Archive Page 6

07
Απρ.
16

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

04
Απρ.
16

Μωρίς Σιακκής – 448 μίλια, εκατομμύρια νότες: Αναζητώντας τις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού στον αμερικανικό Νότο.

448

Περιπλάνηση στην μήτρα του ροκ εν ρολ

500 miles away from home, έλεγε ο ύμνος, που τραγουδήθηκε από τους προγόνους και τους νεώτερους. 52 μίλια λιγότερα έκανε ο συγγραφέας αλλά μας έδωσε το πλέον χορταστικό ροκ εν ρολ οδοιπορικό, που τελικά δεν μας βρίσκει πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά μας επιστρέφει στο άλλο μας σπίτι. Το βιβλίο είναι το τελευταίο που θα περίμενα να βρω γραμμένο σε ελληνική γλώσσα. Πρώτα από άποψη θεματολογίας: ένα ταξίδι στις απαρχές του ροκ εν ρολ, στην ιστορία και στην τοπογραφία της μουσικής που καθορίζει τις ζωές μας από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι ζούμε μέχρι σήμερα. Ύστερα από άποψη γραφής: αποτελεί ταυτόχρονα οδοιπορικό ενός εννιαήμερου ταξιδιού στον αμερικανικό Νότο· μουσική και τοπογραφική περιήγηση στις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού· ταξιδιωτική λογοτεχνία και οδηγό· αυτοβιογραφική αφήγηση σκέψεων και περιπετειών· συλλογή σύντομων βιογραφικών πολλών προσωπικοτήτων του ροκ· προσωπική ιστορική έρευνα για το θέμα· καταγραφή δεδομένων με πίνακες και ανέκδοτα στοιχεία. Είναι, τέλος, η άψογη έκδοσή του, πλημμυρισμένη με έγχρωμες φωτογραφίες τραβηγμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά και το γυαλιστερό της χαρτί που μοιάζει με προσωπικό λεύκωμα.

elvis_presley [ashleeeyyy]_

Η σύγχρονη μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα είναι δημιούργημα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι «μουσικές πόλεις» των ΗΠΑ, εκείνες που επηρέασαν ακριβώς αυτή την εξέλιξη είναι πολλές: από το Κάνσας Σίτυ ως το Λος Άντζελες, από το Μέμφις ως το Νάσβιλ, την Ορλεάνη, από την Νέα Υόρκη στο Ντητρόιτ, στο Σηάτλ, στο Σικάγο, στην Φιλαδέλφεια και το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά υπάρχει ένα γεωγραφικό – μουσικό τετράγωνο που υπήρξε η γενέτειρα και η γεννήτρια του ροκ εν ρολ· κι αυτό το οδοιπορικό κάλυψε ακριβώς αυτό το ηλεκτρικό τετράπλευρο που εκτείνεται σε σε τέσσερις πολιτείες, με επίκεντρο τέσσερις πόλεις: το Μέμφις (Τενεσή), την Χελένα (Άρκανσω), το Κλάρσκντέηλ (Μισισίπι) και το Μάσλ Σόουλς (Αλαμπάμα).

Sun Studio I

Το οδοιπορικό ξεκινάει από το Μέμφις, την γενέτειρα πόλη, όχι μόνο του Έλβις αλλά και του πρώτου ροκ εν ρολ δίσκου, του Rocket 88. Αλλά εκτός από τις απαρχές του είδους, υπάρχει και η προσωπική αφετηρία του καθενός μας, κι εδώ μοιράζεται μαζί μας την δική του: ένα πρωινό του Σαββάτου που μπήκε με την μητέρα του στο δισκοπωλείο «Καρυάτις» κι ενώ εκείνη διάλεγε την καθιερωμένη στο σπίτι κλασική μουσική, αυτός διάλεξε το Abbey Road, στο ιλιγγιώδες τότε ποσό των 140 δραχμών. Η ακρόαση του δίσκου δεν ήταν μόνο η εισαγωγή σε μια νέα μουσική αλλά και σε ένα νέο κόσμο, ένα άλλο περιβάλλον εννοιών, αξιών και οραμάτων. Το «λευκό» ροκ τον εντάσσει στους ροκάδες, αλλά η αναζήτηση τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι όλα ξεκίνησαν μαύρα. Τα υπόλοιπα είναι μια ιλιγγιώδης ιστορία, γεμάτη χιλιάδες δίσκους, εκατοντάδες συναυλίες, πολύ διάβασμα. Το ροκ εν ρολ έγινε το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς σε μια ζωή γεμάτη εναλλαγές. Κι έτσι το βιβλίο αυτό είναι και η μουσική του ενηλικίωση, η επίσκεψη στα μέρη απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Muddy Waters 2_

Στις πρώτες σελίδες ο Σιακκής μας εισάγει στην απαραίτητη άγνωστη για τους περισσότερους ιστορική αναδρομή, που ξεκινάει από τον 19ο αιώνα, οπότε και ανοίγει η αλυσίδα των ειδών: minstrelsy, coon songs, vaudeville, ragtime. Στην Νέα Ορλεάνη γεννιέται η jazz – η κατά πολλούς πρώτη αμερικανική μορφή τέχνης, που συνδυάζει την φόρμα και τον αυτοσχεδιασμό, ενώ παράλληλα τίθενται οι βάσεις του λαϊκού (popular) τραγουδιού και διαδίδεται η μουσική των εβραϊκής καταγωγής συνθετών που ήρθαν μετά τα ρωσικά πογκρόμ. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε νυχτερινά κέντρα, θέατρο και κινηματογράφο, είχε όμως σε μουσικά όργανα, που μπορούσε να παραγγείλει με mail order, ενώ σταδιακά η ηχογραφημένη μουσική έφτανε στο ραδιόφωνο ή τον φωνόγραφο.

SONNY_BOY

Όλη αυτή η μουσική «αποκέντρωση» οδήγησε στην ανάπτυξη των δυο καθοριστικών ειδών, της country και του blues. Οι Βρετανοί έποικοι των Αππαλαχίων οργάνωναν σιγά σιγά μια πρώιμη μουσική βιομηχανία, ενώ στο Νότο ακουγόταν η μουσική των νέγρων, μια μουσική τυμπάνων (μέχρι να απαγορευτούν και αυτά, ως τρόποι επικοινωνίας). Σύντομα η ανάμιξη αφρικανικής μουσικής με χριστιανικές επιρροές κατέληξε στο gospel, ενώ η κοσμική φιλοσοφία της λύτρωσης διοχετεύτηκε μέσα στα μπλουζ, που ποτέ δεν ήταν μοιρολόι αλλά εργαλείο ψυχικής ανάτασης. Εκείνα τα πρώτα μπλουζ ξεκίνησαν στο χωράφι ως μουσική που συνόδευε την δουλειά, συνεχίστηκαν στις πίσω αυλές των σπιτιών ως μουσική κίνησης και χορού, η μοναδική διασκέδασης των περιθωριοποιημένων νέγρων και βγήκαν στο δρόμο, με πλανόδιους μουσικούς και σε συγκεκριμένα μαγαζιά, μόνο για μαύρους.

Αλλά στα ραδιοκύματα δεν μπορείς να εφαρμόσεις φυλετικό διαχωρισμό· οι μαύροι άκουσαν hillbilly, οι λευκοί «race music», τα είδη αναμείχθηκαν, τα μπλουζ και η τζαζ επηρέασαν την κάντρυ για να βγει το swing, το ragtime εξελίχθηκε σε boogie woogie, στις πόλεις τα μπλουζ έγιναν ηλεκτρικά (πώς αλλιώς θα ακουστείς σε μια πολυσύχναστη πλατεία ή σε ένα γεμάτο κλαμπ;), το ηλεκτρικό μπλουζ με την προσθήκη πνευστών από τις μεγάλες σουίνγκ μπάντες δημιούργησε το rhythm & blues. Και μια μέρα του 1954, στο στούντιο της SUN ακούστηκε ένας νέος ήχος με μια φωνή που έμοιαζε μαύρη αλλά ήταν λευκή.

Sun Studio II

Βγαίνοντας έξω από το ξενοδοχείο στο Μέμφις ο συγγραφέας βλέπει μια γαλάζια Oldsmobile Rocket 88 του 1958, εκείνη που ονομάτισε τον πρώτο ροκ εν ρολ δίσκο του 1951, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον παραμορφωμένο ήχο στην κιθάρα (ελαφρώς τυχαία, καθώς ο ενισχυτής του κιθαρίστα έβαλε νερό από την βροχή). Το μοντέλο αυτό είχε και το περίφημο αποσπώμενο ραδιόφωνο με μπαταρίες για χρήση στην παραλία και στα πικ νικ. Στο Μέμφις, όπου μια οικογένεια μπορεί να αγοράσει σπίτι με εισόδημα τεσσάρων χρόνων, επιβεβαιώνεται και ένα από τα εντυπωσιακά μυστήρια των ΗΠΑ: κάποια ιστορικά σημεία να αξιοποιούνται τουριστικά στο έπακρο και κάποια άλλα να εξαφανίζονται από προσώπου γης χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει το American Sound Studio, όπου ηχογραφήθηκαν το The Letter [Box Tops], Suspicious Minds [Elvis Presley], Dusty in Memphis [Dusty Springfield] Sweet Caroline [Neil Diamond], Raindrops keep falling on my head [B.J. Thomas], τόσα και τόσα των Bobbie Womack, Waylon Jennings, Willie Nelson, Tammy Wynette, Petula Clarke – και ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να αφιερώσει από μια πυκνή παράγραφο γι’ αυτά τα τραγούδια.

Johnny Cash [Florian Rodarte]

Εδώ μετακόμισε ο Johnny Cash μαζί με την Vivian Liberto για να δουλέψει ως πωλητής ηλεκτρικών ειδών και οι επόμενες σελίδες αποτελούν μια σύντομη βιογραφία του «ανθρώπου με τα μαύρα ρούχα». Εδώ στο κατάστημα ρούχων Lansky’s στεκόταν έξω από την βιτρίνα ο 17χρονος Έλβις, δηλώνοντας στον ιδιοκτήτη πως όταν γίνει σταρ θα αγοράσει όλο το μαγαζί – μέχρι τότε κανείς λευκός, ακόμα και καλλιτέχνης, δεν διανοείτο να φορέσει ροζ κουστούμι. Στην Beale Street στέκει και το μαγαζί Schwab’s, το μόνο που διασώζεται από τότε, με είδη μαγείας, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της κουλτούρας του Νότου, ενώ στο Rock N Soul Museum ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η βάση της σύγχρονης μουσικής που ακούμε όλοι, είναι μια σταδιακή διαδικασία που ξεκίνησε από τους αγρούς της Βόρειας Αμερικής από φτωχούς και αγράμματους ανθρώπους και μέσα σε μισό αιώνα κατέκτησε όλο τον κόσμο».

Stax Studio II

Γυρίζω σελίδα και βλέπω την καμπυλωτή τριγωνική πρόσοψη ενός λευκού και βυσσινί κτίσματος. Είναι ο ραδιοφωνικός σταθμός WDIA, ο πρώτος που σχεδίασε το πρόγραμμά του να απευθύνεται αποκλειστικά στους νέγρους, με εμβέλεια από το Μιζούρι έως τον ωκεανό, και με βασικό κοινό τον πληθυσμό του Δέλτα του Μισισίπι. Η απήχηση αυτή δεν άργησε να πάρει και κοινωνικό χαρακτήρα: ακροατές περιέγραφαν παιδιά που είχαν χαθεί, εκκλησίες ανακοίνωναν εκδηλώσεις, δημιουργήθηκαν προγράμματα εύρεσης εργασίας, μεταφοράς παιδιών στο σχολείο, δωρεάν ψυχαγωγικών εκδηλώσεων για φτωχές περιοχές.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα περιστατικό αυτοκινητικού δυστυχήματος, με μια λευκή γυναίκα που κειτόταν στο δρόμο, αιμόφυρτη. Ήρθε νοσοκομειακό αλλά ήταν της εταιρίας που εξυπηρετούσε μαύρους και δεν επιτρεπόταν να την πάει στο νοσοκομείο. Μέχρι να φτάσει το νοσοκομειακό για λευκούς, η γυναίκα πέθανε. Αμέσως ο Αιδεσιμώτατος Μουρ έκανε έκκληση από το WDIA: «Φτιάχνουμε το ψωμί σας, μαγειρεύουμε το φαγητό, καθαρίζουμε το σπίτι σας και δεν αφήνετε τα ίδια χέρια που κάνουν όλα αυτά, να σηκώσουν μια γυναίκα και να την πάνε στο νοσοκομείο». Σε μια βδομάδα, ο νόμος είχε αλλάξει. Τα νοσοκομειακά μπορούσαν να μεταφέρουν τους πάντες. [σ. 65]

J. Rodgers Guitar

Το Μουσείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στεγάζεται στο Lorraine Motel, όπου δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο συγγραφέας αφιερώνει πολύτιμες σελίδες στην ιστορία του ανθρώπου και του κτίσματος αλλά και στην στρατηγική των ανάλογων αμερικανικών μουσείων, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί πουλάνε εξαιρετικά και με μελετημένα τουριστικά προϊόντα την ιστορία τους κι ας μετράει λιγότερα από διακόσια πενήντα χρόνια ιστορίας,. Η σύγκριση με ημεδαπά παραδείγματα τόπων μαχών αλλά και (προσθέτω) σύγχρονων πολιτικών θανάτων είναι ενδιαφέρουσα.

Στην συνέχεια ένα γεύμα στο περίφημο Arcade είναι απαραίτητο, καθότι το εστιατόριο έχει φιλοξενήσει πλείστες κινηματογραφικές σκηνές, από το Great Balls of Fire και το Mystery Train μέχρι το Walk the Line και το 21 Grams, όπως πολύτιμη είναι και η ξενάγηση στο εργοστάσιο της Gibson, της κιθάρας που κράτησε «πιστούς» της τους Jerry Garcia, Jimi Hendrix, George Harrison, Robert Johnson, Albert King, Mike Bloomfield, Jeff Beck, Eric Clapton, Jimmy Page, Neil Young, Mick Taylor, Les Paul, Β.Β. King. Ο τελευταίος αποτελεί αφορμή για μία από τις ευπρόσδεκτες παρεκβάσεις του συγγραφέα να μας πυκνώσει μια βιογραφία της ίδιας της κιθάρας αλλά και του King, που όταν έμαθε για έναν περίφημο καυγά για μια γυναίκα ονόματι Λουσίλ, ονόμασε έτσι όλες τις Γκίμπσον του.

John Lee Hooker [Adria Fruitos]

Στο κτίριο της περίφημης Stax Records, διαμορφωμένο κι αυτό σαν μουσείο, αρχίζουμε κι αισθανόμαστε έντονα συναισθήματα ζήλειας. Το πιο εντυπωσιακό του έκθεμα είναι ίσως μια ολόκληρη εκκλησία, που έχει μεταφερθεί στον χώρο κομμάτι – κομμάτι. Η εκκλησιαστική μουσική – γκόσπελ υπήρξε ένα από τα βασικά συστατικά της μουσικής παράδοσης των νέγρων και κατά την πεποίθησή τους η μουσική του Θεού – τα μπλουζ ήταν η μουσική του διαβόλου. «Η πρώτη σε προέτρεπε να ξεχάσεις την σκληρή πραγματικότητα μέσα από την προσευχή, η δεύτερη αποτελούσε μια γήινη διέξοδο: αν δεν μπορείς να την αλλάξεις, τουλάχιστον τραγούδησέ την». Σιγά σιγά διαμορφωνόταν ο κορυφαίος «ήχος της Stax», εκείνη η νότια σόουλ μουσική που έμοιαζε να αποτελεί ένα νέο είδος από μόνη της. Κάποιοι λένε ότι το ακουστικό αποτέλεσμα προερχόταν από την διαρρύθμιση του χώρου (παλιό σινεμά), άλλοι από την εμφύτευση μηχανημάτων και οργάνων στο δάπεδο από τους ιδιοκτήτες, για να μην κλαπούν! Εδώ η συνύπαρξη λευκών και μαύρων κάτω από την ίδια στέγη ήταν αυτονόητη.

Stax Studio

Στις επόμενες σελίδες παρελαύνουν μερικές από τις σπουδαίες της μπάντες και η ιστορία τους: Οι περίφημοι Booker T & the MGs αποτέλεσαν και σύμβολο κοινωνικής ενότητας, καθότι δυο μέλη ήταν λευκοί και δύο μαύροι, σε μια πόλη όπου ίσχυε δια νόμου ο φυλετικός διαχωρισμός· οι Sam & Dave που δεν μίλησαν εκτός σκηνής για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά ενέπνευσαν μεταξύ άλλων και τον περίφημο χορευτικό ρυθμό jerk· ο «velvet bulldozer» Albert King, για τον οποίο ο Mike Bloomfield είχε πει ότι με τέσσερις νότες γράφει έναν τόμο· ο Isaac Hayes που διαφοροποίησε τον ήχο της εταιρείας με τραγούδια μεγαλύτερης διάρκειας και υποβλητικότερα φωνητικά. Φεύγοντας από το μουσείο ο συγγραφέας έχει πάρει τις διευθύνσεις των σπιτιών σημαντικών καλλιτεχνών, όλες σε φτωχικές γειτονιές νέγρων στο νότιο Μέμφις, κι αυτό αποτελεί ευκαιρία μια νέα περιγραφική και φωτογραφική περιπλάνηση.

Εκατόν πενήντα μίλια μακριά – κοντά από το Μέμφις ανοίγεται το Μασλ Σόουλς και η πολιτεία Αλαμπάμα και πάνω στον αυτοκινητόδρομο 72 West μας περιμένει το Alabama Music Hall, με την γωνιά του Nat King Cole, του Hank Williams και πλείστων άλλων μορφών του ροκ· παρακάτω στο Fame Studio κυκλοφορεί ακόμα η αύρα της Aretha Franklin, ενώ ένα μικρό κτίσμα φέρει τον βαρύ τίτλο 3614 Jackson Highway, τόπο ηχογράφησης όχι μόνο του ομώνυμου δίσκου της Cher αλλά και των Oh how we danced [Jim Capaldi], Lookin’ for a love again [Bobby Womack], Phases and stages [Willie Nelson], Night Moves [Bob Seger & SBΒ]. Ο συγγραφέας εντοπίζει το σπίτι όπου έγινε η φωτογράφηση για το άλμπουμ των Big Star Sister Lovers, αυτής της τόσο παραγνωρισμένης μπάντας.

Hank Williams_

Δεν αργεί ένα ακόμα προσκύνημα σε σπουδαίο τόπο: το στούντιο της Sun, που εξωτερικά μοιάζει με μικρό μαγαζί, σαν κουρείο. Και μιλώντας για αδικημένους καλλιτέχνες, δεν γίνεται να μη λείψει ο Carl Perkins, που έφτασε στην Sun χάρη στον Έλβις. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζευγάρι των Γιαπωνέζων επισκεπτών του Μέμφις στην ταινία Mystery Train διαφωνεί ως προς το ποιος ήταν μεγαλύτερος από τους δυο. Οι σελίδες που αφιερώνονται στον Πέρκινς είναι από τις πλέον πολύτιμες του βιβλίου, όπως βέβαια και η ιστορία του ιδρυτή της εταιρίας και του στούντιο του Ήλιου, Sam Phillips.

Πώς μπορεί να προσπεράσει κανείς την περίφημη Graceland, το σπίτι του Έλβις, το δωμάτιο με τις τρεις τηλεοράσεις που έπαιζαν ταυτόχρονα, το μουσείο των αυτοκινήτων του, με την ροζ Κάντιλλακ που δώρισε στην μητέρα του ή το κόκκινο MG που οδηγούσε στην ταινία Blue Hawaii… Ο Έλβις αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα μουσικού που έμαθε την μουσική πρώτα από την εκκλησία και μετά από το ραδιόφωνο και υπήρξε η ζωντανή ανταπόκριση στην ευχή του Σαμ Φίλιπς: να βρεθεί ένας λευκός με μαύρη φωνή. Και πράγματι, ήταν ο πρώτος που έσμιξε με τέτοιο τρόπο τα μπλουζ με την κάντρυ, τραγουδώντας σαν μαύρος.

Elvis Cadillac

Ακολουθεί η πολιτεία του Μισισίπι, η γενέτειρα των περισσότερων μπλούζμεν (John Lee Hooker, Ike Turner, Sam Cooke, Junior Parker). Χρειάστηκε κι εδώ η ερευνητική έμπνευση των πατέρα και υιού Λόμαξ, που ηχογραφούσαν διάφορους μουσικούς όπου τους έβρισκαν: στο σπίτι, στο χωράφι, στο τοπικό κατάστημα. Εκείνοι συνέλεγαν για την Βιβλιοθήκη του Κονγκρέσου, στην ουσία όμως για την αθανασία. Για τους λάτρεις των ατέλειωτων δρόμων μπροστά μας ανοίγεται ο Highway 61 και για τους ριψοκίνδυνους το σταυροδρόμι που ο Robert Johnson πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο και μεταμορφώθηκε από μέτριο μουσικό σε μοναδικό δεξιοτέχνη κιθαρίστα.

Στην μικρή πόλη Κλάρσκντέηλ ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός στεγάζει το πιάνο του Otis Spann και την … καλύβα του Muddy Waters, επανασυναρμολογημένη κομμάτι – κομμάτι. Έξω στην οδό John Lee Hooker αφουγκραζόμαστε την ιστορία του μπλουζίστα και αντικρίζουμε την τοιχογραφία του Sonny Boy Williamson. Αμφότεροι συνήθιζαν να μένουν στο Riverside Hotel, όπου κατέλυαν όλοι οι μουσικοί που περιόδευαν σ’ αυτά τα μέρη. Εδώ άφησε την τελευταία της πνοή η Bessie Smith και το κτίσμα αποκαλύπτει λίγους από τους μύθους του, χάρη και στην ευγενή ξενάγηση του ιδιοκτήτη. Άραγε πράγματι η Σμιθ πέθανε επειδή δεν την δέχτηκε το αποκλειστικά για λευκούς νοσοκομείο, όπως διασώζει ένας ακόμα μύθος;

Bessie Smith_

Ακολουθούν κι άλλες περιπλανήσεις στην τέταρτη πλευρά του επιλεγμένου μουσικού τετραγώνου, στην Χελένα του Άρκανσω, άλλου ενός χώρου συγκέντρωσης μπλούζμεν από την περιοχή του Δέλτα. Μια από τις τελευταίες επισκέψεις του συγγραφέα γίνεται πίσω στο Μέμφις στην εκκλησία όπου κάνει λειτουργία ο περίφημος Al Green, ο κορυφαίος σόουλ τραγουδιστής που ακολούθησε τον δρόμο του Θεού. Ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι όταν τον έπιασε να ακούει Jackie Wilson αλλά ο Willie Mitchell τον έπεισε να μην προσπαθεί να τραγουδάει όπως ο Wilson ή ο Wilson Pickett ή ο Sam Cooke. H εξαιτίας του αυτοχειρία της ερωμένης του τον οδήγησε στον δρόμο της ιερωσύνης, χωρίς να παρατήσει την μουσική. Έξω στον δρόμο αναζητούμε το παγωτατζίδικο Jerry’s Sno Cones, που χρησιμοποιήθηκε για τα γυρίσματα του Great balls of fire. Ο Jerry Lee Lewis στα 1957 ήταν ήδη ένας σταρ που όμως έπαιζε πιάνο, ένα όργανο που τον καταδίκαζε να μένει ακίνητος. Κι έτσι άλλαξε τους κανόνες του: έπαιζε και με τα δυο χέρια, κλωτσούσε το κάθισμα, χοροπηδούσε, κάποτε του έβαζε φωτιά. Η γνωστή πτώση του ήρθε να συμπληρώσει μια σειρά από απώλειες πριγκίπων του ροκ εν ρολ. Ο Little Richard χάθηκε στην εκκλησία, ο Buddy Holy έπεσε από τους αιθέρες, ο Elvis κατατάχτηκε στον στρατό. Αλλά οι σπόροι τους είχαν ήδη βλαστήσει.

Memphis Al Green

Είναι παντού εμφανές στο βιβλίο ότι ο συγγραφέας από την μία πήρε απολύτως σοβαρά το σχέδιό του κι από την άλλη το απόλαυσε στο έπακρο. Η έκδοση συμπληρώνεται με βιβλιογραφία και πήγες ανά κεφάλαιο (βιβλία, ταινίες και ντοκιμαντέρ, έντυπα και διαδικτυακά άρθρα), ευρετήριο καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, απόδοση ονομάτων και τοποθεσιών στα αγγλικά και τα ελληνικά και μικρό γλωσσάρι ξένων λέξεων που απαντώνται στο βιβλίο.

Εκδ. Μαριλού, 2013, σελ. 223. Όλες οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα και τραβήχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010. Βλέπουμε με την σειρά: 1, 2: Sun Studio, Memphis, 3: Stax Studio,, Memphis, 4: Η κιθάρα που έδωσε ο Jimmie Rodgers σε ανταλλαγή για το κόστος επισκευών του [1928, Loretta, Tennessee], 5: Stax Studio, Memphis, ο χώρος υποδοχής, επανασχεδιασμένος στην λεπτομέρεια, όπως ήταν παλιά, 6: Η ροζ Cadillac του Elvis, 7: Memphis. Το στούντιο όπου ηχογράφησε πολλές επιτυχίες του ο Al Green. 

Στις υπόλοιπες εικόνες, από την ηλεκτρονική πινακοθήκη του ροκ εν ρολ: Elvis, Muddy Waters, Sonny Boy Williamson, Johnny Cash, John Lee Hooker, Hank Williams, Bessie Smith.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 204.

02
Απρ.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 173. Χρύσα Φάντη

XF

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Για θύρα δεν είμαι σίγουρη, οι θύρες κάποτε αποδεικνύονται αδιέξοδες μπουκαπόρτες. Λοξοκοιτώντας από το φιλιστρίνι θα μιλούσα για ένα παιχνίδι ανάμεσα φαντασίας και πραγματικότητας, μια κολεγιά λοξής ματιάς και επινοημένης μνήμης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο «Δόντι του Λύκου», εξομολογήσεις και παραληρήματα ανθρώπων κερματισμένων, μνήμες ατομικές ή συλλογικές, υπνοβασίες και όνειρα, παλινδρομούσαν ανάμεσα σε ένα ζοφερό παρελθόν κι ένα θρυμματισμένο παρόν. Επρόκειτο για μια συλλογή από 13 διηγήματα που άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά το 2002 και, φτάνοντας τελικά στο σύνολο τις 37.000 λέξεις, εκδόθηκαν το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο πρώτο μου εκείνο πόνημα επέλεξα τη μικρή φόρμα σαν ένα στοίχημα, γοητευμένη από την πύκνωση που αυτό το είδος απαιτεί, και υιοθετώντας ένα λόγο όσο το δυνατόν πιο ελλειπτικό. Εννέα χρόνια μετά, στην «ιστορία της Σ.», -ένα μυθιστόρημα 310 σελίδων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη- η αφήγηση άγγιξε περισσότερο το αλλόκοτο, το γκροτέσκο και το νουάρ. Εν κατακλείδι, αν και τα γεγονότα ήταν  αληθοφανή και οι τόποι συγκεκριμένοι (Ερεσός του ’50, Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και του ’70), τα νήματα της αφήγησης προχώρησαν μέσα από  ένα ου-τοπικό ράβε ξήλωνε.

xrisa-fanth

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Mε τους επινοημένους ήρωες συμβαίνει ό,τι και με τους φίλους. ΄Αλλοι σ’ ακολουθούν, άλλοι σού σκάβουν ανεπαισθήτως λαγούμια, οι αυτονομημένοι προχωρούν ερήμην σου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Πρόκειται για μια επίπονη διεργασία, ένα παιχνίδι του νου, αλλά με πολύ βάσανο και κόπο του σώματος. Γράφω και σβήνω, στο τέλος, αν μπορεί να υπάρξει τέλος, παράγραφοι και κεφάλαια θα μεταφερθούν σε κάποιο άλλο σημείο μέσα στο κείμενο ή σε κάποιο άλλο αρχείο, για να επανέλθουν ίσως  μετά από καιρό σε κείνο το αρχικό, που στο μεσοδιάστημα θα έχει υποστεί τόσες πολλές και διαδοχικές παρεμβάσεις που θα έχει καταστεί αγνώριστο. Σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα όλο αυτό προσφιλές.

images (1) (1)

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες μπορεί να έρθουν οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Περπατάς, τρως, ή έχεις μόλις ξυπνήσει, και ως εκ του πουθενά κάτι παλιό και μπερδεμένο ξεκαθαρίζει, μια νέα  εικόνα σού παρουσιάζεται μέσα από μια άλλη διάσταση. Το δόκανο όμως, πάνω σε μια κόλλα χαρτί ή μπροστά από έναν υπολογιστή θα το στήσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν άρχισα να γράφω συστηματικά, για να ξορκίσω τη σιωπή είχα στο πλάι μου ένα μαγνητοφωνάκι και άκουγα σχεδόν υπνωτιστικά τα ίδια και τα ίδια κομμάτια. Εδώ και  χρόνια γράφοντας σε ένα σπίτι μέσα σε δάσος αρκούμαι στα τιτιβίσματα.

jelinek 1

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφενεία, αίθουσες αναμονής, αεροπλάνα, τρένα, μετρό. Κάποιες κατόπιν επεξεργάστηκα, άλλες τις πέταξα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα νομικά και παιδαγωγικά, εργάστηκα για μια εικοσιπενταετία σε διάφορα δημόσια σχολεία, ασχολήθηκα με θέματα που αφορούσαν παιδεία, πολιτική, νόμους και δυναμική των ομάδων, εμμέσως, κάποια από αυτά τα βιώματα ίσως επηρέασαν και την συγγραφή. Αλλά η συγγραφή ως διαδικασία βρίσκεται συνήθως σε ακραίο ανταγωνισμό με τα παραπάνω.

Virginia Woolf by Danielle Fraser_

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ποίηση γράφουμε, η αφήγηση είναι το πρόσχημα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μονογραφία όχι.  Ένα μυθιστόρημα όπου η  Έρπενμπεγκ θα ανάπνεε στο ίδιο δωμάτιο με τη Γιέλινεκ,  και η Πλαθ θα ψυχαναλυόταν στο ίδιο ντιβάνι με τη Γουλφ, θα το έβρισκα συναρπαστικό. Στην πραγματικότητα δεν νομίζω πως θα αποκτήσω ποτέ τέτοια κότσια.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Κείμενα που μάλλον διαφέρουν από όσα έχω μέχρι στιγμής εκδώσει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Author Truman Capote (1924 - 1984) relaxes with a book and a cigarette in his cluttered apartment, Brooklyn Heights, New York. Original Publication: A Wonderful Time - Slim Aarons (Photo by Slim Aarons/Getty Images)

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα, συνειρμικά, και προφανώς ασύμμετρα: Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Φόκνερ, Προυστ,  Τζόις, Κάφκα, Μαν, Μούζιλ, Μπέκετ, Ιονέσκο, Καμύ, Σαρτρ, Ντιράς, Γουλφ,  Πίντερ,  Μπέρχαρντ, Ναμπόκοφ, Σελίν, Σουίφτ, Κάρβερ, Μπόρχες, Μαρκές, Σεμπρούν, Σεπούλβεντα, Μπάνβιλ, Μπαρίκο, Χάντκε, Καλβίνο, Τουρνιέ, Καπότε, Μόρισον… Βουτυράς, Βιζυηνός, Τσίρκας, Χατζής, Δούκας, Γονατάς, Χάκκας, Μάτεσις, Κουμανταρέας, Βαλτινός, Γουδέλης, Δημητριάδης, Δημητρίου, Νόλλας, Καλοκύρης, Μαυρουδής, Σιώτης, Σωτηροπούλου, Μήτσορα, Φάις, Κολιάκου, Ατζακάς, Σωτάκης, Καβανόζης, Παπαμόσχος, Αγγελάκης …

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Δαιμονισμένοι, ο Ηλίθιος, το Υπόγειο (Ντοστογιέφσκι), Φως τον Αύγουστο (Φόκνερ), Δουβλινέζοι, Οδυσσέας (Τζόις), Τα Ημερολόγια, Η Δίκη, ο Πύργος, Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Προύστ) Ω, οι ωραίες μέρες, όλοι εκείνοι που πέφτουν, Μολόι, Πώς είναι (Μπέκετ), Τρεις νουβέλες (Μαν) Δεσμοί (Μούζιλ) Το στοιχειωμένο σπίτι, Κυρία Ντάλαγουει, Τα κύματα (Γουλφ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν),  Ο κινέζος του πόνου (Χάντκε) Το παιχνίδι της αντιστροφής (Ταμπούκι) Γαλάζια μάτια (Μόρισον) Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ) Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας) Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου) Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις) Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (Χάκκας) Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου) Βιοτεχνία υαλικών (Κουμανταρέας)…

Handke 2

… Το διπλό βιβλίο (Χατζής) Η αυλή των θαυμάτων (Καμπανέλης) Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο (Βαλτινός) Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (Σωτηροπούλου), Πεθαίνω σαν χώρα (Δημητριάδης) Από το ίδιο ποτήρι,  Ελληνική Αϋπνία, Πορφυρά Γέλια, Κτερίσματα, Το κίτρινο σκυλί, Στο παγκάκι του κανένα, Από το πουθενά (Φάις) Ντιάλιθ ιμ, Χριστάκη, Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, Το κουμπί και το φόρεμα (Δημητρίου), και από τους νεότερους, Χοιρινό με λάχανο (Καβανόζης) Κάτι θα γίνει, θα δεις (Οικονόμου) Θερμοκρασία δωματίου (Κολιάκου), Το γυμνό της σώμα (Αστερίου) Η πράσινη πόρτα (Σωτάκης) Κατάσταση φούγκας (Ράπη) Ακόμα Φεύγει (Μπογιάνου) … και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα περισσότερα εκείνων στους οποίους έχω ήδη αναφερθεί.

Toni Morrison

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πρωτοεμφανιζόμενοι που διακρίθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, με τα βιβλία: Το τραγούδι του Λύγκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (Σιαφάκα) Καιροί τέσσερεις, Ο ψίθυρος  της Ευδοκίας (Καράμπελα), Ο βυθός είναι δίπλα (Βουδούρης), Χορός στα ποτήρια (Τάτση), Μια χαρά (Κυθρεώτης), Η Βικτώρια δεν είναι εδώ (Τσίρμπας), Αλεπούδες στην πλαγιά (Ανυφαντάκης), Καρυότυπος (Παπαντώνης) η Αϊσέ πάει διακοπές (Σωτηρίου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, η κεντρική περσόνα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεγκ, η Ραραού στην μητέρα του σκύλου του Μάτεσι, οι αντιήρωες στα βιβλία του Δημητρίου και του Φάις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ενδεικτικά: Το Δέντρο, τα (δέ)κατα, το Εντευκτήριο, ο Πόρφυρας, ο Μανδραγόρας, ο Αναγνώστης, το Οροπέδιο, το Φρέαρ, οι Στάχτες, το Φράκταλ, το Ιntellectum, η Θράκα, το Νέο Πλανόδιο, το Αίτιον, και όλα όσα ασχολούνται κυρίως -ή εξ ολοκλήρου- με την καλή ποίηση και πεζογραφία. Από τα μη ενεργά το Διαβάζω, το Πάλι και το Πλανόδιο.

bernhard

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι.  

