Αρχείο για 11 Μαρτίου 2008

11
Μαρ.
08

Late night partners: Ed Harcourt, Nick Hornby

Ed Harcourt – The beautiful lie (Heavenly, 2006)
Nick Hornby – H κάθοδος των τεσσάρων
Κάποιος ή κάποια που μας τηλεφωνεί μόνο όταν είναι μεθυσμένος/η. Η πολλαπλάσια ηδονή του τελευταίου τσιγάρου ή του τελευταίου οτιδήποτε. Η βροχή που πέφτει πάνω στους καλύτερους. Η δυσκολία να βρούμε καλούς φίλους. Άνθρωποι – σωστά ναρκωτικά. Επαναστάσεις που δε γίνονται έξω αλλά μέσα σε καρδιές. Ένας σύντροφος για αργά τη νύχτα. Καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε καλά αλλά ελάχιστοι τις τραγουδούν. Ο Ed Harcourt τις κάνει τίτλους και τραγούδια. Υπέροχα τραγούδια: You only call me when you’re drunk, The last cigarette, I am the drug, Good friends are hard to find, Revolution in my heart.
Τον έχουμε υπό στενή παρακολούθηση από το ξεκίνημά του, τον έχουμε φακελώσει στο συρτάρι με τους εξαίρετους «μοναχούς», δηλαδή εκείνους που γράφουν και τραγουδάνε τα γραψίματά τους αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και προικισμένους μουσικούς που ακολουθούν μια καταδική τους πορεία. Η καρτέλα μας είναι γραμμένη κι απ’ τις δύο πλευρές: πιάνο, τρομπέτα, βιολί, μπάντζο, ντραμς και νεροχύτης (αν μεταφράζω σωστά το kitchen sink), όλα παίζονται από τον Ed.
6 δίσκοι σε 5 χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και το download-only Elephant’s Graveyard (με B sides και demos) μάλλον δεν είναι ένδειξη αργοκίνητου δημιουργού. Το Ωραίο του Ψέμα είναι η αποκορύφωση της συνεχούς του έμπνευσης και ξεπερνά το μέχρι σήμερα καλύτερό του Here be monsters. Δηλώνοντας προσεκτικός ακροατής τρυφερών και ύπουλων τζαζιστών όπως ο Chet Baker αλλά και αναγνώστης του John Keats, ο Εντ κάνει δίσκους τα συμβάντα της ζωής του – άλλωστε ένας μεγάλος έρωτας τού ενέπνευσε τον (τρίτο καλύτερο) δίσκο του Strangers. Τον θυμάμαι στα πρώτα του LP: βράχνιαζε σαν τον Tom Waits, οπότε και οι συνδέσεις ήταν αναπόφευκτες. Τώρα αφήνει το λεπτό αδύναμο κρύσταλλο της φωνής του να φανεί σ’ όλη του την αδυναμία.
Παρά το γεγονός ότι ο φίλος μας ειδικεύεται στις έξοχες μπαλάντες, μπορούμε εδώ να βρούμε έξοχη ποπ τραγουδοποιΐα στο Whirlwind in d minor, καθάριο σόουλ συναίσθημα στο Visit from the dead dog κι ένα αναπάντεχο οργιώδες φινάλε στο You only call me when you’re drunk. Θα με αγαπάς κι όταν γεράσω; Ακόμα βέβαια ελπίζω ότι θα το προλάβω… (το γέρας καλέ μου Έντ ή το συναίσθημά της;). Αλλά τα «άλλα» του είναι που με περιμένουν στο σπίτι όταν γυρνάω πολύ αργά το βράδυ από μια ατέλειωτη δουλειά: μια βραχνή έγχορδη μπαλάντα κυριολεκτικά της προχωρημένης αργής νύχτας (Late night partner), ένα αποκορύφωμα εγχόρδων/ πιάνου (Rain on the pretty ones) – ένα κομμάτι ατόφιο διαμάντι. Και πώς μετά να σε πιάσει ύπνος; Κοιτάς τον άδειο δρόμο κάτω, σκέφτεσαι πως στις άλλες άκρες του πλανήτη η σκηνή επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, δεν θες να κοιμηθείς αν δεν τον ακούσεις (ολόκληρο!) 2 φορές. Αυτός ο μόνιμος μοναχικός σύντροφος στις δύσκολές μου ολονυχτίες εκφράζει ακριβώς αυτό που είμαι εκείνη τη στιγμή.
