Posts Tagged ‘Λογοτεχνείο

16
Απρ.
17

Λογοτεχνείο, αρ. 148

petsetidisΔημήτρης Πετσετίδης, Θεωρήματα επαρχιακών ερώτων, σε: Επίλογος στα χιόνια, εκδ. Νεφέλη, 1993. σ. 114.

Πού είναι τος ο καιρός που έλεγες ότι έχουμε, πατέρα, πέρασαν τα χρόνια και ούτε καταλάβαμε πώς. Κοινοτοπίες, θα σκεφτείς, αλλά όσο να πεις κύμινο, πάει η ζωή μας, πέταξε. Θυμάμαι τότε που σου διάβασα το στίχο του ποιητή: «Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει» περιμένοντας να σε κάνω να συμφωνήσεις μαζί μου για την αδήριτη φθορά του μάταιου βίου μας και να εκφράσεις κάποια μελαγχολική σκέψη, εσύ, γεμάτος αισιοδοξία, αντέταξες ότι, αντίθετα, η ζωή μας κάθε μέρα μεγαλώνει γιατί αν κοιτάξουμε πίσω, έχουμε περισσότερα να θυμόμαστε.

[Καλοτάξιδος]

15
Οκτ.
15

Λογοτεχνείο, αρ. 141

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τάσος Χατζητάσης, Στο café της Ναυαρίνου (οριστικά ημιτελές), Ακροτελεύτιοι εσπερινοί, 1997, εκδ. Πόλις, 2009, σ. 141 – 142.

Σε θυμάμαι σαν τα εικονοστάσια του δρόμου, που τα στήνουν με πολλή φροντίδα για πρόσωπα αγαπημένα που χάθηκαν. Στέκουν στην άκρη του δρόμου, ωραία και λαμπερά, και το καντήλι πάντα να καίει, κι από δίπλα το μπουκάλι με το λάδι, γεμάτο. Με τα χρόνια, όμως, με τους σφοδρούς ανέμους, τις άσπλαχνες βροχές και τη λήθη των ζωντανών, μένουν χωρίς πόρτες, χωρίς αναμμένα καντήλια, σκουριασμένοι οι μεντεσέδες, ρημάζουν με τα χιόνια, δεν έμεινε κανείς να τα φροντίζει, τα ξέχασαν και μένουν έρημα στις άκρες του δρόμου, οδοσήματα για τις ανάγκες βιαστικών οδηγών.

01
Μαρ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 140

magrisΚλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 405 [Claudio Magris, Dunabio, 1986].

[Ο λόγος για την γιαγιά Άνκα] Στη ζωή της δεν υπάρχει το παράπονο, ο ολοφυρμός για τα βάσανα, ούτε για τον εαυτό της ούτε για τους άλλους. Δεν κλαίγεται ούτε γι’ αυτήν την ίδια ούτε για κανέναν, δεν της περνά απ’ τα νου να φοβηθεί το θάνατο ούτε να ταραχτεί για το θάνατο κάποιου άλλου, παρόλο που είναι έτοιμη να συντρέξει όποιον έχει ανάγκη για βοήθεια, αγνοώντας την κόπωση και την ίδια την ιδέα της θυσίας· στον δικό της κόσμο τα πράγματα, απλούστατα, συμβαίνουν.

09
Φεβ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 139

alasdair_gray1Άλιστερ Γκρέυ, Χαμένα κορμιά. Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας, εκδ. Νεφέλη, 2001, μτφ. Δημήτρης Βαρδουλάκης, σ. 175 – 176 [Alasdair Gray, Poor things, 1992]

ΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ: «Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Οι πλέον χαρούμενοι είναι οι αθώοι που νομίζουν ότι βασικά οι πάντες και τα πάντα είναι καλά. Τα περισσότερα παιδιά ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία κι έτσι ήσουν κι εσύ μέχρι που ο Χούκερ σου έδειξε, παρά τη θέλησή μου, την άσχημη πλευρά της ζωής. Η δεύτερη και μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων είναι οι ήπια αισιόδοξοι, εκείνοι που ο εγκέφαλός τους μ’ ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο τους επιτρέπει να αντικρίζουν τους λιμασμένους και τους ακρωτηριασμένους δίχως ίχνος δυσφορίας. Νομίζουν ότι όσοι πάσχουν το αξίζουν ή ότι η χώρα τους δεν προκαλεί, αλλά καταπολεμά τη μιζέρια ή ότι ο Θεός, η Φύση κι η Ιστορία θα τα διορθώσουν όλα κάποια μέρα. Ο δρ. Χούκερ είναι έτσι και χαίρομαι που οι δημαγωγίες τους δε σε απέτρεψαν από την αλήθεια. Το τρίτο και σπανιότερο είδος είναι όσοι γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ουσιαστικά μια επώδυνη αρρώστια που μόνο ο θάνατος μπορεί να θεραπεύσει. Έχουμε τη δύναμη να ζούμε με τα μάτια μας ανοιχτά εκεί που άλλοι κάνουν τους τυφλούς. Είμαστε οι κυνικοί».

24
Ιον.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 138

NUBIA, KUSH, AKSUM, KERMAΟλιβιέ Ρολέν, Μερόη, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 98 και 114 -115, [Olivier Rolin, Méroé, 1998].

Η λογοτεχνία, μου φαίνεται, είναι στραμμένη προς αυτό που έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον προς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και δε συνέβη: να γιατί η σύγχρονη εποχή, παθιασμένη μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη, α την αντιμετωπίζει τόσο εχθρικά. Να επίσης γιατί λένε ότι δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Και πράγματι, τίποτα περισσότερο από μια ήττα, ένα ερείπιο, ένα κοιμητήρι, μια παιδική ανάμνηση. Είναι ένας ισχυρός απόηχος του παρελθόντος. Μου μιλήσατε για τον περσικό στρατό: λοιπόν, οι σάλπιγγες που ξεσπούν κάτω απ’ τα ξίφη, τα σιδηρόφρακτα άλογα, συνηθισμένα στις μάχες, των οποίων τα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, σαν μάτια γυναικών, έχουν δει εκατό φορές τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα βέλη, και τα οποία ρουθουνίζουν μπροστά σ’ αυτόν τον αιφνίδιο τάφο που τους ανοίγει η γη, όλ’ αυτά τα ζωντανά τα βουτηγμένα μες στη σκόνη, αυτές οι σάρκες, οι φωνές που γίνονται πέτρες, να τι είναι λογοτεχνία.

Νομίζω ότι αν τα βιβλία ζουν πολλές ζωές μέσα μας, μία από αυτές είναι μια μακριά μαγική τελετουργία. Μέσα από τις αράδες τους μιλάμε για τους νεκρούς, παρατηρούμε τελετουργικά εξιλασμού ή εξορκισμού, η μοίρα μας στέλνει σήματα που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε.

[Στην εικόνα, τα ερείπια της Μερόης.]

27
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 137

william styronΚρίστοφερ Χίτσενς, εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2011, σ. 49 [Cristopher HitchensHitch 22, 2011].

Μου είπε κάποτε ο Γουίλιαμ Στάιρον, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η εκλογή της Σόφι, σ’ ένα βρόμικο εστιατόριο στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, για μια χρυσή στιγμή στο Παρίσι, όταν περίμενε να του δοθεί ένα μεγάλο χρηματικό βραβείο, μια ταινία στολισμένη με θυρεούς, ένα παράσημο για τα επιτεύγματά του στη λογοτεχνία κι ένα πλούσιο δείπνο όπου όλοι του οι φίλοι ήταν καλεσμένοι. «Κοιτούσα με λαχτάρα έξω στο δρόμο, στην άλλη μεριά του φουαγιέ. Κι όταν λέω με λαχτάρα, το εννοώ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να ορμήσω μέσ’ από εκείνες τις βαριές περιστρεφόμενες πόρτες, ίσως κατάφερνα να βρεθώ κάτω από τις ρόδες εκείνου του σπλαχνικού λεωφορείου. Και τότε η αγωνία μου θα έπαυε.

13
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 136

NPG 6352; Salman Rushdie ('The Moor') by Bhupen KhakharΣάλμαν Ρουσντί, Το χώμα που πατάει, Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 105 [Φεβρουάριος – Μάρτιος 1999]. Ιστορίες για τον Θεό. 37 κείμενα για την θρησκευτικότητα, σ. 86, απόδοση Μαρία Αγγελίδου. [απόσπασμα από το τότε υπό μετάφραση μυθιστόρημα του Salman Rushdie, The Ground Beneath Her Feet, 1999].

