Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχη 85 και 86

 

Τεύχος 85 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

Η εξαιρετική φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του François Delebecque, ενός από τους σπάνιους, αν όχι τους τελευταίους φωτογράφους που ασχολούνται με το ασπρόμαυρο γυμνό. 11 δείγματά του παρουσιάζονται στο ένθετο Camera Obscura που πάντα τέμνει στη μέση κάθε εντευκτηριακό τεύχος. Δυο «διεθνείς» (Haruki Murakami, William Trevor) και 5 εγχώριοι συγγραφείς από την καλύτερη πάστα που διαθέτουμε (Διαμαντής Αξιώτης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιάννης Καισαρίδης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Σοφία Νικολαΐδου) παραδίδουν εξαιρετικά διηγήματα, με εξαίρεση την τελευταία που ξεκλέβει απόσπασμα από μελλοντικό μυθιστόρημα. Ο Σάκης Σερέφας παραδίδει το κείμενο που διάβασε στην επίσημη προβολή της ταινίας «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος διηγείται πώς γνώρισε τον Μενη Κουμανταρέα ως «πρωτοεμφανιζόμενος». Ακόμα, ποίηση Διονύση Καψάλη, Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Δήμητρας Χριστοδούλου, Βασίλη Αμαντίδη, του Σλοβάκου Jan Zambor κ.άλλων, συνεργασία Ντίνου Χριστιανόπουλου, κείμενα για τον Μπέργκμαν και για μια κοσμοπολίτικη αποεθνικοποιημένη Ευρώπη μεταναστών.

Τεύχος 86 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009)

Με αφορμή την εκατονταετία από την γέννηση του Φράνσις Μπέικον το τεύχος παρουσιάζει ένα εκλεκτό αφιέρωμα στην ζωή και το έργο του κατεξοχήν εικονογράφου του 20ού αιώνα. Βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα, ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, ο θάνατος και ο πόνος στις συνθέσεις του, ένα τρίπτυχο από τον Ηλία Μαγκλίνη, κείμενο του John Maybury, σκηνοθέτη της ταινίας Η αγάπη είναι ο Διάβολος: Μελέτη για ένα πορτραίτο του Φράνσις Μπέικον, προσωπική εξομολόγηση του Μίλαν Κούντερα, ο «καταραμένος» δημιουργός και η ομοφυλοφιλία, και μια φορτισμένη διήγηση του Ηλία Κουτσούκου. Δεν ήξερες ρε Ηλία, δε ρώταγες;

Κατά τα άλλα, ο Dino Buzzati ανοίγεται σε ένα λυρικότατο κείμενο περί ανώφελων καλεσμάτων σε κάποια που αγάπησε οριακά, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δίνει φωνή σε μία ακόμα αξιόμνημη ηρωίδα, η Μαρία Κουγιουμτζή διηγηματογραφεί στη μνήμη Ν. Γ. Πεντζίκη. Ακόμα: ποίηση Γιώργη Μανουσάκη, Αλεξάνδρας Πλαστήρα, Thom Gunn (που μαζί με τον Τεντ Χιουζ και Φίλιπ Λάρκιν καταχωρούνται ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες φωνές της πρώτης σημαντικής βρετανικής μετά Έλιοτ – Ώντεν γενιάς), εξαίρετες μικρές φόρμες του Alfred Polgar, διηγήματα Νικήτα Παρίση και Joseph Kessel, διαδικτυακή παράθεση σκέψεων Φίλιππου Δρακονταειδή και Χρήστου Χρυσόπουλου με αφορμή το μυθιστόρημα του τελευταίου Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, κείμενα για τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ever forever), νέα στήλη με αξιοσημείωτα αποκόμματα εφημερίδων.

Κλείνω με κομμάτι από τον Observer: Όπως έγραψε ο συγγραφέας Πωλ Μπόουλς, το κρανίο του Μπέικον έμοιαζε έτοιμο να εκραγεί από εσωτερική πίεση. Ή, ίσως το κρανίο του ήταν πιθανότερο να υγροποιηθεί, να λιώσει όπως το κερί από κάποια φαντασίωση έκρηξης που έκρυβε μέσα του. Μπορούσα να φανταστώ έναν σωρό από μπογιά παπουτσιών, μάσκαρα, ρουζ και αμμωνία να λερώνει το παχύ χαλί της Όπερας. Μετά από μερικά χρόνια σκληρής δουλειάς στη διάρκεια της ημέρας και αυτοκαταστροφικών απολαύσεων τη νύχτα, ο Μπέικον πέθανε το 1992 μετά από καρδιακή προσβολή στη Μαδρίτη. Τώρα, πάμπλουτοι έμποροι όπλων συναγωνίζονται για να αποκτήσουν τα έργα του. [208 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Αλεξέι Αρμπούζωφ – Φθινοπωρινή Ιστορία

Θέατρο Άλμα

Θα θυμόμαστε ότι κάποτε μας αγάπησαν με πάθος

Να ξεκινήσω από τον συγγραφέα ή τον ηθοποιό; Ας αφήσω για λίγο στην άκρη τον πρώτο να ησυχάζει στα ράφια ή να ξυπνάει στις πρόβες κι ας αρχίσω μ’ αυτόν τον Υποκριτή και Υποκρινόμενο. Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος να καταλαμβάνει ολόκληρη την σκηνή και να αιχμαλωτίζει την προσοχή όλων απλά και μόνο με την παρουσία του. Χωρίς να θέλεις να χάσεις ούτε ρυτίδα, ούτε βλέμμα, ούτε συλλαβή.