Αν ο κύριος Harcourt φτάνει στα όρια της μοναχικότητας, άλλοι τέσσερις μόλις τα ξεπέρασαν. Τόπος: Ταράτσα, Στέκι των Αυτοχείρων, Βόρειο Λονδίνο. Χρόνος: Αλλαγή χρονιάς/ χιλιετίας. Ένα ατιμασμένο δημόσιο πρόσωπο που χάνει ό, τι έχει και δεν έχει επειδή το κάτω κεφάλι υπερίσχυσε του άνω. Μια μεσήλιξ με ένα «μη φυσιολογικό» παιδί που της έχει ρουφήξει τη ζωή. Μια πιτσιρίκα με τα γνωστά θεμελιώδη προβλήματα κάθε «νέου» (έφαγε χυλόπιτα, είναι πίτα, μισεί γονείς). Κι ένας νυν ντελίβερι και πρώην συγκροτηματίας που η ζωή του ήταν η μπάντα του. Η τετράς των αποτυχημένων συνευρίσκεται τυχαία στην ταράτσα – ούτε να αυτοκτονήσεις μόνος σου δεν μπορείς.
Εδώ έχουμε ένα θέμα που γνωρίζουμε καλά αλλά που κανείς δεν μπορεί και τόσο εύκολα να ασχοληθεί μαζί του από την λογοτεχνική πλευρά: άνθρωποι που κάποτε ζούσαν «φυσιολογικά, κανονικά», τώρα βρίσκονται σε ένα σκαλοπάτι προ αυτοχειρίας. Που σκέφτονται πως τα επιχειρήματα του να συνεχίσεις να ζεις λιγοστεύουν. Η έκπληξη όμως δεν είναι ότι ο έξυπνος τούτος συγγραφέας καταπιάνεται με αυτό το μαύρο κουτί. Είναι ότι σε βάζει μέσα του χωρίς να σε σκοτεινιάζει καθόλου. Είναι ότι δείχνει την ευτράπελη, γελοία, αστεία, τρυφερή πλευρά μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το γνώριμο στιλ του Hornby (ο οποίος, παρεμπιπτόντως είναι ένας μανιακός του ροκ εντ ρολ, της λογοτεχνίας, τους ποδοσφαίρου, της μιζέριας και της αισιοδοξίας – ναι, τα τελευταία συνδυάζονται άνετα): να μιλάει για εμμονές, καταθλίψεις ή δυστυχίες με μια μορφή ελαφρότητας, καθόλου αβάσταχτης, αλλά ούτε και πουπουλένιας. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο στα Πυρετός της μπάλας, High Fidelity, Για ένα αγόρι, Πώς να είσαι καλός (βιβλία του που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας). Ο N.H. ποτέ δεν φημιζόταν για την περίτεχνη διαπλοκή προτάσεων, ούτε για απολαυστικές λεκτικά σελίδες. Το βάρος δίνεται σε ιδέες και καταστάσεις, σε μια πλοκή που προχωρά και σε παίρνει. Η γραφή του θρυμματίζεται εναλλάξ με τους αφηγηματικούς μονολόγους των τεσσάρων, ευτυχώς διανθισμένους με διαλόγους.
Πώς μπορείς να χειριστείς την αποτυχία; Πώς μπορείς να αποχωριστείς τον κυνισμό; Οι ήρωες ξεκινούν από μερικά βασικά αυτοκτονικά αξιώματα: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί, «Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο«. Όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο, ενώ παραμένουν στην κοσμάρα τους, αρχίζουν να αποκτούν αμοιβαίο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Εννοείται πως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν ποτέ – ούτε στις ελληνικές ταινίες δεν γίνεται πια αυτό. Αλλά μπορείς κάποτε να δεις ορισμένα πράγματα διαφορετικά.
Επιστρέφω στον Harcourt, που δεν θα τραγουδήσει και μόνος του το καλύτερό του κομμάτι (κι ένα από τα ομορφότερα του 2006). Φωνάζει τους καλύτερούς του φίλους, ανώνυμους γείτονες ή σκαμμένες φιλίες ετών και συγχρωτίζονται στο δικό τους μεταμεσονύκτιο ύμνο: Revolution in my heart. Ωδή: To the junkies in the streets/ To the gangsters in our towns/ And the others underground/ To the prostitutes and whores/ To the self-admiring bores/ To the drinkers in a drought/ And the writers steeped in doubt/ To the bailiffs and their bills/ To the child whose thoughts could kill/ To the veteran who fights/ All his demons late at night.
Eκδ. Πατάκη, 2005, σελ. 354 μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου [Nick Hornby – A Long Way Down].Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
11
Μαρ.
08

