Αρχείο για Ιανουαρίου 2010

31
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 48

Νάσος Θεοφίλου, Αναμνηστική ιστορία, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Νοέμβριος 1982), σ. 280.

Σ’ ένα ξέφωτο της αγοράς, έξω από κάτι κλειστές αποθήκες, είδαν συγκεντρωμένο κόσμο και πλησίασαν μαζί με τους περίεργους που έτρεχαν προς τα κει. Με δυσκολία κατάφεραν να διαπεράσουν τον κλοιό των θεατών που παρακολουθούσαν την υπαίθρια παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε βγάλει απ’ το ημίψηλο καπέλο του έναν δικέφαλο αετό που φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, καθώς τον κρατούσε από τα πόδια με υψωμένο το χέρι του. Ψιθύρισε κάτι μεθυσμένα λόγια σα κρυπτογραφημένες προσευχές και το πτηνό εξαφανίστηκε, αφήνοντας μέσα στο χέρι του ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό. Ύστερα, μέσα σε ζητωκραυγές, έβγαλε απ’ το ημίψηλο μία μία τις σημαίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, τις πέταξε με δύναμη στον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω απ’ τα κεφάλια των κατάπληκτων θεατών, κομματιάστηκαν σε χιλιάδες προκηρύξεις από αρωματικά, πολύχρωμα χαρτομάντιλα. Έκανε ακόμα ένα δυο νούμερα και στο τέλος, αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, έβγαλε δίσκο κι άρχισε να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι θεατές, σα νεωκόρος μπροστά στο εκκλησίασμα.

Στον Νίκο Βλαντή

Advertisements
29
Ιαν.
10

Fuck Buttons – Tarot Sport (ATP Recordings, 2009)

 

… ή με άλλα λόγια, εκτόξευση στους αιθέρες και πάλι πίσω, με σκάφος πλήρως καλωδιωμένο και αεροηχητικό. Κυβερνήτες στην δεύτερη τροχιά τους οι Andy Hung και Benjamin John Power. Όσοι πήραν είδηση την πρώτη καταιγιστική πτήση του 2008άρικου Street Horrrsing είχαν ήδη υποσημειώσει την τάση για οργανικά ντελίρια, εντελώς μέσα σε ηλεκτρονικά καλώδια και οξείς ψηφιακούς τροπισμούς. Αυτή τη φορά οι στροφές σε γωνίες θα αποφεύγονται για πιθανές συγκρούσεις (σε ανίες ή επαναλήψεις), οι κιθάρες μπαίνουν στα θηκάρια τους, το ταμπλό αυτή τη φορά έχει σχεδόν μόνο πλήκτρα. Οι διαδρομές θα είναι κυκλικές και υπερταχείες. Και μελωδικότερες.

Απογειωνόμαστε. Surf Solar: βιομηχανίζων ήχος με ποπ ψυχή και εθιστική επαναληπτικότητα. Rough Steez: μια ματιά προς την φυσούνα της απογείωσης, ατσάλινος ήχος, σχεδόν industrial. Ανάγλυφη η μεταβολή στο The Lisbon Maru: σαν να κάνουν οι μηχανές slow down και να μένει ο απόηχος, σαν αιθέρας καπνού μέσα σε περιβαλλοντικό (ambient) φόντο να σε ανεβάσει σε άλλα, γλυκύτερα ύψη. Εκεί πάνω, ξεκινάει νέα εμβατηριακή πτήση που είναι αδιάφορο πόσο στάσιμη μένει: αρκεί να πετάς. Ίσως σε άλλη περίπτωση το Olympians να ακουγόταν δακρύβρεχτο, όμως τώρα, στο τέταρτο σκαλί προς τους αιθέρες μετατρέπει την ψευδο-ηρωική του μανιέρα σε υμνικό έπος. Μόνο που σε τέτοια ύψη έρχεται το ρίγος, συνεπώς μετά την ευφορία έρχεται η αφύπνιση με την νέα μηχανολογική κατατομή του Phantom Limb ως τεστ αντοχής. Τα ικάρια φτερά πρέπει να λιώσουν εδώ. Αλλά προτού πέσουμε, μια χαμηλότερη πτήση με την μάλλον πιο σαουντρακική σύνθεση του δίσκου με μια ιδέα συνεχούς ανολοκλήρωτης έναρξης (Space Mountain) και μια τελευταία ανύψωση, όπου οι ψηφιαστές τρέχουν πλέον κι ακούγονται σαν παραμορφωτικές κιθάρες (Flight of the Feathered Serpent).

