Τζέι Παρίνι – Ο τελευταίος σταθμός

Αν ο Γκορ Βιντάλ το έχει χαρακτηρίσει ως ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια (αυτός, ο καλύτερος του είδους κατά τη γνώμη μου), τότε έχουμε έναν πρώτο λόγο να μην κατεβούμε πριν τον Τερματικό. Ο Τελευταίος Σταθμός αφορά το τελευταίο εν ζωή έτος του Λέοντος Τολστόι και εστιάζει σε μία από τις οριακές καταστάσεις που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος – συνεπώς κι ο πραγματικός του ήρωας: την επιθυμία να αποδράσει από την πιεστική πραγματικότητα, από τον ασφυκτικό οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό κλοιό, από την ίδια του την επιτυχία. Ο τίτλος σαφώς αποκτά συμβολική αλλά και κυριολεκτική σημασία, εφόσον ο μέγιστος Ρώσος εικονολογοτέχνης επέλεξε ως τελευταία σκηνή της απόδρασής του έναν απόμερο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου και πέθανε από πνευμονία.

1910: Η Άννα Καρένινα και ο Πόλεμος και Ειρήνη έχουν εκδοθεί και διαδοθεί παντού, ο Τολστόι αποκτά φήμη και συγγραφική δόξα, αλλά οι πάντες και τα πάντα μοιάζουν να τον πνίγουν. Όλοι τον διεκδικούν, αποζητώντας το δικό τους μερίδιο αγάπης και ωφέλειας, αλλά και παράλληλα όλοι σκοτεινιάζουν από την βαριά σκιά της παρουσίας του, προτού συγκρουστούν μεταξύ τους για τον άντρα – τρόπαιο. Ο Τολστόι δεν βίωνε μόνο τον διχασμό του εαυτού του με τον περίγυρο. Βασανιζόταν κι από μια δεύτερη εσωτερική ρωγμή που μάταια προσπαθούσε να συγκολλήσει: η μια πλευρά του έγερνε προς τον ασκητισμό, την ηθικοπνευματική τελείωση κι έναν χριστιανικό ιδεαλισμό και η άλλη στην απόλαυση μιας ήσυχης καθημερινότητας σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον. Πώς μπορείς να διακηρύσσεις την ισότητα των ανθρώπων ζώντας στις αγκάλες πλήρους τρυφηλότητας; (συγκλονιστική η περιπλάνησή του στην εξαθλιωμένη Μόσχα – βλ. κεφ. 28). Ο ιδεαλισμός μπορεί να τρώει την ψυχή με τις αντιφάσεις του και η αγάπη να είναι το μαρτυρικότερο συναίσθημα με τις αδηφάγες υποχρεώσεις.

Ο Παρίνι προβαίνει σε ενδιαφέρουσες επιλογές. Πρώτα επιλέγει την πιο αιχμηρή κι επικίνδυνη ιστορική μυθιστοριογραφία: βυθίζεται στα αληθινά ιστορικά γεγονότα κατόπιν ερευνητικής κατάδυσης (στην προκείμενη περίπτωση σε ημερολόγια ή γράμματα όλων των εμπλεκόμενων προσώπων και τις λοιπές πηγές), αλλά τους δίνει ο ίδιος φωνή, αναπλάθοντας παράλληλα τα γεγονότα όπως πιθανώς συνέβησαν ή θα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Κατόπιν, επιλέγει πολυφωνία αφηγητών: ο καθένας παίρνει με τη σειρά του την πένα και διηγείται από την πλευρά του όσα έζησε. Εναλλασσόμενοι αφηγητές στην ανασύνθεση του μύθου οι: σύζυγος Σοφία Αντρέγεβνα, η κόρη του Σάσα, ο αφοσιωμένος γραμματέας Μπουλγκάκοφ, ο γιατρός Μακοβίτσκι, ο μαθητής – θαυμαστής Τσερτκόφ και κάποιοι αλληλογράφοι. Παράλληλα, πλάθει την γλώσσα τους με τον «τολστοϊκό τρόπο», δημιουργώντας το κατάλληλο κλίμα αλλά και κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι σε κάθε αναγνώστη που θα δήλωνε κορεσμένος από την συνήθη αποστασιοποιημένη δημοσιογραφική ερευνητική αντιμετώπιση του μύθου. Στα 41 σύντομα κεφάλαια παρεμβάλλονται ποίηματα του συγγραφέα που μοιάζουν συναισθηματικά «παρακολουθήματα» των σελίδων.

Συνεπώς το μυθιστόρημα δεν είναι απλώς η Ιστορία του Τέλους ενός καθοριστικού συγγραφέα που επιχείρησε την δραματική απόδραση από την ζωή του για να εισχωρήσει ακόμα περισσότερο στην ουσία της ζωής και να συναντήσει τα ερωτήματα που τον σιγότρωγαν ανελέητα. Είναι κι ένα κομμάτι της Ιστορίας μιας χώρας που την έλεγαν Προεπαναστατική Ρωσία. Επτά χρόνια αργότερα τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο εκεί και στον κόσμο ολόκληρο.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Πενσυλβανία, 1948. Ποιητής, πεζογράφος, βιογράφος (Στάινμπεκ, Φροστ, Φόκνερ), κριτικός, μελετητής, συνιδρυτής του New England Review, επιμελητής του Oxford Encyclopedia of American Literature.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Τόπος, 2007, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, σελ. 383, με επίλογο του συγγραφέα (Jay Parini, The Last Station: a novel of Tolstoy’s last years, 1990). Για την περιπετειώδη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου διαβάστε εδώ.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): εδώ. Στην μεσαία φωτογραφία, ο Τολστόι στο κτήμα του στη Γιασνάγια Πολιάνα (1910).

