Posts Tagged ‘Λογοτεχνία

24
Φεβ
12

Λίνα Πανταλέων – Θαυμαστικά και αποσιωπητικά

Η λογοτεχνημένη κρίση

Η λογοτεχνική κριτική οφείλει να είναι υποκειμενική, όχι μόνο για τη διασφάλιση άλλοθι αλλά πρωτίστως για να λαμβάνει υπόψη πως υπόκειται στο κείμενο. Η ανάγνωση οφείλει να υποτάσσεται στο κείμενο, να ακολουθεί και όχι να προτρέχει. […] Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο διαθλάται καθώς το διαβάζουμε μέσα από ασύνειδες προσδοκίες, αμφιβολίες, προηγούμενες διαψεύσεις και εκπλήξεις, εν ολίγοις διαβάζεται μέσα από το φίλτρο όλων των σελίδων που έχουν διαβαστεί πριν από αυτό…

γράφει η κριτικός στο συστατικό σημείωμά της, προοικονομώντας τη μορφή της κριτικής που υποστηρίζει και που, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι και η μόνη που αξίζει να υπάρχει. Όμως πέρα από αυτό το στοιχείο, δυο πρόσθετες αρετές της κριτικής της γραφής κάνουν αυτή τη συλλογή αξιανάγνωστη. Από τη μία, το έργο του εκάστοτε συγγραφέα παρουσιάζεται συνολικά, πάντα σε συνάρτηση με το υπό κρίση βιβλίο, αλλά και με ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της κάθε πλοκής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται πως πλοηγείται εν τάχει στους μυθοπλαστικούς κόσμους του συγγραφέα. Από την άλλη η γλώσσα εδώ βρίσκει ένα πρόσφορο πεδίο να αναπτυχθεί με απολαυστικό τρόπο, αναζητώντας μέσα από την αστείρευτη γλωσσική μας δεξαμενή τις ιδανικότερες λέξεις, εμπλουτίζοντας την εκφραστική της με σύμπλοκα και γενικά δημιουργώντας ένα κείμενο που από μόνο του παρουσιάζει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Στο τέλος ο αναγνώστης έχει περιηγηθεί στην λογοτεχνία του συγγραφέα με ένα απαιτητικό αλλά απολαυστικό κείμενο.

Στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη, πέρα από μυθοπλασίες που μοιάζουν «δοξολογίες στην ηθική» και σελίδες – «εικονοστάσια καλόψυχων και ενάρετων ανθρώπων», η κριτικός διαπιστώνει τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας πρόχειρα σχεδιασμένης θεματολογίας, την επανάληψη κοινών μοτίβων και την κατάχρηση συγκινησιακής φόρτισης, που συχνά απολήγει σε θρηνητική φρενίτιδα και σπαραξικάρδιες φαιδρότητες, κρίνοντας πως ο συγγραφέας βιάστηκε με ασθματικές εκδόσεις να κατοχυρώσει μια συγγραφική ταυτότητα. Παραθέτοντας συγκεκριμένα χωρία (συνήθης μορφή των κειμένων της) διατυπώνει τις αντιρρήσεις της για την, ανεπίτρεπτη σε ορισμένες περιπτώσεις, συνάρτηση της μυθοπλαστικής συνθήκης με τη νωπή επικαιρότητα, ορισμένους απλοϊκούς συσχετισμούς και παιδαριώδεις παραλληλισμούς και τις παρεμβάσεις με επεξηγηματικά σχόλια σε προφανείς συλλήψεις. Όσον αφορά την «προφορική» του γλώσσα γράφει: στη λογοτεχνία προφορικότητα σημαίνει επίμοχθη επεξεργασία του προφορικού λόγου και όχι άκοπη αναπαραγωγή του. Η προφορικότητα στον γραπτό λόγο δεν είναι γλωσσική ευκολία αλλά υφολογική επεξεργασία.

Για την Άλωση της Κωνσταντίας ειδικότερα, βασικά προβλήματα εντοπίζονται αφενός στην προβληματική οπτική και τις κραυγαλέες κοινοτοπίες όσον αφορά τις σχέσεις των δύο όμορων λαών [Ελλήνων και Τούρκων] και τον γλυκερό εναγκαλισμό του «Άλλου» κι αφετέρου σε μυθοπλαστικές ασυνέπειες και απίθανες συμπτώσεις που καταστρατηγούν κάθε σύμβαση περί αληθοφάνειας και οδηγούν σε υπολειτουργία κάθε κοινή λογική. Σε κάθε περίπτωση, ο Μακριδάκης, που εξαρχής προσανατολίζεται στην χορεία κείνων που αρύονται από τον γενέθλιο τόπο τους για να ζωογονήσουν τα μυθοπλαστικά τους τοπία και τα ψυχικά φορτία των χαρακτήρων τους αντιμετώπισε κάτι πολύ δύσκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, την ανεπιφύλακτη αποδοχή και δείχνει να βιάζεται να σπαταλήσει και να τσαλαπατήσει τις δυνατότητές του. Ενδεχομένως, καταλήγει η Πανταλέων, από τη στιγμή που τα χειροκροτήματα δεν έπαυσαν να καλωσορίζουν κάθε νέα έκδοση, ο συγγραφέας να έχει όλο το δίκιο με το μέρος του.

Η βασική ένσταση όσον αφορά τις Λοξές ιστορίες αλλά και παλαιότερα έργα του Παναγιώτη Κουσαθανά είναι το γεγονός ότι επί δεκάδες διηγήματα ο συγγραφέας σπαράζει για την κακοποίηση της γενέτειράς του και την αχρειότητα πολλών εκ των συντοπιτών του. Ο ακαταδάμαστος θυμός τους για τα εκτρωματικά ήθη που άλωσαν τον γενέθλιο τόπο σπάνια καταφέρνει να μεταποιηθεί σε μυθοπλαστική σύλληψη ενώ η επίμονη επίκληση της μνήμης συντείνει στη μονοτονία των διηγημάτων και στην συγγραφική αγκύλωση. Στο τέλος οι αιτιάσεις του συγγραφέα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τα δονκιχωτικά πυρά κατά των ανεμόμυλων και ατέρμονη αλυσίδα παραινέσεων, επαναλαμβανόμενων επικήδειων και καταγγελιών γίνεται ο βρόχος του αναγνώστη. Όμως η λογοτεχνία ιδωμένη μονομερώς ως πεδίο κατήχησης έχει κόψει εξαρχής τις γέφυρες επικοινωνίας με τον αναγνώστη, στο μέτρο που ο κατηχητής σπανίως διερωτάται για την αλήθεια την οποία κηρύσσει. Εκείνο που επιδεινώνει την επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει «από άμβωνος» και επαγωγικά την αδιαφορία του για ένα προσχηματικό, έστω, λογοτεχνικό ντύμα που θα προσέδιδε θέρμη και ζωηρότητα στα κηρύγματά του, είναι οι υφολογικά συναφείς αναφορές στη γραφή που την παρουσιάζουν σαν ιερό καθήκον και καθαρτήρια δοκιμασία. Η καλλιέπεια και τα λεκτικά συνταιριάσματα δεν μπορούν να υπερκεράσουν την πληκτικότητα όσων λένε.

Στα έργα του Χρήστου Χρυσόπουλου (Ο βομβιστής του Παρθενώνα) ο θάνατος αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της προβληματικής του ενώ το αστικό τοπίο αποτελεί ένα «παράλογο άσυλο» που υποθάλπει τις εμμονές, τα πάθη και τις νευρώσεις των χαρακτήρων· είναι ο τόπος της εξώκοσμης ιδιώτευσής τους, τους δημιουργεί την καθησυχαστική εντύπωση της διαφυγής. Ο πεζογραφικός του κόσμος είναι ένας κόσμος εμμονών, όπου οι χαρακτήρες πλαταίνουν ολοένα την εσωτερική τους ζωή και ιχνηλατούν στο ημίφως όπου ζουν ένα αυστηρά ιδιωτικό, μονήρες σύμπαν. Η πολεοδομία αυτών των πόλεων δεν συνίσταται παρά σε επτασφράγιστα δωμάτια, προορισμένα αποκλειστικά για μυθοπλαστικές υπάρξεις με συμπτώματα ανίερου μαζοχισμού, για χαρακτήρες που μετεωρίζονται μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας, σε μια διαρκή αμφιταλάντευση της γραφής ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η σύγκριση της νέας αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου με την προ δεκαπενταετίας παλαιότερη.

Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη (Κωμωδία) η γλώσσα, πανούργα, δαιμόνια στην καταδολίευση, καθ’ έξιν αμφίσημη, ανείπωτα πλαστική και με δεξιοτεχνία στην έκπληξη, ασπαίρει στα κείμενά του απαυγάζοντας την τόλμη της ευρηματικότητάς του και την ίδια στιγμή σκιάζοντας τους κόπους των επιτεύξεών της. Πέρα από την γλωσσική εντέλεια των γραπτών του και τα ευφυή ψεύδη της γραφής που δυναμιτίζουν σχεδόν σε κάθε φράση την αληθοφάνεια, στα γραπτά του το παρελθόν αποδεικνύεται ο πιο αφερέγγυος χρόνος, στο μέτρο που επαφίεται στη μνήμη, και μνήμη ίσον επινόηση και αυταπάτη, «η μόνη δυνατότητα που διαθέτει ο άνθρωπος για να εξαπατά το χρόνο», όπως έγραψε ο συγγραφέας στη Μικρή του περιοχή.

Όμως και η προηγούμενη συλλογή κριτικών της Λ.Π. (Αναγνωστικά Δικαιώματα, βλ. εδώ) έτσι και ετούτη συγκεντρώνει τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία. Παρουσιάζονται ακόμα τα βιβλία: Η Εβραία νύφη (Νίκος Δαββέτας), Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα (Ρέα Γαλανάκη), Πατρίδα από βαμβάκι (Έλενα Χουζούρη), Απόψε δεν έχουμε φίλους (Σοφία Νικολαΐδου), Το ξυπόλητο σύννεφο (Τάκης Θεοδωρόπουλος), Σναφ (Ελένη Γιαννακάκη), Τα σακιά (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο τελευταίος Βαρλάμης (Θανάσης Βαλτινός), Η φάρσα (Έρση Σωτηροπούλου).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 401.

Φωτογραφία της κριτικού: Ηλίας Κοσίντας.

22
Φεβ
12

Λάκης Παπαστάθης – Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα

Ολιγοσέλιδα προσωπικά ντοκιμαντέρ

Υπάρχει μια αντίληψη την οποία πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και οι ειδικοί του κινηματογράφου, που λέει πως το ντοκιμαντέρ είναι η τέχνη κυρίως του πραγματικού. Λες και η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της, πως είναι τέχνη από μόνη της, και δεν έχεις παρά να την κινηματογραφήσεις απλώς! Μέγα λάθος. Πιστεύω ότι το ντοκιμαντέρ είναι τέχνη αυστηρότατα προσωπική, που απαιτεί τη λεπτότατη συνάντηση του ρευστού της ζωής με το βλέμμα του κινηματογραφιστή. Δεν σε σώζει το τρομερό, το εντυπωσιακό θέμα, ούτε πιθανόν οι τρομερές πληροφορίες και τα σοκ που περιέχει, γιατί αυτή η ταπεινή τέχνη δεν είναι τηλεγράφημα με εντυπωσιακές ειδήσεις, δεν είναι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες. Ζητάει απ’ τον κινηματογραφιστή το άνοιγμα της ψυχής του, που θα επιλέξει και θα ανασυνθέσει την πραγματικότητα, δίνοντας στην οθόνη σχήματα, αρμούς, ήχους και ψιθύρους ενός πνευματικού οικοδομήματος που δεν υπήρχε πριν, ούτε στη ζωή, ούτε μέσα του.

Το έξω και το μέσα χτίζονται προϊούσης της δημιουργικής διαδικασίας και το έργο εκπλήσσει και τον ίδιο το σκηνοθέτη, γιατί αυτό που κάνει είναι μια νέα πραγματικότητα που στέκεται από μόνη της, όταν η άλλη πραγματικότητα της ζωής έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Αυτό άλλωστε είναι και η ποίηση. Είναι δηλαδή αυτό που μένει στην ψυχή μας και στο βλέμμα μας, όταν τα γεγονότα που τη γέννησαν φεύγουν βιαστικά. Η ποίηση καθιστά ορατό αυτό, που στην καθημερινότητά μας δε φαίνεται. Άρα και στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε αυτό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει

….γράφει ο Λάκης Παπαστάθης στις Σκέψεις για ένα μελλοντικό μάθημα σε υποψήφιους ντοκιμαντερίστες, στην ιστοσελίδα του (εδώ, στην κατηγορία «Βιβλία – Κείμενα») και οι μινιατούρες των κειμένων που συνεχίζει να εκδίδει σε συλλογές διηγημάτων δικαιώνουν αλλά και επαληθεύουν τα λόγια του. Πράγματι, τα ολιγοσέλιδα γραπτά του αποτυπώνουν στιγμές που από τη μια μοιάζουν να αναβλύζουν από το προσωπικό του ημερολόγιο κι από την άλλη να στιγμιοτυπώνουν πλάνα και καρέ από την κοινή μας κινηματογραφική, θεατρική και σε κάθε περίπτωση καλλιτεχνική ιστορία και μικροϊστορία. Όταν λοιπόν ο ίδιος παραθέτει προ των ιστοριών του μικρά υπότιτλα που επιθυμούν μια κουβέντα μαζί μας, εκεί που μας ρωτά «Τι κάνει το κείμενο αυτό διήγημα και όχι ιστορική μαρτυρία;» η απάντηση – τουλάχιστο η δική μου ως αναγνώστη – είναι, τίποτα δεν κάνει αυτό το κείμενο (και πολλά άλλα) αποκλειστικά διήγημα αλλά είναι ταυτόχρονα και μαρτυρία, που όταν αφορά πρόσωπα και γεγονότα της πολιτισμικής μας ιστορίας, γίνεται και ιστορική.

«Κύτταρο» μπουάτ λοιπόν, 1973, κι ένας ολόκληρος «θίασος σκιών» επί σκηνής, με ρεμπέτικες φωτογραφίες του Η. Πετρόπουλου, ζωγραφιές του Πεντζίκη, εικόνες των Βαλκανικών πολέμων, κινούμενα σχέδια του Κυριτσόπουλου, Καραγκιόζη, πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο. Η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδάει με αεροπλάνα και βαπόρια αλλιώς: η παλιά ηχογράφηση έλεγε σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… αλλά εκείνη είχε μάθε να λέει σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… Το Τμήμα Λογοκρισίας καλεί τον Διονύση Σαββόπουλο: Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικε, κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή εννοείτε κάτι άλλο; Άλλαξέ το. Τελικά ο τόπος γίνεται κόσμος κι όταν χρόνια μετά ο Παπαστάθης παραδέχεται στον ίδιο τον συνθέτη: Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι…Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει;

Τις ίδιες μέρες κάποιοι ξεκινούσαν ένα Ελεύθερο Θέατρο, όνομα αυθόρμητο κι αληθές, καθώς έβλεπαν το θέατρο ακριβώς σαν κίνηση ελευθερίας, κι ένας ελευθεριακός παράδεισος βλασταίνει στο Άλσος Παγκρατίου: παραστάσεις με συμβολικές παραβολές άλλου τόπου και χρόνου, κατάργηση της εξουσίας του σκηνοθέτη, ομαδική συγγραφή και σκηνοθεσία, απουσία υπογραφών στα κείμενα, συμμετοχή όλων με προσθαφαιρέσεις λόγων, ανατροπή αρχετύπων του ελληνικού μελοδραματισμού, ο Τυχοδιώκτης του Χουρμούζη να κυκλοφορεί στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας του 75 σαν νεκραναστημένο φάντασμα. Κι εσύ χτενίζεσαι, μια ζωή Γκόλφω!  («Άλσος Παγκρατίου»).

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος, που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του. Μια ευθεία πιο κάτω στην κατηφόρα, αναμένει ο «Μαγεμένος αυλός» όπου σύχναζε εκείνος, σαν «πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες με επιλεγμένους ακροατές» και ταυτόχρονα μια ευκαιρία να γραφτεί το σπάνιο περιστατικό της συγχώρεσης του επίδοξου κλέφτη φίλου του.

Αλλά η πένα των πλάνων του συγγραφέα εστιάζει και στους ταπεινούς, «άσημους» ή άγνωστους της θεατρικής πάλης, όπως «Ο αντικαταστάτης του Τειρεσία», που αληθινά τυφλός από τα εικοσιπέντε του από έκρηξη στα νταμάρια, τώρα δεν κουράζεται ποτέ, γιατί δεν χρειάζεται να προσποιηθεί γιατί έχει μέσα του τον χώρο του θεάτρου και των γύρω τόπων. Αλλά δεν θα μείνει για πολύ· θα αποχωρήσει για να επιστρέψει στα φιστίκια του, αφήνοντας τη θέση σε κάποιον που θα αξίζει να διδαχτεί να μάθει να παίζει τον τυφλό. Άλλος, απόμαχος της σκηνής, ήρωας, παλεύει με τους χαλαρωμένους αρμούς μιας μνήμης όπου πηγαινοέρχονται μορφές από την αρχαία τραγωδία και «πραγματικές και επινοημένες από την τέχνη υπάρξεις» που ζουν πλέον μόνιμα δίπλα του, φτάνει στο σημείο, σε παράσταση των Βακχών το Ευρυπίδη, να μην αναγνωρίζει πια τι σημαίνει αναπαράσταση στο θέατρο, να πιστεύει πως ό,τι βλέπει είναι πραγματικό, να μην μπορεί να αντέξει την ακραία ένταση της σκηνής («Το μάρμαρο ζεστό από τον ήλιο»).