Παρ’ όλα της τα καμώματα, παρ’ όλες τις πνευματιστικές ιδιοτροπίες της και παραξενιές, εγώ ο άθεος πάντα δυσκολευόμουν αφάνταστα να πιστέψω ότι πίστευε στ’ αλήθεια. Ότι πίστευε στ’ αλήθεια σ’ έναν αληθινό Θεό. Φαίνεται, όμως, πως έπεφτα έξω. Πως είχα άδικο και σ’ αυτό το ζήτημα. Μα…όπως κι αν έχει, ποια άλλη λέξη υπάρχει; Ποια άλλη λέξη μπορεί να εκφράσει αυτήν την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής, όταν δεν υπάρχει κανένας να του πεις ευχαριστώ κι εσύ χρειάζεσαι να πεις ευχαριστώ σε κάποιον; Ο Θεός, έλεγε η Βίνα. Αυτή η λέξη ηχούσε πάντα στ’ αυτιά μου σαν μια θυρίδα ασφαλείας, όπου μπορούσες να καταθέσεις τη συγκίνησή σου. Ένα μέρος για να βάλεις ό,τι δεν χωρούσε, ό,τι δεν έμπαινε πουθενά αλλού.

03
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 135

Los tambores de CalandaΛουίς Μπουνιουέλ, ΉΧΟΙ. Τα τύμπανα της Καλάνδα, σε: Η τελευταία μου πνοή, μτφ. Γιώργος Χουλιάρας, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 9, Δεκέμβριος 1983, σ. 349 – 350.

Υπάρχει ένα έθιμο, που υφίσταται ίσως μόνο σε ορισμένα χωριά της Αραγονίας, το οποίο ονομάζεται τα Τύμπανα της Μεγάλης Παρασκευής. […]. Τα τύμπανα της Καλάνδα ηχούν σχεδόν χωρίς διακοπή από το μεσημέρι της Μ. Παρασκευής μέχρι το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου […]

Στα παιδικά μου χρόνια, λίγες μόνο εκατοντάδες τυμπανιστές έπαιρναν μέρος στην ιεροτελεστία αυτή, αλλά σήμερα ξεπερνούν τους χίλιους, συνυπολογίζοντας εξακόσια με εφτακόσια τύμπανα και τετρακόσια bombos. Προς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, οι τυμπανιστές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία απέναντι από την εκκλησία και περιμένουν εκεί σε απόλυτη σιωπή· αν κανείς χτυπήσει νευρικά ένα δύο «χρόνους», το πλήθος του επιβάλλει σιωπή. Όταν η πρώτη καμπάνα αρχίσει να χτυπά στο καμπαναριό, μια έκρηξη ήχου, σαν ένας φοβερός κεραυνός, ηλεκτρίζει ολόκληρο το χωριό, γιατί όλα τα τύμπανα εκρήγνυνται την ίδια στιγμή. Ένα είδος άγριου μεθυσιού διαπερνά κυματιστά τους τυμπανιστές· παίζουν τα τύμπανα δια δύο ώρες έως ότου σχηματιστεί η πομπή (που ονομάζεται El Pregón, με βάση το τύμπανο του επίσημου «τελάλη), έπειτα ξεκινά η πομπή από την πλατεία και κάνει έναν ολόκληρο γύρο του χωριού. Είναι συνήθως τόσο μεγάλη που το τέλος της βρίσκεται ακόμη στην πλατεία όταν οι επικεφαλείς έχουν ήδη επανεμφανισθεί από την απέναντι μεριά.

19
Απρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 134

yourcenar2Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 5, Ιούνιος 1981, μτφ. Μαρία Θ. Φωστιέρη, σελ. 363 – 365, 367 [Margquerite Yourcenar]

Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. […] Ήταν γι’ αυτόν που η μαμμή με τράβηξε να βγω απ’ την κ0ιλιά της μάνας μου· να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν’ ακούμπαγε το πόδι αυτού του αγνώστου, που θα μ’ έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν ’δω και ’κει πάνω στ’ απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ’ το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ’ αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μας προέρχονται απ’ αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ’ ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας. […]

Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. […]

Μαρίκα Κοτοπούλη Αισχύλου Ορέστεια, Αγαμέμνων, 1960Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. […] Όμως αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός και η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλες τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυό του χέρια, τα τόσο αγαπημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή εναγκαλισμού.  […]

Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ’ εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου.

04
Μαρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 133

Foto Martin Amis x Lisbeth Salas3 ANAGRAMAΜάρτιν Έιμις, Το καλοκαίρι του έρωτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 72 [Martin Amis, The pregnant window, 2010].

Καθώς δρασκελίζεις τον μισό αιώνα, η σάρκα, αυτό το περιτύλιγμα του ατόμου, αρχίζει να εξασθενεί. Και ο κόσμος είναι γεμάτος λεπίδες και αιχμές. Για μια δυο χρονιές τα χέρια σου είναι τόσο σημαδεμένα και γρατσουνισμένα όσο το γόνατο ενός μαθητάκου. Ύστερα μαθαίνεις να προφυλάσσεσαι. Κι αυτό θα εξακολουθήσεις να κάνεις ωσότου, κοντά στο τέλος, εκτός από το να προφυλάσσεσαι, δεν κάνεις πια τίποτε άλλο. Και ενώ μαθαίνεις πώς να το κάνεις, ένα κλειδί είναι σαν καρφί, το σκέπασμα του γραμματοκιβωτίου είναι κρεατομηχανή κι ο ίδιος ο αέρας είναι γεμάτος λεπίδες κι αιχμές.

24
Φεβ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 132

painting2wΜορντεκάι Ρίχλερ, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, εκδ. Πόλις, 2000, μτφ. Κατερίνα Γεωργαλλίδη – Στρατής Μπουρνάζος, σ. 272 [Mordecai Richler, Solomon Garsky was here, 1989].

Oνειρεύτηκε ότι βρισκόταν ξανά στη Νέα Ορλεάνη μαζί με την Μπεατρίς, μόνο που αυτή τη φορά δεν εξαφανίστηκε μετά το γεύμα για να επιστρέψει στο ξενοδοχείο σε αθλία κατάσταση, τρεις ώρες αργότερα. Τούτη τη φορά πήγαν στο Πρεζερβέισον Χολ όπου ηλικιωμένοι μαύροι μουσικοί με ευγενική φυσιογνωμία έπαιζαν λιγάκι βαριεστημένα το συνηθισμένο τους πρόγραμμα, μέχρι που ένας αλέγρος μικροκαμωμένος λευκός άντρας ακούμπησε το μπαστούνι του από ζαχαροκάλαμο στην τοίχο κι έκατσε στο πιάνο, χτυπώντας το πόδι του ρυθμικά Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…και ξαφνικά η μπάντα απογειώθηκε, παραδιδόμενη ολοένα και περισσότερο στη σαγήνη του ξένου. Ο Μόζες, έχοντας επιτέλους το αντικείμενο της αναζήτησής του μπροστά μάτια του – λίγο ακόμα και θα τον ακουμπούσε – προσπάθησε να τον αγγίξει, μα τα πόδια του μοιάζαν σαν βιδωμένα στο πάτωμα. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Ύστερα, τη στιγμή που ανακτούσε τον έλεγχο των άκρων του, ο χαρωπός πιανίστας άρχισε σιγά σιγά να αργοσβήνει, κι ο Μόζες ξύπνησε αλαφιασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα.

02
Φεβ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 131

Margarita Karapanou (3)Μαργαρίτα Καραπάνου, Ναι, εκδ. Ωκεανίδα, 1999, σ. 175, 101

Ήμουνα μόνη. Πολύ μόνη. Τις νύχτες περπατούσα όλους τους δρόμους της πόλης, δεν ξέρω αν ήμουνα μόνη ή αν είχα θελημένα όψει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Μόνο το σιωπηλό περπάτημα μου έφερνε ανακούφιση. Ανακούφιση από τι; Δεν ξέρω. Είχα βαρεθεί τις λέξεις, και η σιωπηλή ζωή είχε άλλο μυστήριο. Μέσα στη σιωπή της νύχτας οι δρόμοι φαινόντουσαν βυθισμένοι στο βυθό της θάλασσας, κυμάτιζαν κάτω από τα βήματά μου. Διάβαζα τα ονόματα των δρόμων.