Telephone Jim Jesus – Anywhere out of the everything (Anticon, 2007)

telephone-jim-jesus-cover.jpg

Ο πιο συναρπαστικός ηλεκτρονικός δίσκος του 2007 προέρχεται ξανά από έναν μόνο του. Φοβάμαι όμως, πως ο όρος ηλεκτρονικός δεν σημαίνει πια τίποτα, εκτός αν συμφωνήσουμε όλοι σε ένα ποσοστό των ψηφιακών οργάνων, κριτήριο που αυτόματα γεννάει αμέτρητα άλλα.

Ο George Chadwick είχε την τύχη να προέρχεται από το New London, New Hampshire. Και λέω τύχη γιατί αυτό ακριβώς το περιορισμένο και μονίμως παγωμένο περιβάλλον τον έκανε να φύγει μια ώρα αρχύτερα προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Να παρατήσει το μετεφηβικό «goth-hardcore» (!) υβρίδιο ονόματι Unfit που είχε παρέα με τους Dave Bryant (Passage) and Matt Valerio (Bomarr) και να μετακομίσει μαζί τους στο Όκλαντ, νοικιάζοντας ένα μικροσκοπικό δωμάτιο σε μια αποθήκη – δίπλα στο ενδιαίτημα του Sole.

 tjj-banner.jpg

Μετά, γίνεται απλώς θέμα χρόνου το: να δει πώς και πόσα μπορεί να κάνει κανείς με ηλεκτρονικά εργαλεία και χιπ χοπ κατσαβίδια, να σχηματίσει ένα σχήμα για να τα κάνει πράξη (Restiform Bodies), να δει ότι τα καταφέρνει και μόνος του, να βγάλει από πάνω του την πρώτη του αυτο-κυκλοφορία: A Point Too Far to Astronaut. Στους τυχερότερους, εδώ ανήκει και η διασταύρωση με εκείνους που θα τον πάρουν στην εκλεκτή τους ομάδα. Η Anticon δε θα άφηνε να της ξεφύγει τέτοιο φυντάνι. Πρώτα θα του επανακυκλοφορήσουν το 2004 το πρώτο του πόνημα με προσθήκη κομματιών και επισκεπτών και μετά θα τον γνωρίσουν με όλες τις φυσιογνωμίες της.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς απώλειες. Ο ΤΤJ (που διάλεξε το όνομα για να μπερδεύεται ο κόσμος στη διάκριση των τριών λέξεων) σε μια δραματική τουρ (με Sole και Pedestrian το 2005) χάλασε μια φιλία χρόνων και ξέμεινε στην Ευρώπη σε ανήσυχη κατάσταση, ανάμεσα στο διαμέρισμα του Sole στην Βαρκελώνη και σε μια λιθουανική κατάληψη στο Βόρειο Λονδίνο. Για μήνες έκανε μόνο τις παραστάσεις που του επέτρεπαν να βγάζει εισιτήρια για τα τρένα. Πίσω στις ΗΠΑ συμμετείχε στην ανασυγκρότηση μιας βιετναμέζικης κοινότητας μετά την «Κατρίνα» κι εργάστηκε αλλά και περφόρμαρε σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο ξενοδοχείο στο Cape Cod.

 tjj04_web.jpg

Όλα αυτά βρήκαν ανάγλυφη διέξοδο στο Anywhere Out of the Everything (ξανά ο στίχος από το Anywhere Out of the World του Baudelaire). Είναι τέτοιος ο πλούτος των ηχοχρωμάτων εδώ, που συμβαδίζουν με την οποιαδήποτε διάθεσή σου. Το Birdstatic, ας πούμε, λες και προσπαθεί να αποτυπώσει κάθε δυνατή χρωματική απόχρωση, ενώ το Hit By Numbers ζωγραφίζει όλους τους τόνους του γκρίζου. Το Ugly Knees αποτελεί επιτομή του σημερινού ήχου της Anticon – μερικά μέτρα παραπέρα από τους 13 & God, κι έναν αιθέρα ψηλότερα από τα άφωνα του Alias.

Αν έχετε λαίμαργα αυτιά, θα χαρούν να καταβροχθίσουν όλα αυτά τα διαδοχικά στρώματα από samples, φωνές, πλήκτρα σαν σχοινιά που κρατούν σε αέναη κίνηση της ψευδο-μελωδίας-μαριονέτας, μελωδίες χαρακωμένες από ρυθμούς και αντίστροφα, κολάζ που θέλεις να διαλύσεις και να ξανασυνθέσεις, μέχρι να φτάσεις στην επιφάνεια όπου χαμένες φωνές περαστικών, του ημι-μίστερ Anticon Pedestrian και (στο Suicide Wings) του ίδιου του τύπου, συλλαβίζουν τις σκέψεις τους ή σουρεαλιστικά ποιήματα σε ένα περιφερόμενο Dictaphone.

Η Anticon στα κορυφαία της, για άλλη μια φορά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14924




Μαρτίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.034.952 hits

Αρχείο