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις παρακολουθώ συστηματικά. Τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό υπάρχουν κριτικές τεκμηριωμένες, ενώ στον ηλεκτρονικό οι αναφορές σε συγγραφείς λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου αξιόλογους είναι συχνότερες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

2008, είμαι στη Βενετία με προορισμό την Ελβετία, κάθομαι σε ένα παγκάκι στον σταθμό του τραίνου και περιμένω το επόμενο, διαβάζω για πρώτη φορά Γιέλινεκ – την Λαγνεία συγκεκριμένα – και συνεχίζω να την διαβάζω και μέσα στο τρένο, μέχρι που ανακαλύπτω πως αντί για την Ελβετία έχω βρεθεί στα Σκόπια. Κερασάκι στην τούρτα, κάποιοι μού έχουν κλέψει τη τσάντα.

Duras_

Είμαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου με προορισμό την Άνδρο, δίπλα μου ένας άντρας με τριμμένο και παλιομοδίτικο παλτό έχει ανοιχτό στα πόδια του ένα βιβλίο, ρίχνω λοξές ματιές  στο βιβλίο… και συνεχίζοντας την ανάγνωση αντιλαμβάνομαι πως η υπόθεση αφορά έναν κύριο που μες στο κατακαλόκαιρο φοράει επενδύτη. Επιστρέφω στο σαλόνι του πλοίου και από την τηλεόραση ακούω τον ποιητή Λίκο σε ένα παλιό ποιητικό αφιέρωμα στον φίλο του Εμπειρίκο να απαγγέλλει το ίδιο απόσπασμα. Ο Λίκος προφέρει καθαρά την λέξη επενδύτης, εγώ όμως ακούω επενδυτής. Είναι καλοκαίρι του 2015, «Η γαλήνη ήτο απόλυτος. Η επιφάνεια της θαλάσσης ήτο λεία και έλαμπε εις τον ήλιον, άνευ πτυχών, άνευ κυμάτων»… και το βιβλίο έχει τίτλο: Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, 1936-1946, τυπωμένο στην Ελλάδα το 1974.

jenny erpenbeckΠερί αιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αγαπημένοι για την σκηνοθετική τους ματιά: Φελίνι, αδελφοί Ταβιάνι, Σκορτσέζε, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, Κούνδουρος, Παναγιωτόπουλος, Τερζόπουλος, Βογιατζής, και επιπλέον για την ηθοποιία τους: Βογιατζής, Κοκκίδου, Μουτούση, Καλτσίκη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εργαλείο έρευνας και εύκολο μέσο επικοινωνίας, αλλά στο κρεσέντο της διαδικτυακής ροής αν δεν μπεις υποψιασμένος αποδιοργανώνεσαι.

Federico Fellini on the set of Satyricon, phorographed by Mary Ellen Mark, 1969_

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι, γιατί μάλλον θα έπληττα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερ: «Γιατί γράφετε;»

Απ: «Εσείς;»

Στις εικόνες: Elfriede Jelinek, Virginia Woolf [Danielle Fraser], Truman Capote [Aaron Slims, 1958], Peter Handke, Toni Morrison, Thomas Bernhard, Marguerite Duras, Jenny Erpenbeck, Federico Fellini [γυρίσματα του Satyricon, Mary Ellen Mark, 1969].

31
Μαρ.
16

Ρόμπερτ Βάλζερ – Ο περίπατος

R. Walser

«Αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας, αργόσχολος αλάνης»;

O περιπατητής συναντά πάντα κάτι αξιοπερίεργο, κάτι που τρέφει τη σκέψη του, κάτι φανταστικό, και θα ήταν ανόητος αν παρέβλεπε αυτή την πνευματική διάσταση, ή ακόμα την απέρριπτε. Όμως, δεν θα το κάνει. Αντιθέτως, καλοδέχεται κάθε αλλόκοτο και ασυνήθιστο φαινόμενο, αισθάνεται φίλος και αδελφός του, επειδή κάτι τέτοιο τον μαγεύει. Το μετατρέπει σε σώμα με σχήμα και ουσία, του προσδίδει δομή και ψυχή, όπως ακριβώς αυτό με τη σειρά του τον εμψυχώνει και τον εμπνέει. [σ. 183, 185]

Έχουμε ήδη απολαύσει το Κατά Βάλζερ Εγχειρίδιο της πρόθυμης υποταγής και έχουμε καταθέσει μια ταπεινή αναφορά περί Ύστατων Ημερολογίων και Φανταστικών Θανάτων στα περιοδικά (δε)κατα και Το Δέντρο αντίστοιχα (εδώ και εδώ αντίστοιχα). Προτού εισχωρήσουμε στην βασική γενεαλογία του βαλζερικού κόσμου οφείλουμε να διαβάσουμε το έργο που εκφράζει όσο κανένα άλλο την αυθεντική περιπλανητική ψυχή του: τον Περίπατο. Αλλά ας θυμηθούμε μερικές σκέψεις της Ελφρίντε Γέλινεκ για τον Βάλζερ, από το εξαιρετικό της βιβλίο των συνομιλιών της με την Κριστίν Λεσέρ.

R. Walser 1

Η Γέλινεκ ομολογεί ότι σε καθένα από τα βιβλία της κρύβει μια φράση του Βάλζερ, ενώ θεωρεί αδύνατο να καταφέρει ως συγγραφέας να επιτύχει όσα πέτυχε ο ίδιος: να πει τα πάντα με αυτήν την φαινομενική απλότητα. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Στον Βάλζερ η αισθητικότητα της γλώσσας του είναι παρόμοια με όλα τα υπόλοιπα. Είναι σαν να χρειαζόταν διαρκώς να μαθαίνει τα πράγματα γράφοντάς τα. Ο Βάλζερ λέει πάντοτε «εγώ»αλλά πρόκειται για ένα «εγώ» που δεν είναι «εγώ». Πρόκειται για έναν μηχανισμό, ένα εγώ που σχίζεται στα δύο και μπορεί ακόμη και να επιμεριστεί περισσότερο. Άλλωστε οι μόνοι συγγραφείς που την ενδιαφέρουν είναι εκείνοι που γνωρίζουν την τρωσιμότητα του εγώ, ενώ οι άλλοι, που φωνάζουν διαρκώς «εγώ» κατονομάζοντας τον ίδιο τους τον εαυτό τής είναι πλήρως αδιάφοροι.

Κατά βάθος ο Βάλζερ, συνεχίζει η Γέλινεκ, δεν έχει γράψει παρά μόνο ένα μεγάλο κείμενο που διαχέεται αποσπασματικά σε μια πληθώρα κειμένων. Η γραφή του είναι ουσιαστικά αποσπασματική, όπως και στον Κάφκα ή τον Μπέρχαρντ. Ο Βάλζερ αναζητούσε μέσω της γραφής ένα σημείο καθήλωσης στην πραγματικότητα κι αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στον Περίπατο. Αυτός ο τρόπος να προσηλώνεται σε καθετί που βλέπει, σε καθετί που συναντά στο δρόμο είναι ίσως η απόλυτη μεταφορά της γραφής του. Και, πράγματι, ο Περίπατος αποτελεί μια καταγεγραμμένη αργή λεπτομερή ουσιαστική και ανούσια περιπλάνηση.

R. Walser 3

Ο περίπατος αρχινά από τις πρώτες αράδες. Ο συγγραφέας εγκαταλείπει τον χώρο όπου γράφει, «το δωμάτιο των φαντασμάτων», και βγαίνει βιαστικός στον δρόμο. Γρήγορα λησμονεί τον βασανισμό του πάνω από την άδεια σελίδα και νοιώθει ευδιάθετα αναστατωμένος από την προσδοκία όσων μπορεί να του συμβούν ή να συναντήσει στον περίπατό του. Διαισθάνεται την ύπαρξη κάποιου κοντινού βιβλιοπωλείο, παρατηρεί τις επιγραφές που επιζητούν προσοχή και αναγνώριση, σημειώνει παρουσίες: ένας ιερέας, ένας ποδηλάτης, ένας χημικός, ένας σκύλος, δυο κομψές κυρίες. Ένας ταπεινός διαβάτης δεν είναι σωστό να παραμείνει απαρατήρητος και άνευ καταγραφής, εφόσον του ζητά κι αυτός μια ευγενική αναφορά.

Αγόρια και κορίτσια τρέχουν τριγύρω στο ημίφως, ελεύθερα και ασυγκράτητα. «Ας τα αφήσουν να παραμείνουν έτσι ασυγκράτητα όπως είναι», σκέφτηκα. «Κάποια μέρα ο χρόνος, ούτως ή άλλως, θα τα τρομοκρατήσει και θα τα χαλιναγωγήσει. Δυστυχώς, πολύ σύντομα!» [σ. 23]

R. Walser 5

Σε όλη αυτό το διάστημα δεν παραλείπει να απευθύνεται στον αναγνώστη, εφόσον, μας λέει, μπήκαμε στον κόπο να τον συνοδεύσουμε υπομονετικά στον φωτεινό και φιλικό πρωινό κόσμο. Σύντομα εξοργίζει τον βιβλιοπώλη και ανταλλάσσει ευγενικές και ειρωνικές κουβέντες με τον τραπεζίτη· στην δε βεβαιότητα του τελευταίου, περί της φτώχειας του συγγραφέα, εκείνος του απαντά: Ποιος έντιμος άνθρωπος δεν βρέθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του σε αδιέξοδο; Και ποια ανθρώπινη ύπαρξη είδε στο πέρασμα των χρόνων τις ελπίδες, τα σχέδια και τα όνειρά της να παραμένουν αλώβητες; Πού είναι αυτή η ψυχή που οι επιθυμίες και οι τολμηρές φιλοδοξίες της, οι γλυκές και ευγενείς φαντασιώσεις της ευτυχίας της εκπληρώθηκαν, χωρίς αυτή η ψυχή να αναγκαστεί να υποκύψει σε κάποιες εκπτώσεις; [σ. 43]

Η χρυσή επιγραφή του αρτοποιείου συνδέεται άμεσα με την θλιβερή παραμόρφωση του γλυκύτατου αγροτικού τοπίου. Τέτοιες εμπορικές επιγραφικές βαρβαρότητες χαράζουν στο τοπίο την σφραγίδα της ιδιοτέλειας, της απληστίας αλλά και της ψυχικής εκτράχυνσης. Μάλιστα! Ο συγγραφέας δεν φεύγει από το θέμα: βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για το αρμόζον ζύμωμα του ψωμιού, που εδώ όχι μόνο προσβάλλει τα αισθήματα κάλλους και κοινού νου αλλά και κραυγάζει σε απόσταση πολλών μέτρων· στο τέλος με μια υπερβολή θα εξομολογηθεί πως θα έδινε και το αριστερό του χέρι ή πόδι, αν μπορούσε να βοηθήσει «στην επαναφορά της παλιάς εκλεπτυσμένης αίσθησης περί αυθεντικότητας, της παλιάς καλής ολιγάρκειας», σε αντίθεση με την λάμψη και το θάμβος της σύγχρονης εποχής. Κι αν σπεύσουμε να τον χαρακτηρίσουμε αλαζόνα και υπερόπτη αριστοκράτη, μας προλαβαίνει ο ίδιος με ανάλογο χαρακτηρισμό για τον εαυτό του.

R. Walser 2

Παρακάτω στον εξοχικό δρόμο βρίσκεται ένα χυτήριο και αισθάνεται ντροπιασμένος που κάνει περίπατο ενώ τόσοι άλλοι μοχθούν. Όμως κι εκείνος μοχθεί όταν όλοι αυτοί οι εργάτες έχουν σχολάσει και απολαμβάνουν την ξεκούρασή τους. Έχουμε λοιπόν εδώ, αναρωτιέμαι, μια επίκληση για μια ισότιμη θεώρηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής δουλειάς; Ο συγγραφέας βρίσκει ενδιαφέρον ακόμα και το πράσινο εξοχικό τοπίο με τις διάσπαρτες βιοτεχνίες, τα συνεργεία και τις αγροτικές καλλιέργειες. Θεωρεί αγαπητό οτιδήποτε εισχωρεί στο πεδίο της όρασής του. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται, να αποτελεί απόλαυση να προσπερνάς με ταχύτητα όλα τα σχήματα και τα αντικείμενα που μας επιδεικνύει η όμορφη γη μας, λες και κάποιος έχει τρελαθεί και πρέπει να αυξήσει την ταχύτητά του για να μην βυθιστεί σε ελεεινή απελπισία; [σ. 65]

Ο συγγραφέας, που ομολογεί ανοιχτά πλέον ότι του αρέσει εξίσου να γράφει και να περπατά δεν βρίσκεται διαρκώς σε αυτή την κατάσταση ευδαιμονίας. Αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του σαν στρατηγός σε πεδίο μάχης. Είναι κι αυτή μια πολεμική τέχνη, που απαιτεί υπομονή όπως και η τέχνη της συγγραφής. Άλλωστε αργότερα παραδέχεται ότι δεν πέρασε πολύς καιρός που εγκατέλειψε πίσω του ψυχρές, θλιβερές και στενάχωρες συνθήκες, άρρωστος ψυχικά, έχοντας χάσει παντελώς την πίστη του, αποξενωμένος από τον κόσμο και τον εαυτό του. Καθώς συνεχίζει τον δρόμο του «σαν αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας και χασομέρης, ή σαν αργόσχολος και αλάνης» συναντάει ένα ιδιαίτερα αλλόκοτο τύπο, τον γίγαντα Τόμτσακ. Σα να μου φαίνεται ένα alter ego του, ένας κακός εαυτός που τον παρακολουθεί συνέχεια.

R. Walser 4

Ο Τόμτσακ δεν βρίσκει ηρεμία πουθενά· διαρκώς περιφέρεται στον κόσμο, χωρίς εστία ή δικαίωμα διαμονής. Δεν είναι νεκρός ούτε ζωντανός· δεν είναι γέρος ούτε νέος. Πεθαίνει κάθε στιγμή, και παρ’ όλα αυτά αδυνατεί να πεθάνει. Συχνά εύχεται έναν ήσυχο μικρό τάφο στον δρόμο – και τι ειρωνεία: αυτός θα είναι και ο θάνατος του Βάλζερ (βλ. τις παραπομπές της πρώτης φράσης της ανάρτησης). Πόσο τον επηρεάζει άραγε ο Τόμτσακ; Πάντως προσπερνάει ένα πανδοχείο, αρνείται να εισέλθει στον οίκο της χαράς και της αναζωογόνησης και συνεχίζει τον δρόμο του για να συναντήσει κι άλλους ανθρώπους και να συζητήσει μαζί τους με φιλικό ή εριστικό τόνο. Κάποτε ακούει νεαρές γυναίκες να τραγουδούν, εκφράζει τις σκέψεις του περί μουσικής, νομίζει πως βλέπει τον Ιησού περιπατητή.

Μια αναμαλλιασμένη, καταπονημένη, εξασθενημένη και τρικλίζουσα εργάτρια, που περπατούσε εμφανώς κουρασμένη και αδύναμη, αν και παρ’ όλα αυτά βιαστική, επειδή μάλλον είχε πολλά ακόμα να κάνει και λίγο χρόνο στη διάθεσή της, μου θύμισε προς στιγμήν τις υπερβολικά περιποιημένες, παραχαϊδεμένες θυγατέρες ή κόρες των καλών οικογενειών, που συχνά δεν γνωρίζουν, ή δείχνουν να μη γνωρίζουν, με τι είδους ραφινάτη απασχόληση ή ψυχαγωγία να περάσουν τη μέρα τους, και που ίσως δεν έχουν νιώσει ποτέ στη ζωή τους τι θα πει πραγματικά τίμια κούραση, που σκέφτονται μέρες, εβδομάδες ολόκληρες, τι θα μπορούσαν να φορέσουν για να αυξήσουν την αίγλη της εμφάνισής τους, και που έχουν άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους για μακροσκελείς στοχασμούς πάνω στο τι πρέπει να κάνουν ώστε να περιτυλίξουν περισσότερα, υπερβολικά αρρωστημένα, φινετσάτα στολίδια το άτομό τους και το γλυκό, ζαχαρένια κορμάκι τους. [σ. 231, 233]

spaziergang

Υμνητής του απλού, παρατηρητής του «μικρού» και λάτρης της καθημερινότητας, ο συγγραφέας δεν στέκει στην παρατήρηση και στην λογοτέχνηση της Περιπατητικής του. Ασκεί χαμηλόφωνη αλλά διαπεραστική σάτιρα, ξεχειλίζει από διακριτική ειρωνεία. Ρωτάει με προσποιητή αφέλεια, κριτικάρει την ματαιοδοξία. Εφευρετικός στυλίστας της γλώσσας, έχει ομολογήσει πως πειραματιζόταν με την γλώσσα, «με την ελπίδα ότι [αυτή] παρέχει μια άγνωστη ζωτικότητα, η αφύπνιση της οποίας προκαλεί αγαλλίαση». Η ιδιόμορφη ποιητική του πρόζα, που θεωρείται σήμερα κορυφαίο δείγμα μοντερνισμού, είχε προκαλέσει στην εποχή του τον θαυμασμό του Κανέτι, του Μπένγιαμιν, του Κάφκα και του Έσσε.

Σε κάποιο σημείο, μπροστά στην θέα ενός μικρού σπιτιού, εκφράζει την επιθυμία να καταλύσει και να ζήσει εκεί για πάντα. Όμως – διαπιστώνει πως τα πιο όμορφα σπίτια είναι συνήθως ήδη κατειλημμένα κι ένας άνθρωπος που αναζητά ενδιαίτημα να ταιριάζει με τα απαιτητικά γούστα του δυσκολεύεται πολύ, διότι όσα είναι άδεια και διαθέσιμα προκαλούν συνήθως δυσφορία και φρίκη. Και τελικά στις συνεχείς μετακινήσεις του λόγω των υπαλληλικών του εργασιών ο συγγραφέας έμενε σε καταθλιπτικά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η τελευταία του κατοικία ήταν ένα άσυλο φρενοβλαβών αλλά τουλάχιστο ο θάνατος τον βρήκε, σχεδόν προσκεκλημένος – πού αλλού; σ’ έναν από τους συνηθισμένους του περιπάτους.

Walser - Jakob_

Τα παιδιά είναι ουράνια όντα γιατί είναι σαν να βρίσκονται πάντα σε κάποιου είδους παράδεισο. Όταν μεγαλώνουν και ενηλικιώνονται, ο παράδεισός τους εξαφανίζεται και εκπίπτουν από την αθωότητά τους αποκτώντας τον στεγνό υπολογιστικό χαρακτήρα και τις πληκτικές αντιλήψεις των ενηλίκων. [σ. 61, 63]

Εκδ. Γαβριηλίδης, [«Μεταφορές» – Δίγλωσση έκδοση], 2011, εισαγωγή – μετάφραση Τέο Βότσος, Αγορίτσα Μπακοδήμου, 269 σελ. [Robert Walser, Des Spaziergang, 1917]

24
Μαρ.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων – Σοφία Διονυσοπούλου

Σοφία Διονυσοπούλου – Ψυχές στην ερημιά του, εκδ. Το Ροδακιό, 2016

Σ.Δ. - Βιβλίο_

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Ένας περιηγητής σε δέκα πέντε ποιητικά διηγήματα. Το καθένα στοιχειώνεται από μια γυναίκα-πεταλούδα. Είτε πραγματική εμπειρία του περιηγητή είτε φαντασίωσή του. Πόθος και χρώματα, πλάσματα του μυαλού και του κορμιού του, όλες τους έχουνε παράξενα ονόματα. Έτσι, η Papilio polymnestor είναι η νύχτα «κι εκείνος ξέρει. Ότι η νύχτα δεν αγγίζεται». Ή, όταν αγγιχτεί, στην Papillo machaon, «εκείνη μία βούλα της στο δείκτη του τυπώνει». Η Danaus gilippus είναι η κυρά του κήπου: «Σε ρόδο κίτρινο βασιλικά ανεμίζει, μαλλιά κι ενδύματα αξεχώριστα, πέταγμα ή περπάτημα ποιος ξέρει; –ονειροφαντασία ή του περιβολιού κυρά;»

Δέκα πέντε γυναίκες, λοιπόν, δέκα πέντε ψυχές για έναν περιηγητή-κυνηγό με τη δική του ψυχή στην ερημιά του. Μέχρι που. Μπαίνει μια βαθιά ερωτική, πολύχρωμη τελεία. Όπου τελεία δεν σημαίνει τέλος, αλλά σημείο. Ταύτισης. Ερωτικής. Πνευματικής. Όπως το ορίζει ο καθένας.

Σ.Δ. - Πρόσωπο

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε γιατί ήταν απόλυτη ανάγκη. Πριν από την πρώτη αράδα, για πρώτη φορά μου έκανε αίσθηση ένας πίνακας με πεταλούδες που είναι στον τοίχο του διαδρόμου, έξω ακριβώς από το γραφείο μου. Όταν μπήκε η περίφημη τελεία, μια λαχανί πεταλουδίτσα ήρθε και κάθισε ανάμεσα στο δικό μου γραφείο και στου αγαπημένου μου.

Αλλά την καλύτερη απάντηση τη δίνει το ίδιο το μότο: Οι γυναίκες πλάστηκαν για να περιγράψουν έναν άντρα.

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο περιηγητής. Είναι αυτός που ποτέ δεν περιγράφεται. Γιατί δεν γίνεται να περιγραφεί με λέξεις. Περιγράφεται όμως από τις προτιμήσεις του, από τις γυναίκες-πεταλούδες, τα τοπία που επιλέγει, τις μουσικές και τον διάχυτο ερωτισμό του κειμένου.

Σ.Δ. - Αφροί

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Για τη φωτογραφία που είμαι εγώ:

Σκίσε την κέρινή μου όψη σαν νυχτώσει

Σκάψε το λάκκο με τα νύχια σου βαθιά

Γίνε ο λύκος που στην κόλαση θα δώσει

Κάθε μου πόρο, σπόρο αέναης γητειάς

Κι άσε μακριά όλο αυτό το ανθρωποβρόχι

Που σεργιανάει στη γη με στέρφα αχαμνά.

Για την φωτογραφία του αφρού: Αφρός, σαν τα φτερά τους. Σαν την αχλή της ερημιάς του. Και σαν τις λέξεις που ηχούν όπως ο φλοίσβος.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Το Πανδοχείο για την Κόρη του Ξενοδόχου εδώ.

20
Μαρ.
16

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

TELIKO ARXITEKTONIKH

Πώς μπορεί η μνήμη να ’ναι πηγή και βρύση αισιοδοξίας;

Θα μ’ άρεζε η ιδέα ενός Μηνολογίου συναισθηματικού, όπου στην κάθε ημερομηνία θα αναγράφονταν μία σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της γυναικός π’ αγαπήσαμε, ανάλογα με το πότε γιορτάζει τα γενέθλιά της. Αντίθετα προς ό,τι ζητεί η θρησκεία, ο έρωτας ενδιαφέρεται, όπως και η στρατολογία, για την ημερομηνία γεννήσεως και όχι του θανάτου. [σ. 80]

Ανάμεσα σε πλείστες φράσεις του απόλυτα αισθητικού και παραισθητικού βιβλίου του Πεντζίκη, ιδανικές να τιτλοφορήσουν την παρούσα παρουσίαση, διαλέγω εκείνη της σελίδας 70, γιατί το πνεύμα της ξεχειλίζει τις σελίδες και δικαιώνει την γραφή τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αισιοδοξία που σφύζει εντός και εκτός του συγγραφέα κατά την περίοδο της συγγραφής, κατά την οποία η φρενήρης συγγραφική και εικαστική του δραστηριότητα αναπτύσσεται μέσα σε καθεστώς οικονομικής ανέχειας, καθώς μένει με την σύζυγό του με ενοίκιο σ’ ένα δωμάτιο στο προικώο σπίτι της δευτερότοκης αδελφής του, με οικονομικά διόλου ανθηρά, με το πατρικό φαρμακείο να αποδεικνύεται ζημιογόνο παρά κερδοφόρο. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάω για μια άλλου είδους κατακλυσμική αισιοδοξία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]

Εδώ δεν υπάρχει αφηγηματική ραχοκοκαλιά· ο μύθος, όπως γράφει ο Γαβριήλ Πεντζίκης, πάντα πολύτιμος οδηγός μας με τα επίμετρα και τις σημειώσεις του, από μόνα τους αγλαά αναγνώσματα, καταργείται με έναν πρώιμα μινιμαλιστικό τρόπο και η αφήγηση μένει έρμαιο των κυμάτων μνήμης που προκαλεί η αναψηλάφηση του περιεχομένου ενός κουτιού. Καθώς ο συγγραφέας ανοίγει ένα χαρτονένιο κουτί γεμάτο λογής αναμνηστικά και κυρίως πολλές και διάφορες φωτογραφίες, σκέφτεται ότι με το υλικό αυτό θα μπορούσε να συνθέσει μια ενδιαφέρουσα πεζή αφήγηση – αυτά είναι ακριβώς τα λόγια του. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το σύμπαν συχνά το αντιλαμβάνονταν και το απεικόνιζαν ως κιβωτιόσχημο, συνεπώς το άνοιγμα του κουτιού και η αναψηλάφηση του περιεχομένου του ισοδυναμούν με πράξη κοσμογονίας.

Πεντζίκης Χριστόψαρο, 1978

Πιστεύω ότι από τα δάκρυα των ανθρώπων είναι η θάλασσα αλμυρή.

Έχουν λοιπόν οι μνήμες υλική υπόσταση; αναρωτιέται στην πρώτη σελίδα του τέταρτου κεφαλαίου. Μπορούν να οικοδομούν σαν πλίνθοι, κεραμίδια και ξύλα; Η γραφή αρχινά ταυτόχρονα με την μνήμη· ο Πεντζίκης θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται. Θυμάται ένα φθινόπωρο, στο τέλος της Κατοχής, την επίσκεψη μαζί με φίλους στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Ζεϊτενλίκ [όπου κείνται οι πεσόντες του Γαλλικού Στρατού στο μακεδονικό μέτωπο κατά τον Μεγάλο Πόλεμο]. Αργότερα ζωγράφισε μια άποψη της νεκρούπολης αλλά ήταν αδύνατο τα λαδιά χρώματα της βλάστησης να αποδώσουν εκείνο που είχε νοιώσει. «Οι ανεκτέλεστες επιθυμίες είναι ένα υλικό που η ψυχή αποθηκεύει». Θυμάται στο οστεοφυλάκιο της Αγίας Παρασκευής, στο Β΄ νεκροταφείο της πόλης, σε τάξη τα οστά των κεκοιμημένων σε ισομεγέθη μαβιά ή καφετιά ή μαύρα κασάκια με τα στοιχεία και την φωτογραφία του μεταστάντος. Και σε άλλα χωριά και πόλεις «απέκαμε» το μάτι του βλέποντας «ευτελισμένο τον θησαυρό, σκόρπια σε σωρούς, σα να’ ναι τίποτα τα κόκαλα όσων μας γέννησαν».

Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες, 1958_

Σε εποχές που η ψυχή του παραμένει σκοτεινιασμένη, αναζητά την ηρεμία περιπλανώμενος στα απόσκια του Χορτιάτη. Πέρα απ’ όλα τα εμπόδια διακρίνει ένα γαλήνιο φως, ένα μυστικό καντήλι που φέγγει γλυκά σαν μέλι. Το ίδιο φως διέκρινε επιστρέφοντας το ίδιο βράδυ με το αυτοκίνητο από το Ασβεστοχώρι, σαν ανατολή μέσα από κουτί των αναμνηστικών. Αλλά δεν θα είναι διόλου εύκολη η εντρύφηση εντός του· πολλές φορές που ερευνούσε εκεί μέσα αισθανόταν πως περιπλανιόταν ανάμεσα σε ερείπια ή μέσα σε κοιμητήριο.

Κι εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα των αναμνήσεων, από την ταινία Ζουντέξ που προβαλλόταν το 1917 στον κινηματογράφο Γκωμόν, το μετέπειτα Βασιλικό Θέατρο. Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει (σχεδόν, γιατί όλα έχουν αρχίσει πριν ανοίξουμε το βιβλίο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα) σε μια αίθουσα κινηματογράφου, στον χώρο που, μαζεύονται οι ζωντανοί και βλέπουν σκιές ανθρώπων να αναπαριστούν την ζωή, όπως κάποτε άφησε να εννοηθεί σε πρώιμη συνέντευξη ο συγγραφέας. Με τον ήρωά της, που είχε αναλάβει την υποστήριξη των δικαίων μιας αδικημένης αστικής οικογένειας, καυχιόταν ότι έμοιαζε ο εξάδελφός του Αλέκος. Τώρα η μια ενθύμηση οδηγεί στην άλλη και κάθε περιπλάνηση αποτελεί αφορμή ή καλύτερα αφετηρία για τις πιο βαθιές σκέψεις.

Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ_

Σε μια ξενάγηση ξένων στην εκκλησία των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων βλέπει τον υψιπετή τρούλο κι από μέσα τους δέκα Προφήτες σάμπως αιωρούμενους στο κενό, καθώς γύρω τους όλοι η επιφάνεια έχει γυμνωθεί από την χρυσή της αίγλη. Με τα σφαιρικά τρίγωνα οι Βυζαντινοί συνδύαζαν τη σφαίρα με τον κύβο, και κατ’ ακολουθία το τετράγωνο με τον κύκλο κι εδώ η παράσταση και η ιδέα της οδηγούν σε πλείστες παρεκβάσεις. Τον ίδιο ναό, που χαρακτηρίζει ως την ωραιότερη ίσως εκκλησία της Θεσσαλονίκης [συμφωνώ μαζί του τόσο στον χαρακτηρισμό όσο και στο ίσως] ο συγγραφέας ζωγράφισε για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Όλυμπος – Ηρακλής το 1966. Η τέχνη του Πεντζίκη ήταν καθολική, διαχεόταν παντού.

Είδα επίσης κάποιον εγκαταστημένο σε μια τρύπα των κάστρων, που ’χε σιάξει με παλιοσύρματα και σκουριασμένα φύλλα τενεκέ έναν ωραιότατο περίβολο τριγύρω στη διαμονή του, σωστό παιχνίδι φαντασίας παιδιάτικης. Ξαναπέρασα πέρυσι πάλι έξω από την τρωγλοδυτική εκείνη κατοικία, αλλά ο άνθρωπος είχε πεθάνει και η ομορφοφτιαγμένη μικρή αυλή ήταν έρημη. [σ. 59]

Κάρτα Άνω Πόλη_

Περιπλανιέται στην Τούμπα του Λεμπέτ – στην στερεμένη βρύση πιο κάτω όπου ένιωσε να τον καίει δίψα ακόρεστη, στο προικοδοτημένο από το σχέδιο Μάρσαλ εργοστάσιο αναγομώσεως ελαστικών παρά την οδό προς τον Λαγκαδά, στην ασυνήθιστη Εκκλησία στην Νέα Ευκαρπία, στα παραπήγματα του συνοικισμού Σταυρουπόλεως, στους σκουπιδότοπους γύρω από την Θεσσαλονίκη και καθώς κατακλύζεται από σκέψεις, μνήμες και ιδέες, ξεδιαλέγει τα δικά του απορρίματα, για να βρει το υλικό να φράξει τον δικό του περίβολο «όπου βγαίνει από την τρύπα της και παίζει η μοναχική του ψυχή».

Και ψάχνει να αποθέσει το βάρος της παντελούς ήττας. Μπορεί ο κάθε σωρός των αποτυχιών, των χαμένων, σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών να ολοκληρώσει ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Ποιο είναι λοιπόν το νόημα από τόσα νιάτα, τόση ένταση και ζωή; Από την άλλη χρειάζεται κάπως η μνήμη του να αλαφρώσει από τον υλικό φόρτο. Να γίνει ένα είδος εξάτμισης, και τα πράγματα να υψωθούν σαν καπνός θυμιάματος στον ουρανό. Ίσως «τελικά και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμενικού κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή».

Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη, στο δάσος Κουρίτο 1949. Τη στάση του Ν. Γ. Πεντζίκη υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακκίδιό του

Πρέπει η ύπαρξη απαραιτήτως να είναι κίνηση;

Ο Πεντζίκης γράφει με ασκητική πειθαρχία σε αυτή την δουλειά – «άντληση και εξάντληση των ζείδωρων ναμάτων», καταρτίζει λίστες και αρχεία των φίλων και των εικονιζομένων στις φωτογραφίες, τους κατατάσσει με πλείστους ευρηματικούς τρόπους, συλλογίζεται πάνω στην αυτοχειρία του εξάδελφού του Κίμωνα, που «δεν μπορούσε ν’ ανθέξει την πραγματικότητα ύστερ’ από τα μεγάλα όνειρα που είχε κάνει», σκέφτεται τον μυθιστοριογράφο κύριο Στέφο, που δεν θέλει να φτάσει στο τέλος του βιβλίου του, γιατί φοβάται πως γράφοντας την τελευταία σελίδα θα υπόγραφε και τον θάνατό του.

Πόσα πράγματα παλιά χρησιμεύουν για κάτι καινούργιο που κάνουμε, γράφει με ενθουσιασμό. Καθώς ψάχνει υλικό για τις αφίσες της έκθεσης ζωγραφικής που ετοιμάζει, διαλέγει την ρεκλάμα ενός φάρμακου και μια έγχρωμη φωτογραφία από το Μπουένος Άιρες, Avenida de Mayo. «Παρορμούμενος» θυσιάζει κι άλλες ρεκλάμες κι έντυπα και στέκεται σε ένα δροσερό πρόσωπο χαμογελαστού κοριτσιού ή, αλλού, στο ξαπλωμένο της σώμα με το νυχτικό, πριν τον ύπνο. Χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ευφορία του συγγραφέα και όλων μας μπροστά στις αρχαίες εκείνες διαφημίσεις, σε σχέση με σήμερα.

«Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών». Ακουαρέλλα, 1949. Συλλογή Γ. Ν. Πεντζίκη (φωτ. Φ. Σαρρή)

Όλα τα αισθάνομαι σαν μια τερπνή άσκηση, περίπου όπως νιώθουν τα παιδιά που παίζουν, εκφέροντας λέξεις εύηχες που έχασαν πια το συγκεκριμένο τους νόημα

Η Αρχιτεκτονική χτίστηκε ανάμεσα στο 1953 που σχεδιάστηκε, δηλαδή γράφτηκε, και στο 1963 που είδε το φως του τυπογραφείου, δηλαδή εκδόθηκε. Τότε ξεκίνησε και η σχετικά ευρύτερη αναγνώριση του συγγραφέα. Η συγγραφή της καλύπτει τους τελευταίους δυο μήνες της εγκυμοσύνης της συζύγου του και τους τέσσερις πρώτους μήνες της πατρότητας. Έχουν προηγηθεί τα μείζονα έργα Πραγματογνωσία (1950) και Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης (1952) – η πρώτη αποτελεί κατάθεση της ανταπόκρισης του συγγραφέα τον γάμο και το δεύτερο στον έγγαμο βίο. Τώρα είναι σειρά της πατρότητας. Η επιμέλεια αυτής της τρίτης έκδοσης από τον άνθρωπο που υπήρξε ο καρπός εκείνης της πατρότητας αποτελεί πράγματι, όπως γράφει ο ίδιος, μια ένδειξη της δραστικότητας εκείνης της υπέρ υιού προσευχής.

