Το Δέντρο, τεύχος 199 – 200 (Ιούλιος 2014)

ΔΑφιέρωμα: 1914. Οι συγγραφείς και ο πόλεμος

Η αφορμή δίνεται με την συμπλήρωση ενός αιώνα από την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου και μπροστά στον μεγάλο όγκο των λογοτεχνικών και άλλων κειμένων, το περιοδικό επέλεξε να συγκεντρώσει ορισμένα που αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα του αδιανόητης εκείνης σύρραξης. Έτσι η μυθοπλασία, η ποίηση, το δοκίμιο, το χρονικό, η μαρτυρία, η ημερολογιακή καταγραφή και η ιστορική ανάλυση φωτίζουν αναρίθμητες πλευρές της σύγκρουσης που σφράγισε την παγκόσμια συνείδηση.

Ήταν απόλυτα φυσικό ένα τέτοιας πρωτοφανούς κλίμακας γεγονός να επηρεάσει και την λογοτεχνία, που επιχείρησε με νεωτερικά εκφραστικά εργαλεία να στοιχειοθετήσει την εμπειρία ώστε να την κάνει κατανοητή, κάποτε και καθαρτική μέσα από την τραγικότητά της. Η πολεμική λογοτεχνία είναι ένα πεζογραφικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή ακόμα από τους απόηχους πίσω στις ειρηνικές ζωές, γράφει ο Μιχάλης Μοδινός στο κείμενό του για την σχέση του με το βιβλίο του ΄Εριχ Μαρία Ρεμάρκ Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο. Πρόκειται για το αρχετυπικό σχετικό έργο που παραμένει στην κοινή συνείδηση ίσως περισσότερο και από έργα συγγραφέων όπως ο Ντος Πάσος, ο Χέμινγουεϊ, ο Σλείν, ο Πάστερνακ, ο Κλοντ Σιμόν, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Γιάροσλαβ Χάσεκ, ο Άπτον Σίνκλερ και πολλοί σύγχρονοί μας. Σε αυτό το αντιηρωικό και αντιπολεμικό μυθιστόρημα δεν είναι οι εχθροπραξίες, η περιπέτεια ή οι προσωπικές πράξεις ανδρείας που κυριαρχούν αλλά η ψυχολογία των πρωταγωνιστών, η αφόρητη πλήξη της ζωής στα χαρακώματα, η καθημερινή φρίκη, το ξερίζωμα του ανθρωπισμού, το τυχαίο της ύπαρξης.

1916, archivo de guerraΑπό τις πιο ενδιαφέρουσες και γενικά λιγότερο διαβασμένες αφηγήσεις από τον πόλεμο αποτελούν εδώ οι ημερολογιακές και άλλες διηγήσεις συγγραφέων από τις πρώτες του ημέρες. Ο Στέφαν Τσβάιχ τις έζησε στις οικογενειακές διακοπές στο Λε Κοκ, μια μικρή λουτρόπολη κοντά στην Οστάνδη. Εκεί βασίλευε η ξεγνοιασιά και ήταν συγκεντρωμένες ειρηνικά ένα σωρό εθνικότητες. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή που νομίζω θα θυμάμαι για καιρό, ο συγγραφέας καθόταν σε κάποιο καφενείο με μερικούς φίλους όταν μια ομάδα στρατιωτικών πέρασε από μπροστά τους με το πολυβόλο της που το έσερνε ένας σκύλος. Κάποιος από την παρέα σηκώθηκε να το τον χαϊδέψει αλλά ο αξιωματικός δυσαρεστήθηκε, γιατί φοβήθηκε ότι τέτοιου είδους χάδια σ’ ένα όργανο του πολέμου θα έθιγαν ίσως την αξιοπρέπεια του στρατεύματος. [μτφ. Τάκης Μενδράκος]