Πίσω στη γη ξανά. Τερματικός της κυκλικότατης, χωρίς την παραμικρή ανατάραξη τροχιάς, προφανώς βασισμένης σε τετραγωνισμένη ρυθμολογία και αλλεπάλληλες στρώσεις ιδεών, που αλλάζουν ανεπαίσθητα ή μη ένα κομμάτι σε δυο μισά ή τρία τρίτα. Ποιος είναι ο μηχανολόγος μηχανικός του οχήματος; Μας λέει τίποτα το όνομα Andrew Weatherall; Weatherall…. Weatherall…μπα…. Τα υπόλοιπα φιλολογικά του ντουέτου για ταρώ αθλήσεις ακούγονται βερεσέ. Δεν χρειάζεται κάθε φορά η ηλεκτρονική μουσική να έχει σωρείες νοημάτων ούτε έχει ανάγκη όλη αυτή την – καθόλου πειστική – θεωρητική νομιμοποίηση. Ένα προτελευταίο συζητήσιμο θέμα: το μάκρος των συνθέσεων. Δικαιολογείται. Ένα τελευταίο συζητήσιμο θέμα: ο αριθμός των κομματιών. Δεν δικαιολογείται.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιαν.
10

Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ – Ταξίδι στην Αρμενία

Τι να πει κανείς για τα κλίμα της Σεβάν; Το χρυσό νόμισμα του κονιάκ στο μυστικό ντουλαπάκι του βουνίσιου ήλιου.

Αν ο πιο αγαπημένος μου ταξιδευτής (όχι ταξιδιωτικός) συγγραφέας είναι ο Μπρους Τσάτγουιν, ο πιο αγαπημένος μου ρώσος ποιητής είναι ο Όσιπ Μαντελστάμ (1891 – 1938). Ο πρώτος μου γνώρισε τον δεύτερο: το Ταξίδι στην Αρμενία ήταν ένα από τα δυο βιβλία που πάντα φρόντιζε να παίρνει στα ταξίδια του ο Τσάτουιν (το άλλο ήταν Χέμινγουεϊ, Στον καιρό μας). Πώς βρέθηκε ο Μαντελστάμ βρέθηκε στην Αρμενία; Μέσω μιας «κομαντιρόφκα», της περιήγησης εργασίας που πραγματοποιούσαν στις αρχές του ’30 συγγραφείς με την εντολή να συγγράψουν εγκωμιαστικά άρθρα για την πρόοδο της τεχνολογίας.

Φυσικά ο ποιητής αγνόησε την εντεταλμένη υπηρεσία και ύμνησε τα ακριβώς αντίθετα, τη φύση, τα τοπία, την ρώσικη ψυχή, την γλώσσα των ανθρώπων, την αρχιτεκτονική τους, την καθημερινότητά τους, την ελευθερία τους. Ζώντας σ’ έναν αέναο νομαδισμό χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, όλα τον έστρεψαν ξανά στην ποίηση (μετά από πενταετή σίγαση), ενώ η γνωριμία του με τον ένθερμο βιολόγο νεολαμαρκιστή Μπορίς Σεργκέγιεβιτς Κούζιν του διεύρυνε το ενδιαφέρον για τις επιστήμες της φύσης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο την βεντάλια της όρασής του. Ο φίλος της Αχμάτοβα και του Παστερνάκ, ο αγαπημένος της Τσβετάγιεβα, εκείνος που έκανε παρατεταμένα γέλια ακόμα και στις πιο ζοφερές καταστάσεις αποκρυπτογραφούσε τώρα εκ νέου την μαγεία του κόσμου.