Στρασβούργο, Σεπτέμβριος 1986. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη

Η έκδοση περιλαμβάνει τα κεφάλαια της Αρχιτεκτονικής, το Ιστορικό της (Πρώτες δημοσιεύσεις, Σημείωμα του συγγραφέα, Χειρόγραφο / Εκδόσεις), την Ανάδραση (Επιστολές, Κριτικές / Παρουσιάσεις), Σχόλια, Επίμετρο του επιμελητή, συντομογραφίες και εργοβιογραφικό χρονολόγιο. Σε γυαλιστερό, έγχρωμο δεκαεξασέλιδο είκοσι μία φωτογραφίες εικονίζουν χειρόγραφα, σχέδια και εξώφυλλα εκδόσεων, οικογενειακές φωτογραφίες και έργα του συγγραφέα.

Σε μια από τις επιστολές του (πρωί Μεγάλης Παρασκευής του 1955) ο Τάκης Σινόπουλος του γράφει για την ανεξήγητη ψυχική ευφορία που την απέδωσε σε μερικές φράσεις του βιβλίου, οι οποίες επενεργούσαν μέσα του σαν την παλιά μουσική του 16ου – 17ου αιώνα, ενώ οι πρώτες σελίδες του θύμισαν «τον χρόνο που ξαναβρέθηκε» του Μαρσέλ Προυστ. Αλλά η γοητεία ορισμένων φράσεων χαρακτηρίζεται από τον Σινόπουλο μοναδική ή μυστική και απευθύνεται σε μια αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα. Ο ίδιος ποιητής σε κριτικό του σημείωμα στο περιοδικό Εποχές το 1964, με τίτλο Ελληνική Αντιλογοτεχνία, τον χαρακτηρίζει χιμαιροκυνηγό της αισιοδοξίας.

Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη

Αν στην συλλογή δοκιμίων Προς εκκλησιασμό, ο αναγνώστης οδηγείται στην επίγνωση ότι η μνήμη μπορεί σε κάποιο επίπεδο να ταυτίζεται με την λήθη, εδώ ο Πεντζίκης ακροβατεί πάνω στα δυο ύστατα ακραία, της ζωής και του θανάτου, σε μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Σε αυτή την ακροβασία πιστά ασκούμαι τόσα χρόνια, διαβάζοντας ξανά και ξανά τα γραπτά αυτού του Συναξαριστή του δικού μου βίου, μέχρι σήμερα που, ορφανός και εξόριστος από την Μητέρα Θεσσαλονίκη, συνεχίζω να ψάχνω στους έρημους δρόμους της τον Αντρέα Δημακούδη, προσπαθώ να συγκρατήσω Ομιλήματα που δεν πρέπει να χαθούν, έρχομαι Προς εκκλησιασμό στις δικές μου εμμονές, περιπλανιέμαι ασκούμενος σε αυτοσχέδια προσωπική Πραγματογνωσία, κρατώ για τα πάντα Σημειώσεις εκατό ημερών και πασχίζω να οργανώσω τον βίο μου σε Αρχείο, μήπως και σχηματιστεί έστω σαν σκαρίφημα κάτι που θα μπορούσε να είναι η Αρχιτεκτονική της δικής μου σκόρπιας ζωής.

Εκδ. Άγρα, 2008, Γ΄ έκδ., [Α΄ έκδ. Ίκαρος, 1963, Β΄ έκδ. Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1978] σελ. 323.

ΝΓΠ, 1946

Στις εικόνες: Στις εικόνες: Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]. Χριστόψαρο [1978], Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες [1958], Ναός Δώδεκα Αποστόλων, Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη στο δάσος Κουρίτο· την στάση του υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακίδιό του [1949], Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών [1949, φωτ. Φ. Σαρρή], Στρασβούργο, μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη [Σεπτέμβριος 1986], Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη, ΝΓΠ [1946].

15
Μαρ.
16

Φρέαρ, τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2016)

Frear 14

Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει την ζωή μας…έλεγε ο Κράτης από την Θήβα, όπως διαβάζω στην καθιερωμένη «στήλη» του παλαιού μου δασκάλου στην Νομική, του Μαριάνου Δ. Καράση, για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας. Μαθητής του Διογένη από την Σινώπη, έδωσε έναν πιο ήπιο και μειλίχιο τόνο στον Κυνισμό και ακολούθησε τον δρόμο του «κοσμοπολίτη», αποστρεφόταν την πολυτέλεια και ζούσε ζωή λιτή χωρίς να είναι δούλος κανενός. Δεν είχε κτήμα ή σπίτι ούτε έπιπλα και μη έχοντας δικό του τόπο διαμονής περνούσε όλη την ημέρα στα δημόσια οικήματα, στην Αθήνα, και διανυκτέρευε με την γυναίκα του. Πηγές αναφέρουν ότι ο γάμος του συνοδεύτηκε από δημόσια συνουσία, πιθανώς για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό. Η κυνική ουτοπία του είναι η Πήρα, καταμεσίς σε μία θάλασσα· ποτέ δεν πλέει προς τα εκεί άνθρωπος μωρός, παράσιτος, λαίμαργος ή ξελιγωμένος από τους γλουτούς μιας πόρνης και κανείς εκεί δεν έχει πάρει τα όπλα για την δόξα ή το χρήμα.

Φρέαρ Βυζαντινόν_

Μικροδιηγήματα από τον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Φρέαρ, με όριο λέξεων τις εκατόν πενήντα και μόνη προϋπόθεση την χρήση της λέξης «φρέαρ». Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και περιλαμβάνει όλη την πολυμορφία του σχετικού είδους, όπως την έχουμε παρουσιάσει και εδώ με αφορμή σχετικά αφιερώματα και εκδόσεις. Ο Π. Ένιγουεϊ διατυπώνει σε τρεις γραμμές την επανάσταση του Δον Κιχώτη κατά του συγγραφέα του, ο Βασίλης Γόνης περιγράφει κλιμακωτά μια αστική αυτοχειρία, η Λίλια Κυρίτση δίνει ανθηρό λόγο σε μια αντρική ερωτική ενηλικίωση, ο Ηλίας Κεφάλας ψάχνει το έαρ στο φρέαρ αλλά δεν αποφεύγει το σημαίνον πηγάδι, μια Έλλα προσκαλείται έστω και μεταφυσικά ως επιθυμητή κοπέλα δια χειρός Νατάσας Κεσμέτη. Η Μαρία Κουγιουμτζή συνοψίζει έναν ερωτικό φόνο σε μια παράγραφο και μια ντουλάπα, ο Ντίνος Σιώτης «φωτογραφίζει» μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη που όλοι βλέπουν κι υποκρίνονται πως δεν και ο Παναγιώτης Ράμμης, στο πιο φορτισμένο των μικροκειμένων επιστρέφει στο πηγάδι των παιδικών του χρόνων. Και πολλοί άλλοι πυκνώνουν σε ελάχιστες λέξεις ολόκληρα σύμπαντα.

Tobias Wolff, Californie, 2009, φωτ. Jean Luc Bertini

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, για εμάς που ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά από το τέλος, και η επόμενη αναπάντεχη συνάντηση είναι με τον Τομπάϊας Γουλφ, έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, που η κριτική συγκαταλέγει με τους Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ. Λέει μεταξύ άλλων ο Γουλφ: Δεν θέλω να υποβαθμίσω την σημασία της πρόθεσης και της συνειδητότητας κατά την συγγραφική διαδικασία. Προφανώς και πρέπει να λειτουργείς συνειδητά. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, το ύφος του έργου σου ορίζεται από τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, από την προσωπική σου οπτική. Και δεν έχεις πάντοτε επίγνωση αυτής της οπτικής. Είναι σαν εκείνο το ρητό που λέει ότι «το ψάρι δεν ξέρει ότι ζει μες στο νερό»… [σ. 64]. Το τεύχος δημοσιεύει και διήγημα του συγγραφέα.

Σε μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας μιας περίφημης πολιτικής ιστορίας της θρησκείας (Η απομάγευση του κόσμου) μας καλεί να σκεφτούμε το Ισλάμ υπό το πρίσμα όλων των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Ιστορικά η θρησκεία οργάνωσε την ζωή των κοινωνιών και η νεωτερική πρωτοτυπία έγκειται στην έξοδο από αυτή την οργάνωση. Η έξοδος αυτή διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο και είναι η έσχατη σημασία της παγκοσμιοποίησης. Η ρήξη με την θρησκευτική οργάνωση του κόσμου είναι πλέον δεδομένη. Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που σε κάποιους χώρους η διείσδυση αυτής της νεωτερικότητας βιώνεται σαν μια πολιτιστική επίθεση.

Κατασκευή Ιησού_

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής, ο Μάικλ Γουόλτσερ, συγγραφέας του κορυφαίου έργου Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι, συνομιλεί με τον Θεοφάνη Τάση για την πολιτική σκέψη σήμερα και, μεταξύ άλλων, για την πολεμικά εγκλήματα, τα σχετικά αντίποινα, την τρομοκρατία και την άνοδο του ισλαμικού χαλιφάτου. Ο Γουόλτσερ παραδέχεται τις προγενέστερες πλάνες του, όπως για παράδειγμα την πεποίθηση ότι ο θρησκευτικός πόλεμος ήταν ένα καθαρά ιστορικό θέμα. Η θεωρία της αναπόφευκτης εκκοσμίκευσης ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη. Όμως και πάλι, απευθυνόμενος στους ανά τον κόσμο πιστούς, υπενθυμίζει: Την στιγμή της Δημιουργίας δεν υπήρχαν εβραίοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι παρά μόνο άνθρωποι κα ο φυσικός νόμος που ίσχυε γι’ αυτούς προηγείται από κάθε αποκάλυψη θεϊκού νόμου και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η απαγόρευση της δολοφονίας των αθώων είναι μέρος αυτού του νόμου, την οποία καμία ομάδα ζηλωτών δεν μπορεί να καταργήσει.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι πολυτιμότερες σελίδες του τεύχους αφιερώνονται στον Γιάννη Κιουρτσάκη και σε μια εκτενή συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του ας σπεύσουν να διαβάσουν τις σκέψεις του για όλα όσα τον έχουν απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια: την εξορία ως συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, την αναζήτηση της εξορίας μέσα στην ίδια την πατρίδα, τις εσωτερικές αυτοεξορίες, την «ελληνικότητα», την γλώσσα, τον ατέρμονα κύκλο ταυτότητας και ετερότητας. Στα άλλα κείμενα, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ονειρεύεται γραπτώς Όνειρον του δια βίου μεταφραστού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο π. Βασίλειος Θερμός συλλογίζεται πάνω στην κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού, η Ελένη Μαρινάκη δοκιμάζει τρία (εξαιρετικά) μικρά κείμενα, οι Στρατής Πασχάλης, Τάσος Γαλάτης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά. καταθέτουν ποίηματά τους κ.ά.

[234 σελ.]

Στις εικόνες: Βυζαντινό φρέαρ, Tobias Wolff , κατασκευή Ιησού και έργο του Κώστα Σιαφάκα, σχέδια του οποίου κοσμούν το τεύχος.

11
Μαρ.
16

Antonio Tabucchi – Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα

TABUCCHI-FERNANDO PESSOA

Η τελευταία παρέλαση των εαυτών

Ένας άντρας ετοιμάζεται να πάει στο νοσοκομείο· ξυρίζεται, διαβάζει τα ποιήματα του Σα – Καρνέιρο. Στην μέση της σκάλας τον περιμένουν δυο φίλοι του και μαζί με τον προϊστάμενό του μπαίνουν στο ταξί. Στην διαδρομή ο άντρας κοιτάζει για ώρα πολλή από το παράθυρο τον μεγάλο μπαρόκ τρούλο της βασιλικής της Εστρέλα· ήταν εκεί μπροστά, στον κήπο, όπου πριν χρόνια έδινε ραντεβού στην Οφέλια Κεϊρός, τον μοναδικό του μεγάλο έρωτα. Συγχώρεσέ με Οφέλια, αλλά εγώ έπρεπε να γράφω, έπρεπε μονάχα να γράφω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο… ψιθυρίζει, ο άντρας που είναι ο Φερνάντο Πεσσόα. Περνάει ακόμα κι από τα μέρη όπου κατοικούσε σ’ ένα νοικιασμένο δωμάτιο, όπου η ιδιοκτήτρια τον προσκαλούσε τα βράδια να λάβει μέρος στις πνευματιστικές της συνεδρίες. Εκείνα τα βράδια είχε επαφή με τον Μπερνάντο Σοάρες κι έγραφε για λογαριασμό του το Βιβλίο της ανησυχίας.

Στην υποδοχή του νοσοκομείου ο Πεσσόα κάθισε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να ονειρεύεται την παιδική του ηλικία και την φωνή της γιαγιάς του Ντιονίζια, που είχε πεθάνει στο φρενοκομείο – του έλεγε, θα μ’ έχεις σ’ όλη σου τη ζωή να σου κάνω παρέα, διότι η ζωή είναι μια τρέλα κι εσύ θα μάθεις πώς να ζεις με την τρέλα. Στο δωμάτιο, που ήταν μια ταπεινή καμαρούλα με ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα λευκό ντουλάπι κι ένα μικρό τραπέζι, τον επισκέφτηκε ο Άλβαρο ντε Κάμπος.

Fernando Pessoa 1

Γιατί ήρθες; ρώτησε ο Πεσσόα. Γιατί αν είναι να φύγεις, έχουμε μερικά πράγματα να πούμε, του απάντησε ο Κάμπος· εγώ δεν θα ζήσω μετά από σένα, θα φύγω μαζί σου. O Πεσσόα του θυμίζει πως εκείνος ήταν που μπήκε στην ζωή του, τον αντικατέστησε, και τον έκανε να βάλει ένα τέλος στη σχέση του με την Οφέλια. Ο Κάμπος του εξομολογείται πόσο νοσταλγεί την εποχή που ταξίδευε στις θάλασσες της Ανατολής· μια εποχή που δεν ήξερε να χαρεί την ζωή που του είχε δοθεί, κι έτσι έχασε την ευκαιρία, η ζωή του ξέφυγε από τα χέρια. Ύστερα άρχισα να θέλω να αποκωδικοποιήσω την πραγματικότητα, λες και η πραγματικότητα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί…

Νοέμβριος 1935. Ο Φερνάντο Πεσσόα βρίσκεται ετοιμοθάνατος σ’ ένα νοσοκομείο της Λισσαβώνας. Στις τρεις μέρες της επιθανάτιας αγωνίας του δέχεται την επίσκεψη των ετερωνύμων του, των ποιητών που ο ίδιος έπλασε με τη φαντασία του χαρίζοντάς τους μια «πραγματική» ζωή. Τα περίφημα ετερώνυμα του Πεσσόα δεν ήταν μια σειρά από απλά ψευδώνυμα, από αυτά που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες για να διαχωρίσουν την λογοτεχνική τους ιδιότητα από την κοινωνική τους (ή άλλη) υπόσταση. Ήταν υπαρκτά και αυθύπαρκτα πρόσωπα, με τη δική τους ζωή, τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους ενδιαφέροντα, τον δικό τους διαφορετικό τρόπο γραφής. Σε μια επιστολή προς κάποιον (υπαρκτό) φίλο του, ο Πεσσόα περιέγραψε τον πρώτο του ετερώνυμο ως τον «πρώτο ανύπαρκτο γνωστό» του. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι, που ο μεταφραστής μας παρουσιάζει εν τάχει στο επίμετρό του, προσθέτοντας ότι, δίπλα τους, ο αληθινός Πεσσόα, το ορθώνυμο, ήταν κι αυτός ένα είδος ετερώνυμου του ίδιου του εαυτού του.

Fernando Pessoa III_

Η νοητική γέννηση των ετερωνύμων μου μπορεί να εντοπιστεί στην οργανική και σταθερή τάση που έχω απώλειας της προσωπικότητάς μου και στην κλίση μου προς την προσποίηση. Τα φαινόμενα αυτά, ευτυχώς για μένα και τους άλλους, πήραν έναν νοητικό χαρακτήρα· δεν εκδηλώνονται στην καθημερινή, εξωτερική μου ζωή ή στην επαφή μου με τους άλλους· ξεσπάνε προς το εσωτερικό και εγώ τα ζω μόνος με τον εαυτό μου. [σ. 77]

Στο έργο του Ένα μπαούλο γεμάτο κόσμο ο Ταμπούκι δεν δημιούργησε τέσσερις ποιητές (για να αναφερθούμε μόνο στα σπουδαιότερα πρόσωπα) απλώς για να ερμηνεύσει την μοναξιά του. Στην πραγματικότητα ο καθένας τους στέκεται μπροστά στα μεγάλα θέματα της σκέψης του αιώνα μας· στις εσωτερικές λογοτεχνικές συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σ’ ένα μόνο άτομο, γιατί δεν θα γίνονταν πιστευτές. Ο Πεσσόα ένιωθε γοητευμένος από όλα τα φιλολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του και αντί να προσχωρήσει σε ένα μόνο ρεύμα προτίμησε να γίνει εκφραστής και ποιητής πολλών ρευμάτων και πολλών λεκτικών και υφολογικών παιχνιδιών. Τώρα, σε αυτό το πεζογράφημα, ο Ταμπούκι συνεχίζει με κάποιο τρόπο το ονειρικό κλίμα του αμέσως προηγούμενου βιβλίου του, τού Όνειρα ονείρων. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα συνομιλούν ισότιμα, στην ανθρώπινή τους διάσταση, με τον δημιουργό τους.

Fernando Pessoa II_

Ο Αλμπέρτο Καέιρο ήρθε λίγο μετά την αναχώρηση του Κάμπος και έσπευσε πρώτα να του ζητήσει συγνώμη που του προκάλεσε τόσες αγρύπνιες, για τις ατέλειωτες νύχτες που δεν κοιμόταν παρά έγραφε σε έκσταση. Ο Πεσσόα τον καθησυχάζει: εσείς συνεισφέρατε στο έργο μου, για μένα εκείνες οι νύχτες ήταν γόνιμες, το λογοτεχνικό μου έργο είναι ένα νυχτερινό έργο. Την επόμενη μέρα καταφτάνει ο Ρικάρντο Ρέις, άρτι αφιχθείς από την Βραζιλία όπου τον πίστωσε ο δημιουργός του, αλλά εξομολογούμενος τώρα ότι στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από ένα μικρό χωριό της Πορτογαλίας· κι έζησε όλα αυτά τα χρόνια σ’ ένα εξοχικό σπίτι και εκεί, κάτω από μια αιωνόβια μουριά, έγραψε όλες τις πινδαρικές ωδές του και τα ορατιακά ποιήματά του. Προτού φύγει ο Πεσσόα τον χαιρετά και του λέει: σας προσκαλώ να γράφετε ποιήματα ακόμα κι όταν εγώ δεν θα υπάρχω πια.

Έμαθα λίγα ουζμπέκικα, έτσι για την χαρά του πράγματος, αν και δεν θα μπορέσω ποτέ να πάω στη Σαμαρκάνδη, η γνώση όμως της γλώσσας εκείνων των περιοχών με κάνει να αισθάνομαι πιο κοντά στην πόλη που ονειρεύτηκα όλη μου τη ζωή… Τώρα μιλάει ο ο  Μπερνάντο Σοάρες που έχει πάρει την σειρά του στις αφίξεις κι έχουν πολλά να πούνε αλλά τι να πρωτοπούνε. Ο Σοάρες μιλάει για τις αϋπνίες που τον έκαναν να κάθεται όλες τις αυγές στο παράθυρο για να παρατηρεί τις διαβαθμίσεις του φωτός πάνω από την πόλη, για τις ζωγραφιές που κατάφερε τελικά να φτιάξει με τις λέξεις

Tabucchi 1d_

Την άλλη μέρα τον επισκέπτεται ο Αντόνιο Μόρα, που κάποτε μιλούσε για την επιστροφή των θεών, έγραψε κι ένα σχετικό βιβλίο αλλά δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να το εκδώσει, γιατί ποιος θα τολμούσε να εκδώσει τα βιβλία ενός τρελού; Τουλάχιστον αυτός ο συγγραφέας βρίσκει κατανόηση στο πρόσωπο του δόκτορος Γκάμα, που ισχυρίζεται ότι η τρέλα είναι μια συνθήκη που εφηύραν οι άνθρωποι για να απομονώσουν όσους ενοχλούν την κοινωνία. Ο Μόρα πάντως έχει ξεχάσει τον θάνατο και δεν τον φοβάται, γιατί διάβασε τον Λουκρήτιο, που διδάσκει την επιστροφή της ζωής στην Τάξη της Φύσης, στον αιώνιο κύκλο του νερού, του χώματος, των γόνιμων άνθεων.

Ο Πεσσόα δεν μένει σιωπηλός. Αγαπητέ Αντόνιο Μόρα, η Περσεφόνη με καλεί στο βασίλειό της, ήρθε η ώρα να εγκαταλείψω αυτό το θέατρο εικόνων που ονομάζουμε ζωή μας [….] να ξέρατε πόσα πράγματα είδα [….] υπήρξα άντρας, γυναίκα, γέρος κοριτσάκι, υπήρξα ο όχλος των μεγάλων μπουλβάρ στις πρωτεύουσες της Δύσης, υπήρξα ο πράος Βούδας της Ανατολής του οποίου ζηλεύουμε την ηρεμία και τη σοφία, υπήρξα ο εαυτός μου και πολλοί άλλοι, όλοι οι άλλοι που μπορούσα να είμαι, γνώρισα τιμές και ατιμίες, ενθουσιασμούς και καταρρεύσεις [….] κι όλα αυτά γιατί η ζωή δεν είναι ποτέ αρκετή. [σ. 66]

Fernando Pessoa IV

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σχέδια Júlio Pomar, σελ. 91 [Antonio Tabucchi – I tre ultimi giorni de Fernando Pessoa. Un delirio, 1994]. Περιλαμβάνονται σημείωμα του μεταφραστή και βιογραφικά σημειώματα του συγγραφέα και του καλλιτέχνη. Τα πορτρέτα του Πεσσόα αποτελούν μέρος ενός συνόλου 233 σχεδίων του Pomar που έγιναν για την διακόσμηση του σταθμού του μετρό Alto dos Moinhos της Λισσαβώνας.

05
Μαρ.
16

Συλλογικό – Ιωάννης Ζεμενός

Ζε

Η ενσάρκωση του ανυπαρξισμού

Πριν από έναν περίπου χρόνο, τον χιονισμένο Φεβρουάριο του 2015, έλαβε χώρα μια ημερίδα, ή, μάλλον, νυχτερίδα, για να συζητηθεί και να σχολιαστεί ο διάσημος αλλά μάλλον άγνωστος Έλληνας συγγραφέας Ιωάννης Ανδρέας Ζεμενός [1911 – 1970;], με τ’ όνομα. Η Εταιρεία Συγγραφέων (ό,τι και να σημαίνει αυτό) προκάλεσε την σχετική συνάντηση φαντασιακής λογοτεχνίας, τα πορίσματα της οποίας λαμβάνω με τρέμουλο στα χέρια, έντυπα και συλλογικά. Ο Δημήτρης Καλοκύρης που διαθέτει το περιβραχιόνιου του αρχηγού δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα, προφανώς κατόπιν σχετικού σφυρίγματος, και μας θυμίζει ότι έχουν άπειρες συζητήσεις, διατριβές, συνέδρια και λοιπά για λογοτεχνικά πρόσωπα, αναγνωρισμένα (μεν) ως καθαρά φαντασιακά προϊόντα (δε): Οδυσσέας, Οιδίπους, Γιλγαμές, Θεοί, θεότητες… Άλλωστε ολόκληρη η λογοτεχνία από κτίσεως λόγου προϋποθέτει προσωπικότητες που δεν είναι παρά τέτοια προϊόντα φαντασίας, η οποία μαζί με τον λόγο αποτελεί τα βασικά εργαλεία του συγγραφέα. Συμφωνήστε για να συνεχίσω.

Ζεμενοί

Ωραία. Ένας Γιώργος Σκαμπαρδώνης διαδραμάτισε δραματικό ρόλο στην σύλληψη της όλης ιδέας, κοινώς της μελέτης του δημοσιευμένου και αδημοσίευτου έργου του Ιωάννη Ζεμενού, πιθανώς και της ίδιας του της προσωπικότητας. Στην πρώτη κατηγορία βλέπω βλέπω τρεις ποιητικές συλλογές (οι δυο εκδοθείσες στο Σουδάν, η μια από τις εκδόσεις Μερόη) και μια συλλογή διηγημάτων. Στην δεύτερη υπάρχουν τα παραπάνω είδη, μαζί με ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο φιλοσοφικής απώλειας, συνταγές, αλληλογραφία και ανεξεπέργαστα χειρόγραφα 14 έργων. Υπάρχουν τέλος και κάποια αποδιδόμενα έργα.

Τι συμβαίνει εδώ; Για να δούμε ποιοι γράφουν τι. Πρώτος εμφανίζεται ο ποιητής Τάκης Γραμμένος, που ευτυχώς εμπιστεύομαι, καθότι και δεινός ανασκαφεύς, ιδιότητα που, όπως γράφει, μοιράστηκε με τον ίδιο τον Ζεμενό, ο οποίος αφιέρωσε δυο καλοκαίρια του στην Τούμπα Τάμπα, την πόλη που μάλλον ίδρυσε ο μετατρωικός Αινείας. Ήταν μάλιστα παρών όταν ανοίχτηκε μεγάλος κιβωτιόσχημος τάφος με ζωγραφισμένη προτομή γυναίκας η θεάς εκπάγλου και τα λοιπά και τα λοιπά. Φαίνεται επίσης ότι ο Ζεμενός διάβαζε ανελλιπώς τον Κήπο Χαρίτων του Καισαρίου Δαπόντε, το βιογραφικό αυτό ποταμώδες ποίημα παρηγορίας για κάθε ταλαίπωρο.

Zemen Kitap_

Κατόπιν έρχεται με τα κιτάπια του ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, που ανακαλύπτει σε ρουμανικά αρχεία δυο ανέκδοτα κείμενα του πατέρα του Ζεμενού, Ρωμύλου, το ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται Περί της αποκτήσεως αρρένος. Για να δούμε λοιπόν υπό ποίες εντολές προέκυψε ο ίδιος ο συγγραφέας. Κατά πρώτον, ορίζεται ως άριστον μέτρον η άπαξ της εβδομάδος συνομιλία μεταξύ των συζύγων. Η παραμέληση του μέτρου «οδηγεί ταχέως τους φιληδόνους και σαρκικώς ασώτους εις την τύφλωσιν…και παραληρήματα των αισθήσεων, δια να μην αναφέρωμεν τους ισχυρούς πονοκεφάλους και την ροπήν προς την μέθην, την χαρτοπαιξίαν και τα Σόδομμα και Γόμμορα». Απαριθμούνται λοιπόν τα απαραίτητα, σημαντικότερο εκ των οποίων κρίνω το …

Τρίτον, η μόνη στάσις οργώματος και σποράς, πάντοτε δια την απόκτησιν υιού, είναι εκείνη όπου ο αγρός παραμένει ανάσκελα και επί αυτού εισέρχεται νικητής και τροπαιούχος ο σπείρων τον σπόρον. Κάθε σκέψις οφείλει να έχη άρρεν περιεχόμενον…. Προσοχή όμως, Χριστιανοί! Λόγω της σφοδρότητος του έργου και της αναταραχής που δημιουργείται πλειστάκις, ιατροί του διαμετρήματος του Γαληνού και του Ιπποκράτους εφιστούν την προσοχήν εις την αποφυγήν παρεκκλίσεων των σκέψεων Διότι γυνή η οποία είχε εκείνας τα στιγμάς κατά νουν μορφήν Αιθίοπως, εγέννησεν άρρεν μαυροτσούκαλον, όπως ετέρα ευλαβής δέσποινα έτεκεν πύρρον υιόν, επειδή εσκέφθη την μπακιρένιαν κατσαρόλαν της, την οποίαν λόγω του επείγοντος του έργου είχε λησμονήσει επί της εστίας. [σ. 31 – 32]

Ζεμενή

Ο Μιχάλης Μοδινός διηγείται με πρώτο χέρι την γνωριμία του με τον Ζεμενό, ήδη από το Χαρτούμ το 1946, όπου φυτοζωούσε (ο Ζεμενός) εις βάρος της ελληνικής κοινότητας και δήλωνε ποιητής από τον Βόλο. Κρίθηκε ακατάλληλος για δουλειά γραφείου αλλά τον συνόδευε σε βόλτες στην όχθη του Νείλου για να αποθαυμάσουν το αποσυναρμολογούμενο ατμόπλοιο τάδε, που σκούριαζε ζωσμένο από παπύρους και λωτούς. Ο Ζεμενός γοητεύθηκε από τις πυραμίδες της Μερόης και εξεπλάγη με τα ξεχασμένα βυζαντινά βασίλεια καταμεσής της ερήμου (άρα, σκέφτομαι, θα του άρεσε και αυτό το βιβλίο). Για την Ελλάδα δεν έβγαλε ούτε λέξη όλα αυτά τα χρόνια, κι όταν τον ρώτησε σχετικά την δεκαετία του ’70, η απάντηση ήταν: «Α! η Ελλάδα […]– αφηγούμαστε διαρκώς την ίδια ιστορία».

Ο Ντίνος Σιώτης αποκαλύπτει την σύσταση μυστικής εταιρείας – κατ’ άλλους συμμορίας – από τους Ανδρέα Εμπειρίκο, Νίκο Εγγονόπουλο, Νικόλαο Κάλας και Ιωάννη – Ανδρέα Ζεμενό, με σκοπό την ανατομή της λογοτεχνικής πραγματικότητας δια σουρεαλιστικών μεθόδων, η Ηρώ Νικοπούλου μελετά την ποιητική του συλλογή Η αθερίνα και ο Μόμπι Ντικ, η Παυλίνα Παμπούδη αλιεύει άγνωστα ερωτικά του γράμματα. Ο Πάνος Θεοδωρίδης τον χαρακτηρίζει με επαρκείς αποδείξεις «ποιητή των ορέων», ο Μάκης Πανώριος διαπιστώνει διπλογραφία δικού του διηγήματος και του Ιππότη του Ζεμενού, ο Γιάννης Πατίλης μας κοινοποιεί μέιλ προς την Ηρώ Νικοπούλου σχετικά με ένα άγνωστο επιτύμβιο επίγραμμα του συγγραφέα.

Dianne Arbus - Anagnostria Zemenou_

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης καταθέτει μνήμη μικρή από κάμπινγκ εις μνήμη του συγγραφέα και ο Γιώργος Χουλιάρας συνοψίζοντας την ζωή και το έργο του Ζ. θυμάται την σχετική εκδήλωση στον Ιανό με τα τέσσερα μάγουλα, διαπιστώνει την παρουσία των αχιονόφοβων Θεσσαλονικέων σε σχέση με τους Αθηναίους που παρακολούθησαν μέσω του ΕσύΣωλήνας, σκέπτεται περί της ομηρίας του συγγραφέα από Σομαλούς πειρατές (ούτως ή άλλως η Σωμαλλία αποτελεί χώρα όπου αλλού είναι το σώμα) και καταλήγει ότι ο Ζεμενός είναι η ενσάρκωση του ανυπαρξισμού. Παρεμβαίνουν η Κλαίτη Σωτηριάδου και η Λίνα Κομίνη, συμμετέχουν οι Λίλα Κονομάρα, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά., ενώ ο … Βαγγέλης Γερμανός λέει κι ένα τραγούδι. Περιλαμβάνονται πολλές φωτογραφίες, τέσσερις σελίδες με σκέψεις και ιδέες του Ζεμενού (αλλά στο δικό μου αντίτυπο είναι λευκές) και βιογραφικά (ζεμένια λέει) σημειώματα των γραφόντων, και καλώς, για να ξέρουμε και τι καπνό φουμάρει ο καθένας.

Εταιρεία Συγγραφέων και Εκδόσεις Αίολος, 2015, σελ. 159.

Στις εικόνες, φωτογραφίες από την συλλογή του Ζεμενού [Φίλοι, αρχεία και αναγνώστριες του Ζεμενού], αλιευμένες από τα δικά μου αρχεία. Δεν με συμβουλεύτηκε κανείς, αλλά ζεμέν φου.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.

27
Φεβ.
16

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.

23
Φεβ.
16

Michel Serres – Το παράσιτο

To parassito_

Ο Ταρτούφος, ο απατεώνας, φορτώνεται σε έναν αφελή πλούσιο, απολαμβάνει τα φαγοπότια στο τραπέζι του, ερωτοτροπεί με την γυναίκα του, προσπαθεί να παντρευτεί την κόρη του και να βάλει στο χέρι την κληρονομιά του. Τι του δίνει σε αντάλλαγμα; Τίποτα, τους θεατρινισμούς του μόνο. O La Fontaine προσκεκλημένος στο σπίτι του Foucquet, ο Ζαν Ζακ Ρουσό που πηγαίνει τρέχοντας στο σπίτι της καλής του φίλης δεν πλήρωσαν για το ψωμί και το κρεβάτι τους παρά μόνο λόγια. Χαραμοφάη αποκαλεί ο Ντιντερό τον Ανιψιό του Ραμώ.  Και πόσοι δεν γλέντησαν εις βάρος όσων τους ευεργέτησαν!

