρουσίασε αποτελεί αποτέλεσμα μελέτης, ακουσμάτων ή απλώς έχει περάσει στο DNA του σημερινού μουσικού και βγαίνει από μόνη της ως καταρράκτης; Το σετ του θα μπορούσε να λέγεται: από το kraut rock στον ήχο της 4AD, κι από το 80s post wave στο shoegaze – παρακαλώ θερμά, μην ξανα-αναφέρετε τους My Bloody Valentine ως αρχιεράρχες του είδους, γιατί ούτε πρώτοι ήταν ούτε φυσικά καλύτεροι: για την ακρίβεια αποτελούσαν ένα μικρό και ετεροχρονισμένο λιθαράκι. Πρέπει να γυρίσουμε αρκετά πίσω, να προσπεράσουμε τους πρώιμους Jesus & Mary Chain και να καταλήξουμε στην 4AD και τις κιθάρες με τους αμέτρητους παραμορφωτές του Robin Guthrie. Ακόμα και στις αιθέριες στιγμές οι ομοιότητες με τους Cocteau twins ήταν εμφανέστατες (όπως στο Skin of the night κι όχι μόνο).

Λαμβάνοντας ως δεδομένη την χρονική συγκυρία (προώθηση του τελευταίου δίσκου, εξαιρετικού στο είδος του αλλά «λίγου» όσον αφορά τον πήχυ των προηγούμενων και με αμφιλεγόμενη διάρκεια στο χρόνο, ειδικά στις bubblegum pop στιγμές του) η συναυλία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη, παρά μόνο διαρκέστερη. Περιέλαβε τα κομμάτια που δείχνει να έχει προτιμήσει το κοινό του εδώ και έξω (Don’t save us from the flames, Run Into Flowers, Teen Angst) κι έδωσε περισσότερο χρόνο στα αντίστοιχα του Saturday=Youth, αγνοώντας τα δύο πρώτα LP, ευτυχώς όχι και το τρίτο. Εξ ου και η υποκειμενική μου κρίση για τις δυο κορυφαίες στιγμές του live να προέρχονται από το Before the dawn heals us: τα Moonchild και Α guitar and a heart. Και στο καταχωνιασμένο τετράδιό μου με τίτλο «τραγούδια που δεν μου έκαναν αίσθηση προτού τα ακούσω στα live και αλλάξω γνώμη» προστέθηκε η αναπάντεχη, φρενιτιώδης δεκάλεπτη εκτέλεση του Couleurs στο τελευταίο encore.

Με τετραμελές σχήμα (κημπορντίστρια/ τραγουδίστρια, ντραμς και δεύτερο κιθαρίστα που οι κακεντρεχείς παρομοίασαν με τον Kevin Bacon), ο Gonzalez για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο τοποθέτησε το κήμπορντ – πλοηγό του κάθετα στη σκηνή και προς τα δεξιά, αφήνοντας σχεδόν τα δύο τρίτα του κοινού να βλέπουν την πλάτη του, έχοντας face to face την δεύτερη πιλότο και ανάμεσά τους ένα καλωδιωμένο κουτί σαν νέον ενυδρείο. Ίσως ήθελε χώρο να ξεβιδώνεται με την κιθάρα του στο κέντρο της σκηνής (που όμως έκανε σε λιγότερο από τον μισό χρόνο του live), διαφορετικά η τοποθέτηση του «τετραγώνου» στο κέντρο θα δημιουργούσε πιο ταιριαστή ατμόσφαιρα. Θα προτιμήσω την αυθαίρετη εκδοχή πως την τοποθέτησε στα δύο μέτρα για να τον συγκρατήσει όταν ετοιμάζεται να εκτοξευτεί στους αιθέρες.

Όσον αφορά το support, ο Γιάννης Παπαϊωάννου / ΙΟΝ υπήρξε μάλλον η ιδανικότερη των επιλογών. Αν οι M83 διέτρεξαν μια ολόκληρη 25ετία των επιλογών τους, ο supporter το έκανε από την πλευρά των δικών του λιστών σε δύο (;) long play tracks, που ξεκινούσαν ως κάτι άλλο, μεταβάλλονταν αενάως και υπογείως στο πρόγονο ή απόγονό τους, όπως ακριβώς και οι video-art εικόνες (φουτουρισμού άλλης εποχής) που είχαν την δική τους κυκλικότητα.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Στην τελευταία, αποτυπώνεται με σαφήνεια η νεράϊδα που επιχειρεί να παγιδεύσει τον ΙΟΝ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/Live.asp?id=15995