115 Erich Maria Remarque All Quiet on the Western Front Lion Books 1Μια ανάλογη ατμόσφαιρα γαλήνης, που μοιάζει πιο εφιαλτική αν σκεφτεί κανείς ότι περιγράφεται μεσούντος του πολέμου καταγράφει η φλαμανδή πεζογράφος Βιργινία Λόβελινγκ στο ημερολόγιο που κρατούσε με κίνδυνο της ζωής της στην κατεχόμενη Γάνδη σε όλη τη διάρκεια του πολέμου: 1916, Κυριακή 2 Απριλίου: Ο πιο όμορφος καιρός του κόσμου. Όλοι βγήκαν έξω. Όλα είναι τόσο ήσυχα, τόσο γαλήνια. Αν κάποιον δεν ήξερε τι συμβαίνει, δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι βρισκόμαστε στην κατεχόμενη και εμπόλεμη ζώνη, ότι είμαστε αιχμάλωτοι στην ίδια μας την πόλη. [μτφ. Νάντια Πούλου]. Ένας συλλογισμός άξιο ανθολογίας διασώζεται στο μικρό κείμενο του Γιόζεφ Ροτ Παρασκευή απόγευμα στη Λέσχη Αξιωματικών. Ο συγγραφέας βρίσκεται εκείμαζί με τον αδελφό του κι έναν φίλο του που έχουν ήδη καταταγεί και είναι ο μόνος που αναγνωρίζει τα σημάδια του θανάτου στα ανέμελα, αν όχι χαρούμενα πρόσωπά τους.

Και παρ’ όλο που βρίσκονταν ακόμη στα τραπέζια τους ζωντανοί και υγιείς, πίνοντας σναπς και μπύρα, παρ’ όλο ακόμη που υποκρινόμουν ότι συμμετείχα στους ανόητους αστεϊσμούς τους, ένιωθα σαν γιατρός ή νοσοκόμος που βλέπει τον ασθενή του να πεθαίνει, και χαίρεται γιατί ο ετοιμοθάνατος δεν έχει συνείδηση αυτού που επέρχεται. / Κι όμως, καθώς η ώρα περνούσε….άρχιζα να νιώθω δυσάρεστα, όπως ίσως αισθάνονται τόσοι γιατροί και νοσοκόμοι, όταν, αντιμετωπίζοντας το θάνατο και την ευφορία του ετοιμοθάνατου, διερωτώνται αν θα ήταν καλύτερο να αποκαλύψουν στον απερχόμενο του τέλος του, ή να θεωρήσουν ως εύνοια το γεγονός ότι θα φύγει χωρίς να υποψιαστεί τίποτα […]

ErnstTollerΟ Ελίας Κανέτι περιγράφει την τραυματική εμπειρία της επίθεσης εναντίον της μητέρας τους, του ίδιου και του αδελφού του από μια εχθρική μάζα, ο Έρνστ Τόλερ γράφει για την φρούδα ελπίδα των πρώτων ωρών ότι ο πόλεμος θα μείνει υπόθεση μεταξύ Αυστρίας και Σερβίας, ο Ρομέν Ρολάν γράφει ανοιχτή επιστολή προς τον γερμανό νομπελίστα Γκέρχαρτ Χάουπτμαν στην οποία καλεί τη γερμανική διανόηση να εναντιωθεί στον πόλεμο. Έρνστ Γιούνγκερ, Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Αντρζέι Στάσιουκ, Ζίγκμουντ Φρόιντ Τόμας Μαν, Κάθριν Μάνσφιλντ, Ρόμπερτ Μούζιλ, Ζίγκμουντ Φρόιντ, Νικολάι Στεπάνοβιτς Γκουμιλιόφ, Μίροσλαβ Κρλέζια, Γιάννης Ευσταθιάδης και οι ποιητές Ζίγκρφιντ Σασούν, Γουίλφρεντ Όουεν καταθέτουν τις δικές τους λέξεις για τον αποτρόπαιο πόλεμο.

Ο Ανδρέας Αποστολίδης γράφει για τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και την σχέση του με τον πόλεμο (που υποστήριξε αλλά και στον οποίο έχασε τον γιο του), η Πόλυ Χατζημανωλάκη εξετάζει «το τραύμα του πολέμου και τους δρόμους της λογοτεχνίας στην Κυρία Νταλογουέι της Βιρτζίνια Γουλφ», η Άννα Κουστινούδη ερευνά την αγγλική ποιητική παραγωγή για τον Μεγάλο Πόλεμο, ο Μάνος Στεφανίδης παρατηρεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μνημείο της Κέτε Κόλβιτς για τον αδικοχαμένο γιο της, ο Γιάννης Δούκας πλοηγείται στα σχετικά ψηφιακά ύδατα. Σ’ ένα δεύτερο σώμα κειμένων, ιστορικοί, ερευνητές και διπλωμάτες [Κρίστοφερ Κλαρκ, Σέρτζιο Ρομάνο, Θάνος Βερέμης, Μάρκος Καρασαρίνης, Έλλη Λεμονίδου, Γιώργος Κόκκινος κ.ά.] καταθέτουν τα δικά τους επιστημονικά κείμενα.