Τους εταίρους αυτής της καταχρηστικής σχέσης τους αποκαλούμε ξενιστή και παράσιτο: η τελευταία λέξη δηλώνει τον συνδαιτυμόνα που τρώει δίπλα σε κάποιον που τον έχει προσκαλέσει. Το παράσιτο παίρνει τα πάντα και δεν δίνει τίποτε, ενώ ο ξενιστής δίνει τα πάντα και δεν παίρνει τίποτε. Και ακριβώς αυτή την απορροφητική του πορεία και ορισμένες προβολές της στην μυθολογία, στην λογοτεχνία και στην ίδια την πραγματικότητα ερευνά ο φιλόσοφος και συγγραφέας Μισέλ Σερ, αντλώντας παραδείγματα από την Ιστορία του Ιωσήφ (Γένεσις), τις Πράξεις των Αποστόλων, τον Όμηρο (Οδύσσεια), τον Ξενοφώντα (Κυνηγετικός), τον Πλάτωνα (Συμπόσιον), πολλούς μύθους του La Fontaine, τον Μολιέρο (Ο Ταρτούφος, Amphitryon) και τον Ρουσό (Εξομολογήσεις, Rousseau, juge de Jean – Jacques)

la-cigale-et-la-fourmi

Ο παράσιτος είναι προσκεκλημένος στο τραπέζι του ξενιστή του, οφείλει εν είδει ανταπόδοσης να φέρει στο κέφι του συνδαιτυμόνες με τις ιστορίες και τα γέλια του. Ανταλλάσσει μεζέδες με ωραία λόγια, πληρώνει τα τροφεία του· αγοράζει το γεύμα του με το χρήμα της γλώσσας. Αυτό είναι το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Βρίσκουμε ίχνη του σε πανάρχαιες μαρτυρίες και αμέτρητες εκδοχές. Τυχαίνει καμιά φορά ο δειπνοθήρας, λόγου χάριν, να πληρώνει σε ηθικό χρήμα, και ο ξενιστής να δίνει κάτι γεμάτος ενοχές. Η ηθική είναι ένα είδος μετρητών, μετατρέψιμων χρημάτων. Κάθε κοινωνία θέτει σε κυκλοφορία ένα λεκτικό χρήμα, που μπορούμε να το ανταλλάξουμε προς όφελος της κοιλίας μας. Έτσι λοιπόν οι ομάδες ισχύος και επιρροής διαδίδουν δια της βίας ένα λεξιλόγιο. Σήμερα είναι οικονομικό, όπως πριν καιρό ήταν ανθρωπιστικό, ακόμα παλαιότερα βολταιρικό, και κάποτε πολύ πίσω θρησκευτικό.

Μια άλλη προβολή της παρασιτικής ιδιότητας εμφανίζεται στη σχέση κυρίου και δούλου. Ο κύριος και ο δούλος δεν έρχονται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο, καθώς ο πρώτος είναι αρκετά πονηρός ώστε να αποφύγει μια σύγκρουση αμφίβολη, που θα διακύβευε την κυριαρχία και την κατοχή του. Η πονηρία του είναι ακριβώς η διατήρηση της θέσης του. Κι έτσι δεν είναι ποτέ εδώ. Ο δούλος τον αναζητά αδιάκοπα αλλά δεν τον βρίσκει. Ποτέ κανείς δεν σκότωσε έναν αντίπαλο που απουσιάζει. Το πώς ελάχιστοι άνθρωποι υποδουλώνουν τους πολλούς, πώς όλη η ανθρωπότητα είναι υπόδουλη των ολίγων, αυτό είναι το θαύμα, αυτή η εξαίρεση σε όλους τους νόμους. Έτσι λοιπόν είναι ένα χονδροειδές σφάλμα να θέτει κανείς τον συσχετισμό κυρίου και δούλου ως συσχετισμό ένας προς έναν. Όχι· η σχέση κυρίου και δούλων είναι πάντοτε μια σχέση του ενός προς το πολλαπλό.

Le Satyre et le Passant

Το πλήθος παράγει, οι ολίγοι αποφασίζουν και διοχετεύουν την κίνηση. Εκμεταλλεύομαι σημαίνει προετοιμάζω τον χώρο, αποφασίζω, διοχετεύω κλπ. εξειδικεύοντας τις στρατηγικές μου. Οι μεγάλες φάλαγγες των μυρμηγκιών μετακινούνται σε καθορισμένες ώρες και μέρες, κατά μήκος μικρών και μεγάλων διαδρομών και κατανέμονται στα προβλεπόμενα, πόστα τους. Ο κύριος είναι πάντοτε αρχικά γεωμέτρης, τοπολόγος ένας ειδήμονας του χώρου, η επικράτεια είναι πρωτίστως μεγάλη. Ο κύριος ξέρει πάντοτε από πού περνάει, από πού θα περάσει ο δούλος, έχει υπογράψει τις θυρίδες, έχει υπογράψει τα διαβατήρια. [σ. 125]

Τυχαίνει βέβαια κάποτε να σηκωθεί μια βοή εξέγερσης και να κάνουν την εμφάνισή τους ενέργειες διαφορετικές από εκείνες που διοχετεύονται στην εργασία· τυχαίνει ακόμα να εφορμήσει το πλήθος και να λεηλατήσει τα πάντα στο πέρασμά του. Αυτό όμως είναι σπάνιο και, το κυριότερο, επίφοβο: το φοβούνται και οι ίδιοι οι αυτουργοί του. Κάποτε μπορεί να οδηγήσει στην μετατροπή του κυρίου σε δούλο· αλλά αντί να γίνει κύριος του κυρίου, γίνεται ένας άλλος κύριος των δούλων. Αν πάλι γίνει κύριος του κυρίου, ένας αντικύριος, αντιτίθεται σε αυτόν αλλά και βρίσκεται πολύ κοντά του.

michel serres 3

Πώς και γιατί ο Ρουσό είχε διαλέξει ως ενασχόληση να αντιγράφει μουσική προς τόσο την σελίδα; Πώς και γιατί τον συνάρπαζε αυτή η πρακτική, ώστε να της αφιερώσει ατέλειωτες ώρες από τη ζωή του; Γιατί να παρακολουθεί έτσι τις νότες, σχεδόν τυφλά; Ο Ρουσό βιώνει την παρασιτική σχέση χωρίς να τη βλέπει μπροστά του πρόδηλη. Η απαίτηση να ξαναδεί τη ζωή του με το να την εξομολογηθεί προήλθε από το γεγονός πως όφειλε να αναζητήσει ό,τι έλειπε από τα θεωρητικά γραπτά, ό,τι έκρυβε η θεωρία, αντί να το δηλώνει ξεκάθαρα. Όταν τελικά πεθαίνει, οι τελευταίες του λέξεις είναι γεμάτες από τη λαχτάρα να ανταποδώσει στη γυναίκα την συμπαράσταση που του είχε προσφέρει. Με τα ύστατα λόγια του ομολογεί ότι δεν είχε ποτέ ανταποδώσει τίποτε. Αποτραβηγμένος από τα πάντα, ο ίδιος αναρωτήθηκε ποιος είναι. Και πεθαίνει χωρίς να γνωρίζει ότι είχε να ανακαλύψει επιτέλους αυτό που αναζητούσε. Η απλή αλυσίδα – εγώ, ο αδελφός μου, ο πλησίον μου, ο φίλος μου και η κοινωνία μου ζητά μια αλύσωση.

Επιστροφή στον Ταρτούφο που στήνει απάτες, εισπράττει και υφαρπάζει, αποτελώντας τον κανόνα, το πρότυπο αριστείας του παρασίτου. Μπαίνει πάμφτωχος σε μια ήσυχη οικογένεια, εκτρέπει προς όφελός του την διαθήκη, την γυναίκα και την περιουσία, κυνηγά τους πάντες προκειμένου να εγκατασταθεί ο ίδιος στο σπίτι. Επιβάλλει το δίλημμα: ή αποκλείεις ή αποκλείεσαι. Το εξαπατημένο σώμα στο οποίο παρασιτεί ξεγελιέται και δεν αντιδρά πλέον, δέχεται τον επισκέπτη σα να ήταν δικό του σώμα.

tartuffe

Αν χρειαζόταν σήμερα να ξαναγράψουμε έναν Ταρτούφο, αυτός θα ήταν ιδεολόγος, ηθικολόγος, πολιτικός, διανοούμενος της πρωτοπορίας που γεμίζει τις τσέπες του και φτάνει στην εξουσία υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα ή υποκρινόμενος το θύμα. Ο ίδιος ο Σερ ομολογεί ότι αν άκουγε σήμερα την ιστορία, θα τον φανταζόταν οικονομολόγο, ειδικό στα χρηματοοικονομικά και την φορολογία, που θα ισχυριζόταν μάλιστα ότι δεν είναι σύμφωνος με τίποτε απ’ όλα αυτά αλλά είναι επιβεβλημένα λόγω της οικονομικής ανάπτυξης.

Γεύματα ποντικών, σατύρων, εντόμων, γεύμα λιονταριού και γεύμα αθλητή, γεύμα με φεγγάρι, με σαλάτα, με κάστανα, γεύμα του κυρίου στον παράδεισο, γεύμα του απατεώνα, Νυχτερινά συμπόσια, η σχέση παράσιτου και θεού, η κωμωδία ως παράσιτο της τραγωδίας….Ο συγγραφέας συγγράφει ένα με πυκνά νοήματα, συχνά σύνθετο και απαιτητικό, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του με σύντομες, στακάτες προτάσεις που πλέκουν με φιλία της σοφίας το πολύπλοκο σύμπαν των απανταχού παρασίτων. Οι ομοιότητες και πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας δεν είναι διόλου συμπτωματικές.

le singe et le chat

Εκδ. Σμίλη, 2009, μτφ. Νίκος Ηλιάδης, επιστημονική επιμέλεια: Διονύσης Καββαθάς, 521σελ., με 129 σημειώσεις του μεταφραστή [Michel Serres, Le Parasite, 1980]

Στις εικονογραφήσεις, τρεις από τους μύθους του Λα Φονταίν που παρέχουν ενδιαφέρον υλικό στη σκέψη του Σερ [La Cigale et La Fourmi, Le Satyre et le Passant, Le Singe et le Chat].

21
Φεβ.
16

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Β΄ Τόμος, Ν – Ω

Print

Κατά την παρουσίαση του πρώτου τόμου εδώ γράφαμε για την σπανιότητα ενός τέτοιου λεξικού τόσο από πλευράς περιεχόμενου – μια ολόκληρη Ιστορία οραματιστών ενός αξιοβίωτου κόσμου – αλλά και τρόπου – λήμματα περιεκτικά και απολαυστικά, γραμμένα με ίσες δόσεις σοβαρότητας, διακειμενικότητας, ειρωνείας χιούμορ. Περιμέναμε τον δεύτερο τόμο και για το πολυσέλιδο παράρτημά του, τις δεκάδες σελίδες με τις έντυπες διαδρομές στον ελλαδικό αντιαυταρχικό γαλαξία (1974 – 2014), στο περίπτερο, στον δρόμο και στο βιβλιοπωλείο (όλα τα έντυπα, περιοδικά, φυλλάδες, εφημερίδες, που έβγαλαν ακόμα κι ένα μόνο τεύχος) και φυσικά την πλήρη, διπλή βιβλιογραφία. «Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος», λοιπόν, μέρος δεύτερο.

Οι πάσης φύσεως ελευθεριακές κοινότητες έχουν την δικαιωματικά θέση τους σε μια σειρά λημμάτων. Πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του λεξικού, εφόσον η καθ’ ημάς βιβλιογραφία είναι ανύπαρκτη. Από πού να αρχίσει κανείς; Ίσως από τον Σαρλ Φουριέ, τον Γάλλο στοχαστή του 18ου αιώνα, θιασώτη πολύ πριν την εμφάνιση της ψυχανάλυσης και του Ράιχ ενός …λιμπιντικού σοσιαλισμού, που προσδοκούσε την βαθμιαία απονέκρωση των κρατικών διαμεσολαβήσεων προτείνοντας την ίδρυση αυτοδιαχειριζόμενων κοινοβιακών εγχειρημάτων, τα γνωστά φαλανιστήρια.

Fourier Phalanstere

Οι ευτοπικές αυτές κοινότητες είχαν επιβλητικά οικοδομήματα ικανά να φιλοξενήσουν εκατοντάδες οικογένειες και προέβλεπαν αντίστοιχο αριθμό στρεμμάτων, ενώ στον 20ό πλέον αιώνα θα εμπνεύσουν τις αγροπόλεις, τα εβραϊκά κιμπούτς, τις πολυποίκιλες ελευθεριακές αποικίες κλπ. Ο Φουριέ αναγκάστηκε να αφήσει κατά μέρος ως ασύμβατες με την αυστηρή ηθική των καιρών τους τις ελευθεριάζουσες ερωτικές ονειρώξεις του αλλά οραματίστηκε την νέα ακρατική κοινωνία, που ονόμαζε Αρμονία, δανειζόμενος τον όρο από τον Ρόμπερτ Όουεν.

Πάμε λοιπόν στο Όμικρον, στον Άγγλο ελευθεριακό στοχαστής της πράξη, που επηρεασμένος από τις απόψεις του πρώτου θεωρητικού του «αντικυβερνητισμού» Ουίλιαμ Γκόντγουιν, θα διαθέσει μέχρι τον θάνατό του όλη του την ενέργεια και τα διόλου ευκαταφρόνητα εισοδήματά του σε ατελέσφορες μα χρήσιμες ως παρακαταθήκη απόπειρες δημιουργίας ελεύθερων παραγωγικών κοινοτήτων, όπως αυτή του Νιου Λανάρκ στη Σκοτία και η Νέα Αρμονία στις ΗΠΑ, θεωρώντας πως η ευτυχία του ατόμου «μπορεί να επιτευχθεί με τη δράση που προωθεί την ευτυχία της κοινότητας». [Μια εικόνα της Αρμονίας του Ρόμπερτ Όουεν δείτε εδώ, στα περί του βιβλίου του Pierre Rosanvallon Η κοινωνία των ίσων]

La Cecilia Film

Η κοινότητα Ουτοπία [Utopia] στην βορινή όχθη του ποταμού Οχάιο, ανύπαρκτη για τους εντεταλμένους χαρτογράφους, ιδρύθηκε από φουριεριστές εποίκους το 1944 και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του γνωστού ιντιβιντουαλιστή Τζοσάια Γουόρεν που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1850 πειραματίστηκε με τους «επιχειρηματίες συντρόφους» στο οικονομικό μοντέλο ανταλλαγών με οικοτρόφους της Ουτοπίας αλλά και ομόφρονες εκτός των ορίων της. Πενήντα χρόνια μετά στο Σαλέντο της Ιταλίας μια άλλη αγροτική ελευθεριακή κοινότητα, η Ουρουπία [Urupia, 1995] θα προωθούσε την πρακτική των εξισωτικών σχέσεων.

Οι αρχές του ελευθεριακού κομμουνισμού ενέπνευσαν τον αναρχικό συγγραφέα Τζουλιάνο Ρόσι στην δημιουργία της περίφημης αποικίας Τσετσίλια [Cecilia] στην πολιτεία Παράνα της Βραζιλίας. Εκεί δεν υπήρχε κανένας όρος, κανένας διακανονισμός, κανένα ωράριο, καμία διάκριση εξουσιών, παρά μόνο η «φυσική ζωή, άνευ νόμων και κυρίων». Αλλά το σχέδιο θα επιβιώσει τελικά μόνο τέσσερα χρόνια λόγω …ερωτικών κυρίως διενέξεων, που δημιουργήθηκαν λόγω σπάνεως των γυναικών. Μέχρι και ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής Samuel Taylor Coleridge σχεδίασε την Πανισοκρατία του [Pantisocracy], συνεπαρμένος από τις αντικρατικές θεωρίες του Γκόντουιν και το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης.

Lucy-Parsons-2

Η Φύση δεν έδωσε σε κανέναν άνθρωπο το δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους, έγραφε στις Σκέψεις για την Ερμηνεία της Φύσης ο Γάλλος πανεπιστήμονας του 18ου αιώνα φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό που με τα γραπτά του υπέσκαψε το έδαφος της θεοκρατικής απολυταρχίας συμβάλλοντας στην ιδεολογική προπαρασκευή της Γαλλικής επανάστασης αλλά και στην ελευθεριακή προβληματική του επόμενου αιώνα με την ευτοπίες του Συμπλήρωμα στο Ταξίδι του Μπουγκενβίλ και στις προαναφερθείσες Σκέψεις. Ο έτερος διαφωτιστής Ζαν Ζακ Ρουσό θα επηρεάσει με τις καινοφανείς ιδέες του σχεδόν την κατοπινή «ουτοπική» προβληματική και με τις θέσεις της περί του «καλού καγαθού αγρίου» που έχει όμως συναίσθηση ότι είναι ελεύθερος τόσο τον πρώιμο κοινωνικό αναρχισμό όσο και τον ύστερο αναρχοπριμιτιβισμό.

Μπορεί οι γυναίκες να σπάνιζαν στην Cecilia, αλλά είναι παρούσες στο λεξικό, καθώς δεκάδες υπήρξαν οι αγωνίστριες των ουτοπιών, όπως η Βολτερίν Ντε Κλερ, η Βορειοαμερικανίδα θιασώτρια ενός «αναρχισμού χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς», η πιο προικισμένη από τις εκπροσώπους του γυναικείου φύλου στο ελευθεριακό κίνημα της χώρας κατά την κρίση της συνεργάτιδάς της Έμα Γκόλντμανμε πολύπλευρη συγγραφική ενασχόληση – δοκιμιακή, ποιητική, μεταφραστική, δημοσιογραφική. Ή η Λούσι Πάρσονς, Αμερικανίδα αναρχική ακτιβίστρια μεξικανοϊνδιανικής καταγωγής, μια γυναίκα πιο επικίνδυνη από χίλιους μαζεμένους ταραχοποιούς κατά την εκτίμηση των αστυνομικών αρχών του Σικάγο, στέλεχος από το 1877 της Ένωσης Εργαζομένων Γυναικών και ιδρυτικό στέλεχος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW). [Εδώ ένα ιδανικό graphic novel για τους Εργάτες]

Tolstoy

Ένα άλλο μείζον μέρος καταλαμβάνουν οι Έλληνες που με λόγο και πράξη πρότειναν τα δικά τους κοινωνικά οράματα αλλά έμειναν στις περισσότερες περιπτώσεις στην σκοτεινότερη σκιά της Ιστορίας. Επαρκώς λημματογραφημένος, για παράδειγμα, είναι ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης, κοσμοπολίτης ελευθεριακός κοινωνιστής με σημαντική συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα στο Μεξικό, που αφού εντρύφησε μεταξύ άλλων σε Φουριέ και Προυντόν, ίδρυσε την περίφημη Κοινωνική Λέσχη των Σπουδαστών και το Σύγχρονο και Ελεύθερο Σχολείο, επιχειρώντας να υλοποιήσει τις αγροτοσυνεταιριστικές του ιδέες στο Νότιο Μεξικό. Αλλά και ο Επτανήσιος δημοσιογράφος και πρώιμος κοινωνιστής Παναγιώτης Πανάς, που ξεχώρισε από τους σύγχρονούς του ριζοσπάστες για τον ιδιότυπο κομμουναλισμό του και παρότι απεχθανόταν την βία πλησίασε σταδιακά τις απόψεις των κομμουνάρων στο Παρίσι και τους υπερασπίστηκε δημόσια.

Δεν μπορεί να λείπει βέβαια ο κατά δήλωσή του «αναρχομόνος» Γιάννης Σκαρίμπας, αυτοχαρακτηριζόμενος «συνταξιούχος εκτελωνιστής και τάχα λογοτέχνης συν κιόλας απαράσημος», που έγραψε με το απαράμιλλο ύφος του ποιητικές και πεζογραφικές ακροβασίες, πιστεύοντας άλλωστε ότι ανάρχα και θεοί πείθονται. Και βρισκόμαστε ήδη στην μεγάλη στρατιά των συγγραφέων που δίνουν το παρόν, όπως ο Λέων Τολστόι, ιδιότυπος αναρχοχριστιανός, εισηγητής της μη βίαιης ανυπακοής στους κρατικούς θεσμούς, και ο Όσκαρ Ουάιλντ που εκτός από την συγκλονιστική Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντινγκ συνέγραψε την αναρχίζουσα συνηγορία Ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό, εκδήλωσε την εκλεκτική του συγγένεια με τους ελευθεριακούς κύκλους της εποχής του και συμμετείχε στην καμπάνια για να δοθεί χάρη στους έγκλειστους τότε και μετέπειτα εκτελεσμένους αναρχικούς του Σικάγου, στην Υπόθεση Χεϊμάρκετ (που φυσικά λημματογραφείται εδώ, μαζί με άλλες σημαντικές δικαστικές υποθέσεις).

Peret et Pretre_

Συγγραφέας του Θησαυρού της Σιέρρα Μάντρε, του Πλοίου των Νεκρών και πολλών άλλων κοινωνικών μυθιστοριών, ο δισυπόστατος και τρισυπόστατος Μπ. Τρέιβεν κρυβόταν επί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Γερμανός αναρχικός που εξέδιδε το περιοδικό Ο Τουβλοποιός, συμμετείχε στην γερμανική επανάσταση του 1919 σαν …λογοκριτής του αστικού τύπου στο σοβιέτ της πόλης και έζησε με πλήθος ψευδωνύμων και πρόλαβε να πεθάνει μόνος του, με θανατικές ποινές να εκκρεμούν από τα γερμανικά στρατοδικεία. Ο Τζόρτζ Όργουελ, από την άλλη, έπρεπε να βιώση εξαετή αστυνομική θητεία στη Βιρμανία για να επέλθει εντός του μια ολική μεταστροφή για να αρχίσει να περιπλανιέται στην Ευρώπη και να γράφει τα βιβλία του και φυσικά να συμμετάσχει στην Ισπανική Επανάσταση του 1936 μέσα από τις γραμμές του τροτσκίζοντος POUM, να τραυματιστεί και να συγγράψει το Προσκύνημα στην Καταλονία, την Φάρμα των Ζώων και το 1984.

Στην απέναντι όχθη, ο σουρεαλιστής ποιητής Μπενζαμίν Περέ, συνυπέγραψε το προκλητικό κείμενο Στην Πυρά, χαιρετίζοντας την πυρπόληση πεντακοσίων εκκλησιών και μοναστηριών από τους αναρχικούς στην επαναστατημένη Ισπανία το 1931, πήγε εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο, προσχώρησε στην Διεθνή Συνομοσπονδία Ανεξάρτητης Τέχνης (FIARI) που είχαν συγκροτήσει οι Τρότσκι και Μπρετόν και εξέδωσε το περίφημο μανιφέστο του ενάντια στην στρατευμένη τέχνη Η Καταισχύνη των Ποιητών.  

Abel Paz

Στις ίδιες μάχες πολέμησε και ο Ισπανός αναρχικός ακτιβιστής και συγγραφέας Abel Paz [Αβέλ Παθ], ένας από τους Κιχώτες του Ιδανικού της Ισπανικής Επανάστασης και εκ των «ανεξέλεγκτων» στη σύγκρουση του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη με τους κομμουνιστές. Μετά την ήττα των «δημοκρατικών» κατέφυγε όπως οι περισσότεροι στη Γαλλία αλλά σε λίγα χρόνια επανήλθε όπως οι…λιγότεροι στην Ισπανία για να πάρει μέρος στον ένοπλο αντιφρανκικό αγώνα, αγνοώντας την πιθανότητα – που αργότερα έγινε πραγματικότητα της – σύλληψης και της φυλάκισης. Επέστρεψε για τελευταία φορά στην Ισπανία μετά τον θάνατο του δικτάτορα το 1976 και δεν έπαψε να υποστηρίζει τις ιδέες του ως το τέλος.

Εξαιρετική περίπτωση κορυφαίου συγγραφέα αποτελεί ο … αναρχοατομιστής στα νιάτα του και τροτσκιστής αργότερα Βικτόρ Σερζ (που έχουμε διαβάσει εδώ και εδώ). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σερζ καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για την συμμετοχή του στην Γαλλική ιλεγκαλιστική ομάδα – «Τραγική» Συμμορία Μπονό, συμμετοχή που πάντως αρνήθηκε. Η Συμμορία, ο πυρήνας της οποίας εκκολάφθηκε στο ελευθεριακό κοινόβιο του Ρομενβίλ και υποστήριζε την υγιεινή διατροφή και διαβίωση, είχε διαπράξει την πρώτη παγκοσμίως ληστεία τράπεζας με χρήση αυτοκινήτου και ενέπνευσε τραγουδοποιούς (Τζο Ντασέν), λογοτέχνες (Λεό Μαλέ) και κινηματογραφιστές (Φιλίπ Φουραστιέ).

Sandino 1_

Παραμένουμε στον Ισπανικό Εμφύλιο, όπου και ο Ισπανός αναρχικός Ντουμάνχε Ντουρούτι, «άνθρωπος ακέραιος σε υπέρτατο βαθμό που απείχε έτη φωτός από οποιαδήποτε ματαιοδοξία χαρακτηρίζει τις βεντέτες της αριστεράς» κατά την ετυμηγορία του συντρόφου και συμπολεμιστή του Καρλ Αϊνστάιν, ενώ η πάντα αυστηρή Έμα Γκόλντμαν τον θεωρούσε ως την ίδια την ψυχή της Ισπανικής Επανάστασης. Το λήμμα είναι εκτενές και σύντομο μαζί και μας θυμίζει την ένταξή του στους Justicieros [Τιμωρούς], στους Solidarios [Αλληλέγγυους] και στους Nosotros [Εμείς], την συμμετοχή τους στην εξουδετέρωση των φρανκικών και στη εξάπλωση του αυτοδιαχειριστικού πνεύματος στην Αραγονία, μέχρι τον θάνατό του, για τον οποίο ο Χ.Μ. Εντσενμπέργκερ στο Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας έγραφε ότι πολλοί υποστήριξαν την εμπλοκή σταλινικού ή αναρχικού δακτύλου. Φυσικά και χωριστό λήμμα για την Ταξιαρχία Ντουρούτι, που εμείς του νέου ροκ μάθαμε πρώιμα με τους Durruti Column (αντιστρέφοντας τα διπλά σύμφωνα).

Στην άλλη άκρη του κόσμου, επαναστατούσε ο Αουγκούστο Σέζαρ Σαντίνο που γνώρισε τις ιδέες του ως εργάτης στις πετρελαιοπηγές του Μεξικό και επέστρεψε για να τις διαδώσει στους συναδέλφους του εργάτες στα ορυχεία χρυσού της Νικαράγουας, για να ακολουθήσουν ένοπλες αγροτικές κινητοποιήσεις και δημιουργίες κοοπερατίβων σε ελεγχόμενες από τους χωρικούς περιοχές. Ο Σαντίνο είχε ως σύνθημά του Η Νικαράγουα δεν πρέπει να γίνει ιδιοκτησία καμιάς ομάδας και κανενός συγκεκριμένου κόμματος και «δάνεισε» το όνομά του στους Σαντινίστας, ενώ,  όχι πολύ μακριά, ξεκινούσε την δική του επανάσταση ο Εμιλιάνο Σαπάτα, που έδωσε το δικό του όνομα στους επίγονους Σαπατίστας (έχουμε παρουσιάσει τις περισσότερες σχετικές ελληνικές εκδόσεις).

agosto-emiliano-zapata [diego rivera, 1886]

Δεν λείπουν στοχαστές που ενέπνευσαν ιδέες και κινήματα, από τον Νίτσε ως τον Γκι Ντεμπόρ και από τον Μαξ Στίρνερ (διαβάστε εδώ μια περιεκτική παρουσίασή του) μέχρι τον ελευθεριακό διανοούμενο Νοάμ Τσόμσκι που δεν βρίσκει, όπως δηλώνει, λόγο να αναθεωρήσει την από δεκαετιών έλξη του από τον αναρχισμό, και φυσικά τον Βίλχελμ Ράιχ, που υπήρξε εισηγητής της σεξοπολιτικής, οραματιστής της σεξουαλικής επανάστασης και μιας ελευθεριακής εργατικής δημοκρατίας, που απομακρύνθηκε κοσμίως από την υπό τον Φρόιντ Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης και διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, ενώ οι εργασίες του κρίθηκαν εξτρεμιστικές και καταστράφηκαν κατόπιν «παροτρύνσεων» και ο ίδιος πέθανε στις φυλακές.

….ούτε και σημαντικές μορφές, ξεχασμένες και αξέχαστες, όπως ο Σεργκέι Γκιενάντγιεβιτς Νετσάγιεβ, ο κατά Μπακούνιν Ρώσος «ιδεαλιστής, προφήτης, καλόγερος της επανάστασης», οι άνθρωπος που ενέπνευσε τον Ντοστογιέβσκι στην συγγραφή των Δαιμονισμένων, που κράτησε αξιοπρεπή στάση στις ελβετικές φυλακές (όπου πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες), χωρίς να προδώσει κανέναν, ενώ κατάφερε να προσηλυτίσει και κάποιους από τους δεσμώτες του! Γάλλος λογοτέχνης αναρχοατομικιστικών πεποιθήσεων και λιβελογράφος ολκής, ο Ζορζ Νταριέν δεν έπαψε, σύμφωνα με τον Μπρετόν, να καταγγέλλει με σφοδρότητα «το στρατιωτικό έγκλημα, τη θλιβερή παρωδία της θρησκείας και άλλες μορφές της αστικής ατιμίας» μέσω εντύπων αλλά και με τις μυθιστορίες του Μπιριμπί και Ο κλέφτης. Στα πεδία της ποίησης και του τραγουδιού ο Πολ Αμπρουάζ Παγιέτ οργάνωσε και χορτοφαγικά όργια και ύμνησε την αναρχία και τον ελεύθερο έρωτα.

Αλέξανδρος Σχινάς

Το λεξικό δεν ξεχνάει ούτε τον Αλέξανδρο Σχινά, τον φυσικό αυτουργό της εκτέλεσης του βασιλιά Γεωργίου Α΄, που σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής είχε «φάτσαν ηλιθίου παρά κακούργου», ενώ η αστυνομία και σύσσωμος ο τύπος τον χαρακτήρισαν ανισόρροπο. Σενάρια επί σεναρίων γράφτηκαν από ιστορικούς προς αναζήτηση ηθικών αυτουργών και πολιτικών κινήτρων, χωρίς κανείς να εξετάσει σοβαρά την εκδοχή που ο ίδιος ο Σχινάς έδωσε στην ερώτηση, πώς τόλμησε σκοτώνοντας το βασιλιά να προξενήσει τέτοιο κακό, κι εκείνος απάντησε: «εγώ δεν έχω πατρίδα, είμαι σοσιαλιστής, είμαι μέλος πολλών σοσιαλιστικών συλλόγων». Και βέβαια, οδηγούμενος προς τον ανακριτή διέλαθε της προσοχής των φρουρών και έπεσε από το παράθυρο στο λιθόστρωτο της αυλής…

Το λεξικό περιλαμβάνει και όλες τις εξεγέρσεις (π.χ. Ουγγαρία 1956,  Πολυτεχνείο 1973), στάσεις ζωής όπως η ολική άρνηση στράτευσης, καλλιτεχνικά ρεύματα όπως το Νταντά, πρακτικές όπως το εργασιακό σαμποτάζ, κινήματα όπως οι Provos και το προβοταριάτο (για την εκπληκτική τους περίπτωση διαβάστε εδώ), τους σχετικούς όρους και νεολογισμούς (νεοαναρχισμός, οικοαναρχισμός, πρακτικός κοσμοπολιτισμός, πράσινος αναρχισμός). Δεν λείπουν τα ελεύθερα ραδιόφωνα, όπως τα Ράδιο Κιβωτός και Ράδιο Ουτοπία της Θεσσαλονίκης και φυσικά τα ελεύθερα διερχομένων σπίτια, όπως η περίφημη Παράγκα του Σίμου στον Ψυρρή, στην πόρτα της οποίας τοιχοκολλούνταν και η πρώτη ίσως χειρόγραφη ελευθεριακή εφημερίδα τοίχου στην Ελλάδα, η Ιπτάμενη Παράγκα.

SAN_MICHELE_AVEVA_UN_GALLO_

Καταγράφονται φυσικά βιβλία όπως ο θρυλικός Ουώλντεν του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, ένα βιβλίο για τα έργα και τις ασκητικές ημέρες του Αμερικανού ελευθεριακού στοχαστή συγγραφέα, που για δυο χρόνια έζησε μόνος στις όχθες της ομώνυμης λίμνης (διαβάστε εδώ για την καλύβα του) αλλά και από τα καθ’ ημάς, όπως το αισιόδοξο έμμετρο μανιφέστο του Ηρακλή Αναστασίου Οι μισθωτοί, δημοσιευμένο ελαφρώς λογοκριμένο στην εφημερίδα Σοσιαλιστής [1893] ή Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση [1899]. Η δε κινηματογραφία δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει την ταινία των αδελφών Ταβιάνι Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα (1971), με όλες τις παρακρούσεις ενός φυλακισμένου αναρχικού, τα αδιέξοδα μπροστά σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα θα τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία μέσα από τον ελαφρώς παραμορφωτικό φακό του μαρξιζόντων σκηνοθετών.

Στην υπηρεσία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου είχε θέσει το ταλέντο του ο τραγουδοποιός Τζο Χιλ και ήδη βρισκόμαστε στο σάουντρακ του λεξικού, που σαφώς περιλαμβάνει το πανκ ροκ και την ψυχεδέλεια των χίππηδων αλλά και τον Γάλλο συνάδελφο του Χιλ, Λεό Φερέ, που «μόνο στην ιδέα της Αναρχίας διακρίνει ένα σχολείο σεβασμού του άλλου». Ο Φερέ είχε δώσει το μουσικό του παρόν στους κατειλημμένους χώρους του Μάη του ’68 με ένα γκρουπ βαπτισμένο Λουίζ Μισέλ, προς τιμήν της περίφημης αναρχικής του περασμένου αιώνα, ενώ «αποκατεστάθη» η Γαλλική τάξη, αυτοεξορίστηκε οικογενειακώς γυρίζοντας τον κόσμο για συναυλίες. Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ελάχιστο μέρος αυτής της πλημμύρας λημμάτων για κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες.

Le-Voleur_

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2015, 449 σελ.

Στις εικόνες: Σχέδιο φαλανιστηρίου του Φουριέ, αφίσα της ταινίας που αφηγείται την ιστορία της κοινότητας Cecilia, Lucy Parsons, Leo Tolstoy, Benjamin Péret κατά ιερέως, Abel Paz, Augusto César Sandino, Emiliano Zapata, Αλέξανδρος Σχινάς, Ο Σαν Μικέλε χωρίς τον Κόκορα και Ο κλέφτης.

Δημοσίευση και σε συντομότερη μορφή, στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 202.

19
Φεβ.
16

(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]

17
Φεβ.
16

Georg Trakl – Ποιήματα

Georg Trakl 0

Το μοναχικό τραγούδι ενός Κάσπαρ Χάουζερ του 20ού αιώνα

Η ποίηση του Γκεόργκ Τρακλ πάντα με προσέλκυε με έναν σκοτεινό, αδιευκρίνιστο τρόπο. Να είναι άραγε η καθαρή ουσία των λέξεων ή ίδια η προσωπικότητά του; Ακόμα κι αν η ανάγνωση των γραπτών του έχει αυτόνομο ενδιαφέρον, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά είναι απολύτως απαραίτητα για την βαθύτερη κατανόηση της γραφής του. Κι έτσι αυτή η δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει ολόκληρο το σημαντικότερο βιβλίο του Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο, το πρώιμο πεζό ποίημα Εγκατάλειψη (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και τα σπουδαιότερα και εκφραστικότερα ποιήματα από ολόκληρο το ποιητικό του έργο, μας προσφέρει ακριβώς τέτοια κλειδιά.