Τις νύχτες βγαίνει ένας ολέθριος θρήνος από το σπίτι μου, σταματάει τους περαστικούς…Μήπως είμαι εγώ;

24
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 130

Luminato2012_Literary_Nicole-Krauss_Photo-by-Patrick-ShawΝικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 51 [Nicole Krauss, The Great House, 2010].

… οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό· και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσότερων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν εν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 131 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα κάποιον άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.

15
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 129

Jorge Luis Borges_Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ιστορία του ταγκό», σε: Εβαρίστο Καριέγκο, εκδ. Ύψιλον, 1984, μτφ. Τάσος Δενέγρης, σ. 101 [Jorge Luis Borges, Evaristo Carriego, 1930]

Σε ένα διάλογο του Όσκαρ Γουάιλδ διαβάζουμε πως η μουσική μας αποκαλύπτει το προσωπικό παρελθόν που μέχρι εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαμε και πως μας κάνει να θρηνήσουμε για δυστυχίες που δεν μας συνέβησαν και λάθη που δεν κάναμε· όσο για μένα, ομολογώ ότι αποκλείεται ν’ ακούσω το Ελ Μάρνε ή το Δον Χουάν και να μη θυμηθώ ακριβώς ένα στωικό και συγχρόνως οργιαστικό παρελθόν στο οποίο εγώ προκάλεσα τη μάχη κι αγωνίστηκα για να πέσω στο τέλος, σιωπηλός, σε μια συγκεχυμένη μονομαχία με μαχαίρια. Ίσως αυτή να είναι η αποστολή του ταγκό: να δώσει στους Αργεντινούς τη βεβαιότητα ότι υπήρξαν γενναίοι, ότι ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της ανδρείας και της τιμής.

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

17
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 126

Ριού Μουρακάμι, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, εκδ. Printa, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 99-100 [Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue].

Και μετά αυτές οι σκέψεις κι όλες οι εικόνες που βλέπεις απ’ τα αμάξι καθώς οδηγείς συσσωρεύονται, σωριάζονται η μία πάνω στην άλλη. Τα σπίτια και τα χωράφια, που έρχονται σιγά σιγά προς το μέρος σου και μετά τ’ αφήνεις ξαφνικά πίσω σου…Κι όλο αυτό το σκηνικό κι ό,τι έχεις μες στο κεφάλι σου, ανακατεύονται. Ο κόσμος που περιμένει στη στάση του λεωφορείου κι ένας μεθυσμένος μ’ επίσημο ένδυμα που τρεκλίζει εκεί μπροστά, και μια γριά μ’ ένα καλάθι γεμάτο πορτοκάλια, και λιβάδια γεμάτα λουλούδια και λιμάνια και εργοστάσια ηλεκτρικού – τα βλέπεις όλα αυτά, κι αμέσως μετά δεν μπορείς να τα δεις πια, αλλά μπερδεύονται στο κεφάλι σου μ’ αυτά που σκεφτόσουνα πριν, καταλαβαίνεις τι σου λέω; Το φίλτρο φακού που έχεις χάσει και τα λιβάδια με τα λουλούδια και το εργοστάσιο γίνονται ένα. Ε, τότε κι εγώ τα ανακατεύω σιγά σιγά, όπως μ’ αρέσει, αυτά που βλέπω κι αυτά που σκέφτομαι, και ρίχνω μέσα και όνειρα και βιβλία που έχω διαβάσει κι αναμνήσεις, για να στήσω – πώς να σ’ το πω; – μια σκηνή σαν αναμνηστική φωτογραφία.

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.

20
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 124

Φίλιππος Δρακονταειδής, Το άγαλμα. Διήγησις αφελής, εκδ. Συντεχνία, 1984, σ. 86.

Ω, επισκεφθήκαμε πλήθος τέτοιες αποθήκες, διάσπαρτες σε όλο το Παρίσι. Η πιο ενδιαφέρουσα βρισκόταν στην περιοχή της Κουρμπεβουά, πίσω από κάτι παλιά σπιτάκια. Εκεί ήταν οι προτομές, οι σαρκοφάγοι, οι καθιστοί γενειοφόροι, οι όρθιοι στρατηλάτες, οι έφιπποι άγνωστοι, πάνω σε άλογα που στέκονταν στα πισινά τους πόδια, μεγάλα τα δίχτυα από αράχνες, δυνατό το ψύχος, λίγο το φως. Ποιο ήταν όλοι εκείνοι που αξιώθηκαν έναν αδριάντα, που παραμένει μακριά από τα μάτια των ανθρώπων; Ποια μοίρα κακιά τους τιμώρησε να ζουν φύρδην – μίγδην, εχθροί και φίλοι, άνθρωποι και ζώα, ανάκατες εποχές, επαγγέλματα και προσπάθειες, μέσα στην ίδια αποθήκη; Θεέ μου, όταν νυχτώνει και κοιτάζονται μεταξύ τους, πώς δεν ζωντανεύει το μάρμαρο; Τα ονόματά τους στα βάθρα, ονόματα ξεπλυμένα και χαμένα, ένα περίεργο νεκροταφείο μπροστά μας.

15
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.

04
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 122

Στήβεν Βιζίνσεϋ, Εγκώμιον ωρίμων γυναικών. Οι ερωτικές αναμνήσεις του Άντρας Βάιντα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, μτφ. Άννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, σ. 214 – 215 [Steven Vizinczey, In Praise of Older Women. The amourous recollections of Andras Vajda, 1965]

Σ’ αυτό μοιάζω με τους περισσότερους σκεπτικιστές συγχρόνους μου: από τη στιγμή που πάψαμε να τα βάζουμε με τον εαυτό μας για την αδυναμία μας να προσαρμοζόμαστε σε απόλυτες ηθικές επιταγές, αυτοτιμωρούμαστε με τη ράβδο της ψυχολογικής ανάλυσης. Όταν πρόκειται για έρωτα απορρίπτουμε τη διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου υπέρ της διάκρισης μεταξύ «αληθινών» και «επιφανειακών» συνθημάτων. Έχουμε υπερβολική κατανόηση ώστε να καταδικάσουμε τις πράξεις μας· στη θέση τους, καταδικάζουμε τις προθέσεις μας. […]

Απορρίψαμε τη θρησκευτική ηθική επειδή έβαζε τον άνθρωπο σε διαμάχη με τα ένστικτά του και τον ισοπέδωνε κάτω από το βάρος της ενοχής για αμαρτίες που δεν ήταν παρά οι μηχανισμοί των νόμων της φύσης. Δεν έχουμε ωστόσο πάψει να εξιλεωνόμαστε για τη Δημιουργία: προτιμάμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας αποτυχημένους παρά να προδώσουμε την πίστη μας στο εφικτό της τελειότητας. Κρεμόμαστε από την ελπίδα του αιώνιου έρωτα αρνούμενοι ακόμα και την πρόσκαιρη ισχύ του […] να δεχτούμε πολύ απλά ότι ο έρωτας είναι μια εφήμερη αίσθηση, για λόγους που διαφεύγουν από τον έλεγχό μας και απ΄ την προσωπικότητά μας. Ποιος όμως καθησυχάζει με τις ίδιες του τις εκλογικεύσεις; […] Προδίδουμε ακόμα και τη ζωή.

19
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 121

Θόρντον Ουάιλντερ – Το αίμα του Καίσαρα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1992, μτφ. Ν., σ. 209 [Thornton Wilder, The Ides of March, 1976].

Ακόμα και νέος, Λούκιε, είχες την ικανότητα να διακρίνεις, χωρίς να γελαστείς, την αναπόφευκτη ερώτηση και την αναπόφευκτη συνέπεια. Δεν έχανες τον καιρό σου παρακαλώντας να ’ναι αλλιώτικα τα πράγματα. Από σένα έμαθα, αλλά σιγά – σιγά, ότι υπάρχουν μεγάλες σφαίρες εμπειρίες που η προσδοκία μας δεν μπορεί ν’ αλλάξει και οι φόβοι μας δεν μπορούν ν’ αποτρέψουν. Για χρόνια καλλιεργούσα ένα σωρό αυταπάτες, την πεποίθηση ότι η φοβερή ένταση του μυαλού μπορεί να σου φέρει ένα μήνυμα από κάποιον που αγαπάς χωρίς ανταπόκριση και πως η αγανάχτηση μπορεί από μόνη της να εμποδίσει το θρίαμβο ενός εχθρού. Το σύμπαν προχωρεί αδυσώπητα και δεν μπορείς να κάνεις σχεδόν τίποτα για ν’ αλλάξεις την πορεία του. Θυμάσαι πόσο σοκαρίστηκα όταν είπες παιχνιδιάρικα: Η ελπίδα δεν άλλαξε ποτέ τον καιρό της άλλης μέρας». Υο λιβάνισμα των άλλων με διαβεβαιώνει διαρκώς πως «πέτυχα το ακατόρθωτο» και «ανέτρεψα τη φορά των πραγμάτων». Δέχομαι αυτούς τους επαίνους κλίνοντας με σοβαρότητα το κεφάλι, αλλά επιθυμώντας συγχρόνως να βρίσκονταν εκεί οι καλύτεροι φίλοι μου για να μοιραστούν μαζί μου την περιφρόνησή μου.

