Το Δέντρο, τεύχος 197 – 198 (Μάιος 2014)

δΑφιέρωμα: Η γοητεία της μυθοπλασίας

Μια φορά πηγαίνοντας στο λύκειο με το τραμ, μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας μου ακούμπησε πάνω μου: η πρώτη μεγάλη ταραχή, ένας ευτυχισμένος πανικός. Το στήθος μου άγγιζε το πρόσωπό μου, τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου στη χειρολαβή κι εγώ ακίνητος εκστασιασμένος, γεμάτος αναπάντεχο σφρίγος και διογκώσεις, κολλημένος πάνω της με απελπισία ναυαγού. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε ξαφνικά και έφυγε. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ, αλλά και να την ξανάβρισκα, ακόμα και σήμερα, θα την ευχαριστούσα. Ίσως να περνάει τα απογεύματα στο ζαχαροπλαστείο, χήρα, μπροστά σε ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, με την ομπρέλα κρεμασμένη στην πλάτη της καρέκλας, φτωχή συνταξιούχος με τους ρευματισμούς να της καταπονούν τα κόκαλα. [σ. 61]

….γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες σ’ ένα κείμενο γεμάτο μνήμες ατάκτως ερριμένες, όπως φαίνεται από τον τίτλο (Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια), μεταξύ των οποίων και εικόνες χαμογελαστών ενζενί του κινηματογράφου με μαγιό στο χαρτί κι εγώ σίγουρος ότι χαμογελούν σε μένα. Όσον αφορά την ποσότητα των σκουπιδιών που δημοσιεύονται ο Πορτογάλος συγγραφέας σκέφτεται: άραγε τι σκέπτονται οι συγγραφείς τους για τις αηδίες που έχουν γράψει; Προφανώς είναι πολύ ευχαριστημένοι…

Ant Lobo AntΕμπλουτίζοντας ακριβώς μια οιονεί συζήτηση πάνω στο θέμα – αφιέρωμα στο προηγούμενο τεύχος του Δέντρου, ο Κώστας Μαυρουδής γράφει στις Σκέψεις για την παραλογοτεχνία και το ευπώλητο ανάγνωσμα: Το όχημα της ωριμότητας κυλά μόνο στις ράγες που έστρωσε ο χρόνος. Το διάβασμα (παρηγορητική και βαθειά μαθητεία με τον εαυτό μας και τον κόσμο) χωρίς την πείρα της περιπέτειάς μας μένει αβαθής πρωτογένεια. Παίρνει αρκετό χρόνο να το αντιληφθούμε. Μεταξύ των αναγνώσεων του λογοτεχνικού έργου, πλεονεκτεί κατά κράτος εκείνη που γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας… Διαφορετική λοιπόν είναι η ανάγνωση του παραλογοτεχνικού αφηγήματος, που διατρέχει την άπνοια των ιδεών και την ανύπαρκτη λογοτεχνικότητα και εκφράζει τεράστιες ομάδες που δεν χρειάστηκαν ποτέ την αρωγή της λογοτεχνίας, τη σωτήρια συνάντηση μαζί της, ούτε βέβαια υποψιάζονται σ’ αυτήν τη σχέση τον ψίθυρο της ανθρώπινης μοίρας.

domenicostarnoneΈνα υπέροχο αφήγημα του Ντομένικο Σταρνόνε (Μάτια κλειστά, μάτια ανοιχτά) κοινωνεί τις μνήμες του συγγραφέα από την μύησή του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η είσοδος στο σινεμά αποτελούσε, πριν απ’ όλα, απόδραση από την επαχθή πόλη, από τη γλώσσα της την τόσο ακατάλληλη για την αφήγηση ηρωικών πεπρωμένων, από τη χυδαιότητα των αληθινών ημερών που βιώνονταν μέσα σε αληθινή δυστυχία.