Πρόκειται για τρία ειδικότερα κείμενα: ένα συμπαγές σώμα με εκτενή σχόλια και σημειώσεις πάνω στα ποιήματα, το τραγούδι του ξένου – ένα ευρύτερο σχόλιο στην ποίηση του Τρακλ κι ένα χρονολόγιο που περιλαμβάνει σημαντικά αποσπάσματα από σωζόμενες επιστολές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση είναι χαρά όταν όλα όσα για χρόνια πιέζονταν μέσα σου και ζητούσαν βασανιστικά την λύτρωση ξαφνικά και απροσδόκητα έρχονται με ορμή στο φως, ελευθερώνονται και σε ελευθερώνουν… έγραφε σε παιδικό του φίλο, λίγο καιρό μετά την δοκιμή γραφής των πρώτων του ποιημάτων. Αλλά ο ψυχισμός του ήταν ήδη ετοιμόρροπος.

Georg Trakl 3

Το 1904 ο Τρακλ δοκιμάζει για πρώτη φορά χλωροφόρμιο και οινοπνευματώδη ποτά· αρχίζει να καπνίζει και να επισκέπτεται τα χαμαιτυπεία. Σταδιακά εθίζεται σε τοξικές ουσίες, στα σκοτεινά δηλητήρια (κυρίως χλωροφόρμιο, όπιο, αργότερα κοκαΐνη και στα υπνωτικά χάπια Veronal). Εγκαταλείπει οριστικά το γυμνάσιο και αρχίζει πρακτική εκπαίδευση σε φαρμακείο του Ζάλτσμπουργκ· η επιλογή του επαγγέλματος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Επέλεξε να εργαστεί στον λευκό άγγελο· αυτή ακριβώς ήταν η επωνυμία ενός φαρμακείου στο Ζάλτσμπουργκ. Αγοραφοβικός και φυγόκοσμος, δειλός και συνεσταλμένος στο έπακρο, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες· τις περισσότερες ώρες τις περνά στην αποθήκη του φαρμακείου, που είναι ένας χώρος στενός, αποπνικτικός, χωρίς παράθυρα, και όπου φυλάσσονται όλα τα παρασκευάσματα.

Η Φαρμακευτική είναι η οδός του· αλλά η εγκατάσταση στη Βιέννη το 1908 για σπουδές είναι εφιαλτική. Ζει σε μεγάλη μοναξιά σε φτηνά, καταθλιπτικά, κρύα και υγρά δωμάτια· αργότερα που ως Ανθυπολοχαγός υπηρετεί την θητεία του στην ίδια πόλη και δικαιούται να διατηρεί δωμάτιο. Από το παράθυρο έχω θέα σε μια μικρή, σκοτεινή αυλή. Όταν κοιτάζω έξω, πετρώνω από την απελπισία…έγραφε σε επιστολή του το 1910. Συμβαίνει συχνά να περιπλανιέμαι μέρες ολόκληρες στα γύρω δάση….ή σε δρόμους σε θλιβερούς κι έρημους τόπους έγραφε σε άλλο γράμμα, ένα χρόνο μετά. Καλά θα κάνει να αμύνεται κανείς μπροστά στην τέλεια ομορφιά, την οποία περιττεύει να κοιτάς σαν χαζός. Όχι, για εμάς το σύνθημα είναι ένα: Εμπρός προς τον ίδιο σου τον εαυτό! έγραφε σε τρίτη επιστολή, σε γνωστή του.

Bernd Streiter (German, 1962). Schlaf (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Η αγαπημένη του αδελφή Margarethe (ή Grete ή Gretl όπως την αποκαλούσε ο ίδιος) ήταν η μοναδική στην οικογένεια που ενδιαφέρθηκε για τον ποιητή, στο έργο του οποίου εμφανίζεται συχνά και επανέρχεται ολοένα ως Έφηβη, Καλογριά, Ξένη κλπ. Εγκατέλειψε μόλις έντεκα χρονών την πατρική εστία και κλείστηκε εσωτερική σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, μάλλον, όπως εικάζεται, εξαιτίας των στενών σχέσεων με τον αδελφό της. Εάν οι ερωτικές σχέσεις του Τρακλ με την αδελφή του υπήρξαν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να στόχευαν ενστικτωδώς σε ένα: να στηλιτεύσουν την κοινωνία και την οικογένεια που ζει μέσα στο ψεύδος, στην σεμνοτυφία και στην υποκρισία.

Το 1912 αποδέχεται τη θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Βιέννη με εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Παρουσιάζεται, παραμένει λίγες ώρες και την επομένη υποβάλλει την παραίτησή του. Επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ και γράφει: Πόσο σκοτεινή είναι ετούτη η ρημαγμένη πόλη, όλο εκκλησίες και εικόνες του θανάτου. Αργότερα αναγκάζεται λόγω της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας να πουλήσει τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι, Χόφμανσταλ, Ρεμπώ, Τσβάιγκ, Λενάου. Δεν γνώριζε πως λίγο αργότερα ο Βιττγκενστάιν θα διαθέσει ένα μέρος της τεράστιας πατρικής περιουσίας του ενισχύοντας άπορους ποιητές και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Τρακλ, ο Ρίλκε, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λοος, ο ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα κ.ά.

Georg Trakl 2

Οι νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση. / Κηδεύουν τον ξένο. Ύστερα αρχινά μια σιγανή βροχή που / λαμπυρίζει. / Ο γιος του Πάνα φανερώνεται με τη μορφή ενός εργάτη / Που περνά το μεσημέρι κοιμούμενος βαθιά πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο. / Σε μιαν αυλή είναι μικρά κορίτσια ντυμένα με ρούχα φτωχικά / Που σου σπαράζουν την καρδιά! Είναι δωμάτια / Γεμάτα μελωδίες και σονάτες. Είναι ίσκιοι / Που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλούς καθρέφτες. / Αυτοί που αναρρώνουν ζεσταίνονται στα παράθυρα του νοσοκομείου. / Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει αιμόφυρτες επιδημίες. / Η ξένη αδελφή φανερώνεται πάλι σε κάποιου τ’ άσχημα όνειρα…

…έγραφε στον Ψαλμό, αφιερωμένο στον Καρλ Κράους. Στο παιδί Έλις ο Τρακλ δανείζεται το όνομα ενός Σουηδού εργάτη μεταλλείων Έλις Φρέμπομ, που έζησε τον 17ο αιώνα και σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα του γάμου του σε πολύ νεαρή ηλικία. Το συμβάν θεματοποίησαν ο E.T.A Hoffmann και ο Hugo von Hoffmannsthal σε διήγημα και έμμετρο δράμα αντίστοιχα. To σώμα του άτυχου νέου ανασύρθηκε ανέπαφο αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν η γυναίκα του ήταν ήδη σε βαθύ γήρας.

The Bear Press - Georg Trakl. Gesang des Abgeschiedenen. Sieben Farbholzschnitte von Hanns Studer_

O εκδότης Κουρτ Βολφ [Kurt Wolff] που εκείνα τα χρόνια είχε εκδώσει έργα του Φραντς Κάφκα, του Ρόμπερ Βάλζερ, της Έλζε Λάσκερ – Σύλερ, του Γκόντφιντ Μπένν κ.ά. κάνει δεκτά τα ποιήματά του· είναι το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο που θα δημοσιεύσει όσο ζει. Στο Ίνσμπρουκ θα απαγγείλει για πρώτη και τελευταία φορά ποιήματά του. Η επιστράτευσή στον πόλεμο και ιδίως η παρουσία του στην μάχη του Γκρούντεκ (στη σημερινή Ουκρανία) θα σημάνει και την αρχή της ψυχικής του κατάρρευσης, καθώς θα βρεθεί μόνος περιθάλποντας ενενήντα περίπου βαριά τραυματισμένους στρατιώτες, αρκετοί από τους οποίους θα αυτοκτονήσουν μπροστά στα μάτια του. Λίγες μέρες αργότερα θα κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική πτέρυγα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Κρακοβίας. Μια μέρα πριν τον θάνατό του από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία είκοσι επτά ετών, θα κάνει μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με ισχυρή δόση κοκαΐνης. Τρία χρόνια μετά θα αυτοκτονήσει η αδελφή του, σε ηλικία είκοσι έξι ετών.

Χτυπημένος από ανείπωτους συγκλονισμούς, που δεν ξέρω αν είναι για να με καταστρέψουν ή για να με ολοκληρώσουν σαν άνθρωπο, αμφιβάλλοντας για κάθε καινούργιο ξεκίνημα και ενόψει ενός κατά κάποιον γελοίο τρόπο αβέβαιου μέλλοντος….  // Χαμένος ανάμεσα στη μέθη και τη μελαγχολία, μου λείπει η δύναμη να αλλάξω μια κατάσταση που μέρα με την ημέρα γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη και δεν απομένει παρά μια επιθυμία μόνο, πως καλό θα ήταν να ξεσπάσει μια καταιγίδα για να με εξαγνίσει ή να με αφανίσει. [αποσπάσματα από επιστολές]

Georg Trakl 1_

Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ αφορά μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες του 19ου αιώνα που δεν έχει διαλευκανθεί μέχρι σήμερα. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός βρέθηκε σαν ουρανοκατέβατος σε πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828, χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, μιλώντας πολύ λίγο. Ο θρύλος τον θέλει να έχει μεγαλώσει στην αγκαλιά της φύσης ή να κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια.

Ο αγνός και ανόθευτος νέος έγινε το σύμβολο της δολοφονίας της φύσης από τον «εκπολιτισμένο» άνθρωπο. Για την περίπτωση του Κάσπαρ Χάουζερ γράφτηκαν εκατοντάδες βιβλία και κείμενα ενώ ο Βέρνερ Χέρτζογκ γύρισε την περίφημη ταινία του. Η μοναδική αυθεντική φράση του σώζεται ήταν το: Θέλω να γίνω Ιππότης ενώ ο Τρακλ σε επιστολή στου έγραψε σε φίλο του: Τελικά θα παραμείνω για πάντα ένας κακόμοιρος Κάσπαρ Χάουζερ.

 Bernd Streiter (German, 1962). Begegnung (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Το τραγούδι του μοναχικού έχει τις ρίζες του σ’ έναν κοινό τόπο της χριστιανικής γραμματείας: την αναχώρηση του μοναχού, την αποταγή των εγκοσμίων· ο μοναχός είναι ήδη μεταφορικά νεκρός για τον κόσμο ετούτο, καθώς ασκείται νύχτα – μέρα στη νέκρωση των παθών. Αν εμβαθύνει κανείς στο Όνειρο και σκοτισμός του νου θα δει καθαρά όλο το δράμα της ζωής του ποιητή. Όνειρο ήταν η ζωή που λαχταρούσε να ζήσει, σκοτισμός του νου είναι η ζωή όπως τελικά την έζησε.  Το Grodek, το τελευταίο ποίημα που μπόρεσε να ολοκληρώσει, ανακεφαλαιώνει σε λίγους στίχους όλη την τέχνη του Τρακλ. Μέσα από την πολεμική σύρραξη φανερώνεται καθαρά η δυνατή αντίθεση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο. Από την μια η γαλήνη της φύσης, από την άλλη ο δυσερμήνευτος, ακατανόητος αλληλοσπαραγμός, η εγγενής αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία, γράφει ο μεταφραστής στο δεύτερο κείμενό του. Κάποτε, στην αδυσώπητη μοναξιά, η τρέλα γνέφει στον ξένο από μακριά. Αφετηρία και τέλος του ξένου είναι ο απέραντος χώρος του πνεύματος· εκεί ο ξένος ζει και αναπνέει ελεύθερα. Ο ξένος είναι ξένος γιατί δεν διακατέχεται από καμία ιδεολογία, ιδεοληψία, θρησκοληψία. Είναι ακόμα μοναχικός γιατί δεν ανήκει πουθενά: σε καμία οργάνωση, σε καμία πολιτική παράταξη, σε κανένα κόμμα, σύνδεσμο, σύλλογο, εκκλησία ή εταιρεία.

Masked Portrait (Georg Trakl) - Albert Bloch 1_

Ο ξένος περιφρονεί την ευτυχία, που είναι ο επιούσιος άρτος των πολλών. Το τραγούδι είναι ο τρόπος εξοικείωσης του ξένου με τον ανοίκειο κόσμο. Το τραγούδι του είναι ελεύθερο γιατί δεν ζητά τίποτα και από κανέναν. Έχει μάλιστα ένα κοινό σημείο με το τραγούδι του πουλιού: δεν απευθύνεται σε κανέναν ούτε ζητά ένα ακροατήριο. Τόσο ο ξένος όσο και ένα πουλί τραγουδούν γιατί μόνο έτσι ζουν μέσα στον κόσμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο δεξιώνεται ο ξένος τον κόσμο. Η εστία του είναι ακριβώς το τραγούδι· και με αυτό φανερώνει τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, και όχι στην δεδομένη του μορφή. Η ανάγνωση των ποιημάτων του Τρακλ πρέπει οπωσδήποτε να υπολογίσει τις παραπάνω φράσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση του Τρακλ είναι κρυπτική, αινιγματική, πολυσήμαντη αλλά όχι ηθελημένα ακατανόητη. Ο πολύτροπος, πρωτεϊκός της χαρακτήρας επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Είναι από τους πρώτους που μαθαίνει να βλέπει την ωραιότητα στην ασχημία, στη σήψη, στην κατάρρευση, στην περιοδικότητα των πάντων, λέγοντας με διαφορετικούς τρόπους πως κατά βάθος η αλήθεια είναι φοβερή και αποκρουστική. Ωστόσο, τονίζει ο μεταφραστής, δεν είναι ο ποιητής της «παρακμής» αλλά μάλλον της ακμής τους ερχόμενου γένους, Αυτό είναι που θα ζητήσει να επιστρέψει πάση θυσία στην αλήθεια, την ωραιότητα, το μέτρο, την ολιγάρκεια, στις πρωταρχικές εστίες του ανθρώπου, που λησμόνησε στην παραφροσύνη των μεγαλουπόλεων.

1924

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, μετάφραση – επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου, 295 σελ. Περιλαμβάνονται σχόλια και σημειώσεις, συνοπτικό χρονολόγιο και βιβλιογραφικό σημείωμα.

Και η εικοσιεξάλεπτη σύνθεση Georg Trakl του ηλεκτρονικού γκουρού Klaus Schultze για τον συγγραφέα, από τον δίσκο του Χ [1978].

Τα δυο έργα του Bernd Streiter (1962) όπως και η τρίτη εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκαν για εκδόσεις του ποιητή. Το τελευταίο πορτρέτο είναι του Albert Bloch.

13
Φεβ.
16

George Orwell – Κάρολος Ντίκενς

Orwell - Dickens

Είναι γνωστό ότι ο Τζορτζ Όργουελ έχει γράψει εξαιρετικά δοκίμια για πλείστα λογοτεχνικά και πολιτικά θέματα· συνεπώς, όταν εκδόθηκε αυτοτελώς η μελέτη του για τον Κάρολο Ντίκενς από τον τόμο συλλογή των δοκιμίων του Decline of English Murder and other essays [1965], το ενδιαφέρον μου υπήρξε παραπάνω από αυξημένο, τόσο για την απομυθοποίηση πολλών θεσφάτων για τον μεγάλο βικτωριανό συγγραφέα όσο και για την γενικότερη ερμηνεία του έργου του υπό την πολιτική και ηθική σκέψη του Όργουελ. Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις σκέψεις του σε επτά άτιτλα κεφάλαια, που εμπλουτίζει με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του Ντίκενς για να στηρίξει τις θέσεις του.

charles_dickens_wiki

Ο Όργουελ μπαίνει ευθέως στην προβληματική του. Ο ζοφερός οίκος, Δύσκολα χρόνια, ΌλιβερΤουίστ, Η μικρή Ντόρριτ: Ο Ντίκενς στα μυθιστορήματά του επιτίθεται στους θεσμούς τους αγγλικού κράτους με μια σφοδρότητα η οποία δεν ξαναφάνηκε έκτοτε. Αλλά αυτό κατάφερε να το κάνει χωρίς να γίνει μισητός – και κάτι ακόμα σπουδαιότερο: οι άνθρωποι ακριβώς που ήταν ο στόχος της επίθεσής του καταβρόχθιζαν τα βιβλία του σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος ένας εθνικός θεσμός. Με την στάση του αυτή προς τον Ντίκενς το αγγλικό κοινό έμοιαζε κάπως με τον ελέφαντα που δέχεται το χτύπημα του μπαστουνιού σαν ένα απολαυστικό ξύσιμο στη ράχη.

Ο Ντίκενς φαίνεται να ’χει καταφέρει να επιτίθεται σε όλους και να μην αντιπαθείται από κανέναν. Σαφώς δεν ήταν ένας προλεταριακός συγγραφέας, παρά την αντίθετη γνώμη (ή μάλλον υπονόηση) του Τσέστερτον. Αν αναζητήσει κανείς την εργατική τάξη στο αγγλικό μυθιστόρημα, μάλλον θα βρει ένα κενό. Ο αγροτικός εργάτης έχει μεγάλη παρουσία, αλλά το κανονικό προλεταριάτο της πόλης πάντα αγνοείται. Ο Ντίκενς εστιάζει αποκλειστικά στην εμπορική αστική τάξη του Λονδίνου και στα παράσιτά της και μόνο σε έναν βιομηχανικό εργάτη!

orwell_Ο Ντίκενς δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι, με την δεδομένη μορφή κοινωνίας, ορισμένα δεινά δεν μπορούν να θεραπευτούν. Ουδέποτε διανοήθηκε πως είναι δυνατόν να θεραπεύσεις μια νόσο καταπολεμώντας τα εξωτερικά της συμπτώματα. Η κριτική που ασκεί στην κοινωνία είναι σχεδόν αποκλειστικά ηθικολογική· εξ ου και η απουσία οποιασδήποτε εποικοδομητικής πρότασης μέσα στο έργο του. Επιτίθεται στο νομικό σύστημα, στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση, στην εκπαίδευση και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να λέει τι θα έβαζε στη θέση τους. Βέβαια και δεν είναι υποχρεωτική δουλειά ενός μυθιστοριογράφου ή ενός σατιρικού συγγραφέα να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, ωστόσο το ζήτημα είναι ότι η στάση του δεν είναι ούτε ανατρεπτική κατά βάθος.

Στόχος του στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο η κοινωνία όσο «η ανθρώπινη φύση». Πουθενά δεν επιτίθεται, λόγου χάριν, στην ατομική ιδιοκτησία ή στην ιδιωτική επιχείρηση. Δεν υπάρχει στα Δύσκολα χρόνια ούτε μια αράδα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαυτό σοσιαλιστική. Η τάση αυτού του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα φιλοκαπιταλιστική, διότι η όλη του ηθική συνεχίζεται στην άποψη ότι όλοι οι καπιταλιστές θα πρέπει να γίνουν καλοί και όχι ότι θα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργαζόμενοι. Αυτό είναι το μήνυμα: εάν οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν καλά, ο κόσμος θα ήταν καλός. Εξ ου και η διαρκώς επανερχόμενη φιγούρα ιδίως στα πρώιμα ντικενσιανά μυθιστορήματα: ο καλός πλούσιος. Είναι συνήθως ένας «μεγαλέμπορος» (χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες), που συχνά μοιράζει γκινέες.

RO60064771

Αντίθετα, μια κραυγαλέα πληγή του καιρού του, η παιδική εργασία, σπάνια βρίσκει θέση στις σελίδες του. Τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο στα σχολεία παρά στα εργοστάσια. Ο Ντίκενς είναι μειωτικά εχθρικός και απέναντι στο πλέον ελπιδοφόρο κίνημα της εποχής του, τον εργατικό συνδικαλισμό. Τον ίδιο αντίθετος είναι και ως προς κάθε ιδέα επανάστασης που μοιάζει με τέρας που καταβροχθίζει τα πάντα και άλλωστε υποκινείται από τον όχλο του Λονδίνου (σήμερα δεν υπάρχει όχλος, αλλά ένα υπάκουο κοπάδι, προσθέτει ειρωνικά ο Όργουελ). Η γαλλική επανάσταση συνέβη επειδή αιώνες καταπίεσης είχαν καταντήσει τους Γάλλους χωρικούς υπανθρώπους. Οι επαναστάτες στα μάτια του δεν είναι παρά αποκτηνωμένοι αγριάνθρωποι, έως και φρενοβλαβείς. Πρόκειται για μια αντίληψη αντίθετη στην «επαναστατική» στάση.

george-orwell_

Δεν έχουμε λοιπόν, μοιάζει να σκέφτεται ο Ντίκενς, παρά να ελπίζουμε στο μεμονωμένο άτομο, αρκεί να μπορέσουμε να το προλάβουμε σε πολύ νεαρή ηλικία. Ίσως έτσι εξηγείται εν μέρει η επίμονη ενασχόλησή του με την παιδική ηλικία. Και κανείς δεν έχει γράψει καλύτερα για την παιδική ηλικία και την απομόνωσή της. Κάθε είδους εκπαίδευση στην Αγγλία δέχεται την σφοδρή κριτική του Ντίκενς. Αλλά και εδώ η κριτική δεν είναι ούτε κατεδαφιστική ούτε εποικοδομητική· διακρίνει την ηλιθιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά είναι και αντίθετος με το νέο είδος σχολείου που αναδύθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μάλλον προτείνει μια ηθικοποιημένη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς τους ραβδισμούς, τυραννικότητα και τόσα πολλά αρχαία ελληνικά. Σε πολλές σελίδες είναι εμφανής η πλήρης απουσία κάθε εκπαιδευτικής θεωρίας.

Όπως φαίνεται σε κάθε επίθεση που έκανε ο Ντίκενς εναντίον της κοινωνίας, υπεδείκνυε μια αλλαγή πνεύματος περισσότερο παρά μια αλλαγή στην δομή. Ήταν εκτός των άλλων και ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος, ικανός να γράφει για τους καθημερινούς ανθρώπους και την χαμοζωή τους. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους χαρακτηριστικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα: ένιωθαν άνετα μέσα στον κόσμο που ζούσαν, ενώ ένας σημερινός συγγραφέας είναι τόσο απελπιστικά απομονωμένος ώστε το τυπικά σύγχρονο μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα γύρω από τον μυθιστοριογράφο.

Great Expectations_

Κι έτσι ο Ντίκενς γράφει για τα συνήθη θέματα: τον έρωτα, την φιλοδοξία, την φυλαργυρία, την εκδίκηση κλπ. εκτός από την εργασία. Οτιδήποτε την αφορά, βρίσκεται εκτός σκηνής· η αντίθεση με τον Τρόλλοπ λόγου χάριν είναι καταφανής. Αυτό που ώθησε τον Ντίκενς σε μια μορφή τέχνης για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος ήταν απλώς το γεγονός πως ήταν ένας ηθικολόγος, ήταν η συνείδηση ότι «έχει κάτι να πει». Είναι πάντα έτοιμος να κάνει κήρυγμα και αυτό είναι το μυστικό της δημιουργικότητάς του. Ο Ντίκενς έχει την ικανότητα να είναι πάντα διασκεδαστικός επειδή είναι εξεγερμένος εναντίον της εξουσίας κι η εξουσία είναι πάντα εδώ για να μας κάνει να γελάμε μαζί της.

 Ο ριζοσπαστισμός του είναι ασαφέστατος κι ωστόσο ξέρουμε ότι υπάρχει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ηθικολόγο κι έναν πολιτικό. Δεν έχει εποικοδομητικές προτάσεις, ούτε και μια ξεκάθαρη αντίληψη για την φύση της κοινωνίας στην οποία επιτίθεται, παρά μόνο μια συγκινησιακή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. […] Αυτό κατά του οποίου εναντιώνεται δεν είναι τούτος ή εκείνος ο θεσμός αλλά, όπως το διατύπωσε ο Τσέστερτον, «μια έκφραση πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο». [σ. 83]

Orw

Ένας ευδιάθετος αντινομισμός ντικενσιανού τύπου, καταλήγει ο Όργουελ,  αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστκά της δυτικής λαϊκής κουλτούρας. Τα βλέπει κανείς στις λαϊκές ιστορίες και στα κωμικά τραγούδια, σε φανταστικές φιγούρες όπως Μίκυ Μάους ή ο ναύτης Ποπάυ (παραλλαγές και οι δυο του Τζακ του γιγαντοφονιά), στις λαϊκές διαμαρτυρίες εναντίον του ιμπεριαλισμού· είναι η αίσθηση ότι βρίσκεται πάντα στο πλευρό του αδύνατου εναντίον του δυνατού.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 87 [από τον τόμο Decline of English Murder and other essays, 1965]

08
Φεβ.
16

Κασέτα # 1

Συντομογραφίες ακροάσεων από το κασετόφωνο του Πανδοχείου

Πλευρά Α΄

Philippe Sarde

1. Philippe Sarde – Tijuana Haute [OST – La valise, 1974]

Ευδαιμονία γαλλικού κινηματογράφου, σαρδικής μουσικής, χαμογελαστής Μιρέιγ Νταρκ, υψηλής Τιχουάνα.

Χερούλι

2. Dorothy Ashby – Soul Vibrations [Afro Harping, 1968]

dorothy ashby

Χωρίς Λόγια. Μόνο μια διαισθητική παρομοίωση: σα να παίζει την άρπα της στην σπονδυλική μου στήλη. Καταγωγή Βαθειά.

Δονήσεις

3. Analogy – Analogy [Analogy, 1972]

Βαρέζε, 1972,  Ο ηλεκτρικός ήχος που εμπνέεται από την γύμνια στη φύση. Ο ένας και μοναδικός τους δίσκος, ένας μοναδικός δίσκος.

Analogy

Πού πήγες;

4. Intergalactic Touring Band – First Landing [S/T – 1977]

Οι κατεβαστές της παράστασης του Εθνικού μοιάζουν με ούφα της σύγχρονου κόσμου: εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία. Ας τους (διεκ)τραγωδήσει η θεατροπρεπής διαγαλαξιακή μπάντα. Μπορούν επίσης να παραγγείλουν την ατομική κινηματογραφική – τηλεοπτική – μουσική μηχανή που προτείνεται στο ένθετο του δίσκου.

Intergalactic etc.

Nash στα μούτρα σας.

5. Sonny Rollins –Blue 7 [Saxophonus Colossus, 1956]

Σαξόφωνο που ζωγραφίζει εφταπλό μπλε. Εξήντα χρόνια μετά, το χρώμα παραμένει ίδιο.

Sonny Rollins_

μπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλε

Β΄ πλευρά

6. Sparks – Suburban Homeboy [Lil’ Beethoven, 2002]

Διαχρονικό ομοζεύγος, με σαφή παλαιοσχολική οξφορδιανή – καμπριτζιανή πνευματικότητα. Στην φωτογραφία ανταλλάσσουν ιδέες με τον Ζακ Τατί.

Sparks_with Jacques Tati

We are suburban homeboys and we say yo dog and we mean it, by God!
We’ve got an old school mentality, Oxford and Cambridge mentality
Props to our peeps and please keep your receipts

Τρίτο κουδούνι, βγαίνουμε

7. Paolo Conte – Bodyguard for my self [Nelson, 2010]

Πονεμένος από ποιος ξέρει ποιους πόνους ο Paolo Conte αποφάσισε την σωματική φύλαξη εαυτού.

Paolo Conte

Πιάνο κατά πόνου

8. Wah! ‎– Somesay [Nah = Poo – The Art Of Bluff, 1981]

Some say our ideals are deals
Some say are ideas are jokes
Some say we must end up nowhere
One day I know that they ’ll choke

O ύμνος μας το ’81, ίδιος και το ’16

Wah!

Είναι ψεύτες, ψεύτες, ψεύτες

9. Randy Newman – Baltimore [Little criminals, 1977]

Randy Newman

Hooker on the corner, waitin’ for a train
Drunk lyin’ on the sidewalk, sleepin’ in the rain

Μια πόλη σε δυο φράσεις και τρία λεπτά.

Άραγε άλλαξε κάτι;

10. Warren Zevon – Keep Me In Your Heart [The Wind, 2003]

Warren Zevon_

O αποχαιρετισμός ενός σπουδαίου τραγουδοποιού. Έκανε τις φυγές του τραγούδια – ακόμα και την ύστατη. Το τελευταίο τραγούδι του τελευταίου του δίσκου

Σε κρατάμε

Τσακ, τελείωσε.

Η κασέτα παίζεται σε εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή μακρινής πόλης, σε σπονδυλωτή θεατρική παράταση και σε καθιστικό οικείας οικίας.

Όλες οι κασέτες, στο παράπλευρο ράφι, δεξιά όπως μπαίνετε.

06
Φεβ.
16

Θανάσης Κάππος – Το ποδόσφαιρο και η αριστερά

Κάππος_

Αριστεροί εξτρέμ, μέσοι και αγωνιστές

Ήμουν ο μοναδικός, που δεν τον χαιρέτισα. Είχα φόβο, αλλά έπρεπε να το κάνω. Ακολούθησε σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Αυτή η σιωπή κράτησε, αιώνες για μένα…

… έλεγε ο Κάρλος Καζέλι, «ο βασιλιάς του τετραγωνικού μέτρου» στα γήπεδα αλλά κυρίως «ο άνθρωπος που δεν χαιρέτησε τον Πινοσέτ». Και δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το προσκλητήριο των αριστερών που αγωνίστηκαν τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα όσο και στα πεδία της πολιτικής και των ιδεών. Ο Καζέλι αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό όπλο του «Μετώπου του Όχι», στο δημοψήφισμα του 1988 κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ, το οποίο οδήγησε στις πρώτες από το 1973 ελεύθερες εκλογές στη χώρα και στη φυγή του δικτάτορα από την εξουσία. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο αποτελούσε τον κατεξοχήν μέσο για τη στήριξη φασιστικών δικτατοριών, απέκτησε το παρατσούκλι ο «κόκκινος», υπερασπίστηκε δημόσια τις θέσεις του και πρόβαλε την αντίθεσή του στο καθεστώς. Στην κορυφαία εκτός αγωνιστικών χώρων στιγμή του αρνήθηκε ως μέλος της εθνικής ομάδας να χαιρετήσει τον Πινοσέτ.

Caszely- Pinochet_

Ο Καζέλι συμμετείχε και στην γελοία ρεβάνς με τους Σοβιετικούς, το πιο παθητικό παιχνίδι στην ιστορία, όπως το χαρακτήρισε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Νασιονάλ, τόπο συγκέντρωσης και μαρτυρίων αριστερών και προοδευτικών πολιτών της χώρας, που τώρα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε πραγματικό γήπεδο ποδοσφαίρου – εκεί είχε εκτελεστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τσαρλς Χόρμαν ενώ όχι μακριά, στο στάδιο Τσίλε του Σαντιάγκο είχε χτυπηθεί μέχρι θανάτου ο Βίκτορ Χάρα. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να παίξουν στο γήπεδο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την FIFA και δεν κατέβηκαν στο παιχνίδι· έτσι οι Χιλιανοί βγήκαν μόνοι τους στον αγωνιστικό χώρο, σκοράροντας σε άδεια εστία. Ο Καζέλι θυμάται πόσο φοβήθηκαν οι παίκτες βγαίνοντας σ’ έναν χώρο γνωρίζοντας πως πολλοί από τους φίλους του είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί.

Salvator Allente Carlos Caszely

Το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης ατόνησε μόλις μαθεύτηκε πως ήταν υποστηρικτής του Αλιέντε ενώ το 1977 αποκλείστηκε από την Εθνική, κατόπιν πιέσεων του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας κι έχασε το (ούτως ή άλλως κατάπτυστο) Μουντιάλ του 1978. Έχει ήδη γίνει ο μισητός παίκτης της χιλιανής Δεξιάς. Όπως έγραψε ο ποιητής και δημοσιογράφος Χόρχε Μοντεαλέγκρε: Στη μνήμη μας, η υποστήριξη στον πρόεδρο Αλιέντε, στον Κορβαλάν, στην Γκλάντις Μαρίν και στον Βολόντια Τεϊτελμπόιμ στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της Χιλής ήταν τα πάντα. Η μεγάλη του αξία εντός και εκτός γηπέδων «κέρδισε» το μίσος της Δεξιάς. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; 

Ewald Lienen_

Αριστερό εξτρέμ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας: ο Έβαλντ Λίνεν, το εντεκάρι της Γκλάντμπαχ (με την ούτως ή άλλως εντυπωσιακή για μένα τότε ονομασία Borussia Muenchen Gladbach)· ένας δαιμόνιος ακραίος που κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα κι έτσι δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική Δυτικής Γερμανίας. Όταν έπαιζε στην Γκλάντμπαχ που θριάμβευε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μάζευε υπογραφές για να σώσει από την απόλυση έναν δάσκαλο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Από την ίδια εποχή θυμάται έναν πολιτικός που τον συμβούλευε να κοιτάει το ποδόσφαιρο και να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Όσο θεριό ήταν ως έξω αριστερά τόσο σεμνός ήταν απέναντι στον κόσμο: αντί για αυτόγραφο μοίραζε κάρτα που έγραφε «η υπογραφή μου δεν αξίζει περισσότερο από την δική σας».

Maradona Boca_

Στην επαρχία Κοριέντε, στον τόπο δηλαδή της καταγωγής του, ο Μαραντόνα, έχτισε και συντηρούσε από το 1985 και για πολλά χρόνια, σαράντα σχολεία, πληρώνοντας ακόμα και τους δασκάλους, τα οποία στη συνέχεια τα παρέδωσε στο κράτος και τελικά, δυστυχώς, καταστράφηκαν. Ο Μαραντόνα είχε οργανώσει μια τεράστια εκδήλωση ενάντια στον Τζορτζ Μπους από το Μαρ ντελ Πλάτα, τετρακόσια χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες ξεκίνησε μια σιδηροδρομική διαδήλωση· ο συρμός άρχισε μ’ ένα βαγόνι και σε κάθε σταθμό αποκτούσε ακόμα ένα, φτάνοντας στην πρωτεύουσα με ογδόντα βαγόνια. Τις ιστορίες του μας θυμίζει ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, για να καταλήξει στον Λιονέλ Μέσι, «ένα παιδί με αριστερό τρόπο σκέψης και μεγάλη κοινωνική δράση στην Αργεντινή, η οποία δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή» και στον Κάρλος Τέβεζ.