15
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 120

Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, εκδ. Ύψιλον, 1983, [Β΄ έκδ.], σ. 220.

Ο καιρός που περνάει πάνω από τα πολύχρονα κρεμασμένα κάδρα, αφήνει ένα τετράγωνο κομμάτι στον τοίχο με το αρχικό χρώμα. Αν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω στο κρεβάτι κεντητής μπάντας, θα θυμηθείς το παλιό καθαρό χρώμα του καπνισμένου τοίχου, με όλο τον κίνδυνο, έτσι καθώς διπλώνεις το ύφασμα και καταστρέφεις τις αναλογίες και την προοπτική, να φέρεις τους άγριους διώκτες πολύ κοντά στον παράτολμο κλέφτη. Αν γελάσεις μ’ αυτή τη σκέψη και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σηκώσεις πιο πολύ το ύφασμα, τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστιασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές.

21
Ιολ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 119

Αλεσσάντρο Μπαρίκο – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος, εκδ. Άγρα, 2002, μτφ. Σταύρος Παπασπύρου (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994), 54, 65.

Δεν καταλαβαίνω. Είναι ένα από κείνα τα πράγματα που καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι, γιατί παλαβώνεις. Όταν πέφτει ένα κάδρο. Όταν ξυπνάς, ένα πρωί, κι έχεις πάψει να την αγαπάς. Όταν ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Όταν βλέπεις ένα τρένο και σκέφτεσαι: πρέπει να του δίνω από δω. Όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς ότι γέρασες. Όταν, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, ο Χιλιαεννιακόσια σήκωσε το βλέμμα απ’ το πιάτο του και μου είπε: «Στη Νέα Υόρκη, σε τρεις μέρες, εγώ θα κατέβω απ’ αυτό το καράβι».

Ήταν όλα τόσο χάλια, που κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και ξαναγύριζα εκεί πάνω, στην Τρίτη θέση, ν’ ακούω τους μετανάστες που τραγουδούσαν όπερες και τον Χιλιαεννιακόσια να παίζει ποιος ξέρει τι μουσική, τα χέρια του, το πρόσωπό του, τον Ωκεανό γύρω του. Ξέφευγα με τη φαντασία, με τις αναμνήσεις, γιατί αυτό σου μένει να κάνεις κάποιες φορές, για να σωθείς, δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο. Κόλπα των φτωχών, θα πείτε, αλλά πάντα πιάνουν.

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

06
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 116

Πατρίκ Ρενάλ, Πρώην σύντροφοι, εκδ. Μεταίχμιο, 2004, μτφ. Μελίνα Καρακώστα, σ. 152 – 153 (Patrick Raynal, Ex, 2002)

Με παράγκες από λαμαρίνα, κτίρια που δεν πολυκαταλαβαίνεις αν χτίζονται ή γκρεμίζονται, παιδιά με κοντό παντελόνι και σκισμένο μπλουζάκι που τσαλαβουτάνε στην κόκκινη σκόνη, γυναίκες με καφτάνια, γυμνούς σβέρκους κάτω από λεκάνες με φρούτα, άντρες καθισμένους ανακούρκουδα πάνω στις φτέρνες τους μπροστά σ’ έναν μισοάδειο πάγκο, μίνι λεωφορεία που βουλιάζουν απ’ το βάρος των ανθρώπινων τσαμπιών, δίκυκλα κόντρα στο ρεύμα, το Μπαμακό επιβεβαίωνε όσα είχα ακούσει για την Αφρική. Φυσικά όλα ήταν μία αυταπάτη. Η μαγεία της μαύρης Αφρικής είναι ότι καταφέρνει να μοιάζει με όλα όσα ξέρουμε, όλα όσα έχουμε διαβάσει σε βιβλία γεωγραφίας, σε κόμικς, σε μυθιστορήματα ή ταξιδιωτικές αφηγήσεις, ρεπορτάζ ή ταινίες, επιφυλάσσοντας, ωστόσο, άπειρες εκπλήξεις. Η Αφρική είναι αυτό που πίστευες πως ήξερες γι’ αυτήν πριν έρθεις, μαζί με την επίγνωση πως οι πιο χαρισματικοί εραστές της τα έχουν πει όλα για τη χώρα αυτή, δίχως να την έχουν, όμως ξεπαρθενέψει.

29
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

19
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 114

Edith Wharton, «Χαμένες ψυχές», από το: Χαμένες ψυχές και άλλα διηγήματα, εκδ. Ροές, 2005, μτφ. Νίκη Προδρομίδου (Edith Wharton, Souls Belated, 2004)

Ξέρεις, αρχίζω να καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει ο γάμος. Είναι για να κρατάει τους ανθρώπους μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Μερικές φορές νομίζω ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται μπορούν να γλιτώσουν απ’ την τρέλα μόνο χάρη στα πράγματα που μπαίνουν ανάμεσά τους – τα παιδιά, τις υποχρεώσεις, τι επισκέψεις, τους βαρετούς ανθρώπους, του συγγενείς, – τα πράγματα που προστατεύουν τον έναν σύζυγο από τον άλλον. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον – αυτή ήταν η δική μας αμαρτία. Είδαμε ο καθένας τη γύμνια της ψυχής του άλλου

08
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!

29
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, 112

Theodor Adorno, Minima Moralia. Στοχασμοί μέσα από τη φθαρμένη ζωή, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, σ. 117-118 [Minima Moralia: Reflexionen aus dem beschädigten Leben, 1951]

Η προηγούμενη ζωή του εξόριστου, όπως είναι γνωστό, εκμηδενίζεται. Παλιότερα ήταν το ένταλμα σύλληψης, σήμερα είναι η πνευματική εμπειρία αυτή που κηρύσσεται ως μη μεταβιβάσιμη και απολύτως αλλοτρίου είδους. Ό,τι δεν είναι εκπραγματισμένο, ό,τι δεν μπορεί να μετρηθεί και να απαριθμηθεί, εκπίπτει. Σαν να μην έφτανε αυτό, η εκπραγμάτιση επεκτείνεται και στο ίδιο το αντίθετό της, τη ζωή που δεν μπορεί να βιωθεί άμεσα, σε ό,τι εξακολουθεί να ζει απλώς ως σκέψη και μνήμη. Έχουν επινοήσει γι’ αυτό μια ιδιαίτερη στήλη. Επιγράφεται «φόντο» και εμφανίζεται σαν παράρτημα στα ερωτηματολόγια, μετά το φύλο, την ηλικία και το επάγγελμα. Η ατιμασμένη ζωή σύρεται τώρα και από το θριαμβευτικό αυτοκίνητο των ηνωμένων στατιστικολόγων· ακόμη και το παρελθόν δεν είναι πια ασφαλές ενώπιον του παρόντος, που το παραδίδει πάλι στη λήθη θυμίζοντάς το.

11
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 111

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 100, 101, 123 (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Η σιωπή είναι ένας χώρος, μια κοιλότητα όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχτούμε αλλά στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Η σιωπή δεν τελειώνει, σπάει. Η βασική της ιδιότητα είναι ότι θρυμματίζεται εύκολα· το αδιόρατο επιθήλιο που την περιβάλλει είναι διαφανές: αφήνει να περάσουν όλα τα βλέμματα.

Ξαφνικά βρήκε κάποια ομοιότητα ανάμεσα στη γραφή και τα χάδια, ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συνενοχή.

Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός. Η γλώσσα των ονείρων μου μού είναι όλο και πιο κατανοητή. Μιλάω για αγαπόνεια, όταν θέλω να δείξω τρυφερότητα, ενώ απαλοτέλεια είναι η περίεργη εκείνη ιδιότητα όλων όσοι μου μιλούν με τρυφερότητα. Λοφότητα, απεστήθος, ονειρόφανος, υψηλοπολώ είναι λέξεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που εμφανίζονται στα όνειρά μου για να μου μιλήσουν για τοπία που νοσταλγώ και για μέρη που βρίσκονται πέρα από τα κάγκελα. Ονομάζουν κεζβέλ ό,τι παράγει μουσικούς ήχους και λυκονία το σφύριγμα του ανέμου. Λένε φραγοναντία για να μιλήσουν για τον ήχο του νερού στα ρυάκια. Μου αρέσει να μιλάω σε αυτή τη γλώσσα.

[Οι φωτογραφίες από την βασισμένη στο βιβλίο ταινία του José Luis Cuerda]

31
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

18
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 109

Ευγένιος Αρανίτσης, «Ποιος θυμάται τον Ζενέ;», Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 256, 16.5.2003,  σελ. 25.

Το βιβλίο του Τίμοθι Λίρι με τίτλο Σχεδιασμός θανάτου που ξαναδιάβασα με αρκετή καθυστέρηση στη μετάφραση του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της θανατολαγνείας που πλήττει τη δυτική διανόηση, οι εμπροσθοφυλακές της οποίας είναι όλο και πιο φανερά προσανατολισμένες στο φετιχισμό της ιδέας ενός κόσμου νεκρών. Το περιεχόμενο αυτής της έλξης, που υπακούει οφθαλμοφανώς σε μια γενικευμένη αδυναμία πένθους, τυπική του πολιτισμού μας, διέσχισε ήδη τη φάση του μακάβριου (ρομαντισμός), καθώς και τη φάση της ουδέτερης αποδοχής, όπου ο θάνατος ήταν κάτι οικείο, το οποίο έπρεπε να αντιλαμβάνεσαι δίχως ίχνος απέχθειας ή φόβου (μοντερνισμός), και παρελαύνει υπό τη σημαία ενός εξεζητημένου, σχεδόν «αναρχικού» εξωραϊσμού. Όχι επειδή το υποκείμενο έχει συμφιλιωθεί στο ψυχικό επίπεδο με την έννοια του τέλους αλλά εν ονόματι εκείνης της αλληλέγγυας φυσικότητας που καθιστά αγαπητούς τους δεινόσαυρους, τους εξωγήινους και τα ζόμπι. Βρισκόμαστε στην καρδιά του οχυρού της απόλυτης, της σχεδόν εργαστηριακής λατρείας του σώματος, όπου κυβερνά η βιολογία. Τρόπον τινά, ο Λίρι οδηγεί την ψυχρότητα του Μπέκετ στις έσχατες συνέπειες. Εντούτοις, πρόκειται για κείμενο διάσπαρτο με τις αναλαμπές μιας ιδιοφυΐας. Δεν μπορείς να αγνοήσεις τη δαιμονική του σαγήνη.

05
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 108

Γιάννης Ρίτσος, «Όρκος», Αρίοστος ο προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, εκδ. Κέδρος, 1983, β΄ έκδ. συμπληρωμένη, σ. 39-40.

Μα τούτη η ώρα του δειλινού είναι ένα φρέσκο χρωματιστό γραμματόσημο που πρέπει να το φέρεις σα χείλη σου, να το σαλιώσεις και να το κολλήσεις στο φάκελο μιας ερωτικής επιστολής. […] Μπαίνω στην κουζίνα μου. Ετοιμάζω το απογευματινό μου τσάι. Το σερβίρω σε δυο φλιτζάνια. Γιατί, βέβαια, κάποιος πρέπει να ’ρθει. Είναι απαραίτητο. Μια ωραία λυπημένη γυναίκα, κάπως κουρασμένη. Θα χει πολύ ταξιδέψει και θα λέει άγνωστο ονόματα πόλεων, λιμανιών, ποταμών, πλοίων, οροσειρών. Κι όλα φιλικά απ’ το σχηματισμό των χειλιών της. Μεταφέρω το δίσκο στο μεγάλο δωμάτιο. Θέλω να μοιραστώ μαζί της τα χρώματα του δειλινού που λάμπου ακόμη στο ανοιχτό παράθυρο. Αν βγάλει τα παπούτσια της θα φέξουν ρόδινα τα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτό το θέλω. Θα καθίσουμε στον ίδιο καναπέ πίνοντας το τσάι μας και κουβεντιάζοντας για κήπους και έφιππα αγάλματα. […] Και σμίξανε τα σώματά μας μες το μαβί βελούδινο βράδυ, ενώ η μισή φετίτσα λεμόνι έπλεε στο μισοπιωμένο τσάι μου όπως το μισοφέγγαρο στον αθηναϊκό ουρανό.

23
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 107

Λόγος του Λόρδου Μπάυρον στην Βουλή των Λόρδων (1812)

Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο· και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσει η “Bellua multorum capitum” (το «ζώο με τις πολλές κεφαλές») είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στον δρόμο της λογικής μ’ ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας -που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στον στρατό σας- που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο, και που μπορεί, επίσης, να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο· αλλά μην ξεχνάτε ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού.

[Αναφορά από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος), αναδημοσίευση στο ιστολόγιο Λογομνήμων, ο πλήρης λόγος εδώ.]

15
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 106

Τομ Ρόμπινς, Τρυποκάρυδος. Μια απίθανη ιστορία αγάπης, εκδ. Αίολος, 1998, μτφ. Ντίνος Γαρουφαλιάς, σ. 96 – 97 [Tom Robbins, Still Life with Woodpecker, 1980].

Όσο πιο καλή είναι μια ιδέα τόσο πιο ευμετάβλητη είναι. Αυτό συμβαίνει επειδή μόνο οι καλύτερες ιδέες γίνονται δόγματα και το κακό της όλης υπόθεσης είναι ότι ακριβώς μια φρέσκια, ζωντανή, ανθρώπινη, χρήσιμη ιδέα μετατρέπεται σε δογματικό ρομπότ. Από την άποψη της απελευθέρωσης επικίνδυνων ενδιάμεσων ξενιστών, η μετατροπή των ιδεών σε δόγματα ισοφαρίζει τη μετατροπή του υδρογόνου σε ήλιον, του ουρανίου σε μολύβι και της αθωότητας σε διαφθορά. Κι είναι σχεδόν εξίσου ευμετάβλητη. […] Οι ιδέες γίνονται απ’ τους δασκάλους, τα δόγματα απ’ τους μαθητές και ο Βούδας πάντα σκοτώνεται στο δρόμο.

Υπάρχει μια ιδιαίτερα απεχθής και απελπιστικά κοινή ασθένεια που λέγεται παρωπιδισμός και που προκαλεί τόσα κακά που θα ’πρεπε να βρίσκεται πάνω πάνω στον κατάλογο ασθενειών του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας. Ο παρωπιδισμός είναι μια ασθένεια όπου η αντίληψη περιορίζεται από την άγνοια και διαστρεβλώνεται από τα συμφέροντα. Προκαλείται από ένα μύκητα του οπτικού, που πολλαπλασιάζεται όταν ο εγκέφαλος είναι λιγότερο δραστήριος απ’ τον εγωισμό. Παρουσιάζει επιπλοκές όταν εκτίθεται στην πολιτική. Όταν μια καλή ιδέα υποχρεώνεται να περάσει μες απ’ τα φίλτρα και τα κομπρεσέρ ενός κοινού παρωπιδισμού, όχι μόνο βγαίνει σε μειωμένη κλίμακα και αξία, αλλά η καινούργια δογματική της υπόσταση φέρνει το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε.

Γι’ αυτό ακριβώς οι ιδέες αγάπης του Ιησού Χριστού γίναν τα απαίσια κλισέ του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό ακριβώς ουσιαστικά όλες οι επαναστάσεις της Ιστορίας έχουν αποτύχει: οι καταπιεσμένοι, μόλις πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, γίνονται καταπιεστές και καταφεύγουν σε ολοκληρωτικές μεθόδους για να προστατέψουν την επανάσταση. Γι’ αυτό ακριβώς οι μειονότητες που ζητούν την κατάργηση των προκαταλήψεων πέφτουν στην αδιαλλαξία, οι μειονότητες που ζητούν την ειρήνη πέφτουν στην ένοπλη στράτευση…

08
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 105

Antonio Tabucchi, «Πλαφ, πλόφ, πλάφ, πλόφ», Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Εννέα ιστορίες, εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σ. 35-36, 48 [Il tempo invecchia in fresta, 2009].

Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε κάνει ήδη και στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι έπαιρνες λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία…

Πόσο παρούσα μπορεί να είναι η νύχτα. Επιβάλλεται μόνο με την παρουσία της, μια παρουσία φτιαγμένη μόνο από τον εαυτό της, είναι απόλυτη, κάθε χώρος είναι δικός της, έχει την ίδια παρουσία με αυτή του φαντάσματος· που ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί μπροστά σου αλλά βρίσκεται παντού, ακόμα και πίσω από την πλάτη σου, κι αν καταφύγεις σε έναν μικρό φωτεινό τόπο γίνεσαι φυλακισμένος του, γιατί ολόγυρα, σαν θάλασσα που περικυκλώνει τον μικρό σο φάρο, υπάρχει η ανυπέρβατη παρουσία της νύχτας.

29
Ιαν.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 104

Ρόαλντ Νταλ, «Εδουάρδος ο κατακτητής» σε: Απροσδόκητες ιστορίες, εκδ. Ποταμός, 2001, μτφ. Ολυμπία Παγουλάτου, σ. 398-400 [Roald Dahl, Edward the Conqueror, Tales of the Unexpected, 1979]

Κάτω απ’ τον τίτλο ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ βρήκε ένα βιβλίο που λεγόταν Επαναλαμβανόμενες Επίγειες Ζωές – Πώς και Γιατί, κάποιου Φ. Μίλτον Ουίλις, έκδοση του 1921. Κάτω απ’ τον τίτλο Λιστ, βρήκε δύο τόμους με τη βιογραφία του. Πήρε και τα τρία βιβλία, μπήκε στο αυτοκίνητό της και γύρισε σπίτι.
Όταν έφτασε στο σπίτι, ακούμπησε τον γάτο πάνω στον καναπέ, κάθισε δίπλα του με τα τρία βιβλία και ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη. Αποφάσισε να ξεκινήσει με το βιβλίο του κυρίου Φ. Μίλτον Ουίλις. Ο τόμος ήταν λεπτός και κάπως βρόμικος, είχε όμως ένα κάποιο ειδικό βάρος, και το όνομα του συγγραφέα απέπνεε κύρος.

Το δόγμα της μετενσάρκωσης, διάβασε, ορίζει ότι οι ψυχές μεταβαίνουν σε ολοένα ανώτερες μορφές ζωής. Ένας άνθρωπος, επί παραδείγματι, δεν δύναται να ξαναγεννηθεί ως ζώο, όπως ακριβώς ένας ενήλικας δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί. …Γύρω από το κέντρο της συνείδησης του καθενός από εμάς υπάρχουν, εκτός από το συμπαγές εξωτερικό σώμα, τέσσερα άλλα σώματα, αόρατα για το κοινό ανθρώπινο μάτι, απολύτως ορατά, όμως, για εκείνους των οποίων οι ικανότητες αντίληψης υπερφυσικών πραγμάτων έχουν γνωρίσει την απαραίτητη ανάπτυξη…

Παρακάτω στο βιβλίο, βρήκε μια λίστα με μερικές από τις πιο διάσημες μετενσαρκώσεις. Ο Επίκτητος, λέει, επέστρεψε στη γη ως Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, ο Κικέρων ως Γλάδστων, ο Αλφρέδος ο Μέγας ως Βασίλισσα Βικτωρία, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής ως Λόρδος Κίτσενερ. Ο Πυθαγόρας επέστρεψε ως Δάσκαλος Κουτ Χούμι, που είναι ο κύριος που ίδρυσε τη Θεοσοφική Σχολή, μαζί με τη Μαντάμ Μπλαβάτσκυ και τον Συνταγματάρχη Χ.Σ. Όλκοτ (τον διακεκριμένο αμερικανό δικηγόρο, μετενσάρκωση του Ασόκα Βαρντχάνα, βασιλιά της Ινδίας). …Ο Ρούσβελτ και ο Καίσαρ συνυπήρξαν πολλές φορές ως στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες. Σε μία μάλιστα από τις ενσαρκώσεις τους χιλιάδες χρόνια πριν, υπήρξαν ζευγάρι….

16
Ιαν.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 103

Τζερόμ Τζερόμ, Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος), εκδ. Τεκμήριο, 1980, μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, σ. 73 [Jerome K. Jerome, Three Men in a Boat (To Say Nothing of the Dog), 1889]

Είμαστε, άντρες και γυναίκες, πλασμένοι για τον ήλιο. Αγαπάμε τη ζωή και το φως. Γι’ αυτό και στριμωχνόμαστε στις μεγάλες πόλεις κι αφήνουμε την ύπαιθρο, χρόνο με το χρόνο, να ερημώνεται. Τη μέρα, στο φως του ήλιου, όταν η φύση είναι ξύπνια και γεμάτη κίνηση, οι πλαγιές των λόφων και τα πυκνά δάση μας γοητεύουν. Μα τη νύχτα, όταν η Μάνα Γη κοιμάται και μεις μένουμε ξάγρυπνοι, α! ο κόσμος, τότε, μας φαίνεται πολύ έρημος και μας πιάνει φόβος, σαν παιδιά που μείναν μόνα σ’ ένα άδειο σπίτι. Αναστενάζουμε με νοσταλγία και λαχταράμε τους φωτισμένους δρόμους της πόλης, την ανθρώπινη φωνή και τον καθησυχαστικό παλμό της ζωής. Μέσα στη βαθιά σιωπή νοιώθουμε μικροί κι αβοήθητοι. Όταν τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν με τον νυχτερινό αέρα, μας τριγυρίζουν ένα σωρό φαντάσματα που αναστενάζουν με παράπονο, μας γεμίζουν μελαγχολία. Τρέχουμε, τότε, όλοι μαζί στις πόλεις, ανάβουμε μεγάλα βεγγαλικά από εκατομμύρια φώτα γκαζιού, φωνάζουμε και τραγουδάμε για να νοιώσουμε πάλι γενναίοι.

14
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 102

Σβετλάνα Αλέξιεβιτς, Έρευνες για τον έρωτα στη Ρωσία, Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 146, 145, μτφ. Ο. Τσιμπένκο (Svetlana Alexievitch, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Δεν χρειάζεται να είσαι κοσμοναύτης, πρωταθλητής ή ήρωας, μπορείς να τα βιώσεις όλα σ’ ένα συνηθισμένο δυάρι – εικοσιοχτώ τετραγωνικά, κοινό μπάνιο, ανάμεσα στα αντικείμενα που μοιάζουν σκηνικά από παλιό επαρχιακό θέατρο. Περασμένα μεσάνυχτα, δύο η ώρα. Πρέπει να φύγω, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να φύγω απ’ αυτό το σπίτι…Περισσότερο μοιάζει με κάποια ανάμνηση, σαν να τα θυμήθηκα όλα, για πολύ καιρό δεν θυμόμουν τίποτα, και τώρα όλες οι αναμνήσεις επιστρέφουν…Ενώθηκα…Νομίζω, κάτι παρόμοιοι νιώθει ο άνθρωπος που πέρασε πολλές μέρες φυλακισμένος σ’ ένα κελί, και ανακαλύπτει τον κόσμο σε ατέλειωτες λεπτομέρειες. Σχήματα. Δηλαδή, το μυστικό είναι ήδη κάτι χειροπιαστό, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα βάζο λουλουδιών για παράδειγμα. Μα για να καταλάβεις κάτι, πρέπει να νιώσεις πόνο. Όταν ήμουν πολύ νέος, προσπάθησα να διαβάσω την ποίηση της Τσβετάεβα, δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί οι λέξεις της είναι ηχηρές, λέγονται σαν εξορκισμοί, έχουν μια θεμελιώδη δύναμη. Και πώς θα καταλάβεις, αν δεν πονάει, πρέπει να πονέσεις, να πονέσει…

Ο έρωτας αρχίζει, και ξαφνικά δεν υπάρχεις, διαλύεσαι μέσα σε κάποιον ή σε κάτι, και αυτή η αίσθηση συνεχίζεται, απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, αποκτά έκταση σχεδόν φυσική, ξαφνικά βρίσκεσαι σε άλλο διάστημα, δηλαδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα και δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις και δεν μπορείς να το σβήσεις με μια γομολάστιχα από το χαρτί. Ξαφνικά όλα αλλάζουν χρώμα…Ακούς περισσότερες φωνές, περισσότερους ήχους….

02
Δεκ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 101

Ελέν Σιξού, Βίαιες μαιευτικές, σε: Αυτονταφέ. Επιθεώρηση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, 1/Φθινόπωρο 2001, εκδ. Άγρα, σελ. 112, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη (Hélène Cixous, Cruel Obstetrics, Autodafe. Journal of the International Parliament of Authors, 1/2000).

