Αρχείο για Ιανουαρίου 2010

31
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 48

Νάσος Θεοφίλου, Αναμνηστική ιστορία, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Νοέμβριος 1982), σ. 280.

Σ’ ένα ξέφωτο της αγοράς, έξω από κάτι κλειστές αποθήκες, είδαν συγκεντρωμένο κόσμο και πλησίασαν μαζί με τους περίεργους που έτρεχαν προς τα κει. Με δυσκολία κατάφεραν να διαπεράσουν τον κλοιό των θεατών που παρακολουθούσαν την υπαίθρια παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε βγάλει απ’ το ημίψηλο καπέλο του έναν δικέφαλο αετό που φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, καθώς τον κρατούσε από τα πόδια με υψωμένο το χέρι του. Ψιθύρισε κάτι μεθυσμένα λόγια σα κρυπτογραφημένες προσευχές και το πτηνό εξαφανίστηκε, αφήνοντας μέσα στο χέρι του ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό. Ύστερα, μέσα σε ζητωκραυγές, έβγαλε απ’ το ημίψηλο μία μία τις σημαίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, τις πέταξε με δύναμη στον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω απ’ τα κεφάλια των κατάπληκτων θεατών, κομματιάστηκαν σε χιλιάδες προκηρύξεις από αρωματικά, πολύχρωμα χαρτομάντιλα. Έκανε ακόμα ένα δυο νούμερα και στο τέλος, αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, έβγαλε δίσκο κι άρχισε να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι θεατές, σα νεωκόρος μπροστά στο εκκλησίασμα.

Στον Νίκο Βλαντή

29
Ιαν.
10

Fuck Buttons – Tarot Sport (ATP Recordings, 2009)

 

… ή με άλλα λόγια, εκτόξευση στους αιθέρες και πάλι πίσω, με σκάφος πλήρως καλωδιωμένο και αεροηχητικό. Κυβερνήτες στην δεύτερη τροχιά τους οι Andy Hung και Benjamin John Power. Όσοι πήραν είδηση την πρώτη καταιγιστική πτήση του 2008άρικου Street Horrrsing είχαν ήδη υποσημειώσει την τάση για οργανικά ντελίρια, εντελώς μέσα σε ηλεκτρονικά καλώδια και οξείς ψηφιακούς τροπισμούς. Αυτή τη φορά οι στροφές σε γωνίες θα αποφεύγονται για πιθανές συγκρούσεις (σε ανίες ή επαναλήψεις), οι κιθάρες μπαίνουν στα θηκάρια τους, το ταμπλό αυτή τη φορά έχει σχεδόν μόνο πλήκτρα. Οι διαδρομές θα είναι κυκλικές και υπερταχείες. Και μελωδικότερες.

Απογειωνόμαστε. Surf Solar: βιομηχανίζων ήχος με ποπ ψυχή και εθιστική επαναληπτικότητα. Rough Steez: μια ματιά προς την φυσούνα της απογείωσης, ατσάλινος ήχος, σχεδόν industrial. Ανάγλυφη η μεταβολή στο The Lisbon Maru: σαν να κάνουν οι μηχανές slow down και να μένει ο απόηχος, σαν αιθέρας καπνού μέσα σε περιβαλλοντικό (ambient) φόντο να σε ανεβάσει σε άλλα, γλυκύτερα ύψη. Εκεί πάνω, ξεκινάει νέα εμβατηριακή πτήση που είναι αδιάφορο πόσο στάσιμη μένει: αρκεί να πετάς. Ίσως σε άλλη περίπτωση το Olympians να ακουγόταν δακρύβρεχτο, όμως τώρα, στο τέταρτο σκαλί προς τους αιθέρες μετατρέπει την ψευδο-ηρωική του μανιέρα σε υμνικό έπος. Μόνο που σε τέτοια ύψη έρχεται το ρίγος, συνεπώς μετά την ευφορία έρχεται η αφύπνιση με την νέα μηχανολογική κατατομή του Phantom Limb ως τεστ αντοχής. Τα ικάρια φτερά πρέπει να λιώσουν εδώ. Αλλά προτού πέσουμε, μια χαμηλότερη πτήση με την μάλλον πιο σαουντρακική σύνθεση του δίσκου με μια ιδέα συνεχούς ανολοκλήρωτης έναρξης (Space Mountain) και μια τελευταία ανύψωση, όπου οι ψηφιαστές τρέχουν πλέον κι ακούγονται σαν παραμορφωτικές κιθάρες (Flight of the Feathered Serpent).

Πίσω στη γη ξανά. Τερματικός της κυκλικότατης, χωρίς την παραμικρή ανατάραξη τροχιάς, προφανώς βασισμένης σε τετραγωνισμένη ρυθμολογία και αλλεπάλληλες στρώσεις ιδεών, που αλλάζουν ανεπαίσθητα ή μη ένα κομμάτι σε δυο μισά ή τρία τρίτα. Ποιος είναι ο μηχανολόγος μηχανικός του οχήματος; Μας λέει τίποτα το όνομα Andrew Weatherall; Weatherall…. Weatherall…μπα…. Τα υπόλοιπα φιλολογικά του ντουέτου για ταρώ αθλήσεις ακούγονται βερεσέ. Δεν χρειάζεται κάθε φορά η ηλεκτρονική μουσική να έχει σωρείες νοημάτων ούτε έχει ανάγκη όλη αυτή την – καθόλου πειστική – θεωρητική νομιμοποίηση. Ένα προτελευταίο συζητήσιμο θέμα: το μάκρος των συνθέσεων. Δικαιολογείται. Ένα τελευταίο συζητήσιμο θέμα: ο αριθμός των κομματιών. Δεν δικαιολογείται.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιαν.
10

Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ – Ταξίδι στην Αρμενία

Τι να πει κανείς για τα κλίμα της Σεβάν; Το χρυσό νόμισμα του κονιάκ στο μυστικό ντουλαπάκι του βουνίσιου ήλιου.

Αν ο πιο αγαπημένος μου ταξιδευτής (όχι ταξιδιωτικός) συγγραφέας είναι ο Μπρους Τσάτγουιν, ο πιο αγαπημένος μου ρώσος ποιητής είναι ο Όσιπ Μαντελστάμ (1891 – 1938). Ο πρώτος μου γνώρισε τον δεύτερο: το Ταξίδι στην Αρμενία ήταν ένα από τα δυο βιβλία που πάντα φρόντιζε να παίρνει στα ταξίδια του ο Τσάτουιν (το άλλο ήταν Χέμινγουεϊ, Στον καιρό μας). Πώς βρέθηκε ο Μαντελστάμ βρέθηκε στην Αρμενία; Μέσω μιας «κομαντιρόφκα», της περιήγησης εργασίας που πραγματοποιούσαν στις αρχές του ’30 συγγραφείς με την εντολή να συγγράψουν εγκωμιαστικά άρθρα για την πρόοδο της τεχνολογίας.