Σ’ ένα παραλιακό θεραπευτήριο συναντιούνται στις αρχές του φθινοπώρου (της χρονιάς και της ζωής τους) ο χειρούργος και διευθυντής του ιδρύματος Ροντιόν και η φιλοξενούμενη Λύντια, τέως νουμερίστα και νυν ταμίας τσίρκου σε τσίρκο συναντιούνται στις αρχές Εκείνος ζει κλεισμένος στον εαυτό του, αρκούμενος στην ορθή λειτουργία του αναπαυτηρίου  – «σανατορίου», εκείνη παραβαίνει κατ’ εξακολούθηση τους κανονισμούς συνεπώς οι μοναχικές τροχιές τους οδηγούνται σε ευθεία μετωπική. Κάπως έτσι ξεκινάει μια σειρά επιθετικών διαλόγων που σταδιακά καταλαγιάζουν σε ένα συνεχές παιχνίδι δράσης – αντίδρασης κι έλξης – απώθησης. Οι τροχιές τώρα στροβιλίζουν η μία γύρω απ’ την άλλη.

Το αντιφατικό ντουέτο συναντιέται μέσω ενός συνεχούς διαλόγου, με λέξεις που αφήνουν κενά και υπονοούν περισσότερα. Αυτός απορεί πώς ταιριάζει στο μυαλό της τόσο παράταιρα πράγματα, εκείνη ξαφνικά νοιώθει την επιθυμία να ακούσει να προφέρουν το όνομά της. Εκείνος παραδέχεται Θα μ’ άρεσε να δω ένα τσίρκο, εκείνη: Τώρα τελευταία νοιώθω την ανάγκη να θυμηθώ όλα τα ονόματα που γνώριζα κάποτε και να μην τα ξεχάσω πια. Κι οι δυο ομολογούν πως κάποτε μισούσαν τις ομπρέλες, ενώ τώρα και την ομπρέλα θέλουν και την βροχή φοβούνται. Η εξωστρέφειά της εφάπτεται της ερμητικότητάς του και σ’ αυτή τη διαλεκτική του ησυχαστηρίου, η ερωτική συνύπαρξη είναι αναγκαιότερη από την συνεύρεσης, και το αίσθημα υπερτερεί του έρωτα.

Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ, ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της Μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης που το έργο τους έχει ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας τους, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μόσχα κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στη Γιάλτα. Αυτό εδώ, Μια παλαιομοδίτικη κωμωδία, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, ήταν και το τελευταίο του (1975). Ορθά ο Ερρίκος Μπελιές στο σημείωμά του ανιχνεύει την καταγωγή του στη γραμμή των Τσέχωφ, Οστρόφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι, Γκριμπογιέντοφ, Κατάγιεφ, Έρντμαν.

Καθώς η κολεκτιβοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ισοπεδώσει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, καθημερινότητας και διαπροσωπικών σχέσεων, οι δυο συζητητές έχοντας βιώσει εκείνο το καθεστώς προσπαθούν από τη μια να διατηρήσουν το τείχος που έχουν μάθει να χτίζουν γύρω τους αλλά και να σκάψουν ανοίγματα προς την θέα του άλλου. Όμως οι αποστάσεις που κράτησε ο Αρμπούζωφ [1908-1986, βλ. ακόμα Τάνια και Καημένε μου Μάρικ] από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η εμμονή στα αιώνια θέματα εξάπλωσε τα έργα του πέρα και μετά τον Σοβιετικό Κόσμο.

Απόψε η ζωή μού φάνηκε αλλιώτικη. Τόσο ο Γ. Μιχαλακόπουλος όσο και η Κατερίνα Μαραγκού είναι υπεράνω κριτικής, σε αυτή την δίδυμη ψυχογραφία αντιηρώων που δεν έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία να τρέξουν ως τα όρια της προσωπικής ευτυχίας, ακόμα και τώρα που ο χρόνος μοιάζει μικρός, που γνωρίζουν καλά πως η συμπληρωματική παρουσία του άλλου αποτελεί απαραίτητο συνοδηγό. Γι’ αυτό και ο κήπος του ησυχαστηρίου, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο, οι παλιές γειτονιές της Ρίγα, ακόμα και οι τάφοι αγαπημένων προσώπων γίνονται σκηνή για «μια αποχαιρετιστήρια θριαμβική παράσταση» ή και το πρελούδιο μιας ακόμα!

Μνεία στο άρτιο (και αισθητικά) πρόγραμμα της παράστασης, με χρονολόγιο και παλαιότερη συζήτηση με τον συγγραφέα, παραστασιογραφία στις  ελληνικές σκηνές, αποσπάσματα κριτικών, κείμενα για το σοβιετικό δράμα την δεκαετία του ’70 και τις σχέσεις ελληνικής και σοβιετικής δραματουργίας.

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού. Απόδοση: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην. – κουστ.: Γιώργος Πάτσας, μουσ. Ευανθία Ρεμπούτσικα. Θέατρο Άλμα, Κεντρική Σκηνή, Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17, Ομόνοια, 210-5220100.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr