Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Γρηγόρης Αζαριάδης – Το μοτίβο του δολοφόνου

Το Μοτίβο του Δολοφόνου

Γράψτε μας για το νέο σας βιβλίο

Μετά το «Παλιοί Λογαριασμοί» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2012) και την «Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013), δύο αστυνομικά μυθιστορήματα που θεωρώ ότι κινούνται στον χώρο του Γαλλικού νεοπολάρ, με ανιχνεύσιμες επιρροές από Μανσέττ και Ιζζό με συνεχείς σκληρές αναφορές στα κυκλώματα διαφθοράς και διαπλοκής που ταλανίζουν την χώρα, στα τέλη του 2015 κυκλοφόρησε το τρίτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Το μοτίβο του δολοφόνου» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη).

«Το μοτίβο του δολοφόνου» είναι ένα «καθαρό» σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένας serial killer κάνει την εμφάνιση του στην σημερινή Αθήνα και σπέρνει στο διάβα του κάμποσα πτώματα. Ακολουθεί όλα τα στοιχεία που βρίσκουμε στην ανάλυση του προφίλ των serial killers. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο γενικευμένο μοτίβο, που συμπεριλαμβάνει καθαυτό το modus operandi των δολοφονιών, τις οκτώ βολίδες σε συγκεκριμένα σημεία στα σώματα των θυμάτων, την παντελή έλλειψη μαρτύρων, την επιλογή συγκεκριμένων καιρικών συνθηκών …μέχρι και τον προσδιορισμό των τόπων των δολοφονιών.

Αζαριάδης

Η ομάδα του Τμήματος Εγκλημάτων ζωής με επικεφαλής την αστυνόμο Τρύπη αναλαμβάνει τις έρευνες για τον εντοπισμό και την σύλληψη του δολοφόνου, μια αποστολή που αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη λόγω της έλλειψης κινήτρου των δολοφονιών, αλλά και στοιχείων από τα σημεία των φόνων. Όσο οι έρευνες αργοσέρνονται σαν χελώνες, ο δολοφόνος συνεχίζει απτόητος την δράση του φορτώνοντας με περισσότερα πτώματα τις νεκροτομικές τράπεζες του Νεκροτομείου. Θα χρειαστούν πολλοί μήνες μελέτης των στοιχείων και διασταυρώσεις με πληροφορίες από άλλες χώρες για να μπορέσει η ομάδα των αστυνομικών να πιάσει το κουβάρι από την αρχή και συνδυάζοντας τα στοιχεία που έχει τελικά στην διάθεση της να κατορθώσει να ανακαλύψει τα ίχνη του δολοφόνου. Και τότε…αρχίζει η πραγματική δράση.

Πέρα από την πλοκή και το χτίσιμο των χαρακτήρων, που αποτελούν τον ιδανικό συνδυασμό γιά να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, «Το μοτίβο του δολοφόνου» παρουσιάζει την καινοτομία της επίμονης ενδελεχούς έρευνας και την «συμμετοχή» στην τελική διαμόρφωση του μυθιστορήματος μιάς ομάδας ειδικών. Πιο συγκεκριμένα, επί 14 μήνες ένας αστυνόμος του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, μια ιατροδικαστής προϊσταμένη συγκεκριμένης ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ένας διακεκριμένος εγκληματολόγος και τρεις ψυχολόγοι με εμπειρία στο profiling συνεργάστηκαν με στόχο να δώσουν μια εντελώς ρεαλιστική εικόνα της διαδικασίας των ερευνών, αλλά και της πειστικής αποτύπωσης του προφίλ του δολοφόνου από τα παιδικά τραύματα και την απόρριψη μέχρι την ανεπαρκή ανάπτυξη του διαταραγμένου χαρακτήρα του.

Revolver 38 Special

Από πλευράς ύφους είναι φανερή η πρόθεση μου, κρατώντας τις επιρροές από την μεσογειακή σχολή σε χαμηλό φόντο, να πλησιάσω περισσότερο την βορειοευρωπαική πραγματικότητα, που πιστεύω ότι ταιριάζει περισσότερο σε κάποιο ζοφερό κλίμα που κυριαρχεί λόγω ακριβώς και του πρωταγωνιστικού ρόλου του serial killer.

