Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 488 (Σεπτέμβριος 2008)

 

Μια από τις πιο αγαπημένες μου κινηματογραφικές σκηνές είναι η τελευταία του Smoke (1995, Wayne Wang): ο Harvey Keitel, ιδιοκτήτης καπνοπωλείου – κέντρου συνάντησης συνομιλητών, επισκέπτεται την ηλικιωμένη μητέρα ενός μαύρου κλέφτη του καταστήματός του. Ο αρχικός του σκοπός να της επιστρέψει το πεσμένο πορτοφόλι του γιου της αλλάζει μόλις ανοίγει η πόρτα. Η γυναίκα είναι τυφλή, τον υποδέχεται σαν τον άσωτο υιό που την εγκατέλειψε, εκείνος ανταποκρίνεται στον ρόλο που του αποδίδεται. Πιθανώς κι εκείνη συναισθάνεται την αυταπάτη αλλά αμφότεροι υποδύονται τους ρόλους τους σαν βάλσαμο ψυχής, ίσως και για να μην περάσουν μόνοι τους τα Χριστούγεννα. Η ταινία σβήνει μέσα από μια σειρά διαδοχικών ασπρόμαυρων φωτογραφικών καρέ, υπό το σπαρακτικό τραγούδι του Tom Waits, You’re innocent when you dream.

Το σενάριο της ταινίας (αλλά και την συν-σκηνοθεσία) υπέγραφε ο Πολ Όστερ, έναν από τους πλέον αγαπημένους σύγχρονους συγγραφείς, ενώ η τελευταία σκηνή αποτελούσε το θέμα του διηγήματός του Augie Wren’s Christmas Story. Άλλωστε το Smoke ήταν μια ωδή στην καθημερινότητα της Νέας Υόρκης, πόλης που αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς του Όστερ, και όχι μόνο λόγω της περίφημης Τριλογίας του [The New York Trilogy: City of Glass, Ghosts, The Locked Room (1985-1987)].

Μάστορας ενός ιδιότυπου ρεαλισμού όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, ο Όστερ βλέπει τον άνθρωπο «σαν μια ενότητα ταυτοτήτων, παρά σαν ένα πλάσμα, ανίκανο να γνωρίσει ολοκληρωτικά ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό» και διασκορπίζει τους ήρωές τους σε πολλαπλούς αντικατοπτρισμούς και σωσίες. Οι χαρακτήρες του ισορροπούν σε λαβυρίνθους συμπτώσεων, παραλόγου και αμφισημίας των λέξεων και «για να ανακαλύψουν την αλήθεια πρέπει να κάνουν συνεχείς επιλογές και μοντάζ πάνω σε έναν κόσμο ατέλειωτων πιθανοτήτων».

Το στοιχείο που προσωπικά με γοητεύει αφάνταστα στη γραφή του Όστερ είναι όλη αυτή η παρουσίαση ενός σύμπαντος κυβερνημένου από την τύχη και τις συμπτώσεις. Η συνειδητοποίηση του πόσο πολύ οι νόμοι του τυχαίου και των ασυνείδητων επιλογών αφορούν τη ζωή μας αλλά και το ίδιο το έργο του συγγραφέα. Σε ένα από τα τρία κείμενα που υπογράφει ο ίδιος σε αυτό το αφιέρωμα (και τα οποία συμπληρώνουν ένα σύνολο εξαιρετικών κειμένων βύθισης στην ιδιαιτερότητά του) αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το στοιχείο: «Ο λάθος αριθμός» είναι μια διήγηση, για το πώς ένα λάθος τηλέφωνο ξετύλιξε μια ιδιαίτερη ιστορία στη ζωή του Όστερ, που με τη σειρά της έγινε κείμενο.

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με τον ιδανικότερο τρόπο: με πλήρη κατάλογο των βιβλίων του με λίγα λόγια για την πλοκή, μια ακόμα λίστα βιβλίων στα οποία επέδρασε ή συμμετείχε αλλά και ταινιών με τις οποίες ενεπλάκη με τον ένα ή τον άλλο ή τον πιο πέρα τρόπο.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον κείμενο ξεχωρίζει από την γνώριμη τευχιακή ύλη: μια πρώτη παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του έτερου ταυτισμένου με την Νέα Υόρκη συγγραφέα, του Don DeLilo (που, με την ευκαιρία, γοητευμένος κι αυτός από την γραφή του Όστερ, έγραψε πως πρόκειται «για παραδοσιακή αρχιτεκτονική με εντελώς μοντέρνο εσωτερικό»). Ο DeLilo προστίθεται στην λίστα των συγγραφέων που μιλούν για την 11η Σεπτεμβρίου και την μετα-εποχή της και ο τίτλος The Falling Man προφανώς δεν αναφέρεται μόνο σε εκείνους που έκαναν κατακόρυφη βουτιά από τα γραφεία τους εκείνο το μεσημέρι που άλλαξε τον κόσμο.