Εκείνη που «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα» πρωταγωνιστεί στο μεγαλύτερο διήγημα και εκπροσωπεί τον κόσμο του σκηνοθέτη, που μας εισάγει στην ξάγρυπνη προετοιμασία της, έξι μήνες πριν την Επίδαυρο. Η ηρωίδα αρχίζει να παρατηρεί τους ανθρώπους, κυρίως τις γυναίκες (Ήξερε πως στην καθημερινότητα κρύβονταν βασίλισσες έστω και αν ζούσαν στο λαϊκό ή τον μικροαστικό κόσμο) και ν’ αναζητά το αρχαίο μέτρο που διαλύθηκε στη μετάφραση, τους ποιητές που πρέπει να φέρουμε απ’ τον Άδη γιατί τους χρειάζεται σήμερα η πόλη, την τραγωδία που δεν χρειάζεται εφέ, μόνο τον λόγο, τον ρυθμό, τον ήχο, το μέτρο και το νόημα των λέξεων. Και στην Επίδαυρο, πλέον, αντιμέτωπη με το σκοτάδι της, το μυστηριακό, το πιο συγκινητικό σκοτάδι της ζωής της, «αναγκαίο πέρασμα της ψυχής της από το σήμερα στα κείμενα της αρχαιότητας», φαντάζεται το μέλλον του ρόλου της όταν η αυλαία πέφτει, σκέφτεται πως «το φως και τότε ίδιο θα ’ταν», το βράδυ στο ξενοδοχείο μιλάει στην ίδια την Κλυταιμνήστρα και δεν σταματάει ν’ αναζητά το πρόσωπο αυτής της φοβερής γυναίκας που η σκιά της τώρα περιπλανιέται στο καμαρίνι της. Να μετατρέψει τις πληροφορίες σε υλικό θεατρικής ερμηνείας. Σε ρυθμούς, σε κινήσεις, στον τόνο της φωνής αλλά και σε κάτι άλλο, που δεν έχει όνομα…

Πώς να γεφυρώσω το χάος, τα χρόνια που μας χωρίζουν. /Σαν να κολυμπάμε μέσα τους, να πηγαίνουμε και να ερχόμαστε σε αργή κίνηση, όπως στα όνειρα. Μπορεί η ψυχή μας να το αντέξει;

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 200.

Στις φωτογραφίες: Ο συγγραφέας μαζί με τον Αλέξη και την Αρτεμούλα Δαμιανού, που χρηματοδοτούσε τα όνειρα του συντρόφου της. Δ. Σαββόπουλος και Λ. Παπαστάθης σε αντιμέτωπα προφίλ στο Κύτταρο. Στιγμιότυπο από την παράσταση «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Πέτρου Μάρκαρη, το έργο με το οποίο το Ελεύθερο Θέατρο κατήργησε τον σκηνοθέτη. Ο συνθέτης των μαγικών αυλών. “Έκθετοι στις αμφιθυμίες του χορού”. Στιγμιότυπο από την παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν (1982) και από τον Αγαμέμνωνα του Αισχύλου από το Θέατρο Μηχανή (Βαλέρια Χριστοδουλίδου, 2012).

ΥΓ. «Η Κλυταιμνήστρα έζησε εφτά ή δώδεκα χρόνια με τον Αίγισθο στο παλάτι, έκανε τρία παιδιά μαζί του. Αυτά δεν τα ’γραψε η ιστορία. Όταν φτάνει ο Ορέστης της, θα ξεπερνούσε τα σαράντα, σίγουρα. Και είχε το μισό δίκιο με το μέρος της.»

Δημοσίευση και σε mic.gr.

21
Φεβ
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

- «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

20
Φεβ
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 526 (Φεβρουάριος 2012)

Όψεις της κρίσης. Ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφικός στοχασμός.

Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στην επικαιρότητα δύο κείμενα ελλήνων στοχαστών (που όλως τυχαίως διέπρεψαν στο εξωτερικό;) που επεσήμαναν έγκαιρα τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που επέβαλε τον παραγκωνισμό του φιλοσοφείν, που από τέχνη βίου που πραγματώνει την συνάφεια θεωρίας και πράξης αναγνωρίστηκε ως θεωρητική σπουδή ανίκανη να επέμβει πρακτικά επί του ιστορικού γίγνεσθαι κι έτσι, όταν η φιλοσοφική σκέψη αναμετριόταν καιρό τώρα με τις «ασθένειες» της νεοελληνική δημοκρατίας κανείς δεν διέθετε ευήκοα ώτα. Το κείμενο του Νίκου Ταγκούλη αφορά ακριβώς τον «νεωτερικό «μύθο» της κρίσης» στο παραπάνω πλαίσιο και εντός του ευρύτερου αφιερώματος του τεύχους.

Ο Κώστας Αξελός έθετε (Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας) ήδη στα τριάντα του τα ερωτήματα που θέτουμε σήμερα κατόπιν εορτής. Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν»…κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα – της σκέψης, της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Στην έλλειψη δημιουργικής φαντασίας του νεοέλληνα έρχονται να προστεθούν οι αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους, όπως ο ελληνοκεντρισμό που ουδέποτε πραγματώθηκε σε πολιτικό, πολιτισμικό ή αισθητικό επίπεδο. Η ελληνοκεντρική αντίληψη ήταν αυτή που επέτρεψε τον νεοέλληνα από την αυτοσυνειδησία. Δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα νέο άνοιγμα στον κόσμο, παρά τον άφησε να επαναπαύεται στον μιμητισμό και στην προγονοπληξία.

Το δεύτερο κείμενο, που επίσης επανεκδόθηκε την χρονιά που μας πέρασε και μας θυμίζει ο μελετητής είναι Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας του Παναγιώτη Κονδύλη που εστίασε, μεταξύ άλλων, στην εξής αντίθεση: ενώ στην υπόλοιπη Δύση η εμφάνιση της αστικής κουλτούρας συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση ως το αντίπαλο δέος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στον ελλαδικό χώρο ετέθη στον αντίποδα της εργατικής τάξης. Η φερόμενη ως αστική τάξη δεν διέρρηξε στο ελάχιστο τους δεσμούς της με το φεουδαρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και διατήρησε το πατριαρχικό σχήμα εξουσίας (σχέση πατέρα – γιου, πολιτικού – ψηφοφόρου, υπακοής – προστασίας), ενώ το κράτος διογκώθηκε με την είσοδο μιας μεγάλης μάζας υπαλλήλων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, που εφεξής προσκρούει στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά και την συμπλεγματικότητα.

Ο Λευτέρης Καλοσπύρος αναζητά «τα πρόσωπα της νεοελληνικής παρακμής» και τα εντοπίζει μέσα σε τέσσερα λογοτεχνικά έργα (Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δ. Χατζή, Βιοτεχνία υαλικών του Μ. Κουμανταρέα, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά και Εις τον πάτον της εικόνας Μ. Δούκα) που συνθέτουν άτυπα ακριβώς μια μικρή ιστορία της νεοελληνικής παρακμής, ο Γιάννης Δούκας εστιάζει στους στίχους του Λευτέρη Πούλιου, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «ελληνική πεζογραφία μπροστά στην κρίση (τώρα και άλλοτε)» και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Μάκης Καραγιάννης για την πώς βλέπουν την κρίση στο έργο τους.

Στα μηνιαία του Οξύτονα ο Αλέξης Ζήρας βλέπει στο πρόσωπο του Γ. Γραμματικάκη έναν από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που δεν είναι περιχαρακωμένος στη φοβική ή στη συμφεροντολογική αυτάρκεια των εκατοντάδων συναδέλφων του αλλά διατυπώνει δημόσιο λόγο και υπογραμμίζει την ανάγκη να βγούμε από την αδράνεια, την αυτοκαταστροφική λογική και την απόδοση ευθυνών στο πολιτικό και μόνο σύστημα. Αντί η κρίση να φέρει στη χώρα την σοβαρότητα και την ευθύνη, έχει εκτραπεί σε μια περιδίνηση περί το μηδέν, σε μια αφόρητη φλυαρία με λίγο περιεχόμενο. Αρνούμαι στο εξής να ακούσω όσους επαγγέλλονται διαρκώς την «σωτηρία» μας. Με εξοργίζουν εκείνο που δήθεν υπερασπίζονται τα ιερά και όσια του τόπου – ή την εθνική κυριαρχία μας – ενώ είμαστε οι Έλληνες που τον παραδώσαμε στο μπετόν και την ασχήμια. Δεν με συγκινεί πια ο θρήνος των συνδικαλιστών και των λογής «εκπροσώπων»: την εξουσία τους υπερασπίζονται μόνο, για την δική τους βολή ενδιαφέρονται….