Αυτό το πλανευτικό και υπέρτατα ποιητικό κείμενο που ειδολογικά ανήκει παντού και πουθενά (επιστήμη, ποίηση, πρόζα, βιολογία, αυτοβιογραφία, ταξιδιογραφία, περιήγηση, φιλοσοφία, πολιτική, γεωγραφία) ήταν το τελευταίο που είδε τυπωμένο. Αργότερα προειδοποιήθηκε να το αφαιρέσει από την έκδοση των απάντων του και να το αποποιηθεί, ενώ ο διευθυντής του περιοδικού Ζβεζντά (όπου δημοσιεύθηκε) είχε ήδη χάσει τη δουλειά του. Η επιστροφή στη Μόσχα ήταν η βίαιη προσγείωση στην σοβιετική πραγματικότητα: εξορία το 1934 στο Τσέρντιν, απόπειρα αυτοκτονίας, νέα εξορία στο Βορόνιεζ με εθελοντική συντροφιά της γυναίκας του, επιστροφή το 1937 αλλά απαγόρευση εισόδου στη Μόσχα, καταδίκη το 1938 σε καταναγκαστικά έργα για αντεπαναστατική δράση, θάνατος λίγο αργότερα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αλλά όπως έλεγε συχνά, ζούσε «πάντα έτοιμος για τον θάνατο».

Η έκδοση αυτού του αφηγήματος των λίγων και τόσο άπειρων μέσα στην πυκνότητά τους σελίδων συνοδεύεται από επιστολές, έντονα συγκινησιακό πρόλογο του μεταφραστή, ερμηνευτικές σημειώσεις και 7 μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Ani-1Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007, μτφ. Γιώργος Χαβουτζάς, σελ. 240.

Ήπια νοερά στην υγεία της νεαρής Αρμενίας με τα σπίτια από πορτοκαλένια πέτρα, για τους ασπροδόντηδες λαϊκούς της κομισάριους, για τον αλογίσιο ιδρώτα και το ποδοβολητό των ουρών αναμονής, αλλά και για την ρωμαλέα γλώσσα της, την οποία είμαστε ανάξιοι να μιλήσουμε… Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωφέλιμο και ευχάριστο από το να βυθιστείς σε μια παρέα ανθρώπων εντελώς άλλης φυλής, την οποία σέβεσαι, με την οποία συμπάσχεις, με την οποία, όσο ξένος και να είσαι, αισθάνεσαι υπερήφανος…Η αγάπη για τους ξένους δεν συγκαταλέγεται γενικά ανάμεσα στις αρετές μας. Οι λαοί της Ε.Σ.Σ.Δ. συμβιώνουν όπως οι μαθητές. Γνωρίζονται μόνο στο θρανίο της τάξης και στο μεγάλο διάλειμμα, όσον καιρό διαρκούν τα μαθήματα. (σ. 51-52)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

26
Ιαν.
10

Περικλής Μονιούδης – Ξηρά

 Αλλοτινοί μετανάστες, σύγχρονοι περιπατητές

Οι πόλεις με έβλεπαν πότε έτσι, ποτέ αλλιώς, όπως τις έβλεπα και εγώ – σαν κενή επιφάνεια, σαν μαύρο φόντο σε κάποιο αγγείο; Ποιος θα ήταν τότε φόντο τίνος, εγώ το φόντο της πόλης ή η πόλη το δικό μου;

Γέννημα της Αλεξάνδρειας και θρέμμα της Μεσογείου ο ένας εκ των δύο κεντρικών χαρακτήρων της Ξηράς, αισθάνεται ηλεκτρισμένος από το δίπολο του τόπου καταγωγής και των πόλεων όπου έζησε και ζει ως διπλωμάτης. Όπως οι γονείς του εγκατέλειψαν την γενέτειρα πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών για την άγνωστη και πολλά υποσχόμενη Ελβετία, αντίστροφα αυτός αφήνει την Ζυρίχη σε ένα διαφορετικό «σημείο κατάρρευσης» (ανάμεσα στην ναρκωτική αυτοκαταστροφή των νέων και τον κρατικό αποκλεισμό των εξαθλιωμένων). Με πρωτεύον πρόσχημα την αναζήτηση ενός βιβλίου μαγειρικής του ζαχαροπλάστη παππού του, περιδιαβαίνει τις παραθαλάσσιες νοτιοευρωπαϊκές πόλεις με προσωπικό φύλλο πορείας προς τις προγονικές επικράτειες. Στην άλλη άκρη της διαδρομής, μια βοτανολόγος αφήνει το Βερολίνο για την Βαρκελώνη αναζητώντας την δική της θέση στο ευρωπαϊκό μητροπολιτικό πλέγμα, διασπασμένη ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα της Καταλανής, τον κεντροευρωπαϊκό – πρωσικό ψυχισμό και την ιδιότητα της «Γερμανίδας αρραβωνιαστικιάς του διπλωμάτη».