Όπως με τη μητέρα μου, την Εύα Σιξού, μαία, η οποία συνελήφθη με μια κάποια πρόφαση, ενώ δήλωνε στο δημαρχείο του Αλγερίου το παιδί (…) και οδηγήθηκε με χειροπέδες στην περιβότη φυλακή του Μπαρμπόσα.

Αυτό που την ενοχλεί είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της αιχμαλωσίας αισθάνθηκε ελεύθερη και ξένοιαστη όσο ποτέ άλλοτε. Στους άλλους έξω οι στενοχώριες και οι ανησυχίες, εκείνη, μέσα στους τοίχους είχε όλο τον καιρό να κάνει μιζ-αν-πλι χρησιμοποιώντας καρότα αντί για μπικουτί. Μια ξεκούραση που την άξιζε, ένας σφετερισμός όμως, σκεφτόταν τυλίγοντας τις μπούκλες των μαλλιών της. Αν ήταν ένοχη ήταν γιατί απολάμβανε εκείνο που θα έπρεπε να την συνθλίψει. Αλλά δεν μπόρεσε να κάνει διαφορετικά. Και παρομοίως, μπορούμε να φανταστούμε τον Ντοστογιέφκσι χωρίς το κάτεργό του και χωρίς τη θανατική ποινή του, τις πηγές του έργου του; Τον Τζόυς χωρίς την Truie, το Δουβλίνο που κατασπαράσσει τα μικρά της γουρουνάκια, χωρίς την Εξορία του για την Αυτοκρατορία; Και τον Κάφκα χωρίς το Δράκο και τη Δράκαινα με τους οικογενειακούς συζυγικούς γάντζους να γαντζώνουν την κούνια του;

25
Νοέ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 100

Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, σε: Μισέλ Ουελμπέκ – Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία, 2010, σ. 222, 225, 226 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Γιατί γράφετε; Γιατί δεν μπορεί κανείς να κάνει έρωτα όλη την ημέρα. Γιατί κάνετε έρωτα; Γιατί δεν μπορεί κανείς να γράφει όλη την ημέρα. Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν κάνω σχεδόν τίποτα που να μην είναι, άμεσα ή όχι, καταγεγραμμένο σε αυτήν την διπλή απόλαυση που μου δίνουν, σχεδόν αδιακρίτως, η τέχνη του έρωτα και της συγγραφής. Έχω ένα σώμα που, ειλικρινά, δεν μπορεί – με την κυριολεκτική έννοια του «μπορώ» – να κάνει παρά δύο πράγματα, που είναι στην πραγματικότητα το ίδιο: να ερωτεύεται και να γράφει, να γράφει και να ερωτεύεται, να αντλεί από το ένα την πηγή του άλλου και από το άλλο την πηγή του ενός.

Λογοτεχνία ή ζωή; Ζωή επειδή λογοτεχνία; Η ζωή για μένα δεν ζει, δεν είναι βαθιά και σαρκικά ζωή, παρά μόνο όταν μπορώ να της αποσπάσω λέξεις.

Πιστός στις αρετές της συντακτικής απόκλισης, της αδιόρατα καινοφανούς χρήσης ενός σημείου στίξης, της λέξης που ξεφεύγει από τη συνήθη χρήση της, του ανεμπόδιστου ήχου που αναδύεται έξω από τη σιωπή και τον θόρυβο…

Στους ομοιοπαθείς

05
Νοέ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 99

Σακί (Έκτωρ Χιού Μόνρο), «Ο Σρέντνι Βαστάρ», Ο Άγιος και το Τελώνιο, εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρης Σφακιανάκης, σ. 29-30 (Hector Hugh Munro, Sredni Vashtar [ανάμεσα 1910-1914], The Penguin Complete Saki (1998))

Και ξαφνικά σταμάτησε το τραγούδι και κόλλησε το πρόσωπό του στο παράθυρο. Η πόρτα της αποθήκης ήταν πάντα μισάνοιχτη όπως την είχε αφήσει η Γυναίκα και τα λεπτά κυλούσαν. Ήταν ατέλειωτα λεπτά, όμως κυλούσαν. Κοίταξε τα ψαρόνια που πηδούσαν και πετούσαν στον κήπο. Τα μέτρησε ξανά και ξανά, κρατώντας το ένα του μάτι πάντα καρφωμένο σ’ εκείνη τη μισάνοιχτη πόρτα. […] Κάποια ελπίδα είχε αρχίσει σιγά σιγά να γλιστρά μες στην καρδιά του, κι ένα βλέμμα θριάμβου πήρε να λάμπει στα μάτια του που, ως εκείνη τη στιγμή, γνώριζαν μονάχα τη μελαγχολική υπομονή της ήττας. Ψιθυριστά, με μια μεγάλη αγαλλίαση, άρχισε πάλι να τραγουδά τον παιάνα της νίκης και της καταστροφής. Και σύντομα τα μάτια του ανταμείφθηκαν: μέσα από κείνη τη μισάνοιχτη πόρτα εμφανίστηκε ένα μακρύ, κοντό, καφετί ζώο, με μάτια που ανοιγόκλειναν μπροστά στο φως της μέρας που χανόταν, ενώ σκούρες υγρές κηλίδες υπήρχαν στη γούνα γύρω απ’ τα σαγόνια και το λαιμό του. Το μεγάλο κουνάβι προχώρησε ως το ρυάκι στην άκρη του κήπου, ήπιε για μια στιγμή, κι ύστερα πέρασε τη μικρή ξύλινη γέφυρα και χάθηκε μες στους θάμνους. Τέτοιο ήταν το πέρασμα του Σρέντνι Βαστάρ.

«Το τσάι είναι έτοιμο», φώναξε η κακόκεφη καμαριέρα. «Πού είναι η κυρία;». «Πήγε στην αποθήκη πριν από λίγο», είπε ο Κονραντίν. Κι όσο η καμαριέρα πήγε να φωνάξει την κυρία για το τσάι, ο Κονραντίν […] αφουγκραζόταν τους θορύβους και τις σιωπές που ξέσπαγαν σε παροξυσμούς πίσω απ’ την πόρτα της τραπεζαρίας. Τη δυνατή, ανόητη στριγκλιά της καμαριέρας, τον απαντητικό χορό των ερωτηματικών αναφωνήσεων απ’ την κουζίνα, τα άτακτα βήματα και τις αποστολές για εξωτερική βοήθεια, κι ύστερα, μετά από μια ανάπαυλα, τα τρομαγμένα αναφιλητά και το συρτό περπάτημα εκείνων που μεταφέρουν ένα βαρύ φορτίο μες στο σπίτι.

Μνήμη Επαμεινώνδα Χ. Γονατά

26
Οκτ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 98

Neil Gaiman, The Sandman (από: http://thinkexist.com/quotes/neil_gaiman. Η  παραπομπή σε Σ. Ζίζεκ, Βία]

Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο. Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω. Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου… Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Δε στο ζήτησαν. Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια. Η αγάπη παίρνει ομήρους. Μπαίνει μέσα σου. Σε κατατρώει και σ’ αφήνει  να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το «ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι» μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει το δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει. Όχι μόνο στη φαντασία. Όχι μόνο διανοητικά. Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά. Μισώ την αγάπη.

Στην Μαρία Ξυλούρη

03
Σεπτ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 97

Μάνος Στεφανίδης, Το πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου, Περιοδικό (Δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011), σ. 92.

Πόσο στ’ αλήθεια σας ενδιαφέρει το τέλος αυτής της ιστορίας; Το τέλος κάθε ιστορίας; Ας είμαστε ειλικρινείς. Μια αρχαία αταβιστική συνήθεια μας δημιουργεί αυτή την επίπλαστη, σχεδόν χυδαία περιέργεια να ολοκληρώσουμε, δήθεν, τον όποιο μύθο. Κατ’ ουσίαν ξέρουμε πως τίποτε δεν τελειώνει ποτέ και πως οι άλλες ιστορίες αποτελούν αξιοθρήνητο άλλοθι για τη δική μας προσωπική ιστορία που χάσει εκεί στην άκρη της ζωής μας, αναποτελεσματική και αδιάφορη. Δεκάρα δεν δίνουμε ούτε για τη Σόνια ούτε για τον Αντρέι Μπολκόνσκι ούτε για τον Ρασκόλνικοφ και την Έμμα Μποβαρί. Απλώς χρησιμοποιήσαμε αυτούς τους ήρωες μαζί με δεκάδες εκατοντάδες άλλους πρωταγωνιστές βιβλίων ή ταινιών ή κόμικς ή τηλερομάντζων για να επενδύσουμε το κενό της δικής μας ζωής, να ζήσουμε παράλληλα και κάπως αλλιώς. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η αποτυχία των πολυσέλιδων, κοσμοαγάπητων, συναρπαστικών μυθιστορημάτων. Στο ότι κατάφεραν, αυτό είναι αλήθεια, να μας παρασύρουν για μια στιγμή, μας έκαναν να ταυτιστούμε μ’ αυτά για λίγο, όμως δεν μπόρεσαν ν’ αλλάξουν ούτε κατ’ ελάχιστο τη ζωή μας κι αυτό δεν πρέπει να τους το συγχωρήσουμε.