Ο Γιάννης Μπασκόζος, τέλος, μοιράζεται μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Αλέξη Πανσέληνο, για το «πώς λίγες εκατοντάδες που ήρθαν από την εξορία κατάφεραν να υποτάξουν στην αντιδημοκρατική νοοτροπία τους τις γενιές που είχαν μεγαλώσει με το ροκ αλλά και με τον θαυμασμό στους αγώνες της αριστεράς» αλλά και για τις Σκοτεινές Επιγραφές του:  Η απώλεια της Χλόης, η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει από πλάι σου, που εν μέρει το αισθάνεσαι και σαν προδοσία, ξυπνάει μέσα σου και τις αναμνήσεις της σχέσης, μιας σχέσης που, όπως ξέρουμε, ποτέ δεν είναι η πλήρης κατάκτηση του άλλου. Πάντοτε ο άλλος είναι ένα σύμπαν που από ένα σημείο και μετά δεν κατακτιέται. Αυτή είναι και η βάσανος του έρωτα και η διαρκής προσπάθεια του έρωτα για την κατάκτηση του άλλου. Για άλλους τελειώνει με έναν συμβιβασμό και για άλλους παραμένει μια εσαεί αναζήτηση. Όλες οι σχέσεις είναι η προσπάθεια προσέγγισης δύο μοναχικών ανθρώπων, που παραμένουν μοναχικοί. Ακουμπάνε ο ένας τον άλλον, αγγίζουν σημεία, αλλά μένει ανέγγιχτος ο πυρήνας του καθενός. [120 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Κ. Αξελός, Π. Κονδύλης.

18
Φεβ
12

Γιώργος Μητάς – Ιστορίες του Χαλ

Οι αδιόρατες ουσίες της ζωής

H κυρία Ρότζερς είναι ταξιθέτρια της Κινηματογραφικής Λέσχης της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Χαλ. Έχει από χρόνια χηρέψει κι απ’ το αναπότρεπτο χάσει και την καλύτερή της φίλη. Ο κύκλος της πλέον είναι οι επισκέπτες της λέσχης που σπεύδουν να «σωθούν» απ’ τα ψυχρά βόρεια απογεύματα και να μπουν στο σινεμά με την χαρακτηριστική μυρωδιά του κλειστού χώρου. Έχει μάθει να ζει ολομόναχη και να απολαμβάνει τις καθημερινές της χαρές: το ποδήλατο, τις βραδινές βόλτες στο σούπερ μάρκετ που μένει ως αργά ανοιχτό, την κουβέντα με τα κορίτσια πίσω από τις αριθμομηχανές, την πολυθρόνα δίπλα στην θερμάστρα, το διάβασμα. Οι αργές, περιεκτικές στιγμές της καθημερινότητας ενσταλάζουν την ουσία τους στην αργή, φιλοσοφημένη της ζωή – ακόμα κι ο εγκαταλειμμένος μικρός κήπος της αποτελεί μια όαση και κρατά ζωντανή μια υπόσχεση ζωής. Όταν η ευάλωτη υγεία της επιβαρύνεται μ’ ένα ατύχημα που την βρίσκει ακίνητη στο κρεβάτι της ν’ αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, τής λείπει ακόμα και «ο ψίθυρος της βροχής και το νανούρισμα του νερού που σκέπαζε την πόλη». Ακόμα και η ησυχία, υποθέτω, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ανησυχητική.

Όμως είτε ξαπλωμένη στο κρεβάτι είτε βουλιαγμένη στην πολυθρόνα, η κυρία Ρότζερς παρατηρεί  τη ζωή της να ξεφτίζει, σε μια ηλικία που δεν αφήνει καθόλου χώρο στην ελπίδα να ριζώσει καλά. Αξίζει να συνεχιστεί η ζωή χωρίς τη λέσχη, τις δίκυκλες βόλτες, τις έστω και φευγαλέες συναντήσεις με γείτονες ή πιστούς του σινεμά; Η επιθυμία να καλέσει για τσάι τον νεαρό μοναχικό Ισπανό που από καιρό παρατηρεί να μπαίνει βιαστικός και πάντα μόνος στη σκοτεινή αίθουσα, τώρα πιο έντονη από ποτέ. Υπήρχαν ξαφνικές στιγμές έντονης χαράς – η πιθανότητας μιας τέτοιες περιπέτειας φαινόταν να ξυπνά μέσα της, ύστερα από πολύν καιρό, την προοπτική μιας χειροπιαστής ευτυχίας. Αυτή θα είναι η δική της «εκτροπή»: μια πρόσκληση σε φώτα ανοιχτά και θερμάστρα ζεστή, στον καναπέ που θα έμενε για χρόνια αχρησιμοποίητος περιμένοντας μάταια επισκέπτες. Τώρα το φτωχικό σαλόνι με την ξεθωριασμένη ταπετσαρία, τον παλιομοδίτικο καναπέ, τις γερασμένες κουρτίνες, το καταφύγιο – φυλακή τόσων χρόνων θα ξαναζήσει μια ξεχασμένη από χρόνια ενεργητικότητα. Και υπάρχει άραγε το μετά; Μένει μόνο η στιγμή και αποκρυσταλλώνεται σε όνειρο; Τι άλλο μπορεί να περιμένει κανείς;

Στη δεύτερη ιστορία ο αφηγητής με το προνόμιο του μοναχικού παρατηρητή βλέπει μια μικρή δραματική σκηνή στην αίθουσα εστίασης του πανεπιστημίου όπου βρίσκεται νεοφερμένος, μόλις τρεις βδομάδες στη Βόρεια Αγγλία. Ένας τυφλός φοιτητής με σκύλο – οδηγό χάνει τον προσανατολισμό του και δέχεται βοήθεια όχι με ντροπή αλλά με ανακούφιση. «Ντόναλντ και Τζόυ» απορροφούν πλέον το ενδιαφέρον και την προσοχή του αφηγητή και  τα κλειστά του ματιά μονοπωλούν το βλέμμα του χωρίς να το θέλει: Θα μπορούσε να είναι το κεφάλι ενός παιδιού, αν δεν υπήρχαν οι σβησμένες κόγχες των ματιών· οι κόγχες των ματιών που σαν δίδυμες ρουφήχτρες του Μάλεστρομ, έμοιαζαν να έχουν στραγγίξει από το πρόσωπο του Ντόναλντ την αθωότητα και τη γαλήνη που άρμοζαν στην ηλικία του.

Ο καθένας τους αγωνίζεται για την δική του προσαρμογή στην νέα του ζωή, ξένοι κι οι δυο στον νεανικό επίκεντρο μιας πόλης που γρήγορα κλείνει τις κουρτίνες πίσω απ’ τα φοιτητικά διαμερίσματα. Καθώς το ερωτικό συναίσθημα επιτρέπει στον Ντόναλντ να ονειρεύεται τα στοιχειώδη για την κοπέλα που επιθυμεί– ένα φιλί στη μέση της γέφυρας, έναν χορό στο κλαμπ, έναν εναγκαλισμό – δεν μπορεί παρά να απευθυνθεί στον νέο του φίλο για απαντήσεις: «Μπορείς να βεβαιωθείς για τα αισθήματα κάποιου χωρίς να δεις τα μάτια του»; Εκείνος απ’ την πλευρά του αναζητά «ένα κρυφό παράθυρο στον κόσμο» του Ντόναλντ ή ένα παράθυρο σε κρυφό κόσμο. Ο ένας αγγίζει με τα ακροδάχτυλα το πρόσωπό του άλλου (τώρα ξέρω πώς είσαι), ο άλλος πείθεται πως μπορείς με κλειστά μάτια να δεις μια καταιγίδα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επικοινωνία των τριών και μέχρι ποιο σημείο μπορεί ο Ντόναλντ να συνεχίσει να τον εκπλήσσει;

Ο συγγραφέας ζωγραφίζει ατμόσφαιρες και φωτογραφίζει σκηνικά, τόσο τοπογραφικά όσο και ψυχογραφικά. Οι χαρακτήρες του ζουν μόνοι και μοναχικοί αλλά γνωρίζουν πως η ζωή έχει κι άλλες ομορφιές που τους περιμένουν πίσω από τη στροφή ή έξω απ’ το παράθυρο. Αλλά τι υπάρχει έξω απ’ τα θολωμένα τζάμια; Ο χειμώνας του Γιόρκσαϊρ, που εξομοιώνει όλες σχεδόν τις ώρες της ημέρας κάτω από ένα θλιβερό ημίφως, ο παγωμένος βοριάς και μια βροχή μουλιάζει τους κατοίκους. Έρημοι δρόμοι, καπνίζουσες βιομηχανίες, καταθλιπτικοί όγκοι εργατικών μπλοκ, γειτονιές που σκόρπισαν όταν το πανεπιστήμιο αγόρασε όλα τα κοντινά σπίτια και ακίνητα. Μένει το σπάνιο γλυκό φως προτού η πόλη ξαναπάρει την καθημερινή παγερή της όψη και καλυφθεί από τον μολυβένιο ουρανό. Και με τέτοιο φόντο παίρνει σίγουρα άλλη όψη όταν βλέπεται με πόνο.