Scott Matthew – S/T (Glitterhouse, 2008)

And god it’s strange/ to be the only one to talk to.

Γιατί προηγείται το τραγουδιστής από το συνθέτης; έχει αναρωτηθεί ο Μπάμπης Αργυρίου σε κάποιο φυλλάδιο λογοτεχνικών αξιώσεων σχετικά με την χρήση του όρου singer/songwriter. Είναι στις περιπτώσεις αυτές η τραγουδιστική ιδιότητα σημαντικότερη από την συνθετική; Προηγείται λόγω λιγότερων γραμμάτων ή εξαιτίας του γνωστού παραγκωνισμού των αφανών συνθετών υπέρ των έκθετων εκτελεστών;

Ας το ερευνήσουν οι εκφρασιολόγοι του εντευκτηρίου μας, δεν με απασχολεί τώρα: όταν ακούγεται ο Scott Matthew στο δωμάτιό μου, οι σκέψεις σταματάνε. Κι όσο υπάρχουν συνθετοτραγουδιστές όπως αυτός, δεν θα πάψω να ψάχνω το είδος για να νοιώθω ακριβώς τέτοιες συγκινήσεις. Τον θυμάμαι ως τυχαία ανακάλυψη στο μπαλαντοφόρο δισκάκι Elva Snow με το γλυκό Pavement Kisses, τον ξαναβρήκα ως συνθέτη του σάουντρακ του Short Bus, τραγούδησε κι ένα μέρος του με τον αιθέριο τρόπο του. Αλλά οτιδήποτε έκανε μέχρι σήμερα χλωμιάζει μπροστά σε τούτο τον δίσκο με τον τίτλο – δελτίο ταυτότητας.

Αν υπάρχει χημικό στοιχείο με το όνομα Θεσπέσιο, εδώ μας ακτινοβολεί κανονικά, μέσω μιας θρυψαλιασμένης (όχι κλαψιάρικης ή συντετριμμένης) φωνής, εντελώς δοσμένης σε δέκα τρυφερά κομψοτεχνήματα. Με θαλπωρούχα πιανίσματα σαν του Amputee, με παρηγορητικά φωνίσματα σαν του Ballad Dear (ξαναθυμήθηκα τον Ed Harcourt). Χαλάλι να με εγκαταλείψει κάποιος, αν είναι να γραφτεί ένα κομμάτι σαν το Abandonded, να μου πούνε βαριεστημένα ψέματα αν είναι να εμπνεύσουν αριστούργημα όπως το Laziest Lie. Χάρισμά του και οι δέκα ηθελημένα ή μη κοπιαρισμένες δέκα νοτίτσες από το The winner takes it all των Abba στο υπέροχο Prescription. Εδώ υπάρχει τόση λυπημένη ομορφιά χωρίς να μελαγχολείς καθόλου – πώς γίνεται; (με μια εξαίρεση: το In the end είναι όντως δυσβάσταχτα σπαρακτικό).

Αυστραλογενής την καταγωγή, Νεοϋορκέζος στις περιπλανήσεις, περαστικός από διάφορες μπάντες που ποιος νοιάζεται πώς λέγονταν και τι ονειρεύτηκαν, επιδέξιος χειριστής κιθάρας και ukulele (μια μορφή τετράχορδου κιθαροειδούς χαβανέζικης προέλευσης), μοιράστηκε ένα σχήμα με τον Spencer Cobrin, πρώην ντράμερ και συ-συνθέτη του Morrissey και με τον εαυτό του να περιορίζεται σε φωνή και στίχους σε δύο E.P. ως Elva Snow. Έγραψε μουσική για Γιαπωνέζικα animation (Lithium Flower και The Beauty is Within Us της σειράς Ghost in the Shell) συνεργαζόμενος και με την Yoko Kanno.

Κάντε παρέα αυτόν τον άγνωστο, όπως φαίνεται – δεν μέτρησα πάνω από 2-3 ριβιού συνολικά στον πιξελο-γαλαξία – songwriter singer (καλύτερο φαίνεται έτσι;) που έφτιαξε έναν από τους πιο εμπνευσμένους μπαλαντόδισκους της χρονιάς, χωρίς να φωνάζει καμία συγκεκριμένη επιρροή, παρά ολόκληρη την τραγουδο/ποιητική παράδοση. Μην τον μπερδέψετε όμως με τον Scott Matthews που υπερτερεί σε ένα τελικό s, είναι από το Wolverhampton και είναι του εργοστασίου Dylan / Buckley. Ούτε με τον Anthony of the Johnsons με τον οποίο αδικαιολόγητα και χαντακωτικά κάποιοι τον παρομοίασαν – καμία σχέση με την κλαψιάρα Παλόμα της συμφοράς, που θα έβγαζε ιδιαίτερα πετυχημένη μίμηση από τον Ζαχαράτο της Αγγλίας.

Όσο βγαίνουν τέτοιοι δίσκοι με απλά υλικά και ευφάνταστες συνθέσεις, τα κάρβουνα μένουν αναμμένα για όσους περιμένουν μια ροκ εντ ρολλ αναγέννηση. Εγώ μια χαρά είμαι κι έτσι.

Πρώτη δημοσίευση: ξέρετε πού: εδώ.