Φυσικά ο ποιητής αγνόησε την εντεταλμένη υπηρεσία και ύμνησε τα ακριβώς αντίθετα, τη φύση, τα τοπία, την ρώσικη ψυχή, την γλώσσα των ανθρώπων, την αρχιτεκτονική τους, την καθημερινότητά τους, την ελευθερία τους. Ζώντας σ’ έναν αέναο νομαδισμό χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, όλα τον έστρεψαν ξανά στην ποίηση (μετά από πενταετή σίγαση), ενώ η γνωριμία του με τον ένθερμο βιολόγο νεολαμαρκιστή Μπορίς Σεργκέγιεβιτς Κούζιν του διεύρυνε το ενδιαφέρον για τις επιστήμες της φύσης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο την βεντάλια της όρασής του. Ο φίλος της Αχμάτοβα και του Παστερνάκ, ο αγαπημένος της Τσβετάγιεβα, εκείνος που έκανε παρατεταμένα γέλια ακόμα και στις πιο ζοφερές καταστάσεις αποκρυπτογραφούσε τώρα εκ νέου την μαγεία του κόσμου.

Αυτό το πλανευτικό και υπέρτατα ποιητικό κείμενο που ειδολογικά ανήκει παντού και πουθενά (επιστήμη, ποίηση, πρόζα, βιολογία, αυτοβιογραφία, ταξιδιογραφία, περιήγηση, φιλοσοφία, πολιτική, γεωγραφία) ήταν το τελευταίο που είδε τυπωμένο. Αργότερα προειδοποιήθηκε να το αφαιρέσει από την έκδοση των απάντων του και να το αποποιηθεί, ενώ ο διευθυντής του περιοδικού Ζβεζντά (όπου δημοσιεύθηκε) είχε ήδη χάσει τη δουλειά του. Η επιστροφή στη Μόσχα ήταν η βίαιη προσγείωση στην σοβιετική πραγματικότητα: εξορία το 1934 στο Τσέρντιν, απόπειρα αυτοκτονίας, νέα εξορία στο Βορόνιεζ με εθελοντική συντροφιά της γυναίκας του, επιστροφή το 1937 αλλά απαγόρευση εισόδου στη Μόσχα, καταδίκη το 1938 σε καταναγκαστικά έργα για αντεπαναστατική δράση, θάνατος λίγο αργότερα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αλλά όπως έλεγε συχνά, ζούσε «πάντα έτοιμος για τον θάνατο».

Η έκδοση αυτού του αφηγήματος των λίγων και τόσο άπειρων μέσα στην πυκνότητά τους σελίδων συνοδεύεται από επιστολές, έντονα συγκινησιακό πρόλογο του μεταφραστή, ερμηνευτικές σημειώσεις και 7 μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Ani-1Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007, μτφ. Γιώργος Χαβουτζάς, σελ. 240.

Ήπια νοερά στην υγεία της νεαρής Αρμενίας με τα σπίτια από πορτοκαλένια πέτρα, για τους ασπροδόντηδες λαϊκούς της κομισάριους, για τον αλογίσιο ιδρώτα και το ποδοβολητό των ουρών αναμονής, αλλά και για την ρωμαλέα γλώσσα της, την οποία είμαστε ανάξιοι να μιλήσουμε… Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωφέλιμο και ευχάριστο από το να βυθιστείς σε μια παρέα ανθρώπων εντελώς άλλης φυλής, την οποία σέβεσαι, με την οποία συμπάσχεις, με την οποία, όσο ξένος και να είσαι, αισθάνεσαι υπερήφανος…Η αγάπη για τους ξένους δεν συγκαταλέγεται γενικά ανάμεσα στις αρετές μας. Οι λαοί της Ε.Σ.Σ.Δ. συμβιώνουν όπως οι μαθητές. Γνωρίζονται μόνο στο θρανίο της τάξης και στο μεγάλο διάλειμμα, όσον καιρό διαρκούν τα μαθήματα. (σ. 51-52)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

26
Ιαν.
10

Περικλής Μονιούδης – Ξηρά

 Αλλοτινοί μετανάστες, σύγχρονοι περιπατητές

Οι πόλεις με έβλεπαν πότε έτσι, ποτέ αλλιώς, όπως τις έβλεπα και εγώ – σαν κενή επιφάνεια, σαν μαύρο φόντο σε κάποιο αγγείο; Ποιος θα ήταν τότε φόντο τίνος, εγώ το φόντο της πόλης ή η πόλη το δικό μου;

Γέννημα της Αλεξάνδρειας και θρέμμα της Μεσογείου ο ένας εκ των δύο κεντρικών χαρακτήρων της Ξηράς, αισθάνεται ηλεκτρισμένος από το δίπολο του τόπου καταγωγής και των πόλεων όπου έζησε και ζει ως διπλωμάτης. Όπως οι γονείς του εγκατέλειψαν την γενέτειρα πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών για την άγνωστη και πολλά υποσχόμενη Ελβετία, αντίστροφα αυτός αφήνει την Ζυρίχη σε ένα διαφορετικό «σημείο κατάρρευσης» (ανάμεσα στην ναρκωτική αυτοκαταστροφή των νέων και τον κρατικό αποκλεισμό των εξαθλιωμένων). Με πρωτεύον πρόσχημα την αναζήτηση ενός βιβλίου μαγειρικής του ζαχαροπλάστη παππού του, περιδιαβαίνει τις παραθαλάσσιες νοτιοευρωπαϊκές πόλεις με προσωπικό φύλλο πορείας προς τις προγονικές επικράτειες. Στην άλλη άκρη της διαδρομής, μια βοτανολόγος αφήνει το Βερολίνο για την Βαρκελώνη αναζητώντας την δική της θέση στο ευρωπαϊκό μητροπολιτικό πλέγμα, διασπασμένη ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα της Καταλανής, τον κεντροευρωπαϊκό – πρωσικό ψυχισμό και την ιδιότητα της «Γερμανίδας αρραβωνιαστικιάς του διπλωμάτη».

