Κοσμάς Χαρπαντίδης – Μανία πόλεως

Ξεφυλλίζοντας στερήσεις

Ήδη από την αρχή ένας από τους αφηγητές ομολογεί πως η σιγανή αναταραχή των χιλιάδων περασμένων κατοίκων της πόλης τον έπεισε πως δεν έστεργαν ν’ αφηγηθούν την ιστορία της, γιατί ποτέ δε θεώρησαν τις αφηγήσεις προνόμιο της δικής τους τάξης – πόσο μάλλον μετά την εξάντληση της πολύωρης καπνεργασίας ή του φορτώματος των πλοίων με τόνους παστάλια. Άρα έπρεπε ο ίδιος αυτοπροσώπως να φροντίσει να μη μείνει πέτρα χωρίς σημάδια, προειδοποιώντας μας πως ο ρυθμός δεν θα είναι ενιαίος (και όντως δεν είναι, ευτυχώς) αλλά εναλλασσόμενος: πότε άρρυθμο μπλουζ της Φορντ, πότε αργό μακεδονίτικο, πότε μπαγλαμάς του καλντεριμιού, πότε βαλς και σονατίνες.

Αυτοί που σήκωσαν την πόλη στα χέρια θα σταθούν τώρα δίπλα στην γραφίδα του. Όμως τι θα έχουν απέναντί τους, τώρα που στη θέση των καπνομάγαζων και των αρχοντικών που τους φόβιζαν οικοδόμησαν την άδεια τους ψυχή σε μια πόλη που δεν μπόρεσε ποσώς ν’ αντισταθεί και που το βράδυ κρύβει τις ατέλειές της κάτω από μισοκρυμμένους φωτισμούς; Δεν υπάρχουν σκοτεινές γωνιές και μυστήριο (…) Και φυσικά, όταν βρέχει, η Ομονοίας, χωρίς ανθρώπους να την περπατούν, πλαγιάζει μόνη, σκοτεινή και θλιβερή.

Η φωνή του δεν ακούγεται απ’ τους περαστικούς αλλά τουλάχιστο η σκυτάλη της αφήγησης αθόρυβα αλλάζει χέρια και χείλια: ενός πρόσφυγα, μιας γάτας, ενός αλλοτινού μαθητή, κάποιου που φρόντιζε να στοιβάζονται τα κομούνια σε σαπιοκάραβα για τα ξερονήσια, του μικρού παιδιού που (δεν) έμαθε να ζει με τα βήματα και τη σκιά του χαφιέ. Κατόπιν αναλαμβάνουν κι άλλοι: ένα κορίτσι που μετατέθηκε στο νότο, κάποιος που επιθυμεί να μιλήσουν οι φωνές που τον κατοικούν, ο γνωστός πάντα εξομολόγος που λέγοντας πως θέλει να φύγει αναζητά στηρίγματα και δικαιολογίες να μείνει, κι εκείνοι που με τα χέρια έσκαψαν το κοίλο των Φιλίππων για να καθίσουν οι πρώτοι θεατές, που έρχονταν με φακούς και κεριά να δουν τους ηθοποιούς να βγαίνουν από τα αρχαία χαλάσματα και να μιλούν τον αρχαίο λόγο, χωρίς σκηνικά και φωτισμούς.

Μιλούν για πρόσφυγες που αναζητούσαν κρυψώνες για να παστωθούν, για άντρες που ψήθηκαν στη στέρηση, καπνέμπορους που προτίμησαν να χαθούν παρά να ξεπέσουν, λαδωτές και λαδωμένους, για ένα ζεύγος αυτοχείρων που το έπνιγε η ζωή, για ταλαντούχους ηθοποιούς που παιδεύονταν τα κυριακάτικα απογεύματα σε δωμάτια με χαλασμένες σόμπες, ψάχνοντας κάτι παραπάνω από το χειροκρότημα μιας σχολικής απαγγελίας. Διανύουν τα μέρη όπου αντηχούσαν οι φωνές τους και τους συναντούν να ξεπηδούν από φτηνά και ευτελή προγράμματα παραστάσεων, χιονισμένους απ’ τη λήθη. Στέκουν απορημένοι κάτω από ένα δέντρο που φυσάει και ξεφυλλίζουν τις στερήσεις και τους ρόλους που δεν έπαιξαν.