prevert«Η γοητεία της μυθοπλασίας» ή του περί αυτής λόγου εντοπίζεται ή επαληθεύεται σε πλήθος κειμένων από τους Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Σημεία και σύμβολα), Γιόζεφ Ροτ (Ο Κάιζερ στην Κρύπτη των Καπουτσίνων), Άρθουρ Σνίτσλερ (Όνειρα), Τσαρλς Ντίκενς (Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη), Τσάρλι Τσάπλιν (Τα φώτα της ράμπας), Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί (Ο φίλος μου, ο μικρός πρίγκιπας), Όσκαρ Εμίλ Τουντέερ (Ταξιδιωτικές αναμνήσεις από την Ελλάδα), σε τρία σύντομα (και απολαυστικά) σύντομα διηγήματα των Αλεχάντρο Μπεντιβόλιο, Μάρκο Ντενέβι, Σέρζι Πάμιες, και άλλα κείμενα από τους Σέρεν Κίρκεγκορ, Ρέι Μπράνμπερι, Βικτόρ Πελέβιν, Κέιτ Σοπέν, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Αλέξιο Μάινα, Γιώτα Τσεμπερίδου. Ακόμα: τρεις επιστολές του Φερντινάν Σελίν στον Ανρί Μοντόρ, εννέα ιταλικά ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, οκτώ μικρά κείμενα του Γιάννη Βαρβέρη, εμπνευσμένα από την μικρή, πυκνή φόρμα του βιβλίου του Κώστα Μαυρουδή Με εισιτήριο επιστροφής, ποιήματα από τους Ζακ Πρεβέρ, Γ.Χ. Όντεν, Ιδέα Βιλαρίνιο, κ.ά.

20090729-155434-6_63MbΟι γερμανικές υπηρεσίες είχαν πέσει σε λάθος πρόσωπο. Με είχαν μπερδέψει όχι με κάποιον άλλον, αλλά με ένα άτομο το οποίο είχαν επινοήσει εκ του μηδενός από μια σειρά συκοφαντίες. Και να φανταστεί κανείς ότι κάθε χρόνο, ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες με­ταναστών που προέρχονται από τη Ρουμανία για οικογενειακή επανασύνδεση έφταναν μερικές εκατοντάδες κατάσκοποι. Ήταν όμως Γερμανοί, και ως εκ τούτου τους υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Εγώ ήμουν δακτυλοδεικτούμενη, διότι δεν ήθελα να απαρνηθώ την κατάστασή μου ως πολιτικά διωκόμενης. Αυτή ήταν η αλήθεια· μια ακριβοπληρωμένη αλήθεια. […] Ήμουν εξόριστη, και για μένα αυτός ο χαρακτηρι­σμός δεν ήταν διαπραγματεύσιμος. Τον διεκδικούσα, διότι αντιστοι­χούσε στην πραγματικότητα. Όμως ενοχλούσε τις αρχές δεν ήθελαν να ακούσουν για δικτατορία. Και με διέκοπταν κάθε φορά που προ­σπαθούσα να πω με ποιο τρόπο αυτή η δικτατορία είχε βιάσει ακόμα και τα πιο προσωπικά σημεία της ύπαρξής μου.

Ύποπτη σε δυο χώρες η Χέρτα Μύλλερ καταθέτει το πιο συγκλονιστικό αυτοβιογράφημα για την τραγικότητα της αυτοεξορίας της από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Η Μύλλερ είναι αδιάλλακτη ως προς το χρέος της Γερμανίας να τιμήσει τη μνήμη της εξορίας, ως υπεύθυνη του διωγμού της, όπως και για το Ολοκαύτωμα. Αλλά για άλλη μια φορά η εξορία δεν έχει μνημείο για τις ατομικές ανθρώπινες περιπτώσεις. Μένει το χρέος της χώρας απέναντι στην Ιστορία: ένα συλλογικό μουσείο εξορίας.