Στις νεανικές μνήμες του άντρα ξεχωρίζει η εικόνα ενός κρεβατιού στρωμένου πάντα όπως σε καμπίνα πλοίου, ένδειξη μιας αδημονίας για τις πόλεις που δεν είχε ανακαλύψει, παράλληλα με μια ιδιόμορφη αντίληψη του ιδωμένου περιβάλλοντος ως έσχατης μοναξιάς, ή και ως θανάτου. Ο πρώιμος διχασμός ανάμεσα στον αλεξανδρινό και τον ελβετικό κόσμο θα μετουσιωθεί σε πεποίθηση πως οι τόποι δεν αποκλείουν ο ένας τον άλλον αλλά και συνδέονται με γέφυρες αδιόρατες. Πρόκειται για θέμα που έχει απασχολήσει και παλαιότερα τον συγγραφέα (Στους κόλπους των πόλεων: Θεσσαλονίκη, Βερολίνο, Ζυρίχη, Αλεξάνδρεια, Εστία, 2005), που γεννήθηκε και ζει στην Ελβετία. Ο λόγος του παρακολουθεί τις μνημονικές προβολές και διαθλάσεις του πρωταγωνιστών του ως λεκτικό ισοδύναμό τους. Όπως ο ήρωας συχνά συναντά ένα αγόρι που δεν είναι παρά ο εαυτός του και αναφέρεται σε έναν «ταξιδιώτη» που είναι ο ίδιος, έτσι και ο συγγραφέας μοιράζει τον αφηγηματικό χώρο στις δυο περιπλανώμενες φωνές, αφήνοντας την γυναίκα να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο και παρακολουθώντας αποστασιοποιημένα τις σκέψεις του άντρα.

Η διαχείριση της μνήμης δεν διασχίζει μόνο τους σταθμούς της φυγόκεντρης οικογενειακής πορείας αλλά και αναζητείται σε όλες τις μήτρες υποδοχής των σύγχρονων προσφύγων, που ο ταξιδιώτης εξοικειώνεται μέσω της περιπλάνησης, της παρατήρησης και της ενδοσκόπησης. Σχηματίζεται έτσι ένας φαντασιακός μεσογειακός χάρτης με διάσπαρτα βέλη πολλαπλών διακλαδώσεων με τις διαδρομές των εξόριστων και των κατατρεγμένων. Όπως ο πατέρας του ξεκινούσε τις διηγήσεις του από την ζωή του Γκλεν Μίλλερ και της Μπιγκ Μπαντ του και κατέληγε στην μικρή ορχήστρα των νυχτερινών κέντρων της Αλεξάνδρειας που ο ίδιος έπαιζε στον ελεύθερο χρόνο του τρομπέτα και κοντραμπάσο, έτσι κι εκείνος αναζητά τις συντεταγμένες της δική του σκηνικής παρουσίας, από την αφετηρία του οράματος ως τον τερματικό της πραγματικότητας.

