Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια

Ταξιδευτής και επιστροφεύς

Μέρος Α΄

Ένας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κει εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (…) από το ποιοί είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ’ εκείνον τον τόπο. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνει κανείς με τον χρόνο, ταξιδεύοντας γράφει ο Ταμπούκι («Οι δικές μου Αζόρες», σ. 208), εκφράζοντας το πνεύμα των ταξιδιωτικών του κειμένων – λεκτικών βλεμμάτων στο Κυότο, τη Νέα Υόρκη, τα Χανιά, τη Μελβούρνη, το Μπουένος Άιρες, τη Γένοβα, το Κάιρο, τα Καρπάθια, τη χώρα των Βάσκων, την Αμαζονία και αλλού. Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδευμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους.

Η Ινδία, για παράδειγμα, υπήρξε το κατεξοχήν «άλλο» μέρος, εκφραστής μιας Ανατολής αντιτιθέμενης σε μια αποικιοκρατική, πολεμοχαρή και βαθιά κουρασμένη Δύση. Πέρα από την ανικανότητα του Κίπλινγκ να την καταλάβει ή το ψυχρό συμπέρασμα του Φόρστερ (που στο Πέρασμα στην Ινδία την αντιμετώπισε ως μεταφορά της οικουμενικής ασυνεννοησίας ανάμεσα στους αποίκους, τους αποικούμενους και τους ίδιους τους εαυτούς τους), ο Ρολλάν έψαχνε την ανοχή και τη μεγάλη οικουμενική σύμπνοια, ο Μαλρώ τον Άνθρωπο και την αίσθηση της ύπαρξης, ο Έσσε ένα Απόλυτο Απρόσωπο. Μόνο ο Παζολίνι την είδε όχι με τα μάτια της Δύσης αλλά ουσιαστικά, με τις αισθήσεις, αντιλαμβανόμενος πως εκείνη μας παρασύρει σε κυκλικό ταξίδι στο τέλος του οποίου βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στον εαυτό μας («Πολλές απόψεις για την Ινδία»).

«Το σύνδρομο του Σταντάλ», βέβαια, απειλεί με μια «σύγκρουση» αισθητικής φύσης κάθε ταξιδιώτη των πόλεων τέχνης. Καθώς «ο σύγχρονος τουρίστας δεν είναι πια ο επισκέπτης που παραμένει πιστός στις αρχές της εμβρίθειας και της θεωρητικής κάλυψης αλλά είναι το σύμβολο μιας φευγαλέας γνώσης», στο ταξίδι όπου όλα προβλεπόμενα, οργανωμένα και ακίνδυνα, πάντα παραμονεύει η δυνατότητα μιας εσωτερικής περιπέτειας, συχνά ως απώλεια της αίσθησης μιας προσωπικής ταυτότητας. Γιατί οι εθισμένοι στην ασχήμια του κόσμου και στην τηλεοπτική οθόνη πάντα μπορούμε να αρρωστήσουμε από την ομορφιά.

«Το αντίθετο σύνδρομο» προκαλεί εντονότερη δυσφορία, διαφορετικής φύσεως. Στην Ιερουσαλήμ π.χ. όπου μια μακριά λίστα θρησκειών και δογμάτων εναλλάσσονται με βάση ένα σκληρό ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα προς τιμή του Θεού, του οποίου εμφανίζονται ως μόνοι αληθινοί ερμηνευτές, είναι φυσικό ο επισκέπτης να πιστέψει ότι υπάρχουν τρεις ξεχωριστοί θεοί – γέροι καβγατζήδες που δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, σαν τις χήρες του ίδιου μακαρίτη, το πνεύμα του οποίου, αν πράγματι υπήρξε, έχει στο μεταξύ μετακομίσει, αφήνοντας ένα κενό που γεμίζουν οι οπαδοί του, εκφράζοντας μονάχα τον εαυτό τους και προστατεύοντας το Τίποτα.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 9.7.2011 (και εδώ).  Ακολουθεί Β΄ μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, δημοσιευμένο αποκλειστικά στο Πανδοχείο.