The Most Serene Republic – Population (Arts & Crafts, 2007)

 

Αν αυτή η  Δημοκρατία είναι ήσυχη, τότε πώς είναι η φασαριόζικη; Εδώ ήδη από το εισαγωγικό τρακ κάτι σαν θίασος μοιάζει να πλησιάζει από μακριά, με τα αλλόκοτα βιολιά και το απειλητικό μαρς του. Και μετά αρχίζει αυτός ο ευχάριστος και κυρίως απρόβλεπτος χαμός μιας μπάντας με δύο φωνές που μοιάζουν δέκα και με ολοζώντανο το θεατρικό στοιχείο. Μπορεί ένα art rock γκρουπ να είναι ρυθμικό; Μπορεί ένας ηχητικός χαμός να παραμένει ποπ; Μπορούν παράφωνες ερμηνείες να οδηγούν σε χορωδιακή έκσταση; Μπορεί ένα αρμονικό ροκ εντ ρολ κομμάτι να μοιάζει να εκτελείται από φωνητικό σύνολο του ενός ουτοπικού δήμου;

To σεξτέτο-καμάρι του Milton, Ontario, αποτελεί πρόσφατο απόκτημα της Arts & Crafts αλλά και το πρώτο σχήμα της εταιρίας που δε συνδέεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τους Broken Social Scene. Το Population είναι εμπνευσμένο από τις γειτονιές του προαστίου που ζούνε τούτοι οι έξι twenty-something τύποι που εγκατέλειψαν τις σχολές τους ξεσηκωμένοι από όλο αυτό το ευνοϊκό μουσικο-κολεκτιβικό κλίμα της περιοχής. Τον αρχικό πυρήνα αποτέλεσαν οι Ryan Lenssen και Adrian Jewett, που ξεκίνησαν το 2003 ως Thee Oneironauts με το ep Night of the Lawnchairs, προτού το σχήμα αποτελέσει εξάδα, με τρεις κιθάρες, δυο φωνές (με την προσθήκη της Emma Ditchburn που συνδυάζεται πανέξυπνα με την αρσενική φωνή) και διψήφιες ευτυχείς συγχορδίες.

 

 

Μου αρέσουν οι δίσκοι όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Αυτή η αίσθηση παραμένει στο Population ακόμα και μετά τα πρώτα ακούσματα, ενώ φυσιολογικά θα έπρεπε να έχει εξατμιστεί. Μερικά τελειώματα, όπως τα έγχορδα του Sherri And Her Beautiful Net ή το φοβερό πιανάκι στο Neurathenia, κάποια όργανα που ακούγονται σαν παιχνίδια μέσα στα τραγούδια, οι διάφορες εναλλαγές φωνών, όλα δημιουργούν ένα πανηγυρικό και πολύ διασκεδαστικό σύνολο. Στο κορυφαίο Present Of The Future End συνδυάζουν Dog Faced Hermans, Russian Futurists και Tilly And The Wall.

Απρόβλεπτοι σαν They Might Be Giants της νέας χιλιετίας, ευχάριστοι στο αυτί όπως οι αδικημένοι Postal Service και φυσικά θεατρικοί όπως οι Cardiacs – τους θυμάστε ή είμαι ο μόνος γέρος εδώ; Αλλά τι λέω, εδώ έχουμε έναν ακόμα δίσκο χωρίς καν αναφορά στο metacritics, τους Cardiacs θα ανέφεραν; Οι MSR θαυματουργούν στα ινστρουμένταλς, είτε τα σκοτεινά (Inwit), είτε τα φωτεινά (A Mix Of Sun And Cloud). Στο Humble Peasants τα western σφυρίγματα χορεύουν στους νοτιάδες των Tragic Mulato και των Calexico. El loco por el sexo!

 


Ο Lenssen δηλώνει πως θα είναι ευτυχισμένος αν ακούει κάποιος τον «δυστοπικό» αυτό δίσκο μια φορά το χρόνο και πως μελέτησε πολλά ντουέτα μέχρι να πειστεί πως δε θέλει να τα επαναλάβει, αλλά να εντάξει τις δύο φωνές στον αριθμό των οργάνων. Το όνομα δεν το πήραν από το φιλήσυχο προάστιό τους αλλά από την επίσημη ονομασία του κράτους της Βενετίας στις δόξες του: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Προηγούμενοι δίσκοι: Underwater Cinematographer (Sunday League, 2005), Phages (limited edition tour ep, self-release, 2006). Αν αυτή η Δημοκρατία είναι γαλήνια, φανταστείτε πώς θα είναι η ανήσυχη.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14670

Jackie Leven – Shining brother shining sister (Cooking Vinyl, 2003)

 

Χρειάζονται παραμύθια οι σκληροί άντρες;

Ρωτήστε άλλους, δεν είμαι σκληρός. Αλλά μπορώ να φανταστώ αυτή τη βαθιά τρυφερή φωνή να ηρεμεί και τον πιο πετρωμένο ψυχισμό.