Στις νεανικές μνήμες του άντρα ξεχωρίζει η εικόνα ενός κρεβατιού στρωμένου πάντα όπως σε καμπίνα πλοίου, ένδειξη μιας αδημονίας για τις πόλεις που δεν είχε ανακαλύψει, παράλληλα με μια ιδιόμορφη αντίληψη του ιδωμένου περιβάλλοντος ως έσχατης μοναξιάς, ή και ως θανάτου. Ο πρώιμος διχασμός ανάμεσα στον αλεξανδρινό και τον ελβετικό κόσμο θα μετουσιωθεί σε πεποίθηση πως οι τόποι δεν αποκλείουν ο ένας τον άλλον αλλά και συνδέονται με γέφυρες αδιόρατες. Πρόκειται για θέμα που έχει απασχολήσει και παλαιότερα τον συγγραφέα (Στους κόλπους των πόλεων: Θεσσαλονίκη, Βερολίνο, Ζυρίχη, Αλεξάνδρεια, Εστία, 2005), που γεννήθηκε και ζει στην Ελβετία. Ο λόγος του παρακολουθεί τις μνημονικές προβολές και διαθλάσεις του πρωταγωνιστών του ως λεκτικό ισοδύναμό τους. Όπως ο ήρωας συχνά συναντά ένα αγόρι που δεν είναι παρά ο εαυτός του και αναφέρεται σε έναν «ταξιδιώτη» που είναι ο ίδιος, έτσι και ο συγγραφέας μοιράζει τον αφηγηματικό χώρο στις δυο περιπλανώμενες φωνές, αφήνοντας την γυναίκα να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο και παρακολουθώντας αποστασιοποιημένα τις σκέψεις του άντρα.

Η διαχείριση της μνήμης δεν διασχίζει μόνο τους σταθμούς της φυγόκεντρης οικογενειακής πορείας αλλά και αναζητείται σε όλες τις μήτρες υποδοχής των σύγχρονων προσφύγων, που ο ταξιδιώτης εξοικειώνεται μέσω της περιπλάνησης, της παρατήρησης και της ενδοσκόπησης. Σχηματίζεται έτσι ένας φαντασιακός μεσογειακός χάρτης με διάσπαρτα βέλη πολλαπλών διακλαδώσεων με τις διαδρομές των εξόριστων και των κατατρεγμένων. Όπως ο πατέρας του ξεκινούσε τις διηγήσεις του από την ζωή του Γκλεν Μίλλερ και της Μπιγκ Μπαντ του και κατέληγε στην μικρή ορχήστρα των νυχτερινών κέντρων της Αλεξάνδρειας που ο ίδιος έπαιζε στον ελεύθερο χρόνο του τρομπέτα και κοντραμπάσο, έτσι κι εκείνος αναζητά τις συντεταγμένες της δική του σκηνικής παρουσίας, από την αφετηρία του οράματος ως τον τερματικό της πραγματικότητας.

Ο άντρας παρακολουθεί τα βλέμματα των ανθρώπων και των πόλεων, από το προστατευτικό μάτι των προλήψεων στους τούρκικους φούρνους και τα λιβανέζικα φαστφουντάδικα στα τεχνητά μάτια της πόλης, τις κάμερες. Αφήνει πίσω του τις πόλεις μόνο και μόνο για να νομίζει πως είναι μπροστά του, επιστρέφει για να τις εγκαταλείψει, τις εγκαταλείπει για να επιστρέψει στην πόλη που είχε αλλάξει και στην οποία θα μπορούσε να καταλάβει τη δική του αλλαγή. Από τις διαθέσιμες γλώσσες της μνήμης επιλέγει την πολυσημία της μαγειρικής, εισχωρώντας στα ενδότερα των παλαιών ζαχαροπλαστείων για μια συμβολική συμμετοχή στις γονιδιακές ενθυμήσεις, προτού αυτές διασκορπιστούν σαν την άχνη των γλυκών. Το μικρό πράσινο τετράδιο με την συλλογή των οικογενειακών γλυκισμάτων γίνεται «εύρημα και σύσταση», ενώ οι διαφορετικές μεταφράσεις αποκαλύπτουν κοινούς γλωσσικούς ρυθμούς και σχέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, η κοινότητα της βουβής ανάτασης σαν εκείνη που αισθάνονταν οι άνθρωποι ακούγοντας την Ουμ Καλθούμ κρεμώντας τα ραδιόφωνα έξω από τα παράθυρα, απαιτεί πιο δύσβατους δρόμους για να επανέλθει: η γυναίκα μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τους μετανάστες γείτονές της κατά τα θορυβώδη μεταμεσονύκτια δείπνα τους.

Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Αθήνα, Αλγέρι, Θεσσαλονίκη, Χάιφα, Ισκεντερούν, Λεμεσός, Λευκωσία, Μασσαλία, Παλέρμο, Δυρράχιο: τα διαρκώς μεταβαλλόμενα άστεα της περίκλειστης θάλασσας μοιάζουν συγχρόνως δυνητικές καταγωγές, δυνάμει υποδοχείς και οιονεί προορισμοί τόσο του άντρα όσο και της γυναίκας. Η σχέση των δύο είναι «παρελθόν», αλλά ποιος μπορεί να στοιχηματίσει πως οι πορείες τους στις μητροπολιτικές αρτηρίες δεν σχηματίζουν μια γεωμετρία διαφορετικής μεταξύ τους σύγκλισης; Στο τελευταίο κεφάλαιο ο ταξιδιώτης ξαναβρίσκεται στην καμπίνα ενός πλοίου, ρίχνοντας κατά τη συνήθειά του μια ματιά στο παράθυρο ή στο φινιστρίνι. Ο συγκεκριμένος τρόπος θέασης του κόσμου, μέσα από ένα πλαίσιο αναφορών και εντός ενός σώματος – οχήματος αέναης μετακίνησης μοιάζει πλέον έτοιμος να μεταπλαστεί σε μια αλλότροπη, συνειδητά περιπλανητική εμπειρία, γιατί δεν διαρκεί παρά μόνο μια γενιά μέχρις ότου ο πρόσφυγας γίνει περιπατητής (σ. 48).

Εκδ. Εστία, μτφ. Ιωάννα Αποστόλου, σελ. 268. Στις φωτογραφίες, τα λιμάνια του Αλγερίου και της Αλεξάνδρειας.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 22.1.2010 (και εδώ).

25
Ιαν.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 503 (Ιανουάριος 2010)

 

Η απόλυσή μου ήταν η καλύτερη τύχη της ζωής μου. Με έκανε να σταματήσω και να σκεφτώ. Ήταν η γέννησή μου σαν συγγραφέας.

Συμβολικά αυτοεξόριστος στο νησάκι Λανθαρότε των Καναρίων (ισπανικό έδαφος) ύστερα από την αντίδραση του Βατικανού και «πιστών» για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο με διαρκώς ανοιχτούς λογαριασμούς με την Εκκλησία (π.χ. στο Περί θανάτου όπου οι άνθρωποι σταματούν να πεθαίνουν, η βιομηχανία που έχει στήσει ο χριστιανισμός γύρω από το θάνατο βραχυκυκλώνει), δηλωμένος άθεος σε έθνος Καθολικών, μέλος ενός σκληροπυρηνικού κομμουνιστικού κόμματος σε αντικομμουνιστική εποχή, αντίθετος σε ευρωπαϊκές ενώσεις και νομισματικά ταμεία, συμπαραστάτης Τσιάπας και Παλαιστινίων, με μοναδικούς δασκάλους τους ίδιους τους ήρωες των βιβλίων (ακριβώς την μαθητεία πλάι τους αφορούσε η ομιλία του στο Νόμπελ) ο Σαραμάγκου είναι όντως ένας «αντιρρησίας συνείδησης», όπως προσφωνείται στο αφιέρωμα με τα εξαιρετικά βαθιά κείμενα της Μαρίας Ξυλούρη και φιλική συμμετοχή Χάρολντ Μπλουμ.