BunuelΣτις πίσω σελίδες, ανάμεσα στα γνωστά συνοπτικά πλην πλήρη κείμενα των συνεργατών, η Πόλυ Χατζημανωλάκη μας υπενθυμίζει την σκέψη της μετατροπή ενός σκανδάλου σε μια φάρσα από έναν «αιρετικό» δημιουργό, μια σκέψη που καταγράφει ο Λουίς Μπουνιουέλ στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Η τελευταία πνοή: «Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι σαν κι εμένα. Τεθλιμμένα παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.»

Φαντάζομαι τη σκηνή – και κρατώ σφιχτά ένα επίγραμμα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες: Τι είναι το όνομα, η ανάμνηση ενός ονόματος; Ορισμένες φορές μπορούμε να παραμείνουμε ζωντανοί χάρη σε μια μόνο φράση. [σ. 176]

Στις εικόνες: Antonio Lobo Antunes, Domenico Starnone, Jacques Prevert, Herta Müller, Luis Buñuel.

(δε)κατα, τεύχος 37 (άνοιξη 2014)

ΔΕΚΑΤΑΑφιέρωμα λιμάνια

Εκατόν είκοσι σελίδες ορθάνοιχτες μπροστά σε κάθε είδους λιμάνι, γεμάτες αλμύρα και σκουριά, πλημμυρισμένες από λέξεις απόπλου και εικόνες κατάπλου, διάστικτες με φράσεις ανοιχτών οριζόντων και λιμενικών μνημών – ιδού ο ιδανικός τρόπος να εορταστεί το δέκατο έτος κυκλοφορίας του περιοδικού. Οι Γιώργος Μπλάνας, Φίλιππος Δρακονταειδής, Γιώργος Βέης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μηνάς Βιντιάδης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιώργος Ρούβαλης, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιώργος Ανωμερίτης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Miguel Florez Nohesell, Robert Herschbach, Κώστας Δανούσης, Ελένη Πέγκα, Ρήγας Καππάτος, Έλσα Κορνέτη, Λάμπρος Σκουζάκης, Κώστας Ζωτόπουλος, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιάννης Τζώρτζης, Παντελής Απέργης, Γιούλη Βολανάκη, Γιώρος Μητσάκης, Παναγιώτης Βούζης, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Οικονόμου, Παυλίνα Παμπούδη, Ρίβα Λάββα, Παναγιώτης Ράμμης, Χρύσα Φάντη, Διαμαντής Μπασαντής, κ.ά. γράφουν για το λιμάνι ως χώρο εμπορίου, ως τόπο μετάβασης ανάμεσα σε δύο συνθήκες, ως ξεχωριστό και διακριτό μικρόκοσμο εντός της κοινωνίας, ως ανάμνηση, ως συναίσθημα, για τη στιγμή στη ζωή του κάθε ταξιδιώτη μετά την άφιξη ή πριν την αναχώρηση, την μελαγχολία της ματαίωσης και του ανεκπλήρωτου και γενικά για όλες τις όψεις του πλέον ταξιδευτικού και αταξίδευτου τόπου.

ουκρανία 2014Στις πίσω σελίδες ο Γιώργος Μπλάνας καταθέτει το πυκνότερο σημείωμα για την Ουκρανία και την κατάσταση εξαίρεσης της ζωής. Η ανακάμπτουσα αυτοκρατορική πολιτική της Γερμανίας με το ρυπαρό ένδυμα της Ε.Ε. πυροδότησε μια ακόμα βόμβα από αυτές που κοιμούνται στην Ανατολή. Γνωρίζουν βέβαια οι Γερμανοί κεφαλαιούχοι και γαιοκτήμονες πως οι εθνικές βόμβες της Ανατολικής Ευρώπης είναι ιστορικά μορφώματα και όχι συμπτώματα υπανάπτυξης. Οι λαοί της αναγκάστηκαν επί αιώνες να διαχειριστούν πολύπλοκα προβλήματα και κατέκτησαν τις ισορροπίες τους με πολύ κόπο. Επιβιώνουν, γράφει ο Μπλάνας, επειδή ξεχνούν την ίδια στιγμή που θυμούνται. Ξεχνούν τις αντιπαλότητές τους για χάρη της επιβίωσής τους και θυμούνται ποιο είναι, για να επιβιώσουν ως αυτοί που είναι. Και φυσικά τα γνωρίζουν αυτά οι ηγεμόνες του ευρωπαϊκού «φετίχ» και χτυπούν στο μαλακό υπογάστριο.