Carlos Tevez

Ο Τέβεζ, έχει δικαιωματικά τις δικές του σελίδες στο βιβλίο. Ο επονομαζόμενος Απάτσι, μεγάλωσε στο Φουέρτε Απάτσι, μια μικρή συνοικία στα δυτικά του Μπουένος Άιρες, με κάθε μορφής παράβαση στην ημερήσια διάταξή της. Εδώ η αστυνομία μπαίνει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ενώ το πιο εύκολο πράγμα είναι να προμηθευτεί κανείς μια δόση πάκο, ένα ευρέως διαδεδομένο ναρκωτικό που έχει καταστρέψει την ζωή αμέτρητων νέων. Η μαφία έχει τον πρώτο λόγο στην περιοχή αλλά δεν διανοείται να πειράξει τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό. Ο Τέβεζ θυμάται πως έπρεπε να διαλέξει: εγκληματίας ή ποδοσφαιριστής. Και όταν τα κατάφερε δεν ξέχασε ποτέ στην ζωή του, γι’ αυτό και σε κάθε γκολ σηκώνει την μπλούζα του για να φανούν τα κοινωνικά μηνύματα και το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε.

metin_kurt

Θέση στο βιβλίο έχουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και αγωνιστές όπως ο Τούρκος Μετίν Κουρτ που αγωνιζόταν στην δύσκολη τουρκική δεκαετία του ’70 και διώχτηκε από την Γαλατά Σεράι παρά τα έξι χρόνια που αγωνίστηκε μαζί της, με την κατηγορία πως προωθεί τους συμπαίκτες του προς ανατρεπτικούς δρόμους. Ο Κουρτ πήγαινε μετά την προπόνηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να βρει τα βιβλία που τον ενδιέφεραν· στον διεθνή αγώνα με την Μπάγιερν Μονάχου, το 1972, ο μαοϊκός Πωλ Μπράιτνερ τον κάλεσε να συζητήσουν για ποδόσφαιρο και πολιτική! Η κηδεία του ήταν ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε: γιορτή και διαδήλωση μαζί. Φυσικά δεν λείπει και η σχέση των Ζαπατίστας με την Ίντερ και ιδίως με τον Χαβιέ Ζανέττι, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί με αφορμή ένα κείμενο στο περιοδικό Humba! εδώ.

Socrates_

Ιδανικό της ζωής μου είναι ο ιδανικός σοσιαλισμός έλεγε ο Σόκρατες, που είχε ως δεύτερη ενασχόλησή του την πολιτική και ως μεγαλύτερο πολιτικό του δημιούργημα το αυτοδιαχειριστικό μοντέλο που καθιέρωσε στην ομάδα του την Κορίνθιανς. Η περίφημη Democrazia Corinthiana αποτελούσε ένα ιδανικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας μέσα στην ομάδα, όπου οι παίκτες ψήφιζαν με ανάταση του χεριού για μια σειρά θεμάτων, όπως η οικονομική διαχείριση, η στρατηγική του παιχνιδιού και το ίδιο το μενού! Θέση στην ευρεία ενδεκάδα έχουν και οι δικοί μας Νίκος Γόδας, Γιώργος Δεληκάρης, Νίκος Χρηστίδης και Βασίλης Χατζηπαναγής και βέβαια ο παλαιός των παλαιών Ανδρέας Μουράτης (Πήγα στον ΕΛΑΣ για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ίσοι).

Δεληκάρης

Εκτός από τους παίκτες υπάρχουν και οι ομάδες και τα σχετικά κείμενα αφορούν την προπολεμική Δυναμό Κιέβου στον περίφημο «αγώνα του θανάτου» το 1942, τον εξόριστο Ολυμπιακό της Μακρονήσου το 1948, τρία παραδείγματα ομάδων με σοσιαλιστικό προσανατολισμό: την Μπαρτσελόνα, την Γερμανική FC St. Pauli και την SC Corinthians του Σόκρατες και την σύγχρονή μας Hasta La Victoria Sempre, με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Η ομάδα φτιάχτηκε για να συμπαραστέκεται στους απανταχού κατατρεγμένους κι έχει ταξιδέψει από την Παλαιστίνη μέχρι την Κούβα, έχει βρεθεί κοντά στους απεργούς εργάτες της Χαλυβουργικής, στους φυλακισμένους Κουβανούς, έχει συμμετάσχει στον αγώνα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κι έφτασε μέχρι την αυτοδιαχειριζόμενη Μαριναλέδα. Έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, γιατί απουσιάζει κάθε σχετική αναφορά από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια.

socrates-democracia corinthiana_

Ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και η γραφή του είναι πράγματι δημοσιογραφική, με απλή γλώσσα και σύντομες παραγράφους. Αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα, που προλογίζει ο Νίκος Μάλλιαρης.

Στις φωτογραφίες: Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda [Foto: La Tercera, Biblioteca Nacional]

Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σ. 177.

Δημοσίευση και σε mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 201, υπό τον τίτλο My left foot.

Στις εικόνες: Κάρλος Καζέλι με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στον Πινοσέτ [Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda, La Tercera, Biblioteca Nacional], ο ίδιος δίπλα στον Αλιέντε, Ντιέγκο Μαραντόνα και Κάρλος Τέβεζ στην ύστατη τιμή – ζωγραφιές στον τοίχο, Μετίν Κουρτ, Σόκρατες, Γιώργος Δεληκάρης, Democrazia Corinthiana.

30
Ιαν.
16

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Άπαντα τα διηγήματα

HXΠ Αρχειοθέτης

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Θερμά θαλάσσια λουτρά, Ο γενικός αρχειοθέτης, Ροζαμούνδη, Ο οβολός, Ο θησαυρός των αηδονιών

Η συγκεντρωτική έκδοση των έξι συλλογών με διηγήματα του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου αποτέλεσε ιδανική περίσταση όχι μόνο να τον ξαναδιαβάσουμε αλλά και να περιηγηθούμε στον «μικρό θαυμαστό του κόσμο». Η έκφραση ανήκει στον Σπύρο Τσακνιά και συγκεντρώνω εδώ μερικές πολύτιμές του φράσεις από συλλογή των κριτικών κειμένων Δακτυλικά αποτυπώματα (εκδ. Καστανιώτη, 1983, σ. 103 – 111). Ο Τσακνιάς αναφέρεται στα Θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά αποδίδει ιδανικά τα γενικότερα στοιχεία της γραφής του Η.Χ.Π. Πρώτα αποκαλεί τα κείμενά του μικρά πεζογραφήματα ή διηγήσεις, αποφεύγοντας να πει διηγήματα για να δηλωθεί εξαρχής η απόκλιση απ’ το γνωστό γραμματολογικό είδος. Ο «μικρός θαυμαστός κόσμος» του συγγραφέα είναι ο κόσμος του μικρού επαρχιακού αστικού κέντρου, με τις προσβάσεις του στην ύπαιθρο, αλλά και με την αστική ή μικροαστική του ανθρωπογεωγραφία.

ΗΠ

Μια περίτεχνη δομή καλύπτεται πίσω από έναν φαινομενικά συνειρμικό λόγο του Παπαδημητρακόπουλου. Υπάρχει πάντα ένας θεματικός πυρήνας γύρω από τον οποίο αρμολογούνται τα αφηγηματικά υποσύνολα και η όποια επιφανειακή σύγχυση είναι απατηλή: υποκρύπτει μια έντεχνη κατασκευή. Ο νοσταλγημένος κόσμος δεν εξωραΐζεται και δεν εξιδανικεύεται. Ακόμα και στην ματιά ενός εφήβου έχει μεταγγισθεί η πείρα ζωής του ώριμου συγγραφέα· είναι ματιά κριτική και κάποτε πικρά ειρωνική. Συνήθως είναι αδυσώπητα χιουμοριστική και θωρακίζει την νοσταλγία έναντι οποιασδήποτε αισθηματολογίας που θα ήταν ανυπόφορη στον συγγραφέα, προσθέτει ο κριτικός.

Δαχτυλικά_

Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, ειδικά για τα κείμενα που αγαπώ περισσότερο στον συγγραφέα: είναι εκείνα όπου εστιάζει σ’ ένα αντικείμενο που μοιάζει παραμελημένο από λογοτεχνική πλευρά και σίγουρα δεν έχει τοποθετηθεί στο επίκεντρο οποιουδήποτε κειμένου. Τα Εικονοστάσια αποτελούν ένα τυπικό τέτοιο δείγμα θεματολογίας και γραφής. Ο συγγραφέας αφιερώνει ολόκληρο κείμενο σ’ ένα αντικείμενο. Πρώτα αντλεί από τις παιδικές του μνήμες – τις γυναίκες των αγροτών κατά το απομεσήμερο, όταν εγκατέλειπαν την πόλη και πλησίαζαν στο εικονοστάσι του δρόμου προσπαθώντας ιεροκρυφίως να γλιστρήσουν κάτι μέσα από την σχισμή. Κατόπιν διατυπώνει τις προσωπικές του αισθητικές παρατηρήσεις, όπως λόγου χάριν για το μάρμαρο (δηλωτικό της γενικότερης εθνικής ευημερίας) που προϊόντος του χρόνου άρχισε να αποτελεί το αποκλειστικό κατασκευαστικό υλικό, για να ακολουθήσει η μοιραία και αναισθητική τυποποίηση της εποχής μας (από την βυζαντινίζουσα αψίδα μέχρι τον άγαρμπο τρούλλο).

Εικονοστάσι σχέδιο

Εν συνεχεία διευρύνει την «κοινωνιολογική» του ματιά, καθώς παρακολουθεί την πύκνωση τους στα κράσπεδα των δρόμων κατά την δεκαετία του ’60, την κατασκευαστική μετεξέλιξή τους και επιπρόσθετα τα συνδέει με διαδρομές που αποτυπώθηκαν σε βιβλία, όπως το Πεντζικικό Από Θεσσαλονίκης εις Σταυρόν ή το μυθιστόρημα του Φ.Δ. Δρακονταειδή Προς Οφρύνιον. Φυσικά αφιερώνει γραμμές στις δικές του επιτόπιες έρευνες – και εντοπίζει μέσα στα αγριόχορτα άλλο παραμελημένο εικονοστάσι από στρατζαρισμένη λαμαρίνα, με θολωμένο τζάμι, σφηνωμένο στις οξειδωμένες αύλακες που κρύβει εκείνο που προστάτευε κάποτε.

Στο τέλος βρίσκεται στο σήμερα, στα εικονοστάσια «της ημετέρας νήσου»  και σε μια πρόσφατη εικόνα που έμεινε στην μνήμη του και αξίζει να διασωθεί και στα γραπτά του: μια πλαστική μινιατούρα μοτοσυκλέτας σ’ ένα εικονοστάσι, όπως αυτές που βρίσκουν τα παιδικά μέσα σε γλυκά και σοκολάτες – πρόκειται άραγε για έναν ναυτικό, που σκοτώθηκε με μηχανάκι, ή μήπως το μικρό παιδί προσφέρει στον εκλιπόντα πατέρα του ένα του παιχνιδάκι; Και το κείμενό του κλείνει με μια σκηνή: ένα παιδί (ίσως το παραπάνω) μαζί με πέντε κορίτσια διαφόρων ηλικιών, ντυμένα όλα στα μαύρα, μπροστά στο εικονοστάσι, να στέκουν σιωπηλά, σαν να τελούσαν ένα ασυνήθιστο μνημόσυνο, χωρίς την παρουσία ιερέως. Κι όλα αυτά σε ελάχιστες σελίδες.

Άγιος Αθανάσιος Πύργος

Η χιουμοριστική και ταυτόχρονα νοσταλγική ματιά βρίσκει ιδανική έκφραση στο κείμενο Η κηδεία (από την συλλογή Ο γενικός αρχειοθέτης). Ο συγγραφέας ανατρέχει σε κάποιο πρωινό της Κατοχής και θυμάται τον Τάκη Σινόπουλο όταν ήρθε στο γυμνάσιο, στον Πύργο, για να συναντήσει τον καθηγητή πατέρα του. Το σχολείο είχε επιταχθεί από τους Ιταλούς και κατέληξε στην εκκλησία του αγίου Αθανασίου, στον γυναικωνίτη. Η «σχολική» χρονιά ήταν αξέχαστη: ο ίδιος είχε θρονιαστεί σε ένα ωραίο παράθυρο στα πίσω έδρανα και από εκεί μπορούσε απερίσπαστος να ρεμβάζει επί ώρες τα χωράφια και τις έρημες ακρογιαλιές, τις νοικοκυρές που έβγαιναν στα μπαλκόνια και τίναζαν. Το ωρολόγιο πρόγραμμα σπάνια μπορούσε να εφαρμοσθεί αφού κάθε τόσο, και ενώ το μάθημα βρισκόταν στο φουλ της πλήξης του

antique_doll_head_against_cement_by_cassiehillis-d68976j_

ακούγαμε ξαφνικά μακρόσυρτες ψαλμωδίες και σε λίγο η καμπάνα άρχιζε να χτυπάει σιγανά και πένθιμα πάνω από τα κεφάλια μας.
– Κηδεία, κηδεία, φωνάζαμε τότε με έξαψη.
Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα, το πράγμα άρχισε να προσλαμβάνει κάποια βελτιωμένη τακτική και κάθε φορά που σηκωνόταν για μάθημα κάποιος αδιάβαστος, κάποιος άλλος, κυττάζοντας δήθεν εμβριθώς στα πέριξ, αποφεύγοντας όμως και να σημειώσει εμφανώς την παρουσία του, αμολούσε τη σχετική ιαχή:
– Κηδεία, κηδεία!
Από εκεί και πέρα κάθε αντίθετη προσπάθεια απέβαινε επί ματαίω. Εν ριπή οφθαλμού γινόταν η εκκένωση του γυναικωνίτη, ενώ ακολουθούσε μια κανονική διασπορά στα γύρω στενά. [σ. 31- 34]

Αλλά δεν μας αφήσει ήσυχους στο γλυκό παρελθόν ο συγγραφέας. Πρόσφατα (τότε, 1981), την Δευτέρα του Πάσχα, ξαναβρέθηκε στην εκκλησία μπροστά στην Ωραία Πύλη, να αποχαιρετήσει τον Σινόπουλο. Κάθε αναλογία είχε ανατραπεί, και η εκκλησία η ίδια έμοιαζε να βρίσκεται μέσα στο πηγάδι των γύρω πολυκατοικιών. Από τον γυναικωνίτη ήταν αμφίβολο αν φαινόταν πια τίποτα…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πεζογράφημα από τα Θερμά θαλάσσια λουτρά αυτό θα ήταν  Η κόκκινη σημαία. Εδώ ο συγγραφέας εκκινεί από μια ξαφνική ανάμνηση ενός φίλου, του Βασίλη, ιδιοκτήτη μιας προπολεμικής ταβέρνας στο υπόγειο του απέναντι σπιτιού. Η βασική της πελατεία ήταν εργάτες και παιδιά από την γειτονιά αλλά και από μακριά όταν πρωτοάνοιγε καινούργιο βαρέλι, πράγμα που διαλαλούσε ο τελάλης στα πέριξ και μια τετράγωνη κόκκινη σημεία στη γωνιά του σπιτιού του. Μόνο που ο αφηγητής συγγραφέας απορεί καθώς σταδιακά η σημαία μπαίνει και βγαίνει κατά το δοκούν, ακόμα και τη νύχτα, ενώ μέχρι τότε την υπέστελλε με την δύση του ηλίου.  Ο κοινός τους φίλος Μιχάλης «τα είχε ψήσει με την μικρά», κόρη του διοικητή της χωροφυλακής που έμενε από πάνω, και η έπαρση ή υποστολή της σημαίας αποτελούσε το σύνθημα για το ελεύθερο πεδίο. Ένα βράδυ επέστρεψε απροόπτως ο διοικητής και η σημαία στα χέρια του πανικόβλητου Μιχάλη θεωρήθηκε πολιτική προπαγάνδα και ο νέος φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να υπογράψει τη γνωστή δήλωση.

Την υπέγραψα, το είχα ήδη αποφασισμένο. Ο μοίραρχος συγκινήθηκε, άντε Μιχάλη παιδί μου, μου λέει, να επιστέψεις πια ως χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία και να ξεχάσεις όλα αυτά τα αίσχη. Ποια αίσχη, καπετάνιε μου; του κάνω. Τότε που καταντήσατε να μας κόβετε τους λαιμούς με τα κονσερβοκούτια, μου λέει. Αναστέναξα και εγώ και τον κύτταξα στα μάτια. Τι να κάναμε, κύριε μοίραρχε, του λέω, τότε δεν είχαμε τα μέσα, και άρχισε να τραντάζεται από τα γέλια ο Μιχάλης. [σ. 78]

Lubitel

Στο αφήγημα Λιούμπιτελ 2 από τον Θησαυρό των αηδονιών το τιμώμενο αντικείμενο είναι η φερώνυμη φωτογραφική μηχανή, μια πάμφθηνη ρώσικη μονοοπτική ρεφλέξ που ο συγγραφέας αγόρασε αντί δραχμών 225, το ανυπέρβλητο εκείνο φορμά των 6 Χ 6 εκατοστών, άρα με μαύρο κουτί δύσχρηστο, όπου προσπαθείς εκ των άνω να εστιάσεις το προς φωτογράφησιν αντικείμενο, κάμπτοντας το σώμα, γεγονός που σε αναγκάζει ενίοτε να λάβεις στάσεις ήκιστα σεμνοπρεπείς. Οι φωτογραφίες του επιτρέπουν να θυμηθεί μερικούς σταθμούς της διαδρομής του – στην πραγματικότητα τον ρυμουλκούν εκεί. Και για τις επόμενες σελίδες, οι λέξεις του αρκούν όχι μόνο για να δούμε κι εμείς τις φωτογραφίες αλλά και να ρυμουλκηθούμε μαζί του στα μέρη τους.

ΗΠ 2

Πολλές φορές με ρωτούν, μερικοί φίλοι (όψιμοι, κυρίως) πώς έμπλεξα, εγώ, με τον στρατό, και υπηρέτησα σ’ αυτόν τόσα χρόνια, έστω και ως γιατρός… Έχω κατά καιρούς επιχειρήσει να δώσω ποικίλες απαντήσεις (η καταστροφή που πάθαμε στην Κατοχή, η φτώχεια που ακολούθησε, ο Εμφύλιος κτλ. – μέχρι και σχετικούς υπαινιγμούς σε ολόκληρο διήγημα έχω κάνει) αλλά συνήθως όσα λέω πέφτουν στο κενό. Οι άλλοι παρακολουθούν μηχανικά, για να μην πω και με αδιαφορία, οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται καν για ποιο πράγμα τους μιλώ. Έτσι, μετά από δοκιμές επί δοκιμών, κατέληξα σε μια απάντηση σχεδόν μονολεκτική:
– Η Ροζαμούνδη, λέω.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Τα πρόσωπα φωτίζονται χαμογελούν με σημασία, κουνάνε το κεφάλι με κατανόηση….

Λεωφορείο

Έτσι αρχίζει η Ροζαμούνδη, από την ομώνυμη συλλογή, κι αν, όπως γράφει ο συγγραφέας, έκαστος αντιλαμβάνεται και φαντάζεται ό,τι νομίζει για εκείνη, έτσι κλείνουμε κι εμείς, για να τον αφήσουμε μόνο μαζί της, όπως άλλωστε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Και θα συνεχίζουμε να ακούμε την Φιλαρμονική, να συγκινούμαστε με ερωτικές διηγήσεις όπως η Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, να αισθάνόμαστε δέος μπροστά στον Γενικό αρχειοθέτη του Πύργου (έστω και αν βρίσκεται σε άδεια), να ονοματίζουμε κάποια Πέμπτη Κόκκινη, να μειδιούμε με την ευτραφή ερωτιάρα Ελεωνόρα, να σκεφτόμαστε πως η Ανάσταση σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την Ανάσταση παλιά, και να ονειρευόμαστε, όπως ο μικρός που ήταν ο ίδιος τότε, και ο μικρός που έχει σήμερα εκείνα τα μπαλόνια.

ΗΧΠ - Οδοντόκρεμα_

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Α΄ έκδ. Τραμ, 1973, Β΄ έκδ. Εγνατία, 1979, Γ΄ έκδ. Κείμενα, 1984, Δ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Ε΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 101 σελ.
Θερμά θαλάσσια λουτρά, Α΄ έκδ. Εγνατία, 1980, Β΄ έκδ. Κείμενα 1985, Γ΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Δ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 121 σελ.
Ο γενικός αρχειοθέτης, εκδ. Κείμενα, 1989, Β΄ έκδ. Νεφέλη 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ροζαμούνδη, Α΄ – Β΄ έκδ. Νεφέλη, 1995, Γ΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 99 σελ.
Ο οβολός, Α΄ έκδ., Νεφέλη 2004, Β΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2012, 133 σελ.
Ο θησαυρός των αηδονιών, Α΄ έκδ. Γαβριηλίδης, 2009, Γ΄ έκδ. 2012 (εικονογράφηση Εύη Τσακνιά), 106 σελ.

Οι έξι συλλογές κοσμήθηκαν από τον Ανακρέοντα Καναβάκη με λεπταίσθητης τέχνης κοσμήματα, διαφορετικά για την καθεμία, και φιλοξενούνται σε βαθυπράσινο κουτί.

28
Ιαν.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Γρηγόρης Αζαριάδης – Το μοτίβο του δολοφόνου

Το Μοτίβο του Δολοφόνου

Γράψτε μας για το νέο σας βιβλίο

Μετά το «Παλιοί Λογαριασμοί» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2012) και την «Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013), δύο αστυνομικά μυθιστορήματα που θεωρώ ότι κινούνται στον χώρο του Γαλλικού νεοπολάρ, με ανιχνεύσιμες επιρροές από Μανσέττ και Ιζζό με συνεχείς σκληρές αναφορές στα κυκλώματα διαφθοράς και διαπλοκής που ταλανίζουν την χώρα, στα τέλη του 2015 κυκλοφόρησε το τρίτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Το μοτίβο του δολοφόνου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη).

«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα «καθαρό» σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένας serial killer κάνει την εμφάνιση του στην σημερινή Αθήνα και σπέρνει στο διάβα του κάμποσα πτώματα. Ακολουθεί όλα τα στοιχεία που βρίσκουμε στην ανάλυση του προφίλ των serial killers. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο γενικευμένο μοτίβο, που συμπεριλαμβάνει καθαυτό το modus operandi των δολοφονιών, τις οκτώ βολίδες σε συγκεκριμένα σημεία στα σώματα των θυμάτων, την παντελή έλλειψη μαρτύρων, την επιλογή συγκεκριμένων καιρικών συνθηκών …μέχρι και τον προσδιορισμό των τόπων των δολοφονιών.

Αζαριάδης

Η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων ζωής με επικεφαλής την αστυνόμο Τρύπη αναλαμβάνει τις έρευνες για τον εντοπισμό και την σύλληψη του δολοφόνου, μια αποστολή που αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη λόγω της έλλειψης κινήτρου των δολοφονιών, αλλά και στοιχείων από τα σημεία των φόνων. Όσο οι έρευνες αργοσέρνονται σαν χελώνες, ο δολοφόνος συνεχίζει απτόητος την δράση του φορτώνοντας με περισσότερα πτώματα τις νεκροτομικές τράπεζες του Νεκροτομείου. Θα χρειαστούν πολλοί μήνες μελέτης των στοιχείων και διασταυρώσεις με πληροφορίες από άλλες χώρες για να μπορέσει η ομάδα των αστυνομικών να πιάσει το κουβάρι από την αρχή και συνδυάζοντας τα στοιχεία που έχει τελικά στην διάθεση της να κατορθώσει να ανακαλύψει τα ίχνη του δολοφόνου. Και τότε…αρχίζει η πραγματική δράση.

Πέρα από την πλοκή και το χτίσιμο των χαρακτήρων, που αποτελούν τον ιδανικό συνδυασμό γιά να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, «Το μοτίβο του δολοφόνου» παρουσιάζει την καινοτομία της επίμονης ενδελεχούς έρευνας και την «συμμετοχή» στην τελική διαμόρφωση του μυθιστορήματος μιάς ομάδας ειδικών. Πιο συγκεκριμένα, επί 14 μήνες ένας αστυνόμος του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, μια ιατροδικαστής προϊσταμένη συγκεκριμένης ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ένας διακεκριμένος εγκληματολόγος και τρεις ψυχολόγοι με εμπειρία στο profiling συνεργάστηκαν με στόχο να δώσουν μια εντελώς ρεαλιστική εικόνα της διαδικασίας των ερευνών, αλλά και της πειστικής αποτύπωσης του προφίλ του δολοφόνου από τα παιδικά τραύματα και την απόρριψη μέχρι την ανεπαρκή ανάπτυξη του διαταραγμένου χαρακτήρα του.

Revolver 38 Special

Από πλευράς ύφους είναι φανερή η πρόθεση μου, κρατώντας τις επιρροές από την μεσογειακή σχολή σε χαμηλό φόντο, να πλησιάσω περισσότερο την βορειοευρωπαική πραγματικότητα, που πιστεύω ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιο ζοφερό κλίμα που κυριαρχεί λόγω ακριβώς και του πρωταγωνιστικού ρόλου του serial killer.

Μοιραστείτε μαζί μας μια ιδέα ή έμπνευση που σας οδήγησε να το γράψετε.

Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας νομίζουν ότι το φαινόμενο των serial killers είναι κάτι έξω από την Ελληνική πραγματικότητα. Όπως πιστεύουν Ορθοδοξία, κλιματολογικές συνθήκες και συγκεκριμένος τρόπος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά στην διαμόρφωση τέτοιων φαινομένων. Αλλά, η ιστορία μας έχει αρκετά παραδείγματα. Πέραν των διαβόητων Γερμανών Ντουφτ και Μπασενάουερ, που έδρασαν επί Χούντας, υπάρχουν οι δυο (?) δράκοι Παγκρατίδης (έστω και με πολλές αμφιβολίες γιά την ενοχή του) και Παπαχρόνης. Ο Μπέσκος, ο Δαγκλής και ο Βακρινός με πέντε δολοφονίες στο ενεργητικό του.

Οι συνέπειες όμως της παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης διεθνοποίησε και το έγκλημα. Σαν συνέπεια, η δράση κάποιου serial killer και στην χώρα μας ίσως να μην μοιάζει πλέον σαν ένα εντελώς απόμακρο σενάριο. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν να γράψω για το συγκεκριμένο θέμα.

Hooded Serial Killer_

Συστήστε μας σε ένα χαρακτήρα σας.

Ας μιλήσουμε για την αστυνόμο Τρύπη, την επικεφαλής της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής. Και μόνο η επιλογή γυναίκας στον κύριο ρόλο απαιτεί τόλμη από τον συγγραφέα, δεδομένου ότι τουλάχιστον στο Ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η πρόθεση μου όμως ήταν να δείξω ότι οι γυναίκες τα καταφέρνουν τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματικά με τους άντρες σε οποιοδήποτε επάγγελμα.

Η Τρύπη είναι χωρισμένη, έχει ένα παιδί και μια συνηθισμένη προσωπική ζωή πέρα από την επαγγελματική. Φοράει απλά ρούχα…τζην και πουκάμισα. Πηγαίνει στο γυμναστήριο, ακούει παλιά ροκ μουσική, πίνει ποικιλιακά κρασιά κι έχει στο γραφείο της στυλό ΜονΜπλαν. Έχει το σεξ ψηλά στην λίστα των προτεραιοτήτων της. Αφιερώνει πάρα πολλές ώρες στην διαδικασία των ερευνών μελετώντας όλα τα εναλλακτικά σενάρια. Δεν είναι ο τύπος με IQ πάνω από 160. Είναι όμως μεθοδική κι επίμονη. Αν και κρατάει τον ηγετικό ρόλο, λειτουργεί πάντα σαν ομάδα με τους υφισταμένους  της ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται στενά με τον διευθυντή του Τμήματος. Και προσπαθεί κινούμενη στον ανδροκρατούμενο κόσμο των αστυνομικών, να αποδείξει ακριβώς το πόσο ικανή είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή της…όσο δύσκολη κι αν είναι η σύλληψη ενός ψυχικά διαταραγμένου serial killer, ο οποίος όμως φέρεται εντελώς φυσιολογικά στην καθημερινή του ζωή.

Δώστε μας μια φωτογραφία σας που να ταιριάζει με το βιβλίο σας κι εξηγείστε μας γιατί.

Όσο κι αν έψαχνα δεν θα έβρισκα καλύτερη από την φωτογραφία του εξωφύλλου. Αποτυπώνει στον μέγιστο βαθμό το ζοφερό κλίμα και την διαταραγμένη προσωπικότητα του δολοφόνου.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στην Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων οι συγγραφείς παρουσιάζουν το νέο τους βιβλίο και επιλέγουν τις φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα λόγια τους.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

24
Ιαν.
16

Philip Roth – Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους

film

Περί αισχρολογίας, σάτιρας, ερωτικής λογοτεχνίας και άλλων πολλών

Όταν ανατρέχω στην προηγούμενη δουλειά μου, διαπιστώνω ότι έχω γράψει συχνά για «συμπεριφορά σε ακραίες καταστάσεις»… Ίσως πριν από το Βυζί να με είχε απασχολήσει η ακραία συμπεριφορά σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ούτως ή άλλως, με ενδιέφεραν οι άνδρες και οι γυναίκες οι οποίοι, καθώς έχει κοπεί ό,τι τους έδενε με το αγκυροβόλι τους, παρασύρονται από τα κύματα μακριά από τις γενέθλιες ακτές, στο ανοιχτό πέλαγος, έρμαια της παλίρροιας που φουσκώνει από τη δυσαρέσκεια και την εύλογη οργή τους. [….] Η Λούσι Νέλσον στο Όταν ήταν φρόνιμη, ο Γκέημπ Ουάλλακ και ο Πωλ Χερτς στο Κι ό,τι θέλει ας γίνει, ο Άλεξ Πόρτνοϊ στο Σύνδρομο Πόρτνοϊ – όλοι ζουν πέρα από τα όρια των ψυχολογικών και ηθικών δυνατοτήτων τους. Το θέμα δεν είναι αν θα βουλιάξουν ή θα κολυμπήσουν – αλλά ότι πρέπει να επανεφεύρουν το κρόουλ. [84 – 85]

Αυτή ήταν μια από τις πολλές όψεις του συγγραφικού έργου του Ροθ· κι έπρεπε να δει όλα αυτά τα κείμενά του συγκεντρωμένα σε έναν τόμο για να αντιληφθεί ότι αν κάτι τον απασχολούσε συνεχώς κατά την συγγραφή του ήταν η σχέση ανάμεσα στον γραπτό και τον άγραφο κόσμο. Αυτή η δανεισμένη από τον Πωλ Γκούντμαν διάκριση είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει την συνεχή παλινδρόμηση του συγγραφέα ανάμεσα σε εκείνα που μπορούν και στα άλλα, τα απερίγραπτα. Και είναι πραγματικά συναρπαστικό να διαβάζει κανείς τον Ροθ να γράφει για τον Ροθ, για τα βιβλία του, για όλα όσα ήθελε να γράψει και τα κατάφερε με τον τρόπο του και για όσα προέκυψαν άγραφα και ανέκφραστα.

philip-roth 2_

Εδώ συνυπάρχουν η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος δύναμη του ροθικού σύμπαντος. Στο πρώτο μέρος παίρνει τον λόγο ως αναγνώστης και αναγνωσμένος και ανοίγει τα αρχεία των έργων του. Βγάζει από τα συρτάρια σχέδια, ομιλίες, δοκίμια, συνεντεύξεις, απόπειρες απογραφής τους δουλειάς του. Το δεύτερο μέρος συναπαρτίζεται από επιλεγμένα άρθρα και δοκίμιά του πάνω σε μια σειρά θεμάτων, λογοτεχνικών και μη. Το εξώφυλλο είναι το πλέον κατάλληλο, καθώς απεικονίζει την τελευταία δακτυλογραφημένη σελίδα του βιβλίου του Πατρική κληρονομιά, με χειρόγραφες διορθώσεις του συγγραφέα, με κόκκινο και μαύρο μελάνι.

Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση γίνεται για το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, ο συγγραφέας με αφορμή τις αντιδράσεις για την άσεμνη γλώσσα του βιβλίου, μας θυμίζει ότι η αισχρολογία ως χρησιμοποιήσιμο και χρήσιμο λεξιλόγιο και η σεξουαλικότητα ως θέμα απασχολούσαν την λογοτεχνία ήδη από τον καιρό του Τζόυς, του Χένρι Μίλερ και του Ντ. Χ. Λώρενς. Τα μέσα βέβαια πάντοτε μυρίζονται σκανδαλάκι και εστιάζουν σε αυτό το στοιχείο. Για τον ίδιο όμως η χρήση της δεν επηρεάζεται από τα ήθη του κοινού· είναι άλλο να γράφεις για να διαβαστείς και άλλο να γράφεις για ένα «κοινό». Όταν δουλεύει δεν έχει στο νου του κάποια ομάδα ανθρώπων με την οποία θέλει να επικοινωνήσει· αυτό που επιθυμεί είναι τα έργο να κοινωνήσει τον εαυτό του όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται· να διαβαστεί με τους δικούς του όρους. Αυτοί είναι οι αναγνώστες που τον ενδιαφέρουν: εκείνοι των οποίων οι ευαισθησίες παραδίδονται ολοκληρωτικά στον συγγραφέα, με αντάλλαγμα την σοβαρότητά του.

Philip Roth 2

Ο Πόρτνοϊ μιλάει έτσι εξαιτίας μιας ακατανίκητης εμμονής: είναι άσεμνος, επειδή θέλει να σωθεί. Είναι ένας αλλόκοτος, ίσως και τρελός τρόπος αναζήτησης της προσωπικής του σωτηρίας· ωστόσο, στον πυρήνα του μυθιστορήματος, βρίσκεται η διερεύνηση αυτού του πάθους και της σύγκρουσης με τη συνείδησή του την οποία αυτό το πάθος επισπεύδει. Σε σχέση με τον περίφημο εβραϊσμό του ο Ροθ απορρίπτει τις απόψεις ότι είναι αντισημίτης και πάσχει από «αυτοαπέχθεια». Θεωρεί μάλιστα καλοτυχία το γεγονός ότι γεννήθηκε Εβραίος, καθώς πρόκειται για μια περίπλοκη, ενδιαφέρουσα, ηθικά απαιτητική και πολύ ιδιαίτερη εμπειρία. Μοιράζεται κι αυτός λοιπόν το ιστορικό πεπρωμένο των Εβραίων με όλες του τις συνέπειες. Ποιος θα ζητούσε περισσότερα;

Στην επιμονή του συνομιλητή ότι έχει επηρεαστεί από τις παραστάσεις του Λένι Μπρους στα νάιτ κλαμπ ή άλλους της stand up comedy, ο Ροθ απαντάει ότι την μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε ένας sit down κωμικός που επινόησε το αστείο νούμερο Η μεταμόρφωση· ο Κάφκα. Παραδέχεται βέβαια αργότερα ότι διάβασε και την συλλογή με τα δημοφιλέστερα νούμερα του Bruce. Στο περίφημο Σύνδρομο Πόρτνοϊ  αφιερώνει και άλλα κείμενα, ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται με την συνήθη ερώτηση: Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο, τέλος πάντων;

 Philip Roth 3 [1960]

Αλλαγή θέματος με το βιβλίο του Η συμμορία μας, που αποτελούσε μια υπερβολική μίμηση, μια παρωδία του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται και μιλάει ο Νίξον. Ο Μένκεν [Η.Ι. Mencken, Αμερικανός δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, σατιρικός και κριτικός αποτιμητής της αμερικανικής ζωής και κουλτούρας, ένας από τους σημαντικούς στυλίστες των αρχών του 20ού αιώνα], που θαυμάζει ιδιαίτερα ο Ροθ, θεωρούσε αναπόφευκτο για την αμερικανική δημοκρατία να παράγει κλόουν και τσαρλατάνους ηγέτες οι οποίοi, πέρα από τις άλλες ανεπάρκειές τους, είχαν κάκιστη σχέση με την αγγλική γλώσσα. Θεωρούσε όσα έλεγαν και τον τρόπο που τα έλεγαν ψυχαγωγία. Χρειάστηκε ένας Όργουελ και ένας Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και βίαιες ολοκληρωτικές δικτατορίες στη Γερμανία και τη Ρωσία για να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η φαινομενικά κωμική ρητορική μπορούσε να αποδειχθεί εργαλείο πολιτικής τυραννίας.