Στα 31 σύντομα αφηγήματα (σε συμπληρωμένη επανέκδοση, μετά την αρχική των εκδ. Επικαιρότητα 1993) επιστρατεύονται όλοι οι δυνατοί τρόποι διήγησης, θύμησης και αναθύμησης: άλλοτε αρκεί η γραμμική ιστορία ενός κτιρίου, άλλοτε οι αθόρυβες βιογραφίες των απλών ανθρώπων ή ο κατάλογος των συνεργατών μιας «έγκριτης» τοπικής έκδοσης και βέβαια οι πάντα συνομιλούσες φωτογραφίες, εδώ του Αρχείου του Λαογραφικού Μουσείου και του Ιστορικού Αρχείου του Δήμου Καβάλας αλλά και σύγχρονων φωτογράφων. Άλλωστε οι λέξεις τώρα αποτελούν το μόνο χειροπιαστό υπόλειμμα από τις μονόχωρες γειτονιές που πνίγηκαν στα λύματα και στα ποντίκια και πρέπει να (ξε)σκεπάσουν τις αναθυμιάσεις θειούχων λιπασμάτων, την μούχλα, την τσίκνα, τον καπνό που δεν εξαφάνισε καμία άσφαλτος και καμία πολυκατοικία και πάνω απ’ όλα τη σιωπή: Σιωπή, σιωπή, σιωπή. Σαν αρρώστια, σαν ιός, επιβεβλημένη, με ρόπαλα και σκούρα γυαλιά, με φαρμακερές ματιές, με λόγια – ατσάλι που δεν ειπώθηκαν, αλλά αιωρήθηκαν για μια στιγμή και τα εισέπραξαν οι ηττημένοι. Ποιος πληρώνει το αντίτιμο της σιωπής και ποιος λόγος είναι ο νικητής; (…) Χρόνια μετά κατάλαβα πως μία επίπτωση της ήττας ήταν και η σιωπή. Και πως όλοι οι μεγάλοι σιωπηλοί ήταν οι χαμένοι αριστεροί που τότε αναζητούσα. Και ήταν πολλοί τότε, γιατί η πόλη βούλιαζε στη σιωπή κι άλλον ήχο δε γνώριζε. (σ. 80)

Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης (Κάτω Νευροκόπι Δράμας, 1959) ζει από το 1986 στην Καβάλα όπου εργάζεται ως δικηγόρος και αποτελεί μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές λογοτεχνικές φωνές της πόλης (βλ. την ευρύτερη θέση του στην Λογοτεχνική της Χωροταξία και τις σχετικές επισημάνσεις στο βιβλίο «Παλίμψηστο Καβάλας. Ανθολόγιο μεταπολεμικών λογοτεχνικών κειμένων», σε εισαγωγή, επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευρυπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ, Αθήνα – Καβάλα, Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας, 2009). Μιας Καβάλας που καθρεφτίζεται σε μια λογοτεχνική αποτύπωση όπου συνυπάρχουν η σωματικότητα και η μνημονικότητα, μιας αλλοτινής καπνούπολης που πλέον έγινε πόλη δημοσίων υπαλλήλων, πόλη χωρίς πρόσωπο, αντίγραφο τόσων άλλων. Μόνο τη θάλασσα δεν τόλμησαν ν’ αλλάξουν οι νέοι άποικοι. Αυτήν την θεώρησαν υπεράνω πάσης υποψίας.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 109.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23, φθινόπωρο 2010. Οι φωτογραφίες (Έξοδος καπνεργατών του οίκου «Μ.Λ. Έρζοκ και Σα» και Αναγνωστήριον Σωματείου Καπνεργατών Η Ευδαιμονία) είναι από την εξαιρετική ιστοσελίδα του Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 33. Κυριάκος Αθανασιάδης

