Archive Page 7

19
Αυγ.
15

Εμβόλιμον, τεύχος 71 – 72, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2014

71-72

Αφιέρωμα Ν.Δ. Καρούζος

Εγώ χρησιμοποιώ θρησκευτικά σύμβολα, κάνω μια «χρήση» των συμβόλων αυτών, γιατί αυτά οδηγούν την έκφραση προς το ανέκφραστο, κατορθώνουν ένα πλησίασμα προς τα εκεί. Τα σύμβολα όμως αυτά δεν είναι το ίδιο πράγμα με τα συμβολιζόμενα: ποτέ η έκφραση δεν ταυτίζεται με το ανέκφραστο. Ύστερα η επιστήμη έχει μια γλώσσα που δεν ευνοεί την ποίηση. Αυτά τα σύμβολα, αν θέλετε, θα τα ονόμαζα ποιητικές ελευθερίες, αδιέξοδες ελευθερίες, κάπως έτσι…

… έλεγε ο Νίκος Καρούζος σε συνομιλία του με την Νατάσα Χατζιδάκι για το περιοδικό Σήμα [Μάρτιος 1979], πάνω στον περιβόητο προσδιορισμό του ως μεταφυσικού, ή, ακόμα χειρότερα, ως θρησκευτικού ποιητή. Την συζήτηση μας υπενθυμίζει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, στο κείμενό του για την υποδοχή της κριτικής στην ποίηση του Ν.Δ. Καρούζου και τα σχετικά γύρω από τη θρυλούμενη θρησκευτικότητα. Ξανά λοιπόν το περιοδικό γεμίζει αφιερωματικά γραπτά για τον Καρούζο, δεκατρία χρόνια μετά το τεύχος 47 – 48 [χειμώνας 2002 – άνοιξη 2003]· τότε τρεις ενενηντάρες κασέτες με συνομιλίες του συγγραφέα και τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη με τον Νίκο Καρούζο για την Τέχνη και την Ζωή είχαν αποτελέσει τον κορμό ενός πρώτου αφιερώματος.

W7711018_4

Πρωτοδιάβασα τον Καρούζο στην Νεολιθική νυκτωδία στην Κροστάνδη, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τον ήπια μονορούφι στα γρασίδια του Πεδίου του Άρεως. Για εκείνη την συλλογή γράφει ο Κώστας Καναβούρης (Το χαστούκι, σ. 43) ότι τοποθέτησε το ποίημα, απελευθερωμένο από τον ποιητή, δηλαδή αφ’ εαυτού έργο ως έρωτα στο κέντρο της Ιστορίας, άρα στον πυρήνα της ανθρώπινης τραγωδίας. Χωρίς καμία διάθεση αγιοποίησης (άλλωστε  Νίκος Καρούζος μέχρι σήμερα υφίσταται την αγριότητα άθλιων σωματοφυλάκων της μνήμης του που εμποδίζουν το έργο του να ελευθερωθεί, επειδή το ταπεινώνουν στο ύψος της δικής του περιπτωσιολογικής ασημαντότητας και ανοίκειας οικείωσης), χωρίς λοιπόν καμία διάθεση αγιοποίησης, θα έλεγα ότι ο Νίκος Καρούζος ήταν ποιητής, επειδή ήταν απρόσεχτος με τον εαυτό του. Ένας μεθοδικά απρόσιτος είρων. Γι’ αυτό μυθεύτηκε από του αδαείς και τους πρόχειρους ως περίπτωση, ενώ ήταν καθολικότητα.

Κωστής-Ατσαλής-Νίκος-Καρούζος_Palinodiae1Η Βικτωρία Καπλάνη καταθέτει δυο ποιήματα του Καρούζου μαζί με μια άγνωστή μας ιστορία για τον ποιητή «που μιλά ελεύθερα, αναρχικά κι ασυμφιλίωτα απέναντι σε κάθε λογής μηχανισμούς εξουσίας για τις ιδέες του, την πολιτική, το Θεό, αυτόν που τολμά να τσαλακώνεται, να δείχνει την αδυναμία και τις ανάγκες του στον απλό άνθρωπο, στον άγνωστο φίλο που μοιράζεται μαζί του τη συντροφιά του ποτού σ’ ένα μπαρ». Η μικρή Μαρία, κόρη του μπάρμαν του Dada [Εξάρχεια, 1984 – 1986], υπήρξε ένα κορίτσι που δεν συνάντησε ποτέ τον Νίκο Καρούζο αλλά υπήρξε συχνά το αντικείμενο των συζητήσεών του με τον πατέρα της. Έτσι εκείνη αποτέλεσε την δυνάμει ιδανική αναγνώστρια των ποιημάτων που δημοσιεύονται εδώ· ήταν το πρόσωπο που είχε στην σκέψη του ο ποιητής την ώρα που τα έγραφε.

Οι Κώστας Θ. Ριζάκης (που συνοδοιπορεί στην δημιουργία του τεύχους), Κώστας Κουτσουρέλης, Χλόη Κουτσουμπέλη, Ειρήνη Μανδηλαρά, Βάγια Κάλφα, Δήμητρα Μήττα, Ευγενία Μπογιάνου, Ευτυχία Παναγιώτου, Νίκος Μυλόπουλος, και δεκάδες άλλοι ξαναδιαβάζουν τα ποιήματά του, μας θυμίζουν τα γραπτά του και καταθέτουν σκέψεις, αναλύσεις και οπτικές πάνω στην γραφή του πενθήμονα, πάντα απαρηγόρητου ποιητή.

[σ. 144]

Έργο: Κωστής Ατσαλής. Φωτογραφία: από εδώ.

29
Ιολ.
15

Φρέαρ, τεύχος 11 (Μάιος 2015)

FREAR 11

Λοιπόν, όταν θέλουμε να κάνουμε τους χαρακτήρες μας να μιλήσουν μεταξύ τους, τότε συνειδητοποιούμε τη βαθιά σιωπή που λίγο λίγο μεγάλωσε μέσα σας. Αρχίσαμε να σωπαίνουμε από παιδιά, στο τραπέζι, απέναντι από τους γονείς μας που μας μιλούσαν ακόμη με εκείνες τις παλιές, αιμοβόρες και βαριές λέξεις. Εμείς μέναμε σιωπηλοί για να διαμαρτυρηθούμε ή από αγανάκτηση. Μέναμε σιωπηλοί για να κάνουμε τους γονείς μας να καταλάβουν πως αυτές είναι βαριές λέξεις που δεν μας βοηθούσαν πια. Εμείς είχαμε φυλαγμένες άλλες. Μέναμε σιωπηλοί, γεμάτοι εμπιστοσύνη στις δικές μας καινούργιες λέξεις. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε εκείνες τις καινούργιες λέξεις πιο αργά, με ανθρώπους που θα μας καταλάβαιναν. Ήμασταν πλούσιοι από τη σιωπή μας. [σ.412]

… γράφει η Ναταλία Γκίνζμπουργκ σε κείμενό της για την Σιωπή [μτφ. Άννα Γρίβα], η τόσο ιδιαίτερη λογοτέχνης της Ιταλίας αλλά και της εξορίας, με την έντονη αντιφασιστική δράση. Στην αχανή επικράτεια της εξορίας, ο Χιλιανός ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός Oscar Hahn, για χρόνια εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφηγείται πώς μ’ ένα παλιό βιβλίο που βρήκε στην βιβλιοθήκη του Λυκείου Αρρένων της Ρανκάγουα, γνώρισε μια σειρά από μεσαιωνικούς συγγραφείς που γράφουν για τον θάνατο, μια μέγιστη επιρροή στο έργο του, την επικοινωνία του με τον Πάμπλο Νερούδα, τις περιπέτειές του μετά το πραξικόπημα του 1973 [συνομιλία με τον Μάριο Μελέντεθ, μτφ. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη].

Natalia Ginzburg

Όπως όλοι οι εξορισμένοι Χιλιανοί, ο Όσκαρ Χαν είχε πάντα την βαλίτσα του έτοιμη για να επιστρέψει. Αλλά η «επικείμενη» πτώση της δικτατορίας δεν ήρθε ποτέ, και τελικά έφτασε να ζει 35 χρόνια μακριά από τη χώρα του. Αρκούσε όμως μια φράση από τα παιδιά του για να ξυπνήσει τον συγγραφέα από την επίπονη νοσταλγία: ότι πρέπει να ζήσει μαζί τους από εδώ και μπρος κι όχι από εδώ και πίσω. Αυτό με βοήθησε πολύ. Δεν σημαίνει ότι είχα διαγράψει από τη μνήμη μου την καταγωγή μου και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχα φτάσει ως εδώ, αλλά ούτε ήμουν διατεθειμένος να επιστρέψω σ’ αυτούς τους παράγοντες να μετατραπούν σε φορτίο το οποίο θα μ’ εμπόδιζε να εξελιχθώ. [σ. 267 – 268].

Το τεύχος έχει και άλλες δύο σύντομες αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ο Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Κρίστοφερ Μέρριλλ συνομιλεί με τους Αλί Καλντερόν και Δημήτρη Αγγελή [μτφ. Φανή Πενταρβάνη]. Παρουσιάσαμε παλαιότερα εκτενώς εδώ στο Πανδοχείο το εξαιρετικό βιβλίο του Ταξίδι στον Άθω. Και ο Στέφανος Ροζάνης μιλάει στον Γιώργο Δουατζή και εξομολογείται μεταξύ άλλων πως δεν φοβάται την μοναξιά, γιατί υπήρξε αρκετά τυχερός να ζήσει σε μια συντεχνία, σε μια διαρκή συνομιλία. Τα κείμενά μας μπορεί να φέρουν ένα όνομα από κάτω. Όμως κανείς από μας δεν θα διεκδικήσει την πατρότητα αυτού του κειμένου. Διότι τα κείμενα είναι συνομιλίες. Εμείς έχουμε χάσει αυτή την πατρότητα των κειμένων. [σ. 340].

hahn_

Ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης γράφει για ένα Ταξίδι στον Αχέροντα με αφορμή για τις πρόσφατες ναυτικές τραγωδίες με μετανάστες στη Μεσόγειο, ο Δημήτρης Κόκορης γράφει για τη Μαρία την Αιγυπτία στην ελληνική λογοτεχνία και μεταγράφει ύμνους από την ακολουθία της στα νέα ελληνικά, ο Διονύσης Σκλήρης συνομιλεί με τον αστέρα της γαλλικής πεζογραφίας Emmanuel Carrère. Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα  λογοτεχνία από τους Βασίλη Τσιαμπούση, Νατάσα Κεσμέτη, Μιχάλη Μακρόπουλο, Δώρα Κουγιουμτζή, πολλά ποιήματα, κείμενα για την κρίση [Αντώνης Ζέρβας, Ηλίας Παπαγιαννόπουλος], για την παραγνωρισμένη έννοια του κωμικού στον Παπαδιαμάντη [Δημήτρης Β. Κουτσούγερας], για τις δομές ελευθερίας [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη  προδημοσίευση από το Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας που ετοιμάζει] και πλείστα άλλα. Στα σχέδια του τεύχους ο Αλέκος Κυραρίνης.

Και τι είδους μικρά κείμενα μπορεί να γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας σε ταξίδι του στην Πράγα; Σαφώς περί Απραγίας και Σκέψεων και Επισκέψεων στην πόλη: Από τους γελοίους έρωτες του Κούντερα θυμάμαι εκείνος που την κυνηγά παντού και υποκρίνεται τον θρησκευόμενο, μήπως ευκολότερα τη ρίξει. Εκείνη, φιλόδοξη, ικανή, εντάσσεται τελικά στους μηχανισμούς παύοντας με άλλα να ασχολείται. Εκείνος, έχοντας κολλήσει, συνεχίζει να εκκλησιάζεται. Κοιτάζω τους σταυρούς στο ουρανόγραμμα της πιο αθεϊστικής ίσως πόλης της Ευρώπης, που πρέπει να γαργαλούν τις κρυμμένες στα λευκά σύννεφα  και τρυφερές, όπως των μικρών παιδιών, μασχάλες των αγγέλων του Ρίλκε, γιατί γελώντας προβάλλει πάλι χωρίς να φορά τα μαύρα του γυαλιά ο ήλιος. [σ. 398]

Μαρία Αιγυπτία

[σελ. 225]

Στις εικόνες: Natalia Ginzburg, Oscar Hahn, Μαρία Αιγυπτία.

11
Ιολ.
15

Arnon Grunberg – Πόνος φάντασμα

exof ponos final

Η συγγραφή ήταν το κατεξοχήν μέσο για να αποφύγεις να ζεις και παρ’ όλα αυτά να διατηρείς την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον πυρήνα της ζωής, ότι την ζεις στο έπακρο. [σ. 56]

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Γκρούνμπεργκ από την περίφημη Τίρζα, όπου απολαύσαμε γραφή και οίστρο. Ένας λόγος παραπάνω λοιπόν να τον διαβάσουμε σε άλλο βιβλίο και ακόμα περισσότερο όταν αυτό δεν έπεται εκείνου του φοβερού χρονικού της πτώσης ενός συνηθισμένου και τελικά όχι τόσο συνηθισμένου ανθρώπου αλλά αποτελεί μια κατά οκτώ χρόνια προγενέστερη έκδοση. Βλέπω μάλιστα ότι μέχρι σήμερα, ένα περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, δεν έχει ασχοληθεί κανείς, δεν έχει γραφτεί το παραμικρό σημείωμα.

© 2013 Momkai All Rights Reserved

Και άδικα, γιατί εδώ δοκιμάζουμε πλήρη αιφνιδιασμό! Ο Γκρούνμπεργκ του παρόντος παρελθόντος είναι ένας … άλλος συγγραφέας, που πάντα ενδιαφέρεται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία αλλά αυτή τη φορά την μπολιάζει με συνεχές διαβρωτικό χιούμορ. Άλλωστε η ίδια η καταστατική πράξη του βιβλίου μοιάζει με φάρσα: Ένας φιλόδοξος συγγραφέας βρίσκεται ανάμεσα σε δυο βιβλία ορόσημα της σταδιοδρομίας του, το 268ος στον κόσμο και Η Μαγειρική μετά το Άουσβιτς αυτοβιογραφείται  με αναγνώστη τον … γιο του, Χάρπο Σαούλ.

Ο μεγαλομανής λοιπόν Ρόμπερτ Τζ. Μέλμαν υποστηρίζει πάντα το αξίωμα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι νεκροί, άρα δεν χρειάζεται να τους ξυπνάς, αμφισβητεί ότι οφείλεις και να τους θεραπεύσεις από τις ψευδαισθήσεις τους και επισκέπτεται ψυχίατρο με μοναδικό σκοπό να τον κάνει (τον ψυχίατρο) να γελάσει – όταν δεν τον χρησιμοποιεί (τον ψυχίατρο) ως πειραματόζωο για μια σειρά διηγημάτων. Όταν ο γιος του ήταν μικρός περνούσαν μαζί μια χαρά: είδαν μαζί αμέτρητες ταινίες, και τριγύρισαν σε καφενεία, μπαρ και σαλόνια ξενοδοχείων – και οπουδήποτε αλλού υπήρχαν γυναίκες. Όπως άλλωστε του έγραψε σε μια δέσμη γραμμάτων: Εκτός από το πρακτικό ζήτημα ότι δεν έχω πού να σε αφήσω, μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως, άσχετα αν οι ψυχίατροι προσπαθήσουν κάποια μέρα να σε πείσουν για το αντίθετο, σήμερα πέρασες θαυμάσια. Σκαρφάλωσες σε ράφια, τρύπωσες σε δοκιμαστήρια, όπου γυναίκες πρόβαραν ακριβά ρούχα, και γοήτευσες ηλικιωμένες κυρίες λες κι αυτό θα ήταν το επάγγελμα που θα διάλεγες αργότερα.

Arnon Gruenberg, journalist/ writer

Αρχίζει λοιπόν η αυτοβιογραφία του διαταραγμένου πατρός. Τι έχει να πει ένας συγγραφέας που κατέβηκε από την κορυφή όσο γρήγορα ανέβηκε; Γνωρίζει την γυναίκα του στο διανυκτερεύον σαντουιτσάδικο όπου εργάζεται στο Άμστερνταμ, καθώς μπαίνει λίγο για κρυφτεί από κάποιον που την ακολουθεί. Αλλά δεν χαίρεται, φοβάται ότι θα του φορτωθεί και συν τοις άλλοις θα πρέπει να ξανακαθαρίσει το μαγαζί. Εκείνη θεραπεύει ανθρώπους που μιλούν στον τοίχο (του δωματίου να προσθέσω, όχι κάποιου δικτυακού μέσου, αν και εκείνοι επίσης ψυχοθεραπεύονται όταν δεν αποκτηνώνονται – και κλείνω την παρένθεση).

Σκούπισα τα χέρια στην ποδιά μου και σκέφτηκα πιθανές ατάκες που μπορούσα να πω. Αλλά αν το παρασκέφτεσαι, τελικά δεν λες λέξη. Και πριν καλά καλά το καταλάβεις, έχει περάσει η ζωή σου και δεν έχεις πει κουβέντα.

Η μια φορά ακολουθείται από μια δεύτερη και τελικά η μεταμεσονύκτια της επίσκεψη προς καταβρόχθιση των κις του μαγαζιού γίνεται συνήθεια. Τουλάχιστον δεν παραπονιέται, όπως όλοι οι υπόλοιποι πελάτες – μέχρι και οι άστεγοι που έρχονται στο μαγαζί γκρινιάζουν ότι είναι πιο ζεστά έξω. Κάποτε έρχεται και μια φίλη της συνθεραπεύτρια και μετατρέπουν το κατάστημα σε πίστα, υπό τις ευλογίες ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Φυσικά σύντομα αρχίζει να τον θεραπεύει εκεί, έξω από τον πάγκο, και συνεχίζει στην κουζίνα του σπιτιού του, ψήνοντας μπισκότα. Εκείνος πασχίζει ανάμεσα στη συγγραφή και στα κατά παραγγελία άρθρα.

Arnon Grunberg.-Foto_-Vincent-Mentzel

Ανακάλυψα ότι η ευτυχία δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια που μπορούσε να υπάρξει μονάχα στο παρελθόν ή σε κάποιο μακρινό μέλλον, ναι στην οποία είχα δώσει μια συγκεχυμένη μορφή καθώς σέρβιρα πελάτες στο σαντουιτσάδικο. Μπορούσε να υπάρξει κι εδώ στο τώρα, με χέρια που κολλούσαν απ’ τη ζύμη, και τον ιδρώτα να κυλάει παντού, αφού ο φούρνος είχε μετατρέψει τη μικρή κουζίνα σε θερμοκήπιο.

Α όχι, τα μπισκότα δεν κρύβουν κάποια συνταγή διαρκούς ευτυχίας. Άλλωστε η θεραπεύτρια του τονίζει πως ταιριάζει περίφημα με τους ασθενείς κάποιας κλινικής, απλώς προς το παρόν τον διασώζει η συζήτηση μαζί της. Μήπως και η ίδια η θεραπεία δεν είναι μια ψευδαίσθηση; Αλλά η συγγραφή γι’ αυτόν είναι απολύτως αληθινή· και μια αναμφισβήτητη μορφή κανιβαλισμού: καταβροχθίζεις την ζωή μέχρι το τελευταίο κοκαλάκι κι ύστερα την ξερνάς. Για εκείνην, η ζωή δεν είναι πάντα μυθιστόρημα· δεν μπορείς να ελέγχεις τα πάντα. Για εκείνον είναι ένα προβλέψιμο αστυνομικό: ξέρεις τους ενόχους από τις πρώτες σελίδες.

HD_20_grunberg_800

Εκείνο το βράδυ είχαμε γίνει τύφλα στο μπαρ κάποιουξενοδοχείου με έναν φαλακρό γέρο πιανίστα. Τον χειροκροτήσαμε τόσο δυνατά που στο τέλος ήρθε και κάθισε μαζί μας.

Η γραφή του Γκρούνμπεργκ εμφανώς επιδιώκει το γέλιο μέσα από τα παραληρήματα ενός κωμικοτραγικού χαρακτήρα. Συχνά ξεκαρδιστικός, ενίοτε εξωφρενικός, ο ήρωας περνάει με χαρακτηριστική ευκολία από το ευφυολόγημα στο χοντροκομμένο αστείο, έχοντας πλήρη συναίσθηση των διακρίσεων. Σαφώς θυμόμαστε τον Saul Bellow, τον David Sedaris και την στρατιά των Αμερικανών κυρίως διηγηματογράφων του χιούμορ. Βέβαια κάθε πέντε έξι σελίδες κάνουμε πρόποση και στον Γούντι Άλλεν και τους προπάτορες της θεατρικής κωμωδίας. Όπως λέει άλλωστε και ο φίλος του ήρωα, Γιόζεφ Καπάνο, ένας ευφυής απατεώνας και πρωταγωνιστής μιας δυο παράλληλων ιστοριών, Όταν οι άνθρωποι πάψουν να γελάνε, έχει έρθει η ώρα να πεθάνουν.

Μπορούν τώρα αυτοί οι δύο διάττοντες εραστές να στρώσουν μια κοινή ζωή; Ο ένας να γράφει τα εξωφρενικά του διηγήματα, η άλλη να θεραπεύει τους τοιχαίους συνομιλητές; Εκείνος να έχει διαρκώς της αίσθηση ότι η ζωή είναι κάτι από το οποίο πρέπει να ξυπνήσει; Ή, να προσπαθεί να την πείσει ότι δεν είναι παρά ένα κουκλοθέατρο για μεγάλους; Κι εκείνη να του λέει όλη την ώρα ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εντός από ωραίες ιστορίες; Και με ποια ιδιότητα καλείται ο απόγονος σε αυτή την τρεκλίζουσα ζωή, εκτός από αναγνώστης ενός βίου που τον εμπεριέχει; Νοείται κατασκευή ζωής μέσα από την κατασκευή της λογοτεχνίας ή πάντα θα περιοριζόμαστε στο αντίστροφο;

Juarez Machado, Bain de champagne, 2002

Ζωή κι αυτή! Ευτυχώς, την πληροφόρησα έγκαιρα ότι θα πρέπει να μείνει μακριά από τις δικές μου ψευδαισθήσεις, όπως και από τις δικές σου.

Φυσικά η ευτράπελη οικογενειακή νουβέλα θα κάνει τον Χάρπο να δει με άλλη ματιά την οικογενειακή τους εστία. Δεν αρκεί που πάντα γνώριζε πως είχε να κάνει με δυο λοξούς ανθρώπους, αναπτύσσοντας έτσι το ένστικτο της προστασίας τους. Εδώ ευθυμογραφείται μια κανονική τραγικωμωδία πάνω σε ένα οικογενειακό τέρας με διαλυμένους ιστούς, παράλυτα μέλη, σκορπισμένο βιός. Και τελικά, επειδή όλα άρχισαν εκείνο το βράδυ στο σανουιτσάδικο, θα περάσουν χρόνια για τον Μέλμαν μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ίσως να μην την κυνηγούσε κανείς, και απλά να τα είχε λίγο χαμένα. Από προσωπική πείρα άλλωστε γνωρίζει ότι υπάρχουν μερικά ψέματα στα οποία επιμένεις μέχρι τέλους. Όχι γιατί η αποκάλυψή τους θα έχει τραγικές συνέπειες αλλά γιατί δεν θέλεις να δώσεις τέλος σε κάποιες ψευδαισθήσεις. Μήπως το ίδιο κάνει κι εκείνος σε όλη του τη ζωή; Στήνει το σκηνικό και περιμένει να δει τι θα γίνει…

 Arnon Grunberg 6

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς το μίνι θέατρο με έκανε ευτυχισμένο. Η στιγμή που άρχιζα να πιστεύω στην πραγματικότητα που είχα τόσο προσεκτικά σκηνοθετήσει, αυτή ήταν στιγμή ευφορίας Η στιγμή που η ιστορία την οποία σκαρφίστηκες σε συνεπαίρνει. Η στιγμή που διαισθάνεσαι ότι, επιτέλους, κάποιος κάθισε απέναντί σου στη σκακιέρα, ότι δεν παίζεις πια μόνο σου. [σ. 119]

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, μτφ. από τα Ολλανδικά Γιάννης Ιωαννίδης, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σελ. 357 [Arnon Grunberg – Fantoompijn, 2000].

ΥΓ. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Διαβάστε εδώ και εδώ για ένα ιδιόμορφο πρότζεκτ συγγραφής με ηλεκτρόδια, που επιχειρεί από το σπιρτόκουτο διαμέρισμά του στο Μανχάτταν.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr ∕ Βιβλιοπανδοχείο, 189.

04
Ιολ.
15

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Α΄ Τόμος, Α – Μ

Print

Κόσμοι ελεύθεροι, ελευθέριοι, ελευθεριακοί, ελευθεριάζοντες

«Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος»

Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του λεξικό, για έναν κόσμο οραματικό, αποσιωπημένο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, μια εντελώς άγνωστη Ιστορία, ανείπωτη και άγραφτη· μια ολόκληρη στρατιά αγωνιστών και απλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν να είναι ελεύθεροι και πέτυχαν ή απέτυχαν, τίμησαν τις διακηρύξεις τους ή τις πρόδωσαν, θεωρητικών και ακτιβιστών που οραματίστηκαν κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες. Αλλά δεν είναι μόνο ο πλούτος των πληροφοριών που ξεχειλίζουν τον τόμο· είναι και ο τρόπος γραφής των λημμάτων, ξέχειλος από χιούμορ και ειρωνεία, με ευφυείς διακειμενικές συνδέσεις και απρόβλεπτες ακροβασίες. Και αυτό είναι μόνο ο πρώτος τόμος. Ο ήδη εκδοθείς δεύτερος, που ολοκληρώνει αυτό το αγρίως απολαυστικό εγχείρημα, θα παρουσιαστεί σε λίγες ημέρες εδώ.

arton132

Να λοιπόν που μπορεί τελικά κανείς να περιπλανηθεί στο αχανές ελευθεριακό σύμπαν, να που μπορούν να λημματογραφηθούν πρόσωπα, φιλοσοφίες, εγχειρήματα, θεωρίες, πρακτικές, κορυφώσεις, πτώσεις, οτιδήποτε χαρακτήρισε τις αμέτρητες εκδηλώσεις του. Σπεύδω στο λήμμα ελευθεριακός [libertaire], όρο που εισήγαγε με την ομώνυμη εφημερίδα ο Γάλλος πρόδρομος του αναρχοκομμουνισμού Ζοζέφ Ντεζάκ, για να διαχωρίσει τα ιδεολογικά του ιμάτια από τους θιασώτες των διαφόρων εκδοχών του αυταρχικού σοσιαλισμού. Με τον καιρό ο νεολογισμός απέκτησε διττή σημασία, καθώς μπορεί να προσδιορίζει κάποιον που δεν ασπάζεται ολοκληρωτικά την αναρχική «κοσμοθεωρία», επιλέγοντας μια εναλλακτικού τύπου δραστηριότητα, είτε να υποδηλώνει (ως έννοια ομπρέλα) έναν ευρύτερο αντιαυταρχικό ή και αντιεξουσιαστικό ρεύμα.

NvIP_700

Σήμερα που περισσότερο από ποτέ επανέρχονται και εφαρμόζονται πλείστοι όροι και πρακτικές τους, εδώ ξεκαθαρίζονται και ξεμπλέκονται πολλά και διάφορα, από την  ελευθεριακή δημοκρατία, που σύμφωνα με τον Αμεντέο Μπερτόλο σχετίζεται με τον εφικτό, πρακτικό αναρχισμό, που προκρίνει μια αυτοθεσμιζόμενη κοινωνική οργάνωση, η οποία θα λειτουργεί με συλλογικές αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, μέχρι τον ελευθεριακό κομμουνισμό, κατά πολλούς την χρυσή τομή ανάμεσα στον κολεκτιβισμό και τον κομμουνισμό. Ο ελευθεριακός κοινοτισμός, από την άλλη, δεν αποτελεί παρά μια προς το εναλλακτικότερον και θεσμικότερον εκδοχή του αναρχοκομμουνισμού την οποία πρότεινε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, στην πορεία της αμφισβήτησης των θεσφάτων του κλασικού αναρχισμού, προτείνοντας μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία, με τις πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις.

L'Expérience

Φυσικά μεγάλο μέρος του σύμπαντος καταλαμβάνουν η αναρχία αυτοπροσώπως και οι διάφορες αναρχίες, ο αναρχισμός χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, ο αναρχοατομικισμός, ο αναρχοκομμουνισμός και οι αναρχοαυτόνομοι, ο αναρχοπριμιτιβισμός και ο αναρχοπαγανισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αναρχοφεμινισμός, ο αναρχοφουτουρισμός και ο αναρχοχριστιανισμός, ο αντιαυταρχισμός και η αντιβία, ο αντικρατισμός και η αντιπαγκοσμιοποίηση, ο αντιμιλιταρισμός και ο αντιιφασισμός. Ευτυχώς δεν λείπει και ο αντισπισισμός, που αντιπαρατίθεται στην κυρίαρχη σπισισμική πεποίθηση περί ηθικής ανωτερότητας του ανθρωπίνου είδους έναντι των άλλων «κατώτερων» ζωικών ειδών, στην κατάταξή τους ανάλογα με την αξία χρήσης τους και στην άνευ ηθικών φραγμών εκμετάλλευση και τον βασανισμό τους, που αγωνίζεται από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ακτιβιστικές δράσεις του Μετώπου Απελευθέρωσης των Ζώων [Animal Liberation Front].

ALF

Ένα από τα συναρπαστικότερα κομμάτια του λεξικού είναι τα διάσπαρτα λήμματα για τις αμέτρητες εναλλακτικές και αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκη, στηριγμένη στον κοινοβιακό τρόπο ζωής και σε ένα τοπικό οικονομικό σύστημα αμοιβαίων ανταλλαγών, που επιβίωσε ολόκληρη την δεκαετία του 1850. Σε αυτές τις κοινότητες – αποικίες ίδίως στα τέλη του 19ου αιώνα εκατοντάδες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αναρχικοί (παραδόξως στην πλειοψηφία τους ατομικιστές) επιχειρούσαν να βιώσουν κατά τρόπο πρωθύστερο το κομμουνιστικό του όραμα, συχνά με σχετική επιτυχία όπως Η Εμπειρία [L’ Experience], Η Ουτοπία, Η Τσετσίλια [La Cecilia] – η ατελέσφορη ελευθεριακή απόπειρα υπερτριακοσίων εποίκων στη Βραζιλία του 19ου αιώνα…

emersonlecture

… ή Η Δοκιμή, τo κοινοβιακό πείραμα γάλλων αναρχιστών L’ essai [1903 – 1909] που υλοποίησαν το συμβιωτικό όραμα του Φορτινέ Ανρί σε έναν βαλτότοπο των Αρδεννών, που σύντομα μεταμορφώθηκε σε εύφορο αγρόκτημα, ενώ οι έποικοι της Δοκιμής έστησαν μέχρι και δικό τους τυπογραφείο. Ένας από τους ενοίκους, ο Βίκτορ Σερζ στο αριστουργηματικό του βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, θυμάται: «Να κάνεις ό,τι θέλεις»,έγραφε πάνα από την πόρτα που ήταν ορθάνοιχτη σε όποιον ερχόταν…Ο Μαλατέστα θεωρούσε τέτοιου είδους μεταναστεύσεις σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης του αστικού συστήματος και κάθε τέτοιο «αποικιακό εγχείρημα» σαν αποστρατευτικό αναχωρητισμό, που προσφέρει στους καταπιεσμένους την μάταιη ελπίδα να χειραφετηθούν χωρίς να αναγκαστούν να επαναστατήσουν.

Π. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ

Τόσες ουτοπίες, τόσες ευτοπίες, τόσα πειράματα.. αγροπόλεις, συνεταιριστικοί οικισμοί πρώιμης οικολογικής οπτικής και αυτοδιαχειριστικής προοπτικής που επιχειρήθηκε να κατασκευαστούν μακριά από τις πόλεις σε ανεκμετάλλευτες αγροτικές περιοχές, κυρίως σε Αγγλία, Αυστρία και Βόρεια Αμερική, με εισαγωγέα της ιδέας στην Ελλάδα τον «αιθεροβάμμονα» Πλάτωνα Δρακούλη που παραμερισμένος από τους πούρους εργατιστές του ΚΚΕ ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων και συνέγραψε το κοινωνικό του όραμα στην Αγροτική Συμπολιτεία.

Murray Bookchin1

Εκατοντάδες αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα, τα Ελευθεριακά Αθήναια, λειτουργούσαν στην προεπαναστατική Ισπανία, και όπου, σύμφωνα με τον Πάικο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, η καλή μόρφωση του αναρχικού περιλάμβανε οπωσδήποτε τον ελευθεριακό μονόλογο του Καλδερόν δε λα Μπάρκα, τα σατιρικά ποιήματα του Γκόνγκορα, τα ερωτικά ποιήματα του Λόπε δε Βέγα και προπαντός τα σονέτα του Κεβέδο, «αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα που διαπερνούσαν τους αιώνες με λέξεις σαν κεραυνούς, πυρπολώντας και φωτίζοντας συνειδήσεις». Και φυσικά ο κατάλογος με τις κολλεκτίβες, τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, τα εγχειρήματα της αυτομόρφωσης και της αυτοοργάνωσης αλλά και τα σύγχρονα εβραϊκά κιμπούτς δεν τελειώνει.

thoreau

Εδώ έχει θέση και η περίφημη κομμουνιστική δυστοπία του Ετιέν Καμπέ Ταξίδι και Περιπέτειες του κυρίου Ουίλιαμ Κάρισνταλ στην Ικαρία, όπου το κράτος σχεδιάζει επιμελώς τα πάντα, με την βοήθεια ειδημόνων, χωρίς περιθώρια για αυθορμητισμό, και όλα έχουν παγιωθεί δια νόμου, από το σχέδιο των πόλεμων μέχρι το σχήμα των καπέλων, από το άκαμπτο ωράριο μέχρι το καθημερινό φαγητό. Ο ίδιος ο συγγραφέας θα επιχειρήσει μαζί με εύπορους «ικαριστές» μια εναλλακτική νησίδα ζωής στο Τέξας, η οποία επέζησε με διάφορες μορφές για σαράντα χρόνια. Στους ίδιους ή παραπλήσιους κόσμους άνθισε και η μη βία, ως πολιτική ανυπακοή και ως ριζοσπαστική θερμική άρνηση ή ως χριστιανική ιδεοληψία, ως κοινωνική πρακτική υιοθετημένη από τους ελευθεριακούς στοχαστές Τολστόι και Θορώ και ως εθνικοαπελευθερωτική διαδικασία από τον Γκάντι, ως τρόπος ζωής από τους χίπις.

le-libertaire_A3-©Fernando-Bryce_LiMAC

Σε μια από τις μορφές του, το λεξικό αποτελεί μια πολύτιμη πινακοθήκη γνωστών και άγνωστων θεωρητικών και αγωνιστών, όπως ο Ίβαν Ίλλιτς ιδιότυπος και αταξινόμητος πανεπιστήμονας που αποκήρυξε το 1971 κάθε τίτλο, αξίωμα, οφέλη και προνόμια του ιερέα, ιδιότητα που είχε μέχρι τότε· ο Γερμανοεβραίος αναρχικός στοχαστής και λογοτέχνης, μέλος των εξπρεσιονιστικών και πρωτοποριακών κύκλων Γκούσταβ Λαντάουερ, δολοφονημένος από παρακρατικούς στο Μόναχο του 1919· ο φίλος του, επίσης Αυστριακός Μάρτιν Μπούμπερ, ελευθεριακός κοινοτιστής που απέδωσε γραπτώς Τα μονοπάτια της Ουτοπίας· ο ευφάνταστος καλλιτέχνης και συγγραφέας Ουίλλιαμ Μόρρις, «ουτοπικός» σοσιαλιστής, διευθυντής της εφημερίδας Commonweal [Κοινό Καλό]· ο «ποιητής της αναρχίας» Πιέτρο Γκόρι· ο Ιταλός αναρχοκομμουνιστης θεωρητικός και ακτιβιστής Κάρλο Καφιέρο·…

Sacco_e_Vanzetti_film_by_ziruc

… ο πολυγραφότατος λόγιος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των «αιρετικών» περί τα ερωτικά και των αντιρρησιών περί τα στρατιωτικά Πωλ Γκούντμαν· ο Άγγλος ουτοπιστής, αιρετικός χριστιανός, αγροτικός ηγέτης και πρόδρομος των ελευθεριακών Τζέραρντ Γουινστάνλεϊ και τόσοι άλλοι, που έδωσαν την σκυτάλη τους σε επίγονους, όπως ο Ερρίκο Μαλατέστα, η προσωποποίηση του κοινωνικού ακτιβισμού με εξήντα έτη πολύτροπης έμπρακτης προπαγάνδας, στα ελευθεριακά εργαστήρια πολλών χωρών με δεκάδες πολυδιαβασμένες εκδόσεις και ο καθηγητής Χάουαρντ Ζιν, που αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός ενάντιος «στην βία, την αταξία και το χάος» καθώς πρέσβευε ότι «οι αληθινές ιδέες του αναρχισμού ήταν, ουσιαστικά, ενσωματωμένες στον τρόπο σκέψης των κινημάτων της δεκαετίας του ’60». Πανταχού παρούσες, οι μορφές των Πάντσο Βίγια και Μπαρτολομέο Βαντσέτι που μαζί με τον Νικόλα Σάκο καταδικάστηκαν σε επτά χρόνια εγκλεισμού και σε θάνατο μετά από την πασίγνωστη κρατική σκευωρία.

Louise-Michel-2

Φυσικά η λημματογραφημένη Ελευθερία ξεχειλίζει από γυναίκες, όπως η περίφημη Λουίζ Μισέλ [Louise Michel] αναρχική ακτιβίστρια, ρήτορας, συγγραφέας και δασκάλα, ενεργό μέλος της Παρισινής Κομμούνας, εξόριστη στην Νέα Καληδονία όπου οργάνωσε μαθήματα για τους ιθαγενείς Κανάκ και υποστήριξε έμπρακτα την εξέγερσή τους, επέστρεψε, φυλακίστηκε και τελικά πυροβολήθηκε κατά την ομιλία της σε μια εργατική συγκέντρωση από κάποιον παρακρατικό αλλά επέζησε και ζήτησε την … απαλλαγή του. Παρούσες οι Έμα Γκόλντμαν, άτυπη εισηγήτρια του αναρχοφεμινισμού, ακτιβίστρια και συγγραφέας, αλλά και μια άλλη πρόγονός του, η Μέρι Γουόλστονκραφτ, και βέβαια η άξια επίγονος Ζερμέν Γκριρ, καθώς και η φλογερή Ισπανίδα αναρχική φεμινίστρια Λόλα Ιτούρβε. Άλλωστε οι  Ελεύθερες γυναίκες [Mujeres Libres] υπήρξαν η μεγαλύτερη γυναικεία αναρχική οργάνωση ενάντια στην «τριπλή υποδούλωση των γυναικών: στην άγνοια, στο κεφάλαιο και στους άντρες». Και ποιος γνωρίζει στα καθ’ ημάς εμβληματικές γυναίκες όπως η αντισυμβατική σε όλους τους τομείς Φωτεινή Δροσοπούλου (αλλόκοτος, ημιπαράφρων, θηρεύτρια ουτοπιών με κακές παρέες, σύμφωνα με την εφημερίδα Ακρόπολις του 1899);

Lola Iturbe

Αλλά και πόσοι γνωρίζουμε την αντίστοιχη ελληνική Ιστορία;  Νύχτα και μέρα, δυστυχείς, εργάζεσθε και όμως ∕ πεινάτε γυμνιτεύετε…αυτά θεσμίζει ο νόμος ∕ της ιδιοκτησίας, ∕∕ Εν ω και άρτος είν’ πολύς και ενδυμάτων πλήθος ∕∕ σεις δε  απολαμβάνετε και με θλιμμένον ήθος ∕  φιλείτ’ αδίκους χείρας ∕∕ Αδίκους! Ναι! κ’ αιμοχαρείς! Που κλέπτουν το ψωμί σας ∕ που κλέπτουνε τους κόπους σας, τα χρόνια της ζωής σας ∕ κ’ εν τέλει σας χλευάζουν…. γραφόταν στο περίφημο Ποίημα προς τους Εργάτας και Χωρικούς που δημοσίευσε ο Σοσιαλιστής του Σταύρου Καλλέργη [1902] και το οποίο αποδίδεται στον αναρχικό ποιητή και σκιτσογράφο Δρόσο Μεϊντάνη και βρισκόμαστε ήδη ανάμεσα σε τόσες γνωστές και άγνωστες προσωπικότητες της Ιστορίας μας, όπως ο Αχαιός ράφτης και τυπογράφος Δημήτρης Καραμπίλιας, με την κοινωνιστική εφημερίδα Εμπρός [1886], φυγάς στην Αίγυπτο όπου ίδρυσε Διεθνές Αναγνωστήριο συμπράττοντας με Ιταλούς αναρχικούς εργαζομένους, στο οποίο συνέβαλε, παρών εδώ, και ο Πάνος Μαχαιράς, εργάτης, λεπτουργός, δραστήριο μέλος στα τέλη του 19ου αιώνα το Αναρχικού Ομίλου Πύργου…

Λαύριο

… ή μορφές του εμφυλίου όπως ο Γιάννης Γαλανόπουλος, που διολίσθησε αρχικά στην αιρετική επαναστατική αριστερά και αργότερα στο χώρο της αντιεξουσιαστικής αυτονομίας ενώ αρνήθηκε να λάβει χρηματική ανταπόδοση (σύνταξη) για την συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση και πέθανε πάμφτωχος, αξιοπρεπής και ακατάβλητος, και μορφές της αντίστασης στην δικτατορία, όπως ο Τάσος Δαρβέρης, βομβιστής στην χούντα, που μαζί με τους συντρόφους του αντιμετώπισε με γέλια και υψωμένες γροθιές την καταδίκη του και μετέφρασε στην φυλακή το Προσκύνημα στην Καταλονία που εξέδωσε το 1974 η Διεθνής Βιβλιοθήκη.

3-22-8-16E απεργια σεριφου

Το ξεφύλλισμα των σελίδων μυρίζει τυπογραφικό μελάνι·  ίσως επειδή εδώ ανήκουν και εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι, από την Διεθνής Βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε μεσούσης της χούντας το 1971 μέχρι το Βιβλιοπέλαγος και έντυπα όπως ο Βιβλιοφρικάριος, που εκφράζεται επιτοιχίως και επιτυχώς με την ομώνυμη εφημερίδα, φύσει εχθρικός σε κάθε κοπρόσκυλο της ΓΣΕΕ, σε κάθε ιδεολογική αγκύλωση, σε κάθε κομματική πειθαρχία…, ή η περίφημη οχτασέλιδη μπροσούρα για τον «Αναρχομόνο Γιάννη Σκαρίμπα» του αυτόχειρα Γιώργου Διαλυνά… Μην ξεχάσουμε και τα πάσης φύσεως ημερολόγια που ξεκίνησαν από τους αναρχικούς τα τέλη του 19ου αιώνα, και για αλληλέγγυους σκοπούς αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όπως το Ράδιο Κιβωτός, οργανώσεις (Δίκτυο για τα Κοινωνικά Δικαιώματα), κ.ά. εγχειρήματα.

Brăila lui Panait Istrati

Υπήρξα πάντοτε (…) ελεύθερος σκοπευτής της κοινωνικής ταραχής, εις το πλευρόν των αληθινών επαναστατών δια μίαν καλυτέραν ανθρωπότητα, όμως, μεταξύ των αλύσεων του εργοστασίου και των φθειρών, προτιμώ τας φθείρας. Αλλά, προ παντός, το δικαίωμά μου τα ξύνωμαι όπως θέλω! έγραφε ο ελευθεριακής ιδιοσυγκρασίας λογοτέχνης Παναΐτ Ιστράτι, με την περιπετειώδη ζωή και το σύντομο πέρασμα από τα άνυδρα χωράφια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα …εργοστάσια σκέψης της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία και απαξίωσε στην τριλογία του Η Ρωσία Γυμνή, Σοβιέτ 1929 και Προς μια Άλλη Φλόγα.

 william_morris_biog

Σημαντική παρουσία έχουν βέβαια και οι συγγραφείς, από τον Ερρίκο Ίψεν (με τα ύστερα έργα της ψυχογραφικής κριτικής από αναρχοατομιστική σκοπιά) μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Άμπροουζ Μπιρς, τον Αντονέν Αρτό, τον Οκτάβ Μιρμπό, τον Ρόμπερτ Βάλζερ, τον Άλμπερτ Μέλτσερ και τους οικείους προγόνους Μικέλη Άμβλιχο, σατιρικό και λυρικό ποιητή της Κεφαλονιάς, Δημοσθένη Βουτυρά, Άρη Αλεξάνδρου, Ρένο Αποστολίδη, Κατερίνα Γώγου. Φυσικά δεν λείπει ο Μπορίς Βιάν, πολυτάλαντος Γάλλος ελευθεριακός και ελευθεριάζων συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής και μουσικός της τζαζ, που παρενέβη στην κοινωνική επικαιρότητα με τον περίφημο Λιποτάκτη του: Άρνηση στην υποταγή / άρνηση στην κατάταξη / Μην πάει κανείς στον πόλεμο / Να φύγετε αρνηθείτε // Αν πρέπει να χυθεί αίμα / Να δώσετε το δικό σας.

brook-farm

Ειδική περίπτωση ο Ραλφ Βάλντο Έμερσον, σπιριτουαλιστής φιλόσοφος και ποιητής, που εκτός των έργων του δοκίμασε να υλοποιήσει τα ελευθεριακά συμβιωτικά του οράματα στο φουριερικής έμπνευσης φαλανστήριο Brook Farm [1840 – 1846] με την συμμετοχή και πολλών άλλων ριζοσπαστών διανοούμενων της εποχής, όπως του φίλου του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο οποίος βέβαια έχει και το δικό του λήμμα εδώ. Και πώς να λείπει αυτός ο ελευθεριακός ιντιβιντουαλιστής που έζησε μόνος δυο χρόνια στη λίμνη Ουόλντεν, μεταγράφοντας την εμπειρία του σε βιβλίο, ενώ εισηγήθηκε σε άλλο βιβλίο την αντικρατική μέθοδο της Πολιτικής Ανυπακοής;

fortino samano 1

Η βιβλιοθήκη του λεξικού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Ηλιούπολη, χριστιανική ουτοπία του Τομάσο Καμπανέλα ο οποίος προετοίμαζε εξέγερση μοναχών και λαϊκών με σκοπό τη συγκρότηση χριστιανικής Πολιτείας της Καλαβρίας, το Δικαίωμα στη Τεμπελιά του Πολ Λαφάργκ, το ψυχομανιφέστο Άκου Ανθρωπάκο του απηυδισμένου από την αγελαία προσήλωση των μαζών στον Χίτλερ και Στάλιν Βίλχελμ Ράιχ, την Ισπανική Διαθήκη του Άρθουρ Κέσλερ, όπου περιγράφεται η οδυνηρή εμπειρία στις φυλακές των φρανκιστών, περιμένοντας να εκτελεστεί, την Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σέμπρουν, για την ιδεολογική και κοινωνική αποσάρθρωση μιας ακροαριστερής ένοπλης ομάδας της δεκαετίας του 1970.

livrosfrescosorpheu_livro2

Στα διπλανά ράφια, o περίφημος Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του Μαξ Στίρνερ, ο οποίος αρνείται πάσα αρχή θρησκείας, ιδιοκτησίας και κοινωνίας και όπου μεταξύ άλλων παραδέχτηκε το προφανές είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα, ο Ηλιογάβαλος ή ο Εστεμμένος Αναρχικός του Αντονέν Αρτό για τον βλαμμένο αυτοκράτορα που πνίγηκε στα ίδια του τα σκατά και βέβαια ο Αναρχικός Τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσσόα.

Τέχνες αμέτρητες καλλιτέχνησαν όλα αυτά τα οράματα, ή έστω δημιουργήθηκαν από οραματιστές καλλιτέχνες, όπως ο ζωγράφος Γκιστάβ Κουρμπέ, ελευθεριακός και μποέμ – προτού εφευρεθούν οι όροι, φίλος και θαυμαστής του Προυντόν, ο ζωγράφος, σχεδιαστής και εικονογράφος Φλάβιο Κονσταντίνι, που απομυθοποίησε την Σοβιετική Ένωση μετά από μια επίσκεψη στις αρχές του 1960 και ιδίως μετά την ανάγνωση των Αναμνήσεων ενός Επαναστάτη του Βικτόρ Σερζ, ο Ζιλ Γκρανζουά, ένας από τους πλέον «στρατευμένους» εικονογράφους της εποχής του. Στα σανίδια αγωνίστηκαν καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Τζούλιαν Μπεκ, συνιδρυτής με την Τζούντιθ Μαλίνα του περίφημου Ζωντανού Θεάτρου [The Living Theatre], φυτοφάγος και πασιφιστής, αυτουργός δεκάδων ανατρεπτικών παραστάσεων για τις οποίες δέχτηκε και φυλακίστηκε.

judith-julian-01

Η …ηχητική μπάντα του λεξικού περιλαμβάνει την περίφημη μουσική κολλεκτίβα Crass με την δική τους οικοτεχνική δισκογραφική Crass Records (που, επιθυμώ να προσθέσω, πραγματικά τιμήσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, καθώς μας γνώρισαν το αληθινό, πολιτικό πανκ, μακριά από τους μηδενισμούς των τσαρλατάνων των πολυεθνικών δισκογραφικών), τον ελευθεριακό στο φρόνημα Ζορζ Μπρασένς, εργάτη στη Ρενό, συνεργάτη στον σύγχρονό του Ελευθεριακό, τον Νικόλα Άσιμο, την μουσική κολεκτίβα Γκρούπο Ζ.

Άσιμος_

Και βέβαια δεν λείπει ο ελεύθερος έρωτας, ένα ακόμα πεδίο όπου «το μόνο λάθος των αναρχιών υπήρξε το γεγονός ότι, τις περισσότερες φορές, προηγήθηκαν των ηθών της εποχής τους», όπως έγραψε ο Αντρέ Νατάφ. Εκτός από τους Αδαμίτες, τους πρώτους διδάξαντες, η Έμμα Γκόλντμαν, η Μαντλέν Βερέ, η Λουίζ Κιτρίν, ο Σακάε Οσούγκι και πολλοί άλλοι υπήρξαν διάπυροι κήρυκές του προτού ο Βίλχελμ Ράιχ αναγγείλει την Σεξουαλική Επανάσταση, προτού οι χίπις την πραγματοποιήσουν και προτού μετατραπεί σε ερωτική βιομηχανία από τα τραστ του ελευθεριάζοντας νεοσυντηρητισμού. Ας τονιστεί η ειδική αναφορά της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας στο Συνέδριο της Σαραγόσας στη ταραγμένη Ισπανία του 1936: Ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός υποστηρίζει τον ελεύθερο έρωτα χωρίς περιορισμούς της θέλησης, ούτε του άντρα ούτε της γυναίκας.

Eros-Plus-Massacre

Τον Ιάπωνα αναρχικό διανοούμενο Σακάε Οσουγκι τον ξαναβρίσκουμε στην σχετική ταινία του Γιόσιντε Γιόσιντα Έρως + Σφαγή, όπου και η βιογραφική αναδιήγηση του ερωτικού του τετραγώνου. Και βρισκόμαστε ήδη στον κινηματογράφο, με λήμματα για ταινίες από το Βίβα Ζαπάτα μέχρι την Ιστορία έρωτα και αναρχίας, τα φιλμ που έμειναν για χρόνια στα συρτάρια της λογοκρισίας όπως η Διαγωγή μηδέν του Ζαν Βιγκό, με την μαθητική εξέγερση και την κατάλυση της σχολικής τάξης ή το Libera, amore mio του Μπολονίνι, με την αφύπνιση της νεαρής κόρης του παλιού αγωνιστή, αλλά και οι άλλες ωραίες ιταλικές ταινίες όπως ο Metello του ιδίου, από την νουβέλα του Βάσκο Πρατολίνι, για τον αναρχίζοντα οικοδόμο Μετέλο στην Φλωρεντία του 19ου αιώνα, η Μετραλέτα Στέιν [Metraletta Stein] του δε λα Λόμα, εμπνευσμένη από ένα επεισόδιο της πολυτάραχης ζωής του αναρχικού και αντιφανκικού αγωνιστή Φρανθίσκο Σαμπατέ. Αυτοδικαίως παρόντες και οι αναρχίζοντες συνεπίθετοι του Καρόλου αδελφοί Μαρξ και ο Λουίς Μπουνιουέλ.

marina-ginesto-spanish-civil-war-1937

Φυσικά διατρέχουμε σπουδαίες ιστορικές στιγμές, όπως η Κομμούνα των Παρισίων 1871 και ο επινοημένος εκεί κομμουναλισμός, εξεγέρσεις (Λιόν, Μπολόνια, Αστουρίες, Κάσες Βιέχας, Μπενεβέντο και βέβαια Κροστάνδη, με τους επαναστάτες που ο Τρότσκι «τουφέκισε σαν πέρδικες και έσφαξε σαν κοτόπουλα», κρατώντας την υπόσχεσή του), απεργίες – την σημαντικότερη άγρια απεργία του 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο, τα Λαυρεωτικά, την Απεργία της Σερίφου, τα Αθεϊκά του Βόλου και καταλήψεις, που άλλωστε αποτελούν την αυθαίρετη προαιώνια πρακτική που γέννησε την ιδιοκτησία στον πλανήτη, ως κινηματική παράμετρος στα εργατικά και αγροτικά επαναστατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ως βιωματική στην εναλλακτική δραστηριότητα ελεθεριακών, αναρχικών και αυτόνομων στο Δυτικό  και τον Τρίτο Κόσμο από την δεκαετία του 1960, αλλά και ειδικότερα τις καταλήψεις στην Ελλάδα, που έφτασαν με την γνωστή χρονοκαθυστέρηση την δεκαετία του 1970, και ακόμη, του κόσμου τα κινήματα και τις κινητοποιήσεις.

Kronstadt demonstration 1917

Πώς μπόρεσε η συναρπαστικότητα που υπήρχε στην συνείδηση ενός κοινού εγχειρήματος να μετασχηματιστεί στη δυσφορία του να είμαστε μαζί; αναρωτιόταν ο Ραούλ Βανεγκέμ για Το Αληθινό Σχίσμα στην [Καταστασιακή] Διεθνή, η οποία παρά την διάλυσή της έφτασε πολύ μακριά, όπως και οι πρόγονοι και συγγενείς της, η Διεθνής των Πειραματικών Καλλιτεχνών Cobra, το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους, η Λετριστική Διεθνής και βέβαια η πρακτική της μεταστροφής που καθιέρωσαν, η εκτροπή και οικειοποίηση του νόηματος ενός καλλιτεχνικού έργου μέσω της αισθητικής του αλλοίωσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Με την ευκαιρία, το λήμμα για τον Μάη του 1968, εκτός από τα βασικά, δεν ξεχνά και την ελληνική συμμετοχή αλλά και τους κατοπινούς πολιτικούς αστέρες και διανοούμενους που «σπούδαζαν» στο Παρίσι για να …πικάρουν το χουντικό καθεστώς, ενώ αργότερα εξαργύρωσαν ψηφοθηρικά την ωραία τους θητεία, εγκαταλείποντας την επαναστατική γυμναστική και κεφαλοποιώντας τον Μάη σε πολιτικό προσόν.

Barcelona 1936.

Ο ελευθεριακός κόσμος που ονειρευτήκαμε αντικαταστάθηκε από μια πραγματικότητα όπου η δουλικότερη υποταγή εκθειάζεται ως αρετή, τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα καταργούνται, ολόκληρη η κοινωνική ζωή περιστρέφεται γύρω από κομισάριους και βασανιστές. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις όπου ένα ανθρώπινο ιδανικό διαστρέφεται σε τέτοιο βαθμό, το μόνο γιατρικό είναι η αναγέννηση του μέσα στο μεγάλο ρεύμα ευαισθησίας που το γέννησε, η επιστροφή στις αρχές που του επέτρεψαν να σχηματισθεί. Είναι στον ίδιο ορίζοντα αυτής της πορείας που σήμερα, επιτακτικότερα από ποτέ, ξεπροβάλει ο αναρχισμός και μόνο αυτός [Αντρέ Μπρετόν, 1952].

Ένα από τα τελευταία λήμματα του πρώτου αυτού τόμου αφιερώνεται στον Νίκο Μπαλή, τον ακάματο, πολυτάλαντο ηθοποιό, μεταφραστή, γραφίστα, εκδότη, δράστη εντός Διεθνούς Βιβλιοθήκης επί Χούντας, που, όπως θυμάται ο Ευγένιος Αρανίτσης,  του αφηγήθηκε κάποτε το περιστατικό της πρώτης του επαφής με κύκλους αναρχικών…άκουγε συνεπαρμένος το κουβεντολόι τους, εξ υποθέσεως ασυμβίβαστο, εντούτοις, με οιουδήποτε είδους οπτιμισμό. Δεν χρειαζόταν μεγάλη οξυδέρκεια για να καταλάβεις ότι το αναρχικό σχέδιο είχε εκ των προτέρων καταδικαστεί σε αποτυχία. Ο Μπαλής τους ρώτησε απερίφραστα αν έτσι είχαν όντως τα πράγματα. Φυσικά! του απάντησαν αυτοί, δεν υπήρχε καμία ελπίδα – το παραδέχτηκαν. Ε, τότε, θα ήθελε να συμμετάσχει κι εκείνος, είπε…

11354d06a7a

Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014, 520 σελ.

Στις εικόνες: Η Δοκιμή, Η Εμπειρία, Animal Liberation Front, R.W. Emerson σε συνέλευση, Πλάτων Δρακούλης, Murray Bookchin, Henry David Thoreau, Louise Michel, Lola Iturbe, Λαύριο, Σέριφος 1916, Panait Istrati, William Morris, Brook Farm του R.W. Emerson, Φορτίνο Σαμάνο, υπολοχαγός του Σαπατιστικού Στρατού, καθώς καπνίζει αγέρωχος το τελευταίου του τσιγάρο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχοντας καθαρή συνείδηση και εκπληρωμένο χρέος προς την Μεξικανική Επανάσταση, Τhe Living Theatre [San Francisco 1969], Julian Beck – Judith Malina, Νικόλας Άσιμος, Eros + Massacre, Marina Ginesto – Ισπανία, 1937, Κροστάνδη 1917, Βαρκελώνη 1936, Κάποτε σε κάποιον Νότο.

01
Ιολ.
15

Pierre Rosanvallon – Η κοινωνία των ίσων

ex_ROSANVALLON

Το σύνθημα της ισότητας ηχεί πλέον σαν κενό κέλυφος. Η ιδέα της ισότητας έχει γίνει μια απόμακρη θεότητα· εκφράζεται ως αρνητικό ξόρκι, ως έκκληση να μειώσουμε τις ανισότητες, χωρίς να σκιαγραφεί την θετική εικόνα ενός επιθυμητού κόσμου. Από την άλλη εκπίπτει ο δημοκρατικός βίος καθώς τον σέρνουν οι δαίμονες της ταυτότητας και της ομοιογένειας. Πόσες σημασίες, πόσα διαφορετικά περιεχόμενα, πόσες εκδηλώσεις περιλαμβάνει τελικά η έννοια της ισότητας; Γιατί σήμερα, ενώ όλοι καταγγέλλουμε τις ανισότητες, την ίδια στιγμή τις ανεχόμαστε σιωπηρά; Γιατί, ενώ απορρίπτουμε την σύγχρονη μορφή της κοινωνίας, αποδεχόμαστε όλους τους μηχανισμούς που την παράγουν; Μπορεί η κοινωνική δυσαρέσκεια, που είναι πλειοψηφική, να συνδυάζεται με μια πρακτική παθητικότητα απέναντι στο γενικό σύστημα των ανισοτήτων;

Ποτέ άλλοτε δεν έχουμε μιλήσει τόσο πολύ γι’ αυτές τις ανισότητες, έχοντας κάνει ταυτόχρονα τόσο λίγα για να τις μειώσουμε. Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη αντίφαση που θα πρέπει να διερευνηθεί. Μια αντίφαση που αντικατοπτρίζει το χάσμα το οποίο έχει ανοιχθεί ανάμεσα στην πρόοδο της δημοκρατίας – καθεστώτος και την υποχώρηση της δημοκρατίας – κοινωνίας. [σ. 13]

tocqueville

Στην Επινόηση της Ισότητας [Α΄ μέρος] επιχειρείται ένα πλήρες οδοιπορικό στην ιστορία της έννοιας της ισότητας, στα σπάργανα της καθιέρωσής της. Η Αμερικάνικη και η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξαν την φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων και την κατάργηση κάθε ανισότητας και ιεραρχίας, συνεπώς και όλων των προνομίων των ανώτερων τάξεων. Έτσι η ισότητα οριζόταν ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων και όχι ως αίτημα οικονομικής εξίσωσης. Όλοι θα είχαν ίδια δικαιώματα, καθώς και τα απαραίτητα μέσα για να είναι ανεξάρτητοι και αυτόνομοι. Η καθολική ψήφος υπήρξε βέβαια κομβικό σημείο της νέας αυτής σημασίας. Για τον Τοκβίλ, «τα βαθύτερα και ευρύτερα πνεύματα της Ρώμης και της Ελλάδας δεν μπόρεσαν ποτέ να φθάσουν στην τόσο γενική αλλά και συνάμα τόσο απλή αυτή ιδέα της ομοιότητας των ανθρώπων. Χρειάστηκε να έλθει ο Ιησούς Χριστός για να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι όλα τα μέλη του είδους τους ήσαν εκ φύσεως όμοια και ίσα». Φυσικά επρόκειτο για ισότητα κυρίως πνευματική, χωρίς σύνδεση με κάποια κοινωνική ή πνευματική προοπτική.

Ο Ροζανβαλόν διατρέχει όλες τις παραμέτρους αυτής της πρώιμης μορφής ισότητας, από τις αμφισημίες της φυσικής ισότητας και την δουλεία ως αρχετυπική μορφή της άνισης σχέσης μέχρι την ισότητα της αγοράς αλλά και τον ευρύτερο κόσμο της κοινότητας των πολιτών που συμμετέχοντας σε συνελεύσεις και γιορτές αποκτούν για πρώτη φορά το αίσθημα μιας διευρυμένης ύπαρξης. Απαραίτητη βέβαια είναι και η βασική άρση μιας παρανόησης: Όταν ισχυρίζονταν ότι ο λαός έπρεπε να είναι η «πηγή κάθε πολιτικής εξουσίας» αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι καλούσαν έτσι τις μάζες να παρεμβαίνουν άμεσα στο πολιτικό πεδίο και να καθορίζουν με την ψήφο τους τούς προσανατολισμούς της χώρας. Στην Αμερική, όπως και στην Αγγλία, αυτή η διατύπωση είχε θεμελιωδώς «φιλελεύθερη» σημασία. Η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας είχε κυρίως μια αρνητική διάσταση: υπενθύμιζε στη βασιλική εξουσία ότι ήταν υπηρέτης και όχι κύριος, ότι η εξουσία της ήταν αυστηρά περιορισμένη και καθοριζόταν από την εκπλήρωση του ηθικού της καθήκοντος… [σ. 73]

10015_Robert-Owen-New-Harmony-Indiana-1838.

Η επιθυμητή κοινωνική ισότητα ακυρώθηκε από την Βιομηχανική Επανάσταση και την άνοδο του καπιταλισμού. Η διαίρεση σε πλούσιους και φτωχούς έγινε ακόμα πιο βαθιά. Βρισκόμαστε ήδη στις ασθένειες της ισότητας [Β΄ μέρος]. Με ποιους τρόπους επιχείρησαν οι άρχουσες τάξεις να δικαιολόγησουν τις ανισότητες; Ποιες επιστημονικές θεωρίες τις «νομιμοποίησαν; Πώς επιστήμες όπως η φρενολογία παρείχαν απαραίτητα θεωρητικά και πρακτικά υπόβαθρα;  Ο συγγραφέας εξετάζει την ιδιαίτερη περίπτωση του Robert Owen και των βιομηχανικών χωριών του, ενός κοινοτικού κόσμου με απόλυτα οργανωμένη ζωή, που απέβλεπε στην διασφάλιση της αρμονίας και της αφθονίας, αλλά και το εγχείρημα της Νέας Αρμονίας [New Harmony]. H ιδέα ενός κοινοτικού κόσμου συγκεκριμενοποιήθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε από τον Ένγκελς, με τον όρο Κομμουνισμός και διαδόθηκε από τον Cabet, με το βιβλίο του Ταξίδι στην Ικαρία [Voyage En Icarie]. Ο ουτοπικός σοσιαλισμός και η κομμουνιστική ιδέα μόλις άρχιζαν, ορίζοντας από την αρχή την ιδέα της ισότητας. Η σοσιαλιστική κοινωνία εμφανιζόταν ως η μόνη δυνατή κοινωνία για την επίτευξη της ισότητας.

Η κομμουνιστική ιδέα στις διάφορες εκφράσεις της βασιζόταν στην προοπτική αποατομικοποίησης του κόσμου. Μόνο με αυτό τον όρο μπορούσε να οραματιστεί έναν κόσμο που θα είχε εξαλείψει ριζικά τον ανταγωνισμό. Η ισότητα αποκτούσε λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες, την όψη της ομοιογένειας, της ταυτότητας. Αλλά εδώ έγκειται η σημασία της βαθιάς κατανόησης του νοήματος και της έκτασης αυτής της αποατομικοποίησης. Δεν εκφράζει μόνο την αναγνώριση του πρωτείου του συλλογικού. Στηρίζεται κατά βάθος σε μια ανθρωπολογία της εξάλειψης των διαφορών, που οδηγεί σε μια κυριολεκτική ερμηνεία της έννοιας της ομοιότητας. [σ. 144]

uc11c

Η ιδέα της ισότητας πλήγηκε ανεπανόρθωτα με τον «καταστατικό ρατσισμό» και την διάκριση σε «αυτούς» και «εμάς». Η επινόηση του διαχωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε καθοριστική. Ο Νότος, διαπιστώνοντας την αποτυχία του να οργανώσει νομικά ένα σύστημα κυριαρχίας μετά την δουλεία, θα στραφεί στη βία. Ακολούθησε ένας αληθινός εκβαρβαρισμός του πολιτικού και κοινωνικού βίου. Οι μαύροι αποβλήθηκαν οριστικά από κάθε μορφή αξιοπρεπούς ζωής. Ο ρατσισμός επανέφερε μια ισότητα αριστοκρατικού τύπου, αποκλειστικά μεταξύ λευκών. Ο Ρουσσώ είχε ήδη επισημάνει ότι η αριστοκρατία παραδέχεται μόνο συλλογικά δικαιώματα, και όχι ατομικά. Εθνοπροστατευτισμός, συντηρητισμός, ξενοφοβία, αποικιοκρατία περικύκλωσαν και βραχυκύκλωσαν την ισότητα. 

Ο 20ός αιώνας είναι σαφώς Ο αιώνας της αναδιανομής [Γ΄ μέρος].  Αναδιανέμεται ο εισόδημα, καθιερώνεται το ασφαλιστικό σύστημα και η συλλογική ρύθμιση της εργασίας. Τα μεγάλα εργατικά και σοσιαλιστικά κινήματα διατυπώνουν σαφή αιτήματα ισοτήτων. Ο πόλεμος οδηγεί στην εθνικοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ιδιωτικές δραστηριότητες καθορίζονται ευρέως από συλλογικές υποχρεώσεις. Ανάμεσα στην οικογένεια και την πατρίδα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε. Αυτή η αναγκαστική απλούστευση του κοινωνικού βίου και η συγκρότηση του έθνους σε μια άμεσα αισθητή κοινότητα αγώνα και δοκιμασίας θεσμοθετούν πρωτόγνωρες μορφές αλληλεγγύης. Αν ο πόλεμος δεν σας σκότωνε, σας έκανε να σκέφτεστε, είπε ο George Orwell.

Rousseau 3

Το ναζιστικό καθεστώς οδήγησε στις πιο τερατώδεις μορφές ρατσιστικού εθνικισμού και νομιμοποίησε τη δράση του στο όνομα μιας διαστρεβλωμένης ερμηνείας της ισότητας. Οι έννοιες – κλειδιά που ένωσαν την πολιτική του φιλοσοφία με την κοινωνική του θεωρία ήταν ακριβώς η ταυτότητα και η ομοιογένεια. Για τον Carl Schmitt η δημοκρατία έπρεπε να οριστεί ως έκφραση και πρόταξη μιας συλλογικής ταυτότητας. Το ιδανικό ήταν επομένως η επιδίωξη μιας ομόφωνης έκφρασης, η έκφραση του λαού ως Ενός. Η πολιτική δύναμη μιας δημοκρατίας, έγραφε, εκδηλώνεται με την ικανότητά της να απομακρύνει ή να κρατάει μακριά τον ξένο και τον μη όμοιο, εκείνον που απειλεί την ομοιογένεια.

Η μεγάλη μεταστροφή [Δ΄μέρος] χαρακτηρίζει την δεκαετία του 1980. Οι θεσμοί της αλληλεγγύης υφίστανται μια οριακή συστημική και ηθική κρίση. Έπειτα από έναν αιώνα ο εθνο – προστατευτισμός και η ξενοφοβία εμφανίζονται ξανά, με μια ανησυχητική πολιτική μορφή. Για μια ακόμη φορά οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έννοια του κοινού με υπεραπλουστατευτικό τρόπο, ως αρνητική ενότητα. Υποχωρεί ο ατομικισμός της καθολικότητας, που διεκδικούσε ίδια δικαιώματα για όλους και εμφανίζεται ο ατομικισμός της μοναδικότητας, όπου καθένας επιδιώκει να διακρίνεται από τους άλλους. Η διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι αβυσσαλέα. Ο νεοφιλελευθερισμός μισεί την ιδέα του κράτους πρόνοιας και προτάσσει την μορφή του καταναλωτή και το ιδεώδες του ανταγωνισμού. Η υποταγή στους νόμους της αγοράς αποτελεί μονόδρομο.

homage-to-catalonia-us-1952

Τι προτείνεται λοιπόν για την Κοινωνία των ίσων [Ε΄μέρος]; Οι ανισότητες δεν επηρεάζουν μόνο τους λιγότερο προνομιούχους αλλά έχουν επιζήμιες συνέπειες για όλους. Ο Ρουσσώ είχε τονίσει ήδη αυτό το σημείο στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και στις Εξομολογήσεις. Η ανισότητα, όπως είχε δείξει, βιώνεται πάντα συλλογικά και παράγει αποτελέσματα που διαβρώνουν όλη την κοινωνία. Σε πολλά κείμενά του ο George Orwell εξέφρασε την προοπτική της αταξικής κοινωνίας μαζί με την ιδέα της κοινής αξιοπρέπειας. Στο βιβλίο του Φόρος τιμής στην Καταλονία αποδίδει την ατμόσφαιρα χειραφέτησης και αδελφοσύνης στην Βαρκελώνη του 1936· γράφει για τον «αέρα της ισότητας, σ’ έναν κόσμο όπου όλοι ήταν ίσοι, το χρήμα δεν ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων, και όπου κανένας δεν έγλειφε κανέναν άλλο. Για την τεράστια πλειονότητα των ανθρώπων ο σοσιαλισμός σημαίνει μια κοινωνία χωρίς τάξεις ή δεν σημαίνει τίποτα.

Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στις διαδικασίες και τους θεσμούς αντιπροσώπευσης ή στην ενίσχυση του κράτους πρόνοιας· απαιτεί μια καθημερινή εδραίωση της ισότητας ως σχέσης, που επιθυμεί την μοναδικότητα των ανθρώπων, οι οποίοι με την σειρά τους συνδέονται με δεσμούς αμοιβαιότητας και κοινού βίου. Έννοιες όπως διανεμητική δικαιοσύνη, ισότητα ως σχέση, μοναδικότητα, αμοιβαιότητα, κοινότητα, συμφέρον, αλτρουισμός,  συμμετοχή, γενική οικονομία της ισότητας καλούνται να αποτελέσουν όχι μόνο γοητευτική θεωρία αλλά και πράξη για μια κοινωνία πραγματικής αλληλεγγύης. Το πνεύμα της ισότητας δεν μπορεί παρά να είναι επαναστατικό.

rosanvallon

Η γραφή του Ροζανβαλόν [γεν. 1948] είναι πυκνή αλλά ευκρινής, καθώς προτιμά τον ξεκάθαρο ιστορικό και κοινωνιολογικό λόγο και σαφείς φιλοσοφικές και πολιτικές προτάσεις. Ο συγγραφέας υπήρξε αγωνιστής στην πολιτική και συνδικαλιστική δράση, έγραψε ήδη το 1976 βιβλίο για την Εποχή της Αυτοδιαχείρισης και αναδείχτηκε ως ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της «δεύτερης Αριστεράς». Το 1978 στράφηκε από την ενεργό πολιτική δράση στην πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία, συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τους Κορνήλιο Καστοριάδη και Κλωντ Λεφόρ, αλλά συνεχίζει μέχρι σήμερα να παρεμβαίνει στην πολιτική ζωή, ενώ ίδρυσε και την Δημοκρατία των Ιδεών, ένα πολιτικό φόρουμ που οργανώνει συζητήσεις και εκδίδει σειρά βιβλίων πολιτικών και κοινωνικών παρεμβάσεων.

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, σελ. 345  [La Société des égaux, 2001].

Στις εικόνες: Αlex de Toqueville, συγγραφέας του βιβλίου Η δημοκρατία στην Αμερική, ένα σχέδιο της Νέας Αρμονίας του Robert Owen, Jean Jacques Rousseau και δυο από τα αναφερόμενα βιβλία.

28
Ιον.
15

Σερζ Λατούς – Κορνήλιος Καστοριάδης. Ριζοσπαστική αυτονομία

ªøÛäéï 1

Το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους διαφορετικούς για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. […] Είναι αναγκαίο κυρίως να βγούμε από την ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.  

….έγραφε ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο κείμενό του La montée de l’ insignifiance  [Η άνοδος της ασημαντότητας] το 1996. Αν η ανάπτυξη δεν είναι παρά μια θρησκευτική πίστη και η οικονομική μεγέθυνση μια φαντασιακή κοινωνική σημασία, για να διαφύγουμε, να καταργήσουμε ή να υπερβούμε αυτές τις έννοιες πρέπει να αλλάξουμε το φαντασιακό. Η οικοδόμηση μιας κοινωνίας αποανάπτυξης περνάει αναγκαία από την αποαποικιοποίηση του φαντασιακού μας. Έτσι ορίζεται και το υπέρτατο ζητούμενο: η έξοδος από την ακυβέρνητη υπερνεωτερική κοινωνία της κατανάλωσης και του θεάματος.

26615826_99c3b7d6fd_b

Η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται εξαρχής από δυο κοινωνικές φαντασιακές σημασίες: από τη μια η σημασία της απεριόριστης επέκτασης μιας δήθεν «ορθολογικής» κυριαρχίας πάνω στη φύση και τους ανθρώπους, από την άλλη η σημασία της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, δηλαδή του δημοκρατικού, χειραφετητικού, επαναστατικού προτάγματος. Ο Καστοριάδης έχει καταγγείλει απερίφραστα την απάτη αυτού που αποκαλούμε «υπαρκτή ανάπτυξη»: η «ανάπτυξη» είναι η ανάπτυξη καπιταλιστικού τύπου: ούτε υπήρξε ούτε ξέρουμε μέχρι τώρα άλλη ανάπτυξη.

Πώς θα βγούμε από την κοινωνία της κατανάλωσης; Η κοινωνία της αποανάπτυξης όπως και η αυτόνομη κοινωνία του Καστοριάδη δεν μπορεί να συλληφθεί χωρίς έξοδο από τον καπιταλισμό. Αλλά αυτή η έξοδος δεν αποτελεί ένα κούφιο, φθαρμένο σύνθημα, ούτε περιγράφει μια πολύπλοκη ιστορική διαδικασία. Η εξόντωση των καπιταλιστών, η απαγόρευση ατομικής ιδιοκτησίας κλπ. κλπ. θα βύθιζαν την κοινωνία στο χάος, θα οδηγούσαν σε ακραία τρομοκρατία. Επανάσταση δεν σημαίνει ούτε εμφύλιο πόλεμο ούτε ποταμούς αίματος. Η επανάσταση είναι πρώτα και κύρια πολιτισμική. Ήδη από το 1973 ο Καστοριάδης στην εισαγωγή της Γραφειοκρατικής κοινωνία όριζε την επανάσταση ως ξερίζωμα των διάφορων απαρχαιωμένων μορφών κοινωνικής ζωής. Πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα ότι η μόνη σκοπιμότητα της ζωής είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε περισσότερο – ιδέα παράλογη και συγχρόνως ταπεινωτική. Πρέπει να καταστρέψουμε τα αποτελέσματα της αποικιοποίησης του φαντασιακού, να διαδώσουμε την προφανή ιδέα ότι όλοι οι λόγοι που γεμίζουν καθημερινά τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση έχουν σχεδόν μηδαμινή σημασία…

ecuador_2384946b

Η αποκήρυξη της διαφημιστικής επίθεσης είναι η αρχή μιας αντεπίθεσης για την έξοδο από τον «καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό»· το ίδιο και η αντίσταση σε κάθε υπόγεια πειθώ. Και φυσικά η παιδεία έχει μέγιστο ρόλο στην απεξάρτηση των εθισμένων καταναλωτών, στην μαθητεία στον αυτοπεριορισμό. Κανείς δε γεννιέται πολίτης. Και πώς γίνεται; Μαθαίνοντας να είναι. Η οικογένεια, η γλώσσα, η θρησκεία των ανθρώπων δεν μετασχηματίζονται με νόμους, ούτε με τρομοκρατία. Όλες οι απόπειρες ριζικής αλλαγής τρόπου σκέψης και ζωής που επιβλήθηκαν δια της βίας είχαν τρομακτικά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει και με τους οικολόγους, από τους οποίους κανείς δεν ζητά να συγκροτηθούν σε κόμμα, το ίδιο ισχύει και για όσους υποστηρίζουν την αποανάπτυξη: μπορεί κανείς να συμμετέχει στην ιστορική αυτή κίνηση, «όχι με το να γραφτεί σε ένα κόμμα και να ακολουθεί δουλοπρεπώς τις διαταγές ή βάζοντας την υπογραφή του σε κείμενα διαμαρτυρίας, αλλά δρώντας ως πολίτης».

Το πρόταγμα της δημιουργίας μιας κοινωνίας που κυβερνάται αμεσοδημοκρατικά αποτελεί μια απτή ουτοπία. Η θέσμιση της κοινωνίας είναι θέσμιση κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που προδίδει νόημα σε καθετί που παρουσιάζεται εντός μιας κοινωνίας (θεοί, Θεός, πόλις, πολίτης, έθνος, κράτος, κόμμα, χρήμα, ταμπού, αρετή, αμάρτημα). Για αιώνες κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η κοινωνική θέσμιση μπορεί να αμφισβητηθεί και να αλλάξει.  Στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες την θέση τους πήρε η «οικονομία».

3-couverture

Δεν υπάρχει μόνο η μη αντιστρεπτή κατασπατάληση του περιβάλλοντος και των μη ανανεώσιμων πόρων. Υπάρχει επίσης και η ανθρωπολογική καταστροφή των ανθρώπινων όντων, που μετασχηματίζονται σε παραγωγικά και καταναλωτικά ζώα, σε αποκτηνωμένους τηλεθεατές του ζάπινγκ.

Στη σκέψη του Καστοριάδη η αυτονομία, η δημοκρατία και η φιλοσοφία έχουν κοινό θεμέλιο: την αμφισβήτηση της ετερονομίας. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για την αυτονομία. Μόνο μέσω της ατομικής συμμετοχής όλων στις αποφάσεις που τους αφορούν μπορεί να σπάσει το φαντασιακό της άρρωστης κοινωνίας. Γι’ αυτό η απόρριψη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως και στον Ρουσσώ, είναι απόλυτη. Η αντιπροσώπευση είναι μια αρχή ξένη προς τη δημοκρατία. Από τη στιγμή που υπάρχουν μόνιμοι αντιπρόσωποι, η πολιτική εξουσία, δραστηριότητα και πρωτοβουλία έχουν αφαιρεθεί από το σώμα των πολιτών για να ανατεθούν στο περιορισμένο σώμα των αντιπροσώπων – οι οποία θα τις χρησιμοποιήσουν με κάθε τρόπο ώστε να στερεώσουν τα θέση τους ναι να δημιουργήσουν συνθήκες για να επηρεάζουν την έκβαση των προσεχών εκλογών.

kastoriadis

Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας απαιτεί τη συμμετοχή όλου του πληθυσμού. Μια από τις πιο θεμελιώδεις ρήξεις με την παράδοση του εργατικού κινήματος είναι ακριβώς η καταστροφή της ιδέας του ενός επαναστατικού υποκειμένου που ταυτίζεται με μια τάξη. Η επανάσταση αφορά όλη την κοινωνία.

Ο Λατούς, μεταξύ άλλων ένας από τους σημαντικούς θεωρητικούς της αποανάπτυξης, παρουσιάζει με πυκνό πλην ευσύνοπτο τρόπο τους βασικούς πυλώνες της καστοριαδικής σκέψης όσον αφορά την αυτονομία και την αποανάπτυξη, που υπήρχε ως έννοια και σημασία στο έργο του παρόλο που ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται πολύ μεταγενέστερα. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνεται μια επιλογή κειμένων του Καστοριάδη κι ένα σύντομο απόσπασμα μιας συζήτησής του με την συντακτική επιτροπή του περιοδικού Esprit, το 1979, όπου καταγγέλλει την ψευδαίσθηση των προκατασκευασμένων συνταγών για τις ιδανικές κοινωνίες.

Εκδόσεις των συναδέλφων, μτφ. Θοδωρής Δρίτσας, Κώστας Σπαθαράκης, σελ. 92 [Serge Latouche, Cornelius Castoriadis ou l’ autonomie radicale, 2014].

Στις εικόνες: Ένας υπο-ανάπτυκτος κι ένα μικρό κορίτσι στο Εκουαδόρ που πίνει νερό με πετρέλαιο, ευγενή χορηγία της Texaco. Εγγυημένος θάνατος πριν την εφηβεία.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 188.

26
Ιον.
15

Ένεκεν, τεύχος 35 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015)

Cover 35Front

Φράνκο, δικό σου είναι το κτήμα, το σπίτι, το άλογο, το όπλο. Δική μου είναι η αρχαία φωνή της γης. Εσύ μένεις με όλα αυτά και με αφήνεις γυμνό να περιφέρομαι στον κόσμο. Εγώ όμως σε αφήνω χωρίς μιλά… Χωρίς μιλά! …έγραφε το 1942 ο León Felipe, ο «πιο αντιπροσωπευτικός συγγραφέας του πόνου και της θλίψης»,  απευθυνόμενος στον δικτάτορα Franco κι εμείς το διαβάζουμε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο για τον εμφύλιο στην Ισπανική Λογοτεχνία, δια χειρός Μαρίας Μαρκοπούλου. Εξετάζονται τα περιοδικά που συνεχίζουν να δημοσιεύουν έργα των χιλιάδων εξόριστων εσωτερικού και εξωτερικού, οι συγγραφείς που συνεχίζουν να γράφουν παρά την επέμβαση της σκληρής λογοκρισίας από την πλευρά του κράτους, με μηχανισμούς φασιστικής νομοθεσίας, από την πλευρά του στρατού και από την καθολική εκκλησία, τα είδη που ευδοκιμούν, οι ιδιαίτερες περιπτώσεις των Max Aub, Francisco Ayala, Arthro Serrano Plaja, Juan Gil Albert κ.ά.

LEON FELIPE

Ένα άλλο ιδιαίτερο άρθρο υπογράφεται από την Ελένη Αβραμίδου και αφορά τον Πάμπλο Νερούδα και τα ταξίδια του στην Κίνα [1951, 1956]. Ο ποιητής εντυπωσιάστηκε από τη νυχτερινή Σαγκάη – Οι κακόφημες πόλεις ελκύουν όπως οι φαρμακερές γυναίκες. Βέβαια ήταν μεσοβδόμαδο, τα μπαρ ήταν άδεια και οι τεράστιες πίστες τους μάταια περίμεναν τους ξεχασμένους χορευτές. Μαζί με τον φίλο του επισκέφτηκαν μερικά ακόμα μέρη της απώλειας και χάθηκαν στο πηχτό σκοτάδι του λιμανιού. Το επόμενο ταξίδι έγινε μαζί με τον Ελία Έρενμπουργκ: ταξίδεψαν με τον υπερσιβηρικό – «παρόμοιο με καράβι που έπλεε στην ξηρά και στον απέραντο και μυστηριώδη χώρο», με αεροπλάνο ως το Ουλάν Μπατόρ και στη συνέχεια στο Πεκίνο. Ο Νερούδα γνώρισε τον Ρώσο συγγραφέα από το Παρίσι, όταν, εκλεγμένος γερουσιαστής με τους κομμουνιστές, έφυγε περιπετειωδώς από την δικτατορία της χώρας του με το διαβατήριο του Γουαμαλτέκου συγγραφέα Μιγκέλ Άνχελ Αστούρας· εκεί του είπε: Είμαι ο ποιητής Πάμπλο Νερούδα και σύμφωνα με την αστυνομία είμαστε στενοί φίλοι. Βεβαιώνουν ότι ζω στο ίδιο κτίριο με σας. Αφού πρόκειται να με εκδιώξουν από τη Γαλλία εξαιτίας επιθυμώ τουλάχιστο να σας γνωρίσω….

soviet-writer-ilya-erenburg-3rd-left-chilean-poet-pablo-neruda-and-B9R9J2

Μολονότι βαθιά πατριώτης και Σοβιετικός, ο Έρεμπουργκ έβλεπε με πολύ σκεπτικισμό όσα συνέβαιναν στη χώρα του, ενώ ο Νερούδα ως νεοφώτιστος στην μεγάλη επανάστασης έβλεπε μόνο άσχημες λεπτομέρειες. Αργότερα θα παραδεχτεί πως ο Έρεμπουργκ είχε δίκιο, καθώς σύντομα θα αποκαλυπτόταν η απεραντοσύνη της τραγωδίας. Κάπως έτσι είδαν και την Κίνα: αρχικά παρατηρούσαν κάποιες περίεργες  λεπτομέρειες του συστήματος· ήταν νωρίς να διαισθανθούν τι θα έφερνε το μέλλον. Το δεύτερο ταξίδι έγινε με τον συγγραφέα Χόρχε Αμάδο. Τότε άκουσαν για πρώτη φορά για την πολιτική δίκη με κατηγορούμενους φίλους τους ποιητές. Ένας από αυτούς, ο Άι Τσινγ κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης καταδικάστηκε να καθαρίζει τις δημόσιες τουαλέτες του χωριού στο οποίο είχε εξοριστεί. Κάποια στιγμή του επέτρεψαν να γράφει, αλλά όχι να υπογράφει με το όνομά του, κι έτσι τον καταδικάσανε σε λογοτεχνική αυτοκτονία. Δέκα χρόνια αργότερα, σε ομιλία του στο Σαντιάγο, ο Νερούδα θα καταδικάσει την λατρεία του Μεγάλου Τιμονιέρη.

Mao

Το τεύχος περιλαμβάνει εξαιρετικά πολιτικά κείμενα μιας  τρέχουσας και, τολμώ να πω, απόλυτα τρεχάμενης πραγματικότητας [Γιώργος Γιαννόπουλος – Στον ίσκιο της σημύδας, Πάνος Γκαργκάνας – Κοινωνικοί αγώνες και πολιτική συγκυρία, Παναγιώτης Μαυροειδής – Θα μπορούσαμε να βαδίσουμε αλλιώς;, Yves Dachy – Η επιβίωση του είδους μας: Ένας κοινωνικός αγώνας], ενώ στην ψυχογραφική πτέρυγα μας περιμένουν Αλησμόνητα όμορφες εικόνες. Η ανακάλυψη και η αποδοχή της τέχνης των ψυχωσικών [Παύλος Βασιλειάδης] και Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις [Πέτρος Θεοδωρίδης]. Ο Σταύρος Γεωργέλης, Αναζητώντας δημόσιο χώρο, εξετάζει από κριτική σκοπιά τις αλλαγές στην αντίληψη, την λειτουργία και την νοηματοδότηση του δημόσιου χώρου, χρησιμοποιώντας και την γνωστή βιβλιογραφία των Harvey, Bauman, Κονδύλη, Lyotar, Baudrillard, Jameson κ.ά.

Conferencia de Francisco Ayala en el auditórium del Banco de Granada

Στα λογοτεχνικά δρώμενα του τεύχους, ένα γοητευτικό πεζό της Κάθριν Αν Πόρτερ, Ένας [σ.σ. σπαρταριστός] ιδανικός πρωθυπουργός του Παναγιώτη Ράμμη, κείμενα από τους Δώρα Κουγιουμτζή, Γιώτα Τεμπρίδου, Βασίλη Τσιγαρίδα, Νανά Παναγιωτοπούλου, πολλά ποιήματα κ.ά. Περιττό και να τονίσουμε ότι στις σελίδες κριτικής βιβλίου υπάρχουν βιβλία των οποίων η κυκλοφορία περνάει «απαρατήρητη», ανείδωτη από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και χωρίς αναφορά από τις σχετικές αναφορές του Τύπου – αλλά το τονίζουμε. Το τεύχος συνοδεύεται από δυο ποιητικές συλλογές: Σπύρος Τσακίρης – Ψυχολογία [23 σελ.] και Νίκος Μυλόπουλος – Οι εφτά καινούργιες μέρες [7 σελ.].

Στις εικόνες: León Felipe, Pablo Neruda – Ilya Erenburg και άλλοι ταξιδευτές, Μάο, Francisco Ayala.

[σελ. 240]

21
Ιον.
15

Μπάμπης Αργυρίου – Προτιμώ τα παλιά τους

protimo_ta_palia_toys

Το πρώτο εύρημα μάς βρίσκει στην πρώτη σελίδα: Το Στέκι Φίλων των Όψιμα Ανθισμένων Δημιουργών διοργανώνει μια έκθεση για τους δημιουργούς που καθυστέρησαν να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά. Τα εξώφυλλα των βιβλίων της έκθεσης των late bloomers είναι εύγλωττα: Marquis de Sade, Joseph Conrad, Henry Miller, Raymond Chandler, ενώ ο παρών σκηνοθέτης Jim Sheridan δίνει την δική του εκδοχή. Εδώ είναι που ο Σίμος Μπάνσης, γνώριμός μας από ένα βιβλίο όπου δήλωνε απερίφραστα πως Έχει Όλους τους Δίσκους κάποιων, συλλαμβάνει την ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ για τον αδελφό του Στέφανο, αιφνιδίως αποθανόντα στα μεσο – πενήντα του. Ο τίτλος Ο ανεκτίμητος ακροατής αφορά τόσο την ιδιότητα του πολύτιμου ακροατή όσο και εκείνη που δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Και ποιον αφορά ένα τέτοιο φιλμ; Οποιονδήποτε ανακαλύπτει ότι η μουσική είναι ο κοντινότερος δρόμος προς την έκσταση και γίνεται άμισθος ιεροκήρυκάς της.

jeffrey lee pierce

Ο αφηγητής μας παραμένει ένας πιστός της μουσικής που λάτρεψε, δεν είναι όμως ο ίδιος από την εποχή που άρχισε να ζει αυτή την ατέλειωτη μύηση. Αυτή τη φορά επιθυμεί να ξορκίσει τον θάνατο με τον  αξιότερο (προαναφερθέντα) φόρο τιμής, να ξεπεράσει τον έρωτα που ταυτίστηκε με την Μαρίνα αλλά και να είναι ένας καλύτερος άνθρωπος. Και πως μπορείς να το προσπαθείς όταν στις φλέβες σου κυλάει ας πούμε ο ήχος των Gun Club; Η υπέρβαση των ορίων και τα παιχνίδια με τον θάνατο, εκλαμβάνονταν από πολλούς ως επιταγή του ροκ εντ ρολ. Βέβαια στα τραγούδια είναι εύκολο να μιλάς, στην πραγματική ζωή τι γίνεται; Ο Μπάνσης αδιαφορεί για τους εθισμούς τους οποίους επέλεξε να φορτωθεί ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός εκείνου του συγκροτήματος, ο Jeffrey Lee Pierce· δεν του πέφτει λόγος, άλλωστε ούτε ο ίδιος λογοδοτεί σε κανέναν για τους δικούς του. Αλλά χαλιέται όταν γνωρίζει ότι υπήρξε αυταρχικός και άδικος με τους μουσικούς του, ένας εγωπαθής δικτατορίσκος που ακύρωνε όσα τραγουδούσε. Οι αυταρχικοί του ροκ δεν έχουν θέση στον κόσμο του.

Σε έναν κόσμο όπου οι μισοί προσπαθούν να του πουλήσουν κάτι και οι άλλοι μισοί δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μαζί του, αναζητάει τους ομοίους του κι εκεί θέλει να είναι καλός και να δέχεται την καλοσύνη. Ο καλλιτέχνης δεν απαλλάσσεται· η σχέση με το κοινό πρέπει να είναι καθαρή και τίμια· αν ο μουσικός κοροϊδεύει το κοινό με νοοτροπία σας – έχω – όλους – γραμμένους ή γίνεται μουσικό τζουκμπόξ και παίζει τις παραγγελίες του, τότε δεν τον αφορά. Ο Σίμος θέλει τον καλλιτέχνη γενναιόδωρο με το πιστό κοινό του, να προσπαθεί να επικοινωνήσει, χωρίς να φοβάται και την υπερκόπωση αν παίξει μερικά τραγούδια παραπάνω. «Δεν υπάρχει ιδανική κοινωνία αλλά οι στιγμές επικοινωνίας μεταξύ μουσικόφιλων είναι το κοντινότερο στην ιδανική συμβίωση αγνώστων». Μπορείς να ευχαριστηθείς ερμηνεία ηθοποιού μετά από ρατσιστική δήλωση; Μπορείς να εισπράττεις κρατικές επιδοτήσεις και να γράφεις αντισυστημικά τραγούδια; Εις το εξής η αντιστοιχία λόγων και έργων. Τέρμα το άκου τι τραγουδάω και μην κοιτάς τι κάνω. 

Joe Strummer, died 50

Ποιος είναι ο εξωτερικός κόσμος του Μπάνση και ποιες γυναίκες προσκαλεί, όταν η ερωτική ζωή τόσων και τόσων εφόσον μοιάζει με την καλλιτεχνική πορεία του Iggy το ’75, δηλαδή σολίστες, με κάποιες εφήμερες συνεργασίες και κανένα reunion κάπου κάπου; Υπάρχουν πάντα οι «τηλεγραμμικές» του, οι πελάτισσες στην Γκρίζα γραμμή τηλεφωνικών συνομιλιών για μοναχικούς· άλλες θα συναντήσει τυχαία, άλλες θα τον διαολίσουν ατυχώς. Αλλά είναι η χήρα του Στέφανου, Στέλλα, που αποτελεί την πλέον πολύτιμη διαλογική του σύντροφο όχι μόνο σε αυτές τις εντός και εκτός αναζητήσεις αλλά και στην δυσκολότερη των απορρίψεων: ο σκηνοθέτης Μάρκος Κοσμίδης, που έψαχνε δραστήριους μουσικόφιλους για να εξιστορήσουν τις εμπειρίες τους από την δεκαετία του 1980 και είχε κινηματογραφήσει τις εξομολογήσεις του Στέφανου, αρνείται να παραδώσει το πολύτιμο υλικό.

Αδικία, επιθυμία αυτοδικίας, οίκτος για τους ανθρώπους που η φύση τούς αρνείται τη χαρά της δημιουργίας, φιλοσοφική αναζήτηση μιας ακριβοδίκαιης απόφασης…ο Σίμος καίγεται. Αν, όπως εξομολογείται η Στέλλα, μια απώλεια μας βάζει μπροστά στο δίλημμα να συνεχίσουμε να ζούμε με έναν απόντα ή να τον ξεριζώσουμε απ’ τη ζωή μας, αν ενοχές δεν μας αφήνουνε να επιλέξουμε το δεύτερο αλλά και η παρουσία του – απουσία του δεν αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο, τότε ένας παραπάνω λόγος να είναι αυτή η ταινία σημαντική: θα συμβολίζει το οριστικό κλείσιμο της πόρτας.

ru17-

Μια δισκοθήκη χτισμένη κομμάτι – κομμάτι θα γίνει ανεμοσκόρπισμα. Αυτή όμως είναι η μοίρα των δισκοθηκών, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την προστασία του ιδιοκτήτη τους. Μένουν τα χαρτόκουτα με τα αντικείμενα του Στέφανου αποτελούν έναν άλλο κόσμο που ξαναβγαίνει στην επιφάνεια κι έχει αμέτρητα να αφηγηθεί. Κουτιά με δίσκους, κασέτες, έντυπα, μαγνητοφωνήσεις, τετράδια, μαγνητοφωνημένοι μονόλογοι: Δεν θα έλεγα ότι το ροκ μου έσωσε τη ζωή κυριολεκτικά αφού δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά την έσωσε μεταφορικά· της έδωσε νόημα, χρώμα, περιεχόμενο, ρυθμό. Εκεί μέσα εξιστορείται μια ολόκληρη ακροαματική ζωή, το πώς έζησε εκείνος κι εμείς και τόσοι άλλοι την μουσική της δεκαετίας του ’70 και του ’80, όλα εκείνα που ακολούθησαν το πανκ. την εποχή «όπου ο χειρότερος νέος ήταν προτιμότερος από τον καλύτερο παλαίμαχο».

Ο Στέφανος θυμάται πώς έφτασε σ’ αυτή τη μουσική, γιατί έμεινε, πώς την έζησε· ανατρέχει στη μουσική που του γνώρισε πολιτική, γεωγραφία, φιλοσοφία. Ήταν μια εποχή όπου κάθε μέρα αγαπούσαμε ένα νέο τραγούδι, κάθε βδομάδα έναν δίσκο, κάθε μήνα έμπαινε στη ζωή μας ένα συγκρότημα το οποίο και αγαπάμε ακόμα. Μακάρι να συναισθανόμασταν τότε πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν και πόσο καλυμμένοι από σπουδαία μουσική. Θυμάται τα έντυπα που διάβασε, ακόμα και τον εγχώριο Ήχο που υπήρξε ένας κάποιος οδηγός. Βέβαια και εδώ είναι πια καιρός να γραφτούν όσα δεν διανοήθηκε κανείς να γράψει αυτά τα χρόνια: για τους κριτικούς που παρουσίαζαν την μπούρδα ως cult αριστούργημα ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συμφέρουσα και για τις δυο πλευρές συνεργασία με την εκάστοτε δισκογραφική, για τον δείκτη δείκτης δυσπιστίας και το τεκμήριο αφερεγγυότητας που πλέον λούζει όλους αυτούς τους υμνητές.

NME13_Aug_88

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, ο ήρωας ζει τουλάχιστον σε δυο κόσμους: από την μία βρίσκεται η «πραγματικότητα», από την άλλη οι εναλλακτικοί κόσμοι στο μυαλό του που σκαρώνονται με παροιμιώδη ταχύτητα για κάθε περίσταση. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την φαντασιακή δημιουργία «παραμύθια για μεγάλους». Αρκεί η ενεργοποίηση της διαβολεμένης του φαντασίας για να βρεθεί στο αλλού, στο άλλοτε και στο αν. Καταστρώνει σενάρια απόλυτα ρεαλιστικά και ενίοτε εξωπραγματικά· θέτει σε λειτουργία «μηχανές», άλλοτε νοσταλγίας, άλλοτε προβολής στο μέλλον. Φτιάχνει λίστες, κατηγοριοποιεί, απολαμβάνει να σκέφτεται λεπτομερώς την δημιουργία ανέφικτων πραγμάτων. Στήνει υποθετικές συνομιλίες, αφηγείται τραγούδια και ξαναφτιάχνει την ιστορία που επιχείρησαν να διηγηθούν οι στίχοι. Στα δύσκολα, παραγγέλνει όνειρα στο υποσυνείδητο.

Φυσικά συνεχίζει να διατυπώνει αμέτρητες ερωτήσεις – το βιβλίο πλημμυρίζει από ατέλειωτες, ερεθιστικές ερωτήσεις που η καθεμιά τους μπορεί να μας ανοίξει ολόκληρες σελίδες που ίσως δεν χώρεσαν στο βιβλίο. Πώς να μετρήσεις την αξία ενός τραγουδιού; Με το άθροισμα των ακροάσεων, την αντοχή στο χρόνο, την γλυκιά μελωδία, τον βαθμό αναστάτωσης που προκαλεί; Μένουμε ασυγκίνητοι από δίσκους επειδή δεν τους αξίζουμε ή επειδή δεν μας αξίζουν; Σε πόσους δίσκους υπολογίζεις το σάουντρακ της ζωής σου; Υπάρχει ροκ εντ ρολ ήθος; Αξίζει να πιστεύει κανείς σ’ αυτό; Αν η δημιουργικότητα είναι ανίατη ασθένεια, υπάρχει άλλος τρόπος να εκτονωθεί η εσωτερική τρικυμία; Γιατί η gothic Americana αγγίζει τόσους μεσογειακούς ακροατές και γιατί οι σκοτεινές ιστορίες του Cave και του Lanegan απέκτησαν φανατικούς ακροατές στη χώρα μας με τη μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας;

 on_the_phone

Οι ανελέητες ανασκαφές εκτείνονται και στον έξω κόσμο. Κάθε φορά που συναντάει πρόσωπα που συντρόφευε στο μακρινό παρελθόν και εκπλήσσεται από το χαμηλό τους επίπεδο αναρωτιέται: άραγε εκείνος άλλαξε, βελτιώθηκε, ομόρφυνε εσωτερικά και αυτοί έμειναν στάσιμοι ή εκείνος παρέμεινε ίδιος κι αυτοί χειροτέρεψαν; Γιατί όταν βρισκόμαστε με φίλους ανοίγουμε συζητήσεις για τα πιο ελαφρά και ταπεινά θέματα;  Όταν σκεφτεί για ένα γκρουπ ότι σταμάτησαν την δημιουργική ενασχόληση εδώ και καιρό, δεν θα είχαν κάθε δίκιο κι εκείνοι να απορήσουν γι’ αυτόν που εδώ και χρόνια σχεδιάζει διάφορα αλλά δεν κάνει τίποτα;

Aθεράπευτος λεξοπαιγνιδιστής και ασίγαστος πιθανολόγος ο Σίμος βαρέθηκε να ανταλλάσει πληκτολόγια και να υποτάσσεται στην ποτοϋπαγόρευση, για να υποκλέψω δυο τυχαία του λογοπαίγνια. Προτιμά να αφήνει τον εγκέφαλό του να στροβιλίζεται σαν δίσκος σ’ εκείνα τα πικάπ που δεν σηκώνουν βελόνα. Οι τίτλοι των κεφαλαίων ενδεικτικοί: Πες στους Morphine ότι ακόμα τους ακούω, Οδηγώ και συσκέπτομαι, Συμφιλιώσου με το σκοτάδι σου, Θα ζήσω άλλη τέτοια μέρα;  Αναζητά κάποιον να λανσάρει ένα πρόγραμμα το οποίο θα μας επιτρέπει ν’ ακούμε όποιο τραγούδι θέλουμε παιγμένο από συγκρότημα δικής μας συναρμολόγησης – ο καθένας θα μπορεί να πειραματίζεται και μερικές εκτελέσεις θα είναι καλύτερες από τις αυθεντικές. Λιγουρεύεται ένα βιβλίο όπου οι ακροατές με τις ιστορίες ζωής των παρευρισκομένων εκείνης της μουσικής, με ξομολογήσεις πως αντιμετώπιζαν τη μουσική τότε και τώρα τι ονειρεύονταν και πόσο μακριά τους έριξε η ζωή, τι δεν πρόδωσαν και για τι μετανιώνουν.

 10570426_10204483486706737_5382996217901939470_n

Στον ύπνο μου είδα εφιάλτη, κάτι που συμβαίνει συχνά. Οι δίσκοι μου έγιναν μιας χρήσης και όποιον άκουγα χαλούσε και δεν ξαναέπαιζε. Το ανακάλυψα μετά από καιρό και αφού χάλασα πολλούς αγαπημένους. Άρχισα να ξαναγοράζω όποιον ήθελα ν’ ακούσω. Η μουσική βιομηχανία έτριβε πάλι τα χέρια της και οι ταμειακές μηχανές τραγουδούσαν χαρμόσυνα. [σ. 61]

Κι αν ο Στέφανος καταρτίζει μια σύντομη ιστορία του ελληνικού ροκ των 80s και θυμάται τους δίσκους που μοιάζουν «με ομαδικές φωτογραφίες όπου εικονίζεται κι αυτός», ο Σίμος φτιάχνει συλλογές για τους φίλους του (άλλοτε υποκατάστατο εκπομπών, άλλοτε εκδηλώσεις αγνής επικοινωνίας, άλλοτε ηχητικά καρτοποστάλ αντί ταξιδιωτικών και άλλων διηγήσεων), δοκιμάζει την πλημμυριστή δημιουργικότητά του στην στιχουργική και ονειρεύεται να γράψει το πανκ remake των Κουρελιών που Τραγουδάνε Ακόμα. Και τελικά αμφότεροι διατηρούν την αίσθηση πως και αυτά τα λίγα ήταν αρκετά για τη ζωή μας.

Entering_Arizona_on_I-10_Westbound

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο στη ζωή του, ο τυχερός κληρονόμος Δημοσθένης, γνωρίζοντας την κοινή τους αγάπη για τους Wipers, του κάνει μια εξωφρενική πρόταση. Καθώς ο Greg Sage σιωπά από το 1999, τι θα έλεγε να πάει στην Αριζόνα και να τον πείσει να ηχογραφήσει δίσκο με δικά του κομμάτια ή διασκευές, σαν Wipers ή με άλλο όνομα, ηλεκτρικά ή ακουστικά, δική του η επιλογή; Τα έξοδα δικά μας, τα έσοδα δικά του. Ιδού η ευκαιρία για τον Σίμο: τα «πείθετρα» είναι καλά, ο αεροδιάδρομος αχανής, οι δρόμοι της Αριζόνα απέραντοι, στο τέλος της διαδρομής μια από τις μπάντες της ζωής μας, το μοναδικό τους space punk, ένας World without fear

Μετά θυμήθηκα μια φράση του Δημοσθένη για τους Wipers, την «προτιμώ τα παλιά τους», και σκέφτηκα ότι το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα συγκροτήματα που ακούμε. Οι πρώτοι δίσκοι τους είναι οι καλύτεροι και οι αγαπημένοι μας. Λίγοι είναι αυτοί που χρειάζεται να κυκλοφορήσουν 2-3 μέτριους δίσκους πριν βγάλουν τους σημαντικούς τους (οι Sonic Youth είναι ένα παράδειγμα), αλλά μετά από δεκαετίας καριέρας κι αυτοί θεωρούνται παλιοί. [σ. 120]

orig_Wipers

Ωραίο δεν ακούγεται; Τα σενάρια γράφονται ήδη στο μυαλό του Σίμου, και στο πρώτο κεφάλαιο πιάνουν πρώτη σειρά τα ευκταία. Θα περιπλανηθεί στην Αριζόνα, θα εντοπίσει το Zeno Studio που έφτιαξε και διακονεί ο Sage, θα τον γνωρίσει, θα τον ξεναγήσει στους χώρους που έζησε, ηχογράφησε και συναυλίασε, θα του μιλήσει για τις εμπνεύσεις που οδήγησαν στα τραγούδια… Κι αυτός με την σειρά του θα του μιλήσει για όσα σκέφτεται ένας πιστός ακροατής του: εσύ είσαι underground από επιλογή ενώ οι περισσότερο εκεί έξω είναι από αδυναμία να σπάσουν το τσόφλι του. Όταν οι πολυεθνικές σου προσέφεραν μακροχρόνια συμβόλαια, εσύ προτίμησες την αυτονομία σου παρά την οικονομική στενότητα, που είναι ισόβια σύντροφός σου. Όταν όλοι έψαχναν δεσμευτική εταιρεία και παραγωγή, εσύ έφτιαχνες με την ησυχία σου τον δίσκο σου, ήδη πολυπαιγμένο στο κεφάλι σου.

… Τώρα που ο κόσμος περιμένει να επιστρέψεις, εσύ αφήνεις τον καιρό να περνάει, αποδεικνύοντας ότι μπορείς να σταματήσεις χωρίς να διψάς απεγνωσμένα για χειροκρότημα. Ίσως αυτός να είναι ο ορισμός του εναλλακτικού….Η δική σου πρέζα είναι ο έρωτας για τον ήχο· η αναζήτηση των χρωμάτων του. Κι αυτό ακούγεται και εκτιμάται. [Αυτή την τελευταία φράση θα ήθελα να την έχω πει κι εγώ σε αρκετούς μουσικούς της λέξης και την νότας.] Χρησιμοποιείς την μουσική σου για να αυτοπυρποληθείς και χρειάζεσαι τους παρευρισκόμενους για μάρτυρες; Και τελικά, μήπως ούτε εσύ ούτε εγώ δεν ανήκουμε στον κόσμο του ροκ, στον παράδεισο των εγωμανών, των φωνακλάδων και των χοντροκομμένων; Κι αν δεν ανήκουμε στο ροκ τότε πού ανήκουμε;

Howe Gelb photo courtesy Fire Records, FireRecords.com

Οι δεκάδες σελίδες του ταξιδιού στην Αριζόνα αποτελούν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα εντός κι εκτός του μυθιστορήματος, μια δρομονουβέλα που δεν θέλεις τα τελειώσει. Αναμένοντας την συνάντηση με τον Greg Sage, ο Μπάνσης περιπλανιέται ως ο ταξιδευτής που υπήρξε και στην μουσική: αναζητά το Φοινικόραμα να δει τι παίζει στην πόλη, ψάχνει τα μουσεία των μουσικών οργάνων και τις συναυλίες, μένει ασυγκίνητος (πληγκινημένος) σ’ ένα λάιβ της Neko Case (που μάλλον θα της πήγαινε περισσότερο μια σύναξη γύρω από τη φωτιά μιας κατασκήνωσης), φεύγει για το Τούσον και την έρημο όπου οι μουσικοί πηγαίνουν για να μυσταγωγηθούν, τριγυρίζει στους δρόμους, στα εθνικάδικα και στα μπαρ, γνωρίζει τον Dan Stuart των Green on Red για μια απροκάλυπτη συζήτηση, συντομογραφεί περίτεχνα τους Giant Sand και το Phoenix του Nick Cave, διαπιστώνει με απολαυστική ειρωνεία τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε σχέση με τις δικές μας πόλεις, βιώνει κάποιες γήινες και φαντασιακές ερωτικές ιστορίες στα αριζονικά δωμάτια και στους διακρατικούς αιθέρες, κοινώς ζει μια ανεπανάληπτη εμπειρία, ανεπανάληπτη επειδή δεν θα επιχειρούσε να την ξαναζήσει, μια από τις εμπειρίες που εκτιμάς περισσότερο αφού γίνουν παρελθόν.

Ίσως εκείνο το μέρος είναι το κατάλληλο για να καταστρωθεί ένας άλλος χάρτης, των προσώπων στη ζωή του, εκείνων που τον έσυραν προσωρινά στο επίπεδό τους, των ωραίων που τον κέρδισαν οριστικά, όσων έμειναν χρόνια κοντά του, των άλλων που μπήκαν για λίγο κι έπειτα χάθηκαν οριστικά. Ίσως η χαρτογράφηση δεν σταματάει ποτέ και οι δρόμοι σχεδιάζονται για να επανατοποθετεί στη ζωή του μένοντας ή φεύγοντας και στο τέλος….φυσικά σταματώ εδώ, καθώς το μυθιστόρημα είναι τόσο κινηματογραφημένο ώστε είναι τουλάχιστον απρέπεια να αποκαλύπτεις τις τελευταίες ….εκατό σελίδες, όχι επειδή θα μαρτυρήσεις την υποτιθέμενη ανατροπή, ή το εκβιασμένο καλό τέλος ή το αληθέστερο μη τέλος, αλλά επειδή τέτοια βιβλία μοιάζουν με παζλ όπου η ζωή του αφηγητή ενώνεται με τα κομμάτια δεκάδων άλλων ζωών και ποιος θα ήθελε ένα παζλ που δεν τελειώνει αργά και απολαυστικά, δημιουργώντας προσμονή για το επόμενο;

181285_10201245644442704_1902228861_n

Άλλωστε ποιος από αυτή την κοινότητα θα διανοούνταν να ακούσει ορισμένα μόνο κομμάτια από ένα δίσκο ή να πρωτοπαίξει τα τελευταία; Πρέπει να ακούσεις δισκογραφίες ολόκληρες για να σου υπενθυμιστεί, όπως γράφει για κάποιον δίσκο των Throwing Muses, πως ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει και αντέξει άλλοι πριν από σένα. Ένα είναι σίγουρο: Η ρουτίνα είναι ύπουλη ερωμένη, μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει. Ώρα να στρίψεις το τιμόνι και να βγεις πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων. 

Ένα πυκνό βιβλίο για το ροκ εντ ρολλ, τους ακροατές ως οργανικό μέλος στο ροκ, εμάς στο ροκ, το ροκ σε εμάς, τον θάνατο, την αναζήτηση, την δημιουργία, εκείνους που μοιράστηκαν, τις κοινότητες που δεν ήταν ορατές αλλά ακούγονταν μια χαρά· ένα βιβλίο ξέχειλο από χιούμορ και ειρωνεία για όσους από εμάς έλαχε να ζούμε τόσες συναρπαστικές εμπειρίες δι’ αντιπροσώπων, όπως βιώνουμε σε αυτή τη μουσική, σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, και που κάποτε καλούμαστε να είμαστε αντάξιοί τους.

1459181_10202595479467736_1675011592_n

Οι δίσκοι μοιάζουν με ντοκουμέντα συνειδητοποίησης της αδυναμίας, καταγράφουν τη σταδιακή μείωση της αισιοδοξίας, είναι σταθμοί στην πορεία προς την τελική συντριβή του δημιουργού τους. Κάθε ροκ δίσκος γράφει στην ούγια με ευανάγνωστα γράμματα τα στοιχεία ταυτότητάς του τη δεδομένη στιγμή. «Τον ηχογράφησα στην εφηβεία, είμαι πολύ σημαντικός, ο κόσμος μου ανήκει». «Ενηλικιώθηκα, αξίζω κι εγώ, δικαιούμαι μια θέση στον ήλιο». «Μεγάλωσα και απέκτησα αυτογνωσία, χαίρομαι που ακόμα μπορώ να ονειρεύομαι». «Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν νέος και αυταπατήθηκα ότι θ’ αφήσω το τεράστιο σημάδι μου στον κόσμο». [σ. 175]

Εκδ. Micbooks, 2015, σελ. 313, με 32 σελίδες με πληροφορίες για όλα τα αναφερόμενα ονόματα και τραγούδια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο γραφής όπως και στο βιβλίο.

Εικονισμένη ζωή εδώ. Έχω όλους τους δίσκους τους, κι αυτοί βρίσκονται ήδη στη δεύτερη έκδοση, εδώ.

Στις εικόνες. 1. Το εξώφυλλο που σιωπηρά συνομιλεί με ένα καθοριστικό εξώφυλλο δίσκου ζωής. 2. Jeffrey Lee Pierce σε στιγμές ζωγραφιστής έκστασης – ο Σίμος θα ήλπιζε και μετάνοιας. Το έργο από εδώ. 3. Joe Strummer των Clash, διαφυγών στα 50, δάσκαλος στα περί των Σαντινίστας 4. Rollin Under, φανζίν των δεκαετιών 1980 και 1990, δημιούργημα του Μπάμπη Αργυρίου. Τέσσερα από τα ονόματα του εξωφύλλου – Go Betweens, Γκουλάγκ, Steppes και….Banshees διαπερνούν σελίδες του βιβλίου. 5. Ο Nick Cave στο New Musical Express [1988], το χάρτινο εφήμερο και εφημεροειδές μας ευαγγέλιο, στέκει ανύποπτος μπροστά στο μέλλον που τελικά είχε. Πάλι δίκιο ο Μπάνσης. Και, αλήθεια, δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα, όταν εκείνος φτάσει στο Φοίνιξ. 6. Ο συγγραφέας στον κόσμο του. 7. Ο συγγραφέας στους ανοιχτούς δρόμους. 8. Η μήτρα τόσων ωραίων συγκροτημάτων 9. Wipers. Χωρίς λόγια. 10. Howe Gelb των Giant Sand, ρόκερ της ερήμου, επίτιμος πολίτης του Τούσον. 11. Ο συγγραφέας μετά την απόσυρση του προηγούμενου οχήματος (βλ. φωτ. 7). 12. Μ.Α.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 187.

16
Ιον.
15

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].

03
Ιον.
15

Ίβο Άντριτς – Τα σημάδια

Andric

Πάει καιρός που το έχω καταλάβει καλά πως δεν θα είχε νόημα και δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς αν η ζωή ήταν έτσι όπως φαίνεται πότε πότε, αν όλα, δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή ήταν μόνο αυτό που λέει τ’ όνομά τους και τίποτ’ άλλο. Πιστεύω πως όσο απλωμένη είναι η ζωή στην επιφάνεια, άλλο τόσο υπάρχει και στο βάθος, έτσι που οι κρυμμένες και αόρατες δυνατότητές της να είναι αμέτρητες φορές περισσότερες από αυτές που βλέπουμε στην επιφάνεια. [σ. 185]

…γράφει ο συγγραφέας σ’ ένα από τα «τετράδια» στα οποία κρατούσε σημειώσεις σε όλη την διάρκεια του βίου του και τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τίτλο Ίχνη στην άκρη του δρόμου. Μια επιλογή κειμένων και αποσπασμάτων από αυτά τα τετράδια περιλαμβάνονται στο βιβλίο μαζί με νουβέλες και διηγήματά του, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος. Στα προσωπικά αυτά γραπτά ο Άντριτς γράφει όλες τις σκέψεις του για την ζωή και την συγγραφή. Και πρώτα για τις ίδιες τις λέξεις, καθώς βρίσκεται πάντα περικυκλωμένος από αυτές όπως ο μελισσοκόμος από τις μέλισσες. Είναι το μόνο υλικό που διαθέτει και καλείται μ’ αυτές τις κοινές λέξεις, τις άστατες και μεταβαλλόμενες, που τις χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος για τις ανάγκες του, να τις κάνει μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.

KULT-andric

Οι λέξεις δεν μπορούν να βγουν με μαγικό τρόπο στο χαρτί· θα παραμείνουν νεκρές, ανέκφραστες. Μόλις όμως έρθουμε σε επαφή με οποιαδήποτε όψη της ανθρώπινης ζωής, εκείνες αποκτούν την θέρμη της και μεταμορφώνονται σε πολύτιμο, υπάκουο μέσο για να εκφράσουν λογοτεχνικές ιδέες. Στην πραγματικότητα οι λέξεις δεν έχουν τέλος, όπως κι ο παθιασμένος αγώνας μας με τις λέξεις και για τη λέξη, αλλά και η δια βίου αναζήτησή μας λέξεων γόνιμων και δημιουργικών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως ακόμα περισσότερο όταν πρέπει να μιλήσει κανείς για τις ίδιες τις λέξεις. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν, μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, σιωπούν ενώ για όλα έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με την σιωπή τους.

Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μου ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει. [σ. 187]

S.Kragujevic,_Ivo_Andric_2

Ο Άντριτς γνωρίζει πως οι λευκές και άγραφες σελίδες στα ημερολόγιο δεν σημαίνουν κενές μέρες· ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, να ήταν δηλαδή το μυαλό μας φορτωμένο με τόσες σκέψεις ώστε να μην μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις ούτε να σημειωθούν με γράμματα. Και οι άδειες σελίδες μιλούν. Γράφει ακόμα για την λήθη που τελικά αυτή είναι που τα λύνει όλα και όχι ο θάνατος· αυτή η λησμονιά του σώματος και του χρόνου είναι ένας άλλος θάνατος αλλά με δικαίωμα στην ελπίδα. Γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι μια επώδυνη αυταπάτη και, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά οι χτύποι της καρδιάς μας. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο. Μιλάει για την ψυχή των παλιών κτισμάτων ιδίως στην Ανατολή – όσο ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα και να είναι. Στην Δύση δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια. Ίσως επειδή, γράφει, στην Ανατολή το πιο εξαίσιο θαύμα και η μεγαλύτερη φρίκη, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι σαφώς καθορισμένα: κινούνται και μετακινούνται συνεχώς. Και όταν ο λόγος έρχεται στις ζωντανές θρησκείες, πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάθεται μακριά και να τις αποφεύγει όσο μπορεί, καθώς αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο: ή να σε υποτάξουν και να σε κάνουν δούλο τους και να τις υπηρετείς ως άβουλο, υπάκουο πλάσμα ή να σε τσακίσουν και να σε συντρίψουν.

Νομίζετε, ίσως, ότι είναι εύκολο κι ευχάριστο να ζει κανείς με καμιά δεκαριά βιβλία που κάποτε έγραψε, σα να ζει με δέκα φαντάσματα, ή μ’ ένα ή δυο ακόμα που θα γράψει, η, μπορεί και να μη γράψει, και που του πίνουν το αίμα και του θολώνουν τον ορίζοντα [σ. 170]

Πανδοχείο Άλλοτε

Ένα μεγάλο μέρος των διηγημάτων επιστρέφει στο αχανές ιστορικό παρελθόν των τόπων του. Έτσι Οι Βελετοβιανοί, ο Μουσταφά ο Ούγγρος και Οι σαράτσηδες συνυπάρχουν με Το όνειρο του μπέη Κάρτσιτς και Δυο σημειώσεις από το ημερολόγιο του Βόσνιου γραμματικού. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να στραφεί σε περισσότερο εσωτερικές ψυχολογικές διαθέσεις κατασκευάζει περίφημα περίκλειστα περιβάλλοντα. Τα σημάδια, για παράδειγμα, εκκινούν από την θανατερή θλίψη των επαρχιακών ξενοδοχείων όπου κάποτε αναγκάστηκε και ο ίδιος ο αφηγητής να διανυκτερεύσει και τώρα επιχειρεί να διαγράψει από την μνήμη του. Εκεί γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα ο οποίος του διηγείται την ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο «καταστράφηκε» από μια καλλιτέχνιδα, την Καταρίνα, καθώς ακολουθούσε τα διάφορα «σημάδια με νόημα», ιδίως συμπάθειας και προτίμησης που θεωρούσε πως πήγαζαν από την ίδια.

Σας μιλάω με βάση τις πολλές και ποικίλες εμπειρίες μου και μπορείτε να με εμπιστευτείτε. Δεν είναι όλοι όσους ονομάζουμε μακαρίτες τόσο νεκροί όσο συνήθως νομίζουμε. Όπως κι εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό δεν είναι έτσι κι ούτε τόσο ζωντανοί όσο θα ήθελαν να φαίνονται κι όπως οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους. [σ. 189]

ivo-andric-licna-karta

Αλλά εκεί που ο Βόσνιος συγγραφέας θαυματουργεί είναι ακριβώς στην προσωπική, εξομολογητική γραφή που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικής διάθεσης και μνημονικής καταγραφής. Οι Μορφές αποτελούν ιδανικό δείγμα: ο συγγραφέας παρατηρεί μια μικρή, έρημη εκκλησία έξω από μια παλιά πόλη, με τα πέτρινα σκαλοπάτια της φαγωμένα και λιωμένα να μοιάζουν με κόψη αρχέγονου ξίφους που βρέθηκε σε ανασκαφή. Ο Άντριτς συλλογίζεται πάνω στην αρχαία σαρκοφάγο – σα να είχε χάσει εντελώς τα λογικά της, όλα όσα ήθελε να πει τα έλεγε μεμιάς και το μόνο που κατάφερνε ήταν να ομολογεί την αδυναμία της να εκφραστεί – και το ανάγλυφο του Αρχάγγελου Γαβριήλ πάνω από την είσοδο – Ίσως σε μια ανθρώπινη γενιά, ή και λιγότερο, να χαθούν για πάντα και τα τελευταία ίχνη του ανάγλυφου κι η μεγάλη εντοιχισμένη πλάκα πάνω απ’ την είσοδο να καταλήξει εκεί που έτεινε η επιθυμία της πέτρας απ’ την οποία φτιάχτηκε εδώ και αιώνες: να ξαναγίνει αυτό που ήταν, πέτρα ανάμεσα στις πέτρες.

Εκεί εκφράζει τις σκέψεις του για την δημιουργία, τον χρόνο, τις προσωπικές του αντιφάσεις – γεννημένος με ψυχή εικονομάχου, νιώθοντας πάντα τις εικόνες σαν μια αντίθεση στη λογική και το πνεύμα της ζωής, μ’ άλλα λόγια κάτι σαν λάθος και απρέπεια, την ίδια στιγμή τις λάτρευα αγιάτρευτα….., αλλά και τους φόβους του – έτρεμα μήπως στα σχεδιάσματα πάνω στην πέτρα ξετρυπώσει κάποιος λόγος, μήπως το ανάγλυφο θέλει να πει κάτι διαφορετικό απ’ ότι λένε οι μορφές από μόνες τους. Στο τέλος αναρωτιέται αν όλη αυτή η τέχνη μαρτυρεί άλλα από εκείνα που νομίζουμε. Η επιδίωξη της ωφέλειας και ο κίβδηλος λόγος αιχμαλώτισαν εδώ και καιρό τις εικόνες και τα σχήματα και τα έκαναν υπηρέτες της δικής μας σκέψης και των δικών μας επιδιώξεων και μας οδήγησαν σε δρόμους μακρύτερους και πιο σκληρούς απ’ όσο φτάνει η δύναμη και η αντοχή μας.

andric_za_program_large

Η συγγραφική μνήμη επιστρέφει και σε κάποια άλλα Σκαλοπάτια, αυτή τη φορά μόλις δυο σελίδων: ο Άντριτς εκφράζει την εντύπωσή του πως ανάμεσα στα πρώτα παράξενα πράγματα που αντικρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια ήταν και τα σκαλοπάτια. Του φαίνεται πως είχε πάντα την βεβαιότητα ότι το παραμικρό ψήλωμα σημαίνει άνοιγμα και καινούργιες προσδοκίες, και ότι τα σκαλοπάτια μοιάζουν με πρωτόγονες, πρόχειρα φτιαγμένες φτερούγες που δίνουν νέα διάσταση στο χώρο και πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητές μας, σαν μια αρχή της ανύψωσής μας. Ή μήπως σαν μια απόπειρα να ξεγελαστεί ο χώρος, με την κατάτμηση, την σμίκρυνση και τελικά την άλωσή του;

Περιλαμβάνονται ακόμα αποσπάσματα από το βιβλία Ιστορία και θρύλοι, ο λόγος του [για το αφήγημα και την αφήγηση] κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ και ο λόγος του [για την μετάφραση και τον μεταφραστή] στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Μεταφραστών [Ντουμπρόβνικ, 1963].

Από κείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει. [σ. 172]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, μτφ. από τα σερβοκροατικά Χρήστος Γκούβης, σελ. 192.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 42, καλοκαίρι 2015.

27
Μάι.
15

Ροβήρος Μανθούλης – Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου

Κόσμος

Η ζωή μου είναι γεμάτη συμπτώσεις. […] Η τύχη είναι μια μορφή τέχνης, όπως λέει ο Ζαν Κλοντ Καριέρ*.  Δεν έγινα ποτέ πλούσιος. Η ζωή μου ναι. Ουδέν πλουσιότερον μιας πλούσιας ζωής. Συχνά χάρη στις απαραίτητες συμπτώσεις. Οι συμπτώσεις έρχονται στους αεικίνητους. Στους εξερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε. Η θεωρία μου είναι ότι, αν πας στην έρημο και φωνή δεν βγάλεις, φυσικά δεν θα σ’ ακούσει κανείς. Αν όμως βγάλεις μια φωνή στην έρημο, κάποιος θα σ’ ακούσει. Η έρημος δν είναι ούτε εύλογη ούτε αναγκαία, άρα η ερημιά της είναι «ανύπαρκτη». Η φωνή είναι και αναγκαία και υπαρκτή. [σελ. 497]

Πράγματι, ο βίος και η πολιτεία του Ροβήρου Μανθούλη έχουν διάχυτες τις συμπτώσεις αλλά ακόμα περισσότερο διαθέτουν το στοιχείο του αυτοκαθορισμού ενός αεικίνητου και εν πολλοίς ασυμβίβαστου, ξεροκέφαλου δημιουργού που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το γράψιμο αλλά και να ζει μια ζωή γεμάτη αγώνες και απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να τιθασευτεί ένα τέτοιο υλικό σ’ ένα χρονικό αναμνήσεων; Σε τι ύφος μπορείς να γράψεις τις αναμνήσεις σου; Αν το στυλ είναι η απόσταση που κρατάς από την πραγματικότητας, το ύφος δεν πρέπει να είναι εμφανές.  Ποιος είναι σε θέση να είναι αντικειμενικός με τον ψυχισμό του; Πόσο πίσω μπορεί να πάει η μνήμη;

Ροβήρος 1

Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στον πατέρα του που βρέθηκε στους κατεξοχήν τόπους του 20ού αιώνα: στα χαρακώματα και στα οδοφράγματα, σε προσφυγιές και ξενιτιές, σε δικτατορίες και εξορίες, σε εμφύλιους και αιχμαλωσίες. Ό,τι γραπτό έγραψε ο Αλέκος Μανθούλης μετά προτροπής υιού, αποτελεί ιδανική αρχή διήγησης. Κάποτε έρχεται στο κάδρο ο μικρός Ροβήρος: Αμφίπολη, 1935, με τον πατέρα του στα έργα του Στρυμόνα. Δυο κινηματογραφικές προβολές στην πλατεία του χωριού, μένουν στην μνήμη μέχρι σήμερα, σαν ελευσίνια μύηση. Ύστερα Αθήνα, Νεάπολη, οι πρόσφυγες κοιμούνται ακόμα στρωματσάδα στον δρόμο. Μεταξάς, ΕΠΟΝ, υπεύθυνος διαφώτισης, με το χωνί στο χέρι: ανέβαιναν στα ταρατσάκια του Στρέφη ή του Λυκαβηττού και φώναζαν το δελτίο αλλά και ποιήματα! Αυτό ήταν το Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Αντίστασης! Η πόλη βυθιζόταν στη σιωπή λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, όλοι άκουγαν πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η εκπομπή κρατούσε επτά λεπτά – στα δεκαπέντε υπολογιζόταν η επιδρομή της Γκεστάπο. Η παρέα διέφευγε από τα σκαλάκια, και στο σπίτι περίμεναν με αγωνία οι γονείς. Αυτοί ήταν οι ήρωες. Εμείς δεν είχαμε ιδέα τι κίνδυνο αντιμετωπίζαμε.

Δεκεμβριανά, Όπλων Παράδοση, ένας δεκάρικος λόγος στην λαϊκή της πλατείας Εξαρχείων παραλίγο να του στοιχίζει τη ζωή από μια Μπερέτα, κι ύστερα η «μεταδεκαμβριανή λαίλαπα της Λευκής Τρομοκρατίας που ήταν ό,τι χειρότερο γνώρισε αυτός ο τόπος». Επιθέσεις στα υπόγεια των μαυραγοριτών, διανομές τροφίμων στον κόσμο. Ο πολυμήχανος πατέρας έφτιαχνε σταρένιο πόριζ λίγο πριν την Κατοχή και το πουλούσε σε μπακάλικα· το ονόμαζε ΒΙΤΑΜ – Βιομηχανία Ιδεωδών Τροφών Αλέξανδρου Μανθούλη. Την μάρκα αυτή την πούλησε αργότερα στην γνωστή μας σήμερα ΒΙΤΑΜ! Ο υιός έχει ποιητικές ανησυχίες, στιχουργεί, έχει δάσκαλο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, παίρνει στα χέρια του το αρχείο του Λαπαθιώτη. Σύντομα γίνεται επίλεκτο μέλος της παρέας του Λουμίδη όπου δυο λουμιδικές περιόδους στο πατάρι, με Αλέκο Αργυρίου, Μιχάλ Κατσαρό, Φρίξο Ηλιάδη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Γκάτσο, Βαγγέλη Γκούφα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λεωνίδα Ζενάκο, Μίνωα Αργυράκη, Μάνο Χατζιδάκι.

p-p

Η βιογραφία εμβολίζεται με επιμέρους μνήμες που θα έμοιαζαν με εξαιρετικές κινηματογραφικές σκηνές αν δεν ήταν απόλυτα πραγματικές· θυμάται τον Λουντέμη στη Ρουμανία να ακούει ελληνικό σταθμό από ένα τρανζιστοράκι, και την νυχτερινή βάρδια ενός εργοστασίου να πηγαίνει στον κινηματογράφο στις επτά το πρωί· θυμάται μια παράσταση της Λυσιστράτης σε θέατρο στην Ιπποκράτους, όπου τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν αυθεντικές πουτάνες από έναν γειτονικό οίκο ανοχής (και επιθυμεί να το αναφέρει γιατί κανείς δεν το μνημόνευσε). Δεν λείπουν και οι απολύτως μπορχεσιανές αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα όταν, κάνοντας μια εργασία για την αποπομπή του Τίτο από την Κομινφόρμ, βρήκε στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο με τίτλο Πολιτιστικές ανταλλαγές και είδε φωτογραφία με τον εαυτό του, καθισμένο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη απέναντι από του Λουμίδη!

Απόηχοι του λετρισμού, κατανυκτικά ακούσματα τζαζ, δυο παράνομοι κρυμμένοι στο σπίτι του, ανακάλυψη της δημοσιογραφίας. Στο ραδιόφωνο το καθημερινό αντικομμουνιστικό Τέταρτο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με τον Στρατή Μυριβήλη που από αντιμιλιταριστής και βενιζελικός αφαιρεί τις αντιβασιλικές παραγράφους από την Ζωή εν τάφω και κάνει διαλέξεις για το Παιδομάζωμα και τους γελοίους ποιητές όπως ο Ελυάρ. Δείγμα του λόγου του: Ο σλαβικός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο από αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. Η νέα αυτή φυλή κατασκευάζεται σαν ένα είδος κουρελά, μέσα το εργαστήριο του πανσλαβισμού, από τα ρετάλια όλων των φυλών, όλων των λαών, όλων των εθνών.

blues

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου αφιερώνεται τόσο στην αμερικανική εμπειρία του όσο και στην βρώμικη ιστορία της υπερδύναμης. Η πρώτη ξεκινάει με την θετική απάντηση για υποτροφία από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο συγγραφέας μπαίνει στο υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» με κρυμμένο χαρτονόμισμα και τρεις κόκκους χώμα ελληνικό, για να μη θυμώσει ο Δροσίνης. Η πολιτική κατάσταση που βρήκε λίγο διέφερε από την Ελλάδα· έπεσε σε στιγμή έξαρσης του μακαρθισμού, γύρω του σφύριζε ψυχροπολεμικός αέρας και ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Ο Μακάρθυ είχε φακελώσει όλους τους Αμερικανούς που είχαν εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους αριστερά ή φιλειρηνικά αισθήματα. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε με το γνωστό πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤ με το άρθρο του Ηλία Καζάν, όπου και η δήλωση μετανοίας για τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ξένο δάκτυλο που κρυβόταν από πίσω. Για ένα σημείο αναφοράς όπως ο Καζάν, το πλήγμα ήταν μεγάλο. Είναι γνωστό ότι ο γερουσιαστής Μακάρθυ ήταν ένας γελοίος, αγράμματος, κομπλεξικός, αλκοολικός, ένας ομοφυλόφιλος που έφτιαξε μαύρες λίστες για τους ομοφυλόφιλους. Στην Μακαρθική Αρμοστεία μεγάλη δύναμη είχε και ο Έντγκαρ Χούβερ που κανείς δεν τόλμησε να απολύσει γιατί ο Χούβερ είχε για τον καθένα τον φάκελό του.  Και απορεί ο Μανθούλης, πώς ασήμαντοι άνθρωποι σαν τον Μακάρθυ ή τον Πινοσέτ ή τον Παπαδόπουλο βάφτισαν με το όνομά τους σημαντικές περιόδους της Ιστορίας.

38

Τα λίγα χρήματα τον στέλνουν το1951 στην Αλάσκα για δουλειά σε χρυσωρυχείο σ’ ένα μέρος χωρίς αστυνομία, δικαστήριο, φυλακές και βέβαια χωρίς γυναίκες. Ιδανικός τόπος και για υπόδικους κάθε είδους. Δεν υπήρχαν μπαρ αλλά …σαλούν, όπως στα γουέστερν. Και μια διαρκής ημέρα, χωρίς νύχτα, «που χάλαγε κάπως την ατμόσφαιρα!». Επιστροφή στην Ευρώπη μαζί μ’ ένα Πλίμουθ και πέρασμα από την φρανκική Μαδρίτη όπου ανοίγει ακόμα ένας φάκελος στο όνομά του, ο τρίτος μετά την Ελλάδα και τον Μακάρθι· σύντομα ακολουθεί και ο τέταρτος, στην Ταγγέρη. Στην Ελλάδα το Πλίμουθ μεταφράστηκε σε Μαγιακόφσκι, κοινώς θυσιάστηκε για την έκδοση ποιημάτων του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου και Καίτης Δρόσου. Πουλήθηκαν 53 αντίτυπα, τα υπόλοιπα 1947 τα μοιράστηκαν οι εμπλεκόμενοι. Καθιέρωση του Θεάτρου της Τετάρτης με μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές, διεύθυνση σπουδών στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, εμμονή με την διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ίδρυση της «Ομάδας των 5».

04

Δικτατορία, Κυπριακό, διπλωματικά η Κυρία Δήμαρχος, ο Κάστρο και ο Κουν, ο Κακογιάννης και οι Αποστολίδηδες, η Nouvelle Vague και το Free Cinema. Βία και Νοθεία, Λαμπράκης, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, το περίφημο Πρόσωπο με πρόσωπο και οι αντιδράσεις. Λονδίνο, Παρίσι, Μάης ’68, το Μπλουζ με σφιγμένα δόντια­ ­– η ταινία που αφηγούνταν και ταυτόχρονα βίωνε τα μπλουζ· γυρίσματα στο Χάρλεμ, στο σπίτι του ζευγαριού, η Μάμα που ήταν πιανίστα την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και είχα ακόμα το πιάνο της με φαγωμένα τα πλήκτρα.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιστρατεύει και την νέα της ελληνική τηλεόραση. Αναλαμβάνει γενικός διευθυντής προγράμματος της ΕΡΤ το 1975, περιορίζει τα αμερικανικά σίριαλ με αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη και την επίμονη στήριξη της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ. Άντεξε μέχρι το 1977, ενώ θα επανεμπλακεί με τις φιλόδοξες Ακυβέρνητες Πολιτείες. Ευτυχώς είναι πολλές σελίδες που αφιερώνονται στην τηλεόραση, που την «διαβάζουμε» εκ των έσω, ιδίως σε αδιανόητες ιστορίες πολιτικής ανηθικότητας και γραφειοκρατικής παράνοιας.

ρμ

Η δημόσια τηλεόραση είναι το πιο ισχυρό, το πιο υπεύθυνο, το πιο παιδαγωγικό και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο δημόσιο αγαθό. […] Η τηλεόραση τρέχει πιο γρήγορα από τις κοινωνίες. Πρέπει να είναι παραδοσιακή και μοντέρνα και να διαπαιδαγωγεί διασκεδαστικά ή τουλάχιστον να διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας. Αυτά μόνο οι αρχαίοι μας τραγικοί ήξεραν να το κάνουν, όταν το θέατρο ήταν η τηλεόραση της εποχής. Αρχαίο δράμα και τηλεόραση είναι πολύ κοντά στην αρχαία Αγορά, εκεί που ανταλλάσσονται προϊόντα, ηθικές αξίες και αισθητικές συγκινήσεις. [σ. 475]

Στο Παράρτημα ο συγγραφέας επιστρέφει στην μακαρθική αρμοστεία και παραθέτει αποσπάσματα από τις καταθέσεις του περίφημου φολκ τραγουδιστή Pete Seeger στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών [1955] για συναυλίες που έδωσε σε πολιτικές συγκεντρώσεις δέκα χρόνια πριν: Δεν πρόκειται να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες μου ή πώς ψήφισα ή για οποιανδήποτε άλλη ιδιωτική μου υπόθεση. Θεωρώ πως αυτές είναι πολύ ανέντιμες ερωτήσεις για οποιονδήποτε Αμερικανό, ιδιαίτερα κάτω από πιεστικές συνθήκες όπως αυτές εδώ. Πολύ ευχαρίστως θα σας διηγηθώ τη ζωή μου, αν θέλετε να την ακούσετε. […] Αρνούμαι να συζητήσω για το πού τραγούδησα, ποιος άκουσε τα τραγούδια μου ή ποιος τα έγραψε. Αν θέλετε, θα σας τα τραγουδήσω, αν μου φέρετε το μπάντζο μου!

Περιλαμβάνονται ακόμα τμήματα από τις καταθέσεις του μαύρου τραγουδιστή Paul Robson [Old man river], αλλά και, στην άλλη άκρη, των κατάπτυστων Ronald Reagan και Walt Disney. Ακολουθούν ντοκουμέντα, έγγραφα και φωτογραφίες από σειρά πολιτικών ερευνών του συγγραφέα: Κύπρος και ΟΗΕ, Γουότεργκειτ, Δολοφονία Κέννεντι, η Μαφία στην Κούβα κ.ά.

Pete Seeger at the House Un-American Activites committee

Οι εξακόσιες σελίδες με τις θυελλώδεις διηγήσεις διαβάζονται με απόλαυση. Είναι χωρισμένες σε μικρά αυτόνομα κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, ζαλίζουν την γραμμικότητα με μύριες παρεμβάσεις και τελικά συγγράφουν δυο παράλληλα και ταυτόχρονα εμπλεκόμενα βιβλία: της προσωπικής και της συλλογικής πολιτικής ιστορίας του καιρού του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πριν δυο χρόνια, τις ημέρες του μαύρου στην ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης ζήτησε αποζημίωση για την μετάδοση της ταινίας του από το νέο μόρφωμα με την εξής ανακοίνωση:

Ο Καψής, στα νιάτα του, μου ζητούσε ταινίες μου για ν ανοίξει σινε – κλαμπ. Αποφάσισε να το ξεκινήσει επιτέλους με την Κυρία Δήμαρχο. Στην ΕΔΤ, που ψευδίζει την ΕΡΤ. Βλέπετε, θα λέει ο υπουδγός, ιστοδική στιγμή. Αδχίζουμε με ταινία του Μανθούλη που μας βδίζει. Η ταινία μου θα γίνει λοιπόν «Κυδία Δήμαδχος». Δεν μποδώ δυστυχώς να την εμποδίσω ή να την απαγοδεύσω. Μποδώ μόνο να ζητήσω δικαστικώς είκοσι χιλιάδες ευδώ αποζημίωση για την δυσφήμηση που μου κάνει, με το να μεταδίδει την ταινία μου σε κατάπτυστο κανάλι. Γιατί όλοι οι Έλληνες, μόλις βγει στο κουτί η ταινία, θα φτύνουν την οθόνη του. Ελπίζω, αμέσως μετά την «Κυδία Δήμαδχο», να γίνει και η Κηδεία της Ιεδοδούλου. Δηλαδή της ΕΔΤ.

*Σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Μπουνιουέλ και του Πίτερ Μπρουκ.

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 612.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 186. Wild Rover.

Ιστολόγιο του συγγραφέα με πλούσιο υλικό εδώ.

Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: εικόνα από την περίφημη ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο [1966] / Στο σπίτι της Τζόαν Μπαέζ με τον σύζυγό της Ντέιβιντ, αντιρρησία συνείδησης τις μέρες που περίμενε να τον φυλακίσουν γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Μαζί τους και ο Γάλλος ηχολήπτης Ζαν-Πιέρ Μαρκετί. / Εικόνα από την αναφερόμενη κατάθεση του Pete Seeger στην Μακαρθική Επιτροπή. Το καθαρό του βλέμμα, ισοδύναμο με τον λόγο του.

26
Μάι.
15

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 69

ΤΤΜΠΜΓ

Παλαιότερη γραμματοσειρά, άλλης εποχής γραφιστική, οι άλλοτε μοντέρνες μακέτες και σχεδιασμοί τώρα μαρτυρούν τα χρόνια τους.  Μόνο ο λόγος μένει πάντα νέος και νεωτερικός.

22
Μάι.
15

Δημήτρης Καλοκύρης – Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή

Καλοκύρης

Επιβάτης συνειρμών στις ράγες της γλώσσας

 Ό,τι μου έλειπε από εμφάνιση το κέρδιζα παρεμβαίνοντας στη ροή της Ιστορίας. [σ. 113] 

Πέντε κείμενα που γράφτηκαν σε ετερόκλητες φάσεις και με τελείως διαφορετικές αφορμές συναρμολογούνται ιδανικά σε ενιαίο σώμα απολαυστικής γραφής. Προηγείται το ….τρίτο κεφάλαιο, τα Σκυλιά του αέρα, ένα σχεδιασμένο σενάριο για «εγκλήματα που συγκλόνησαν την Θεσσαλονίκη». Ο αφηγητής (ας μου επιτραπεί να τον αποκαλέσω ως το πρωτοπρόσωπο πρόσωπο) συναντάει τυχαία τον Μοντεστάνο ύστερα από πολλά χρόνια. και υποδέχεται την ιστορία του. Η αφήγηση του φίλου ξεκινάει από την εύρεση ενός νομίσματος μέσα σε καρπούζι και από μια παιδική ηλικία που τρομοκρατούσε η βεβαιότητα ότι, μεγαλώνοντας, θα του αποκαλύψει κάποιος πως όλα όσα ζούσε ως τότε ήταν μια φάρσα, μια συνομωσία των μεγάλων για να του κρύψουν τον πραγματικό κόσμο.

Τότε ο χρόνος ήταν σχεδόν ακίνητος κι ένας δεκατετράχρονος ζούσε με πατέρα στα σλαβικά βουνά και με σταθερό πόθο για μια Αρτεμισία, φερμένη από μέρη βροχερά, που νοίκιαζε ένα δωμάτιο στην αυλή. Ο νοσταλγός θυμάται το πολλαπλό βούρτσισμα των μαλλιών της, τον καθρέφτη της όπως φαινόταν από τον φεγγίτη της κουζίνας αλλά και την παρουσία ενός αστυνομικού που την τυραννούσε και την προστάτευε. Η Αρτεμισία είδε με τα μάτια της το χτύπημα στον Λαμπράκη και πιεζόταν να σιωπήσει με αποτέλεσμα την δολοφονία της, με τον εξομολογητή αυτόπτη πίσω από τον φεγγίτη. Ακόμα και στην θανατωμένη της μορφή, εκείνος με ενοχή κοίταξε άπληστα τις σκισμένες της κάλτσες και επέλεξε την σιωπή.

 W. Cortland Butterfield - nude-combing-hair

Τότε δεν σου είχα πει τίποτα για να μην εκτεθούμε αλλά η ομάδα μας δεν έριχνε μονάχα προκηρύξεις, ούτε γράφαμε απλώς στους τοίχους συνθήματα: ανατινάξαμε ένα ολόκληρο εκκλησάκι κάποιο βράδυ στα προάστια, για να φανεί, έστω, μια αντίδραση προς τον κλήρο που υποστήριζε απροκάλυπτα το καθεστώς. Έγινε πανικός, αλλά έτσι απαλλάχτηκα τουλάχιστον από τις αμαρτίες…Κατά βάθος όμως πολλοί πιστεύαμε πως, ένα πρωί,θα ξυπνήσουμε ελεύθεροι. Σαν από θαύμα. Πως ό,τι ζούσαμε ήταν στην πραγματικότητα ένα σιδερένιο όνειρο και τίποτ’ άλλο. Ότι με προκηρύξεις και βεγγαλικά θα συντρίβαμε τον τύραννο. Που ήταν ο ίδιος ο φόβος. …Αλλά όλα γίνονταν ένα σιγά σιγά…Κόκκινο και μαύρο…Κλήρος και στρατός. Εχθροί και φίλοι μας όλοι ταυτόχρονα… Παιδιά της γειτονιάς μας που βασάνιζαν στη στρατονομία, συμμαθητές μας θύματα στην άλλη όχθη. Όλα πήγαιναν μαζί. Η εξουσία ως άλλη όψη της επανάστασης! [σ. 55 – 56]

Με κάποιο σιωπηρό, διαλογικό τρόπο, ο δικός μας αφηγητής ενθέτει τις εσωτερικές του σκέψεις σε υποπαραγράφους και απόντος του Μοντεσάντου για λίγο εγκιβωτίζει μια διήγηση που ανοίγει «το ταμείο των συνειρμών». Είμαστε ήδη στο επόμενο, δεύτερο κεφάλαιο και τιμά τα τσιγάρα Santé, επιστρέφοντας άλλωστε σε μια εποχή όπου κάθε πακέτο συνιστούσε διακριτικό ομοταξίας, ορισμό κοινού ενδιαφέροντος, απαρχή γνωριμίας, σχεδόν βαθμό συγγένειας. Τα σιγαρέτα ισοδυναμούσαν με διάταξη δεδομένων επί τάπητος, σε κοινή θέα και χρήση. Φυσικά οι θαυμαστές του άφιλτρου όφειλαν να ανήκουν στην Αριστερά, ενώ στην σχετική ιδιωτική μυθολογία επικρατούσαν δυο καπνογόνες φιλολογικές τάσεις, το Κόκκινο και το Μαύρο: το ανατολίζον Santé και το τευτονικό Hellas Special – το διονυσιακό και το απολλώνιο. Άλλωστε η λυπημένη Αρτεμισία του Μοντεσάνου αποτελεί την πρώτη γυναίκα της λογοτεχνίας που ανενδοίαστα καπνίζει και υπάρχουν ιστορίες καπνού και της επικράτειας pax nicotiana, αλλά και της σχετικής εικονογραφίας που μιλούσε χωρίς λέξεις.

 sante

Η αλήθεια είναι ο στο πακέτο αυτό με ξένιζε κάπως ο δεξιά εγγεγραμμένος σταυρός του μεταλλίου που είχε κερδίσει το προϊόν στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Έβρισκα ότι αντιδρούσε σκυθρωπιάζοντας στην ηδυπάθεια των χειλέων της παρακείμενης ευχύμου δεσποινίδος (ο θρύλος τη θέλει τραγουδίστρια του ελαφρού και ερωμένη διαβόητων πολιτικών) και ο γαλάζιος κύκλος του ερχόταν να επαναληφθεί σαν φωτοστέφανος γύρω από το γερμένο ελαφρά προς τα πίσω κεφάλι της, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τη λάμψη του οξειδωμένου χρυσίζοντος διαζώματος, ενώ, αντίθετα, το κίτρινο του άλλου μεταλλίου (από την Έκθεση της γαλλικής Νίκαιας αυτό αντανακλούσε το χώμα των μαλλιών της και θα μπορούσα να πω ότι τα φώτιζε πλαγιομετωπικώς . [σ. 66 – 67]

To επόμενο …πρώτο κεφάλαιο, αστυνομικός και αυτόπτης βρίσκονται αντιμέτωποι στο ανακριτικό γραφείο και η σιωπή εξαγοράζεται με μια ασφαλή ζωή μακριά από το Κράτος. Η κηδεία της αρχής τώρα αποτελεί σημείο εκκίνησης μαρτυρίας, ένα σημείο μηδέν όπου η αλήθεια μπορεί τουλάχιστο να λεχθεί. Μιλώντας περί μηδενός, δεν θα μπορούσε να λείπει το μηδενικό κεφάλαιο από ένα καλοκυρινό βιβλίο και αυτό ακριβώς αποτελεί «Η παραμικρή λεπτομέρεια», αφιερωματικό ανάθημα στον Ευγένιο Αρανίτση, που μνημονεύει κοινούς βίους και ευφυώς εντάσσει στο κείμενο τίτλους, φράσεις και θέματα της αρανίτσειας κειμενογραφίας. Παρούσα βέβαια και η προσφιλέστατη Δανάη, με τίτλους εργασίας όπως: Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τους ανθρώπους: τη φωτιά, την υγρασία, τα ζώα, τον χρόνο και το ίδιο τους το περιεχόμενο

 toy-train-bernard-jaubert

Στο κεφάλαιο -1, τροχιοδρομείται Μια μηχανή για κινούμενα τοπία, αλλοτινή πρώτη ύλη για μια ανθολογία περί τραίνων. Τι είναι όμως για τον δημιουργό το τραίνο; Μια μηχανή που παράγει κινούμενα τοπία και εναλλασσόμενους συνειρμούς. Κάθε ταξίδι εμπεριέχει εξ ορισμού την περιπέτεια και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ένα τυχαίο κοινωνικό σύνολο συνυπάρχει με κοινό προορισμό. Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου. Παρόμοιοι διαδικασία διαρκούς εγρήγορσης μοιάζει να διέπει και το μηχανισμό της λογοτεχνίας: Πρέπει να πιέζεις συνεχώς τους συνειρμούς για να κρατήσεις το κείμενο σταθερό πάνω στις ράγες της γλώσσας. Αν χαλαρώσεις, το κείμενο ξεφουσκώνει, το ρεύμα εξατμίζεται· η τέχνη της λογοτεχνίας μεταπίπτει στη χειροτεχνία της γραφής. [σ. 122]

Στο τελευταίο βαγόνι [-2] εξομολογούνται Διασυρμοί περί συρμών και εκτροχιασμών, στις ράγες της παιδικής μνήμης. Άλλωστε πάνω στα ερυθρόμορφα μωσαϊκά της κουζίνας ο συγγραφέας είχε εγκαταστήσει το πρωτόγονο τροχιοδρομικό του δίκτυο στο νησί που δεν θα γνώριζε ποτέ τραίνο. Και έκτοτε συνέχισε να επιβιώνει με την νοοτροπία του επιβάτη.

To τρίκυκλο της δολοφονίας Λαμπράκη

Με την σειρά εμφάνισης στο βιβλίο και στην αναφορά μας, τα κείμενα πρωτοδημοσιεύτηκαν: σε αυτοτελές τομίδιο με την Ελευθεροτυπία [εκδ. Τόπος, 2007],  στον τόμο Sante: 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο [εκδ. Ύψιλον, 1998], με ένα τμήμα στο περιοδικό (δε)κατα [αρ. 27, 2014], στον Πόρφυρα [αρ. 122, 2007, αφιέρωμα στον Ευγένιο Αρανίτση], στην παρουσίαση της ανθολογίας Μπουένος Άιρες – Μαδρίτη με τραίνο και στο λεύκωμα Χάριν παιδιάς [εκδ. Ίκαρος, 2001].

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014, σελ. 139. Με χειροποίητες εικόνες του συγγραφέα.

Μικρότερο κείμενο για το βιβλίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στην τελευταία εικόνα: το τρίκυκλο της δολοφονίας του Λαμπράκη.

19
Μάι.
15

Σ. Β. Σκοπελίτης – Η σκοτεινή πλευρά της φωτογραφίας ή γιατί η φωτογραφία (δεν) είναι τέχνη

exfl_Skopelitis_Skoteini_forWeb

Αφηγήσεις του μηχανικού οφθαλμού

Καθώς ο φωτογράφος συγγραφέας κοιτάζει μια από τις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξε το 1956 με την Kodak Brownie, τους γονείς του στην είσοδο του σπιτιού, σκέφτεται πως τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ύστερα από πενήντα χρόνια θα εξέταζε την φωτογραφία με μεγεθυντικό φακό, με την ελπίδα να διακρίνει τι ένιωθαν οι γονείς του. Κι όμως το κάνει, και ομολογεί πως μπορεί να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε· άλλο αν μόνο τώρα μονολογεί πόσο λυπάται που δεν φωτογράφισε το εσωτερικού του σπιτιού τους· πώς να το έκανε, αφού δεν υφίστατο ακόμα η στοχαστική του νοσταλγία για εκείνα που θα ήθελε να αναθυμάται στο μέλλον…. Σε τι θα βοηθούσε, αναρωτιέται, η εικόνα τους στο τωρινό του γερασμένο παρόν;

Αυτή η ιδιότητα / δύναμη της φωτογραφίας – να αποκαλύπτει εκείνα που μας διέφυγαν – είναι σημαντική και συνάμα δεν είναι, καθώς δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην ίδια αισθηματική κατάσταση, από την άλλη μεριά αναρωτιέμαι αν κάτι έχει λησμονηθεί εξαιτίας μιας απρόβλεπτης σύγχυσης, δύναται η φωτογραφία να το επαναφέρει στη μνήμη; Μάλλον όχι, ιδίως όταν είναι φορτισμένη με φλύαρη αισθηματολογία που την καθιστά απροσπέλαστη, άρα αδύναμη να ανασκαλέψει ακούσια λησμονημένες αναμνήσεις. Όσα παραμένουν στην καρδιά μας και συνεχίζουν να μας συγκινούν, η συνδρομή της φωτογραφίας είναι καίρια στο να τα ανακαλέσουμε στο Τώρα, ευθύς όμως αντιδρούμε βάναυσα καταστρέφοντας τη φωτογραφία γιατί μας αποκάλυψε, εξίσου βάναυσα, την απώλεια. [σ. 12]

 365-3857-1024x682

Φαίνεται λοιπόν πως για το παιδί που έγινε άνδρας ο σημερινός νόστος για τα παιδικά χρόνια του αποκαλύπτει εκείνα που δεν μπορούσε να διακρίνει τότε, όλα όσα διέφυγαν και από τους γονείς και από τον φωτογράφο. Χρόνια μετά από εκείνη την φωτογραφία, η μνήμη στέκει στην πρώτη χρήση της Polaroid SX – 70 και σε μια ημερολογιακή καταγραφή εκείνης της χρονιάς [1982]: η Πολαρόιντ επιβεβαιώνει τον βαθμό μηδέν της φωτογραφίας· την αιφνίδια νοσταλγία για το στιγμιαίο Ήδη και συνάμα την ακούσια λήθη για το ήδη Μετά. Χάρη σε αυτή τη γλυκιά Παύση επιθυμούμε να έχουμε φωτογραφίας εκείνων που μας τριγύρισαν και χάθηκαν. Και τι ειρωνεία! Όταν παύουν τα ευγενή αισθήματα προστρέχουμε στις φωτογραφικές μορφές εκείνων που εξαιτίας τους και για χάρη τους στέριωσαν εντός μας, και τώρα η καρδιά μας μουλιάζει πάνω από ένα χαρτί φωτογραφικών χημικών.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο στίβος του φωτογράφου είναι ο πάντα χθεσινός κόσμος η επικαιρότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση.

Αυτό το σαγηνευτικό, σχεδόν «ανορθόδοξο» βιβλίο δεν αποτελεί μόνο μια άτυπη συνέχεια του βιβλίου Σημειώσεις ενός Έλληνα φωτογράφου για τη φωτογραφία [εκδ. Άγρα / Μουσείο Μπενάκη, 2002] αλλά και μια αυτόνομη συλλογή κειμένων ποικίλων ειδών που παρά την ετερόκλιτη μορφή τους συναρμονίζουν ιδανικά την συλλογιστική του συγγραφέα για την φωτογραφία. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το βιβλίο ξεκινάει με μια επιστολή προς στον φωτογράφο Alfred Stieglitz, όπου ο γράφων αναρωτιέται αν η ζωή του κατέληξε να είναι εικονική και αν ήδη σκέπτεται μόνο φωτογραφικά· είναι όμως βέβαιος ότι οι νέοι φωτογράφοι θα αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν ψηφιακούς οφθαλμούς για να απεικονίσουν τον νέο κόσμο. Η ψηφιακότητα διαχώρισε οριστικά τον δημιουργό από τον εικαστικό, μια ιδιότητα που αποκτούμε πλέον όλοι.

  IANAC-PINTEREST-PICKS-170412-6

Με τη φωτογραφική μας δράση, διαμέσου κόκκων χθες και σήμερα pixels, συνειδητοποιούμε άγνωστες καταστάσεις, τις αναλύομε, τις ερμηνεύομε, από αυτή την άποψη ίσως να είμαστε και εμείς κόκκοι ή pixels.

Κάποιο κεφάλαιο ακολουθεί την δομή των ερωτοαπαντήσεων, ένα άλλο μεταφέρει αποσπάσματα ημερολογίου. Τι βλέπει άραγε κανείς φωτογραφίζοντας κάθε εβδομάδα με την Polaroid το πρόσωπό του, πέρα από την καταγραφή των ανεπαίσθητων αλλαγών; Μήπως ότι η φωτογραφία αποκτά σημασία όταν σε αυτή δεν αναγνωρίζεις αυτό που αταβιστικά αναγνώριζες, αυτό που παρουσιάζεται διαφορετικό σε κάθε άνοιγμα των βλεφάρων; Μήπως ότι υπάρχουν δυο πραγματικότητες: της γλώσσας και της φωτογραφίας; Ο συγγραφέας ύστερα ανοίγει το φωτογραφικό του ημερολόγιο, που αποτελείται από μορφές φίλων και κάθε φορά που το διατρέχει, ανιχνεύει την ανολοκλήρωτη στιγμή που θα ολοκληρωνόταν στο επόμενο 1/1.000.000΄. Πάντα κάτι επικαλύπτει κάτι άλλο, όπως τα γεωλογικά στρώματα που έρχονται στο φανερό με την εκσκαφή, ποιος όμως ή ποιοι μας σκάβουν;

Πίσω στο 1966 – 1975, ο Σκοπελίτης διψούσε να μεταφέρει στο χαρτί Agfa ή Ilford φωτογραφίες καθημερινότητας και περιδιάβαινε την Αθήνα με τα σαπισμένα σπλάχνα, προσπαθώντας δια της καταγραφής να την οικειοποιηθεί. Από την άλλη φωτογράφιζε με μια Rollei Flex πρόσωπα που σήμερα αναρωτιέται πού να βρίσκονται και προσπαθεί να εντοπίσει στις τότε διαπροσωπικές τους σχέσεις αν συνυπήρχε κάτι πέρα από το ίδιο το συμβάν που αποτελεί η διαπροσωπική σχέση. Η  πόλη τον διαμόρφωσε ως πολίτη, η φωτογραφία τον έκανε πολίτη του κόσμου.

Retro-Cameras-Set

Για τον φωτογράφο, ο παρών χρόνος που συναντά τον παρελθόντα. Πορεύεται πίσω – μπρος με εφόδια τη μηχανή και το στοχασμό.

Ένα κείμενο ομιλίας αποτελεί «αντίλογο στην Susan Sontag» (για παράδειγμα: η τέχνη δεν μεταμορφώνει, όπως εκείνη ισχυρίζεται αλλά μετουσιώνει διαμέσου της συγκίνησης). Σήμερα η φωτογραφία παραμένει πιστή σε μια πραγματικότητα που παραμέρισε την αληθινή ζωή του στοχασμού για χάρη ψευδαισθητικών προτύπων, πολιτικοοικονομικών θεωριών, ψυχαναλυτικών τσιτάτων. Χιλιάδες φωτογραφίες με πολιορκούν σε ακατάπαυστη ροή, εκπέμποντας α-νόητα μηνύματα, όχι διαφορετικά από τα τηλεοπτικά. Ο φωτογράφος σκέφτεται πάνω στην πολιτική και προπαγανδιστική φωτογραφία, την απουσία πολιτικού λόγου, την μεταμόρφωση των πάντων σε εικόνα· θυμάται την έκπληξη του τραπεζίτη όταν άκουσε τον τίτλο του τελικώς ανέκδοτου ακόμα βιβλίου του Χρηματιστήρια και Νεκροταφεία, ξαναδιαβάζει τον Φωτεινό Θάλαμο του Ρολάν Μπαρτ.

Οι καλύτερες φωτογραφίες είναι εκείνες που δεν έχει τραβήξει ή που δεν θα τραβήξει· εκείνες που ανήκουν στην συναισθηματική μνήμη ή τον ψυχικό νου.

Σκοπελίτης και Φαμπιέν

Καταγράφει τους προβληματισμούς του μετά από επίσκεψη σε εκθέσεις, σχεδιάζει επιστολές σε φίλους, παραθέτει φράσεις φωτογράφων, αναζητά μικρά στηρίγματα στον Saint Juste, τον Heidegger, τον Wittgenstein, τον Barthes, τον Merleau – Ponty, την Susan Buck – Morss, τον Jean – Pierre Dupuy, τον Κώστα Παπαϊωάννου σχολιάζει φωτογραφίες γνωστές και άγνωστες των H. Cartier –  Bresson, Robert Capa, Gertrude Kasebier, Francois Aubert, Richard Petersen, Max Christian Priester, Sander, Arnold Newman, Dorothea Lange, Eddie Adams, Robert Frank – σαράντα τέτοιες φωτογραφίες δημοσιεύονται στο τέλος του κειμένου. Και οι αφηγήσεις από τον και για τον μηχανικό οφθαλμό, όπως ονομάζει ο συγγραφέας την φωτογραφική μηχανή, παραμένουν ανοιχτές.

Το έργο εκλύει ενέργεια…Όταν σταθούμε απέναντί του, αυτή του η ενέργεια διαχέεται μέσα μας και μένει για όλη μας τη ζωή, αν συμβεί το ίδιο με μια φωτογραφία, τότε η φωτογραφία αυτή είναι έργο τέχνης.

Εκδ. Ροές, 2014, σελ. 141 (το κείμενο) και 40 ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 185. Dark Entries.

Στην τελευταία εικόνα: ο συγγραφέας φωτογράφος και η Φαμπιέν.

15
Μάι.
15

Poetix, τεύχος 12 (χειμώνας – άνοιξη 2014 – 2015)

σάρωση0001

Κάθε τεύχος του Poetix μοιάζει με διπλό ταξίδι, στην ποίηση και τους ποιητές. Το χειμερινό και εαρινό δρομολόγιο ξεκινάει από το Δημόσιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα του Τρουχίλιο, στο Περού: εκεί ανακαλύφθηκε μισοφαγωμένη από τα ζωύφια κατά το ένα τρίτο η διατριβή του Σέζαρ Βαλιέχο, ενός παγκόσμιου ποιητή σήμερα που εκτός εξαιρέσεων, όπως του Αντένορ Ορέγκο και Χοσέ Κάρλος Μαριάυεγκι, πέθανε πεινασμένος και αγνοημένος από την κριτική του καιρού του. Στο Όμπερλιν ένα νέο κορίτσι, η Γιάνα Λακάς [Jana Lakash],  πέθανε κατά την διάρκεια απαγγελίας ποιήματος στην slam poetry, όταν ξέχασε να πάρει εισπνοή. Γνώριζε πως αναπνέοντας θα διέκοπτε την ροή της απαγγελίας. Αυτό το είδος της απαγγελίας απαιτεί φρενήρη ρυθμό, που η ποιήτρια ήθελε να τηρήσει στο ακέραιο.

Μια μεγάλη στάση κάνουμε στην δική μας ενδοχώρα, που βρίθει ποιητές, όπως φαίνεται και από τον τόμο για τα Ποιήματα του 2013, που έκλεισε οκτώ χρόνια ζωής. Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του, γράφει ο εκδότης του περιοδικού και επιμελητής των τόμων Ντίνος Σιώτης: Δίπλα στα ελάχιστα, πολύ γνωστά ονόματα υπάρχουν αρκετά άγνωστα στο ποιητικό σινάφι. Διαβάζω κι εγώ ποίηση και ποιήματα για πάνω από 50 χρόνια στα ελληνικά και στα αγγλικά και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να πω ότι το να εκδίδεις μια συλλογή και κάποιος να βρίσκει ένα καλό ποίημα και να το ανθολογεί δεν σε κάνει αυτομάτων ποιητή. Οπότε σα μη βιαστούν μερικοί και μερικές να τυπώσουν κάρτες με την ένδειξη «ποιητής». Με άλλα λόγια, καλά ποιήματα υπάρχουν αλλά πού είναι οι καλοί ποιητές; Αν θέλει κανείς να τον πάρουν στα σοβαρά, τον τίτλο του ποιητή τον κερδίζει με συνεχή παρουσία τόσο στις επάλξεις, στους βιότοπους και στους προμαχώνες της ποίησης, όσο και μέσα από την τριβή με τη ζωή, ζώντας τη ζωή του ποιητή.

Vallejo

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο εξετάζει εξονυχιστικά την έκδοση Crisis – 30 ποιητές της κρίσης, που κυκλοφόρησε το 2014 στο Middlesbrough, UK, υπό την επιμέλεια του Ν. Σιώτη. Ο Alan Morrison παρουσιάζει και συλλογίζεται πάνω σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής και υποστηρίζει ότι για τους ποιητές της σχετικής ανθολογίας η ποίηση είναι η νομική υπεράσπισή τους ενάντια στις ατιμίες και στις μιζέριες της ζωής. Είναι γεγονός./ Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση. / Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια. / Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική. [Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άτιτλα, ΙΙΙ]

Κατόπιν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου σήμερα υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες αναγνωρισμένοι ποιητές και πιθανόν μόνο διακόσιοι αβανγκάρντ ή ποιητές οπτικής ποίησης και πειραματικής γραφής, των οποίων η δουλειά βρίσκεται σε μη κυβερνητικές ή ανεπίσημες εκδόσεις. Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται εδώ δια χειρός Mindy Zhang [China Visual Underground Poetry]. Και, ύστερα, περνώντας από το Μοντενέγκρο του Andrija Radulovic και το Βερολίνο του Καρλ Ρακόζι, σταθμεύουμε στην Ρώμη, όπου έγραψε και δίδαξε ο Marino Piazzola, ορισμένοι αφορισμοί του οποίου από Τα αμνημόνευτα ρητά του Ρενάτο Μαρία Ράτι κοσμούν επόμενες σελίδες:

Για να πειράξω το στόμα, τρώω με τα μάτια! [Ο εκδικητικός], Θα ’θελα τόσο πολύ να ήμουν ο πρώτος ζωντανός υπέρ πατρίδος! [Ηρωισμός]

don_nica_by_baztardillo-d492ikr

Η ποίηση είναι μόνο αυτό που μπορεί να κάνει η γλώσσα τιτλοφορεί το κείμενό του ο William Logan, ενώ ένα ανέκδοτο δοκίμιο του T.S. Eliot αφορά την εγκυρότητα των τεχνητών διακρίσεων. Οι Ευγένιος Αρανίτσης, Αντριάνα Μίνου, Αγγελική Κορρέ, Παναγιώτης Μήνου, Αντριάνα Ιεροδιακόνου παρουσιάζουν τις συνθέσεις τους, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει αναλυτικά πάνω στην περίφημη πολιτική ομηρία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Ντίνος Σιώτης αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνομιλία του με τον Κώστα Μόντη και ο Ρήγας Καππάτος που μεταφράζει και προλογίζει πολλά από τα ποιήματα του τεύχος αφιερώνει ένα τρισέλιδο στα εκατοντάχρονα του Νικανόρ Πάρα, άρα καταλήγουμε στο Νότο της αφετηρίας μας.

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;» / «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά; / Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής; / Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής» [Γιάννης Υφαντής, Ερώτηση και απάντηση στην αγορά]

Στις εικόνες: Cesar Vallejo, Nicanor Parra.

[σ. 232]

14
Μάι.
15

(δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015)

Page1

Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη

Οι βιτρίνες στις κεντρικές λεωφόρους, πολύχρωμες και φωτισμένες, εκβιάζουν κάποια συναισθηματική απήχηση, σαν τα θαυμαστικά που συνοδεύουν τα διαδικτυακά μηνύματα. Όμως οι εκπλήξεις καιροφυλακτούν αλλού, συνήθως στους στενούς δρόμους σαν την Αρμενοπούλου, όπου η εγγύτητα με το αντικρινό μπαλκόνι δημιουργεί αυθόρμητη οικειότητα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γδύνονται χωρίς προφυλάξεις…

…γράφουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Θανάσης Χονδρός, πάντα με τέσσερα χέρια, όπως τους μάθαμε χρόνια μέσα από συναυλίες και παραστάσεις, δίσκους και κασέτες, κείμενα και εκδόσεις και κυρίως απρόβλεπτες παρεμβάσεις και χάπενινγκ που μας έκαναν να δούμε αλλιώς την πόλη. Μια τέτοια εμπειρία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περιγράφουν μεταξύ άλλων στο απόλυτα Θεσσαλονίκειο τεύχος του περιοδικού: Πολλές πιλοτές χάσκουν σαν ξεδοντιασμένα στόματα αχρησιμοποίητες. Σε μια τέτοια πιλοτή το 1985 παρουσιάσαμε τις «Συνήθειες» μια δράση που αποτελούνταν από μικρά επεισόδια, άλλα πιο αφαιρετικά κι άλλα πιο αφηγηματικά, χωρίς προφανή σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Θανάσης κουμπώνει το πουκάμισό του και διαπιστώνει ότι έχει κοπεί ένα κουμπί. Η Αλεξάνδρα κόβει μια τούφα απ’ τα μαλλιά του και, χρησιμοποιώντας τα ως κλωστή, του ράβει το κουμπί. Ήταν μια πολύωρη δράση που έδωσε την ευκαιρία σε περαστικούς και περιοίκους να συγκεντρωθούν σταδιακά στο χώρο…

010001

Στις πόλεις που γεννιέται η ιστορία, εκεί και ξεχνιέται…γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας στην δική του «Θεσσαλωνίκη». Καθώς λοιπόν τα (δέ)κατα προτιμούν άλλου είδους κείμενα και αιρέσεις, Έλεος με τις τύψεις λοιπόν… / Δεν μας αντιστοιχούν όλα τα πτώματα· / κάποτε, ακόμη και οι τάφοι σταματούν τον ψίθυρό τους… / Όχι πια άλλη Ιστορία πάνω στις ζωές μας… στιχουργεί ο Θανάσης Τριαρίδης σε «Πάρτι σε πλακόστρωτη αυλή της Άνω Πόλης». Κι ακόμα, επειδή εδώ περίσσεψαν τα χαμόγελα, Για όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν τόσες εκδοχές της ιστορίας της πόλης όσες και οι κάτοικοι της, είναι προφανές ότι ζουν αλλού και δεν έχουν περπατήσει σε ταφόπλακες από την άλλη τους πλευρά. Η μητέρα μου δεν μπορεί πια να θυμηθεί το όνομα της φίλης της με την οποία κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Μια μέρα εμφανίστηκε με ένα αστέρι στο πέτο. Μιαν άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. [ξαναγράφει ο Χουλιάρας]

Εδώ συνυπάρχουν όλα τα είδη του σύντομου αλλά περιεκτικού λόγου: διήγημα [Δημήτρης Μίγγας, Ελένη Μερκενίδου, Μαρία Καρδάτου, Κούλα Αδαλόγλου, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Γεωργία Τρούλη, Αρετή Γκανίδου, Θωμάς Κοροβίνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη], αφήγημα [Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Χλόη Κουτσουμπέλη,], κείμενο πάνω σε μια φωτογραφία [Άρις Γεωργίου], εκμυστηρεύσεις [Ρίτα Λάββα], αναμνήσεις [Κλαίτη Σωτηριάδου], ξενάγηση πατριδογνωσίας [Τάσος Τζήκας], έρευνα [Μάκης Καραγιάννης], φωτογραφίες [Στέργιος Τσιούμας], ιστορία (Στέλιος Λουκάς], πολλά ποιήματα για την Θεσσαλονίκη όχι μόνο από Θεσσαλονικείς ποιητές και δεκάδες βιβλία γραμμένα για την πόλη ή από τους θρεμμένους της.

Φωτομερές

Και πού βρίσκεται ο περιλάλητος έρωτας που υποτίθεται ότι κατακλύζει τα πάντα; Αλλιώς τα καταγράφει η Δήμητρα Μήττα: Ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνάει βρώμικος με λερωμένα νύχια και μπερδεμένα μαλλιά. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Τον ψάχνουν με τη μορφή ενός μικρού αγοριού, ενός παιδιού με φτεράκια. Προκατειλημμένοι από τις εικόνες αιώνων, δεν τον αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της άστεγης γριάς. Το πρόσωπό της είναι ζαρωμένο, χωρίς χυμούς, δεν είναι όμορφη, δεν μυρίζει ευχάριστα. Οι άνθρωποι δεν της δίνουν σημασία, την αποκλείουν ευθύς εξαρχής από το οπτικό τους πεδίο, την αποφεύγουν, γι’ αυτό και έπαψαν να την ερωτεύονται. Όμως δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα την δουν. Θα την πλύνουν, θα την χτενίσουν, θα τη φροντίσουν τρυφερά, θα μαζέψουν από γύρω της τα φτεράκια και τα πουπουλάκια που αιωρούνται και θα τα κολλήσουν ξανά στους ώμους της…. [σ. 143]

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης [κατά]στρώνει βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά, η Μαρία Κουγιουμτζή βρίσκεται στα μέρη της, κοινώς σε Υπόγειο, ο Γιώργος Ζεβελάκης καταλογογραφεί τα μεταπολεμικά περιοδικά της πόλης [Ausblicke, Αξιός, Διαγώνιος, Διάλογος, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάντας, Κοχλίας, Κριτική, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Νέα Πορεία, Ξεκίνημα, Ο παρατηρητής, Ροτόντα, Τραμ, Σκέψη], ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει ένα εκτενές κείμενο για το γκρίζο τοπίο της θεατρικής Θεσσαλονίκης και γενικώς το τεύχος εμπεριέχει εμπειρία περιπλάνησης, εικονικής, λεκτικής και πραγματικής.

Thessaloniki RR Station

Οι γάτες της Πλατείας Ναυαρίνου τη μέριμνα των ειδικών συχνά αψηφούν, τρυπώνουν άδολα στου παλατιού κάποιες γωνίες. Καμιά φορά κάποιος σε μια άκρη ξεχασμένος υπηρέτης του Γαλέριου απ’ τον αρχαίο εφιάλτη του αφυπνίζεται και τότε ξαφνικά όλες μαζί πετάγονται και τρέχουν σαστισμένες, που ο χρόνος τέτοιο κακό παιγνίδι έπαιξε στην πλάτη τους, πρόσκαιρα απομακρύνονται, ώσπου να διαπιστώσουν νιαουρίζοντας πως σαν σκιά βυθίστηκε ξανά στο δίκαιο ύπνο του και κουλουριάζονται στην άμμο ησυχασμένες. […]

…γράφει η Μαρία Αρχιμανδρίτου στην δική της συνεισφορά που βρίσκεται αλλού κρυμμένη, στις τελευταίες σελίδες, να περιμένει όπως και οι γάτες της την κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Συγκινούμαι για δυο πρόσθετους λόγους μάλιστα, πρώτα επειδή γνωρίζω καλά τις συγκεκριμένες γάτες, καθότι για χρόνια έμενα στην οδό Ιπποδρομίου και δεκάδες άυπνες νύχτες πήγαινα ακριβώς εκεί, κι ακόμα γιατί κάποτε με την μπάρα του Ερωδού ανάμεσά μας μου χάρισε ένα δικό της Τραμάκι. Έκτοτε παρακολουθώ διακριτικά τις τίμιες ποιητικές και ποινικολογικές της δοκιμές – όπου κι αν είναι, τα σέβη μου.

3057903383_c2822f8c17_b

Στις εικόνες: η πρώτη κασέτα που κυκλοφόρησαν οι Θ. Χονδρός και Α. Κατσιάνη ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1987 υπό την ετικέτα Άλλη Πόλη, δυο φωτογραφίες από το εξαιρετικό ιστολόγιο Φωτομερές και ανάμεσά τους ο Σταθμός άλλων εποχών, Μπλέ και Ελπιδοφόρος.

[σ. 192]

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001].

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Φαγάδικα, καφενεία, ξενοδοχεία, δρόμοι, εκκλησίες, καταστήματα, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τα κουπέ και οι διάδρομοι των τραίνων, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και στα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που λησμονιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου ή φαντασίας να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον Θείο Βάνια, γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν από έναν αδιάλλακτο Νοέμβριο. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Άλλοτε επισκεπτόμουν το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο μισοσκότεινο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση, περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον πάγκο της, ώστε να δω τους αστραγάλους της έξω από τα σαμπό, γυμνούς ή με διάφανες λεπτές κάλτσες. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνη αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Robert Bluj - Nokturn

Δεν ξεχνούσα ούτε το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσάδικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και, με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων, άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί ή να ηδονιστεί.

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες κι έβλεπα σαν υπνωτισμένος τα λεπτά τους δάχτυλα να περιτυλίγουν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη ταίριαζαν ιδανικά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στις καντίνες; Αναρωτιέται πόσο κουράζονται τα ποδαράκια τους, αν τις περιμένει κανείς να τα τρίψει και να τα ανακουφίσει; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου –με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας· γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, ελπίζοντας να αργήσει η δύσκολη εκείνη στιγμή κατά την οποία η πείνα καταλαγιάζει,  η ανυπομονησία του γεύματος αποτελεί παρελθόν, και το μόνο που μας κρατά στον θλιβερό χώρο είναι ένα κρασί άθλιο, πλην επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας ώστε να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού. Γ. Ρόρρης 1

Το βράδυ προσπερνούσαμε το μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας και μπαίναμε, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σε ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα ίδια και απαράλλακτα πνιγηρά δωμάτια με τις καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της. Ήθελα να ξεκουράσω τα βήματα αυτών των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις διαδρομές των γηγενών· ώστε να παραμείνουν, όπως οι ξένοι, οι επισκέπτες, οι φοιτητές κι οι περαστικοί, βηματοδότες μιας πόλης όπου δεν έπαψαν να αφήνουν τα ίχνη τους κι όπου κι ίσως κι εγώ, άφησα δικά μου ίχνη πάνω της και μέσα τους.

10153875_443230892474184_615417695_n

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα σε άλλους παραδρόμους με ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα, όσες γυναίκες ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία απέστρεφε το βλέμμα της στην πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και του σιδηροδρομικού σταθμού. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών στην Δωδεκανήσου, στις κιγκαλερίες και στα τσαγκαράδικα, μήπως, ειδικά στα τελευταία, επί τόπου καθίσουν σε ψηλό σκαμνάκι και βγάλουν τα τακούνια τους για άμεση επιδιόρθωση. Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια των ραφείων και των χαρτοπωλείων και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών [ό]που εγκατοικούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε ένα χάδι, [τουλάχιστον στα πόδια], κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες και τα διαφημιστικά άλλων εποχών διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς κι ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που με έξαψη σημείωνα ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, δήθεν ενδιαφερόμενος,  χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι μήπως και συνέπιπταν οι επιθυμίες μας και μου πρότεινε να ταξιδέψουμε μαζί, όπως συμβαίνει στις ταινίες. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας, χαρτογραφημένα τώρα σε χώρες με άλλα ονόματα, είμαι πια βέβαιος πως ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να είχε ξεκινήσει κι από την δική της πλευρά.

Robert Bluj (24)

Στην συνεχή περιφορά μου στην πόλη αναζητούσα οπουδήποτε τις γυναίκες που ως ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας απεικόνιζαν την πόλη τόσο ωραία. Τις έψαχνα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές που έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους και με παντόφλες αντί για γόβες, τακτοποιούσαν στα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο πρώτα σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας, κι ύστερα  σε μια ιδέα έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας το πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Οι δρόμοι παρέμεναν το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – την μία μέρα θα ήταν μια συγκεκριμένη απόχρωση ή μια κορδέλα στα μαλλιά, την άλλη κάποια ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή θα φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

Sarkis Muradyan

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις στάσεις των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου ή στα υδραυλικάδικα της Αρριανού μέχρι να την αποχαιρετήσω σιωπηλά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.John Berger, Ways of seeing

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και ευλαβικά πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.TAV5 - shawna

Κάποτε κατάφερνα να εισχωρήσω στους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, στις πρώτες γκαρσονιέρες των φοιτητριών. Στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, αφίσες με κλασικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια λούτρινα υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω, μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Όμως εκείνα τα δωμάτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση της οικογένειας· ένας κενός χώρος που μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που θα άνοιγε αργότερα, ως αποστολή κάθε γυναίκας. Τώρα τον γέμιζαν δυο άπειρα σώματα που δεν γνώριζαν τα κατατόπια αλλά μάντευαν πως ο μέσος όρος της κατάλληλης στιγμής για παράδοση βρισκόταν κάπου εκεί. Η αμήχανη λογοδιάρροια γινόταν σιωπή κι εκείνη θα περίμενε ανάσκελα, ανοιχτή μόνο όσο χρειαζόταν για να υποδεχτεί έναν άγνωστο καλεσμένο, παθητικά αφημένη σ’ ένα αγκάλιασμα χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς να απαντά στα ερωτήματα των κρίσιμων στιγμών, μόνο ψελλίζοντας που και που κάποια κατάφαση, μάλλον συγκαλυμμένη από τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική.  

Joe Velez - Carolina Reclining

Σκεφτόμουν πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα που χωρίς θέρμανση άφηναν τους μαθητευόμενους εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα, χωρίς καν τηλέφωνο να συνομιλούν μέσα στη νύχτα. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ έριχνε τις ασφάλειες κι η σόμπα άφηνε μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στα ακροδάχτυλά μας, ενώ έξω στους δρόμους τρέχαμε τρεμάμενοι να κρυφτούμε απ’ τον δαρμό του Βαρδάρη. Σύντομα κάποιος θα διαπίστωνε νωρίτερα απ’ τον άλλον πως τα ενεργειακά ρεύματα της ένωσης δεν διοχετεύονταν παρά χύνονταν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα αποχωρούσε με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας κι ίσως θα έγραφε κρυφά στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό.

IslBG

Το μυαλό θα συγκρατούσε δυο τρεις εξάρσεις – για παράδειγμα, ένα πρωινό που έφτασα από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασα, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που εκείνη επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις ημέρες του αποχωρισμού. Κάποιες φορές τις φαντασιωνόμουν όπως συμβαίνει μ’ ένα σώμα που υπήρξε διαθέσιμο αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλαστούμε σε ενιαίο σύμπλεγμα. Συχνά σκέφτομαι πως σήμερα θα φερόμουν αλλιώς· άλλοτε περιγελώ τις πρωθύστερες βεβαιότητες και εύχομαι να επέστρεφα σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι κοπέλες της πόλης συχνά έμοιαζαν άπιαστες, σχεδόν φασματικές. Αναζητούσα στις επιβάτισσες των τραίνων τους τρόπους να τις πλησιάσω· διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις αποβάθρες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους, σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα.

tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Στην πρόζα της γνωριμίας των προ ολίγου αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή  μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· μπορεί να είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου αλλά είναι απαραίτητες κι αυτό τις καθαγιάζει. Καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρξαν ποτέ ερωτικές σχέσεις διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών, οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Το λίκνισμα στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του αθλήματος της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή των ούρων. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων –μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων– και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι όπως ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» βγαίναμε στα κλεφτά ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία διέθετε. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι.

Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με  λεωφορείο, καθώς περιοριζόμουν σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντααδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν στα ξεχασμένα σε άλλες δεκαετίες κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε μια κρούστα λαδιού που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Τότε πλησίαζα κάποιο κορίτσι που στεκόταν έξω, σχεδόν έτοιμο να παρασυρθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων –ποιους αφήσαμε πίσω, τι μας περιμένει μπροστά–, προτού αφήσουμε το αναψυκτήριο σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι. [C]

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Το βλέμμα του όμως δεν συναντά το δικό μου, γιατί είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη του την προσοχή.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμούσα τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε παραπλήσιους έρωτες.

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

07
Μάι.
15

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.