Όταν με την Επανάσταση των Γαριφάλων στα 70ς η Πορτογαλία έχασε τις αποικίες της και από αυτοκρατορία κατέληξε φτωχή περιφερειακή χώρα, η «πορτογαλικότητα» έχασε το περιεχόμενό της και υπήρξε ανάγκη επανεκτίμησης της ταυτότητας και της ιστορίας των πορτογάλων. Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου κατέδειξαν την αμφισβητήσιμη κατασκευή που αποτελεί η Ιστορία, τις διορθώσεις που επιδέχεται, το πόσο αβέβαιη και ιδεολογικά διαχειρίσιμη είναι η ιστορική αλήθεια, την στενότατη σχέση της με την εξουσία, τις πορείες που θα μπορούσε να ακολουθήσει, τις εναλλακτικές αναγνώσεις της. Κι όλα αυτά με το ολότελα δικό του στιλ, μια πλημμύρα πρόζας με μουσικές προτάσεις ιδιόρρυθμης έως απούσας στίξης, μ’ έναν μόνιμο αφηγητή να μας μιλάει και να μας μπερδεύει, λυρικός, θεωρητικός, κουτσομπόλης και τρομακτικός, σε κείμενα ουτοπικά και δυστοπικά, υπερφυσικά και λογικότατα.

Και τι γίνεται μετά την απώλεια; Στο μαγνητόφωνο η καναδέζα θεατρική συγγραφέας Carole Frechette που βυθίστηκε στο θέμα με το έργο της «Το Κολιέ της Ελένης» που θα τιμηθεί από το «Τρένο στο Ρουφ». Σε ειδικό φάκελο, οι σύγχρονες τάσεις στο παιδικό βιβλίο. Φεύγουμε με τελεφερίκ, τη μόνη πρόσβαση για την βιβλιοθήκη της Μεντεγίν, πάνω από τραγικά φτωχές, μα πάντα χαρούμενες συνοικίες της.

Μένουμε με την εικόνα από την Πέτρινη Σχεδία που τόσο σόκαρε πλείστους αναγνώστες: η Ιβηρική χερσόνησος αποκολλάται από την Ευρώπη και ταξιδεύει στον Ατλαντικό για να γνωρίσει άλλους πολιτισμούς – όχι αποικίες – και η αναγέννηση πρωτοφαίνεται στις ταυτόχρονες εγκυμοσύνες των γυναικών, ενώ η γερασμένη Ευρώπη μένει ακίνητη. [128 σελ.]

Θα ήθελα να με βλέπετε σαν κάποιον που με τον καιρό εξελίχθηκε σε συγγραφέα που …κατέληξε να επιστρέψει στην ίδια τη γη τη χούφτα τα κουκούτσια που μάζεψε στη ζωή, με την ιδέα ότι η νέα σοδειά μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της ανανέωσης των διαφορετικών γενεών και των εμπειριών τους, όπως και της ζωντανής σύγκρουσης μεταξύ των έργων του χθες και των έργων του σήμερα.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

24
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη

23
Ιαν.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 3

                                           Mario Vargas Llosa, Lituma en los Andes, 1993.

Η «γραφικότητα» του απλού δρόμου και της καθημερινής σκηνής «διαβάζεται» διαφορετικά μετά την εμπειρία της ανάγνωσης του κειμένου. Οι Άνδεις των ανθρακωρύχων, των στρατιωτικών και των ανταρτών ποτέ δεν υπήρξαν αμιγώς ειδυλλιακό τοπίο ευτυχίας.

22
Ιαν.
10

Get Well Soon – Vexations (City Slang, 2010)

It was a bright and beautiful morning in spring, I just went out in the forest to collect some woods for the fire when I stumbled upon a … Δεν είναι εισαγωγή από βιβλίο του Thomas Hardy ή του D.H. Lawrence αλλά από την Ναυτία του Konstantin Gropper, ένα μουσικό αντίστοιχο εκείνου του ρομαντισμού. Αμέσως μετά η Σιωπή του Σενέκα αντανακλά την δική της ιδιαίτερη μελωδικότητα και την αίσθηση πως αυτός ο δίσκος δεν ακούγεται απλώς: διαβάζεται, ονειρεύεται, βιώνεται.

Η εκλεκτή, εκλεπτυσμένη και εκλεκτικιστική μπάντα του K. G. τιμά τον πρώτο μήνα του έτους με τον δευτερότοκο δίσκο της, την στιγμή που όλο και περισσότερα play lists ανακαλύπτουν καθυστερημένα το προπέρσινο Rest Now Weary Head! You Will Get Well Soon. Τα τραγούδια εδώ χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: κάποια (όπως τα Seneca’s Silence, We Are Free Angry Young Man) αγγίζουν το είδος της υποδειγματικής σοφιστικέ ποπ Δον Κιχώτηδων όπως ο Gavin Friday της ωριμότητας, ο Frank Tovey/Fad Gadzet, ο Anthony Reynolds ή ένας πιο γρήγορος Perry Blake (αν και η τρυφερή χορωδία πίσω από το We Are Ghosts μου θύμισε το Invisible and Silent των Covenant). Περισσότερες είναι οι χαμηλές πτήσεις, όπου προτιμάται η όμορφη έγχορδη ελεγεία του Α Voice in the Louvre ή η φλέβα του Matt Elliott (We Are The Roman Empire και στο τελείωμα του A Burial At Sea) παρά οι υποτονικότητες των υπολοίπων.

Όπως πάντα ο K.G. (που πρόσφατα έγραψε το σάουντρακ για το Palermo Shooting του Wim Wenders) συνθέτει, παίζει και εκφράζεται φωνητικώς, αλλά σε αντίθεση με το ντεμπούτο, όπου έπαιξε όλα τα όργανα μόνος του, εδώ πρώτα έγραψε και ηχογράφησε τα τραγούδια στο σπιτικό του, κι ύστερα εγκαταστάθηκε σ’ ένα παλιό στούντιο κοντά στην Χαϊδελβέργη, όπου κουαρτέτα εγχόρδων και πνευστών, πιανίστας και ντράμερ περπάτησαν πάνω στα ηχογραφημένα μέρη.

Το Vexations προέρχεται από μια πλήρη πνευματική διεργασία που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα με τις ίδιες τις λέξεις του δημιουργού του, όπως παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα τους, η ιδέα του δίσκου προέρχεται από τον βίο και το έργο του Σενέκα του Νεότερου, του Ρωμαίου στωικού φιλοσόφου που είχε την ατυχία να έχει μαθητή τον Νέρωνα, από τον οποίο αργότερα διατάχθηκε να αυτοκτονήσει. Οι σενεκικοί τίτλοι περί της συντομίας της ζωής, της γαλήνης του μυαλού και του ευτυχούς βίου θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Gropper, να είναι οι υπότιτλοι του δίσκου.

Το We Are Free είναι γύρω από την ιδέα των Στωικών περί ελευθερίας, ότι είσαι ελεύθερος μόνο όταν μπορείς να εγκαταλείψεις ανά πάσα στιγμή τα πράγματα που αγαπάς, μια σκληρή μορφή ελευθερίας που προβλημάτισε τον Gropper. Το Nausea διαλογίζεται πάνω στο φερώνυμο έργο του Σαρτρ ενώ οι φυσικοί ήχοι είναι από το δάσος πίσω από το πατρικό του Gropper, όπου συνήθιζε να παίζει μικρός, και τώρα ηχοποιούν όλη αυτή η μετάβαση από την έστω και μελαγχολική παιδικότητα προς την ενηλικίωση.

Το Werner Herzog Gets Shot αναφέρεται βέβαια στον σκηνοθέτη που συνήθιζε να ρισκάρει τη ζωή του στα γυρίσματα, σύμφωνα με την ιδέα ότι η ζωή του καλλιτέχνη δεν έχει σημασία μπροστά στο έργο του, και το πώς η αρμονία πρέπει να διακόπτεται, όπως ο Η. έκοβε την αρμονία της δικής του ζωής. Το Red Nose Day στην δραματική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμεί να κάνει κανείς στη ζωή του και σε αυτό που αναγκάζεται να κάνει για να επιβιώσει, το 5 Steps… 7 Swords στο άγνωστο φόβητρο του θανάτου, στον οποίο βαδίζουμε χωρίς γνώσεις, παρά μόνο με τετριμμένες επιστημονικές και θρησκευτικές θεωρίες. Το A Burial At Sea εμπνεύστηκε απ’ τον Captain Ahab του Moby Dick, το We Are Ghosts απ’ το Μαρξιστικό Μανιφέστο, το Angry Young Man απ’ την Ιλιάδα.

Σε κάθε περίπτωση, το Vexations (τιτλοφορημένο από πιανιστική σύνθεση του Eric Satie (1949), δεν ολισθαίνει σε μουσικά ή στιχουργικά μελοδράματα, ίσως γιατί η γερμανική ιδιοσυγκρασία του Gropper τετραγωνίζει (εδώ θυμόμαστε τους Notwist και φανταζόμαστε μια ωραία συμφωνία με τον Markus Acher) κάθε ζαχαρώδη ή τραγική τάση. Χρωστάμε ακόμα μια κατηγορία, κι εδώ έρχεται η απογείωση με το 5 Steps / 7 Swords, ένα πραγματικά σπουδαίο τραγούδι, ο Tom Waits σε δεύτερη νεότητα με μπάντα τους Black Heart Procession και ενορχήστρωση επικού σάουντρακ, παίζουν σε πομπή στο Χάρλεμ ή σε πένθιμη ταυρομαχία. Ας είναι αυτή η επόμενη πορεία τους!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

20
Ιαν.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 23. Νίκος Κουνενής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Θερβάντες, Ραμπελαί, Στερν, Ροίδης, Μέλβιλ, Χάσεκ, Κάφκα, Αλεξάνδρου, Τσίρκας, Ντίρενματ και πολλοί σύγχρονοι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Δον Κιχώτης, Γαργαντούας, Η πάπισσα Ιωάννα, Μόμπι Ντικ, Η δίκη, Η μεταμόρφωση, Το κιβώτιο, Ακυβέρνητες πολιτείες και πολλά σύγχρονα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Πολλά και διάφορα, κυρίως του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Ροίδη, του Παπαδιαμάντη του Βιζυηνού και αρκετών συγχρόνων.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Περισσότεροι του αναμενομένου, αν και προτιμώ να μην αναφερθώ σε συγκεκριμένα ονόματα, ξεχνώντας ενδεχομένως κάποια άλλα που επίσης αξίζουν να αναφερθούν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρθηκα ονομαστικά στους σύγχρονους συγγραφείς και στις προηγούμενες ερωτήσεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Αγαπημένοι ο Δον Κιχώτης και ο Γιόζεφ Κ. Ζηλευτός κανένας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ως σατιρικές καρικατούρες περιορίζονται φυλακισμένοι στις σελίδες των βιβλίων. Συνηθίζω πάντως να επαναφέρω κάποιους ήρωες παλαιότερων βιβλίων μου σε καινούρια, σε δευτεραγωνιστικούς ρόλους αυτή τη φορά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα δυο πρώτα βιβλία μου, απολύτως χειροποίητα, τα έγραψα σχεδόν εξ ολοκλήρου σε διάφορα «καφέ». Τώρα που χρησιμοποιώ υπολογιστή γράφω κυρίως στο σπίτι, αν και κάποιες φορές συνεχίζω την παλιά χειρωνακτική συνήθεια εκτός αυτού, πληκτρολογώντας εκ των υστέρων το χειρόγραφο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ξεκινώ από μια βασική ιδέα και μαθαίνω και ο ίδιος την εξέλιξη κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Η σατιρική γραφή είναι ένα παιχνίδι συνεχών παιγνίων και ανακαλύψεων και ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου πάντα, δύσκολα εγκλωβίζεται σε προσχέδια και υποχρεωτικές νόρμες. Ως εκ τούτου παγιδεύω τις ιδέες μου στιγμιαία, κατά τις ώρες της συγγραφής και στα μεσοδιαστήματα μεταξύ αυτών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Αποφεύγω να ακούω μουσική όταν γράφω γιατί με αποπροσανατολίζει. Ακούω κυρίως κλασικό ροκ, ρεμπέτικα και έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δημόσια Εγγραφή (Κοχλίας 2002): Τέσσερα διηγήματα που σατιρίζουν κατά σειρά τις απάτες στο χρηματιστήριο, το ντόπινγκ στον αθλητισμό, τις ανούσιες διαμάχες πομπωδών μεταμοντέρνων φιλοσόφων και την κρατική καταστολή.
Ζωντανή Σύνδεση (Κοχλίας 2003): Δέκα διηγήματα που σατιρίζουν την τηλεόραση, τους γιάπηδες, τον δικομματισμό, τις επεμβάσεις των ΗΠΑ κ.ά.
Ω του θαύματος! (Μεταίχμιο 2006): Μυθιστόρημα που σατιρίζει την εκκλησιαστική αγυρτεία και την αφελή θρησκοληψία των πιστών.
ΥποΚριτικά κείμενα: σατιρικό παιχνίδι κακών προθέσεων (ΚΨΜ 2007): Παιγνιώδη «κριτικά» κείμενα πάνω σε ανύπαρκτα έργα λογοτεχνίας, γλυπτικής, φιλοσοφίας, μαγειρικής κ.λπ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου (Μεταίχμιο 2009): Ο διάσημος τηλεοπτικός δημοσιογράφος Ηρακλής Γαρυφαλλίδης ή Σπίλος δολοφονείται και ένα δίδυμο ντετέκτιβ της συμφοράς ονόματι Ιεροκλή Χλομός και Ιωάννης Βίσων (παρωδία των Σέρλοκ Χολμς και Γουώτσον) αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν την υπόθεση για λογαριασμό ενός φαιδρού σατιρικού συγγραφέα, ο οποίος θέλει να μάθει τον δολοφόνο, προκειμένου να γράψει το τελευταίο κεφάλαιο του ημιτελούς βιβλίου του, το οποίο παρατίθεται ως «μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα», με θέμα του βίο και την πολιτεία του νεκρού. Ο δημοσιογράφος κατ’ εντολήν του εργοδότη του, Ευρυσθέα Γιαρμά, είχε ήδη ολοκληρώσει προ της δολοφονίας του δώδεκα ηράκλειους τηλεοπτικούς άθλους, μέσα στην εξέλιξη των οποίων ο Χλομός και ο Βίσων αναζητούν τον ένοχο. Η λύση, ωστόσο, θα τους διαψεύσει.