Η μουντή πολιτεία με το πρόσωπο στη βόρεια θάλασσα ακολουθεί την παρακμή των αλλοτινών βρετανικών βιομηχανικών πόλεων που αναγκάστηκαν να αφήσουν το παρελθόν τους για ένα αποβιομηχανοποιημένο παρόν. Ο ποταμός Χάμπερ που παγώνει με τα πλοία να μένουν κολλημένα σ’ ένα βρόμικο στρώμα πάγου, σαν σε υδατογραφία εποχής. Το τελευταίο επεισόδιο του αγγλοϊσλανδικού πολέμου για τον μπακαλιάρο την δεκαετία του ’70 αφάνισε την αλιευτική βιομηχανία της περιοχής ερήμωσε τις όχθες του ποταμού, ρήμαξε τα πολύβουα στέκια των ψαράδων και αφάνισε ολόκληρες γειτονιές. Κι όμως, στις σιωπηλές αποβάθρες πολλοί ισχυρίζονται πως ακούνε τις φωνές εκείνων που επέστρεψαν με κραυγές ενθουσιασμού ή εκείνων που χάθηκαν…

Κάπου εκεί κοντά βρίσκεται το τρίτο ιδιόρρυθμο δίδυμο της πόλης, στο 4 της Vermont Street, όπου ο Τούρκος φοιτητής Αζίζ νοικιάζει ένα δωμάτιο στο σπίτι του πενηντάχρονου ντόπιου Στηβ, στις παρυφές της φοιτητικής γειτονιάς. Και πάλι ένας ξένος καλείται να εγκλιματιστεί στις βορειοαγγλικές ομίχλες αλλά και «στη βαριά ατμόσφαιρα ενός αρχαίου λίβινγκ ρουμ, την ταγγή μυρωδιά από ξανατηγανισμένο λάδι, την αποφορά στοιβαγμένων άπλυτων ρούχων και την αόρατη βρόμα μιας υπέργηρης μοκέτας». Ο σπιτονοικοκύρης πολυτεχνίτης του Γιόρκσαϊρ καυχιέται δεκάδες επαγγέλματα και αμέτρητες ιστορίες, με χειμαρρώδη λόγο και αστείες μιμήσεις, χωρίς παραδόξως να έχει κάποιο τεκμήριο ή φωτογραφία από αυτές…

Το μόνο που κάνει ο μυστηριώδης Στηβ είναι να προσκαλεί τον Αζίζ σε μονομαχία με μπύρες και βελάκια στην παμπ της περιοχής. Και μπορεί η φωτισμένη της πρόσοψη να προβάλλει σαν αδύναμος φάρος μέσα στο σούρουπο αλλά δεν είναι ποτέ εκεί, όπως ισχυρίζεται. Καθώς ο Αζίζ αρχίζει διακρίνει νεκρά σημεία στο βλέμμα του συγκατοίκου του και μυστηριώδεις σιωπές, αποφασίζει να τον παρακολουθήσει στις κρυφές του διαδρομές στις παρόχθιες γειτονιές με τις βρόμικες βιτρίνες, τις έρημες παιδικές χαρές, τις ρημαγμένες προβλήτες με τους σκουριασμένους γερανούς και τα ασάλευτα πλοιάρια, ως την επίσκεψή του σε κάποιο σπίτι. Και τόσο εκεί όσο κι αργότερα, θα ακουστεί εκκωφαντικά η «άγρια τρομακτική του αλήθεια».

Καθεμιά από τις τρεις ιστορίες τιμάται με καλοσμίλευτη γλώσσα και με πλοκή που δεν βιάζεται και μοιάζει να έρχεται απ’ τα παλιά. Τα μικρά υπαινικτικά παραθέματα που τις προλογίζουν [Κάθρην Μάνσφηλντ, Μπερνάντο Σοάρες, Ε.Α. Πόε] εστιάζουν ακριβώς σε αδιόρατες ουσίες μιας ζωής που δεν είναι μόνο όσα ζούμε αλλά και όσα αισθανόμαστε και περιμένουμε να αισθανθούμε.

Ο Γιώργος Μητάς (γεν. 1966) έχει εργαστεί στον τομέα της βιολογικής ωεκανογραφίας και στην φαρμακευτική βιομηχανία (διεθνείς κλινικές μελέτες), έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με εναλλακτικές θεραπείες, δοκιμάζει την λατρεία του στην μαύρη μουσική (soul και jazz) ως ακροατής και dj και, βέβαια, έχει περάσει ένα φεγγάρι από το Χαλ, την πόλη που εδώ περιγράφει από και με πρώτο χέρι.

Εκδ. Κίχλη, 2011, σελ. 140, με σχέδια του Χρήστου Μητά.

Δημοσίευση και σε mic.gr, με τίτλο Loneliness – Hull 0-3, τίτλο  – μακρινό νεύμα, όπως κάποιοι θα κατάλαβαν, στους συντοπίτες Housemartins [θυμάστε την τεσσάρα του δικού τους δισκότιτλου;] και Beautiful South, που ακούγονται κάποια στιγμή ανάμεσα στις λέξεις. Τότε το Hull είχε προκριθεί με 4-0 του Λονδίνου. Χρόνια μετά παίζει στον επόμενο γύρο, με δυσκολότερο αντίπαλο: τον εαυτό του. Μπορεί να έγραψα λανθασμένα το σκορ και τελικά νικητής να είναι η μοναξιά. Αλλά τι σημασία έχει; Τουλάχιστο ο αγώνας έγινε…

16
Φεβ
12

Διαμαντής Αξιώτης – Λάθος λύκο

Η κόλαση είναι οι πάντες και τα πάντα

Όσο μπορείς και λες «Να το χειρότερο», δεν έχεις ζήσει ακόμα το χειρότερο (σ. 49).

Και η σειρά των χειρότερων για τον κεντρικό χαρακτήρα δεν σταματά πουθενά. Ανεπιθύμητο τέκνο της μεγαλοαστικής του οικογένειας, με τα σημάδια του διαφορετικού και το στίγμα του διαταραγμένου, ο τριαντάρης Στέφανος ζει μια μοναχική, ανέσπερη ζωή, άδεια από αγάπη και βεβαρημένη με φόβο, φαντασιακά παραληρήματα, μεσσιανικές παραισθήσεις, συγκεχυμένες απόψεις για το πνεύμα του κακού και φροϋδικά υπολειπόμενα. Η καταστροφική επίδραση της οικογένειας (μέσα από τους μηχανισμούς της ενοχής, της βαρύνουσας κοινωνικής εικόνας και της τιμωρίας, ιδίως του ερωτισμού) είναι καθολική· η απουσία της γονεϊκής αγάπης δεν υποκαθίσταται ούτε από την τρυφερή προσέγγιση της άκληρης θείας του, η επιθυμία της οποίας να τον υιοθετήσει αποτελεί το ηλεκτρισμένο μυστικό ανάμεσα στις δυο αδελφές. Μέσα του βλασταίνει η επιθυμία της εκδίκησης και της κάθαρσης. Η κόλαση είναι οι άλλοι, κι έχουν όλοι τη μορφή λύκου.

Η στάση των οικείων του, κυμαινόμενη ανάμεσα στο υπερφίαλο και το άβουλο, το επιθετικό και το ηττοπαθές θυμίζει την αντίστοιχη οικογενειακή τοιχογραφία στις Πλωτές Γυναίκες (παλαιότερου μυθιστορήματος του συγγραφέα). Στο σπίτι ούτως ή άλλως ο Στέφανος υπήρξε πάντα «διαφορετικός»: Επειδή κάποτε μιλούσε πολύ, τον θεωρούσαν παράξενο, κι ούτε σταμάτησαν να τον θεωρούν τώρα που πια δεν μιλάει καθόλου. Ο τρόμος μην μαθευτεί η προϊστορία του ανεπιθύμητου βλαστού δεν είναι ανάλογος και στις περιπτώσεις των εξώγαμων σχέσεων του δεσπότη – δυνάστη της οικογένειας. Χαρακτηριστική η περιγραφή της μητέρας του Ευγενίας μπροστά στο αναπόδραστο ξέσπασμά του: Το βλέμμα της είναι σαν βλέμμα βαριά άρρωστου που υποπτεύεται την αλήθεια και σε κοιτά επί ώρες χωρίς να μιλά. Σε εκλιπαρεί με ένα πελώριο ερωτηματικό λες και απαιτεί να μάθει, και συνάμα ελπίζει να μη μιλήσεις αν πρόκειται να επιβεβαιώσεις τους φόβους του.

