Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 39 (Φθινόπωρο 2008)

 

Ο θάνατος ναι, είναι υλικό λογοτεχνίας, αλλά όχι με απόγνωση. Ποτέ με απόγνωση

Να πού ζουν οι αδίκως εκλιπόντες, εκτός από το ίδιο τους το έργο: και σε τέτοια έντυπα. Εδώ ξαναμιλά ο Τηλέμαχος Αλαβέρας (η παραπάνω φράση είναι δική του), εδώ ξαναμιλάμε για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο – δύο τόσο ιδιαίτεροι λογοτέχνες και δημιουργοί με εντελώς δική τους μοναχική πορεία.

Ένας κατάφυτος Μανδραγόρας υπό την φροντίδα του αρχι – Μανδραγορίτη Κώστα Κρεμμύδα μάς έρχεται όπως πάντα υπό τεράστιο σχήμα, 159 γυαλιστερές μυρωδάτες σελίδες κι ένα αχανές αφιέρωμα στον Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, εκρηκτικό εικονοποιητή, φιλοσοφικό στοχαστή, μουσικό των στίχων, αυτόν τον «μύστη» της νεοελληνικής ποίησης, με χρονολόγια, ανθολογήσεις, φωτογραφίες, συνομιλίες, εμβαθύνσεις, πλαγιοκοπήσεις, αλληλογραφίες (και με τον Ε.Χ. Γονατά), οτιδήποτε χρειαζόμαστε για να (ξανα)μπούμε στον κόσμο του. Μια δεύτερη καρδιά χτυπάει στα δημοσιευόμενα για πρώτη φορά πρωτόλεια ποιήματα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, περιεχόμενα σε δύο χειρόγραφα τεφτέρια, ευρισκόμενα στα χέρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Επίτιμοι Μανδραγορίτες χρίζονται, ακόμη, ο Ιάσων Δεπούντης, ποιητής, μεταξύ τόσων άλλων, της Αστροφυσικής και της Ουρανομετρίας, ανηλεώς σκωπτικός ακόμα και τη στιγμή του θανάτου του, ο Ναπολέων Λαπαθώτης σε εξασέλιδη ταξινόμηση και ο Νάνος Βαλαωρίτης σε ολοδιάφανη συνομιλία.

Η εξαντλητική πνευματική γυμναστική συνεχίζεται με ένα τετρασέλιδο για το επίκαιρο όσο ποτέ κατά την συγκεκριμένη συγκυρία Καντίντ του Βολταίρου, μια παρουσίαση του Πέερ Χόιχολτ (ενός από τους σημαντικότερους Δανούς μοντερνιστές ποιητές), ένα οδοιπορικό στο Νεπάλ μετά τη νίκη των μαοϊκών ανταρτών κι όπως πάντα πάρα πολλή ποίηση και εικαστικά, που δικαιώνουν τον «υπότιτλο» τετραμηνιαίου περιοδικού «για την Τέχνη και τη Ζωή».

Μετά από κάθε ξεφύλλισμα επιστρέφω στα καρδιακά αφιερωτήρια του τιμώμενου και ξαναδιαβάζω από τον Πρόλογο [Ουσίες, 1959-1962] τους στίχους που αποκαλύπτουν εκείνες τις σπάνιες στιγμές όταν…

Εκείνο που συμβαίνει εντός μας αιφνιδίως/Όταν μας επισκέπτεται ένα συμβάν ή μια σκέψη/Μας απαλλάσσει από της καθημερινής ζωής το αίσθημα

Τα μάτια του πλησίον μας πλημμυρίζουν δρόσο πρωινή/Λησμονημένες ανοίξεις φτάνουν με όλα τα πανηγύρια τους/Ικεσίες απελπισμένες αποβάλλουν την απελπισία τους/Και μοιράζουν χωρίς να λιγοστεύουν τις δυνάμεις τους/Το φως τους

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 4

Χουάν Ρούλφο, Η πεδιάδα στις φλόγες, διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος, 1981, μτφ. Φ.Δ. Δρακονταειδής, σ. 64 (από το διήγημα Τάλπα) (Juan Rulfo, El llano en llamas, 1953)

Κι εγώ ποτέ δεν είχα νοιώσει πόσο μπορεί η ζωή να είναι αργή κι ανέλπιδη, όταν κανείς βαδίζει ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπους. Είμαστε σαν ένας σωρός σκουλήκια μπερδεμένα κάτω από τον ήλιο, σκουλήκια που σάλευαν μέσα στα σκούρα σύννεφα σκόνης, περιορισμένα στο ίδιο μονοπάτι. Και το μονοπάτι μας πήγαινε, λες και μας είχε μαντρώσει. Τα μάτια μας παρακολουθούσαν το σύννεφο της σκόνης. Κουτουλούσαν πάνω στη σκόνη, σαν να ήταν πράγμα σκληρό, που δε γινόταν να περαστεί. Κι ο ουρανός γκριζωπός και βαρύς να πέφτει πάνω μας, να μας πλακώνει και να μας λιώνει. Μερικές φορές μόνο, όταν περνάγαμε κανένα ποτάμι, το σύννεφο της σκόνης ξάνοιγε κι έπαιρνε τ’ αψήλου. Βουτάγαμε το πυρωμένο και μαυρισμένο κεφάλι μας στο πράσινο νερό και για μια στιγμή από το πετσί μας σηκωνόταν γαλαζωπή άχνα, όπως συμβαίνει με τον αχνό που βγαίνει από το στόμα, όταν κάνει κρύο. Όμως, αμέσως μετά χανόμαστε πάλι, ανακατεμένοι στη σκόνη, ζητώντας προστασία από τον ήλιο με το να κρυβόμαστε ο ένας πίσω από το κορμί του άλλου, για να γλιτώσουμε από αυτή τη ζέστη που μοιραζόταν ανάμεσά μας.
Κάποτε θα φτάσει κι η νύχτα. Έτσι λέγαμε μέσα μας. (…) Θα ξεκουραστούμε έτσι κι αλλιώς, μια κι έξω, όταν θα πεθάνουμε.

Στον Κώστα Μαυρουδή