Μοιραστείτε μαζί μας μια ιδέα ή έμπνευση που σας οδήγησε να το γράψετε.

Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας νομίζουν ότι το φαινόμενο των serial killers είναι κάτι έξω από την Ελληνική πραγματικότητα. Όπως πιστεύουν Ορθοδοξία, κλιματολογικές συνθήκες και συγκεκριμένος τρόπος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά στην διαμόρφωση τέτοιων φαινομένων. Αλλά, η ιστορία μας έχει αρκετά παραδείγματα. Πέραν των διαβόητων Γερμανών Ντουφτ και Μπασενάουερ, που έδρασαν επί Χούντας, υπάρχουν οι δυο (?) δράκοι Παγκρατίδης (έστω και με πολλές αμφιβολίες γιά την ενοχή του) και Παπαχρόνης. Ο Μπέσκος, ο Δαγκλής και ο Βακρινός με πέντε δολοφονίες στο ενεργητικό του.

Οι συνέπειες όμως της παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης διεθνοποίησε και το έγκλημα. Σαν συνέπεια, η δράση κάποιου serial killer και στην χώρα μας ίσως να μην μοιάζει πλέον σαν ένα εντελώς απόμακρο σενάριο. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν να γράψω για το συγκεκριμένο θέμα.

Hooded Serial Killer_

Συστήστε μας σε ένα χαρακτήρα σας.

Ας μιλήσουμε για την αστυνόμο Τρύπη, την επικεφαλής της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής. Και μόνο η επιλογή γυναίκας στον κύριο ρόλο απαιτεί τόλμη από τον συγγραφέα, δεδομένου ότι τουλάχιστον στο Ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η πρόθεση μου όμως ήταν να δείξω ότι οι γυναίκες τα καταφέρνουν τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματικά με τους άντρες σε οποιοδήποτε επάγγελμα.

Η Τρύπη είναι χωρισμένη, έχει ένα παιδί και μια συνηθισμένη προσωπική ζωή πέρα από την επαγγελματική. Φοράει απλά ρούχα…τζην και πουκάμισα. Πηγαίνει στο γυμναστήριο, ακούει παλιά ροκ μουσική, πίνει ποικιλιακά κρασιά κι έχει στο γραφείο της στυλό ΜονΜπλαν. Έχει το σεξ ψηλά στην λίστα των προτεραιοτήτων της. Αφιερώνει πάρα πολλές ώρες στην διαδικασία των ερευνών μελετώντας όλα τα εναλλακτικά σενάρια. Δεν είναι ο τύπος με IQ πάνω από 160. Είναι όμως μεθοδική κι επίμονη. Αν και κρατάει τον ηγετικό ρόλο, λειτουργεί πάντα σαν ομάδα με τους υφισταμένους  της ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται στενά με τον διευθυντή του Τμήματος. Και προσπαθεί κινούμενη στον ανδροκρατούμενο κόσμο των αστυνομικών, να αποδείξει ακριβώς το πόσο ικανή είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή της…όσο δύσκολη κι αν είναι η σύλληψη ενός ψυχικά διαταραγμένου serial killer, ο οποίος όμως φέρεται εντελώς φυσιολογικά στην καθημερινή του ζωή.

Δώστε μας μια φωτογραφία σας που να ταιριάζει με το βιβλίο σας κι εξηγείστε μας γιατί.

Όσο κι αν έψαχνα δεν θα έβρισκα καλύτερη από την φωτογραφία του εξωφύλλου. Αποτυπώνει στον μέγιστο βαθμό το ζοφερό κλίμα και την διαταραγμένη προσωπικότητα του δολοφόνου.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015.

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στην Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων οι συγγραφείς παρουσιάζουν το νέο τους βιβλίο και επιλέγουν τις φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα λόγια τους.

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965