Πώς βιοπορίζεστε;
Ποικιλοτρόπως. Από τις αμοιβές για τα βιβλία και τις συνεργασίες μου με εφημερίδες και περιοδικά και από τη διδασκαλία, τρεις μέρες την εβδομάδα, ως μισθωτός καθηγητής σε φροντιστήρια.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Έχω έναν βασικό τρόπο εργασίας που όμως διαφοροποιείται αισθητά, ανάλογα με το είδος (λογοτεχνία, δοκίμιο κ.λπ) και την ιδιαιτερότητα κάθε βιβλίου. Μου κλέβει κάποιο χρόνο από τη συγγραφή αλλά με βοηθάει και/ ή με διδάσκει ταυτόχρονα, καθώς με κρατά σε διαρκή επαφή με τη διανοητική και καλλιτεχνική δημιουργία στον χώρο του γραπτού λόγου.

Ταξιδεύσατε στην Βενεζουέλα ως μέλος πολυπληθούς αποστολής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;
Το ταξίδι έγινε το 2005, περίοδο κατά την οποία η Βενεζουέλα είχε ανοίξει ήδη τον δρόμο της αποδέσμευσης από το άρμα των ΗΠΑ και της ευδιάκριτης αριστερής στροφής, που σηματοδότησε παρόμοιες εξελίξεις σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλάζοντας άρδην το τοπίο σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία καθώς με έφερε σε επαφή με σειρά ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών τομών που ξαναφέρνουν τους λαούς στο προσκήνιο και αναζωογονούν διεθνώς τα οράματα της Αριστεράς. Το μάλλον αυταρχικό προσωπικό στυλ του Τσάβες δεν είναι κατά τη γνώμη μου ό,τι καλύτερο (προτιμώ προσωπικότητες σαν τον Έβο Μοράλες της Βολιβίας) αλλά αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση το σημαντικότερο από ό,σα πραγματικά εντυπωσιακά και ελπιδοφόρα συμβαίνουν σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, την ίδια ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίζει να βασανίζεται από έναν αδηφάγο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ένα εξαιρετικό- και πλέον κλασικό- μυθιστόρημα, το «Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις» του Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος», σε μετάφραση του Γιώργου Ρούβαλη.

Τι γράφετε τώρα;
Επειδή βρίσκομαι στην αρχή και δεν ξέρω ακόμα αν «θα μου βγει», προτιμώ να μην το αποκαλύψω ακόμα.

Δημοσίευση και εδώ.

18
Ιαν.
10

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Γραφή κατοχής. Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα

Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής

Έχω ένα κουτί μυστικά προσωπικά αισθήματα
μελετώ της γέννησης την ταυτότητα με το θάνατο
προσπαθώ την πολιτεία στο διάστημα να διακρίνω του χρόνου (…)

Φωτογραφίες, 7 (στ. 1-3)

Ο κατεξοχήν θησαυριστής του ανεξάντλητου αρχειακού υλικού αισθημάτων, εικόνων και εντυπώσεων Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης μας κοινωνεί απρόσμενα τούτο το σπάνιο σύνολο κτερισμάτων από το έργο του, με τη μορφή «επετειακής έκδοσης για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση και τα δεκαπέντε έτη από την εκδημία του», διαμεσολαβούντος αγγελιοφόρου – επιμελητή του υιού Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη.

Το «Χειρόγραφο 1943» περιέχει το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943, σημειώσεις για την «πρώτη ύλη» της σύνθεσης, ολόκληρη την σειρά ποιημάτων Φωτογραφίες (γνωστή μέχρι σήμερα μόνο από τη δημοσίευση δύο εξ αυτών ή από μνείες σε άλλα έργα) και λεπτομερή κατάλογο αναγνωσμάτων. Η έκδοση περιλαμβάνει το πανομοιότυπο του χειρογράφου (γραμμένου σε σελίδες εμπορικού κατάστιχου), επίμετρο του επιμελητή, εργοβιογραφικό χρονολόγιο αλλά και δώδεκα ανέκδοτα και δημοσιευμένα «συναφή και παρεμφερή κείμενα», ως μια πρώτη απόπειρα θεματικής παρουσίασης και ανθολόγησης κειμένων του συγγραφέα. Οι 119 στίχοι του Ποιήματος αναπτύσσονται γύρω από τέσσερα ιστορικά γεγονότα χρονικής έκτασης τριών και πλέον αιώνων: τη δολοφονία του Κοντσίνο Κοντσίνι από τον Λουδοβίκο ΙΓ΄το 1617 («δικαιολογημένη» πράξη λαϊκής δικαιοσύνης), τη Σφαγή του Κατύν (μαζική εκτέλεση Πολωνών πολιτών από τις σοβιετικές αρχές το 1940) και δυο ομαδικές εκτελέσεις ομήρων από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη το 1943.