Ο άντρας παρακολουθεί τα βλέμματα των ανθρώπων και των πόλεων, από το προστατευτικό μάτι των προλήψεων στους τούρκικους φούρνους και τα λιβανέζικα φαστφουντάδικα στα τεχνητά μάτια της πόλης, τις κάμερες. Αφήνει πίσω του τις πόλεις μόνο και μόνο για να νομίζει πως είναι μπροστά του, επιστρέφει για να τις εγκαταλείψει, τις εγκαταλείπει για να επιστρέψει στην πόλη που είχε αλλάξει και στην οποία θα μπορούσε να καταλάβει τη δική του αλλαγή. Από τις διαθέσιμες γλώσσες της μνήμης επιλέγει την πολυσημία της μαγειρικής, εισχωρώντας στα ενδότερα των παλαιών ζαχαροπλαστείων για μια συμβολική συμμετοχή στις γονιδιακές ενθυμήσεις, προτού αυτές διασκορπιστούν σαν την άχνη των γλυκών. Το μικρό πράσινο τετράδιο με την συλλογή των οικογενειακών γλυκισμάτων γίνεται «εύρημα και σύσταση», ενώ οι διαφορετικές μεταφράσεις αποκαλύπτουν κοινούς γλωσσικούς ρυθμούς και σχέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, η κοινότητα της βουβής ανάτασης σαν εκείνη που αισθάνονταν οι άνθρωποι ακούγοντας την Ουμ Καλθούμ κρεμώντας τα ραδιόφωνα έξω από τα παράθυρα, απαιτεί πιο δύσβατους δρόμους για να επανέλθει: η γυναίκα μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τους μετανάστες γείτονές της κατά τα θορυβώδη μεταμεσονύκτια δείπνα τους.

Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Αθήνα, Αλγέρι, Θεσσαλονίκη, Χάιφα, Ισκεντερούν, Λεμεσός, Λευκωσία, Μασσαλία, Παλέρμο, Δυρράχιο: τα διαρκώς μεταβαλλόμενα άστεα της περίκλειστης θάλασσας μοιάζουν συγχρόνως δυνητικές καταγωγές, δυνάμει υποδοχείς και οιονεί προορισμοί τόσο του άντρα όσο και της γυναίκας. Η σχέση των δύο είναι «παρελθόν», αλλά ποιος μπορεί να στοιχηματίσει πως οι πορείες τους στις μητροπολιτικές αρτηρίες δεν σχηματίζουν μια γεωμετρία διαφορετικής μεταξύ τους σύγκλισης; Στο τελευταίο κεφάλαιο ο ταξιδιώτης ξαναβρίσκεται στην καμπίνα ενός πλοίου, ρίχνοντας κατά τη συνήθειά του μια ματιά στο παράθυρο ή στο φινιστρίνι. Ο συγκεκριμένος τρόπος θέασης του κόσμου, μέσα από ένα πλαίσιο αναφορών και εντός ενός σώματος – οχήματος αέναης μετακίνησης μοιάζει πλέον έτοιμος να μεταπλαστεί σε μια αλλότροπη, συνειδητά περιπλανητική εμπειρία, γιατί δεν διαρκεί παρά μόνο μια γενιά μέχρις ότου ο πρόσφυγας γίνει περιπατητής (σ. 48).

Εκδ. Εστία, μτφ. Ιωάννα Αποστόλου, σελ. 268. Στις φωτογραφίες, τα λιμάνια του Αλγερίου και της Αλεξάνδρειας.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 22.1.2010 (και εδώ).

25
Ιαν.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 503 (Ιανουάριος 2010)

 

Η απόλυσή μου ήταν η καλύτερη τύχη της ζωής μου. Με έκανε να σταματήσω και να σκεφτώ. Ήταν η γέννησή μου σαν συγγραφέας.

Συμβολικά αυτοεξόριστος στο νησάκι Λανθαρότε των Καναρίων (ισπανικό έδαφος) ύστερα από την αντίδραση του Βατικανού και «πιστών» για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο με διαρκώς ανοιχτούς λογαριασμούς με την Εκκλησία (π.χ. στο Περί θανάτου όπου οι άνθρωποι σταματούν να πεθαίνουν, η βιομηχανία που έχει στήσει ο χριστιανισμός γύρω από το θάνατο βραχυκυκλώνει), δηλωμένος άθεος σε έθνος Καθολικών, μέλος ενός σκληροπυρηνικού κομμουνιστικού κόμματος σε αντικομμουνιστική εποχή, αντίθετος σε ευρωπαϊκές ενώσεις και νομισματικά ταμεία, συμπαραστάτης Τσιάπας και Παλαιστινίων, με μοναδικούς δασκάλους τους ίδιους τους ήρωες των βιβλίων (ακριβώς την μαθητεία πλάι τους αφορούσε η ομιλία του στο Νόμπελ) ο Σαραμάγκου είναι όντως ένας «αντιρρησίας συνείδησης», όπως προσφωνείται στο αφιέρωμα με τα εξαιρετικά βαθιά κείμενα της Μαρίας Ξυλούρη και φιλική συμμετοχή Χάρολντ Μπλουμ.

