Νέα Ευθύνη, τεύχος 27 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2015)

e

…απειρόγαμε. Έτσι προσφωνεί τη Μαρία ο κρυφά ερωτευμένος με το ίνδαλμά του υμνωδός. Και συνειδητοποιώ αιφνίδια πόσος παγανισμός χωράει μέσα στην πρωτοβυζαντινή σεμνοπρέπεια. Το άπειρο ερωτεύεται το ελάχιστο, το όλον σπαρταράει γα να χωρέσει στο κλάσμα, το μέρος εξισούται με ό,τι το υπερβαίνει, υπερεκχειλίζει η αίσθηση καλύπτει το σώμα της έννοιας, της θεωρίας. Σήμερα Γάμος γίνεται όπως και πάντα και όλοι και όλα είναι ελεύθερα ν’ αγαπηθούν. Τα πάντα τώρα εξηγούνται: Διόνυσος, Αριάδνη, Πενθέας, Αγαύη, τα κορίτσια – Βάκχες, οι Μωραί Παρθένοι, ο μυστικός αρραβώνας του Βρέφους με την Αικατερίνη, ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, η Κεχαριτωμένη, η καλύτερη των καλυτέρων με άπειρο τον γάμο της. Απειρόγαμος. Το άπειρο ως νυμφίος. Έτσι κάπως νικιέται ο θάνατος. Ή καλύτερα, παύει να έχει τόσο απόλυτη, τόσο ακατάλυτη σημασία…

….γράφει ο Μάνος Στεφανίδης στο πρώτο από τα τρία σχεδόν τρίδυμα πεζά του, τους «Τελευταίους χαιρετισμούς», εν μέσω των οποίων αναζητεί στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο μια γυναίκα με λευκασμένα μαλλιά, κι ενώ παραμένουν «μπερδεμένες οι αγαπημένες γυναίκες στο μυαλό…αγαπημένες και κάποτε μισητές αλλά πάντα κεχαριτωμένες». Έναν άλλο ναΐσκο μας ανοίγει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: είναι ο ευκτήριος οίκος «επ΄ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λούρου», γνωστός από τον Βαρδιάνο στα σπάρκα του Παπαδιαμάντη.

Vittorio Sereni reading a book

Από τους χριστιανικούς ναούς στα ρωμαϊκά στάδια και από την εγχώρια πεζογραφία στην εκ δυσμάς ποίηση, με μια επιλογή ποιημάτων του Ιταλού Vittorio Sereni (γεν. 1913), ιδρυτή και συντάκτη του περιοδικού Corrente, στενού φίλου, μεταξύ άλλων, των Vasco Pratoliνi, Alessandro Parronchi, Elio Vittorini, εξόριστου στα στρατόπεδα των Ιταλών στρατιωτών του Πολέμου, σε Μαρόκο και Αλγερία. Ιδού τα Άλλα γενέθλια [1981]: Τέλη Ιουλίου όταν / κάτω από τις πέργολες ενός μπαρ στο San Siro / ανάμεσα σε κάγκελα και αψίδες διακρίνεται / ένα οποιοδήποτε κομμάτι του ηλιόλουστου σταδίου / όταν εκπλήσσεται η μεγάλη κενή λεκάνη / που καθρεφτίζει τον σπαταλημένο χρόνο και φαίνεται / ότι ακριβώς εκεί έρχεται να ξεψυχήσει ένα έτος / και δεν ξέρεις τι άλλο προετοιμάζει ένα άλλο έτος/ ας περάσουμε ακόμη μια φορά αυτό το κατώφλι / αρκεί ν’ αντέχει η καρδιά σου στα μεγάλα κύματα της πόλης / κι ένας σχιστόλιθος ν’ απλώνει το καλοκαιρινό χρώμα. [μτφ. Μαρία Φραγκούλη]

Σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ο Γιώργης Μυλωνάς γράφει για την Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου, μια μνημειακή ζωγραφική εγκατάσταση από είκοσι έξι έργα, μια πολυπρόσωπη τελετουργική αναπαράσταση που δημιούργησε ο καλλιτέχνης από το 1993 έως το 2000, με τίτλο «Μια προσωπική Νέκυια. Ένα εικαστικό ταξίδι για τη μνήμη». Η Νέκυια καθίσταται μια «προσωπική» υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό «ερωτική»· αφορά δικούς του ήρωες, που ταυτίζονται με τα ομηρικά πρόσωπα. Τα ζωγραφισμένα είδωλα δεν είναι φανταστικά· πρόκειται για πρόσωπα πραγματικά, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έσμιξαν μαζί του. Έτσι, η εικόνα της μάνας παραπέμπει στην Αντίκλεια, του ηδονικού χορευτή στον Ελπήνορα, του δασκάλου στον Τειρεσία και πάει λέγοντας. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με είδωλα δισυπόστατα: τα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας εδώ μιλάνε μέσα από αγαπημένες φωνές, παίρνουν τα χαρακτηριστικά, την έκφραση και τις χειρονομίες δικών και φίλων, σαρκώνονται στα πρόσωπα που ανακαλεί πλέον ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Μαρωνίτης, μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται. Γράφει ο ζωγράφος για το ερωτικό στοιχείο στην σύνθεσή του:

ΝΕΚΥΙΑ

Όπως δούλευα με την ιδέα της Νέκυιας, ξαφνικά προβάλλανε δυο «αδέσποτοι» μαστοί, οι οποίοι δε μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Ένα μήνα παιδεύτηκα για να δω πού ανήκουνε, σε ποιο γεγονός αναφέρονται! Ήταν μια συνεύρεση τυχαία; Ξαφνικά πρόβαλλε αυτό το κομμάτι, μια μνήμη, που προσπάθησα να τη μεταφέρω. Ήτανε λοι­πόν, μια θεία μου – την εποχή εκείνη θάμουν 11 χρόνων, ίσως και πιο μικρός -, όπου έμενε στο επάνω σπίτι με το θείο μου. Στην κουζίνα είχε βάλει μια λεκάνη και πλενότανε. Το αίσθημα που μου γεννήθηκε, όταν την είδα, ήταν πρωτόγνωρο! Προ­φανώς ήταν το ερωτικό ξύπνημα, που δε μπορούσα μικρός να καταλάβω. Και παριστάνεται, όχι όπως ήταν πραγματικά, αλλά όπως εγώ την έβλεπα, με έντονη επιθυμία.

Το τεύχος συμπληρώνεται με ποίηση του Varlam Shalamov (μτφ. Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ένα ακόμα κείμενο για το παπαδιαμαντικό έργο (Σάββας Παύλου), δύο δοκίμια για τον Κάλβο (ως μεταφραστή της Ιλιάδας από τον Μιχαήλ Πασχάλη και ως προς την σχέση του, όπως και του Ελύτη με την αρχαία γραμματεία από τον Γιώργο Βαρθαλίτη), εκτενή κριτικό έργο του Νίκου Λάζαρη (Τάσος Αναστασίου, Λαοκράτης Βάσσης, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αντώνης Μακρυδημήτρης), κείμενα για τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Μιχαηλίδη, ποιήματα των Γιάννη Τζανετάκη και Σπύρου Γεωργίου, σχέδια του Χρόνη Μπότσογλου κ.ά.

[Σελίδες 128]

Στις εικόνες: Vittorio Sereni / Προσωπική Νέκυια Χ. Μπότσογλου.

Εντευκτήριο τεύχος 106 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2014, κυκλοφ. Φεβρουάριος 2015)

106

Σελίδες για τον Χριστόφορο Λιοντάκη

Ο εφηβικός κήπος, περιβόλι ή ροδώνας, τα οπωροφόρα και οι μετωνυμίες τους, φύλλα νεραντζιάς, αμύγδαλα λευκά και ρόδι, φλούδες πορτοκαλιού, ο εσπερινός ελαιώνας και το αμφίσημο ορεινό μονοπάτι της Κρήτης […]· αντιστικτικά, το αττικό τοπίο στο φως του δειλινού στον Υμηττό ή Απρίλιο μήνα στο Σούνιο άνθη και βοτάνια, ντοματιές, σταφυλιές και δυόσμος, άρωμα φασκομηλιάς, η ευωδιά του πικραμύγδαλου, εικόνες θαλερές και μυρωμένες στιγμές, μοιάζει να διαμορφώνουν μια τρυφερή επιφάνεια πάνω στην οποία ακουμπάει η ποιητική γλώσσα του Λιοντάκη, για να ξετυλίξει τη διήγησή της. Γιατί η φύση είναι το περίγραμμα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, η πηγή απ’ όπου η ψυχή του ευαίσθητου δέκτη δεν μπορεί να ξεφύγει αλλά ξαναγυρνά ολοένα, όπως στον τόπο του εγκλήματος…

…γράφει η Μαριλίζα Μήτσου στο κείμενό της για Πρόσωπα και προσωπεία του μύθου στην ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη, ενσωματώνοντας σε μια παράγραφο λέξεις, φράσεις και νοήματα από τα ποιήματα της συλλογής του Ο Μινώταυρος μετακομίζει. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Λιοντάκη, κάποτε σε μια εποχή όπου συχνά, κάτι που συνεχίζω ακόμα και σήμερα αν και σε μικρότερο ποσοστό, επέλεγα να αγοράσω μια συλλογή με βάση τον τίτλο της. Και πώς μπορούσε να αγνοηθεί μια έστω και υπόνοια πως ο Μινώταυρος δεν βρίσκεται πια εκεί που τον αφήσαμε;

Μ’ εναγκαλίζεται ο μινώταυρος / μας είδανε μαζί πολλές φορές / με κυνηγά / τον κυνηγώ / ποικίλλουν οι φήμες.