1_5_160309_163121_3Ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα ανήκει στον Μπλεζ Σαντράρ και προέρχεται από το βιβλίο του Το κομμένο χέρι, που αναφέρεται στην προσωπική εμπειρία του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου κατατάχτηκε ως ξένος (ελβετός) εθελοντής στον γαλλικό στρατό και έχασε το δεξί του χέρι στη μάχη. Αναρχικός και ελευθερόφρων, καταγγέλλει την ανικανότητα και τη δειλία του επιτελείου, των αξιωματικών και των γραφιάδων της στρατιωτικής διοίκησης που κρύβονται στα μετόπισθεν και γεμίζει το κείμενό του με αστεία και τρυφερά ανέκδοτα αλλά και συγκινητική πρόζα για τους ξεχασμένους νεκρούς ή ζωντανούς των χαρακωμάτων:

Σπεύδω να πω ότι αυτός ο πόλεμος δεν είναι όμορφος και πως, κυρίως ό.τι βλέπουμε όταν εμπλεκόμαστε σε αυτόν, ένας άνδρας χαμένος στη σειρά, ένας αριθμός μητρώου ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους, είναι κάτι πολύ ανόητο και δεν φαίνεται να υπακούει σε κανέναν συνολικό σχέδιο αλλά στην τύχη. […] Δεν έχουμε απόσταση για να κρίνουμε και χρόνο να αποκτήσουμε γνώμη. […] Πού είναι η στρατιωτική τέχνη εδώ; [μτφ. Veronique Maire] [σελ. 192].

Στις εικόνες: Stefan Zweig [1916], Ernst Toller, Blaise Cendrars.

Το Δέντρο, τεύχος 197 – 198 (Μάιος 2014)

δΑφιέρωμα: Η γοητεία της μυθοπλασίας

Μια φορά πηγαίνοντας στο λύκειο με το τραμ, μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας μου ακούμπησε πάνω μου: η πρώτη μεγάλη ταραχή, ένας ευτυχισμένος πανικός. Το στήθος μου άγγιζε το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου στη χειρολαβή κι εγώ ακίνητος εκστασιασμένος, γεμάτος αναπάντεχο σφρίγος και διογκώσεις, κολλημένος πάνω της με απελπισία ναυαγού. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ξαφνικά και έφυγε. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ, αλλά και να την ξανάβρισκα, ακόμα και σήμερα, θα την ευχαριστούσα. Ίσως να περνάει τα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, χήρα, μπροστά σε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, με την ομπρέλα κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας, φτωχή συνταξιούχος με τους ρευματισμούς να της καταπονούν τα κόκαλα. [σ. 61]

….γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες σ’ ένα κείμενο γεμάτο μνήμες ατάκτως ερριμένες, όπως φαίνεται από τον τίτλο (Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια), μεταξύ των οποίων και εικόνες χαμογελαστών ενζενί του κινηματογράφου με μαγιό στο χαρτί κι εγώ σίγουρος ότι χαμογελούν σε μένα. Όσον αφορά την ποσότητα των σκουπιδιών που δημοσιεύονται ο Πορτογάλος συγγραφέας σκέφτεται: άραγε τι σκέπτονται οι συγγραφείς τους για τις αηδίες που έχουν γράψει; Προφανώς είναι πολύ ευχαριστημένοι…

Ant Lobo AntΕμπλουτίζοντας ακριβώς μια οιονεί συζήτηση πάνω στο θέμα – αφιέρωμα στο προηγούμενο τεύχος του Δέντρου, ο Κώστας Μαυρουδής γράφει στις Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το ευπώλητο ανάγνωσμα: Το όχημα της ωριμότητας κυλά μόνο στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία με τον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας… Διαφορετική λοιπόν είναι η ανάγνωση του παραλογοτεχνικού αφηγήματος, που διατρέχει την άπνοια των ιδεών και την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα και εκφράζει τεράστιες ομάδες που δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μαζί της, ούτε βέβαια υποψιάζονται σ’ αυτήν τη σχέση τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.

domenicostarnoneΈνα υπέροχο αφήγημα του Ντομένικο Σταρνόνε (Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά) κοινωνεί τις μνήμες του συγγραφέα από την μύησή του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η είσοδος στο σινεμά αποτελούσε, πριν απ’ όλα, απόδραση από την επαχθή πόλη, από τη γλώσσα της την τόσο ακατάλληλη για την αφήγηση ηρωικών πεπρωμένων, από τη χυδαιότητα των αληθινών ημερών που βιώνονταν μέσα σε αληθινή δυστυχία.