Στον Βασίλη Καββαθά

12
Ιολ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη

29
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 95

Πέτρος Αμπατζόγλου, Ισορροπία τρόμου, εκδ. Εγνατία, [Σειρά: Τραμ/Λογοτεχνία, 28.], β΄ έκδ., 1978, σ. 115-116.

Είμαι μεγάλος στα χρόνια, της είπα ξαφνικά χωρίς πρόλογο, τα μαλλιά μου έφυγαν και φαίνεται το κρανίο, ναι, είμαι μεγάλος στα χρόνια αλλά εγώ θέλω να παίξω, μεγάλωσα χωρίς κανείς να με ρωτήσει, κι εγώ θέλω να με ρωτούν για όλα όσα πρόκειται να πάθω. Και τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια; Ένας μικρός κήπος με έναν ευκάλυπτο, σαύρες και σαλιγκάρια και σπασμένα παιχνίδια. Συλλογές από αράχνες και μια φράση σαν διαταγή «πρέπει να είσαι καλό παιδί». Τι ήταν τα εφηβικά μου χρόνια; Ένα κορίτσι μ’ ένα πράσινο φόρεμα και μια δύστροπη γάτα. Σκοτωμένοι άντρες στην επανάσταση, όλοι ριγμένοι στα ρείθρα. Γυναίκες στα μπορντέλα που με μάθανε να είμαι αρσενικό αλλά όχι άντρας. Τίποτα άλλο. (…)

Βλέπετε, αυτή τη στιγμή δεσποινίς, δεν έχω τίποτα, είμαι ένα βρέφος που στηρίζει τις ελπίδες στα γεράματα. Τα αισθήματα μου κι οι επιθυμίες μου είναι σταθερές, αλλά δεν ξέρω πια σε τι χρησιμεύει αυτή η σταθερότητα. Έγραψα μερικά ποιήματα, αλλά έχω τεχνικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη μετάδοση της συγκίνησης που νιώθω όταν γράφω. Οι συγκινήσεις μου είναι συγκροτημένες, αλλά οι λέξεις κάνουν ό,τι θέλουν, αποκτούν θα έλεγα μια προκλητική αυτοτέλεια προδίνοντας τη συγκίνηση και λέγοντας άλλα αντ’ άλλων. Να πουλήσω το μαγαζί; Ίσως αυτό βοηθήσει την τεχνική μου. Όμως πρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που να τ’ αγαπώ και να μ’ αγαπά και να με σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να μ’ αγαπά πολύ αλλά να μην ενδιαφέρεται και για την πιθανή καταστροφή μου. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι παράλογο.

Μνήμη Τάσου Χατζητάτση

19
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 94

Χανίφ Κιουρέισι, Ξένοι σαν συναντιόμαστε, στο: Μεσάνυχτα όλη μέρα, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Άννα Παπασταύρου, σ. 26, 48 (Hanif Kureishi, Midnight all day, 1999).

Πολύ αργότερα πια η Φλοράνς με διδάσκει ότι το να είναι κανείς επιτυχημένος οφείλεται εν μέρει στην ικανότητά του να αντέχει την ζήλια και την κατάφωρη αντιπάθεια. […]

Το τι φαντάζομαι για τους άλλους δεν μπορώ να το περιγράψω, ωστόσο το ανθρώπινο μυαλό σπάνια έχει σαφή αντίληψη των πραγμάτων. […]

Πιθανότατα περνάω πάρα πολύ καιρό μόνος μου νομίζοντας ότι μπορώ να δώσω τα πάντα στον εαυτό μου. Ο γιατρός μου, με τον οποίο τα πίνουμε, είναι βλακωδώς φανατικός με τα χάπια και το κέφι. Λέει πως αν δε μπορώ να είμαι ευτυχισμένος με ό,τι έχω δε πρόκειται να είμαι ποτέ. Εκείνος θα έλεγε όχι στη χρησιμότητα της εσωτερικής μάχης του ανθρώπου και προτιμάει α παίρνω αντικαταθλιπτικά, λες κι είναι καλύτερο να παραλύσω παρά να γνωρίσω τους φριχτούς εαυτούς μου.

Μνήμη Μαργαρίτας Καραπάνου  

11
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 93

Julio Llamazares, Η κίτρινη βροχή, εκδ. Σέλας, 1999, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 49, 52 (La lluvia amarilla, 1988)

Αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. 1961, αν η μνήμη μου δεν με απατούσε. Αλλά τελικά μήπως η μνήμη δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεγάλο ψέμα; Πώς θα μπορούσα εγώ τώρα να είμαι σίγουρος ότι εκείνη ήταν, στ’ αλήθεια, η τελευταία νύχτα του 1961; Ή ότι η παλιά βαλίτσα από ξύλο και τενεκέ του πατέρα μου σαπίζει,  πράγματι, στο περιβόλι κάτω από ένα σωρό τσουκνίδες. Ή – γιατί όχι; – ότι δεν ήταν η Σαμπίνα αυτή που, φεύγοντας, έβγαλε από τη θέση τους και πήρε μαζί της όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες. Δεν θα είναι άραγε όλα αυτά τα πράγματα που έχω ονειρευτεί ή φανταστεί μόνο και μόνο για να γεμίσω με ψεύτικα όνειρα και αναμνήσεις ένα εγκαταλελειμμένο και ήδη κενό χρόνο; Μήπως στην πραγματικότητα, όλο αυτό το διάστημα, λέω ψέματα στον ίδιο μου τον εαυτό;

[…]

Από τότε, έζησα με την πλάτη γυρισμένη στον εαυτό μου. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, δεν ήμουν εγώ αυτός που καθόταν κοντά στη φωτιά ή αυτός που περιπλανιόταν στο χωριό σαν εγκαταλελειμμένος και μοναχικός σκύλος. Δεν ήμουν εγώ αυτός που κάθε βράδυ ξάπλωνε σ’ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλός, ακούγοντας τη βροχή, μέχρι το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ήταν η ανάμνησή μου αυτή που περιπλανιόταν στο χωριό και καθόταν κοντά στη φωτιά: ήταν η ίδια μου η σκιά αυτή που ερχόταν κάθε βράδυ να ξαπλώσει σ αυτό το κρεβάτι και παρέμενε σιωπηλή ακούγοντας τη βροχή και την αναπνοή μου.

Στην Νατάσα Κεσμέτη

02
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 92

Yoko Okawa, Ξενοδοχείο Ίρις, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Άγρα, 2004, σ. 170 (Hotel Iris, 1996)

Το πραγματικό όμως νόημα της αναμονής δεν το έμαθα παρά από τότε που σε συνάντησα. (…)

Κοιτάζω τους ανθρώπους που στρίβουν τη γωνία ερχόμενοι προς το μέρος μου από την ακτή, αναπηδώ μόλις διακρίνω κάποια κοπέλα που η σιλουέτα της φέρνει κάτι από σένα, αποστρέφω πάραυτα το βλέμμα μόλις συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για κάποια άλλη. Συνεχίζω απτόητος με ακάματη υπομονή. Δεν παραιτούμαι με τίποτα. Θα διέπραττα με χαρά το ίδιο σφάλμα χίλιες και δύο χιλιάδες φορές αν είναι για να βρω εσένα και μόνο εσένα. Σχεδόν δεν μπορώ πια να κάνω τη διάκριση ανάμεσα στο τι θέλω περισσότερο, να σε δω όσο το δυνατό γρηγορότερα ή να σε περιμένω έτσι στη θέση μου επ’ αόριστον.

 Στην Έλενα Μαρούτσου




Σεπτεμβρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.043.352 hits

Αρχείο