Η επαρχιακή του πόλη έχει μετατραπεί σε τόπο εχθρικό, που στέκεται και κυριολεκτικά απέναντί του, καθώς την κοιτάζει από απόσταση το βράδυ που φεύγει ο αιώνας. Τι νόημα έχει το εορταζόμενο τέλος του κόσμου όταν το δικό σου τέλος είναι πιο εκκωφαντικό; Κάθε προστασία της υπήρξε προσωρινή, σαν εκείνη που του παρέχουν τα υπόστεγα και οι τέντες των καταστημάτων στις συνεχείς βροχές της. Όταν και οι τελευταίοι φίλοι αποχωρούν και η τέχνη αδυνατεί να απορροφήσει το αποπνικτικό δυναμικό οργής, η καταφυγή στην θρησκευτική και ναρκοληπτική παραμυθία προβάλλει για άλλη μια φορά ως μοναδική διέξοδος. Κι αν σ’ αυτή τη «βαλτωμένη σκατούπολη» η αυτοκτονία αναβάλλεται επ’ αόριστον, όπως λένε με την επικάλυψη του αστείου μερικοί νέοι, τότε κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Η αναζήτηση ενός πατέρα (πνευματικού και βιολογικού) αλλά και ενός εκδικητικού πρότυπου τον οδηγεί στη αφοσίωση σε θρησκευτικούς και κοσμικούς θαυματοποιούς: ο ερημίτης μοναχός και ο ταχυδακτυλουργός με τον νάνο του υπόσχονται εμμέσως πλην σαφώς μια διαφορετική αναδιάταξη του κόσμου έστω δια της μεταφυσικής και την νομιμοποιούμενη έκλυση της δολοφονικής του μανίας.

Ο Αξιώτης παραμένει πιστός στην πολύτροπη γραφή του: πολλαπλασιάζει τις χωροχρονικές γωνίες, αφήνει τις διαφορετικές φωνές των πρωταγωνιστών να ακουστούν (ακόμα και των ψυχρών επιστημόνων ή των νυσταλέων αρχών) και περιγράφει ακόμα και τις πιο μελανές όψεις μιας σκληρής πραγματικότητας με ελεγχόμενο ρεαλισμό και διάχυτη ποιητικότητα. Η λογοτεχνική ανατομία της φρενοβλάβειας που επιχειρεί δεν είναι μονοκόμματη ή απλουστευτική. Η φύση του κακού δεν πιστώνεται σε ατομική σπορά αλλά ανιχνεύεται μέσα στα οικογενειακά, κοινωνικά και τοπογραφικά περιβάλλοντα. Ούτως ή άλλως, σε μια κοινωνία που άκαμπτη και απόλυτη έχει προδιαγράψει ήδη τις δυνατότητες και τα όρια των μελών της, η παραμικρή κίνηση της στρόφιγγας πέρα από την επιτρεπόμενη θέση θεωρείται (και διανοητική) παράβαση και προκαλεί ανεπιθύμητες πλημμύρες.

Αποτελεί όμως ο Στέφανος μια ιδιάζουσα, σπάνια περίπτωση διαταραγμένου ψυχισμού ή μήπως εκπροσωπεί ένα σύγχρονο, διαδεδομένο παράδειγμα, ένα νέο «ανθρώπινο κανόνα»; Πόσοι άνθρωποι σήμερα δεν είναι μοναχικοί, ανασφαλείς, με αίσθηση κατωτερότητας, χωρίς συντροφιά, φιλία και έρωτα, με αγεφύρωτες έως δραματικές οικογενειακές σχέσεις, με μια διαρκώς αυξανόμενη αρνητική διάθεση απέναντι στον κόσμο, απέναντι στα πάντα; Μόνο εκείνος περιστοιχίζεται από πληθώρα εγγυήσεων που υπόσχονται την ελεύθερη εκδήλωση της κοινής σε όλους μας πλην λανθάνουσας σχιζοφρένειας; Μόνο το δικό του περιβάλλον είναι το ιδανικό για την ενεργοποίησή της. Ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της αναρωτιέται κανείς ποιος δικαιούται τον τίτλο του λογικού και του σώφρονος.

Κάποια στιγμή ο Στέφανος φαντασιώνεται να μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο χτένι βυθισμένο στην άμμο, σε στρείδι κολλημένο στη σχισμή κάποιου βράχου. Να κλειστεί μέσα σε σπίτι – κέλυφος, να μείνει εκεί για πάντα, φερέοικος, μακριά από φίλους και συγγενείς. Στο τέλος θα βρει μεν την πολυπόθητη απομόνωσή του, αλλά στην πιο ανελέητη μορφή της, στις πιο σκληρές συνθήκες εγκλεισμού σε θαλάμους πέραν πάσης αποδράσεως. Δεν τον βοήθησε κανείς: ο ιερέας του είχε ξεκαθαρίσει πως «μολονότι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια υποσχόμαστε τον Παράδεισο, δεν κάναμε το λάθος να τον δείξουμε», ενώ από τις ιστορίες που ήξερε καμιά δεν ήταν όμορφη ή ελκυστική. Και πώς να πορευτεί κανείς χωρίς ούτε μια όμορφη ιστορία;

Αποσπάσματα του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκαν σε πρώτη μορφή στα περιοδικά Εντευκτήριο και Εξώπολις.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 301.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011). Οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.

13
Φεβ
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

12
Φεβ
12

Poetix, τεύχος 5 (άνοιξη – καλοκαίρι 2011)

Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη/και δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα/όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει/με τα φώτα αναμμένα;/Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου/Και δεν φτιάχνω μ’ αυτές μια σκάλα/για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

… έγραφε στο ποίημα «Το ξύπνημα» η αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ, μια από τις πλέον πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Ποιήματά της μεταφράζονται εδώ από την γνώστρια του έργου της Αμαλία Ρούβαλη, που μας κοινωνεί και με τρισέλιδη εισαγωγή στην εξαιρετική της περίπτωση:  γεννημένη το 36 και αυτόχειρας στα 36, παιδί ρωσοεβραίων μεταναστών, άρα με έλλειψη εθνικών ριζών και έντονη βίωση του αισθήματος της εξορίας, αναχωρήτρια στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 που έζησε καταθλιπτικά, πάμπτωχα και ευτυχισμένα, φίλη του Χούλιο Κορτάσαρ και παρέα των Μπονφουά και Μισώ, μεταφράστριά τους αλλά και των Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ, με ποίηση εμμονής στο σκοτάδι και τη νύχτα, στην οποία άλλωστε ζούσε σχεδόν αποκλειστικά, και την οποία θεωρούσα πραγμάτωση της ζωής, σε αντίθεση με το φώς – άρνησή της. Στα ποιήματά της ήδη ανιχνεύονταν δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων, αλλά και, αργότερα, σε κάποια πεζά, σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής. Η αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν φανερή. Το γράψιμο αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και ενισχύει την προσωπικότητά της, έκανε το πρώτο ευθραυστότερο και αποδόμησε τη δεύτερη, όπως γράφει η μεταφράστρια.

Ένα 13σέλιδο ασθματικό κείμενο με τον τίτλο «Το ποιητικώς υπάρχειν και το ζην επικινδύνως» δια χειρός Άνταμ Κιρς αναφέρεται στον Ντύλαν Τόμας, με αφορμή και την επανέκδοση της βιογραφίας του από τον Πωλ Φέρις. Οι θρυλικές του απαγγελίες με την βαρύτονη φωνή, το λιβάνισμα απ’ τις αυλές και οι καταχρήσεις του, η συμμετοχή του στην άγρια συναλλαγή του σταρ σύστεμ που επιθυμούσε να χορτάσει τις φαντασιώσεις των αναγνωστών του και οι παραξενιές ως δικαιολογία για την μεγαλοφυΐα του (ή αντίστροφα; αναρωτιέμαι…) χαρακτηρίζουν αυτή την «ιδιάζουσα αμερικανική μορφή διασημότητας» ως «πρόδρομο των ροκ σταρ».

Τελικά ορίζεται ο ποιητής; Ποιητής γίνεται κάποιος και μόνο από το γεγονός ότι γράφει ποιήματα; Ο Ντίνος Σιώτης («Ο ποιητής στον κόσμο του;») συλλογίζεται για την ύπαρξη των ποιητών σε μια εποχή απίστευτης ενίσχυσης του εγωισμού, παγκοσμιοποιημένης μοναξιάς και υπαρξιακής ύφεσης. Ποιητής, γράφει, είναι εκείνος που γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή. Τον αυθεντικό ποιητή τον ενδιαφέρει η αλήθεια, η εσωτερική αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής, όχι η δική του αλήθεια, όχι ο ιδιωτισμός του, αλλά η δημόσια, η κοινή αλήθεια που μπορεί να είναι ανήσυχη, συναρπαστική και αντισυμβατική. Ο ποιητής αναψηλαφεί συνεχώς τις αιώνιες αξίες, τις μεταφυσικές συνισταμένες τους, την περιρρέουσα πραγματικότητα και δεν τρέχει πίσω από την προσωπική του πραγματικότητα, βυθισμένος στα δικά του βιώματα, συνήθως αλαζονικά και αυτάρεσκα, επιβεβαιώνοντας, άλλωστε, την εικόνα που έχει σχηματιστεί στην εγχώρια κοινωνία γι’ αυτούς.