prevert«Η γοητεία της μυθοπλασίας» ή του περί αυτής λόγου εντοπίζεται ή επαληθεύεται σε πλήθος κειμένων από τους Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Σημεία και σύμβολα), Γιόζεφ Ροτ (Ο Κάιζερ στην Κρύπτη των Καπουτσίνων), Άρθουρ Σνίτσλερ (Όνειρα), Τσαρλς Ντίκενς (Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη), Τσάρλι Τσάπλιν (Τα φώτα της ράμπας), Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (Ο φίλος μου, ο μικρός πρίγκιπας), Όσκαρ Εμίλ Τουντέερ (Ταξιδιωτικές αναμνήσεις από την Ελλάδα), σε τρία σύντομα (και απολαυστικά) σύντομα διηγήματα των Αλεχάντρο Μπεντιβόλιο, Μάρκο Ντενέβι, Σέρζι Πάμιες, και άλλα κείμενα από τους Σέρεν Κίρκεγκορ, Ρέι Μπράνμπερι, Βικτόρ Πελέβιν, Κέιτ Σοπέν, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Αλέξιο Μάινα, Γιώτα Τσεμπερίδου. Ακόμα: τρεις επιστολές του Φερντινάν Σελίν στον Ανρί Μοντόρ, εννέα ιταλικά ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, οκτώ μικρά κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη, εμπνευσμένα από την μικρή, πυκνή φόρμα του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Με εισιτήριο επιστροφής, ποιήματα από τους Ζακ Πρεβέρ, Γ.Χ. Όντεν, Ιδέα Βιλαρίνιο, κ.ά.

20090729-155434-6_63MbΟι γερμανικές υπηρεσίες είχαν πέσει σε λάθος πρόσωπο. Με είχαν μπερδέψει όχι με κάποιον άλλον, αλλά με ένα άτομο το οποίο είχαν επινοήσει εκ του μηδενός από μια σειρά συκοφαντίες. Και να φανταστεί κανείς ότι κάθε χρόνο, ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες με­ταναστών που προέρχονται από τη Ρουμανία για οικογενειακή επανασύνδεση έφταναν μερικές εκατοντάδες κατάσκοποι. Ήταν όμως Γερμανοί, και ως εκ τούτου τους υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Εγώ ήμουν δακτυλοδεικτούμενη, διότι δεν ήθελα να απαρνηθώ την κατάστασή μου ως πολιτικά διωκόμενης. Αυτή ήταν η αλήθεια· μια ακριβοπληρωμένη αλήθεια. […] Ήμουν εξόριστη, και για μένα αυτός ο χαρακτηρι­σμός δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τον διεκδικούσα, διότι αντιστοι­χούσε στην πραγματικότητα. Όμως ενοχλούσε τις αρχές δεν ήθελαν να ακούσουν για δικτατορία. Και με διέκοπταν κάθε φορά που προ­σπαθούσα να πω με ποιο τρόπο αυτή η δικτατορία είχε βιάσει ακόμα και τα πιο προσωπικά σημεία της ύπαρξής μου.

Ύποπτη σε δυο χώρες η Χέρτα Μύλλερ καταθέτει το πιο συγκλονιστικό αυτοβιογράφημα για την τραγικότητα της αυτοεξορίας της από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Η Μύλλερ είναι αδιάλλακτη ως προς το χρέος της Γερμανίας να τιμήσει τη μνήμη της εξορίας, ως υπεύθυνη του διωγμού της, όπως και για το Ολοκαύτωμα. Αλλά για άλλη μια φορά η εξορία δεν έχει μνημείο για τις ατομικές ανθρώπινες περιπτώσεις. Μένει το χρέος της χώρας απέναντι στην Ιστορία: ένα συλλογικό μουσείο εξορίας.

BunuelΣτις πίσω σελίδες, ανάμεσα στα γνωστά συνοπτικά πλην πλήρη κείμενα των συνεργατών, η Πόλυ Χατζημανωλάκη μας υπενθυμίζει την σκέψη της μετατροπή ενός σκανδάλου σε μια φάρσα από έναν «αιρετικό» δημιουργό, μια σκέψη που καταγράφει ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Η τελευταία πνοή: «Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι σαν κι εμένα. Τεθλιμμένα παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.»

Φαντάζομαι τη σκηνή – και κρατώ σφιχτά ένα επίγραμμα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: Τι είναι το όνομα, η ανάμνηση ενός ονόματος; Ορισμένες φορές μπορούμε να παραμείνουμε ζωντανοί χάρη σε μια μόνο φράση. [σ. 176]

Στις εικόνες: Antonio Lobo Antunes, Domenico Starnone, Jacques Prevert, Herta Müller, Luis Buñuel.