Πρωτοάκουσα τον Leven σ’ εκείνο το δίσκο που έθετε το παραπάνω ερώτημα. Έμεινα. Τι φολκ κατάβαση ήταν αυτή; Όχι όμως με τα αμερικάνικα κλαψουρίσματα που σου μαυρίζουν την ψυχή, αλλά με τον τρόπο που μόνο οι μπαλαντέρ της Κέλτικης / Ιρλανδικής παράδοσης μπορούν. O τύπος έχει πάλι μια τόσο χαρακτηριστική φωνή, τόσο βαθιά που συχνά αντηχεί περισσότερο κι από του Scott Walker στα σόλο του. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ερμηνείες του θυμίζουν το δόσιμο του Van Morrison, εκείνο το χαρακτηριστικό άφεμά του στη μελωδία να τον οδηγήσει εκείνη, ακόμα κι αν χρειαστεί να τρεκλίσει.

 Ο Jackie είναι πριν απ’ όλα ποιητής. Μπoρεί να σου μιλήσει για το πιο κοινό θέμα και να το φτιάξει να ακούγεται (στιχουργικά και μουσικά) σαν ποίημα. Συνάμα μπορεί να καταστρώσει ποιητική μπαλάντα για ασυνήθιστες οπτικές. Ο τύπος μίλησε με την ίδια φυσικότητα για την ‘Sexual Loneliness Of Jesus Christ’ ή την ‘Friendship Between Men And Women’ ή πως είναι να είσαι ‘Single Father’, για να αναφέρω 3 χαρακτηριστικούς τίτλους. Τραγουδά με ζέση για την μουντή καθημερινότητα και τα εργατικά προβλήματα, μπορεί μετά και υμνεί με ζωγραφικές περιγραφές για ένα όμορφο τοπίο.

 

Υπάρχει κάτι το χαρακτηριστικό στη στάση του : δε γκρινιάζει ούτε παραπονιέται αλλά αποδέχεται τη ζωή, όχι σαν παραίτηση, αλλά με την ωριμότητα ενός σοφού. Προχωρώντας, δίνει πίσω στη folk αυτό που της έκλεψαν οι τελευταίες δυο δεκαετίες : την ποίηση των ποιητών. Η χιλιοταλαιπωρημένη Ρωσίδα Marina Tsvetayeva, ο μάρτυρας σύζυγός της Osip Maldestam, ο υμνητής του πάθους και των αγώνων Pablo Neruda, ο ρομαντικός Rainer Maria Rilke, ο Edith Sitwell κ.ά. ακούγονται να «μιλούν» και πάλι μέσα από τα κομμάτια του. Όλη παραπάνω στρατιά περνάει από εδώ.

Συνοδοιπόροι του πιστοί μουσικοί και δυο χαρακτηριστικές φιγούρες : η σύζυγος και συν-φωνήτρια Deborah Greenwood (κελτικές ραψωδίες χωρίς θηλυκή φωνή γίνονται; ) κι ο Βασιλιάς Υμπύ David Thomas που κάποτε έπαιξε μαζί του κι από τότε γίναν κολλητοί και πάντα κάνει τα περάσματά του, είτε με τη φωνή του είτε με το melodeon του. Όλη η ομάδα μεγαλουργεί χωρίς εντάσεις, με αλαφροϊσκιωτες ξωτικομπαλλάντες και γκρίζα gospel blues, με σκωτσέζικη folk και Burt Bacharach / Hal David απλές τρυφερουργίες, με φαζαρισμένες pedal steel και ονειροπόλα μαντολίνα.

Αυτός ο Σκωτσέζος είναι εξαιρετικά αγαπητός στα βρετανικά νησιά αλλά εγκληματικά άγνωστος στην Αμερική, δουλεύει κάπου ανάμεσα σε Ολλανδία και Γερμανία, ξεκίνησε κάποτε με το γκρουπ Doll By Doll, όταν τον άφησε η δικιά του για τον Δαλάι Λάμα τόριξε στα ντραγκς, αλλά άρχισε να συνειδητοποιεί πως το Μυστήριο του Έρωτα είναι Μεγαλύτερο από το Μυστήριο του Θανάτου και έγραψε έναν δίσκο μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο, στην Cooking Vinyl to 1995.

Στην ίδια εταιρεία που δεν εγκατέλειψε ποτέ συνέχισε με τα Forbidden Songs For The Dying West (1995), Defending Ancient Springs (1996), The Argyll Cycle Vol.1 (1996), Fairy Tales for Hard Men (1997), For Peace Comes Dropping Slow (1997), Night Lilies (1999), The Creatures of Light And Darkness (2001), και το Control που είχε βγάλει το 1975 ως John St. Field. Αξιοσημείωτο ότι μέσα σε ενάμισι χρόνο (98-99) έβγαλε και τρία live, δείγμα του πόσο διαφορετικά παίζει σε κάθε συναυλία : Saint Judas : When I Went Out To Kill Myself, Man Bleeds In Glasgow και The Wanderer.

 Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=24802