b14042

Σ’ εκείνη την συλλογή [1982] ενώνει δυο περιόδους στην ποιητική του Λιοντάκη, όπως γράφει η Χριστίνα Ντουνιά στο δικό της κείμενο, που εστιάζει στα δικαιώματα του «θυμού». Αρχικά επιχειρείται μια πρώτη συμφιλίωση με τη γενέθλια γη και τις απωθήσεις της παιδικής ηλικίας, μια δύσκολη εξομολόγηση στην ανίχνευση του τραύματος ή του βιώματος που γίνεται εμπειρία, μέσα από έναν απαιτητικό δρόμο αναστοχασμού. Ύστερα αναδύονται τα θραύσματα του αρχαίου μύθου αλλά και μιας αιώνιας φύσης. Το αφιέρωμα ξεκινάει με ένα αδημοσίευτο ποίημα του Λιοντάκη και περιλαμβάνει δυο πολύτιμα παλιά δημοσιεύματα εφημερίδων από τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Γιάννη Τσαρούχη, κείμενα των Διονύση Χαλκωματά, Βαγγέλη Χατζηβασιλειου, Τιτίκας Δημητρούλια, Ζαχαρία Κατσακού και άλλων, καθώς και μια σύντομη εργοβιογραφική παρουσίαση σε επιμέλεια του τελευταίου.

Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει πεζογραφήματά του: ακούγεται σαν ενύπνιο αλλά είναι ο τίτλος του πολύτιμου ψηφιακού δίσκου που συνοδεύει το τεύχος, με αφορμή την συμπλήρωση τριάντα ετών από τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα [16.2.1985]. Εδώ ο συγγραφέας διαβάζει ο ίδιος πεζά του από τα βιβλία του Σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά, Καταπακτή, Η πρωτεύουσα των προσφύγων και Επιτάφιος θρήνος. Οι ηχογραφήσεις προέρχονται από τα αρχεία της οικογένειας Μιχάλη Μηλαράκη και Δήμητρας Ιωάννου -Μηλαράκη, του συλλέκτη Γιώργου Ζεβελάκη και του ραδιοφωνικού παραγωγού Γιώργου Ευσταθίου.

Ιωάννου

Στα δοκίμια του τεύχους ο Παντελής Μπουκάλας γράφει για τη φιλολογία ως προϋπόθεση της μετάφρασης, τον κριτικό λόγο και την αυτοκριτική μεταφραστική συνείδηση του Δ. Ν. Μαρωνίτη· ο Γιώργος Μαρκόπουλος για την ποίηση και την ποιητική της Κικής Δημουλά, με αφορμή την τελευταία της ποιητική συλλογή Δημόσιος καιρός· ο Αριστοτέλης Σαΐνης για τη νεανική αλληλογραφία Βασίλη Βασιλικού – Μένη Κουμανταρέα. Στην ποίηση αιφνιδιαζόμαστε από ένα ποίημα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (μτφ. Αχιλλέα Κυριακίδη) και διαβάζουμε ακόμη δημιουργίες των Λευτέρη Ξανθόπουλου, Γιάννη Υφαντή, και Κλεοπάτρα Ολυμπίου, του Ρουμάνου Νικήτα Στανέσκου (1933-1983, μτφ. Σταύρου Δεληγιώργη) κ.ά.

Διηγήματα και μικρά πεζά δημοσιεύουν μεταξύ άλλων οι: Γιάννα Μπούκοβα, Μαρία Κουγιουμτζή, Βάνα Χαραλαμπίδου, Τζάστιν Τόρρες (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) και Φίλιππος Δρακονταειδής. Μια ανάσα από το αξέχαστο κείμενο του τελευταίου:

…τέτοιες ώρες λέγονται τα κρυφά, τα ανείπωτα, τα πλακωμένα και ποδοπατημένα, τα αξεχείλωτα και τα αναπάντητα. «Αυτοί ξέρουν» συμπλήρωσε η Χρυσάνθη. «Τι ξέρουν;», πετάχτηκα. «Ξέρουν μήπως πως εσύ στα δεκαεφτά σου και εγώ στα δεκαπέντε μου αγκαλιαζόμαστε; Ξέρουν ως με έσφιγγες στην αγκαλιά σου και τα χέρια μου μάθαιναν και θέριζαν, αλώνιζαν, λίχνιζαν, μάζευαν το στάρι σου κα δεμάτιαζαν τα σανά σου, επειδή τα στάχυα σου είχαν θρέψει και ήταν στην εποχή σου; Ξέρουν πως ο μύλος μου άλεθε το στάρι σου και εσύ έβαζες το ζυμάρι, έπλαθες το ψωμί σου, το άφηνες να φουσκώσει, το φούρνιζες και το τρώγαμε ζεστό, έκοβες μπουκιές που βουτούσαμε στο μέλι;

[Σελίδες 176]