Όταν με την Επανάσταση των Γαριφάλων στα 70ς η Πορτογαλία έχασε τις αποικίες της και από αυτοκρατορία κατέληξε φτωχή περιφερειακή χώρα, η «πορτογαλικότητα» έχασε το περιεχόμενό της και υπήρξε ανάγκη επανεκτίμησης της ταυτότητας και της ιστορίας των πορτογάλων. Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου κατέδειξαν την αμφισβητήσιμη κατασκευή που αποτελεί η Ιστορία, τις διορθώσεις που επιδέχεται, το πόσο αβέβαιη και ιδεολογικά διαχειρίσιμη είναι η ιστορική αλήθεια, την στενότατη σχέση της με την εξουσία, τις πορείες που θα μπορούσε να ακολουθήσει, τις εναλλακτικές αναγνώσεις της. Κι όλα αυτά με το ολότελα δικό του στιλ, μια πλημμύρα πρόζας με μουσικές προτάσεις ιδιόρρυθμης έως απούσας στίξης, μ’ έναν μόνιμο αφηγητή να μας μιλάει και να μας μπερδεύει, λυρικός, θεωρητικός, κουτσομπόλης και τρομακτικός, σε κείμενα ουτοπικά και δυστοπικά, υπερφυσικά και λογικότατα.

Και τι γίνεται μετά την απώλεια; Στο μαγνητόφωνο η καναδέζα θεατρική συγγραφέας Carole Frechette που βυθίστηκε στο θέμα με το έργο της «Το Κολιέ της Ελένης» που θα τιμηθεί από το «Τρένο στο Ρουφ». Σε ειδικό φάκελο, οι σύγχρονες τάσεις στο παιδικό βιβλίο. Φεύγουμε με τελεφερίκ, τη μόνη πρόσβαση για την βιβλιοθήκη της Μεντεγίν, πάνω από τραγικά φτωχές, μα πάντα χαρούμενες συνοικίες της.

Μένουμε με την εικόνα από την Πέτρινη Σχεδία που τόσο σόκαρε πλείστους αναγνώστες: η Ιβηρική χερσόνησος αποκολλάται από την Ευρώπη και ταξιδεύει στον Ατλαντικό για να γνωρίσει άλλους πολιτισμούς – όχι αποικίες – και η αναγέννηση πρωτοφαίνεται στις ταυτόχρονες εγκυμοσύνες των γυναικών, ενώ η γερασμένη Ευρώπη μένει ακίνητη. [128 σελ.]

Θα ήθελα να με βλέπετε σαν κάποιον που με τον καιρό εξελίχθηκε σε συγγραφέα που …κατέληξε να επιστρέψει στην ίδια τη γη τη χούφτα τα κουκούτσια που μάζεψε στη ζωή, με την ιδέα ότι η νέα σοδειά μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της ανανέωσης των διαφορετικών γενεών και των εμπειριών τους, όπως και της ζωντανής σύγκρουσης μεταξύ των έργων του χθες και των έργων του σήμερα.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

24
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη

23
Ιαν.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 3

                                           Mario Vargas Llosa, Lituma en los Andes, 1993.

Η «γραφικότητα» του απλού δρόμου και της καθημερινής σκηνής «διαβάζεται» διαφορετικά μετά την εμπειρία της ανάγνωσης του κειμένου. Οι Άνδεις των ανθρακωρύχων, των στρατιωτικών και των ανταρτών ποτέ δεν υπήρξαν αμιγώς ειδυλλιακό τοπίο ευτυχίας.




Ιανουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 991.223 hits

Αρχείο

Advertisements