Βρέθηκα μια φορά σε ιδιωτικό λύκειο και έμεινα άναυδος από τη στάση των μαθητών και των μαθητριών που περίμεναν να έρθουν αντιμέτωποι με κάποιον όχι σαν εμένα. Νόμιζαν ότι εγώ θα παρουσίαζα τον ποιητή Ντίνο Σιώτη. Είχαν στο  νου τους κάποιον μακρυμάλλη, αξύριστο, με κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στον λαιμό, με ύφος αφρόντιστο, βλέμμα απλανές, που κάπνιζε, ίσως να του έλειπε και κανένα δόντι, που πιθανόν ζούσε σε καμιά τρώγλη.

Χωρίς την ανάγνωση των μεγάλων και σπουδαίων ποιητών ποιήματα δεν γράφεται καλή πίεση, ούτε βέβαια χωρίς βιώματα, ή, όπως το θέτει ο Οκτάβιο Παζ, «πρέπει να ζούμε τα ποιήματα προτού γράψουμε». Αν ζεις στον κόσμο σου και όχι στον κόσμο, τότε ζεις για τον τίτλο του ποιητή και όχι για την ουσιαστική ποιητική ταυτότητα. Ποίηση έχουμε όταν τα πράγματα της ψυχής μας διαπερνούν, μας ενοχλούν και μας αποκαλύπτουν υπερβάσεις. Στο βασίλειο των λέξεων βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν, λέει σ’ ένα ποίημά του πάλι ο Οκτάβιο Παζ. Ποίημα είναι μια σύνθεση που φτάνει στα άκρα της γλώσσας, ξεπερνά το υπαρκτό και κοιτάζει τη ζωή από την άλλη πλευρά, καταλήγει ο Ντίνος Σιώτης.

Ακόμα: ποιήματα από Έιμυ Κλάμπιτ, Ραμόν Λόπες Βελάρδε, Γιόργκεν Λετ, Γιώργο Μπλάνα, Μάνο Στεφανίδη, Άννα Πετροπούλου, εκτενή κείμενα από Λίζα Ρος Σπάαρ [Υπερθέρμανση της παγκόσμιας ποίησης], Έλεν Βέντλερ [Σημειώσεις πάνω σ’ ένα ποίημα], Τζέι Παρίνι [Οι σχέσεις των ποιητών έχουν να κάνουν με κάτι περισσότερο από το άγχος], παλαιότερες συνεντεύξεις με Γιάννη Βαρβέρη και Έκτορα Κακναβάτο κείμενα από Χρήστο Οικονόμου, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, Γιάννη Παλαβό,  συνομιλία μεταξύ Ζέφης Δαράκη και Έλσας Κορνέτης και μεταξύ Δημήτρη Καλοκύρη και Γιάννη Ζέρβα, εκτεταμένες κριτικές αλλά και «μικρογεύματα». Ο Ρήγας Καππάτος, τέλος, μεταφράζει William Wordsworth και Edgar Alan Poe [Το κοράκι, Οι καμπάνες], αφιερώνοντας και ειδικό κείμενο για την μετάφραση των τελευταίων.

Έχω την ιδέα ότι κάθε ποιητής άξιος του ονόματός του είναι σε αντιδικία με το σύμπαν. Αυτό σημαίνει πως είναι ανατρεπτικός. Γιατί κόσμος δεν είναι ο κάλλιστος των δυνατών κόσμων, δεν είναι καλλιεπής έλεγε ο Νίκος Καρούζος εικοσιένα χρόνια πίσω. Αναρωτιέμαι σήμερα ποιοι ποιητές είναι σε αντιδικία με αυτό τον κόσμο. [240 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Alejandra Pizarnik, Dylan Thomas.

10
Φεβ
12

Κόρμακ ΜακΚάρθυ – Πεδινές πολιτείες

Στην κόψη όλων των συνόρων

Σε πρόσφατη συλλογή διηγημάτων  ο Κάρλος Φουέντες τροχιοδρομεί τις τραγικές του ιστορίες γύρω από την συνοριακή γραμμή ΗΠΑ– Μεξικό. Όπως στα «Κρυστάλλινα Σύνορα» (εκδ. Καστανιώτη, 2010) έτσι κι εδώ, η ίδια μεθόριος δεν αποτελεί απλώς ένα εύθραυστο συμβολικό και κοινωνικό όριο αλλά κι έναν καθοριστικό παράγοντα του ψυχισμού των χαρακτήρων. Στο τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Συνόρων, οι Τζων Γκρέηντυ Κόουλ και Μπίλλυ Πάρχαμ, πρωταγωνιστές αντίστοιχα των δυο προηγούμενων μερών της (Όλα τα Όμορφα Άλογα, Το Πέρασμα), βρίσκονται ενωμένοι με δεσμούς φιλίας. Έχουν επιστρέψει μόνοι τους, σωματικά και ψυχικά ράκη: ο πρώτος έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου (και κυριολεκτικά) για την αγάπη μιας γυναίκας, ο δεύτερος κουβαλώντας τη σωρό του αδελφού του ύστερα από πολλαπλά λουτρά αίματος.

Οι δυο νέοι αρχίζουν να ξαναζούν συμφιλιωμένοι με την απώλεια αλλά και απολύτως βέβαιοι για την ζωή που θέλουν να ζήσουν: επιλέγοντας την ευφρόσυνη συμμαχία και την τίμια αντιμαχία με την φύση και τα ζώα. Ο εκτροχιασμός της μοίρας μοιάζει αναπότρεπτος, λες και όλα οδηγούν προς αυτόν: είναι θέμα χρόνου ο Κόουλ να συναντηθεί με την επιληπτική πόρνη Μαγδαληνή, να θέλει να την εντάξει στη Νέα του Ζωή και να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, μακριά από τον δυνάστη της. Η μετωπική σύγκρουση των δυο διαμετρικά αντίθετων κόσμων στην τροχιά του μαχαιριού είναι προδιαγεγραμμένη – σαν «Το όνειρο των ηρώων» του Κασάρες. Εδώ άλλωστε το κίνητρο είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα: πρόκειται για την σωτηρία ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, για μια προσωπική αποστολή ενός μάρτυρα που γνωρίζει το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής. Ο Πάρχαμ αντιλαμβάνεται την ασύμβατη τροπή των πραγμάτων αλλά θα σταθεί δίπλα του, πιστός στην αρχή της φιλίας, μια από τις αρχές που τιμούν ετούτοι οι έφιπποι περιπλανώμενοι.

Παρά την γλωσσική και μυθοπλαστική απογύμνωση ο συγγραφέας αποφεύγει να γλιστρήσει σε μελόδραμα. Διοχετεύει μια απαστράπτουσα λυρικότητα στις περιγραφές του περιβάλλοντος και προκρίνει την εξουθενωτικά λεπτομερή, νατουραλιστική απόδοση του αμεσότερου περίγυρου. Υπάρχει κάτι το αρχέγονο σ’ αυτές τις ιστορίες ζωής και θανάτου που σχεδόν εξαφανίζει την όποια χωροχρονική τους πλαισίωση. Οι εσχατιές της γης απλώς ζωγραφίζουν το φόντο τους και ζωγραφίζονται από τα συναισθήματά των ηρώων. Διόλου τυχαία άλλωστε οι εικόνες του φυσικού τους κόσμου συχνά χάνουν την «υλική» τους υπόσταση και μεταλλάσσονται σε φασματικές αντανακλάσεις της ιδιαίτερης φαντασίας του καθενός.

Οι ακαριαίοι διάλογοι περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αφήνοντας χώρο σε μια βασιλική σιωπή. Έτσι κι αλλιώς στον κόσμο αυτών των ηρώων είναι οι πράξεις που έχουν σημασία· οι σκέψεις φεύγουν σαν τον αέρα των ερήμων ενώ τα γεγονότα μένουν όταν κατακάτσει η σκόνη. Οι όποιες επιγονικές αναφορές στον Φώκνερ είναι συζητήσιμες – εδώ αναπνέουν περισσότερο τα γουέστερν του Τζον Φορντ, ο μινιμαλισμός του Σαμ Σέπαρντ, τα αχρονικά σύμπαντα του Σαραμάγκο, οι μαγικές περιγραφές του Έσσε και οι ανανεωτές του αμερικανικού μυθιστορήματος (στους οποίους άλλωστε κατά καιρούς καταχωρείται ο Μ.). Αν όμως οι τελευταίοι διατρέχουν τους ερημότοπους του σύγχρονου ανθρώπου, αυτός μοιάζει να βρίσκεται ανέκαθεν εκεί, στα διαχρονικότερα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Οι αληθινοί άνθρωποι βρίσκονται στο δρόμο, έχοντας πάντα ιστορίες να διηγηθούν και ετούτοι οι ερημίτες (ιδιότητα που υπήρξε δεύτερη φύση για τον συγγραφέα) τις κυνηγούν σαν άλλα θηράματα. Στις Πεδινές Πολιτείες (ευαγγελική αναφορά στα Σόδομα και τα Γόμορρα που απλώς επισφραγίζει την διάχυτη βιβλική αίσθηση) το κακό δεν αφανίζεται ποτέ κι έχει εξίσου ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος ο γηραιός Μπίλλυ διηγείται την ιστορία του σε κάποιον άγνωστο οδοιπόρο: το βάλσαμο της αφήγησης απλώς γλυκαίνει την ματαιότητά ενός κόσμου που εξ’ ορισμού δεν μπορεί να γίνει καλύτερος.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής, σελ. 364 [Cormac McCarthy, Cities of the Plain, 1998].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: To the valley below…