Philip Roth 4

Εδώ ο Ροθ είναι ανένδοτος: η πολιτική σάτιρα δεν έχει διάρκεια και δεν προτίθεται να είναι ευπρεπής. Άλλωστε η σάτιρα ακριβώς στην ευπρέπεια επιτίθεται και σε ό,τι κρύβεται πίσω της. Το να ζητήσεις από έναν σατιρικό να σεβαστεί την καλαισθησία και την λεπτότητα είναι σα να ζητάς από έναν ερωτικό ποιητή να είναι λιγότερο προσωπικός. Υπάρχει λεπτότητα στο Σατυρικόν ή στη Σεμνή πρόταση; Μάλιστα αν δει κανείς πόσο γελοιοποιούνταν και χλευάζονταν οι Αμερικανοί πρόεδροι στις καθημερινές εφημερίδες του 19ου αιώνα, αναμφίβολα θα συμπεράνει ότι εκδότες και αναγνώστες ήταν εκείνο τον καιρό πολύ πιο θαρραλέοι και δεν εκφοβίζονταν από τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Ο Ροθ φτάνει στο σημείο να πει, αρκεί μια λέξη για να γελάσουμε: Νίξον. Ο ανεκδιήγητος Πρόεδρος ενέπνευσε για ένα ακόμα κείμενο που δημοσιεύεται εδώ, Ο Πρόεδρος απευθύνεται στο Έθνος, μια παρωδία γραμμένη στο αποκορύφωμα της ακροαματικής διαδικασίας για το σκάνδαλο Γουώτεργκεϊτ στη Γερουσία [1973].

Philip Roth 5

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εφημερίδες, που εμφανώς αποκαλύπτουν την μέγιστη εμπλοκή του συγγραφέα με ιδέες και συζητήσεις πάνω στην λογοτεχνία και τα θέματά της: The American Poetry Review, The New York Times Book Review, The Atlantic Monthly, Paris Review, Partisan Review, The Literary Guild, American Review, The Ontario Review, Le Nouvel Observateur, London Sunday Times, Commentary, American Judaism, The New York Times, Look, The Village Voice, Esquire. Και, όπως είναι ευνόητο, η ποικιλία τους είναι μεγάλη: Ο Ροθ παίρνει συνέντευξη από τον …εαυτό του για το Μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, δέχεται ερωτήσεις από μια κυρία για το Η ζωή μου ως άντρα, κάνει μαζί με την συγγραφέα Joyce Carol Oates ένα απολογισμό των οκτώ μέχρι τότε βιβλίων του, αφιερώνει μια συνέντευξή του στην περίφημη περσόνα του Ζούκερμαν….

… κι ακόμα, συντάσσει ένα εκτενές εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο Γράφοντας για Εβραίους και Απεικονίζοντας Εβραίους, εκτείνει την θεματολογία του από το μπέιζμπολ μέχρι την Καμπότζη (που επισκέφτηκε ο ίδιος το 1970 δύο μήνες πριν ο Νίξον διατάξει την επιδρομή των στρατευμάτων του και προκαλέσει τον πόλεμο), αναλύει με τον απολαυστικό κριτικό του λόγο τρία αγαπημένα του ερωτικά μυθιστορήματα των Άλαν Λέτσλακ, Μίλαν Κούντερα και Φρεντερίκα Γουάγκμαν, αφιερώνει μια προσωπική ματιά στον Κάφκα και δεν παύει να θυμάται συγγραφείς, βιβλία και φράσεις που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Όπως τα λόγια ενός ήρωα του Γουίλιαμ Στάιρον: Είναι η εποχή των αχρείων · αν δεν προσέξουμε θα μας τραβήξουν κι εμάς προς τα κάτω…

Philip Roth 6 [1968]

Εκδ. Πόλις, 2014, μετάφραση – σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά, με πολυσέλιδες σημειώσεις της μετάφρασης, 419 σελ. [Reading my life and others]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 200, υπό τον τίτλο Roth around the clock.

16
Ιαν.
16

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

12
Ιαν.
16

Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

08
Ιαν.
16

Αποστόλης Αρτινός – Η ετεροτοπία της καλύβας

Ετεροτοπία

Στους νεωτερικούς καιρός ο άνθρωπος αποσπάται όλο και περισσότερο από το φυσικό περιβάλλον, αυτονομώντας τον αστικό του περίγυρο υπό την επήρεια της τεχνολογικής μέθης. Η φύση αποσπάται από την ιερή της υπόσταση και γίνεται μετρήσιμο και αποδοτικό αντικείμενο. Η νέα πολιτική συνείδηση υπαγορεύει και νέες αρχιτεκτονικές αφηγήσεις. Μια βαριά οικοδομική βιομηχανία θα στηθεί για να υπηρετήσει την νέα κατοίκηση υπό το πνεύμα της τυποποίησης. Το ρομαντικό πρότυπο της αποικίας «το κατοικείν των χωρικών», όπως θα πει ο Heidegger θα είναι το τελευταίο ίχνος μιας αρχαίας αντίληψης που θα ανατρέψουν εκ βάθρων οι καιροί. Η περίφημη αγροικία του Goethe, τα τοπία του Turner και του Constable, η αισθησιακή ρέμβη του Rousseau, ο Μέλανας Δρυμός, δεν είναι παρά σημεία μιας εμβύθισης στη φύση και μια μέθεξη στο τοπίο που έμελλε όμως να είναι ιστορικά η τελευταία. Το ίδιο και οι σκοτεινές δρυάδες των ρομαντικών, ή η νεομυθολογία του ευγενούς αγρίου.

heidegger-house_

Η ξύλινη καλύβα με τις φθαρμένες σανίδες της θα γίνει ο τόπος των πιο ισχυρών μας ονειροπολήσεων στοιχειώνει μέχρι σήμερα το φαντασιακό μας. Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, τα δεντρόσπιτα, η κατασκήνωση στη φύση, οι ζωγραφιές των μικρών παιδιών που σχεδιάζουν καλύβες με ξύλινους φράχτες ακόμα κι όταν τους ζητείται να ζωγραφίσουν το σπίτι τους. Είναι μια απολύτως αρχετυπική, συναισθηματική εικόνα. Ο Le Corbusier, ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα, μόλις τριάμισι μέτρια, κάπου στην Κυανή Ακτή· εκεί ήθελε και να τελειώσει η ζωή του. Το βιβλίο αναζητά ακριβώς διαφορετικές πτυχές της ετεροτοπίας ή ετερο(ου)τοπίας της καλύβας.

berry_ferme_milieu_19e_

Η καλύβα του Χάιντεγκερ βρισκόταν στην απότομη πλαγιά μιας πλατιάς κοιλάδας, στα νότια του Μέλανα Δρυμού. Η χαμηλή σκεπή κάλυπτε τρεις χώρους: κουζίνα, υπνοδωμάτιο, δωμάτιο εργασίας. Σε αυτή την εσχατιά του βορρά ο φιλόσοφος στοχάστηκε τις συνθήκες κατοίκησης του Είναι, την υποστήριξη πως είναι αυτό που κατοικεί, τα ουσιώδη στοιχεία του κειμένου του Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι. Το κατοικείν σχετίζεται με τον βαθμό οικειοποίησης του χώρου, με το να είσαι μέσα στο χώρο στο είναι σου. Μόνο σε μια κατοικία συμφιλιωμένη με τη φύση ο άνθρωπος είναι σε μια ασφαλή σχέση με τον κόσμο. Εκεί εκδηλώνεται το Τετραμερές, η σταυροειδής συνύπαρξη του ουρανού και της γης, της θνητότητας και της θεότητας.

Ο άνθρωπος οφείλει να κτίζει με τον τρόπο που καλλιεργεί τη γη. Κατοίκηση έχουμε μόνο στην ύπαιθρο, ριζωμένοι στο έδαφος, στην οικεία μνήμη και όχι στη λήθη μιας αέναης μετα – κίνησης και διασποράς. Το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη κι ένα τέτοιο παράδειγμα για τον Χάιντεγκερ είναι ο αρχαιοελληνικός ναός. Ο ναός καθιστά ορατό τον αόρατο χώρο της ατμόσφαιρας. Για τον φιλόσοφο είναι σαφές: κατοικούμε στη γη ως επισκέπτες και όχι ως οικοδεσπότες, σε μια σχέση προσμονής με τις θεότητες.

a_house_and_a_cliff_by_art_kombinat-d7zddyr

Το 1913 ο Wittgenstein έστησε την μικρή ξύλινη καλύβα του στο απομονωμένο χωριό Skjolden της Νορβηγίας, στην άκρη ενός γκρεμού. Κάτω από τη στέγη της θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Μια φθινοπωρινή μέρα του 1936, καθισμένος στο γραφείο του και ατενίζοντας απ’ το παράθυρό του την λίμνη, θα σημειώσει στο ημερολόγιό του: «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ’ ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν».

Ο εύθραυστος ψυχισμός του τον οδήγησε σύμφωνα με πολλούς και στην απομόνωση, σ’ ένα είδος μοναχισμού. Ένας ιδιότυπος ασκητισμός, μια πνευματική άσκηση, μια εσωτερική καταβύθιση αλλά και μια φυσική θεώρηση της αλήθειας του περιβάλλοντος κόσμου. Ο φιλόσοφος αποτραβιέται στη γαλήνη και στη μοναξιά του τοπίου για να μπορέσει να αφοσιωθεί σε μια εσωτερική συνομιλία ακόμα και με το ίδιο του το έργο. Ο Wittgenstein αναζητούσε παντού αυτή την απομόνωση· όταν ζούσε στην Ιρλανδία είχε επίσης εγκατασταθεί στην πιο άγονη και απομακρυσμένη της γωνιά. Υποστηρίζεται ότι σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να εγκατασταθεί εκεί έπαιξε και η επίδραση του Ευαγγελίου εν συντομία του Τολστόι. Ο άνθρωπος είχε για τον Τολστόι μια θεϊκή καταγωγή που όφειλε να την τιμά στην καθαρότητα και ταπεινότητα.

gloyd_orangeboar_s_house_by_mrhaliboot-d6xyteo_

Το έργο μου αποτελείται από δύο μέρη: από εκείνο που είναι εδώ γραμμένο, αλλά και από ό,τι δεν έχω γράψει. Και ακριβώς αυτό το δεύτερ μέρος είναι και το πιο σημαντικό, έγραψε για το Tractatus Logico – Philosophicus, το έργο που συντάχθηκε στην καλύβα και ήταν το μόνο που εξέδωσε ο φιλόσοφος· το έργο που μιλούσε για τα όρια της γλώσσας και για το πέραν της γλώσσας· μιας γλώσσας που εντοπίζεται στην κρημνώδη θέση της απώλειάς της, όπου οι λέξεις – κατασκευές άγχους αναδύονται ως ίχνη απουσίας. Μοιάζει το Tractatus να είναι ακριβώς η καλύβη της γλώσσας, η ευθραυστότητα του νοήματός της.

Όλες οι πύλες το έργο του Κάφκα είναι παγίδες· από εκείνες του Πύργου ως εκείνες του ξενοδοχείου της Αμερικής, όλες είναι τυφλά σημεία των φαντασιακών του διαφυγών. Στο έργο του Το κτίσμα εκφράζεται μια αρχιτεκτονική του άγχους. Το εσωτερικό του Κτίσματος είναι ένας περίκλειστος κόσμος, ένα λαβυρινθώδες ανάγλυφο από διαδρόμους που καταλήγουν σε πλατείες, απ’ όπου εκκινούν άλλοι διάδρομοι σε πιο βαθιές κρύπτες. Κάθε κρυψώνα έχει πολλές κρυψώνες, όπου το σώμα και η ψυχή ειρηνεύουν στην ικανοποιημένη επιθυμία του πραγματοποιημένου στόχου του σπιτιού. Αυτή είναι η αρχική ιδέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού: ένας χώρος προστατευμένος, επικεντρωμένος στην απώθηση του εισβολέα και στην απομόνωση για μια ήσυχη ζωή.

little_house_by_liallan_

Αλλά το σφύριγμα του ανέμου από μια δίοδο που άνοιξαν τα μυρμήγκια, μια μικρή κατολίσθηση εδάφους, ο θόρυβος ενός σκαθαριού, διασαλεύουν την απόλυτη ησυχία. Όσο βαθύτερα σκάβεις στη γη, τόσο απειλητικότερο αισθάνεσαι το ανελέητο βλέμμα του άλλου: Το ευάλωτο του κτίσματος με έκανε κι εμένα ευάλωτο, οι πληγές του με πονούν σαν να ήταν δικές μου. Το κτίσμα – λαγούμι του Κάφκα είναι ο χώρος της λογοτεχνίας του, ένας χώρος όπου ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως αυτός που εισβάλει και καταργεί την μοναξιά της γραφής του. Οι άλλοι ήταν πάντα για τον συγγραφέα μια πραγματική απειλή, μια σπατάλη χρόνου που τον αποσπούσε από τον χρόνο της συγγραφικής του καταβύθισης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα κοντά στην πόλη Κόνκορντ της Νέας Αγγλίας ο Αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Henry David Thoreau, κουρασμένος από την ανελευθερία και τις ψεύτικες υποχρεώσεις της αστικής ζωής, αποφασίζει να εγκαταλείψει την αστική ζωή και να ζήσει μόνος του στο δάσος μιας μικρής λίμνης. Μέχρι να ολοκληρώσει το έργο του θα μαγειρεύει έξω στο χώμα και θα κοιμάται κάτω από ένα πρόχειρο στέγαστρο. Βρέθηκε κι αυτός εκεί για να γράψει· όχι να ζήσει απλώς μια λιτή ζωή αλλά για να την συνδυάσει με την πνευματική εργασία. Εκεί, στη λίμνη Walden, θα γράψει το περίφημο βιβλίο του Walden. Το σπίτι, θα γράψει αργότερα, ήταν μόνο μια μικρή φωλιά, δεν ήταν παρά μια βεράντα στην είσοδο ενός λαγουμιού.

little_forest_house_by_hidetheinsanity-d96i1rt

Μόνη του συντροφιά είχε τους τριγμούς της παγωμένης λίμνης, μιας λίμνης που είχε συμβολοποιηθεί ήδη από τις παιδικές του ονειροπολήσεις. Η λίμνη είναι μια εικόνα του ίδιου του Thoreau: Ουόλντεν εσύ είσαι; διερωτάται κάποια στιγμή ο συγγραφέας πάνω από τον αντικατοπτρισμό του στα νερά της. Χτίζοντας την καλύβα στις όχθες της, αφηνόταν στην ανεστιότητά του σ’ ένα ανοικτό περιβάλλον. Η καλύβα δεν είναι σπίτι, είναι αντίσκηνο, ένα κάθισμα, όχι μια ιδιοκτησία, αλλά ένα κατάλυμα μόνο για τη νύχτα. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον πάλι αφήνομαι στην περιπλάνησή μου στην ανοικτότητα του κόσμου. Η εγκατάσταση κάνει τον άνθρωπο δυσκίνητο, απρόθυμο στην περιπέτεια του ταξιδιού, στην έξοδό του. Το σπίτι δεν μπορεί να είναι παρά ένα αντίσκηνο που να μπορείς εύκολα να το εγκαταλείψεις ή να το σηκώσεις στην πλάτη σου. Και το ελάχιστο της υλικότητας του σπιτιού ταυτίζεται με την αφτιασίδωτη ζωή.

bigpreview_forest-hut-wall_

Από τις κρυψώνες του Gaston Bachelard, την κατά μόνας διαμονή του Emmanuel Levinas και την μικρή καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας, του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικεί στη μέση της τεράστιας ιδιοκτησίας του Φάουστ, μέχρι τις καλύβες των ερημιτών και τους στύλους των αναχωρητών Πατέρων, ο συγγραφέας χτίζει ένα εξαιρετικά πύκνό βιβλίο που μοιάζει με τις καλύβες όπου φιλοξενείται: είναι μικρό το δέμας αλλά περιλαμβάνει ένα ολόκληρο σύμπαν.

Πλήρης τίτλος: Η ετεροτοπία της καλύβας. Κείμενα για την γλώσσα της αρχιτεκτονικής και για την αρχιτεκτονική της γλώσσας. Εκδ. Σμίλη, 2014, σελ. 87. Στην πρώτη εικόνα: η καλύβα του Χάιντεγκερ.

03
Ιαν.
16

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Η αδερφή μου

Εξώφυλλο

Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας. Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες, ορισμένοι – οι λιγότεροι – μου έγιναν συμπαθείς, περνάω καλά στη συντροφιά τους. Ξέρω να αξιολογώ τα έργα τους και να τα τιμώ όταν αξίζουν, η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο, αποκλειστικά και μόνο, σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα άρρωστους και τους φρόντισαν δίχως κανένα γογγυσμό, με αγάπη και αφοσίωση. [σ. 61]

Η αδελφή του Σταύρου Ζουμπουλάκη, η Γιούλα, ήταν ο άνθρωπος που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του. Και η ασθένειά της, η επιληψία, μετέτρεψε την αδελφική του σχέση σε πεπρωμένο· ένα πεπρωμένο που χάρη στην ικανή του γραφή μετατρέπεται στο παρόν απόσταγμα εβδομήντα σελίδων. Εδώ συμπυκνώνονται όσα έζησε και φιλοσόφησε, όσα κράτησε και διδάχτηκε. Ο συγγραφέας μιλάει για την διχασμένη ζωή του πονεμένου: ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, αλλά βρίσκεσαι αλλού. Μόνο με τους ομοιοπαθείς είσαι αληθινός και λες ό,τι πραγματικά θέλεις να πεις. «Άλλος ψυχομαχάει κι άλλος καυλομαχάει», έλεγε ο πατέρας του, και ο γιος τώρα συνοψίζει σε αυτή την παροιμία την άποψή του για την ζωή – κι αυτή είναι μια από τις ειλικρινείς εξομολογήσεις ενός βαθύτατα πνευματικού ανθρώπου.

2 - Balthus - Brother and Sister, 1936_

Αυτός ο αδελφός λοιπόν, εντελώς ξαφνικά, όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα σταμάτησε να βγαίνει για παιχνίδι και κλείστηκε στο σπίτι διαβάζοντας μανιωδώς. Μέχρι και σήμερα δεν έχει δώσει απάντηση πώς και γιατί συνέβη αυτό· απλά σκέφτεται μήπως αυτή η στροφή στον εαυτό του και στην ανάγνωση ήταν μια μυστική προετοιμασία για να αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο την επερχόμενη καταιγίδα. Είχε πια σχεδιαστεί «της ζωής του η περιοχή». Τα διαβάσματα αποτελούσαν κι ένα ενδιαφέρον πεδίο αντιπαράθεσης με την Γιούλα, και ιδίως οι αντίθετες ποιητικές προτιμήσεις. Εδώ ο συγγραφέας καταθέτει μια βεβαιότητα: σχέση αληθινή με την ποίηση μπορεί να έχει στη ζωή του μόνο εκείνος που στα εφηβικά του χρόνια ένιωσε σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, και ας μην ήταν σε θέση να κατακτήσει το νόημα. Αν δεν συμβεί τότε, ποτέ δεν θα του δοθεί η συγκίνηση με το ίδιο ποίημα αργότερα. Και αυτή την αίσθηση την χρωστάει στην αδελφή του.

Η οικογένεια σιώπησε· ο καθένας από τους γονείς οδηγήθηκε στην απόκρυψη από τον δικό του δρόμο, για τους δικούς του λόγους. Ίσως η αποσιώπηση ξόρκιζε το κακό, ίσως κανείς τρίτος δεν θεωρείτο ικανός να νιώσει τον πόνο, ίσως η κοινοποίηση θα οδηγούσε σε συνεχείς ανόητες ερωτήσεις που θα σκάλιζαν διαρκώς την πληγή. Αλλά ένα μυστικό που δεν μοιράζεται γίνεται ασήκωτο· και ο συγγραφέας το κουβάλησε αμοίραστο μέσα του για χρόνια και οδηγήθηκε σε μια μοναχική εσωτερικότητα που τον προφύλαξε από την επιπόλαιη εξωστρέφεια. Αυτά, μας ομολογεί, τα λέει σήμερα, ενώ τότε πολύ θα ήθελε να ήταν ένας επιπόλαιος εξωστρεφής τύπος που καλοπερνάει, «ένας οποιοσδήποτε Ευτύχιος», όπως θα έλεγε και ο Μάριος Χάκκας.

2 - Αδελφάκια 1

Καθώς οι επιληπτικές κρίσεις πυκνώνουν σε συχνότητα και αποτελούν το ενδεχόμενο κάθε στιγμής, η ζωή του συγγραφέα αλλάζει. Κάθε ανεπαίσθητος θόρυβος διαταράσσει τον ύπνο του. Η Γιούλα εξεγέρθηκε με τον δικό της τρόπο απέναντι στην ασθένεια. Άρχισε να ζει έντονα την ζωή της και να εξαφανίζεται για ώρες, αφήνοντας στον αδελφό της τον ρόλο του καλού παιδιού που βλέπει χιλιάδες βλακείες στην τηλεόραση για να μην αφήσει μόνους τους γονείς του. Και φυσικά άρχισε να βλέπει πώς οι χρόνια άρρωστοι, ειδικά οι άρρωστοι από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια, έχουν μάθει πολύ καλά την τέχνη να χρησιμοποιούν την αρρώστια τους για να χειρίζονται τους άλλους με τρόπο βασανιστικό. Κι εκείνη ασκούσε την τέχνη με ιδιαίτερη επιδεξιότητα.

Η ζωή είναι βέβαια γεμάτη πόνο και βάσανα. Μπορεί όλοι να έχουν μερίδιο στον πόνο της ζωής, τα μερίδια αυτά όμως είναι πολύ άνισα μεταξύ τους. Είναι ψέμα ότι κάθε άνθρωπος έχει τα βάσανά του, εάν με αυτό εννοούμε πως τούτα τα βάσανα είναι το ίδιο βαριά. Σε αυτό το ψέμα προσχωρούν πολλές φορές και οι ίδιοι οι δυστυχισμένοι, γιατί δεν αντέχουν τη μοναξιά της δυστυχίας τους, το βάρος της μεταφυσική αδικίας που τους διάλεξε. Ούτε όλοι οι πόνοι είναι το ίδιο. Ο πόνος της συλλογικής συμφοράς, είτε η φύση την προκάλεσε είτε η ιστορία, είναι πολύ λιγότερο βαρύς από τον πόνο που προκαλεί η ατομική συμφορά, εκείνη που χτύπησε εσένα μόνο ή τους δικούς σου: μια ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος ενός παιδιού. [σ. 23 – 24]

 2 - Inaho & Yuki - Aldnoah Zero

Η συλλογική συμφορά, και η φρικτότερη ακόμη, μοιράζεται. Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι εσύ ο δακτυλοδεικτούμενος της μαύρης μοίρας. Η κοινότητα του πόνου είναι από μόνη της παρηγορητική. Γι’ αυτό και, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η συμφορά είναι ατομική, ο πονεμένος αναζητάει παντού, στο παρελθόν και στο παρόν, και άλλους πονεμένους, για να συγκροτήσει μια φανταστική κοινότητα πονεμένων. […] Προσπαθεί παράλληλα να συγκροτήσει και μια πραγματική, αν τα καταφέρει, κοινότητα ομοιοπαθών, για να μιλάει χωρίς να τον καταλαβαίνουν. Χωρίς μια όμοια ή ανάλογη εμπειρία πώς να νιώσεις τον άλλο που τον έχει τσακίσει ο πόνος; [σ. 23 – 24]

Η ίδια η ύπαρξη του άλλου πονεμένου σε ανακουφίζει· θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει. Κι ο συγγραφέας άρχισε να αναζητά εκείνους που είχαν ανάλογη «δυστυχία». Έφτασε στο σημείο να γίνει αληθινό λαγωνικό στην ανακάλυψή της, και με γενναία ειλικρίνεια παραδέχεται πως κατά βάθος χαιρόταν που δεν ήταν μόνος. Αλλά πώς μπορεί κανείς μόνος του πια να αναμετρηθεί κανείς με την ασθένεια ενός τόσο αγαπημένου προσώπου; Πώς μπορεί να την κατανοήσει, να την εξημερώσει; Ο Ζουμπουλάκης στράφηκε στην οικογενειακή του κληρονομιά, στην χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Το μόνο θεολογικό ερώτημα που έχει μέχρι και σήμερα σημασία ήταν ακριβώς η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού.

2 - αδέλφια σε φωτογραφία

Ήταν θέμα χρόνου να συναντηθεί με την γραφή της «ταχυθάνατης» Σιμόν Βέιλ και την δική της συγκλονιστική ιστορία. Φυσικά διάβαζε και τους μεγάλους Πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς αλλά τα κείμενά τους είναι γεμάτα αγέρωχες βεβαιότητες· και η εξήγηση του πόνου δια της αμαρτίας ήταν εξοργιστική. Προτιμούσε τις ραγισμένες φωνές των συγχρόνων και η Βέιλ κάλυψε ιδανικά εκείνο το κενό, κι εδώ ο Ζουμπουλάκης μας χαρίζει μια σύνοψη της δικής της φιλοσοφίας. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από τον κόσμο, ο οποίος έχει παραδοθεί στην αναγκαιότητα, ενώ τα μόνα ίχνη της θεϊκής παρουσίας είναι οι ελεήμονες. Η ιδέα ενός ανήμπορου Θεού που δεν μπορεί να αντιπαλέψει και να νικήσει το κακό, δεν ικανοποίησε βέβαια τον συγγραφέα που συνέχισε να συλλογίζεται και να αναζητά πειστικότερες απαντήσεις

Από τότε μέχρι σήμερα, η μόνη έξοδος από την πίστη έναντι της οποίας στέκομαι με απόλυτο σεβασμό είναι ακριβώς αυτή, όταν δηλαδή ο πιστός δεν μπορεί να συμφιλιώσει μέσα του τον πόνο του αθώου με το έλεος του Θεού. Αυτός είναι ο κατεξοχήν θεολογικός λόγος εξόδου. Κάτι άλλο που μου έμαθαν εκείνα τα χρόνια είναι ότι η αμφιβολία για τον Θεό σε κάνει συχνά να ακούς καθαρότερα τη φωνή του ανθρώπινου πόνου, ενώ η ακλόνητη και αρραγής πίστη δεν αφήνει πολλές φορές να ακουστεί η απόγνωση και η οιμωγή. Από αυτή την άποψη, η πίστη του σημερινού ανθρώπου, των δημοκρατικών κοινωνιών, που έχει ενσωματώσει μέσα της την αμφιβολία, είναι πιο ανθρώπινη, ελεύθερη, ανοιχτή και προπάντων φιλόξενη, από ό,τι η πίστη, πολύ συχνά μισαλλόδοξη, της παραδοσιακής χριστιανοσύνης. [σ. 31 – 32]

Frère et soeur Bretons-William Adolphe Bouguereau (1825 – 1905, French)

Ο συγγραφέας εξομολογείται κάθε του αδυναμία, κάθε του αλήθεια. Ο λόγος που τα πρώτα χρόνια της επιστροφής του από το Παρίσι αραιώνει η σχέση τους οφείλεται αποκλειστικά στην επιθυμία του να προστατέψει τον εαυτό του. Η ενοχή για την στάση εκείνων των χρόνων θα σιγοκαίει πάντα μέσα του. Η ψυχική αδυναμία αντιμετώπισης του φόβου της αρρώστιας και του θανάτου και η φυγή δεν αποτελούν εκφράσεις ψυχικής ευαισθησίας αλλά εγωισμού, με την πιο βαθιά του σημασία, εκείνη της αυτοπροστασίας. Και το  ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στα βάσανα των αθώων είναι θεωρητικά αναπάντητο. «Είναι ζήτημα πίστης και θα μένει πάντα εκεί για να δοκιμάζει την θρησκευόμενη συνείδηση. Χωρίς αυτό το ερώτημα, ο μονοθεϊσμός δεν αξίζει τον κόπο, είναι μια αστεία υπόθεση».

Σήμερα η επιληψία ελέγχεται και ρυθμίζεται με φαρμακευτική αγωγή. Η περίπτωση της Γιούλας αντιστεκόταν στα φάρμακα κι έτσι οδηγήθηκε σε «γιατρούς» που δολίως υποστήριξαν ότι πρόκειται για ψυχολογικό και ψυχιατρικό θέμα· άλλωστε η ψυχανάλυση αποτελούσε ήδη μια «πολύ φίνα αστική συνήθεια». Ξεκίνησε λοιπόν με το αζημίωτο (η συνεδρία πληρωνόταν ακόμα κι όταν εκείνη δεν πήγαινε) όλο εκείνο το αδιέξοδο σκάλισμα των παιδικών χρόνων, της σεξουαλικότητας και των άλλων συνήθων υπόπτων, ενώ μια ψυχαναλύτρια κατάργησε τα αντιεπιληπτικά χάπια! Σαφώς επρόκειτο «περί ηλιθίου όντος», που όμως έχαιρε εκτιμήσεως στην ψυχαναλυτική κοινότητα. Μετά το αναπόφευκτο κάταγμα βέβαια επανέφερε (!) όλα τα αντιεπιληπτικά χάπια χωρίς φυσικά να σταματήσει η ψυχοθεραπεία κι έτσι η ασθένεια ενός ανθρώπου αποτέλεσε η ιδανική ευκαιρία θησαυρίσματος ενός άλλου.

Jakob Seisenegger - Portrait of a brother and a sister

Αλλά εκείνη η γυναίκα δεν έζησε μια ζωή μέσα στον ζόφο. Αγαπημένοι φίλοι τον βοήθησαν να δει κάτι που ήταν ολοφάνερο αλλά εκείνος δεν το έβλεπε: ότι η αδελφή του δεν ήταν διόλου ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Η Γιούλα υπέφερε αλλά δεν δυστυχούσε. Το κριτήριο είναι πάντα η χαρά κι εκείνη είχε πολύ περισσότερη από τους πιο πολλούς υγιείς. Από την στιγμή που περνούσαν οι κρίσεις, ξανάμπαινε φουλαριστή στη ζωή και χαιρόταν με το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα. Η χαρά, γράφει ο συγγραφέας, είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθέτει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος – αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του.

Όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. […] Η ασθένεια σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια). [σ. 59]

2 - Joshua Reynolds - john-parker-and-his-sister-theresa-1779_

Ο χριστιανισμός των ανθρώπων γύρω μας είναι μια αποκρουστικά μικροαστική υπόθεση, μια οικογενειακή χρηστοήθεια: να είναι καλά τα παιδιά μας, να καλοπαντρευτούν και να βρουν μια καλή δουλειά. Ο τρόπος που ο συγγραφέας επιθυμεί να ακολουθεί το ευαγγέλιο είναι ο δικός της: αντιμικροαστικός και αντισυμβατικός, μακριά από όλους αυτούς που συγχέουν την συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις με την πίστη και την αρετή· ο τρόπος δηλαδή της ελευθερίας των τέκνων του Θεού.

Φιλοσοφικός στοχασμός, αβυσσαλέα εξομολόγηση, απόλυτα προσωπικό αφήγημα, μείζον θεολογικό σχόλιο, άγνωστη βιογραφία, ορθάνοιχτο άνοιγμα του προσωπικού του κόσμου, κόσμημα αγάπης, το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι ένα βιβλίο που αξίζει να συζητιέται και να χαρίζεται. Θα φροντίσω να αγνοήσω όλες τις «διαταγές» περί διδακτέας ύλης, να το μελετώ με τους μαθητές μου, όσο χρόνο κι αν μας πάρει.

3c70236f53ebfb54f3fd4a0df98e1ff1

Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν και εκείνη, γράφει στην προτελευταία σελίδα του ο Σταύρος Ζουμπουλάκη· όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στο νου τους και το δικό της όνομα: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη. Να είναι σίγουρος πως εμείς που τον διαβάζουμε εδώ και χρόνια και που θα συνεχίζουμε να τον διαβάζουμε, θα σκεφτόμαστε και εκείνη· δεν χρειάζεται καν να το υποσχεθούμε.

Εκδ. Πόλις, 2012, [5η έκδ.: Ιούνιος 2013], σελ. 69.

Στις εικόνες: φωτογραφίες και έργα τέχνης με αδερφή και αδερφό: 1. Balthus – Brother and Sister, 3. Aldnoah Zero – Inaho & Yuki, 5. William Adolphe Bouguereau  – Frère et soeur Bretons, 6. Jakob Seisenegger – Portrait of a brother and a sister, 7. Joshua Reynolds – John Parker and his sister Theresa.

30
Δεκ.
15

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 3 (καλοκαίρι – φθινόπωρο 2015)

ΝΠ3 εξώφυλλο (1)

Ανάμεσα στους εικονικούς διαλόγους της τηλεόρασης και στις εικονικές δίκες των ολοκληρωτικών καθεστώτων, διακρίνω μόνο ποσοτικές διαφορές στον διασυρμό των συκοφαντούμενων. Όποιος επιτρέπει σε μια ιδιωτική του συζήτηση να τον χαζεύουν εκατομμύρια άνθρωποι, τραυματίζει την αξιοπρέπεια και το θαύμα του διαλόγου, της συνομιλίας από πρόσωπο σε πρόσωπο, και θα πρέπει να τιμωρείται με ισόβια στέρηση της ιδιωτικής του σφαίρας. Το καθεστώς της τηλεκρατίας στη δημόσια σφαίρα είναι η πιο αναίμακτη τυραννία και συνάμα ο πιο καθολικός ολοκληρωτισμός της ιστορίας. Το καθεστώς αυτό δεν έχει ανάγκη αποκεφαλισμούς, τους καθιστά περιττούς. Δεν γνωρίζει υπηκόους, ούτε και εχθρούς. Γνωρίζει μόνο συμπαίκτες, κομπάρσους που υποτάσσονται στο σύστημα…

γράφει ο πάντα ανήσυχος και ερεθιστικός στην γραφή Μπότο Στράους σε ένα κείμενο του 1993 που μοιάζει όχι απλά επίκαιρο αλλά και να αναφέρεται στο ίδιο το διαδίκτυο και τους κανιβαλιστικούς του δημόσιους μονολόγους και διαλόγους. Αυτή η Τράγου ωδή διογκούμενη αποτελεί ένα από τα κείμενα του κεντρικού αφιερώματος του τεύχους για Τα όρια της ελευθερίας (Φιλελευθερισμός και Δύση στον εικοστό αιώνα). Συνεισφέρουν με εξαιρετικά ενδιαφέροντα και εκτενή κείμενα οι Ernst – Wolfgang Böckenförde, Mark Lilla, Richard Rorty, Alasdair Macintyre, Σωτήρης Μητραλέξης, Νικόλας Σεβαστάκης, Κώστας Χατζηαντωνίου και Νίκος Δήμου.

bothostrauß

Ο Δήμου έχει αρκετά ενδιαφέροντα να πει και ως ένας από τους λίγους διανοούμενους στην μεταπολιτευτική Ελλάδα που κράτησαν απόσταση από την Αριστερά, ασκώντας της και κριτική. Ο συγγραφέας εξηγεί πως λόγω της θητείας του στην Γερμανία δεν επηρεάστηκε από την παντοδύναμη τότε γαλλική Αριστερά, σε μια εποχή που οι Γάλλοι φοιτητές φώναζαν «Καλύτερα να κάνω λάθος με τον Σαρτρ παρά να είμαι σωστός με τον Αρόν!». Κι όμως ο Αρόν, ο Καμύ και ο Καστοριάδης δικαιώθηκαν, ενώ ο μαοϊστής Σαρτρ μόνο ως εφιαλτική γραφειοκρατία παραμένει.