Η λογοτεχνική ενημέρωση δεν στερείται λυπηρών νέων (τα οποία συχνά μαθαίνουμε μόνο από τέτοια έντυπα): οι Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν και Στέλλα Βογιατζόγλου έχουν περάσει στην απέναντι πλευρά. Θα κρατήσουμε όμως τις σελίδες τους στην αποδώ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=15951

Brian Wilson – That lucky old sun (Capitol, 2008)

All these people, they make me feel so alone, ξεστομίζει κάπου στο Midnight’s Another Day ο αειθαλής γκουρού της Υπέρτατης Ποπ Θρησκείας, κ.κ. Brian Wilson, ετών 66. Οι λεζάντες μας κάτω από το όνομά του γράφουν: Beach Boys, η βίβλος της ποπ αρμονίας, ένας δίσκος ορόσημο, απροσμέτρητη επιρροή σε μυριάδες επιγόνους, νευρική κατάρρευση στα sessions του τότε απορριφθέντος Smile, επιστροφή. Σε εκείνη την πνευματική του συσκότιση αναφέρεται η σπαρακτική φράση At 25, I turned out the light/’Cause I couldn’t handle the glare in my tired eyes (από το Goin’ Home). Είναι λοιπόν το That Lucky Old Sun ένας α λα Scott Walker δίσκος θλίψης και κατάβασης στις αβύσσους; Ούτε κατά διάνοια!

Εδώ υπάρχει φως, εκτυφλωτικό και ευφοριακό, υπάρχει το υλικό των ονειρωδών πεδίων που μας πήγαινε ο Brian, με όλα τα συναφή: έγχορδα, πνευστά, αρμονικά back vox, η στόφα της ιδανικής 60ς ποπ με ροκ ενορχήστρωση. Εδώ τίποτα δεν έχει αλλάξει από το ανέμελο λούστρο της αιώνιας και υποτιθέμενης ξενοιασιάς των αρχικών 60ς (προσέξτε: στην προ – acid εποχή!) αλλά και τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο. Αυτό είναι το concept του That lucky old sun (που τιτλοφορείται από το γνωστό τραγούδι του 1949, που προφέρθηκε από τα χείλη των Armstrong, Charles και Sinatra): 24 ώρες στον αγαπημένο του τόπο του – το Los Angeles, ένα τραγουδιστικό sightseeing, που βολτάρει σε μερικά αξιοθέατα, στην κινηματογραφική βιομηχανία του L.A., στο πνεύμα της ακτής.

Εδώ ξαναμαζεύονται δίπλα του ο Van Dyke Parks (περίφημη μούρη των σκηνών και των προαστίων, συ-συνθέτης στο Smile, λεκτικός προμηθευτής των Γουιλσονικών ραψωδιών – σας συστήνω οπωσδήποτε το κοινό τους Οrange Crate Art) και ο πολυοργανίστας Scott Bennett, οι Wondermints γενικώς, κοινώς η μπάντα που σμίλεψε τις νέες εκδόσεις των Pet Sounds και Smile. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε τους 4 πρώτους μήνες του 2008 στα Χολυγουντιανά Capitol Studios, όπου ηχογράφησαν για πρώτη φορά οι Boys του το Surfin Safari/409 (1962).

Δεν μας πειράζει που ανάμεσα στα τραγούδια εισχωρούν μικρά ιντερλούδια άκομψης φωνητικής απαγγελίας του Brian (τακτική Johnny Cash;), με μουσική υπόκρουση του Parks. Γιατί τα «κανονικά» τραγούδια φωτίζουν υπέροχα, όπως το σούπερ doo-wop Good Kind of Love, το νοσταλγικό βιμπραφωνίζον Forever She’ll Be My Surfer Girl, το Mexican Girl που μαντεύετε ακριβώς τι είναι, το Live Let Live.

Μεγάλη μπουγκιά παίξε, μεγάλη κουβέντα μην πεις. Γι’ αυτό και το σούπερ boogie Going Home blues μιλάει γι’ αυτά που δεν ειπώθηκαν τότε: για την ζοφερή εκείνη εποχή των τελών των 60ς που ο BW άρχισε να χάνει το χαμόγελό του και τα νεύρα του την υπομονή τους. Οι εποχές έχουν αλλάξει και στις παραλίες δεν υπάρχει η σερφ ανεμελιά αλλά η σφαγή των φαλαινών (στην οποία αφιερώνει το έξοχο Live Let Live). Κάποιοι πήραν τα διαμάντια από την ψυχή του και τα μετέτρεψαν σε κάρβουνο, μας λέει στο Oxygen To The Brain. Αλλά ο αίλουρος είναι εδώ και τους φτύνει ήλιο: I wasted a lot of years, I’m filling up my lungs again and breathing life.

Μοναδικό παράπονο: που αυτά τα φωτεινά ταξιδιάρικα τραγούδια κυκλοφορούν το Σεπτέμβριο, που εδώ για μας είναι μια τόσο αμήχανη, μελαγχολική εποχή. Αλλά θα μου πείτε, ούτε τα καλοκαίρια μας είναι αυτά που ήταν, πόσο μάλλον εκείνου….

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15914