Εντασσόμενη στην ογκώδη κατοχική συγγραφική παραγωγή του, η Γραφή Κατοχής μοιάζει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του πεντζίκειου λόγου: την αποθέωση της εικονοπλαστικής γραφής, την πληθώρα κειμενικών ή άλλων αναλόγων, την συρραφή αλλεπάλληλων μνημονικών και αισθητικών εντυπώσεων. Όμως, αν ο Πεντζίκης ως κατεξοχήν μοντερνιστής αφηγητής επικεντρωνόταν στην απόπειρα εξερεύνησης ενός αποσυνθεμένου εσωτερικού κόσμου, στο Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 κυριαρχεί, παράλληλα, μια απεγνωσμένη καταγραφή ενός διαμελισμένου εξωτερικού κόσμου, γεμάτου εκτελέσεις, σφαγές, νεκρούς. Η δεδομένη αδυναμία της μοντερνιστικής γραφής να οργανώσει και να εξαντλήσει το θέμα της εδώ εμφανίζεται αντεστραμμένη: κάθε στίχος από μόνος του αποτελεί μια συμπυκνωμένη ιστορία. Εκείνος που κάποτε είπε είναι αμάρτημα να μην είσαι παρών σ’ αυτό που συμβαίνει μέσα σου, στην προκείμενη συγκυρία μοιάζει υποχρεωμένος να καταγράψει, μέσω μιας γνώριμής του «ποιητικής της μνήμης»  όσα διαδραματίζονται γύρω του – πολύ δε περισσότερο εφόσον: δεν αρνιέται τα ατομικά αισθήματα ο ποιητής / προσπαθεί σ’  έννοιες καθολικές να τα ευρύνει (στ. 17-18 του Ποιήματος).

Όμως είναι και η δημοσίευση των πρώτων υλών των συνθέσεών του, αυτής της βαθύτατης δεξαμενής έμπνευσης και σταχυολόγησης, που με δεδομένη την αρχειοθετική του βουλιμία, αποτελούν από μόνες τους συναρπαστικό αναγνωσματάριο που μας προσφέρεται ως μια «εσωτερική» πλευρά του έργου, ταυτοχρόνως κειμενική και εξωκειμενική. Έτσι η διαδικασία της γραφής, που αποτέλεσε για τον μοντερνιστή Πεντζίκη κεντρικό θεματικό πυρήνα, μας παραδίδεται τώρα μέσω μιας άμεσης αποθησαυρισμένης πηγής του εργαστηρίου του συγγραφέα και ως ένα υπερπολύτιμο εφόδιο για την προσπέλαση και βίωση του κειμένου. Σε αυτό το μνημονικό κόρπους θέση έχει οτιδήποτε ενεργοποίησε τις αισθήσεις του συγγραφέα από την περίοδο του πολέμου που «άλλαξε τη διάθεση του χρόνου στο βίο» του (όπως επακριβώς πεζολογούσε στον Κοχλία): πληροφορίες, αφηγήσεις, συζητήσεις, εικόνες περιοδικών, ένα «θύμωμα» με τον Γιώργο Κιτσόπουλο και τον Γιάννη Σβορώνο (συνεκδότες του προαναφερθέντος περιοδικού), μια εντύπωση της άκρης της πόλης, οι όψεις των περαστικών, οι εντυπώσεις από τον κόσμο που παρακολουθεί τις κηδείες, οι βυζαντινές τοιχογραφίες, έργα των Ουναμούνο, Φρανς, Λόρκα, Ξενόπουλου, Μαίτερλιγκ, Ντ’ Ανούντσιο, Ταφραλή και Ψελλού.

Αν το Ψιλή ή περισπωμένη αποτελούσε, σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της Μάρης Θεοδοσοπούλου «βιβλιάριον εθνικής ανατάσεως», το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 έχει στοιχεία, τολμώ να πω, «σημειωματάριου εθνικής οδύνης», όπου ο κατεξοχήν συναξαριστής του παραμυθητικού λόγου επιχειρεί να προσεγγίσει την τραγική ουσία της ιστορικής συγκυρίας προτού καταλήξει: η παράσταση τελειώνει όμως η ζωή δε σταματά (στ. 99 του Ποιήματος). Για άλλη μια φορά στο ανεξάντλητο σώμα του πεντζίκειου λόγου, τα οστά του οποίου εδώ τυγχάνουν καθαγιασμένης ανακομιδής και λιτάνευσης, η ζωή δεδικαίωται και μέσω του θανάτου.

Εκδ. Άγρα, επιμέλεια – σχόλια – επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, σελ. 175

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 15.1.2010 (και εδώ).
17
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 46

Σάκης Παπαδημητρίου, Μια ηχογράφηση, από την συλλογή διηγημάτων Το Ασανσέρ, εκδ. Διαγώνιος, 1969, σ. 32.

Σκέφτηκα να ηχογραφήσω ήχους από αντικείμενα του δωματίου μου. Κρότοι καθημερινοί γύρω μας να περάσουν στην αιωνιότητα της μαγνητοταινίας, σύρσιμο αγαπημένων αντικειμένων. Έχουν μια ειλικρίνεια τα πράγματα και οι ήχοι τους, μια συνέπεια που δεν τη συναντούμε ποτέ στους ανθρώπους. Τα πράγματα μάς εξουσιάζουν στη μοναξιά μας. Συσπειρωνόμαστε ανάμεσά τους, ασφυκτιούμε στην απουσία τους. Ο δεσμός μας μαζί τους μετέβαλε τα άψυχα αντικείμενα σε οργανισμούς με αυτόνομη οντότητα δίχως την αβεβαιότητα των ανθρώπινων επαφών. Και τα πράγματα φθείρονται στο χρόνο, αλλά βαστιούνται περήφανα και διαλύονται με ηρωικό τρόπο. Με τη φωνή δυσκολεύει η κατάσταση. Υπάρχει το υποκείμενο, η ελευθερία – τα πράγματα είναι καταδικασμένα να μας ακολουθούν, έστω κι αν καμιά φορά δενόμαστε μαζί τους έτσι που συντροφεύουμε την καταδίκη μας.

Στον Χρήστο Χαρτοματσίδη

16
Ιαν.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 2

                                                  Margaret Atwood, Moral Disorder, 2006

Πού θα μπορούσε να διαφαίνεται η Ηθική Αταξία εδώ; Ως αντίθετο ή ταυτόσημο του καθώς πρέπει βλέμματος της γυναίκας ή της σύμφωνης με τους κανόνες εμφάνισή της; Στο νοσοκομειακό γαλάζιο των τοίχων; Ή μήπως ο συμβολισμός στην μετάβαση από τις λευκές στις μαύρες κάλτσες υπονοεί τον δεύτερο (τουλάχιστον) εαυτό του καθενός; Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται διάσπαρτη στην συλλογή διηγημάτων της ευστροφότατης Καναδής.