05
Μάι.
15

Ανρί Αβρόν – Μαξ Στίρνερ ή η εμπειρία του μηδενός

exonvp6fs

Πρώτος ο Στίρνερ θέλησε να σκοτώσει τον άνθρωπο, έπειτα από τον ίδιο τον Θεό, κάθε ιδέα του Θεού. Αλλά αντίθετα με τον Νίτσε, ο μηδενισμός του είναι ικανοποιημένος. Ο Στίρνερ γελά μπροστά στο αδιέξοδο, ο Νίτσε ρίχνεται πάνω στους τοίχους […] Δεν είχε μόνο έναν ανοικτό λογαριασμό με τον Θεό, αλλά ακόμα με τον άνθρωπο του Φόυερμπαχ, το Πνεύμα του Χέγκελ και την ιστορική ενσάρκωσή του, το Κράτος. Ο Θεός είναι μόνο μια αλλοτρίωση του εγώ, η ακριβέστερα αυτού που είμαι. Ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Ντεκάρτ, ο Χέγκελ, όλοι οι προφήτες και οι φιλόσοφοι δεν έκαναν ποτέ κάτι άλλο από το να επινοούν νέους τρόπους αλλοτρίωσης αυτού που είμαι […] Η (γαλλική) Επανάσταση κατέληξε σε μιαν αντίδραση, και αυτό απέδειξε τι ήταν πραγματικά η Επανάσταση. Να υποδουλώνεσαι στην ανθρωπότητα δεν αξίζει περισσότερο από τον να υπηρετείς τον Θεό. Εξάλλου, η αδελφοσύνη δεν είναι παρά «ο κυριακάτικος τρόπος σκέψης των κομμουνιστών». όλη την εβδομάδα τ’ αδέλφια γίνονται δούλοι. Επομένως μια μόνο ελευθερία υπάρχει για τον Στίρνερ, «η δύναμή μου»…

… έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ στο έργο του ο Επαναστατημένος άνθρωπος [σ. 111-112], αφιερώνοντας λίγες σελίδες στον σπουδαίο Γερμανό φιλόσοφο και την κορύφωση της ατομοκεντρικής θεωρίας. Η φήμη του Στίρνερ στηρίζεται αποκλειστικά στο βασικό του έργο Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι μοναδικός, δηλαδή εχθρικός σε κάθε υποταγή θρησκευτική, πολιτική ή κοινωνική, και ότι η μοναδικότητά του αυτή του δίνει το δικαίωμα να θεωρεί τα πάντα ιδιοκτησία του, αναπόφευκτα προκάλεσε σκάνδαλο αλλά και είχε ιδιαίτερη αποδοχή στην εποχή του. Ήταν τόσο μεγάλη η αίσθηση ώστε ο Μάρξ και ο Ένγκελς άσκησαν στο έργο τους Η γερμανική ιδεολογία εκτενέστατη κριτική.

engels-caricature-of-the-free-the-berlin-group-of-young-hegelians-words-in-the-drawing-ruge-buhl-nauwerck-bauer-wigand-edgar-bauer-stirner-meyen-stranger-koppen-the-lieu

Ο Στίρνερ κατατάσσεται στους «στοχαστές της αναρχίας» ενώ η σκέψη του χαρακτηρίζεται ατομικιστικός αναρχισμός που αντιτίθεται στον μπακουνικής ουσιαστικά έμπνευσης κομμουνιστικό αναρχισμό. Πρόκειται για μια κατάταξη που δίνει κάποια αίγλη αλλά και περιορίζει την σοβαρή μελέτη του έργου του και της θέσης του στην ιστορία της γερμανικής σκέψης. Τον φαντάζομαι στα είκοσί του νεαρό σπουδαστή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, να παρακολουθεί μαθήματα θεολογίας με τον Ρίτερ και φιλοσοφίας με τον ίδιο τον Χέγκελ, που βρισκόταν τότε στο απόγειο της δόξας του [1826], αργότερα ως καθηγητή ιστορίας και λογοτεχνίας σε λύκειο να συναναστρέφεται του πιο πρωτοποριακούς κύκλους του Βερολίνου και να προσχωρεί στην μποέμικη ομάδα των Ελεύθερων [Die Frien], εκπροσώπων της εγελιανής αριστεράς, να αποκτά φήμη για την έχθρα του προς την θρησκεία, να παντρεύεται όχι στην εκκλησία αλλά στο ίδιο του το σπίτι όπου ερχόμενος ο ιερέας βρήκε τους δυο μελλόνυμφους και τους δυο μάρτυρες να παίζουν χαρτιά, ενώ αντί για τα ξεχασμένα δαχτυλίδια επιστράτευσαν δυο χάλκινους κρίκους από ένα πουγκί!

Το βιβλίο προκάλεσε αναταραχή στους ίδιους αυτούς κύκλους αλλά για την επίσημη λογοκρισία ήταν πολύ σκοτεινό και δυσνόητο για να απαγορευτεί! Ο Στίρνερ προσκαλεί στην κατάκτηση του Εγώ από τον ίδιο τον εαυτό του. Στο πρώτο μέρος αποδεικνύει την ανυπαρξία των δήθεν ανώτερων δυνάμεων, στο δεύτερο μέρος επιχειρεί να ξαναδημιουργήσει ένα σύμπαν όπου το Εγώ έχει ανακτήσει την ύπατη εξουσία του. Όλες οι δυνάμεις που θέλουν να κυριαρχήσουν πάνω στο Εγώ, είτε είναι ο Θεός είτε η ανθρωπινότητα είτε το πνεύμα, έχουν προκύψει στη πραγματικότητα απ’ αυτό και ο Στίρνερ το εξορκίζει να τις παραπέμψει στον αληθινό τους ρόλο ως δημιουργημάτων και να τις διαθέσει όπως του αρέσει.

max-stirner

Η μοναδικότητα αποτελεί έσχατο καταφύγιο, γράφει ο Στίρνερ, και θαρρείς ότι έχει μπροστά του την σημερινή ισοπεδωτικά παγκοσμιοποιημένη συγκυρία. Πώς να μειώσουμε τα καταστροφικά αποτελέσματα της μαζικοποίησης αν όχι επικαλούμενοι αυτό το έσχατο καταφύγιο που αποτελεί το Εγώ; Απέναντι στην καθολική υπαγωγή σε κοινή διοίκηση, η μοναδικότητα εγγυάται την δημιουργικότητα. Ο μοναδικός έχει το δικαίωμα να επινοεί διαρκώς τον εαυτό του και τις πράξεις του.

Η μοναδικότητά του περιλαμβάνει το «δικαίωμα στη διαφορά»· το όμοιο με στρατόπεδο συγκέντρωσης σύμπαν στο οποίο είναι καταδικασμένη να ζει η ομοιομορφοποιημένη ανθρωπότητα, η επιβεβλημένη ενότητα που εμφανίζεται σαν καρικατούρα ενότητας, όλα αποκτώνται μόνο μέσω της καθολικής εγκατάλειψης όλων των διακριτικών σημαδιών. Η μοναδικότητα αντίθετα διδάσκει την ετερότητα, που συνεπάγεται τον σεβασμό του άλλου. Η αληθινή ανοχή δεν γεννιέται από το συναίσθημα ότι είμαστε όλοι ίδιοι, αλλά από την βεβαιότητα ότι είμαστε όλοι «μοναδικοί». Η αδυναμία μας, διαπιστώνει ο Στίρνερ, δεν είναι ότι αντιτιθέμαστε σε άλλους αλλά ότι δεν είμαστε εντελώς χωρισμένοι απ’ αυτούς, ότι αναζητούμε μια κοινότητα, έναν δεσμό, για να υπάρξουμε μόνο μέσα από τους άλλους.

birthplace

Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου ο φιλόσοφος παραιτήθηκε από την θέση του καθηγητή και προσπάθησε ανεπιτυχώς να αξιοποιήσει την οικογενειακή περιουσία σε άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, ακόμα και σ’ αυτήν του γαλακτοπώλη. Κατέληξε δέσμιος των πιστωτών του, άλλαζε διαρκώς διευθύνσεις για να τους αποφεύγει, τελικά φυλακίστηκε για χρέη δυο φορές, έζησε στην φτώχεια και στην αφάνεια. Χάρη στον Αβρόν (καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα πολλών βιβλίων με «αιρετικά» θέματα, όπως ο αθεϊσμός, ο αναρχισμός, οι αμερικανοί ελευθεριακοί, η εξέγερση της Κροστάνδης κ.ά.) μπορούμε να εισχωρήσουμε στο κάποτε σύνθετο αλλά συναρπαστικό φιλοσοφικό του κόσμο, πολύτιμη τροφή για σκέψη πάνω και στην σύγχρονη πραγματικότητα.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2006, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, 112 σελ. [Henri Avron, Max Stirner ou l’expérience du néant, 1973]

Στην εικόνα: καρικατούρα του Ένγκελς για την μποέμικη ομάδα των Ελεύθερων [Die Frien], εκπροσώπων της εγελιανής αριστεράς: Ruge – Buhl – Nauwerck – Bauer – Wigand –Edgar – Bauer – Stirner – Meyen – άγνωστος – Koppen The Lieutant και η γενέτειρα οικία στο βαυαρικό Bayreth.

02
Μάι.
15

Το Δέντρο, τεύχος 203 – 204 (Απρίλιος 2015)

Δέντρο

[Μεγάλοι συγγραφείς, μικρά κείμενα]

Κάθε τεύχος του Δέντρου με θέτει ενώπιον του ίδιου κάθε φορά διλήμματος: να διαβάσω τις διακόσιες περίπου σελίδες του μονορούφι, αφιερώνοντας ολόκληρη την ημέρα σε αυτή την πανσπερμία κειμένων και ερεθισμάτων ή να επιβραδύνω την ανάγνωσή του, διαβάζοντας ένα ή δυο κείμενα κάθε φορά, καθυστερώντας το γύρισμα της τελευταίας σελίδας. Αυτή τη φορά δοκίμασα το πρώτο, παραδιδόμενος στην βουλιμική διάθεση της στιγμής.

Τα μικρά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων που καταλαμβάνουν ένα μέρος του τεύχους, περιέχουν, εκτός από απολαυστικό λόγο και ενδιαφέρουσες εκπλήξεις. Ποιος θα περίμενε δια χειρός Οκτάβιο Πας μια ερωτικότατη ιστορία με ένα θηλυκό κύμα που τον ακολουθεί παντού, σε ταξίδια και σε σπίτια, οδηγώντας σε παρανάλωμα εικόνων και λέξεων; Εδώ συνυπάρχουν ένα άγνωστο μικρό κείμενο του Μπόρχες για το Ταγκό, μια επιστολή του Λουί – Φερντινάν Σελίν στον Ελί Φορ, μια συζήτηση με τον Ελίας Κανέτι για τον Κάφκα, την Φελίτσε και την Δίκη, ένα εξομολογητικό πολιτικό κείμενο του Βάτσλαβ Χάβελ, μια διήγηση για την ρωμαϊκή ζωή του Τζέμις Τζόις, κείμενα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντίνο Μπουτζάτι, Τζόις Κάρολ Οόουτς, Σέιμους Χίνι (για τον Έζρα Πάουντ), απόσπασμα από τα ημερολόγια των αδελφών Γκονκούρ, γράμματα του Ελία Καζάν, απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν…

BreecePancake

… και ένα από τα δώδεκα διηγήματα που έγραψε ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ [Breece D’ J Pancake], αυτόχειρας στα είκοσι επτά του, που έγραψε για την κουλτούρα και την γεωγραφία της Δυτικής Βιρτζίνια και κατ’ επέκταση την ασφυκτική ατμόσφαιρα των μικρών πόλεων, την σφοδρή εφηβική επιθυμία για απόδραση, την σμίλευση του χαρακτήρα κατά τα πρότυπα ενός άγριου και αφιλόξενου περιβάλλοντος – όλα αυτά τα στοιχεία, σκέφτομαι, που σήμερα μας υπενθυμίζει ο κινηματογράφος και ελάχιστοι συγγραφείς. Αναρωτιέμαι πως θα ήταν σήμερα τα γραπτά του άγνωστού μας αυτού συγγραφέα. [απόδοση: Γιάννης Παλαβός]

Τα δυο κορυφαία κείμενα του φακέλου προέρχονται από δυο Ιταλούς συγγραφείς, τον Ένιο Φλαϊάνο και τον Βιτσέντζο Κόνσολο. Ο δεύτερος μας ταξιδεύει στην Πλατεία των Διασταυρωμένων Πεπρωμένων, στον μιλανέζο Άγιο Αμβρόσιο την δεκαετίας του ’50, όπου ο ήρωας, φοιτητής από την Σικελία στο Μιλάνο, παρακολουθεί από την πανσιόν της δεσποινίδας Κολόμπο δυο αποκλίνουσες πραγματικότητες: τραμ χωρίς αριθμό να καταφθάνουν από τον Κεντρικό Σταθμό και να ξεφορτώνουν στο Κέντρο Μεταναστών πλήθη ολόκληρα ανθρώπων που έρχονταν από τον Νότο, κυρίως από την Σικελία, για να υποβληθούν σε ελέγχους και ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν να σταλούν στα εργοστάσια της Ευρώπης ή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Κι από την άλλη μεριά ο Τσίρο βλέπει να συγκεντρώνονται μπροστά στο τμήμα διμοιρίες αστυνομικών, πανέτοιμες ν’ αναχαιτίσουν τους εργάτες της Πιρέλι ή της Άλφα Ρομέο, που έχουν κατέβει σε απεργία. [απόδοση: Ευαγγελία Γιάννου]

Vincenzo-Consolo

Ήταν η περίοδος που σήμαινε το τέλος της αγροτιάς, την αποτυχία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων στη Σικελία, την νίκη των φεουδαρχών, των αιώνιων Γατόπαρδων, ή αυτών που βρίσκονταν ακόμη πιο πάνω, των gabelloti, των μαφιόζων εκμεταλλευτών της γης. Ήταν εκείνη η περίοδος την οποία ο Παζολίνι αργότερα χαρακτήρισε ως «ανθρωπολογική μετάλλαξη» αυτής της χώρας.

Ολόκληρη η ιστορία του εικοστού αιώνα σε λίγες γραμμές, η αιώνια μετανάστευση, ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή. Κι όμως, το κείμενο απολήγει σε τρυφερό περιστατικό νοσταλγίας, μια αξέχαστη συνάντηση με την Άννα Μανιάνι πάνω από μια σαρκοφάγο στα νησιά των μεταναστών, στο Λίπαρι. Να μια σκηνή που θα άξιζε την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι, που, τι έκπληξη, συναντούμε πιο κάτω, με μικρό απόσπασμα από το αμετάφραστο – ελπίζουμε όχι για πολύ ακόμα – βιβλίο του Η μουσική είναι επικίνδυνη. Για τον Πιοβάνι το πιάνο είναι η γραφομηχανή του και αυτός ο έρωτας με το βασικό εργαλείο της δουλειάς του δεν τρέφεται από κάποιο μύθο ή φετίχ, παρά από την ιδιότητα ενός πραγματικού πιανίστα εκτελεστή (και κατά τη γνώμη μου του κορυφαίου κινηματογραφικού συνθέτη των τελευταίων χρόνων, του έχουμε άλλωστε αφιερώσει αρκετά κείμενα εδώ στο Πανδοχείο) που χρησιμοποιεί το πιάνο κυρίως για να συνθέσει, σαν μια γραφομηχανή, με το χαρτί του πενταγράμμου στο αναλόγιο, το μολύβι στο στόμα και τη γόμα στο πληκτρολόγιο. [απόδοση: Φανή Δ. Μουρίκη]

nicola-piovani-638x425

Ο Τζόναθαν Κόου εκκινεί από την παρακολούθηση του μπεκετικού Περιμένοντας τον Γκοντό στο οποίο πήγε τις κόρες του, που όπως ήταν αναμενόμενο υπέφεραν, η δε νεαρότερη – δεκατεσσάρων ετών – αποκάλεσε την υποχρέωση να δει την παράσταση ως έγκλημα συγγενικό με την άσκηση βίας κατά ανηλίκου. Ο συγγραφέας παραδέχεται την ματαιότητα του εγχειρήματος αλλά βρίσκει ευκαιρία να ξεσκονίσει μια παλιά του εργασία για την παράδοση των κωμικών ντουέτων, την καθιερωμένη σχέση κυρίου – υπηρέτη και τον συγγραφέα ως υπηρέτη και κύριο των ηρώων του.

Στην ουσία κάθε γυναίκα που συναντάω σκέφτομαι πώς θα ήταν να κάνω έρωτα μαζί της. Όλοι οι άντρες έχουν τέτοιες σκέψεις αλλά δεν τις αποκαλύπτουν. Το να ερωτευτείς είναι κάτι διαφορετικό…γράφει στην … εξάτομη αυτοβιογραφία του με τίτλο Ο Αγών μου ο Καρλ Όβε Κνάουγκαρντ, ο Νορβηγός Προυστ, και μια επίσκεψη στο σπίτι του και το έργο του αποτελεί έναν από τους σταθμούς της περιπλάνησής μας. Αργότερα περνάμε από το πλούσιο αρχείο του Αντόνιο Ταμπούκι (ποιος ξέρει πότε θα διαβάσουμε τα εξήντα χειρόγραφα τετράδια γεμάτα σημειώσεις, σχέδια για διηγήματα, εντυπώσεις ταξιδιών, σκαριφήματα επιστολών, πρώτες γραφές μελλοντικών βιβλίων…), επιστρέφουμε στο Λονδίνο του ’60 μαζί με τον Μάικλ Κειν και τον Χάρολντ Πίντερ, αποτολμούμε μια ανατομία στο πάθος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ξαναδιαβάζουμε την τετραλογία των Λαγών του Τζον Άπνταικ, καλούμε τον Τομ Γουλφ να επιστρέψει στο Μπρονξ, διαβάζουμε νεοελληνικά διηγήματα και δοκίμια και επιστρέφουμε στο πυκνό εισαγωγικό σημείωμα:

Karl Ove Knausgård.

Ο άκριτος αναγνώστης όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά χωρίς μεσολαβήσεις από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετά – Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση ή στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή» του εαυτού, που έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ. Δεν επικοινωνία με καμία ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. […] Αυτός ο αναγνώστης εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

[195 σελ]

Στις εικόνες: Breece D’ J Pancake, Vincenzo Consolo Nicola Piovani, Karl Ove Knausgård.

01
Μάι.
15

Γιάννης Ευσταθιάδης – Το τρίτο βιβλίο με τις αντιστίξεις και άλλα μουσικά κείμενα

ANTISTIXEIS_hi

Η κριτική δεν είναι παρά η πληροφορημένη γνώση. Γράφω ένα κείμενο που παραμένει η υποκειμενική μου αντίδραση, βασισμένη – ελπίζω – σε γνώση, εμπειρία και διαίσθηση. Η δουλειά του κριτικού δεν είναι να αποδεικνύεται ορθός ή λανθασμένος. Η δουλειά του είναι να εκφράζει μια άποψη σε καλά αγγλικά….έγραφε ο Harold Schonberg, με μια ευθύβολη ερμηνεία περί κριτικής, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ο συγγραφέας θυμάται την σημαντική αυτή μορφή της μουσικής κριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την αποδημία του το 2003 και αναρωτιέται τι μένει σήμερα από τις λέξεις που με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα έσβησαν χωρίς απόηχο.

Είναι εμφανές ότι και αυτά τα «ακροαστικά δοκίμια» του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής [1999 – 2005], στο Βήμα των ιδεών και στο περιοδικό Το Δέντρο εκκινούν από ένα συμβάν, ένα άκουσμα, μια μνημονική έκλαμψη, έναν δίσκο κ.λπ. που ενεργοποιούν γενικότερους συλλογισμούς· κι εκείνοι, με την σειρά τους εκφέρονται με την μεστή «απικιακή» γραφή, που αρκείται σε δυο και τρεις σελίδες για την εξομολογητική και φιλοσοφική της απόσταξη.

c 1

Πώς είναι η μουσική όταν δεν την ακούμε; Συνεχίζει να υπάρχει μια συμφωνία όταν δεν αναπαράγεται στα αυτιά μας; Ποια η αξία μιας σονάτας που για χρόνια δεν πλησιάσαμε; Η ερώτηση επεκτείνεται αναλογικά και στο μυθιστόρημα και σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Ίσως αυτό μένει δεν είναι το ίδιο το έργο αλλά η ανάμνησή του, η προσωπική μας αναπαραγωγή μέσω ανασύνθεσης, πιθανώς κάποιο περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας, ένας αφορισμός, μια απλή φράση. Υπάρχει, γράφει ο συγγραφέας στην «Ανήκουστη μουσική», μια αίσθηση πολύ πιο σημαντική στα έργα τέχνης από την όραση ή την ακοή: η ίδια η μνήμη, που τα αναπαράγει αποσπασματικά και κατακερμαστισμένα. Ίσως λοιπόν η μουσική να ακούγεται και χωρίς ήχο, όπως χωρίς βλέμμα υπάρχει η λογοτεχνία και χωρίς όραση ο κινηματογράφος.

«Η μουσική των ήχων» είναι ένας άλλος κόσμος χωρίς λέξεις που καλείται να εκφραστεί ακριβώς με αυτό που του λείπει. Η «Συγκεκριμένη Μουσική» κατάγεται ευθέως από μια από τις αρχαιότερες γλώσσες, αν όχι την αρχαιότερη, αυτήν που μεταπλάθει τον επικοινωνιακό στοχασμό της φύσης: τους ήχους. Για τον συγγραφέα προσομοιάζει λιγότερο στη μουσική και περισσότερο στη ζωγραφική, καθώς ο μουσικός της είναι ταυτοχρόνως συνθέτης και ερμηνευτής, άρα συγγενεύει με τον ζωγράφο που μπροστά στον καμβά του και συλλαμβάνει και εκτελεί. Η εκτέλεση εμπεριέχει και μια ερεθιστική τελεσιδικία: κανείς δεν θα επαναλάβει την – οριστική – ερμηνεία. Όπως σχεδόν όλα τα νεωτεριστικά ρεύματα, είναι πιο σημαντικό γι’ αυτό που ως πειραματισμός κληροδοτεί, παρά γι’ αυτό που ως πεπραγμένο καταλείπει. Εν προκειμένω, φαίνεται πως ο απόηχος είναι πιο σημαντικός από τον ήχο.

c 2

Στην «Ακρόαση χωρίς νόρμες» ο συγγραφέας ομολογεί ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως «καθαρή μουσική», ως μελωδικό ποταμό που συνεγείρει και απλώς προσχηματικά ακουμπά πάνω σε επιφανειακούς χαρακτήρες και υποτυπώδη πλοκή. Φυσικά αργότερα αφιερώνει ειδικό κείμενο στις «Ηρωίδες της ουτοπίας», τις Βιολέτα, Τόσκα, Λεονόρα, Τζίλντα, Λουτσία, μέλη του αόρατου θιάσου ενός ενιαίου έργου. Άραγε τι τις ενοποιεί; Το κοινό και ανολοκλήρωτο πάθος; Το γεγονός ότι δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική υπόσταση αλλά μόνο μουσικό ένδυμα; Και γιατί ο θάνατός τους δεν φέρνει δάκρυα στα μάτια; Ίσως το αδάκρυτο πένθος ισοπεδώνεται από την παντοδυναμία της μουσικής. Ή, αλλιώς, η μουσική ακόμα κι όταν είναι πένθιμη, δεν πενθεί ποτέ.

Υπάρχει βέβαια και η «Μουσική για βιαστικούς»· περί compilation ο λόγος, και πώς να ερμηνεύσουμε τον όρο αφού ο όρος «ανθολόγιο» είναι ευρύτερος και διαθέτει κάποια ποιοτική και ηθική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει ως έννοια και την επιλογή, την μέθοδο, τα κριτήρια. Στα compilations, αντίθετα, θάλλει η εμπορικότητα, καθώς ολοένα αυξάνονται και πληθύνονται οι βιαστικοί ακροατές του αποσπασματικού. Έτσι συγχωνεύονται η γνώση και η άγνοια, η εμβάθυνση και η επιδερμικότητα και προφανώς η αρωματική γεύση ακυρώνει την τροφή, σε αυτό το fast food μουσικής.

c 5

Η εξέλιξη της εικαστικής γλώσσας των εξωφύλλων είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία και ο συγγραφέας παρατηρεί την μετάβαση από τις μονόχρωμες φωτογραφίες στις συμβολικές εικόνες φύσης, αντικειμένων και πινάκων και αργότερα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Κάποτε τα φώτα στράφηκαν στον ερμηνευτή, τον μαέστρο – βεντέτα, με μια ναρκισσιστική απεικόνιση, ενίοτε στοχαστική ή πιστή σε ένα ιδιότυπο life style – άλλωστε το κείμενο εδώ τιτλοφορείται «Γένια τριών ημερών». Ίσως θα έπρεπε να υπενθυμίζεται συχνά η περίφημη αποστροφή του Μάνου Χατζιδάκι προς τους φωτορεπόρτερ: Μη μας φωτογραφίζετε άλλο…άλλωστε δεν έχουμε κανένα οπτικό ενδιαφέρον!

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε κείμενα μια σειρά θεμάτων – ερωτημάτων που όλοι εμείς που αναπνέουμε με την μουσική έχουμε αμέτρητες φορές συζητήσει και ακόμα περισσότερες σκεφτεί. Ξανακούει τον Ξενάκη, διαβάζει τον Adorno, αποτίει δισέλιδο φόρο τιμής στον Ted Perry και την Hypérion Records, ξεφυλλίζει τα Δελτία της Λέσχης του Δίσκου, αφιερώνοντας επί προσωπικού ένα σημείωμα για την μύηση που ξεκίνησε την άνοιξη του ’66 όπου γοητευμένος από ένα πορτοκαλόχρωμο κουτί («κασέτα») που περιείχε την Αντιγόνη του Orff πρωτομπήκε στο κατάστημα. Στις εκδόσεις της Λέσχης άλλωστε εξέδωσε, με τα ένσημα μιας συνεχούς φιλέρευνης σχέσης, τα πρώτα δυο Βιβλία με τις Αντιστίξεις [2002 και 2006]. Κάποτε θυμάται ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση σύμφωνα με το οποίο η φύση μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο χωρίς λέξεις, όπου κάθε άνθος είναι ένα γράμμα, και το εφαρμόζει στην μουσική, γράφοντας ότι το κείμενο της φύσης εδώ είναι γραμμένο με συγχορδίες και κάθε άνθος είναι μια νότα.

0002894777096_600

Γιατί πρέπει ν’ ακούμε τις παλιές ηχογραφήσεις και να εισπράττουμε το έργο απομειωμένο εξαιτίας μιας τεχνολογίας που σήμερα φαίνεται στοιχειώδης; Έχουν κάποια χρησιμότητα οι κακές εκτελέσεις; Η απάντησή του εδώ είναι θετική: κάθε κακή εκτέλεση αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία λιγότερο των ερμηνευτών και περισσότερο του ίδιου του έργου: ελέγχουμε τον βαθμό διαπίδυσης, ακντιοβολίας, την σταθερότητα της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, είναι, σε τελική ανάλυση ένα crash test του έργου. Και στον «Νόστο» είναι αδιάλλακτος: μόνο η μουσική έχει τόση αναδρομική ισχύ, επαναφέροντάς μας σε άλλους, ηδύτερους τόπους και χρόνους. Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο παράδεισος έχει προ πολλού απολεσθεί, αλλά αρκεί μια μελωδία για να μας τον ξαναθυμίσει.

Εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 158

Δημοσίευση και σε mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 183. Classic Nouveau.

24
Απρ.
15

Τανιζάκι –Το κλειδί

TANIZAKI_KLEIDI

Αντικριστά ημερολόγια ερωτισμού και σκληρότητας

Από ετούτη τη στιγμή εγώ, άσχετα με το αν αυτή πράγματι το διαβάζει στα κρυφά ή όχι, θα θεωρήσω πως το κάνει και θα γράφω αυτό το ημερολόγιο με την αίσθηση ότι της μιλάω. [σ. 14].

Ένας άντρας αποφασίζει να κρατήσει ημερολόγιο ακριβώς για να εκφράζει κάθε του σκέψη ως προς την σύζυγο του, Ικούκο, με την οποία ζει εδώ και χρόνια. Εκείνη δεν γίνεται μόνο λαθραία αναγνώστριά του αλλά και συγγραφέας του δικού της ημερολογίου, με αντίστροφο αποδέκτη τον ίδιο. Το εύρημα του απολαυστικού μυθιστορήματος του Τανιζάκι έχει ήδη ξεκλειδωθεί, με τον ίδιο τρόπο που ανοίγονται, πάντα κρυφά και με την απαραίτητη υποκρισία, τα ημερολόγια του ζεύγους. Κι αν αμφότεροι μας μοιάζουν αμοιβαίοι ηδονοβλεψίες, όπως κι εμείς φυσικά, που έχουμε πρόσβαση και στα δυο, ίσως στην αρχή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε μέχρι πού μπορεί να φτάσει το μαρτύριο της αλήθειας.

Tsukioka Settei (attribué à), Images du printemps (Shunjō Gadai), 1710-1787

Εκείνη βέβαια, όπως γράφει, γνωρίζει από παλιά ότι ο σύζυγός της κρατάει ημερολόγιο που κλειδώνει στο συρτάρι του γραφείου του και ότι κρύβει το κλειδί σε συγκεκριμένα σημεία. Ξέρει όμως να κάνει την διάκριση ανάμεσα σε κάτι που είναι θεμιτό να γνωρίζεις και σε κάτι που δεν πρέπει. Η νομιμοποίησή της είναι και ηθική. Όταν μάλιστα βλέπει το κλειδί ριγμένο κάπου σε φανερό σημείο, αντιλαμβάνεται πως εκείνος αναγνωρίζει σιωπηλά τις κλεφτές αναγνώσεις της και ότι προσποιείται πως δεν συμβαίνουν. Άλλωστε αρχίζει κι εκείνη πλέον να αποκαλύπτεται εγγράφως, έχοντας μάλιστα και μια αίσθηση υπεροχής, καθώς γνωρίζει την δική του κρυψώνα, ενώ εκείνος ούτε καν την νέα της συνήθεια.

Χάρη στην δεδομένη τους κρυφότητα τα ημερολόγια μετατρέπονται σε οχήματα αλήθειας καθώς αποτελούν εξομολογητήρια ανομολόγητων επιθυμιών και ευκαιρίες εκτόνωσης, δοχεία παραπόνων. Αλλά είναι τα ίδια αυτά κείμενα που αποτελούν πάσης φύσεως όπλα, καθώς μπορούν να προκαλούν ερωτική διέγερση, να πληγώνουν, να ειρωνεύονται, να κατηγορούν με ιδιαίτερη σκληρότητα. Μέσα από τις ημερολογιακές καταγραφές οι σύζυγοι γράφουν την ζωή τους – την υπαρκτή ή αυτή που ζουν στη φαντασία τους. Οι καθημερινές εγγραφές μοιάζουν με επιστολές όπου ο ένας είναι παραλήπτης του άλλου. Σε αυτό το ζέον μείγμα αληθών και ψευδών εξομολογήσεων όλα είναι ρευστά.

 tanizaki 1

Για την Ικούκο οι λέξεις αποδεικνύονται πρόσφορες για να εκφράσει την αντίφαση που βιώνει όλα αυτά τα χρόνια: από την μία τρέφει έντονη απέχθεια για τον άντρα της και την ίδια στιγμή τον αγαπά εξίσου έντονα. Οι «εμμονές του και τα ανώμαλα χάδια του» την απωθούν αλλά θεωρεί ανεπίτρεπτο να μην του ανταποδίδει την «παθιασμένη αγάπη» του. Οι αντικρουόμενες επιθυμίες της την βρίσκουν να «εκτελεί την πράξη σιωπηλά, στη μέση μιας απομονωμένης σκοτεινής κρεβατοκάμαρας, θαμμένη κάτω από βαριά παπλώματα».

Διαβάζοντας τους ισχυρισμούς του πως εδώ και είκοσι χρόνια του δίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο και την ίδια στάση, «απαντάει» πως αυτό οφείλεται στο πνεύμα της οφειλόμενης παθητικότητας της γυναίκας που της εμφύσησε η οικογένειά της. Η επιθυμία του να τον φιλάει στα βλέφαρα την απωθεί, και φροντίζει να έχει τα μάτια της κλειστά μπροστά σε εκείνο το δέρμα από αλουμίνιο, γιγαντιαίο σαν σε κοντινή προβολή σινεμασκόπ…Κι ύστερα εκείνος «αρχίζει να εξετάζει διεξοδικά το κορμί της απ’ την κορφή ως τα νύχια». Αυτή είναι μια από τις τελετουργίες του: παίρνει στα χέρια του την λάμπα και επιθεωρεί το σώμα της , καθώς εκείνη κοιμάται. Την εξετάζει εξονυχιστικά όπως μελετάει έναν χάρτη· πρώτη φορά έχει τέτοια ολοκληρωμένη εικόνα του γυμνού σχήματός της.

  Female Bather Kneeling to Wash and Comb Her Hair, Taishô period, dated 1918

Θα μπορούσε η δυική αυτή ημερολογιακή εκτόνωση να παραμείνει δυική· σταδιακά όμως εμπλέκονται τόσο η Τοσίκο, κόρη του ζεύγους, όσο και ο φίλος της Κιμούρα. Όταν η σύζυγος μεθά από το μπράντυ που φέρνει στο σπίτι ο Κιμούρα, ο τελευταίος συνδράμει με ιδιαίτερη ζέση τον σύζυγο στην φροντίδα της αναίσθητης Ικούκο. Σύντομα η διαδικασία αποτελεί συχνό βραδινό φαινόμενο: ο Κιμούρα θα επισκεφτεί το ζεύγος, εκείνη θα πάει στο μπάνιο ζαλισμένη, οι άντρες θα την βρουν λιπόθυμη και ημίγυμνη στο πάτωμα και θα σπεύσουν οι άντρες να την βοηθήσουν. Το θέατρο ικανοποιεί όλους. Ο άντρας τον ζηλεύει αλλά παραδέχεται πως η ζήλεια τού προκαλεί διέγερση. Ακόμα και η προσπάθειά της να κρύψει το μεθύσι της του μοιάζει ως κάτι απέραντα αισθησιακό.

Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία πως η γυναίκα μου διαβάζει κρυφά αυτό το ημερολόγιο και με το να τα γράφω όλα αυτά μπορεί να την κάνω να σταματήσει τα μεθύσια…Μπα, δεν πιστεύω πως θα το ’κανε, γιατί αν σταματήσει, τότε θα είναι σαν να μου δίνει την απόδειξη ότι το διαβάζει κρυφά. Αν δεν το διαβάζει από την άλλη, δεν θα μάθει τι της έκανα ενόσω είχε χάσει τις αισθήσεις της… [σ. 45 – 46]

 Okumura Masanobu 11

Αργότερα θα είναι η σειρά της να τον ταπεινώσει: μπορεί εκείνος να φτάνει στο σημείο να της δίνει υπνωτικά διαλυμένα στο νερό, ως ένα καλό πρόσχημα να συνεχίσει να προσποιείται την κοιμισμένη, μπορεί κάθε βράδυ να προβαίνει σε εξονυχιστική εξέταση του σώματος κάτω από το φως της λάμπας προτού την απολαύσει με όποιο τρόπο θέλει, αλλά εκείνη έχει τις δικές της τελευταίες λέξεις: όλα καταγράφονται στο ημερολόγιο ως μια ονειρική αίσθηση, αλλά με το πρόσωπο του Κιμούρα! Αποκαλύπτει έτσι μια «κρυφή» της φαντασίωση που εξηγεί και την ερωτική της άφεση.

Όσο προχωράνε οι σελίδες των συμβίων μαζί με τις σελίδες του συγγραφέα, τόσο βαθύτερα βρισκόμαστε σε έναν κυκεώνα αποκαλύψεων και επικαλύψεων. Η σύζυγος αναρωτιέται αν η ίδια της η κόρη επιθυμούσε να την μεθύσει και χρησιμοποίησε τον φίλο της για τον σκοπό αυτό. Ο ίδιος ο Κιμούρα μοιάζει να αποδέχεται τον συνενοχικό του ρόλου. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι μιλάει στον ήρωα για την ευεργετική φωτογραφική μηχανή που λέγεται πολαρόιντ και που σύντομα του χαρίζει ως δώρο; Για τον τελευταίο είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσει να την χρησιμοποιεί τα βράδια, για λόγους που καταγράφει στο τεφτέρι του: ηδονίζεται να της δημιουργεί διάφορες στάσεις, επιθυμεί να κολλήσει τις φωτογραφίες στο ημερολόγιό του, θέλει να ανακαλύψει την ωραιότητα κάθε σημείου της αλλά και να την οδηγήσει στον έσχατο εξευτελισμό ώστε να αποκαλυφθεί μέχρι ποιο σημείο θα αντέξει την προσποίηση.

taizaki - hiroyuki-izutsu-medium

Ο συγγραφέας δεν θα αφήσει τους ήρωές του στις καθαρτήριες ψυχοσωματικές εκτονώσεις· η εμβύθισή τους στην αλήθεια δεν θα είναι αναίμακτη. Η μεθυστική διείσδυση του άντρα στον κόσμο του ερωτισμού ή ο προϊών χρόνος θα του προκαλέσουν παθήσεις που αρχικά υποδηλώνουν και αργότερα υπερτονίζουν την αναπόφευκτη παθολογία της ηλικίας. Η διπλωπία του έχει ως αποτέλεσμα να βλέπει τα πρόσωπα διπλά, ενώ η υπέρταση δημιουργεί ζαλάδες και αισθήσεις ονείρου. Η υπόγεια παραλληλία είναι εμφανής: η ίδια του η συμβία έχει μια δεύτερη – γραπτή – όψη, ενώ το αυξανόμενο πάθος αλλά και η εξάντληση οδηγούν με ακρίβεια στην παραίσθηση.