09
Φεβ
12

Τζίνα Πολίτη – Η δοκιμασία της ανάγνωσης

Ευφρόσυνα αναγνωστικά παίγνια

Οι λέξεις! Θα ’πρεπε κανείς ν’ ακούει τις λέξεις και όχι τους ανθρώπους. Οι λέξεις ήταν ελεύθερες, ανήκαν σε όλους – εφόσον κανείς δεν έβλεπε το στόμα που τις πρόφερε. (Καίη Τσιτσέλη, The Hungry Man)

Η διχασμένη μεταξύ δυο «μητέρων – γλωσσών» Τσιτσέλη τυγχάνει εδώ ενός πλήρους σχεδιάσματος ανάγνωσης των διηγημάτων της, σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες μελέτες του τομιδίου. Χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό μοντέλο την Φαινομενολογία του Πνεύματος (Χέγκελ) η Πολίτη εντοπίζει την νοστογεφσκική επίδραση στους αφηγηματικούς τρόπους αναπαράστασης της συντετριμμένης συνείδησης (που δημιουργείται από την επίγνωση του εαυτού ως διαιρεμένης φύσης σε συνεχή διαμάχη) και στην διαλεκτική σχέση αφέντη/δούλου που συνέχει όλο το έργο της. Στα μετά την μακρόχρονη σιωπή της «αντιδιηγήματα» η πάλη τους μετατίθεται στην ίδια την γραφή (που η μεταμοντέρνα στροφή προσωποποίησε ακυρώνοντας το πρόσωπο), μετωνυμία της οποίας αποτέλεσε η περίφημη «κυκλική» κάρτα που προκάλεσε σύγχυση στον συντάκτη της με την απουσία αρχής και τέλους και τον μαγνητισμό της προς ένα αβυσσαλέο κέντρο (στο αφήγημα Ευθυγράμμιση).

Στις «Ειδολογικές και ιδεολογικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα Το 10 του Καραγάτση» η Πολίτη εκκινεί από την θέση πως τα λογοτεχνικά είδη είναι εξαρχής ιδεολογικά φορτισμένα και μπορούν να ιδωθούν ως κωδικοποιημένοι τρόποι ερμηνείας της πραγματικότητας και της Ιστορίας. Οι αισθητικές αντιθέσεις του 10 αντανακλούν ιδεολογικές και κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής. Η πανοπτική ματιά του αφηγητή σαν κινούμενη κάμερα (αναπαραστατικός κώδικας του μοντερνισμού) διακόπτεται από την συστηματική χρήση εξιστορήσεων παρελθοντικών συμβάντων («αναλήψεων»), με αποτέλεσμα ο άνευ «κυρίαρχης πλοκής» εικοσιτετράωρος χρόνος του αφηγήματος να «τακτοποιείται» τελικά σε γραμμική χρονική ακολουθία, δημιουργώντας ένα δίπολο πρωτοπορίας/παράδοσης. Επιπρόσθετα, κτίσματα και όροφοι «αναλογούν» σε συγκεκριμένη ταξική – κοινωνική διαστρωμάτωση αλλά και διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη: κωμικό – ηρωικό για το ισόγειο των εργατών (που εμφανίζονται ως ακίνδυνο λούμπεν – προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά με έμφαση στον βιολογικό νόμο της γενετήσιας ορμής), αστικός ρεαλισμός και ρομαντικό μελόδραμα για τον όροφο των αστών και των μικροαστών αντίστοιχα, ενώ δεν λείπουν οι εγγεγραμμένοι στην αστική ιδεολογία μύθοι της κοινωνικής επιτυχίας και του φιλάνθρωπου καπιταλισμού.

Οι «Σκέψεις για την ποιητική της μετάβασης» (περιόδου όπου ο ιστορικός χρόνος μοιάζει διστακτικός μεταξύ «παλαιού» και «νέου») επικεντρώνονται στα περί Ιουλιανού καβαφικά ποιήματα και στον Ιουλιανό του Καζαντζάκη, όπου η απώλεια της όρασης ακυρώνει την ύπαρξη και το νόημα του κόσμου. Τα μάτια που ξεριζώνονται από το άγαλμα του Διονύσου και την εικόνα της Παναγίας χάνουν το φαντασιακό τους νόημα και μετατρέπονται σε αγοραίο αντικείμενο. Αμφισβητούνται έτσι οι αξιολογικοί όροι των δυο θρησκευτικών συστημάτων και κάθε μύθος αλλαγής ή προόδου. Το μεικτό είδος του κωμικού στοιχείου μέσα στην τραγωδία αποτελεί βασικό όρο της εν λόγω ποιητικής καθώς προβάλει την οπτική των απλών ανθρώπων που γνωρίζουν πως καμιά ουσιαστική «αλλαγή» δεν θα υπάρξει στην ζωή τους. Όμως η συλλογική λαϊκή φωνή γελοιοποιεί την εξουσία και είναι περισσότερο διαβρωτική απ’ οποιαδήποτε πυρά.

O James Joyce απορροφά ένα μεγάλο μέρος από την φιλοπαίγμονα διάθεση της μελετήτριας. «Το “κωμικώλον του πιπερωμένου” και η “προαντωνυμική κωμικηδεία”» αναφέρεται στην σχέση του με την ψυχανάλυση και στην αντανάκλαση του Finnegans Wake στην «παρα(ευ)φροσύνη» του. Αν η διασπορά του υποκειμένου επιφέρει καίριο πλήγμα στην αστική ιδεολογία της ατομικότητας, η παρωδία προκαλεί ανάλογη ζημιά σε κάθε αναπαράσταση. Η εμφάνιση του «γελωτοποιού» δημιουργεί ένα ζωηρό ετερογλωσσικό παιχνίδι που στρέφεται κατά των επίσημων γλωσσών πόσο μάλλον όταν ανακατασκευάζει τους εξουσιαστικούς λόγους διακωμωδώντας την φρασεολογία τους και αφαιρώντας την ισχύ τους. Ο ψυχαναλυτικός λόγος τελικά απορροφάται στο λογοτεχνικό είδος της απομυθοποιητικής παρωδίας. Σε άλλο κείμενο η αναζήτηση του μυστηριώδους Άντρα με το Μacintosh [αδιάβροχο] στα κειμενικά χνάρια της Οδύσσειας οδηγεί στην αποκάλυψη της παράλλαξης του περιπλανώμενου Λόγιου Τσιγγάνου και της συνένωσής του με τους Στήβεν Δαίδαλος και Λεοπόλδο Μπλουμ σε ομούσια τριάδα!

Ο τόμος των δεκατριών ερεθιστικών αναγνωστικών δοκιμών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μια εφαρμοσμένη στην μεταπολεμική πεζογραφία γενεαλογία του ανδρικού και του γυναικείου λόγου (ιδίως στις δέλτους των Μ. Κρανάκη, Τ. Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά), ενώ «Ηη ρητορική της πόλης» παρακολουθεί την υποταγή του περί αυτής εγκωμιαστικού λόγου στην υποκειμενικότητα και την «ιδιοτροπία» του εσωτερικού βλέμματος αλλά και την οριστική μετάπλαση των σχετικών λέξεων σε εικόνες και στιγμιότυπα, με απρόσμενες ιδεολογικές σημάνσεις. Στις παιγνιωδέστερες σελίδες της η συγγραφέας αναλαμβάνει την ευθύνη ενός απολαυστικού προσωπικού και διακειμενικού λόγου: ένα επίμετρο περί Ντέιβιντ Λοτζ κι ένα Γράμμα της Αντιγόνης προς την Ισμήνη («αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους») παρωδούν ακριβώς ανάλογες θεωρητικές μελέτες, κλείνοντας τον κύκλο ιδανικά.

Εκδ. Άγρα, 2010, σελ. 227.

 Στις φωτογραφίες: Καίη Τσιτσέλη, James Joyce (από τον Barry Maguire), Τζίνα Πολίτη και εικόνα από την παράσταση του Ιουλιανού στο Εθνικό Θεάτρο (1959, σκηνοθ. Κωστή Μιχαηλίδη): Νέλλη Αγγελίδου (Μαρίνα), Στέλιος Βόκοβιτς (Ιουλιανός) και Λυκούργος Καλλέργης (Γραφιάς).




 

Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 183,325 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 46 other followers