Χρήστος Χρυσόπουλος – Φανταστικό μουσείο

Είχε μια παράξενη γεωμετρία εκείνο το πρωινό. Τα σπίτια έμοιαζαν να σκύβουν με περιέργεια στο πέρασμά του. Οι σκιές συστέλλονταν έκπληκτες στην όψη του. (σ. 146)

Τι είναι το Φανταστικό Μουσείο; Οδηγός βασάνων της γραφής; Κατάλογος εκλεκτικών συγγενειών; Λεύκωμα ταλαιπωρημένων λογοτεχνών; Αρχείο συγγραφικών μυστικών; Φόρος τιμής προς ομότεχνους και καταδιαβασμένους; Ένα προσωπικό αφιέρωμα – καθρέφτισμα ενός δικού μας λογοτέχνη για την διασταύρωσή του με αντίστοιχους αγαπημένους του; Σταματάω το παιχνίδι με τις λέξεις, με παρέσυρε άλλωστε ο λεξικός στυλίστας Χ.Χ. αλλά συνεχίζω τις ερωτήσεις: Τι συμβαίνει παραπλεύρως της συγγραφικής διαδικασίας; Ποιοι κόσμοι ζουν και αναπνέουν παράλληλα με τους κόσμους που πλάθει ο συγγραφέας; Μπορεί η λογοτεχνική πραγματικότητα να σταθεί απέναντι στην υπαρκτή πραγματικότητα; Μπορεί να την γαληνέψει, να την ορίσει, να την μεταπλάσει; Ποιος το γνωρίζει, ποιος το ονειρεύτηκε, ποιος το προσπάθησε, ποιος το [α]πέτυχε;

Σε τούτα τα κομψο-καλλι–τεχνήματα / βιο-πεζο–γραφήματα ο Χ.Χ. γίνεται περιπατητής, ορειβάτης και κολυμβητής μέσα στον εγκέφαλο και τον ψυχισμό ορισμένων από τους εκλεκτότερους των συγγραφέων. Στο Φανταστικό Μουσείο (πινακίδα που συνομιλεί με το ομότιτλο έργο του Αντρέ Μαλρώ) φανταζόμαστε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι συγγραφείς την ώρα που συλλαμβάνουν και πραγματοποιούν τη γραφή τους. Ειδικά όταν κάποιοι εξ αυτών πλησιάζουν επικίνδυνα την ίδια τους τη μυθοπλασία, απομακρυνόμενοι από την ζωή τους. Κατεβαίνουμε στα έγκατα των εγκαταστάσεων τους και ψάχνουμε τα γρανάζια και τους μοχλούς κίνησης του μολυβιού τους στο λευκό χαρτί.

Ο Φερνάντο Πεσόα (μιλώντας μέσα από «τον ποιητή που τον φιλοξενεί») μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε χώρος για λέξεις, αγκαλιασμένος από μια αμίλητη, μισοσκότεινη απραξία περιμένοντας τις πρώτες λέξεις για να ανακαλύψει εκ νέου τον κόσμο. Ο Μπόρχες ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα να μυρίζει από απόσταση τις μασχάλες των κοριτσιών και μονολογεί: Τα ταξίδια μου είναι μια συλλογή από κασέτες μαγνητοφώνου. Είμαι τυφλός και γι’ αυτό καταδικασμένος να επισκέπτομαι μόνο ήχους. (σ. 252). Ορισμένοι προσπαθούν να πλοηγηθούν μέσω νεφών: Ο αρχειοφύλακας (και διαλεκτικός φιλόσοφος) Φεβρουάριος Μπλανσό μαζί με τους αντεστραμμένους κόσμους του, ο Εμμανουήλ Ροΐδης ενόσω υποφέρει πολλαπλώς εν έτει 1884, ο Νιζίνσκι προτού μεταμορφωθεί σε τρελή ιδιοφυΐα, ο Γιόζεφ Μπρόντσκι στο κέντρο ενός χαοτικού αστικού αρχιπελάγους που λέγεται Μόσχα, ο Περέκ, η Τσβετάγιεβα, ο Απολιναίρ, ο Χώθορν, ο Πιραντέλο (για τον οποίο και το απόσπασμα που παρατίθεται στην αρχή), άλλοι πολλοί, και κάποιοι που έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου.

Ο μικρόσωμος κι άσχημος Μπρούνο Σουλτς ζει τον έρωτα μονάχα μέσα από παθιασμένες ερωτικές επιστολές που αντάλλαζε με κάμποσες γυναίκες ταυτοχρόνως και γράφει το τερατώδες ανέκδοτο μυθιστόρημα Μεσσίας προτού σκοτωθεί άξαφνα κι ανέλπιστα, προτού ο μουσειολόγος μας σκάψει τις σημειώσεις του. Ο Τζόζεφ Κορνέλ, παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του (παρά τον έρωτά του για πωλήτριες καταστημάτων και ταμίες κινηματογράφων) κι εγκλωβισμένος στο πατρικό του, προσπαθεί να δημιουργήσει όταν τον αφήνουν ήσυχο αργά τις νύχτες, στο τραπέζι της κουζίνας, μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του αναμμένου φούρνου για ζεστασιά. Κι αυτός προτού πεθάνει κατάφερε με την μοντερνιστική του τέχνη να κάνει τον κόσμο από το υπόγειο του σπιτιού του να γυρίσει προς το μέρος του.

Ο Γιάννης Μπεράτης (προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με έναν άλλο Γιάννη Μπεράτη που κατατρύχεται από την ιδέα πως η έμπνευση χάνεται) καταστρέφει κάθε έργο που γράφει, όχι όμως τον Μαύρο Φάκελο, ένα συνεχές εικοσαετές ημερολόγιο όπου κατέγραφε ιδέες, λέξεις, φράσεις, τα πάντα, ως μαγιά για την μεγάλη σύνθεση – κύκνειο άσμα, ως την τελευταία ελπίδα εμπνευσμένης αφήγησης – τον Σωσία. Κι όμως, ο διχασμένος αυτός συγγραφέας σε μια στιγμιαία παρόρμηση έγραψε ένα «διήγημα» που διαδραματίζεται στις αργεντίνικες κορυφές του Μάνο Βέρντε, ίσως ως διέξοδος στο πνιγηρό περιβάλλον του ναξιακού λατομείου όπου κάποτε έπρεπε να εργαστεί…

Σε τέτοια σκοτεινά νερά βουτάει ο Χρυσόπουλος, χρησιμοποιώντας κάθε αφηγηματικό τρόπο και πηγή που μπορεί κανείς να φανταστεί (αποσπάσματα βιβλίων, ημερολόγια, επιστολές, ανέκδοτα έργα, διηγήσεις, πληροφοριακό υλικό, ποίηση, δοκιμιακό και σχεδόν κάθε άλλη δυνατή μορφή γραπτού λόγου). Άλλωστε η ίδια η γραφή του είναι από μόνη της ένα εργαστήρι, και μάλιστα με παράθυρα προς τις τέσσερις πλευρές του, μονίμως ανοιχτά – γιατί ποτέ δεν μας απέκλεισε την πρόσβαση στις εμπνεύσεις του και τα διαβάσματά του. Εξαιρετικά δύσκολη και πολύτιμη δημιουργία.

Αποσπάσματα: Γονατίζω μπροστά του επειδή αισθάνομαι ότι είναι ανήθικο να στέκεσαι όρθιος μπροστά σε έναν άνθρωπο που είναι υποχρεωμένος να έρπει. Η επαιτεία είναι μια πράξη θρησκευτική, στην οποία τα δύο συμμετέχοντα μέρη (ελεήμων και ευεργετούμενος) ακολουθούν – έστω ασυναίσθητα – μια αρχέγονη τελετουργική χορογραφία γονυκλισιών και υποκλίσεων. Μέσα από αυτήν τη συναλλαγή ο επαίτης καθαγιάζεται. Σκέφτομαι ότι οι δυο μας συνιστούμε ένα ζευγάρι σχεδόν ντοστογεφσκικό. (Απέναντι στη Μαρίνα Τσβετάγιεβα, σ. 213)

Κάθε βράδυ, γυρνώντας στο διαμέρισμα της παρόδου Καζάρμενι Περεούλοκ με το απαρχαιωμένο ηλεκτρικό λεωφορείο, στεκόμουν για λίγο έξω από την αντικρινή μονοκατοικία. Ένα θεόκλειστο παλιό οίκημα, σκοτεινό σαν κενοτάφιο. Και όμως, από τα παράθυρά του, μπορούσες να διακρίνεις πλήθος πολύχρωμα λαμπιόνια να αναβοσβήνουν σαν χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Μου είπαν ότι ήταν ένας κρυφός σταθμός ελέγχου για τις πυρηνικές κεφαλές που βρίσκονται φυτεμένες βαθιά στην πόλη, έτοιμες να εκτοξευτούν μέσα από τα έγκατα της μοσχοβίτικης γης. (Ο Γιόζεφ Μπρόντσκι αγαπά τη Μόσχα, σ.66)

Καρτέλα φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1968. Έργογραφία: Ο βομβιστής του Παρθενώνα (1996), Οι συνταγές του Ναπολέοντα Δελάστου (1997), Ο μανικιουρίστας (2000), The black dress (δίγλωσσο artist’s book, N.J. 2002), Encounters (λεύκωμα, Reykjavik 2003), Περίκλειστος κόσμος (Καστανιώτης 2003), Σουνυάτα (1999/2004), Το γλωσσικό κουτί (2006).

Συντεταγμένες: Πλήρης τίτλος: Φανταστικό μουσείο. Παραλλαγές στο πρόσωπο του συγγραφέα [πεζογράφημα]. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, σελ. 263.

Επισκεπτήριο: www.chrissopoulos-vivlia.blogspot.com/

Στις «άλλες» δύο εικόνες: Σουλτς – Πεσόα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651

Χαρούκι Μουρακάμι – Νορβηγικό δάσος

Χαλάρωσε κι αμέσως θα νοιώσεις καλύτερα. Αυτό μου λένε όλοι. Μα αν χαλαρώσω το κορμί μου τώρα, θα διαλυθώ. Θα γίνω χίλια κομμάτια. Έτσι ζούσα πάντα και μόνο έτσι μπορώ να συνεχίσω να ζω. Αν χαλάρωνα έστω και για ένα δευτερόλεπτο δε θα ξανάβρισκα το δρόμο για να γυρίσω πίσω. Κάπως έτσι μας συστήνεται ο αφηγητής Τόρου Οκάντα, φοιτητής στα τέλη των ιαπωνικών 60ς, εποχής των πανεπιστημιακών αναβρασμών, των κοινωνικών οραμάτων και των νέων σεξουαλικών νοοτροπιών.

Το Δάσος γράφτηκε από τον Μουρακάμι σε ένα ταξίδι φυγής στην Ρώμη και ήταν το έργο που τον καθιέρωσε στην χώρα του και ιδίως στη νεότητά της. Με τη γνωστή του λεπτομερή και ψυχογραφική γραφή (συγγενεύοντας ανεπαίσθητα με τους Κόμπο Αμπέ και Κενζαμπούρο Οε), τοποθετεί γύρω από τον κεντρικό του ήρωα (που διαβάζει Καπότε, Άπνταϊκ, Τσάντλερ και Φιτζέραλντ και κουρντίζει κάθε πρωί τον εαυτό του περίπου 36 φορές) μια σειρά ιδιαίτερων χαρακτήρων, όπως τον ιδιόμορφο συγκάτοικο στην εστία που γυμνάζεται με τα παραγγέλματα του ραδιοφώνου «παρέα με το υπόλοιπο έθνος» και τον αποπλανητικό Ναγκασάβα – ένα αδιόρθωτο ρεμάλι με εκπληκτική ευγένεια, αχόρταγο αναγνώστη αλλά αποφασισμένο να μην αγγίζει βιβλίο από συγγραφέα που δεν ήταν τουλάχιστο τριάντα χρόνια πεθαμένος («Μόνο αυτά τα βιβλία εμπιστεύομαι»).

