Ρέιμοντ Κάρβερ – Αρχάριοι

Οι ρημαγμένοι μιλούν ακόμα

«Θεέ μου» έλεγε. Όμως ο Θεός δεν είχε τίποτα να κάνει μ’ αυτά. Είχε νίψει τας χείρας του. (σ. 36)

Οι χαρακτήρες του Κάρβερ βρίσκονται στα όρια του πόνου και στις παρυφές της θλίψης αλλά δεν είναι αυτοκαταστρεφόμενοι μοιρολάτρες. Γνωρίζουν καλά πώς βρέθηκαν ως εδώ, κάποτε γνωρίζουν και πώς να βγουν απ’ την απόγνωση. Αλλά μένουν για να δουν το απώτατο όριο μιας ζωής ρευστής «όπου τη μια στιγμή είσαι εδώ κι όλα είναι μέλι γάλα και την άλλη βρίσκεσαι στο χείλος της αβύσσου». Άλλοτε τους λείπει ένα τρυφερό χέρι βοήθειας, άλλοτε συναισθάνονται ότι το φως δεν είναι καλύτερο απ’ το σκοτάδι τους.

Σε κάθε περίπτωση ξέρουν καλά τι υπήρξαν κάποτε και τι έχασαν τώρα. Το συντετριμμένο ζεύγος που ετοιμάζεται «άδειο από λέξεις» να χωρίσει μοιράζεται μνήμες της εποχής που εγκατέλειψαν τα πάντα για να αναλάβουν ένα μοτέλ: οι καλύτερες αναμνήσεις λειτουργούν ως αντίβαρο στη απωλεσθείσα αξιοπρέπεια («Κιόσκι»). Στην παραμυθητική ανασκόπηση ζωής (και στη σκέψη της παράφορης αγάπης του) προβαίνει κι ένα άλλο ζεύγος, με άπιστη αυτή τη φορά την γυναίκα («Πού έχουν πάει όλοι;»). Εδώ όμως ο μεθυσμένος σύζυγος εκφράζει μια ρέουσα, λανθάνουσα καλοσύνη, όπως και πολλοί καρβερικοί χαρακτήρες: αδυνατεί να μην εκφράσει, έστω και μονολογώντας, την συμπόνιά του στον εξίσου αλκοολικό εραστή της, άνεργο της βιομηχανίας διαστημοπλοίων, που περνάει την ώρα του επισκευάζοντας «κάθε λογής παλιοσυσκευές και εξαρτήματα που δεν επρόκειτο να πλύνουν, να μαγειρέψουν ή να παίξουν ξανά».

Κάποιοι επιδίδονται σε αυθόρμητες πράξεις γενναιοδωρίας όπως εκείνος που έχει αποθέσει όλα του τα υπάρχοντα στην αυλή και τα πουλάει φτηνά ή τα χαρίζει σ’ ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι, μεταγγίζοντας τα έσχατα αποθέματα ηδονής του σ’ έναν τελευταίο προαύλιο χορό («Γιατί δεν χορεύετε;»). Άλλοι επιθυμούν να μοιραστούν το αλγεινό τους βάρος, όπως η γυναίκα που μοιράζεται την αϋπνία της με τον μονομανιακό γείτονα που θρηνεί οριακές απώλειες. «Στεκόμενη στη μέση της αυλής και κοιτώντας ολόγυρα την ήσυχη γειτονιά νοιώθει πολύ μακριά από οποιονδήποτε γνώριζε και αγαπούσε όταν ήταν μικρή» και επιστρέφει για να συνεχίσει την μεγάλη συζήτηση με τον κοιμώμενο άντρα της («Θέλεις να δεις κάτι;»). Την ίδια διάθεση αντιμετωπίζει ο φωτογράφος σπιτιών που πουλάει τις φωτογραφίες στους ιδιοκτήτες, που σπεύδουν να βεβαιωθούν πως συμπεριλαμβάνονται στο κάδρο ή εκφράζουν τα οικιακά τους συναισθήματα («Σκόπευτρο»).

Μέσα στα ρημαγμένα οικογενειακά ναυάγια οι νεαρότεροι ήρωες αναδύονται αναπνέοντες: είτε ξεκαρδίζονται βεβιασμένα με τους φίλους τους για την τρέλα και τους καυγάδες των γονέων τους («Πού έχουν πάει όλοι;») ή υιοθετούν πιο θαρραλέα οπτική, όπως η 15χρονη κόρη που φωνάζει στον επιθετικό απελπισμένο πατέρα: «Όλα είναι μέσα στο κεφάλι μας. Αν πεις στον εαυτό σου να σταματήσει, θα σταματήσει. Το μυαλό μπορεί να κάνει τα πάντα. …Είναι το πιο δυνατό όργανο του σώματος. Μπορεί να κάνει ό,τι του ζητήσεις» («Κάτι ακόμα»). Ακόμα και η συντετριμμένη πενθούσα μητέρα γνωρίζει πως «θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να πάει πιο πέρα απ’ αυτό το απέραντο κενό που ήξερε πως απλωνόταν μπροστά της» (στο συνταρακτικό «Μια μικρή παρηγοριά»).

Η παρούσα έκδοση της αρχικής εκδοχής των διηγημάτων της συλλογής What we talk about when we talk about love (1981) χωρίς τις εκτεταμένες επεμβάσεις και αφαιρέσεις του επιμελητή Gordon Lish (που αποδεικνύει πως το περίφημο αφαιρετικό καρβερικό ύφος υπήρξε δικό του δημιούργημα) αποτελεί το αντικείμενο μεγάλης συζήτησης. Ανεξάρτητα από τις πλείστες παραμέτρους του θέματος (αποκαθήλωση ενός μύθου, λάμψη της αλήθειας, φιλολογικό ενδιαφέρον, απαύγασμα συγκριτικής λογοτεχνίας, θέση του επιμελητή [editor] ως εταίρου του λογοτεχνικής συγγραφής) η κατάληξη είναι ίδια: η ευκαιρία προσωπικής ανάγνωσης ενός νέου, αυθεντικότερου Κάρβερ. Που δεν έπαψε να αναρωτιέται «πώς γίνεται και κάποιες αγάπες χάνονται, σβήνονται απ’ τον χάρτη» και να είναι βέβαιος πως «είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη». Τελικά για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη;

Παράξενο που ’ναι το ποτό. Τώρα που το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες μας τις σημαντικές αποφάσεις τις πήραμε πίνοντας. Ακόμα κι όταν κουβεντιάζαμε πως έπρεπε να βάλουμε λίγο φρένο στο ποτό, καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας ή στο τραπέζι του πικνίκ στο πάρκο με ένα πάκο μπύρες ή ένα μπουκάλι ουίσκι μπροστά μας. (…) Κι αυτό το πρωινό που η Χόλι ισχυρίζεται ότι πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα για τη ζωή μας, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τρέξω στην κάβα για ένα μπουκάλι…(σ. 49, 50)

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. – επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης σ. 328, με σημειώσεις των επιμελητών Γουίλιαμ Λ. Σταλ και Μορίν Π. Κάρολ, και επίμετρο του μεταφραστή (Raymond Carver, Beginners, 2008 –William L. Stull – Maureen P. Carroll).

Σημ.: Η συλλογή «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» εκδόθηκε εδώ πριν από μια εικοσαετία (εκδ. Απόπειρα, 1993, ίδιος μεταφραστής). Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr. (δηλαδή εδώ).

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.