Το κλειδί φυσικά αποτελεί η μεταπολιτική ή βιοπολιτική: η πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει ξεπεράσει τις ιδεολογίες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση από «ειδήμονες» οι οποίες δεν αναγνωρίζουν υψηλότερο αγαθό από την ανθρώπινη ζωή. Κι έτσι από τη στιγμή που η κοινωνία δεν περιέχει ιδεολογίες και συλλογικά οράματα, το μόνο που απομένει είναι ένα απολιτικό πλήθος, τα μDolo-Adoέλη του οποίου ενδιαφέρονται μόνο για τη ρύθμιση των συμφερόντων του. Όταν χρειαστεί, ο πόλεμος θα θέσει σε παρένθεση την πολιτική και η πολιτική την ηθική.

Στις ίδιες επικράτειες ο Θανάσης Σπυράτος από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα γράφει την ανταπόκρισή του από το στρατόπεδο προσφύγων Dolo Abo στην Αιθιοπία, στα σύνορα με την Σομαλία. Εδώ οι άνθρωποι δε σκέφτονται το μέλλον, γιατί γνωρίζουν όσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι και πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί κάθε σχεδιασμός. Οι γηγενείς αδυνατούν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με το δικό τους μέλλον. Τους έχει πάρει άλλωστε χρόνια να τελειώσουν κάποιο σχολείο, με τις αλλεπάλληλες διακοπές του. Ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες, τα παιδιά συνεχίζουν τα παίζουν, με την εξαιρετικά εφευρετική τους ικανότητα να μετατρέπουν τα πάντα σε παιχνίδια. Ο ανταποκριτής απορεί: εξαγριωνόμαστε αν κάποιος μας βρίσει, αλλά όχι όταν βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις, που θεωρούμε μέχρι και φυσιολογικές.

limani-thessaloniki3Η βαθιά λογοτεχνία δεν αναπαρίσταται ως εικόνα, λέει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στην ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη. Ο συγγραφέας μοιράζεται τις σκέψεις του, μεταξύ άλλων, για τους νεότερους συγγραφείς αλλά και συνομίληκούς του στους διακρίνει έλλειψη ύφους, τόνου και προσωπικής φωνής, ενώ από την άλλη παραληρούν μπροστά σε μια ξένη μοντερνιά αντί να ανακαλύψουν το Ξεφλούδα, τον Πεντζίκη, τον Σκαρίμπα, αγνοούν ότι ο Λόρενς Στερν τα έκανε αυτά πριν τον Τζόις. Γι’ αυτό και η γλώσσα τους είναι παγερή, εσπεράντο ελληνικά. Όσον αφορά το μέλλον της τέχνης του λόγου, βλέπει το πέρασμά της σε υποκατηγορίες, με την έμφαση να δίνεται όχι στην γλώσσα αλλά στην θεματική διεύρυνση, στην ευκολία και στο ξάφνιασμα. Κάπου τριγύρω, πέντε συγγραφείς [Ζυράνα Ζατέλη, Αχιλλέας Κυριακίδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Χουλιάρας] καταθέτουν ισάριθμους λόγους υπέρ του αριθμού 100 – και, όπως αντιλαμβάνονται όσοι έχουν ταχεία αντανακλαστικά λογοτεχνικής επικαιρότητας, πρόκειται για τα σκονάκια τους στην παρουσίαση του βιβλίου 100 του Γιάννη Ευσταθιάδη. [σ. 192]