Κάθε οικογένεια κάθε παρέα κάθε σπίτι / έχει – να δεις πώς τόνε λένε – ένα ξερόλα / Από τη Θράκη βόρεια μέχρι κάτω στην Κρήτη / υπάρχει κάποιος που τα ξέρει πάντα όλα // […] // Τα πάντα ξέρει ο άτιμος! Όλα τα αναλύει / γιατί η γη είναι στρογγυλή, πόσο πηδά ο ψύλλος / γιατί μυρίζει η πορδή, ο ήλιος γιατί δύει / γιατί νιαουρίζει το γιατί, γιατί γαβγίζει ο σκύλος. [Ο ξερόλας]

alfred-pal

Γνωρίζουμε τα σπαρταριστά ομοιοκατάληκτα ποιηματίδια του Γιάννη Μπελεσιώτη, κοινώς του Στιχάκια, ήδη από το ιστολόγιό του και την στήλη Από καθέδρας εδώ στα Νέα Πλανόδια. Καιρός να διαβάσουμε και για τον ίδιο τον κωμικό και σατιρικό ποιητή που βαδίζει στα ίχνη του Σουρή και του Μανούσου Φάσση, εκσυγχρονίζει το είδος και οι ρίζες του φτάνουν μέχρι τα Πτωχοπροδρομικά και τις κωμωδίες του κρητικού θεάτρου. Εδώ δεν αναδίδεται η ματαιότητα του βιβλικού Εκκλησιαστή, ούτε κάποια κυνική απαξίωση της ζωής· το βλέμμα στρέφεται με συμπάθεια σε αποτυχημένους και losers, όπως γράφει στο επίμετρο ο Γ. Πινάκουλας, ενώ ανθολογεί ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Από τα δεκάδες άλλα κείμενα απόλαυσα τον Διάλογο για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα δια χειρός Hugo von Hofmannstahl, ένα εγχειρίδιο του Hans Magnus Enzerberger περί του Πώς να επινοείς έθνη από το γραφείο σου, την πάντα διαθλαστική ματιά του ταξιδιώτη Γιώργου Βέη σε μερικές Ινδίας λεπτομέρειες, ενώ τις τελευταίες σελίδες γεμίζει κι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων αντίλογος πάνω στο θέμα Τρομοκρατία και ολοκληρωτισμός, με προεκτάσεις και στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Διαφωνούν και επιχειρηματολογούν οι Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης, Κωνσταντίνος Πουλής, Φώτης Τερζάκης και Λεωνίδας Σταματελόπουλος.

Hugo_von_Hofmannsthal 1

Τελευταίο αλλά σημαντικότερο όλων το γεγονός ότι εμπλουτίζεται ο φάκελος περί λογοκλοπής, που έχει φτάσει στα ανώτατα ανήθικα κλιμάκια, με δεκάδες κλεφταραίους να απλώνουν το χέρι τους σε αλλότριες πνευματικές εργασίες. Πρόκειται για μια έρευνα απολύτως απαραίτητη για όλους εμάς τους τίμιους της γραφής. Παρακαλώ να ζητηθεί από τον Στιχάκια να τους περιλάβει με την τέχνη του. Μέχρι τότε, ας τον ξαναδιαβάσουμε στα δικά του….

Το όνομά σας; Α! Υπέροχο! Βαρώνη! / Ωραίο π’ ακούγεται απ’ το στόμα το δικό σας! / Κι ο κύριος δίπλα που ’χει αρχίσει να θυμώνει; / Πω πω αφέλεια! Ασφαλώς ο σύζυγός σας! // Συγνώμη κιόλας, αλλά αν δεν το πω θα σκάσω / Αυτός καλέ είναι ένα βήμα πριν πεθάνει / Μα το θεό! Μπροστά του να σας αγκαλιάσω / ούτε μια κίνηση δεν πρόκειται να κάνει.

hans_magnus_enzensberger1_wasselowski

Σίγουρα πολλά για το θέμα θα είχε να γράψει και ο Μπότο Στράους, που από το ίδιο προαναφερθέν κείμενο συνεχίζει πάντα εύστοχα [μτφ. των σχετικών αποσπασμάτων Πέτρος Γιατζάκης]: Η ευφυΐα των μαζών έχει φθάσει πια σε σημείο κορεσμού. Απίθανο να πάει παραπέρα, να υπερβεί τον εαυτό της και να καταστήσει τα δέκα εκατομμύρια τηλεθεατές του RTL μαθητές του Χάιντεγκερ. Ο εξυπνακισμός είναι η μικρόνοια των ημερών μας. Η ευφυΐα του high touch, όπου όλοι με όλους βρίσκονται πάντοτε σε στενή επαφή, δεν κάνει πια διαχωρισμό μεταξύ του οπλίτη και του στρατηλάτη. Ό,τι ήταν πρώτα η απαθής μάζα, είναι σήμερα η απαθής μάζα των πεφωτισμένων.

 [σελίδες 264]

Στις εικόνες: Botho Strauss, ένα εξώφυλλο μιας έκδοσης του Άμλετ που θα μπορούσε να απεικονίζει και τον Ξερόλα, Hugo von Hofmannsthal, Hans Magnus Enzensberger. Το ιστολόγιο του Στιχάκια εδώ.

28
Δεκ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 108 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015) (κυκλοφ. 20 Νοεμβρίου 2015)

108

Περνάμε δεκαετίες για να καταλάβουμε ότι τα πιο μεγαλόπνοα έργα έχουν στοιχειώδη εγωκεντρικά κίνητρα. Η προσωπικότητα, γενικά, παρά την περίπλοκη λειτουργία της και τους αινιγματικούς θεατρινισμούς θυμίζει παιδική κουτοπονηριά. Εξ ου και ο αυτοσαρκασμός…έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης και χάρη στο Εντευκτήριο έχουμε την ευκαιρία να τον διαβάσουμε σε μια απρόσμενη, αδημοσίευτη συνέντευξη. Πρόκειται για συνομιλία με την Αναστασία Λαμπρία που προοριζόταν για την Μεσημβρινή, η οποία τελικά έκλεισε κι έτσι το απομαγνητοφώνημα καταχωνιάστηκε για χρόνια σε κάποιο συρτάρι.

Ο Παπαγιώργης έδωσε φτερά στο δοκίμιο, που κατέστησε ιδανικό είδος για την συνεύρεση φιλοσοφίας και καθημερινών παθών. Δοκίμασε να γράψει άλλο είδος, υπήρχε πάντα ο πειρασμός του μυθιστορήματος αλλά θεωρούσε πια ανέφικτο να στήσεις μια πειστική κατάσταση χωρίς να καταφύγεις σε εξωτισμούς. Η πόλη προσφέρεται μόνο για αστυνομικά μυθιστορήματα· διαφορετικά ποιος ενδιαφέρεται αν πέθανε η γιαγιά μου ή αν ο Λάκης αγαπάει τη Λούλα; Ο κινηματογράφος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Υπ’ αυτή την έννοια, το να γράφεις βιβλία διανοητικά που στραβοκοιτάζουν τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία έγινε η ιδανική του λύση.

7128030_2_l_

Η δισέλιδη και κάτι παραπάνω συνέντευξη είναι πολύτιμη. Ο συγγραφέας εξομολογείται πως με τα χρόνια βρέθηκε στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Ως προς το ύφος του, δεν επηρεαζόταν από λογοτέχνες· ζήλευε λογοτέχνες και Η δολοφονία ως μία από τις καλύτερες τέχνες του Ντε Κουίνσυ και το Αγέλη και Δύναμη του Κανέττι αποτελούν πρότυπα από συγγραφείς που ονομάστηκαν «μικροί». Βρήκε ένα κοινό με ειδικές ανάγκες, επειδή ακριβώς ήταν κι ο ίδιος παιδί με ειδικές ανάγκες. Κι έγραψε τα βιβλία του εύκολα, γιατί τα βιβλία γράφονται εύκολα, μέσα σε λίγους μήνες, όπως γίνονται τα παιδιά. Ο χρόνος σού επιστρέφει ό,τι είσαι· γι’ αυτό ο Θεός έκανε μία εβδομάδα για να δημιουργήσει τον κόσμο

Ανάμεσα στα άλλα κείμενα ξεχωρίζει το εξίσου απρόσμενο, ιδιόμορφο παραμύθι της Ανν Κουίν [Ann Quin] Κάθε σακάτης με τη δική του περπατησιά (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ριζοσπαστικό γυναικείο περιοδικό Nova τον Δεκέμβριο του 1966, δυο εξομολογητικοί, διπρόσωποι μονόλογοι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ με ένα ποίημα και με τον ίδιο της τον εαυτό, τα πάντα απολαυστικά διηγήματα των Σπύρου Γιανναρά και Κώστα Ακρίβου, ενώ πιστός στις αστραπιαίες ιδέες που κάποτε μας χάριζε σε κοινή μπάρα, ο Ηλίας Κουτσούκος φαντάζεται εξωφρενικές επιχειρηματικές ιδέες νυχτερινών κέντρων που καταλήγουν σε θεατρικά μπουλούκια και, μοιραία, σε Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ.

41pHzfnSZcL._SX370_BO1,204,203,200_

Έτος 2015, Θεσσαλονίκη. Είναι Δεκέμβριος, και η φημισμένη υγρασία της πόλης βρίσκεται στο 81%. δηλαδή ευνοεί την εμφάνιση του εκτοπλάσματος, τους πονοκεφάλους και τον εσωτερικό μονόλογο. Περιττό να αναφερθεί πως έξω χιονίζει. / Ας αναφερθεί όμως: / Έξω χιονίζει… και μας περιμένει λίγο πιο κάτω η σπαρταριστή γραφή του Σάκη Σερέφα, που μαρτυράει απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα του και μας στέλνει στην επέτειο ενός αιώνα από το 1914, με το μέντιουμ Νίνα να επιχειρεί να φέρει μπροστά στο κοινό τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, με λίγη βοήθεια από τον οδηγό της Μπάμπη, «που θα διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα στο διάμεσο και στα πνεύματα, κάτι σαν κυβερνητικός εκπρόσωπος θα έλεγε κανείς».

ann-quin_

Πεζογραφούν ακόμη οι Κουραλί Μάνικαβελ  (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου), Αλέξης Πανσέληνος, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Θέμης Λιβεριάδης, Χρήστος Αγγελάκος, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Πόπη Μανιά κ.ά., και στιχουργούν οι Φοίβος Συμεωνίδης, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Κυριάκος Χαρίτος, Λεβή Μπενουζίλιο κ.ά. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος καταθέτει «Άνθη αδερφικής φιλίας» για τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη, ο Άρις Γεωργίου παρουσιάζει εκτενώς το έξοχο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου: μεταξύ μύθου και ιδεολογίας (που θα παρουσιάσουμε κι εδώ στο Πανδοχείο λίαν συντόμως), ο Χρήστος Καλός ανοίγει τον φωτογραφικό του θάλαμο και όλοι οι εκλεκτοί στηλίτες, κριτικοί και παρουσιαστές βρίσκονται στις θέσεις τους.

[σελίδες 160]

Στις εικόνες: τα δυο βιβλία που απορρόφησε ο Κωστής Παπαγιώργης και η Ann Quin.

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 37 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2015)

E

Το περιοδικό συμπλήρωσε είκοσι χρόνια και το τεύχος είναι πλούσιο και επετειακό. Στο πρόσωπο του εκδότη του περιοδικού Γιώργου Γιαννόπουλου η λογοτεχνική γενιά του ’80 στην Θεσσαλονίκη βρήκε έναν άξιο εκπρόσωπό της, έναν πολύτιμο εργάτη και διανοούμενο με σημαντική προσφορά. Ο μαέστρος αυτής της πλούσιας πνευματικής πορείας υποδέχεται ερωτήσεις σε μια εκτενή συνομιλία με την συγγραφέα Πέρσα Κουμούτση, όπου μεταξύ άλλων εστιάζει την δοκιμασία του περιοδικού, που υπήρξε πάντα ένα συλλογικό εγχείρημα που στηρίζουν φίλοι και συνεργάτες, σε κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων είναι η προβληματική της εμφάνισης του νεοφασιστικού κινδύνου σε συνδυασμό με την κρίση του συστήματος, οι ιδεολογικές και πολιτικές εκδοχές του εθνολαϊκισμού, ο πυρήνας της κρίσης στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και η ανάδειξη του κριτικού λόγου με αναφορές στην φιλοσοφική σκέψη, στον ψυχαναλυτικό λόγο, στο πολιτικό δοκίμιο κλπ.

Cover 29_

Η Τούλα Παπαπάντου καταλογογραφεί τους ποιητές που έχουν δημοσιεύσει πονήματά τους στο περιοδικό την τελευταία δεκαετία, η Ελένη Αβραμίδου καταθέτει ένα δισέλιδο manuel των είκοσι αυτών χρόνων, ο Σπύρος Μακρής ξεφυλλίζει την πορεία της Τέχνης, της Επιθεώρησης Τέχνης, της Κριτικής, του Πολίτη και του Ένεκεν (Ο περιοδικός τύπος στην Ελλάδα), ο Βασίλης Ιωαννίδης συντάσσει δελτία παλαιότερων τευχών, αλλά εκφράζει και έναν γενικότερο προβληματισμό για τα λογοτεχνικά περιοδικά:

Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για τα λίγα αυτά περιοδικά, που καταγράφουν και αποτυπώνουν την πολιτιστική πορεία του τόπου και που η έκδοσή τους γίνεται από κάποια μοναχικά, ρομαντικά άτομα, τα οποία καταθέτουν μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες όλου τους το είναι, μεράκι, πάθος, μόχθο, ατέλειωτη εργασία και χρήμα, υπάρχει αποδέκτης και υπάρχει αναγνώριση της προσφοράς και του ρόλου τους καθώς και μια στρατηγική στην προώθηση και στήριξη των προσπαθειών τους ή απλά αντιμετωπίζονται σαν γραφικές περιπτώσεις που ικανοποιούν κάποιες προσωπικές τους ανάγκες ή επιθυμίες, οι οποίες δεν έχουν κανένα κοινωνικό ή πολιτιστικό αντίκρισμα και εγκαταλείπονται αβοήθητοι σε έναν απεγνωσμένο, ατελέσφορο αγώνα;

Eneken Cover 28_

Ο συντάκτης διαπιστώνει ότι αυτά τα περιοδικά δεν έχουν καν την στήριξη των ίδιων των λογοτεχνών, των συγγραφέων, ιδιαίτερα των Θεσσαλονικέων, που το έργο τους έχει παρουσιαστεί και προβληθεί απλόχερα από τις σελίδες του περιοδικού, ενώ ειδικότερα το παρόν περιοδικό συχνά δεν έχει ούτε τη στήριξη της αριστεράς σε όλο της το φάσμα, που κείμενα και συνεντεύξεις μελών και διανοούμενων της έχει φιλοξενήσει… Αναρωτιέται ακόμα πού είναι η παρουσία των χιλιάδων φοιτητών, των πανεπιστημιακών δασκάλων, των δημοτικών αρχών, της Πολιτείας, των βιβλιοθηκών. Τελικά όλα αυτά μήπως αναδεικνύουν το τεράστιο έλλειμμα πολιτισμού σε ολόκληρη τη χώρα;

Eneken Cover blog24_

Ένα εκτενές κείμενο του Γρηγόρη Καραφύλλη αφιερώνεται στον Παντελή Πουλόπουλο, έναν «ευφυή μαρξιστή του μεσοπολέμου». Αντιγράφω από το πάντα πυκνό σημείωμα του εκδότη: Ο σκοπός του δεν άγιασε ποτέ τα μέσα. Για χάρη του πραγματισμού, ο Ζαχαριάδης και οι λοιποί έκαναν ό,τι έκαναν, γιατί υποτίθεται δεν γινόταν αλλιώς. Ο διεθνισμός ήταν όνειρο των τελευταίων ρομαντικών και όχι πολιτική τακτική. Κι όμως ο Πουλιόπουλος τους αποδεικνύει πως οι τελευταίοι ρομαντικοί είχαν δίκιο και τους το δείχνει δυο φορές: τη μία όταν οι στρατιώτες κατεβάζουν τα όπλα τους και τη δεύτερη όταν πια είναι και ο ίδιος ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από τα συντρίμμια της χώρας του, όταν η ιστορία παίρνει την εκδίκησή της για τους συμβιβασμούς και τις «τακτικές».

Cover 31a_

Οι τίτλοι των άλλων δοκιμιακών κειμένων είναι ενδεικτικοί: Από τα ψυχιατρεία στην μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη (Παύλος Βασιλειάδης), Η πλατωνική σκέψη ως φιλοσοφία ανυπακοής (Λάμπρος Παπαγιάννης), Η διαλεκτική του βλέμματος μέσα από τον καθρέφτη (Νίκη Τσάγκου) κ.ά. Στην επικράτεια της λογοτεχνίας, διανύεται ένα μεγάλο διάστημα, από τον Ουίλλιαμ Φώκνερ μέχρι σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες που δημιουργούν σε πεζά και ποιήματα. Την έκδοση συνοδεύει το εορταστικό αφήγημα του Ζαχαρία Στουφή The party… και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Φρέρη Διαθήκη, ενώ κοσμούν συλλεκτικά έργα του θεσσαλονικιού ζωγράφου και συγγραφέα Γιάννη Βούρου.

Eneken Cover 21

Τέλος, η Ελένη Αβραμίδου διαβάζει αναλυτικά το Ταξίδι στην Κίνα του Ρολάν Μπαρτ: Βλέποντας τους νεαρούς Κινέζους, παρατηρώντας τα λεπτά κορμιά τους και νιώθοντας αόριστους ερωτικούς ηλεκτρισμούς, σημείωνε: «Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσα να τους διαφωτίσω σχετικά με το οτιδήποτε – απλώς να φωτίσω εμάς εκκινώντας απ’ αυτούς. Άρα, αυτό που μένει να γραφτεί δεν είναι ένα Λοιπόν, η Κίνα; αλλά ένα Λοιπόν, η Γαλλία;».

 Σελίδες: 220

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 36 (Απρίλιος – Ιούνιος 2015)

Eneken Cover 36_

Το τεύχος φιλοξενεί ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στην Hanna Arendt, με αφορμή την συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τον θάνατό της. Η Άρεντ δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη φιλόσοφος feminini generis αλλά και μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεωτερικότητας, με περίοπτη θέση στη βαϊμαρική και την εβραϊκή αναγέννηση του Μεσοπολέμου, αλλά με σημαντική συμβολή στην σκέψη για την πολιτική, την ηθική και τον κόσμο μετά τον ναζιστικό όλεθρο και τα Ολοκαύτωμα.

Ο Michael Löwy γράφει για την γνωριμία και την ευρύτερη «συγγένειά» της με τον Walter Benjamin. Αμφότεροι, ο καθένας με τον τρόπο του, καταδεικνύουν το μεγαλείο και την διαύγεια της συνείδησης του παρία των Εβραίων διανοούμενων της Μεσευρώπης [Mitteleuropa] και πάνω απ’ όλα, σύμφωνα και με τα λόγια της ίδιας σε μια επιστολή στον «δάσκαλό» της Καρλ Γιάσπερς (αναφερόμενη βέβαια όχι στον εαυτό της αλλά στον Rahel Varnhagen), μια εξαιρετική ευαισθησία απέναντι στην αδικία, μια γενναιοδωρία και παντελή απουσία προκαταλήψεων και έναν μεγάλο σεβασμό σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το πνεύμα.

hannah_

Ο Θάνος Λίποβατς εγγράφει την Άρεντ σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, στο κείμενό του Το κακό στην πολιτική του 20ού και 21ου αιώνα. Η Άρεντ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ειρηνικές, βραχύβιες δημοκρατικές εξεγέρσεις από το 1950 και έπειτα δίχως να τις εξιδανικεύει, τόνιζε ιδιαίτερα την σημασία της αποκάλυψης της αλήθειας στην πολιτική δίκη, εκφράστηκε ιδιαίτερα για την ευρύτερη κρίση ιδίως της μεταπολεμικής περιόδου και συλλογίστηκε πάνω στις αντιδράσεις στην Γερμανία μετά τον πόλεμο (όπου η αντιμετώπιση των εγκλημάτων απλώς ανήχθη σε συναισθηματικές αντιδράσεις αποτροπιασμού και ενοχής). Η φιλόσοφος αναζητούσε φιλοσοφικά κριτήρια για τον εντοπισμό του κακού στον πολιτικό χώρο και διαφοροποίησε το σκέπτεσθαι από το ενθυμείσθαι, εφόσον μόνο η ενθύμηση, η μνήμη διατηρεί τα ίχνη εμπειριών του παρελθόντος.  Arendt4

Συμμετέχουν ακόμα με εκτενή κείμενα ο Σπύρος Μακρής (που επιμελείται και το αφιέρωμα), ο Γιώργος Φαράκλας και η Βίκυ Ιακώβου. Το περιοδικό αποτελεί πάντα ένα ορθάνοιχτο παράθυρο και προς τον σύγχρονο κόσμο, με αμιγώς πολιτικά κείμενα. Αυτή τη φορά ο Gaston Lefranc αναρωτιέται αν βαδίζουμε προς μια νέα χρηματιστική κρίση, ο Jean – Philippe Divès εντοπίζει τους δεσμούς ανάμεσα στην κρίση του καπιταλισμού και την «ψηφιακή επανάσταση», ο Pierre Roussel ερευνά τα της έντασης στην Ανατολή (Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Ιαπωνία), η Έλενα Αβραμίδου τις ασιατικές αξίες εναντίον δυτικών.

canetti_2_foto_gadliker

Ένα δεύτερο εξίσου ερεθιστικό αφιέρωμα περιλαμβάνει γραφές Περί ηδονών και άλλων δαιμονίων [Ευάγγελος Λιότζης, Έλσα Κορνέτη, Αντιγόνη Ηλιάδη, Σίσσυ Δουτσίου]. Ανάμεσα στις άλλες σελίδες, ο Φίλιππος Φιλίππου αναζητά τις απαρχές της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Esin Ozansoy εξευρενά κοινούς λογοτεχνικούς τόπους των Οδυσσέα Ελύτη και William Blake κ.ά. Περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων κι ένα διήγημα του John Updike καθώς κι ένα κείμενο του Ελίας Κανέττι (Η γιορτή του νεκρού και οι θρηνητικές θρησκείες):

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετέχουν  στο θρήνο; Τι είναι αυτό που τους προσελκύει; Σε τι βοηθά ο θρήνος τους ανθρώπου; Σε όλους τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος συμβαίνει το ίδιο: η κυνηγετική αγέλη εξιλεώνεται σαν θρησκευτική αγέλη. Οι άνθρωποι έζησαν σαν διώκτες και σαν διώκτες εξακολουθούν να ζουν πάντα με τον τρόπο τους. Γυρεύουν την ξένη σάρκα και μπήγουν τα δόντια τους μέσα της, τρέφονται από τον πόνο των αδύναμων πλασμάτων [….] Αλλά η ενοχή και ο φόβος τους αυξάνονται αδιάκοπα κι έτσι να το ξέρουν ποθούν την λύτρωση. Έτσι πλησιάζουν κάποιον που πεθαίνει, και με τον θρήνο γι’ αυτόν αισθάνονται και οι ίδιοι σαν διωκόμενοι… [σ. 46].

Διογένης Παπαδόπουλος

Σελίδες: 244.

Στις εικόνες: Χάνα Άρεντ, Γουώλτερ Βένγιαμιν και έργο του Διογένη Παπαδόπουλου, συνθέσειςτου οποίου κοσμούν το τελευταίο τετρασέλιδο του τεύχους.

Στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

20
Δεκ.
15

Oscar Wilde – Αφορισμοί

aforismoi_

Η ζωή διασκεδάζει μαζί μας με σκιές, σαν ένας μαριονετίστας. Της ζητάμε απόλαυση. Μας την παραχωρεί, αλλά η πικρία και η απογοήτευση ακολουθούν. Βρίσκουμε στο δρόμο μας μια ευγενική λύπη που θα αποδώσει, σκεφτόμαστε, την απέραντη αξιοπρέπεια της τραγωδίας στις  μέρες μας, αλλά εξανεμίζεται, πράγματα λιγότερο ευγενικά την αντικαθιστούν, και μια μέρα, μπροστά σε μια γκρίζα και ανεμοδαρμένη αυγή, ή  μπροστά στην ασημένια σιωπή ενός μυρωμένου απόβραδου, καθόμαστε και κοιτάζουμε, είτε με αποστασιοποιημένη έκπληξη είτε με βαριά σαν πέτρα καρδιά, τη χρυσοποίκιλτη τούφα μαλλιών που άλλοτε λατρέψαμε με τόση ζέση και φιλήσαμε με τόσο πάθος. [σ. 59]

Πνευματώδης και εκκεντρικός εκπρόσωπος του Αισθητισμού και της Παρακμής κατά την δεκαετία του 1880, επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας της επόμενης δεκαετίας, μέγιστος οιηματίας με το σπέρμα της ύβρεως, με σαρδόνιες παραδοξολογίες, αστραφτερή ευγλωττία και προκλητικό αισθησιασμό, όπως εύστοχα γράφει στην πυκνή εισαγωγή του ο μεταφραστής, ο Ουάιλντ είχε μια εκθαμβωτική πορεία μέχρι τα σαράντα του.

Oscar_Wilde 1

Οι επιφανειακοί διέκριναν μόνο πρόκληση και πόζα, αδυνατώντας να διανοηθούν ότι επρόκειτο για αντίδραση απέναντι στην ίδια του την τάξη, για άρνηση απέναντι στην ίδια του την εποχή. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να ανατραπεί η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα και φυσικά να ζήσει πλήρως την δική το ζωή, να μην συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ζωή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Υπάρχουν στιγμές όπου πρέπει να επιλέξεις κανείς – ή να ζήσει πλήρως τη δική του ζωή, απόλυτα, ολοκληρωτικά, ή να συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ύπαρξή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Η ομορφιά και η εκκεντρικότητα υπήρξαν το καταφύγιό του, η τέχνη του ο τρόπος να μιλήσει απελευθερωμένος από ηθικοπλασίες και στρατεύσεις. Εδώ «η τέχνη για την τέχνη» έφτασε στο αποκορύφωμά της με το βραχύβιο κίνημα του Αισθησιασμού. Και τέχνη πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια του η ζωή· επιθυμούσε, όπως εξομολογήθηκε στον Αντρέ Ζιντ, να βλέπει την ζωή του σαν έργο τέχνης, σαν κομψοτέχνημα.

Oscar_Wilde 5

Και ύστερα ήρθε η πτώση: η φυλάκισή του με την κατηγορία του σοδομισμού και της προσβολής των χρηστών ηθών και η καταδίκη του σε δυο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ονομάζεται C.3.3. (από τον αριθμό του κελιού του), υπόκειται στον ισοπεδωτικό νόμο της φυλακής, η ζωή του φεύγει από τα χέρια του. Ο αλλοτινός νάρκισσος των σαλονιών γίνεται ταπεινός για να μην νιώθει ταπεινωμένος. Στην φυλακή γράφεται η εξομολογητική επιστολή De profundis που θα δημοσιευτεί χωρίς καμία περικοπή δεκαετίες αργότερα.

Μετά την αποφυλάκισή του θα καταφύγει στην Γαλλία, θα ζήσει ως Σεβαστιανός Μέλμοθ και θα ολοκληρώσει την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ, όπου και οι περίφημοι στίχοι Each man kills the thing he loves… Στο γυμνό δωμάτιο του Hotel d’ Alsace θα πεθάνει άπορος και μέθυσος στα σαράντα έξι του. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκδοθούν οι Αφορισμοί.

Μη μου λέτε πως έχετε εξαντλήσει τη ζωή. Άμα κάποιος το λέει αυτό, όλοι ξέρουν πως είναι η ζωή που τον έχει εξαντλήσει.

Oscar_Wilde 3

Αν υπάρχει ένα ύστατο ανάγνωσμα που περιλαμβάνει συμπυκνωμένες μερικές από τις βασικότερες αρχές του ροκ εντ ρολ, τότε είναι αυτή εδώ η κιβωτός της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής ελευθερίας. Ο Ουάιλντ έβλεπε ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κάποιοι άλλοι. Απόψεις κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφές τα πάθη τους», ότι οι άνθρωποι σπάνια ζουν πραγματικά· οι περισσότεροι απλά υπάρχουν – κι αυτό είναι όλο. Πόσοι στην εποχή του μπορούσαν να το αποδεχτούν αυτό; Πόσοι άντεχαν ακόμα και να το διαβάσουν;

Οι λέξεις του θρυμματίζουν τις αξίες που καθόρισαν αμέτρητες ζωές. Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, γράφει, αποτελούν κατάλοιπο του ακρωτηριασμού των πρωτόγονων, μια έκφανση της αρχαίας λατρείας του πόνου, που μέχρι σήμερα παράγει θύματα και βωμούς στην χώρα του. Αλλά και για την ιδιωτική ζωή προτιμά να μην ψευδολογεί. Η εμπειρία δεν έχει την παραμικρή ηθική αξία, είναι απλώς το όνομα που οι άνθρωποι δίνουν στα λάθη τους.

Oscar_Wilde_(Boston_Public_Library)_

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η αρετή προσομοιάζει με μια πόλη χτισμένη ψηλά σ’ ένα βουνό: δεν μπορεί να κρυφτεί. Η αρετή είναι εκτεθειμένη στα μάτια όλων. Και ο καλός άνθρωπος είναι σε αρμονία με τον εαυτό του. Παραφωνία υπάρχει όταν εξαναγκαζόμαστε να εναρμονιστούμε με τους άλλους. Στο Λονδίνο του διέκρινε ότι συναντούσε κανείς υπερβολικά πολλή ομίχλη και υπερβολικά σοβαρούς ανθρώπους. Αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν η ομίχλη κάνει τους ανθρώπους σοβαρούς ή οι σοβαροί άνθρωποι δημιουργούσαν την ομίχλη.

Κάποιος που είναι κύριος του εαυτού του μπορεί να βάλει τέλος σε μια λύπη με την ίδια ευκολία που μπορεί να εφεύρει μιαν απόλαυση.

Για τον Wilde ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή αλλά η διανομή των ρόλων είναι χάλια. Είναι ακόμα ένας κόσμος όπου υπάρχουν μόνο δύο τραγωδίες: να μην αποκτάς όσα επιθυμείς και να αποκτάς όσα επιθυμείς. Η δεύτερη είναι κατά πολύ χειρότερη. Ο κυνισμός (του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Από την άλλη, είναι σαφές ποιους ακριβώς εννοεί όταν γράφει πως οι μέρες μας είναι πολύ σύντομες για να φορτωθούμε και τα βάσανα των άλλων. Κάθε άνθρωπος ζει τη δική του ζωή και πληρώνει ο ίδιος το τίμημά της. Δεν θα ’πρεπε ωστόσο να πληρώνει τόσο συχνά για κάθε του κρίμα.

the-picture-of-dorian-gray-oscar-wilde

Ο συγγραφέας ελαφροπατεί και στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών, τις οποίες άλλωστε ορίζει ως Σφίγγες χωρίς αίνιγμα. Δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πουριτανές γυναίκες, καθώς δεν νομίζει ότι υπάρχει έστω και μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κολακευμένη όταν την πολιορκούν – και αυτό τις κάνει τόσο αξιολάτρευτες. Συμφωνεί με τα λόγια ενός πνευματώδη Γάλλου: Οι γυναίκες μάς εμπνέουν την επιθυμία να δημιουργήσουμε αριστουργήματα και πάντοτε μας εμποδίζουν να τα φέρουμε σε πέρας. Άλλωστε είναι φτιαγμένες για να τις αγαπούμε, όχι για να τις καταλαβαίνουμε. Οι γυναίκες αγαπούν με τα αυτιά τους, ενώ οι άνδρες με τα μάτια τους. Και βέβαια, κάθε άντρας θέλει να είναι ο πρώτος έρωτας μιας γυναίκας και κάθε γυναίκα θέλει να είναι ο τελευταίος έρωτας ενός άνδρα.

Ο Ουάιλντ είναι ένας αιώνιος λάτρης της νεότητας: η νιότη βασιλεύει στη ζωή. Ένα βασίλειο ανοίγεται μπροστά της. Ο καθένας γεννιέται εξόριστος – όπως σχεδόν όλοι οι βασιλιάδες. Και για να ξαναβρεί κανείς τη νιότη του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλες που έχει διαπράξει. Ως προς τον έρωτα, γνωρίζει πως όσοι είναι πιστοί δεν γνωρίζουν παρά την τετριμμένη πλευρά του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένας ιερέας του ηδονισμού. Η ηδονή είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζει κανείς. Τίποτα δεν μας γερνά περισσότερο από την ευτυχία.

Oscar_Wilde 10

Πρέπει να επινοήσουμε έναν νέο ηδονισμό, που θα αναπλάσει τη ζωή και θα την σώσει από αυτό τον άκαμπτο και νοσηρό πουριτανισμό… Σκοπός αυτού του νέου ηδονισμού θα ήταν η εμπειρία αυτή καθαυτή και όχι τα απότοκα της εμπειρίας, είτε είναι γλυκά είτε είναι πικρά. Δεν θα έχει σχέση ούτε με τον αισθητισμό που αμβλύνει τις αισθήσεις ούτε με τη χυδαία ακολασία που τις ναρκώνει. Αλλά θα πρέπει να διδάσκει στον άνθρωπο πώς να προσηλώνεται στις στιγμές μιας ζωής που δεν είναι κι η ίδια παρά μια σύντομη στιγμή.

Εκδ. Ροές, 2015, σειρά MicroMEGA, μετάφραση – προλεγόμενα: Αλέξανδρος Βέλιος, σελ. 159 [Oscar Wilde, Sebastian Melmoth, 1904].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 198, υπό τον τίτλο Oscillate Wildly, από την λογοπαιγνιωδώς αφιερωμένη στον συγγραφέα άφωνη μουσική των Smith και του Morrissey, πιστού ακόλουθου του Wilde.

 

18
Δεκ.
15

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)