Οι φοιτητικές εστίες με τα μικρά δωμάτια και τους σκοτεινούς κοινόχρηστους χώρους «θυμίζοντας παλιές πολωνικές ταινίες» και η πανταχού διεσπαρμένη μουσική των Morrison, Ο. Coleman, Β. Bacharach, Lennon/McCartney, Thelonious Monk, Β. Dylan, A.C. Jobim, R. Charles, H. Mancini, και πολλών κλασικών, προκλασικών και μετακλασικών αποτελούν απλώς το πλαίσιο που οι χαρακτήρες του πρέπει να διαχειριστούν θανατηφόρα θέματα: αυτοκτονία φίλου, σχιζοφρένεια φίλης, απώλεια γονέων. Σε αυτές τις πλέον σκοτεινές όψεις της ζωής αντιτίθενται οι ποικίλες εκφάνσεις του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας (ορισμένες σεξουαλικές περιγραφές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον) που και πάλι πασχίζει να διαχειριστεί ο Τ., κυρίως με τρεις αρχετυπικές γυναικείες φυσιογνωμίες: την υπερευαίσθητη Ναόκο του σανατορίου, την ενεργειακή Μίντορι των αυθορμητισμών και την καλλίτεχνη Ρέικο που γίνεται παρανάλωμα του ταλέντου της. Σε αυτές τις απλές εκ πρώτης όψεως και ανάγνωσης αλλά τελικά πολυπλοκότατες επαφές συχνά διακρίνεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τηρηθεί η άποψη του Τόρου: πως στη ζωή δε χρειάζεται κανείς ιδανικά. Χρειάζεται πρωτόκολλα δράσης.

Περισσότερο γήινο και πιο «γραμμικό» από το Κουρδιστό Πουλί, δίχασε την κριτική (ο στριμμένος Marcel Reich-Ranicki το εκθείασε, η Αυστριακή Sigrid Löffler το τικετάρισε ως πορνογραφικό φαστ φουντ) αλλά λατρεύτηκε φανατικά από το Ιαπωνικό κοινό, το οποίο μαζί με τους επισκέπτες της ανατολικοδυτικής χώρας ρίχτηκε στο παιχνίδι της ανακάλυψης των τοποθεσιών, των μπαρ και των εστιατορίων που αναφέρει, ενώ φτιάχτηκαν μέχρι και compilations με τα τραγούδια που αγαπούν οι χαρακτήρες του. Η γενικότερη εμπορική φρενίτιδα του βιβλίου στέρησε από τον Μ. την ιδιωτικότητά του, στέλνοντάς τον στην Αμερική, όπου έγραψε το Κουρδιστό Πουλί, ενώ νωρίτερα είχε αρνηθεί να παραχωρήσει τα δικαιώματα για κινηματογραφική διασκευή. Και ναι, ο τίτλος προέρχεται από το Μπητλικό Norwegian wood και ήδη απ’ τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε γιατί.

Καρτέλα φιλοξενούμενου: Υπάρχει στο κείμενο για το Κουρδιστό Πουλί.

Απόσπασμα: Ποτέ δε μπορώ να πω αυτό που θέλω… Προσπαθώ να πω κάτι, αλλά οι λέξεις που βρίσκω είναι όλες λάθος – λάθος ή και ακριβώς αντίθετες απ’ αυτές που θα ’θελα. Προσπαθώ να διορθώσω τα λόγια μου, αλλά τα κάνω χειρότερα….Λες και είμαι χωρισμένη στα δύο και παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου ή κυνηγητό κι ο μισός εαυτός μου κυνηγάει τον άλλον μισό γύρω απ’ αυτόν τον χοντρό ψηλό στύλο. Ο άλλος μισός μου εαυτός έχει τις σωστές λέξεις. Όμως ο εαυτός μου δεν μπορεί να τον πιάσει. (σ. 41)

Συντεταγμένες: Haruki Murakami, Norwegian Wood, 2000. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ωκεανίδα, 2007, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, σελ. 505.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651