 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Παλαιοί πολλοί. Δεν έχω αλλάξει γούστα από δεκαετίες τώρα. Πολύ ανάκατα, και για να αναφέρω μόνο δέκα: Σαίξπηρ, Κάφκα, Πόε, Ντοστογιέφσκι, Μέλβιλ, Χόθορν, Μαν, Παπαδιαμάντης, Λιούις Κάρολ, Λάβκραφτ. Από συγχρόνους ο Μπόρχες, υπερβολικά. Και ο Μπάροουζ, πάρα πολύ. Από ζώντες (μολονότι δε διαβάζω πολλούς) ο Κόρμακ Μακάρθι. Περισσότερο όμως από καθετί απολαμβάνω την παλπ πεζογραφία τρόμου, κυρίως του πρώτου μισού τού 20ού αιώνα (αλλά και τη σύγχρονη).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Το πιο αγαπημένο μου από παλιά: ο «Τρίστραμ Σάντι», περισσότερο κι από τον «Δον Κιχώτη». Σχεδόν όλος ο Ντοστογιέφσκι. Πολλά ακόμα, και μάλιστα και αρκετά «φτηνά» επίσης. Από τωρινά δεν έχω άποψη, δυστυχώς – η γνώση μου της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι εξαιρετικά ελλιπής.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Πόε. Του Όσκαρ Γουάιλντ. Του Μπράντμπερι. Τα υπέροχα «Βιβλία του Αίματος» του Κλάιβ Μπάρκερ και το συγκλονιστικό «Εργοστάσιο Εφιαλτών» του Τόμας Λιγκότι από σύγχρονα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Θανάσης Τριαρίδης, στα αμιγώς λογοτεχνικά κείμενά του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ. Ξεχνώ αμέσως ό,τι και να γράψω.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Ο Δον Κιχώτης.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Όχι, ποτέ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έγραφα πάντα από την αρχή ώς το τέλος ό,τι έγραφα, χωρίς σκελετό ή σημειώσεις. – Από σκέψεις της στιγμής, τίποτε ιδιαίτερο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν άκουγα τίποτε (κανέναν ήχο) όταν έγραφα. Δεν έχω καμία ιδιαίτερη προτίμηση, είμαι απολύτως άμουσος.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
«Ιστορίες υπερβολής»: πρωτόλεια διηγήματα, επηρεασμένα από μια μάλλον «γκόθικ» ατμόσφαιρα. «Δώδεκα»: Επιστημονικής Φαντασίας – κάθε Κεφάλαιο είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος του Φανταστικού. «Μικροί Κόσμοι»: μυθιστόρημα μέσα σε μυθιστόρημα μέσα σε μυθιστόρημα, όλα τους ατελή και, αν μου επιτρέπεται, καθώς καταπιάνονται με επίδοξους συγγραφείς, «φιλολογικού τρόμου». «Το Σάβανο της Χιονάτης»: η προσπάθεια ενός συγγραφέα να γράψει το απόλυτο αριστούργημα. «Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού»: ίδιο θέμα με το προηγούμενο, απλώς εδώ ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίζεται ο ίδιος ως έργο τέχνης – το πιο αιματοβαμμένο μου βιβλίο και εξ αυτού και το «πιο αγαπημένο». «Πανταχού Απών»: η ιστορία ενός σίριαλ κίλερ – το πιο παλπ βιβλίο μου και με την περισσότερη «graphic violence».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Κακορραφίες»: πολύ στενάχωρα διηγήματα «φαντασίας και τρόμου», γραμμένα μέσα σε μία εικοσαετία.

Πώς βιοπορίζεστε;
Δύσκολα… Είμαι επιμελητής εκδόσεων από τα είκοσί μου – φριλάνσερ εδώ και έναν χρόνο.

Ασχολείστε επισταμένα με την επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων αλλά και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Η δουλειά μου μου κλέβει πολύ χρόνο γενικώς, αλλά και άλλες δραστηριότητές μου με αποσπούν πολύ από πράγματα που θα ήθελα να κάνω – ουσιαστικά δεν έχω (ή αδυνατώ να βρω) χρόνο για γράψιμο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ντρέπομαι, αλλά τίποτε. Ας πούμε τον «Μέλμοθ» του Μάτσουριν, που επιμελούμαι.

Τι γράφετε τώρα;
Τίποτε, εδώ και καιρό.

Άρης Θεσσαλονίκης. Καλύπτετε καίρια πόστα, όπως της εξέδρας και της μέγιστης ψυχικής εμπλοκής. Πότε θα διαβάσουμε περί αυτών; Έχει (γενικότερα) ο Άρης τη λογοτεχνική κάλυψη που του αρμόζει;
Καμία ομάδα δεν έχει, αλλά δεν πειράζει. Αρθρογραφώ τον τελευταίο χρόνο σε μία εφημερίδα, προσπαθώντας να μιλήσω για τον ΑΡΗ ως Τέχνη και ως «απορία» και «ανάγκη». Το κόρπους των άρθρων αυτών υπερβαίνει τις 300.000 λέξεις, και δεν απασχολείται ιδιαιτέρως με το ποδόσφαιρο καθαυτό – αλλά με τα άλλα που προείπα. Είμαι ευχαριστημένος από τη δραστηριότητά μου αυτή, που άλλωστε τη θεωρώ λογοτεχνική.

Παραμένουμε στα ανοιχτά γήπεδα. Σε γνωστή διαδικτυακή πλατεία βρήκαμε μια δίδυμη φωτογραφία σας με την κιτρινόμαυρη φανέλα, τότε και τώρα. Τι άλλαξε, τι μένει ίδιο;
Τίποτε δεν άλλαξε – και τίποτε δεν έμεινε ίδιο. Δεν είναι ευφυολόγημα, κυριολεκτώ.

Δημοσίευση και εδώ.

Αναρτήθηκε από πανδοχείον στις 7:04 μ.μ.