Η φυσική φθορά του σώματος ακολουθεί πάντα την φθορά του χρόνου, που αποτελεί ούτως ή άλλως διαρκές λογοτεχνικό θέμα στην ιαπωνική πρόζα, ιδίως ως προς την αντρική αδυναμία για ερωτική απόδοση. Μπορεί εκείνος να είναι στα πενηνταέξι και εκείνη στα σαρανταπέντε, αλλά η αγωνία της διαφυγούσας ζωής είναι εμφανής.

AJ201411260043M

Είναι αξιοσημείωτο ότι η ιδέα της παρέκκλισης από την ευπρεπή συζυγική συμπεριφορά και τον κόσμιο έρωτα εκτείνεται και εκτός κλίνης: καθώς εκείνος την παρακολουθεί στις κρυφές της αποδράσεις από το σπίτι, πιθανώς για να συναντήσει τον Κιμούρα, βλέπει αλλαγμένα ακόμα και το ντύσιμο και το περπάτημά της: έχουν γίνει περισσότερο «δυτικά». Είναι εμφανής η διάκριση δυο ολόκληρων κόσμων που βιώνουν διαφορετικά τον έρωτα και την ίδια την ζωή. Η Ιαπωνία υπήρξε απόλυτη Ανατολή, η σύγχρονη μορφή της όμως διαβρώνεται σταδιακά από την Δύση.

Τα ημερολόγια μετατρέπονται σε καθρέφτες όπου αντικατοπτρίζεται ο εαυτός που ίσως ούτε οι ίδιοι δεν γνώριζαν. Ποιος και πόσο αντέχει να δει το άλλο πρόσωπο του συντρόφου; Ποιος επιθυμεί να διαβάσει ολόκληρα ημερολόγια που τον αφορούν με τρόπο που ο ίδιος δεν μπορούσε ποτέ να διανοηθεί; Όλα μοιάζουν με πραγματική σκηνοθεσία σε ένα θέατρο αλήθειας – αλλά ποιος σκηνοθετεί και ποιος σκηνοθετείται; Αυτό που ζεματάει ως το τέλος είναι η επιθυμία μιας ύστατης και οριστικής κατάκτησης του αντικείμενου του πόθου, ακόμα και με την χρησιμοποίηση των τρίτων προσώπων ή ακριβώς χάρη σε αυτά.

Okumura Masanobu 9

Αργότερα η ίδια η Τοσίκο θα πάρει την δική της θέση στο παίγνιο των φαντασιώσεων. Υπάρχει τέρμα πουθενά; Ίσως στην συνύπαρξη των τεσσάρων και στην ένωση των δυνάμεών τους για την εκπλήρωση ενός κοινού σκοπού, ταυτόχρονα εξαπατώντας ο ένας τον άλλον. Εννοώ πως έχοντας ο καθένας μια φαινομενικά διαφορετική ιδέα στο μυαλό του, συνεργαζόμαστε και οι τέσσερις επιδιώκοντας πάση θυσία το ίδιο πράγμα, την όσο γίνεται μεγαλύτερη διαφθορά της γυναίκας μου…. [σ. 123 – 124]

Εκδ. Άγρα, 2013 [Α΄ έκδ. 1993], πρόλογος και μτφ. από τα ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, 236 σελ. [Junichiro Tanizaki – Kagi, 1956]

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 182. Japanese Whispers.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

09
Απρ.
15

Georges Perec – Σκέψη / Ταξινόμηση

0696 PEREC-SKEPSI

Ο λίσταρχος και οι μανίες του

Εκείνο που με εντυπωσιάζει το περισσότερο στους τρόπους της ανάγνωσης είναι το εξής: όχι τόσο ότι η ανάγνωση εκτιμάται ως ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ότι, γενικά, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της· πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μιάν άλλη αναγκαιότητα· πρέπει μια άλλη δραστηριότητα να την υποστηρίζει: η ανάγνωση συνδέεται με την ιδέα του ότι έχεις να γεμίσεις ένα χρόνο, ένα χρόνο νεκρό τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτείς για να διαβάσεις. [σ. 181]

Η περί σχετικού εντυπωσιασμού εξομολόγηση του Περέκ δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκφράζει κάτι που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δε βρίσκουμε πουθενά γραμμένο. Η πλέον απόλυτη βέβαια ταύτισή μας αφορά την μέγιστη μανία του, την κινητήρια δύναμη της γραφής του, το παιχνίδι της ίδιας του της ύπαρξης: την λατρευτική του εμμονή σε λίστες και καταλόγους.

Perec 1

Πρόκειται βέβαια για μια μανία που δεν καθορίζει απλώς την θεματολογία των βιβλίων του, αλλά και διαποτίζει την απίστευτη ποικιλία των μορφών τους. Έγραψε μυθιστορήματα μεγάλα και μικρά, πολυπρόσωπα και απρόσωπα, κείμενα και μικροκείμενα. Δοκίμασε την κοινωνιολογία και την ρητορεία, την τοπογραφία και την πλασματική αυτοβιογραφία. Πειραματίστηκε, έπαιξε: έφτιαξε ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα e, ένα μυθιστόρημα με μόνο φωνήεν το e, 480 αναμνηστικά στιγμιότυπα, ένα ογκώδες λεπτομερέστατο μυθιστόρημα με αλγοριθμική δόμηση (το περίφημο Ζωή. Οδηγίες χρήσεως), διάφορα βιογραφήματα, 176 ενδεκάστιχα, έτερα αστυφιλικά γραπτά. Και βέβαια η τακτοποίηση και η ταξινόμηση όλου του χάους των ιδεών χαρακτήρισε και το ίδιο του το εργαστήριο.

Σε αυτό το εργαστήριο βρισκόμαστε ήδη, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια ορθάνοιχτη πρόσκληση στον γραφειακό χώρο του δαιμόνιου συγγραφέα ο οποίος μας ανοίγει κυριολεκτικά τα χαρτιά του. Με τις Σημειώσεις για αυτά που αναζητώ χωρίζει το έργο του σε βασικές ενότητες κι έτσι γίνεται γραμματολόγος του εαυτού του! Ακολουθούν Μερικές χρήσεις του ρήματος μένω, όπου και μια λεξικογραφική «τοποσημαντική» του όρου και Σημειώσεις για τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας, με αυτονόητο περιεχόμενο. Στις Τρεις ανακτημένες κάμαρες θυμάται δωμάτια όπου κάποτε διέμεινε, ενώ Οι τόποι ενός στρατηγήματος επιστρέφουν στις τραυματικές εμπειρίες της ψυχανάλυσης.

Perec 2

Το απώτατο παρελθόν αγγίζεται και στο Θυμάμαι τα βιβλία των Malet & Isaac, όπου και ανακαλεί τα περιεχόμενα του παιδικού σχολικού βιβλίου ιστορίας! Όπως είναι φανερό, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση και καταγραφή για τον Περέκ. Δώδεκα λοξά βλέμματα ομολογούν έμμεσα την επιρροή τους από το Σύστημα της μόδας του Ρολάν Μπαρτ, 81 δελτία μαγειρικής για αρχάριους ασκούνται στην συντομογράφηση του είδους, Στοχασμοί γύρω από τα γυαλιά στοχάζονται γύρω από τα γυαλιά και βέβαια υπάρχουν κείμενα για την Ανάγνωση, την Σκέψη και την Ταξινόμηση. Ένας εύτακτος χαμός!

Γόνος Πολωνών μεταναστών στο Παρίσι (γεν. 1936), ορφανός και από τους δυο γονείς του (στα έξι του από τον πατέρα του, που έχασε τη ζωή του κατά την εθελοντική του στράτευση στον αντιναζιστικό πόλεμο, λίγο αργότερα στα οκτώ του από την μητέρα του που εξαφανίστηκε στις εκκαθαρίσεις και πιθανότατα πέθανε στο Άουσβιτς), Εβραίος αλλά ανένταχτος Εβραίος, ο Περέκ προσπαθεί να καλύψει το κενό με δικές του ιστορίες, έχοντας μια διαρκή έγνοια όχι να «θυμηθεί» αλλά να λησμονήσει. Όπως γράφει στην πολύτιμη εισαγωγή της η μεταφράστρια ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με την δέουσα ξενότητα τον πανικό και τα τραύματα της ζωής του με συνδυασμούς συμβάντων και επινοημάτων δημιουργεί έναν χωρικό μικρόκοσμο για να παγιδεύσει τον χρονικό μακρόκοσμο.

Perec 4

Κι έτσι του γεννιέται η βουλιμική επιθυμία εξάντλησης όλων των δυνατών ορίων και ειδών του γραπτού λόγου. Οι λέξεις και ο κόσμος τους γίνονται από νωρίς ο βασικός λόγος ύπαρξής του. Γνωρίζει ότι μόνο με το φάρμακον της γραφής (ίαμα και συνάμα δηλητήριο) θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη μελαγχολία αλλά και την ναυτία από την τρέχουσα λογοτεχνία. Τα ίδια του τα κείμενα μαρτυρούν την απεγνωσμένη επιθυμία να βρει έναν μίτο μέσα σ’ αυτή την αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του. Σα να προσπαθεί να βρει και κυρίως να επινοήσει την παιδική ανεμελιά που δεν γνώρισε.

Και όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να γίνει με τους κανόνες των παιχνιδιών, εφόσον το ίδιο αποτελούσε από μόνο του παιχνίδι. Φτιάχνει αυτοδεσμευτικούς κανόνες, κατασκευάζει λογοπαίγνια, γράφει λογοτεχνία «με το τίποτε». Εξελίσσεται σε ιδανικό λίσταρχο, που καταγράφει και ταξινομεί με μανιακή ακρίβεια τα πάντα: όνειρα που είδε, δωμάτια όπου κοιμήθηκε, γειτονιές όπου κατοίκησε, καρτ ποστάλ που έστειλε, παιδικές αναμνήσεις, ημερολογιακές εγγραφές, εισιτήρια ταξιδιών, στελέχη παλαιών καρνέ επιταγών. Μια σωστή αυτοβιβλιογραφία! Οργανώνει και αρχειοθετεί το χάος του σε μια διαρκή παλινδρόμηση από το ελάχιστο στο μείζον. Από εδώ διαρκώς προκύπτουν βιβλία, άρθρα, μελέτες, μελλοντικά σχέδια.

Perec 3

Οι περίφημες Οδηγίες Χρήσεως της Ζωής του έδωσαν την δυνατότητα επιβίωσης κι έτσι σταμάτησε την εργασία που διακονούσε από το 1961 ως υπεύθυνος για την βιβλιογραφία και την ταξινόμηση στην βιβλιοθήκη ενός εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Βέβαια η εμπειρία της γραφειοκρατίας, των διαγραμμάτων, των καταλόγων, των πινάκων κλπ. μαζί με τον επιστημονικό λόγο καθόρισαν οριστικά την γραφή του. Όπως γράφει η εισαγωγέας μας, με τα κείμενά του ο Περέκ προσεγγίζει το κλίμα της νιτσεϊκής Χαρούμενης γνώσης, την αυστηρότητα του εργαστηρίου μαζί με την ευθυμία μιας αέναης, ξέφρενης γιορτής.

Αναζητώ ταυτόχρονα το αιώνιο και το εφήμερο, έγραφε στις Επανεμφανιζόμενες το 1972. Και ειδικά αυτό το εφήμερο το τίμησε με τον λόγο του όσο λίγοι· μνημείωσε το μηδαμινό, πρόσεξε το φευγαλέο, τακτοποίησε το άναρχο. Αυτός που κάποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ήρθε και αυτοκαθορίστηκε μέσω της γραφής και της αυτοπειθαρχίας που αυτή επιβάλλει. Τα περισσότερα κείμενά του επιχειρούν να καταρτίσουν ακριβώς έναν κατάλογο, τον κατάλογο της ζωής του, τιθασεύοντας την άναρχη και νομαδική του σκέψη. Άλλωστε γνώριζε καλά πως Δεν θα πάψεις ποτέ να σε βλέπεις.

Perec 5

Αισθάνομαι αμυδρά πως τα βιβλία που έχω γράψει εγγράφονται, νοηματοδοτούνται μέσα σε μια σφαιρική εικόνα που έχω περί λογοτεχνίας, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα μπορέσω να συλλάβω επακριβώς τούτη την εικόνα που είναι για μένα ένα επέκεινα της γραφής, ένα «γιατί γράφω» στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω παρά γράφοντας, αναβάλλοντας συνεχώς τη στιγμή εκείνα όπου, παύοντας να γράφω, αυτή η εικόνα θα γινόταν ορατή, σαν ένα αναπόδραστο τελειωμένο παζλ. [σ. 54]

Εκδ. Άγρα, 2006, εισαγωγή – μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου, σελ. 248 [Penser / Classer, 1985]. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφικό σημείωμα και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 180.

31
Μαρ.
15

Σάκης Σερέφας – Πάρις Πετρίδης – Εδώ. Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη

001

Ένας λεύκωμα για τους νεκρούς ή Η ποίηση των ωμών δεδομένων

Με το ερώτημα «Πόση αιμοσταγή πόλη αντέχει κανείς» συγγραφέας και φωτογράφος ξεχύνονται στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με οδηγούς πάσης φύσεως κείμενα για να φωτογραφίσουν τόπους βίας που ασκήθηκε πάνω στο σώμα (της) εδώ και αιώνες και φτιάχνουν ένα σπάνιο λεύκωμα θανάτων κι έναν χάρτη για τους νεκρούς, που όπως άλλοτε έγραψε ο Πεντζίκης «αλλάζουν την όψη της πόλης».

Η αρχή βέβαια γίνεται με την βυζαντινή σφαγή των χιλιάδων Θεσσαλονικέων από τον Θεοδόσιο στην Πλατεία Ιπποδρομίου το 390 και αν βρεθούμε στην άλλη άκρη της Εγνατίας διασχίζουμε εξακόσια χρόνια, μέχρι την άλωση των Σαρακηνών που μπήκαν από την Χρυσή Πύλη στο σημερινό Βαρδάρι. Γυρνάμε πάλι πίσω, στην Πλατεία Συντριβανίου για μια άλλη άλωση, δυο αιώνες μετά, όταν οι Νορμανδοί έδιωχναν τους κατοίκους από τα σπίτια τους να περιφέρονται γυμνοί ενώ μόνο οι πόρνες ήταν λαμπρά ενδεδυμένες με εκκλησιαστικά πέπλα, όπως έβλεπε με τα μάτια του ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Στην Ακρόπολη της πόλης σφαγιάστηκαν οι περίφημοι Ζηλωτές – και σ’ όλες αυτές τις φωτογραφίες έρημα τείχη και τειχίσματα στέκουν σιωπηλά για όποιον έχει φραγμένη ακοή. Λίγο πιο κει στην Άνω Πόλη οι Οθωμανοί μπήκαν από τον Πύργο του Τριγωνίου, εκεί όπου σήμερα ανεβαίνουν τα ρομάντζα να δούνε την θέα.

 Ιπποδρόμιο

Στο εξαιρετικό επίμετρό του ο Ηρακλής Παπαϊωάννου αναφέρει ορισμένα φωτογραφικά σύνολα που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους προγόνους αυτού του έργου καθώς αφορούν τόπους δραματικών συμβάντων, όπως ο εμφύλιος στην Βόρεια Ιρλανδία, η πολιτική βία στην Γερμανία, οι γενοκτονίες κ.ά. Η διαφορά εδώ είναι ότι η φωτογραφία δεν επέχει αυστηρά θέση τεκμηρίου και ο φωτογράφος μοιάζει περισσότερο με τον σπλαχνοσκόπο του Walter Benjamin. Στην σύγχρονη φωτογραφία παρατηρείται μια μερική αποκαθήλωση του γεγονότος προς χάριν ενός μετα – ντοκουμέντου που επιχειρεί σε διακριτική απόσταση να μιλήσει για την επόμενη μέρα. Σε αυτά τα κάδρα πάντως εκείνη η στιγμή έχει φύγει, έχει επικαλυφθεί από άλλες στιγμές. «Κάθε γωνιά της πόλης αναδύεται ως σημείο αμέτρητων ασυνάρτητων πράξεων που επικαλύπτονται, αναιρούνται, επικυρώνονται». Το παρελθόν εδώ είναι απλώς υπαινισσόμενο, εφόσον επιβιώνει κατά κάποιο τρόπο [ποιον άραγε;] στο παρόν. Και μπορεί ο υπαινιγμός να είναι δυσοίωνος, καθώς η γνώση όσων διαδραματίστηκαν στο κάθε σημείο ηλεκτρίζει αναπόφευκτα την ατμόσφαιρά του, άρα και την εικόνα.

Ακρόπολη - Ζηλωτές

Φυλλομετρώ το υποβλητικό τετράδιο του αναπότρεπτου· στην αριστερή σελίδα η αυτούσια πηγή, αντλημένη από κάθε είδους πηγές (δημοσιεύματα εφημερίδων, βιβλία γνωστά και άγνωστα, επίσημα έγγραφα, γραπτές μαρτυρίες)· στην δεξιά η αντίστοιχη έγχρωμη φωτογραφία καλύπτει ολόκληρη τη σελίδα, αφήνοντας το απαραίτητο λευκό πλαίσιο. Αυθόρμητα σταματώ στα μέρη που γνωρίζω καλά, σ’ εκείνα που περπάτησα κατά την δεκαπενταετία μου στην πόλη. Βλέπω την γωνία Αρριανού με Ολύμπου – το παλιό κρεοπωλείο με τα πετρόλ πλαίσια· εδώ συνέβη μια εκτέλεση στην περίοδο του Εμφυλίου που σώζει σε μαρτυρία του ο Μανόλης Αναγνωστάκης και αρχίζει κάπως έτσι: Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού – Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε…Και κάτω στην Αλεξάνδρου Σβώλου πρώην Πρίγκιπος Νικολάου κρατήθηκε για τέσσερα χρόνια, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος που κατηγορήθηκε άδικα για τον φόνο του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Πολκ.

Αρριανού και Ολύμπου

Σύμφωνα με τον Μark Μazower μπορούμε τώρα να ξεκινήσουμε να χαράζουμε τους τόπους αυτών των νεκρών πάνω στο χάρτη με τους δρόμους των ζωντανών. Ούτως ή άλλως νεκροί και ηττημένοι υπάρχουν παντού· στην Ιστορία η νίκη του ενός είναι η ήττα του άλλου και κάθε αγών είναι αλληλένδετος με την αγωνία. Όμως η Θεσσαλονίκη δεν είναι από τις πόλεις που επιλέγουν να τιμήσουν τη μνήμη των ηρώων της. Άδειες από ζωντανούς ανθρώπους, οι φωτογραφίες μας αναγκάζουν να αναλογιστούμε όσα είναι αθέατα. Στο δικό του «προλογικόν» ο συγγραφέας ψηφοθετεί τις δικές του φράσεις προς σχηματισμό της εικόνας που είχε στο μυαλό του. Διαλέγω: παράφορη Θεσσαλονίκη, η πλοκή των πόλεων, συμπυκνωμένη ιστορική ύλη, η διπροσωπία της πόλης.

Οδός Αφροδίτης 51, Βαρδάρης, καφενείο τεκές ενός αρχινταή του υπόκοσμου της Μπάρας, της περίφημης μπουρδελοπολιτείας, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1932. Στην κηδεία του καμιά διακοσαριά νταήδες και από πίσω όλες οι πόρνες της Μπάρας και από πίσω ο κόσμος της Θεσσαλονίκης….Σε μερικά μπαλκόνια είχαν ανάψει κεριά. Σαν τον Επιτάφιο….Κι ύστερα στο καφενείο μια άλλη εθιμική τελετή: εκεί που χύθηκε το αίμα του Αλκή, το σκέπασαν με καθαρή άμμο από τη θάλασσα, έβαλαν τη ρεπούμπλικά του και επάνω άναψαν κεριά. Γύρω γύρω σε κύκλο καμιά δεκαριά νταήδες στέκονταν πιασμένοι από τους ώμους σα να χόρευαν χασάπικο, ακίνητοι με άδεια μάτια.

Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Υπάρχουν ακόμα τόποι που ζέχνουν την ωμότητα της Ιστορίας. Στην Πλατεία Ελευθερίας συγκέντρωσαν όλους τους άρρενες Εβραίους της πόλης, ηλικίας 18 έως 45, με το πρόσχημα της καταγραφής τους, για να τους ταπεινώσουν με σωματικές δοκιμασίες, ενώ στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό επιβιβάζονταν οι Εβραίοι από τον Μάρτιο μέχρι τον Αύγουστο του 1943 ώστε να σταλούν για εξόντωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τώρα η Πλατεία στέκει ειρωνικά άδεια, χωρίς μνημεία, με διαγραμμίσεις πάρκινγκ, ενώ ο Σταθμός είναι παντέρμος και μελαγχολικός. Η γωνία στην Συγγρού, όπου τον Μάιο του 1936 δολοφονήθηκε ο εργάτης που ενέπνευσε τον Επιτάφιο του Ρίτσου, φιλοξενεί σήμερα αναρχικά συνθήματα και επιθεωρείται από τα μανεκέν παρακείμενου καταστήματος γυναικείας μόδας.

Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός

Ίσως κάποιοι γνωρίζουν όταν περνούν απ’ την κατάφορτη καταστημάτων γωνία Σπανδωνή με Ερμού πως εδώ χτυπήθηκε θανάσιμα ο Λαμπράκης; Όμως πόσοι γνωρίζουν πως σ’ ένα κτίριο στο Τρίτο Σώμα Στρατού βασανίστηκε και ξεψύχησε ο βουλευτης Γιώργος Τσαρουχάς ή πως Τσιμισκή και Αριστοτέλους γωνία σφαγιάστηκε από φασίστες η 19χρον επονίτισσα Δάφνη Χατζηπαναγιώτου κατά τη μεγάλη πορεία για τον εορτασμό της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Και ακόμα ψηλότερα, πάντα ο Χορτιάτης με το ολοκαύτωμα των δεκάδων αμάχων.

 Πλατεία Ελευθερίας_

Στην οδό Φράγκων αρ. 15 διασώζονται δυο αγάλματα και η πρόσοψη του τραπεζικού κτιρίου που ανατίναξαν οι περίφημοι Βαρκάρηδες, οι δώδεκα Βούλγαροι αναρχικοί, μέσα στην Αγία Σοφία πολέμησαν Έλληνες με Βούλγαρους στρατιώτες. Γκρίζα τα κτίρια, συννεφιασμένα τα μέρη, τώρα που γνωρίζουμε μας μιλάνε αλλιώς.Κι ύστερα στην Σταυρούπολη, στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά, όπου υπήρχε ένας λοφίσκος στον οποίο οδηγούνταν οι έγκλειστοι για εκτέλεση – στη φωτογραφία κυριαρχεί μια θαμπή, γκρίζα ομίχλη και λίγα δέντρα με θεόγυμνα κλαδιά. Μια άλλη φωτογραφία είναι ακόμα πιο γνώριμη: ο περιβάλλων χώρος του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) συνήθης τόπος εκτελέσεων στα εμφυλιακά και μετεφυλιακά χρόνια. Είναι αδύνατο να ξεχάσει κανείς αυτό το μέρος, για πολλούς ακόμα λόγους. Εδώ κάναμε τις συνελεύσεις τα μέλη του Ράδιο Κιβωτός την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.

Φυλακές Επταπυργίου

Σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνύπαρξη λόγου και εικόνας η μικροϊστορία, η μακροϊστορία και η πεζή καθημερινότητα συνομιλούν σιωπηλά και αρμονικά. Γι’ αυτό και τα ερωτικά εγκλήματα έχουν περίοπτη θέση εδώ, όπως εκείνο έξω από το μπαρ «Επαφή» στην Λοιμωδών. Και πόσο αδιάφορη μοιάζει η περιφερειακή τάφος μεταξύ Λεωφόρου Γεωργικής Σχολής και Ν. Κρήνης όπου βρέθηκε νεκρό το ζευγάρι που χρεώθηκε στον Α. Παγκρατίδη, ο οποίος άλλωστε υπήρξε ο βολικός Δράκος του Σέιχ Σου, άρα το δάσος στο ύψος της Τριανδρίας παραμένει ένας τόπος στοιχειωμένος και αδικαίωτος.

Πλατεία Άθωνος

Το αποτρόπαιο είναι διαχρονικό κι έτσι η καταγραφή φτάνει μέχρι τις μέρες μας, σ’ εκείνο το ανεξιχνίαστο έγκλημα στο Νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας που τόσες φορές περιδιαβήκαμε ή στο κορίτσι που βρέθηκε νεκρό στην Πλατεία Άθωνος, εκεί όπου μια τραβηγμένη, τσαλακωμένη τέντα με ζωγραφισμένο το παλιό σχολικό αλφαβητάριο υπονοεί ένα τραγικό κλείσιμο αυλαίας, μια οριστικά χαμένη αθωότητα, σαν τη ζωή που γλιστρά οριστικά εκτός θέας.

Τώρα όλες οι φωτογραφίες θαρρείς και αποτυπώνουν την οριακή εκείνη στιγμή και διασώζουν εσαεί την ατμόσφαιρά της. Γι’ αυτό και ο φωτογράφος απαθανατίζει τους αρχειοθετημένους τόπους έρημους, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Έτσι μπορεί κανείς να διαισθανθεί την αύρα των δραματικών συμβάντων, να αισθανθεί την ατέλειωτη συνέχεια της ιστορίας. Έχει δίκιο λοιπόν ο επιμετρογράφος όταν γράφει πως η σειρά φανερώνει πόσο καίρια η ζωτικότητα του γεγονότος διαπερνά την αισθητική και πόσο αδέξια και υπόγεια φέρει συχνά το παρόν πάνω του το παρελθόν.

Βαρδάρης - Επαφή

Ζούμε άραγε σ’ ένα βουνό από πτώματα; αναρωτιόταν ο W.G. Sebald στους Δακτύλιους του Κρόνου που αναγνώσαμε πριν λίγες μέρες και που αποτελεί ένα από τα προθέματα εδώ;

Εκδ. Άγρα, 2012, σελ. 129. Εισαγωγή: Mark Mazower, επίμετρο: Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Δημοσίευση σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 179: The Killing Fields.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στις εικόνες [όλες από το βιβλίο]: Ιππόδρομος χιλιάδων ενοχών, η Ακρόπολη των Ζηλωτών, η γωνιά του Μανόλη Αναγνοστάκη, Στρατόπεδο Παύλου Μελά και Χρόνιας Ομίχλης, Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, Πλατεία Ελευθερίας, κυρίως δε Λήθης και Παρκαρίσματος, οι φυλακές κάτω από το Βυζάντιο, το μέρος όπου ένα κορίτσι χάθηκε κάτω από το παλιό αναγνωστικό, το Βαρδάρι της Επαφής.

30
Μαρ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.

29
Μαρ.
15

Τάσος Πορφύρης – Τα σπίτια

cover(1)

…οι ατέρμονες κοχλίες όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Αφού λοιπόν έγραψε ποίηση, που εξέδωσε στις Σημειώσεις, τον Έρασμο, τις Λύσεις, το Ύψιλον, τις Εκδόσεις των Φίλων και αλλού, κι αφού έγραψε διηγήματα, αυτοβιογραφικά κείμενα και δοκιμιακές δοκιμές για ποιητές αλλά και για τα εικονοστάσια του χωριού του, ο ποιητής που δεν σταματήσαμε να διαβάζουμε συλλέγει είκοσι έξι πεζογραφήματα – και έχει πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πεζογραφία ενός ποιητή. Πρόκειται για κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά [Πλανόδιον, Οροπέδιο, Νέα Ευθύνη, Προκυμαία, Φηγός, Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον, Πύρρος, Ζωσιμάδες], εφημερίδες [Η φωνή του Πωγωνίου, Βησσάνη] και στην ιστοσελίδα Γιάννενα πόλη των ευεργετών.

Όπως και στην προ οκτώ ετών Δοντάγρια, έτσι κι εδώ τα πεζογραφήματά του επιλέγουν την μικρή έκταση, τις ελάσσονες προσωπικές ιστορίες και τις βιωμένες μνήμες, αλλά την ίδια στιγμή μοιάζουν ψηφίδες μιας ολόκληρης εποχής, ενός ολόκληρου συλλογικού κόσμου. Το παρελθόν είναι εδώ και παντού· αναπνέει σε κάθε γραμμή, τροφοδοτεί ακατάπαυστα την έμπνευση και γίνεται γραφή. Η μνημονική αυτή λογοτέχνηση ταξιδεύει συνεχώς ανάμεσα στους γενέθλιους τόπους και στο κλεινόν άστυ. Αν υπάρχει ένα δεύτερο επίκεντρο, στην ουσία έκκεντρο, αυτό είναι το κτισμένο και το ακίνητο – τα σπίτια. Ένα σχετικό αφήγημα αφορά το πατρικό του, όπου «έζησε» από το 1949 έως το 2010, οπότε και καταδαφίστηκε. Το σπίτι είχε από καιρό «φύγει» από τον χώρο του και είχε στρατοπεδεύσει μέσα μου, γράφει ο συγγραφέας, σε σημείο να του προτείνει να μετακομίσει αλλού, σε άλλο οικόπεδο.

t.p.

Από την άλλη, σκέφτομαι πώς τόσα χρόνια τα κατοικούσαμε. Δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις παρατηρήσεις μας για ένα σωρό λόγους όπως όταν ζεσταινόμασταν, κρυώναμε, γλιστρούσαμε στις πλάκες της σάλας και δεχόμασταν τις στάλες της βροχής όταν μετατοπιζόταν κάποια πλάκα της σκεπής. Καιρός λοιπόν να μας κατοικήσουν κι αυτά με τη σειρά τους για όσα χρόνια αντέξουμε. Γι’ αυτό και σε ανύποπτο χρόνο ακούγονται πολυφωνικά μοιρολόγια κι οι γύρω μου – αν υπάρχουν εκείνη τη στιγμή – με κοιτούν με περιέργεια ανάμικτη με έκπληξη. Προσπαθώ να υποκριθώ ότι δεν συμβαίνει τίποτα και ανοίγω με νωχελικές κινήσεις το κινητό μου ώστε να φανεί ότι απ’ αυτό προέρχεται η μελωδία. [σ. 70]

Ύστερα από εβδομήντα χρόνια ο συγγραφέας ξαναπερπατάει στην οδό Ανάφης, στάση Λυσσιατρείο στα Πατήσια, σε μέρη που έζησα κι εγώ αλλά τόσο μεταγενέστερα στον χρόνο, και δεν πιστεύει στα μάτια του: η μονοκατοικία με τον αριθμό 14 βρίσκεται στη θέση της. Σειρά έχουν οι λέξεις του να ξαναζωντανέψουν το μεγάλο οικόπεδο, το σπίτι, τα οικιακά δρώμενα. Αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ, αφού η παρέα ήδη ξεκίνησε και ανέβηκε στα Τουρκοβούνια για λουμινάκια, που στήριζαν την φλόγα και τον σπάγκο στα καντήλια. Στο άδεντρο τοπίο τους περιμένουν οι θάμνοι με τα ξεραμένα λουμίνια κι ύστερα πίσω η χωμάτινη αυλή τους όπου θα τα δέσουν σε ματσάκια για να πουληθούν σε φτωχικά σπίτια και σε ημιυπόγεια. Η μνήμη έχει πια ξεδιπλωθεί· η περιπλάνηση στους δρόμους, οι πρώτοι Γερμανοί στην Αθήνα, η Κατοχή, η «Ρεζεντά», η θεία που αγόραζε τα λουμινάκια χωρίς να τα χρειάζεται…Κι όλα αυτά ήρθαν με το άκουσμα μιας λέξης. Μια λέξη λοιπόν με καθήλωσε. Άνοιξε πόρτες στο παρελθόν, έγινε η αιτία για ένα σωρό απολογισμούς όχι μιας, αλλά πολλών δεκαετιών, ανασκάλεψε τις αναμνήσεις, βρήκε καλά κρυμμένα μυστικά που μοσχοβολούσαν ακόμα. (Αλουμινάκια για το καντήλι σας, σ. 81)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Άσκηση εφέδρων «Ο Λεωνίδας» βρίσκει τον συγγραφέα στο χακί πέντε χρόνια μετά την απόλυσή του από τον στρατό. Εδώ (από)λαμβάνουμε μια πλήρη περιγραφή των συνθηκών: ένας διοικητής που μιλάει για εχθρούς αλλά κοιτάζει τους ασκούμενους με βλοσυρό ύφος λες και αυτοί τελικά είναι οι εχθροί, τα γνωστά ακουστικά μαρτύρια, τα μαθήματα ξένων γλωσσών κατά το δόλιο ζικ ζαγκ στην ουρά για το καζάνι και τελικά ένας πόλεμος που περιορίζεται εντός σκηνών, με τις βροντερές ριπές της φασολάδας. Μακριά από τα βουνά της Νεμέρτσκας και την μυρωδιά του λουλουδόμελου, η ζωή μπορεί να είναι το ίδιο σπαρταριστή – ή τουλάχιστον να περιγράφεται σπαρταριστά – ακόμα και μέσα σ’ ένα τρόλει («Κάρτα απεριορίστων διαδρομών»).

Αλλά οι μνήμες ακίνητων και κινητών κυριαρχούν: Οι πέστροφες, Η γάστρα, Οι καμινάδες, Το αγριόμελο, Το περίπτερο, Τα (ει)κονίσματα (εικονοστάσια) του χωριού μας, Η καλύβα του Φάνη Κιτσώνα αξίζουν τις λέξεις τους, όπως και οι Εξώπορτες, στις οποίες ο καιρός μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, κεντάει το ξύλο: Πολλές φορές αντιδρούν στους ανεπιθύμητους αρνούμενες πεισματικά ν’ ανοίξουν κι άλλες με την παραμικρή πίεση ανοίγουν διάπλατα υποδεχόμενες κυρίως όσους έλειψαν καιρό σε ξένους τόπους. Κι εκείνες οι άλλες, οι διπλομανταλωμένες με το κλειδί να σκουριάζει ανάμεσα στις πλάκες της σκεπής τους αχρησιμοποίητο κι ο κισσός να τις λυπάται και να σκουπίζει τα δάκρυά τους· γι’ αυτό ο τόπος μπροστά τους πάντα νοτισμένος. [σ. 99]

porta

Μεγάλο μέρος των αναμνήσεων επιστρέφει σε ένα παλαιό, ολότελα διαφορετικό άστυ, όπως στο Ζαχαροπλαστείο «Πέτρογαδ», όπου ο αφηγητής θυμάται την μοναδική αίσθηση της απόλαυσης ενός πιροσκί και μιας μπύρα FIX σε μια βαθιά μαλακή πολυθρόνα ενώ ο ιδιοκτήτης Νίκυ Γιάκοβλεφ έπαιζε συνθέσεις του στο πιάνο και η μούσα του Μαίρη Λω με τα εβένινα μακριά μαλιά της κι ένα βυσσινί μάξι φόρεμα τραγουδούσε πλάι του. Κι ύστερα ο αφηγητής αναζητά και αναρωτιέται· καθώς θυμάται ένα μικρό κείμενο για την Λω από τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου, δημοσιευμένο σ’ ένα λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, το αναζητά, στη μνήμη κάποιου αναγνώστη που μπορεί να το γνωρίζει. Κι αναρωτιέται: πόσοι από το πλήθος των πεζών που περνούν μπροστά από τον αριθμό 26 της Σταδίου είχαν ζήσει εκείνη την ονειρική εμπειρία;

Ο Πορφύρης ηθογραφεί χωρίς διδακτισμό, νοσταλγεί χωρίς μελοδραματισμό, αναπολεί χωρίς να εξωραΐζει. Αφηγείται με τον τρόπο που θα επιθυμούσε κανείς να ακούσει όλα όσα κρίνει πως αξίζουν να μνημειωθούν, είτε πρόκειται για εκείνη την μέρα – όνειρο από εκείνες για τις οποίες ο Σαίξπηρ έγραψε Όμορφη μέρα· όσοι πεθάναν το ’χουν μετανιώσει (Συν τω Θεώ) είτε για την ιστορία της βάφτισης του ζαχαροπλαστείου Dolce από τον γελοιογράφο Κ. Μητρόπουλο (Ζαχαροπλαστείο Dolce)· αλλά πάνω απ’ όλα, μας παραδίδει γραπτώς την έγνοια για τα παλιά σπίτια στην Επαρχία, ή για εκείνα που μας βαραίνουν το στέρνο, αυτοί οι ατέρμονες κοχλίες να φτάνουν ως τον πυρήνα της μνήμης όπου δοκιμάζονται οι αντοχές μας…

Εκδ. Πανοπτικόν, 2013, σελ. 132. Περιλαμβάνει δισέλιδο γλωσσάρι και αναφορά των πρώτων δημοσιεύσεων.

27
Μαρ.
15

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έναν τρόπο τεχνητό που του επεβλήθη επώδυνα απέξω, είτε από τους ανθρώπους είτε από τις περιστάσεις. Και σύντομα όλοι θα αρχίσουμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας, γιατί θα ανακαλύψουμε πως δεν μας ανήκουν ολότελα.

Gombrowicz 6

Κατά τη διάρκεια είκοσι τριών ετών στις πάμπες της Αργεντινής η βεβαιότητα πως είναι πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους της Ρώμης και του Παρισιού, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ήταν σχεδόν πεπεισμένος ότι η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Μορφής θα μπορούσε να επέλθει μόνον από εξωευρωπαϊκή θέση, από εκεί που είναι αδύναμη και λιγότερο τέλεια. Η βαριά πεποίθηση ότι το ατελές είναι ανώτερο από το τέλειο (γιατί είναι πιο δημιουργικό) ήταν μια από τις βασικές θέσεις του Φερντυντούρκε. Ο εθνικιστικός Τύπος του επιβλήθηκε βάναυσα για το βιβλίο, κατηγορώντας τον για εκμαυλιστική επιρροή.

Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο, Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας [1938] και μετά η αυτοεξορία στην Αργεντινή. Ζούσε σε ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας, έγραφε με ψευδώνυμο μυθιστορήματα σε συνέχειες για εφημερίδες, ζούσε με μια πενιχρή επιχορήγηση και με την βοήθεια φίλων. Η φτώχεια ήταν η χαρά του, η πτώση του η καινούργια του πτήση. Αφέθηκε στην βαβυλωνία των γλωσσών, στις τυχαίες γνωριμίες που δημιουργούσε με ευκολία, στις φιλίες δίχως δεσμεύσεις. Αποδέχτηκε την ανωνυμία του και δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τον λογοτεχνικό κόσμο. Υπήρξε ο ένας και μοναδικός αλλοδαπός που δεν πήγε για προσκύνημα στο σαλόνι της Βικτόρια Οκάμπο και η περίφημη επιθεώρησή της Sur ήταν το μόνο περιοδικό που δεν ανέφερε τον Φερντυντούρκε. Με τον Μπόρχες δεν μπορούσε τίποτα να τον συνδέσει: εκείνος είχε βαθιές ρίζες στη λογοτεχνία, εγώ στη ζωή.

novels_0025

Ο Γάμος [1947] υπήρξε μια νέα παρωδία της μορφής. Όπως λέει ο μεθύστακας στο έργο, «Κήρυξε τον εαυτό σου βασιλιά και καμία εξουσία, θεϊκή ή άλλη, δεν θα είναι αναγκαία. Θα τελέσεις μόνος σου το ιερό μυστήριο του γάμου και θα υποχρεώσεις τους πάντες να τον αναγνωρίσουν». Το κλειδί του Γάμου είναι ακριβώς η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στη θεϊκή και πατρική εξουσία σε έναν άλλο κόσμο, όπου τα νήματα κινεί η προσωπική βούληση. Αλλά ο άνθρωπος ήδη νιώθει τρόμο απέναντι στον κόσμο που έρχεται, όπου ο ίδιος θα είναι θεός και βασιλιάς του εαυτού του. Και ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Υπερ-Ατλαντικός – «μια παρωδία του παραδοσιακού επικού μυθιστορήματος της πολωνικής αριστοκρατίας» – μοιάζει με ξέσπασμα γέλιου σε κηδεία. μια ακούσια έκφραση της πολωνικής ελευθερίας. Ένα μυθιστόρημα σκόπιμα απρόσιτο στους ξένους, εξαιτίας των γλωσσικών του δυσκολιών, ανοιχτή πρόσκληση δε για τους Πολωνούς μετανάστες, το μόνο αναγνωστικό κοινό στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

5

Αυτά συμβαίνουν την ώρα της ήττας! Γράφουμε ενάντια στα πάντα, μόνο για την απόλαυσή μας. Τι πολυτέλεια ήταν κι αυτή που επέτρεψα στον εαυτό μου μέσα στη δυστυχία μου! / Τι να διαλέξω; Πίστη στο παρελθόν…ή την ελευθερία να πλάθει τον εαυτό του ο καθένας όπως θέλει; Να τον φυλακίσω στην αταβιστική του μορφή ή να ανοίξω το κλουβί; [σ. 144, 145]

Το 1952 τον βρίσκει ως «ένα λαμπρό αντιταλέντο» στην υπηρεσία της Πολωνικής Τράπεζας του Μπουένος Άιρες, με μια σειρά από ακατανόητα έγγραφα μπροστά του. Έχει αρχίσει να γράφει για την Kultura, την κυριότερη πολωνική επιθεώρηση της διασποράς, που τυπωνόταν στο Παρίσι. Ένα από τα πρώτα του κομμάτια εκεί γράφτηκε σε μορφή ημερολογίου. Έκτοτε, αυτό το Ημερολόγιο έχει ήδη την μορφή τριών τόμων και χιλιάδων σελίδων και συνεχίζει…Ο κόσμος αγοράζει ημερολόγια γιατί ο συγγραφέας τους ήδη είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραφα το δικό μου προκειμένου να γίνω διάσημος. Σταδιακά το Ημερολόγιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής διαμάχης με την σύγχρονη κουλτούρα. Κι έτσι βρέθηκε σε άμεση ρήξη με όλες τις μεταπολεμικές τάσεις που καταδίκαζαν τη λέξη «εγώ».

gomb-bacacay1

Το «εγώ» το αφόριζε η Εκκλησία ως ανήθικο, το περιφρονούσε η επιστήμη ως αντίθετο προς την αντικειμενικότητα, το απέρριπτε ο μαρξισμός και όλα τα ρεύματα της εποχής. Από όλες τις πλευρές ακούγοντας αυστηρές νουθεσίες: δεν είστε τίποτε, ξέχνα τον εαυτό σου, ζήσε μέσα από τους άλλους! [σ. 154]

Ακολούθησαν η Πορνογραφία [1960]μια συνέχεια του καλοκάγαθου «πολωνικού βουκολικού μυθιστορήματος», ο Κόσμος [1965], η δική του μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, η επαυξημένη έκδοση των Αναμνήσεων ως Μπακακάι [1957], η Οπερέτα [1966], Οι μαγεμένοι [1973], Η ιστορία [1988], τα Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο [1995]… Σε ένα ξέσπασμα απελπισμένου ηρωισμού παραιτήθηκε από την τράπεζα. Η λογοτεχνία βρισκόταν έξω, στους ανθρώπους, στην περιπλάνηση. Ο Γκομπρόβιτς άφηνε τους «καινοτόμους των Παρισίων» στον ελεφάντινο πύργο τους – χάρισμά τους η έγκλειστη γραφή!. Εκείνος δεν είχε σαλόνι, δεν είχε γραφείο, ζούσε στο πλήθος, στον δρόμο. Και μέχρι σήμερα απολαμβάνουμε την ιδιαίτατη λογοτεχνία του και την θεατρική του γραφή.

Gombrowicz 3

Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό σημείο των συζητήσεων ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην άκρα αριστερά, τάσσεται υπέρ του προλεταριάτου αλλά εναντίον του κομουνισμού (οι συνάδελφοί του στις σοσιαλιστικές χώρες απολαμβάνουν πολύ περισσότερα προνόμια από τον ίδιο), με τον οποίο πάντως τον συνδέει ένας κοινός στόχος αλλά διαφωνεί στην επιλογή των μεθόδων. Διαπιστώνει άλλωστε πως ο σοσιαλισμός γίνεται εργαλείο στα χέρια του φιλελευθερισμού που κρύβεται από πίσω του. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει είναι άθεος, φιλοσημίτης, συγγραφέας της πρωτοπορίας, «καταστροφέας» και δεδηλωμένος εχθρός όλων των ρόλων και κυρίως του ρόλου του στρατευμένου συγγραφέα.

Η εξαιρετική έκδοση, σε ελκυστικό ελαφρώς τετραγωνισμένο σχήμα, περιλαμβάνει πολυσέλιδο παράρτημα με σημείωμα των Ρίτα Γκομπρόβιτς και Ζακλίν ντε Ρου «Προς τον αναγνώστη», επιλογή από τις επιστολές του Βίτολντ Γκομπρόβιτς και του Ντομινίκ ντε Ρου [1967 – 1969], εισαγωγή του ντε Ρου στις γαλλικές εκδόσεις του 1968, 1977 και 1990, αποσπάσματα από βιβλία του συγγραφέα, εισαγωγή του Μορίς Ναντό στην αγγλική έκδοση του 1973, βιογραφία και εργοβιογραφία του συγγραφέα (με τις πρώτες εκδόσεις και τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του) και βιογραφία και εργογραφία του Ντομινίκ ντε Ρου.

4 Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce in 1909

Ο Γκομπρόβιτς πέθανε το 1969, δυο χρόνια μετά την διαλεκτική που αποτέλεσε αυτό το βιβλίο. Είχε σαφώς εξοικειωθεί με κάθε μορφή τερματισμού της ζωής. Έχουμε προσαρμοστεί στο θάνατο από τη στιγμή της γέννησής μας. Και μολονότι λίγο λίγο κάθε μέρα μας καταβροχθίζει, ποτέ δεν θα τον αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο, γιατί, όπως λέει κι ένας αφορισμός, όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν θα είμαστε εκεί.

Εκδ. Πατάκης, μτφ. Θεόφιλος Τραμπούλης, σελ. 393 [Witold Gombrowicz, Testament: Entretiens avec Dominique de Roux, 1968 / 1977 / 1990].

Σημ. Ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς εδώ.

24
Μαρ.
15

W.G. Sebald – Οι δακτύλιοι του Κρόνου. Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία

SEBALD-DAKTYLIOI

Θα επιστρέψω κι εγώ λοιπόν στον Αύγουστο του 1992 να συνοδεύσω τον συγγραφέα στην περιήγησή του με τα πόδια στην κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας. τότε που είχε την ελπίδα να ξεφύγει από το κενό που τον πλημμύριζε όποτε ολοκλήρωνε μια εκτενή εργασία. Θα μοιραστώ μαζί του τόσο την «υπέροχη αίσθηση ελευθερίας κινήσεων» όσο και την παραλυτική φρίκη που τον κατακυρίευε όποτε τύχαινε να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίχνη που είχε αφήσει πίσω της η καταστροφή – η οποιαδήποτε καταστροφή. Θα τον αφήσω ένα χρόνο σε κατάσταση απόλυτης ακινησίας στο νοσοκομείο της επαρχιακής πρωτεύουσας Νόριτς. Εκεί στον όγδοο όροφο, όπου ένιωθε να ταξιδεύει με αερόστατο, όταν μετά την εγχείρηση οι αδελφές μούσκευαν τα χείλη του με ένα μικρό ροδοκόκκινο σφουγγάρι, εκείνος θυμήθηκε τα γλειφιτζούρια με τους κύβους από λουκούμι που κάποτε αγόραζε στα εμποροπάζαρα.

Από το Νόριτς του 17ο αιώνα εφορμούσε ο Τόμας Μπράουν, ένα ερευνητής ιατρός, λόγιος με μια ιδιαίτερη, συναρπαστική για τον συγγραφέα πρόζα, που επιχείρησε να περιγράψει μεταξύ άλλων με πόση κομψότητα γεωμετρεί το χέρι της φύσης. Τίποτα δεν αντέχει στο χρόνο, έγραφε ο Μπράουν. Πάνω σε κάθε νέα μορφή επικάθεται ήδη ο ίσκιος της καταστροφής. Ενάντια στη μορφή του ρέοντος χρόνο δεν έχει βρεθεί αντίδοτο. Ο χειμερινός ήλιος υποδηλώνει ότι αργά γρήγορα το φως θα σκεπαστεί από στάχτη, ότι σύντομα θα μας τυλίξει η νύχτα. Ακόμα και οι μεγάλες δυναστείες δεν κράτησαν περισσότερο από όσο ζουν μαζί τρεις βελανιδιές.

wgsebald

Κι ωστόσο, έλεγε ο Μπράουν, κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους. Μελετάμε την τάξη των πραγμάτων, δίχως όμως να συλλαμβάνουμε την εσωτερική της δομή, λέει ο Μπράουν. Να γιατί αρμόζει στη φιλοσοφία μας να γράφεται μόνο με πεζά γράμματα, με τις συντομογραφίες και τα στενογραφήματα της εφήμερης φύσης, τις μοναδικές αναλαμπές της αιωνιότητας. [σ. 31]

Ανεβαίνω συντροφιά με τον Ζέμπαλντ στην παλιά πετρελαιοκίνητη αμαξοστοιχία, βουτηγμένη στην καπνιά και στη γλίτσα ως τα παράθυρα. Δρομολόγιο μέσα από τους αγρούς, τις τσιμινιέρα ενός εργοστασίου ζαχαρότευτλων, χλόη και κυματιστές καλαμιές. Ένα περιβάλλον που μοιάζει με παράξενο μάθημα στην ιστορία της εξέλιξης, η οποία κατά καιρούς έχει την τάση να επαναφέρει τα προγενέστερα στάδιά της με μια δόση αυτοσαρκασμού. Βλέπουμε τις πλωτές εξέδρες γεώτρησης στο Λόεστοφ, άλλοτε ελπιδοφόρες της ανάκαμψης, αργότερα στην υπηρεσία του υπαρκτού καπιταλισμού της Θάτσερ και αναπόφευκτα χρεωμένες στην κερδοσκοπία και καταποντισμένες στην χρεοκοπία. Κι όταν η βαρόνη εξαφανίστηκε έμειναν τα καρνάγια και τα εργοστάσια με λουκέτο…

0000-0922

…άλλο να διαβάζεις στις εφημερίδες για τα λεγόμενα unemployment blackspots και άλλο να βαδίζεις μια σκυθρωπή βραδιά ανάμεσα στις συστοιχίες των κατοικιών με τις ρημαγμένες προσόψεις και τους άχαρους κηπάκους, και φτάνοντας κάποτε στο κέντρο της πόλης να βρίσκεσαι περιστοιχισμένος από αίθουσες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, λέσχες για μπίνγκο, πρακτορεία στοιχημάτων, βιντεοθήκες, παμπ με σκοτεινές εισόδους απ’ όπου ξεχύνεται η ξινή μυρωδιά της μπύρας, φτηνομάγαζα και αμφιβόλου ποιότητος ξενώνες….[σ. 56]

Αφήνουμε τις αποβάθρες του λιμανιού με τις δεκάδες μηχανότρατες δεμένες στους κάβους, άχρηστες και παροπλισμένες, και μπαίνουμε στους δρόμους της πόλης, τους πνιγμένους στα γαλάζια καυσαέρια της βενζίνης. Μια πόλη που έχει αφεθεί στο έλεος ενός αργόσυρτου μαρασμού, ενώ άλλοτε αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα αλιευτικά λιμάνια του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και μια από τις ξακουστές λουτροπόλεις. Μένει η υπόστηλη προβλήτα, η πιο καλαίσθητη σε ολόκληρη την ανατολική ακτή, που κάποτε φιλοξενούσε αίθουσες και αναγνωστήρια και προπάντων μνήμες καλοκαιριών.

lowestoft1

Κατεβαίνουμε νότια, παράλληλα με την παραλία όπου κάθε λογής πρόχειρα αντίσκηνα ακολουθούν το χείλος της θάλασσας. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, στο έσχατο άκρο της νήσου, έχουν καταλύσει οι τελευταίοι εναπομείναντες ενός νομαδικού λαού – από ένα τρανζιστοράκι ξεχύνεται ένας κακόηχος βραχνός θόρυβος, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους τα βότσαλα καθώς τα σέρνει μπρος – πίσω το κύμα. […] Μάλλον μου φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη. [σ. 67]

Εδώ γύρω, κάθε χρόνο, χιλιάδες τόνοι υδραργύρου, καδμίου και μολύβδου, βουνά ολόκληρα από λιπάσματα και παρασιτοκτόνα καταλήγουν μέσα από τους ποταμούς και τα ρέματα στον Γερμανικό ωκεανό. Ένα μεγάλο μέρος των βαρέων μετάλλων και των υπόλοιπων τοξικών ουσιών κατακάθεται στα αβαθή νερά της σύρτης του Ντόγκερ. Τα θηλυκά ψάρια εμφανίζουν σε όλο και μεγαλύτερο ποσοστό μεταλλαγμένα άτομα με αρσενικά γεννητικά όργανα και το τελετουργικό μέρος του ζευγαρώματος δεν είναι πλέον παρά ένας χορός θανάτου, εκ διαμέτρου αντίθετος με όσα έχουμε ποτέ διδαχτεί γύρω από το θαύμα της αναπαραγωγής και διαιώνισης των έμβιων όντων.

w-g-sebald-3

Ο δρόμος γεμάτος σταθμούς συλλογισμού· ερειπωμένα αρχοντικά, χέρσοι αγροί, χορταριασμένες επαύλεις, κοπάδια από χοίρους. Είναι άραγε τα ίδια ζώα στα οποία ο Κύριος πρόσταξε να εισέλθουν τα ακάθαρτα πνεύματα, με αποτέλεσμα η αγέλη να γκρεμιστεί στα απόκρημνα βράχια; Ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσο η φρικιαστική αυτή ιστορία ανταποκρινόταν στην περιγραφή ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Διότι αν όντως συνέβησαν έτσι τα πράγματα ο Κύριος και Θεός μας είχε υποπέσει σε ένα τραγικό ιατρικό σφάλμα· ή μήπως επρόκειτο για μια παραβολή που είχε επινοήσει ο Ευαγγελιστής για να υπαινιχθεί ότι ο νοσηρός ανθρώπινος νους είναι πλασμένος για να ξεσπά μονίμως πάνω σε ένα άλλο είδος που εμείς οι ίδιοι το θεωρούμε κατώτερο και άξιο μόνο για να εξοντωθεί; [σ. 83]

Αυτός είναι ο τρόπος του Ζέμπαλντ, για τον οποίο έχουμε άλλωστε ήδη γράψει εδώ· συνδυάζει κάθε είδους κείμενο και θέμα με τρόπο τόσο συναρπαστικό, που στο γύρισμα κάθε σελίδας έχεις την ίδια επιθυμία να διαβάσεις το προσωπικό του ημερολόγιο, τις τοπογραφικές του πρόζες, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τις μνημονικές του καταγραφές, τις προσωπικές του έρευνες, τα στοχαστικά του δοκίμια, τις ιστορικές του χρονογραφήσεις. Ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκκινεί από οτιδήποτε· μια απλή παρατήρηση, ένα πρόσωπο, ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα περιοδικό, μια ιδέα, μια έκλαμψη.

tumblr_m7bj6m1XJj1qb4f8f

Όταν, για παράδειγμα, βρεθεί στο Σάουθοουλντ, θα εξομολογηθεί την απουσία κάθε διάθεσης να δοκιμάσει στα μαγειρεία της περιοχής και θα παραδεχτεί ότι προτίμησε να μπει στο πλησιέστερο φαστ φουντ, όπου όρθιος, κάτω από το ανελέητο φως το ταμείο ένιωθε σαν εγκληματίας καταζητούμενος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κι ύστερα στο ξενοδοχείο, θα αποκοιμηθεί με την βελούδινη πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, όπου παίζει ένα ντοκιμαντέρ για το BBC και τον μέχρι τότε άγνωστό του Ρότζερ Κέησμεντ.

Κι ο ταξιδιώτης μας θα αρχίσει να ερευνά την σπάνια ιστορία αυτού του προσώπου, όπως διαπλέκεται με τον Τζόζεφ Κόνραντ, κι έτσι θα γράψει μερικές απολαυστικές δοκιμιακές σελίδες για τον καπετάνιο συγγραφέα, ακολουθώντας τον μέχρι το Κονγκό… …ανάμεσα στους σωρούς από σκαμμένο χώμα και στα διάσπαρτα καλύβια με τις σκουριασμένες σκεπές από αυλακωτή λαμαρίνα, στο βάθος του γκρεμού όπου κυλά ορμητικά το ποτάμι…σε τούτη την αρένα που του θυμίζει νταμάρι, με το ακατάπαυστο βουητό από τους καταρράκτες να πλανιέται στην ατμόσφαιρα όταν, όπως παρατηρεί αργότερα διά στόματος Μάρλοου στην Καρδιά του σκότας, έξω από τις παρυφές της κατοικημένης ζώνης βρίσκεται ξάφνου σε ένα μέρος όπου έχουν αποτραβηχτεί για να πεθάνουν όσοι από τους εργάτες είναι κιόλας τσακισμένοι από τις αρρώστιες, την πείνα και τον κάματο. Σαν σφαγιασμένοι κείτονται εκειδά μέσα στο γκρίζο σκοτάδι, στον πάτο του φαραγγιού… Κι ύστερα, σε μια ατέλειωτη πορεία, θα έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι όσα μαρτύρια κι αν υφίσταται ο ίδιος δεν είναι αρκετά για να τον απαλλάξουν από την ενοχή που του επισύρει η παρουσία του και μόνο στο Κονγκό. [σ. 137, 138]

saints-church

Εκείνος ο Ρότζερ Κέησμεντ θα είναι ο πρώτος που θα δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία για τις μεθόδους και την έκταση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος των ιθαγενών στην πορεία της εξερεύνησης του Κονγκό – μια σειρά ιστοριών που επισκιάζουν ακόμα και την βιβλική ιστορία των Παθών. Άλλη μια ευκαιρία για τον συγγραφέα να εγκιβωτίσει την ιδιαίτερη ιστορία ενός ανθρώπου που τελικά καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε…

Από την Αικατερίνη της Σιένα στον υποκόμη Σατωμπριάν, από τα γραπτά του τελευταίου ως τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ντιντερό, από τους αλμυρόβαλτους του Μίντλτον ως τον ερεικώνα του Ντάνιτς με τον περίφημο ερειπωμένο ναό των αγίων Πάντων το χείλος της χαράδρας πάνω από την θάλασσα, από τον οίκο του Φ.Σ. Φιτζέραλντ μέχρι το ταπεινό σπίτι του αγρότη Άλεκ Γκάρραντ που εδώ και δεκαετίες μαστορεύει αργά αργά μια μακέτα του χαμένου Ναού της Ιερουσαλήμ, ο Ζέμπαλντ γράφει ταυτόχρονα τον κόσμο και για τον κόσμο και συγγράφει την αδιάσπαστη ενότητα όλων των ειδών του λόγου και όλων των λογιών τις σκέψεις.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα Γερμανικά: Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 340, με δωδεκασέλιδες μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων [Die Ringe des Saturn, 1995].

23
Μαρ.
15

Νέα Ευθύνη, τεύχος 27 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2015)

e

…απειρόγαμε. Έτσι προσφωνεί τη Μαρία ο κρυφά ερωτευμένος με το ίνδαλμά του υμνωδός. Και συνειδητοποιώ αιφνίδια πόσος παγανισμός χωράει μέσα στην πρωτοβυζαντινή σεμνοπρέπεια. Το άπειρο ερωτεύεται το ελάχιστο, το όλον σπαρταράει γα να χωρέσει στο κλάσμα, το μέρος εξισούται με ό,τι το υπερβαίνει, υπερεκχειλίζει η αίσθηση καλύπτει το σώμα της έννοιας, της θεωρίας. Σήμερα Γάμος γίνεται όπως και πάντα και όλοι και όλα είναι ελεύθερα ν’ αγαπηθούν. Τα πάντα τώρα εξηγούνται: Διόνυσος, Αριάδνη, Πενθέας, Αγαύη, τα κορίτσια – Βάκχες, οι Μωραί Παρθένοι, ο μυστικός αρραβώνας του Βρέφους με την Αικατερίνη, ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, η Κεχαριτωμένη, η καλύτερη των καλυτέρων με άπειρο τον γάμο της. Απειρόγαμος. Το άπειρο ως νυμφίος. Έτσι κάπως νικιέται ο θάνατος. Ή καλύτερα, παύει να έχει τόσο απόλυτη, τόσο ακατάλυτη σημασία…

….γράφει ο Μάνος Στεφανίδης στο πρώτο από τα τρία σχεδόν τρίδυμα πεζά του, τους «Τελευταίους χαιρετισμούς», εν μέσω των οποίων αναζητεί στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο μια γυναίκα με λευκασμένα μαλλιά, κι ενώ παραμένουν «μπερδεμένες οι αγαπημένες γυναίκες στο μυαλό…αγαπημένες και κάποτε μισητές αλλά πάντα κεχαριτωμένες». Έναν άλλο ναΐσκο μας ανοίγει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: είναι ο ευκτήριος οίκος «επ΄ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λούρου», γνωστός από τον Βαρδιάνο στα σπάρκα του Παπαδιαμάντη.

Vittorio Sereni reading a book

Από τους χριστιανικούς ναούς στα ρωμαϊκά στάδια και από την εγχώρια πεζογραφία στην εκ δυσμάς ποίηση, με μια επιλογή ποιημάτων του Ιταλού Vittorio Sereni (γεν. 1913), ιδρυτή και συντάκτη του περιοδικού Corrente, στενού φίλου, μεταξύ άλλων, των Vasco Pratoliνi, Alessandro Parronchi, Elio Vittorini, εξόριστου στα στρατόπεδα των Ιταλών στρατιωτών του Πολέμου, σε Μαρόκο και Αλγερία. Ιδού τα Άλλα γενέθλια [1981]: Τέλη Ιουλίου όταν / κάτω από τις πέργολες ενός μπαρ στο San Siro / ανάμεσα σε κάγκελα και αψίδες διακρίνεται / ένα οποιοδήποτε κομμάτι του ηλιόλουστου σταδίου / όταν εκπλήσσεται η μεγάλη κενή λεκάνη / που καθρεφτίζει τον σπαταλημένο χρόνο και φαίνεται / ότι ακριβώς εκεί έρχεται να ξεψυχήσει ένα έτος / και δεν ξέρεις τι άλλο προετοιμάζει ένα άλλο έτος/ ας περάσουμε ακόμη μια φορά αυτό το κατώφλι / αρκεί ν’ αντέχει η καρδιά σου στα μεγάλα κύματα της πόλης / κι ένας σχιστόλιθος ν’ απλώνει το καλοκαιρινό χρώμα. [μτφ. Μαρία Φραγκούλη]

Σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ο Γιώργης Μυλωνάς γράφει για την Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου, μια μνημειακή ζωγραφική εγκατάσταση από είκοσι έξι έργα, μια πολυπρόσωπη τελετουργική αναπαράσταση που δημιούργησε ο καλλιτέχνης από το 1993 έως το 2000, με τίτλο «Μια προσωπική Νέκυια. Ένα εικαστικό ταξίδι για τη μνήμη». Η Νέκυια καθίσταται μια «προσωπική» υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό «ερωτική»· αφορά δικούς του ήρωες, που ταυτίζονται με τα ομηρικά πρόσωπα. Τα ζωγραφισμένα είδωλα δεν είναι φανταστικά· πρόκειται για πρόσωπα πραγματικά, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έσμιξαν μαζί του. Έτσι, η εικόνα της μάνας παραπέμπει στην Αντίκλεια, του ηδονικού χορευτή στον Ελπήνορα, του δασκάλου στον Τειρεσία και πάει λέγοντας. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με είδωλα δισυπόστατα: τα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας εδώ μιλάνε μέσα από αγαπημένες φωνές, παίρνουν τα χαρακτηριστικά, την έκφραση και τις χειρονομίες δικών και φίλων, σαρκώνονται στα πρόσωπα που ανακαλεί πλέον ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Μαρωνίτης, μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται. Γράφει ο ζωγράφος για το ερωτικό στοιχείο στην σύνθεσή του:

ΝΕΚΥΙΑ

Όπως δούλευα με την ιδέα της Νέκυιας, ξαφνικά προβάλλανε δυο «αδέσποτοι» μαστοί, οι οποίοι δε μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Ένα μήνα παιδεύτηκα για να δω πού ανήκουνε, σε ποιο γεγονός αναφέρονται! Ήταν μια συνεύρεση τυχαία; Ξαφνικά πρόβαλλε αυτό το κομμάτι, μια μνήμη, που προσπάθησα να τη μεταφέρω. Ήτανε λοι­πόν, μια θεία μου – την εποχή εκείνη θάμουν 11 χρόνων, ίσως και πιο μικρός -, όπου έμενε στο επάνω σπίτι με το θείο μου. Στην κουζίνα είχε βάλει μια λεκάνη και πλενότανε. Το αίσθημα που μου γεννήθηκε, όταν την είδα, ήταν πρωτόγνωρο! Προ­φανώς ήταν το ερωτικό ξύπνημα, που δε μπορούσα μικρός να καταλάβω. Και παριστάνεται, όχι όπως ήταν πραγματικά, αλλά όπως εγώ την έβλεπα, με έντονη επιθυμία.

Το τεύχος συμπληρώνεται με ποίηση του Varlam Shalamov (μτφ. Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ένα ακόμα κείμενο για το παπαδιαμαντικό έργο (Σάββας Παύλου), δύο δοκίμια για τον Κάλβο (ως μεταφραστή της Ιλιάδας από τον Μιχαήλ Πασχάλη και ως προς την σχέση του, όπως και του Ελύτη με την αρχαία γραμματεία από τον Γιώργο Βαρθαλίτη), εκτενή κριτικό έργο του Νίκου Λάζαρη (Τάσος Αναστασίου, Λαοκράτης Βάσσης, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αντώνης Μακρυδημήτρης), κείμενα για τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Μιχαηλίδη, ποιήματα των Γιάννη Τζανετάκη και Σπύρου Γεωργίου, σχέδια του Χρόνη Μπότσογλου κ.ά.

[Σελίδες 128]

Στις εικόνες: Vittorio Sereni / Προσωπική Νέκυια Χ. Μπότσογλου.

22
Μαρ.
15

Συλλογικό – Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις

ORIA SOMATOS

Είναι το σώμα μας γνώριμο ή ξένο; φυσικά δοσμένο ή συναρτώμενο με πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα; άρρηκτα δεμένο με το νου ή με πνευματικό περιεχόμενο; μας ανήκει ή ελέγχεται και ρυθμίζεται από διάφορους παράγοντες; Στα κείμενα του τόμου το σώμα προσεγγίζεται όχι ως στατικό, ενιαίο και δεδομένο αλλά μεταβαλλόμενο και ενδεχομενικό· ως πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, ως τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών. Η εκτενής εισαγωγή της επιμελήτριας αποτελεί στην ουσία ένα δοκίμιο πάνω στο σώμα κατά την ύστερη νεωτερικότητα και στον επαναπροσδιορισμό του κατά τον εικοστό αιώνα, και σκιαγραφεί συν τοις άλλοις τις βασικότερες θέσεις των συγγραφέων στα δεκάδες κείμενα του τόμου, που εμπλουτίζονται με σημειώσεις και βιβλιογραφία.

Από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της χριστιανικής θεολογίας μέχρι τις θέσεις του Ντεκάρτ και τις επιταγές του προτεσταντισμού το σώμα εμφανίζεται ως απειλητικό και επικίνδυνο αλλά και ως απειλούμενο. Η σάρκα του υποδηλώνει την ζωώδη διάσταση της ανθρώπινης φύσης και θεωρείται σταθερό εμπόδιο στην πορεία για πνευματική ανύψωση και ολοκλήρωση. Στο θεωρητικό σχήμα του Ντεκάρτ το σώμα εμφανίζεται ως αντικείμενο ικανό να προσαρμοστεί και να χειραγωγηθεί σαν να ήταν μηχανή. Η προτεσταντική αντίληψη ενθάρρυνε τον έλεγχο του συναισθήματος και της επιθυμίας, συνεπώς και της σεξουαλικότητας. Οι διπολικές συλλήψεις ορίζουν πια τον κόσμο: άνδρας – γυναίκα, κοινωνία / πολιτισμός – φύση, πνεύμα – πάθη. Ακριβώς η πνευματική ενασχόληση και ο έλεγχος των παθών ταυτίζονται με τον πολιτισμένο, τον λευκό και τον άνδρα, ενώ το σώμα και οι επιθυμίες του με τον απολίτιστο, τον άγριο και την γυναίκα.

koukles

Η αμφισβήτηση του προγράμματος του διαφωτισμού για την διάκριση σώματος και νου έρχεται από τον E. Durkheim, τον Φ. Νίτσε, την φροϊδική ψυχανάλυση, τον N. Elias, τον Merleau – Ponty, τoν M. Φουκώ, τον P. Bourdieu και τις φεμινιστικές θεωρίες. Οι θεωρητικές επανατοποθετήσεις ανατρέπουν τις βεβαιότητες γύρω από την έννοια του εαυτού και της ταυτότητας. Στις νεωτερικές συνθήκες το σώμα επανακαθορίζεται, υπόκειται σε ποικίλες αναγνώσεις και ερμηνείες, σχετικοποιείται. Η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται, το κάθε σώμα βιώνεται με διαφορετικό τρόπο από τον κάτοχό του. Ταυτόχρονα εξυμνείται το νέο, γυμνασμένο και σεξουαλικά επιθυμητό σώμα.

Στο έργο του Μ. Φουκώ η σημασία της σεξουαλικότητας και κυρίως η ανάγκη να ρυθμιστεί και να επιτηρηθεί καθιστά το σώμα τον κατεξοχήν πολιτικό στόχο, εμπλέκοντάς το σε σχέσεις εξουσίας – κυριαρχίας. Σύμφωνα με την Mary Douglas σε κάθε πολιτισμό το σώμα δεν υπόκειται μόνο σε κανόνες καθαρότητας αλλά και το ίδιο θεωρείται πηγή ρυπαρότητας και εστία μόλυνσης. Η φουκωική και φεμινιστική θεωρία αναλύουν την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «μη φυσιολογικό» σώμα.

Marcel Mauss.

Κατά την φαινομενολογία της αντίληψης του Maurice Merleau – Ponty το σώμα δεν αποτελεί αντικείμενο αλλά συνθήκη και πλαίσιο μέσω του οποίου βιώνουμε, συλλέγουμε γνώσεις και εμπειρίες, τοποθετούμαστε στον κόσμο· αποτελεί πλέον υποκείμενο. Η σωματοποίηση ανατρέπει το δίπολο νους – σώμα καθώς συνδέει την υλικότητα του σώματος τόσο με το πεδίο των βιωμένων εμπειριών όσο και με τις συνέπειες της κοινωνικής σφαίρας πάνω του και προσεγγίζει τη σχέση του σώματος και του νου ως διαδικασία / αποτέλεσμα συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Η φεμινιστική θεωρία ανέδειξε το σώμα ως προβληματικό κείμενο, δηλαδή ως σαρκικό λόγο μέσα στον οποίο οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να ερμηνευτούν και να συντηρηθούν. Η Τζούντιθ Μπάτλερ αντλεί από την φουκωική έννοια του πειθαρχημένου σώματος και εισάγει τον όρο επιτελεστικότητα [performativity] για να εξηγήσει πώς η ανάπτυξη του σώματος μέσω χειρονομιών και ενεργημάτων, ειδικά σε σχέση με την έμφυλη σεξουαλικότητα, συντελείται με μια διαδικασία επανάληψης που περιορίζεται μεν από κοινωνικές και πολιτιστικές κανονικότητες αλλά και παραμένει ανοιχτή σε νέες εναλλακτικές σημασιοδοτήσεις.

merleau ponty

To σώμα αναδεικνύεται σε βασικό συστατικό της ταυτότητας και της αίσθησης του εαυτού. Η αντίληψη του ως ενοποιημένου υποκειμένου ακυρώνεται, η ταυτότητά του καθίσταται ρευστή, ασταθής. Το σώμα γίνεται αντικείμενο ανασχηματισμού με την ενεργητική παρέμβαση του κατόχου για να καλυφθούν οι θεωρούμενες «ατέλειές» του· γίνεται πρώτη ύλη προς επεξεργασία. Η δυνατότητα διαρκούς αναδιαμόρφωσης το καθιστά ένα σχεδίασμα [body project] κι έτσι διάφορες πρακτικές το καθιστούν μέσο για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών, σύμφωνα και με τα καταναλωτικά πρότυπα: δίαιτα, μόδα, μακιγιάζ, ψηλά τακούνια, τατουάζ, πίρσινγκ, πλαστική χειρουργική, εγχείρηση αλλαγής φύλου. Φαινομενικά όλοι μπορούν να αποκτήσουν το σώμα που επιθυμούν.

Από την άλλη το σώμα συνιστά περισσότερο από κάθε άλλη φορά τόπο πολιτικής διαμάχης και αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης. Ένα σώμα μπορεί να προκαλεί την υποψία, τον έλεγχο, την επιθυμία· αξιολογείται ως φυσιολογικό ή παρεκκλίνον, περιθωριοποιείται ή εξοντώνεται σύμφωνα με τα κοινωνικά κριτήρια της τάξης, το φύλου, της εθνικότητας.

Judith Butler

Το κείμενο του Marcel Mauss πάνω στις τεχνικές του σώματος αφορά ακριβώς την ρήση του ως αποτέλεσμα διδασκαλίας, εκπαίδευσης και εξάσκησης. Το φυσικό σώμα είναι παντού και πάντοτε κοινωνικό σώμα. Όσα εκλαμβάνουμε ως αυτονόητα και φυσικά – η στάση, το βάδισμα, το τρέξιμο, οι χειρονομίες, οι κινήσεις – συνιστούν κοινωνικά δομημένες επίκτητες τεχνικές, που εμπεριέχουν αδιόρατες μορφές κοινωνικού ελέγχου, με θετά όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και το μη αποδεκτό. Ο Erving Goffman βλέπει ακριβώς την διατήρηση της ηθικής τάξης στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων στάσεων και βλεμμάτων. Υπάρχει μια αναμφισβήτητη διάσταση υποταγής των αισθήσεων στα υπάρχοντα ηθικά πρότυπα, που αφορά την κυριαρχία της όρασης και τον αδυσώπητο έλεγχο που ασκεί το ανθρώπινο βλέμμα, καθώς αναπόφευκτα ενεργοποιεί διαδικασίες παρατήρησης, καταγραφής, αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης της εξωτερικής επιφάνειας του άλλου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός σώματος αντιστεκόμενου στον έξω κόσμο αποτελεί το γκροτέσκο σώμα, όπως προσεγγίζεται από τον Μ. Μπαχτίν. Το μη συμμορφούμενο σώμα τοποθετείται στα συμφραζόμενα του καρναβαλιού και αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, καθώς ο καρναβαλιστής αντιτίθεται στην κυρίαρχη κουλτούρα: καλλιεργεί το γέλιο, σατιρίζει τις σοβαρές τελετουργίες, απελευθερώνει από τις κυρίαρχες αλήθειες και απολαμβάνει την υλικότητα των λειτουργιών του, ακόμα και των πιο «ποταπών».