14
Ιαν.
10

Edward Sharpe & The Magnetic Zeros – From below (Vagrant/Rough Trade, 2009)

O Edward Sharpe είναι μια μεσσιανική μορφή που δημιούργησε ο Alex Ebert μετά τον δραματικό χωρισμό με τη φίλη του, την αναχώρησή του απ’ το κοινό σπίτι και την συμμετοχή στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Ο Edward υποτίθεται πως στάλθηκε στη γη να σώσει τους ανθρώπους από την καταστροφή αλλά αποσπάται απ’ το έργο του εξαιτίας συνεχών ερώτων – δηλαδή περιέπλεξε τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Τουλάχιστο συνάντησε την τραγουδίστρια Jade Castrinos και συνολικά μια δεκαριά νοματαίοι – νομαδαίοι άρχισαν να γυρνούν τους δρόμους και τις πολιτείες μ’ ένα λευκό σχολικό λεωφορειάκι. Οι συνθέσεις έβγαιναν η μια μετά την άλλη, το βανάκι άρχισε να βάφεται μ’ όλα τα χρώματα. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Πρώην frontman των Ιma Robot, ο Εbert κρατάει τις περισσότερες φωνές, αλλάζοντας χρώματα, στιλ αλλά και θέση, χωρίς να παίρνουμε είδηση ποιος παίρνει σκυτάλη μικροφώνου κι ακούγεται την μια σαν David Bowie, την άλλη σαν Jerry Garcia, σαν γκουρού των 60ς, σαν ηρεμισμένος Roky Erickson, σαν λοξός κληρονόμος των The Mamas & The Papas και των Buffalo Springfield, σαν Ιεροκήρυκας των Χίππις, οδηγός Magic Bus στο Φρίσκο ή απλώς ένας προσεκτικός βοκαλίστας μιας ευρείας 70ς ροκ μπάντας και μιας εκλεπτυσμένης 50ς αλητοπαρέας. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Σχηματισμένοι το 2007 μετά τις απανωτές απορρίψεις των εταιρειών, με βάση το LA κι εμπνευσμένοι (κατά πως λένε και λέει) απ’ τους Merry Pranksters του Ken Kesey που γυρνούσαν τους δρόμους με το δικό τους βαν διαλαλώντας τις χάρες και τις χαρές του acid, όπως το περιέγραφε κι ο Tom Wolfe στο κορυφαίο The Electric Kool-Aid Acid Test, έρχονται να φτιάξουν την δική τους ψυχεδέλεια ως έννοια, ως πολύχρωμη και πολύτροπη μουσική δημιουργία. Όλος αυτός ο χαμός αποτυπώνεται εδώ.

Μόνο που εδώ μιλάμε για έξοχες συνθετικές δημιουργίες, κι όχι για τίποτα δεκαπεντάλεπτα τζαμαρίσματα κι όπου μας βγει. Σ’ αυτό το σύνολο αριστοτεχνικής οικονομίας το μεγαλύτερο κομμάτι είναι εξάλεπτο και τα περισσότερα μοιάζουν να βγαίνουν από ένα σεντούκι κλασικής ποπ και ροκ. Στο πανηγυρικό ξεκίνημα του 40 day dream μάς υποδέχεται η ρυθμ σέξιον του Boss κι ένα γκόσπελ που πίστευα πως μόνο οι Mull Historical Society ή οι Arcade Fire μπορούσαν να φτιάξουν μας καλωσορίζει σ’ ένα Magical Mystery Tour γεμάτο όργανα – παιχνίδια (ξυλόφωνα, σφυρίχτρες, παλαμάκια, αρμόνια, φυσαρμόνια, κρούστες και κρουστά) και διαθέσεις ακόμα πιο παιχνίδιες. Ο Roy Orbinson είναι σκυφτός στο Black water με ατόφια 70ς μπάντα πίσω του κι ολοφώτιστος στο Carries On μπροστά από Μοταουνίστες εν Χορώ, ενώ στο Home αυθεντικοί hillbillies επιστρέφουν στο σαλούνι κι ο Cash με την June Carter ανεβαίνουν στη σκηνή και γίνεται λαμπερός χαμός. Στο τελικό Om nashi me ενώνονται Βόρεια και Νότια Αμερική σε μια τελετή σαμάνων και μπλουζμεν.

Μα τίποτα δεν υστερεί εδώ; Δεν θα βρούμε καμιά πιο αδύνατη στιγμή; Οκ, κρίμα που το μεξικανόπνευστο Jade δόθηκε στη φωνή της … Jade κι εκείνη ακούγεται σαν τον ….Chris de Burgh. Άντε και το I come in please με τα ξασπρισμένα σόουλ φωνητικά και κάτι γυρίσματα «ώριμων» Jefferson Airplane. Τουλάχιστο το έτερο λατινοπαθές Kisses over Babylon το αναλαμβάνουν άριστα άλλοι χορωδοί στα ισπανικά κι ακούγονται σαν καταπιωμένοι Walkmen. Και συνεχώς έρχονται νέες αμοιβές: το ψυχεδελικότατο Desert song (πλησιάζοντας κι ένα σύγχρονο ήχο που εκτός απ’ τους Arcades μόνο οι Bright Eyes άγγιξαν, ελάχιστα δε οι Polyphonic Spree κι οι Plants and Animals), το μπαρουτοκαπνισμένο Simplest love και δεν ανέφερα και το ομώνυμο και πιο αγαπημένο μου όλων!

Η αποθέωση της αγάπης και η αίσθηση της κοινότητας, τα χρώματα ταξιδιών εξωτερικών κι εσωτερικών, όλα θα πήγαιναν χαμένα κι αμετάδοτα χωρίς αυτές τις υπέροχες συνθέσεις. Δίσκος ταξίδι, δίσκος περιπέτεια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

12
Ιαν.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 22. Ηλίας Μαγκλίνης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ροΐδης, Καβάφης, Μπεράτης, Φλομπέρ, Κάφκα, Τόμας Μαν, Σελίν, Κόνραντ, Καμί, Μισίμα, Γέρζι Κοζίνσκι, Φίλιπ Ροθ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Διαχρονικά: Εκκλησιαστής, Νεκρώσιμος Ακολουθία, Ιλιάδα, Οιδίπους Τύραννος, Κύρου Ανάβασις, Μακμπέθ, Χαγκακούρε, Εξομολογήσεις (Άγιος Αυγουστίνος), Φόβος και τρόμος (Κίρκεγκορ), Εγκλημα και τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Στην καρδιά του σκότους (Κόνραντ).
Σύγχρονα: «Παραδόσεις» (Ν. Πολίτη), «Παραλογαίς» (Γ. Ιωάννου), «Το κιβώτιο» (Αρης Αλεξάνδρου), «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (Μυριβήλης), «Απ’ το στόμα της παλιάς Remington» (Γιάννης Πάνου), «Βήματα» (Γέρζι Κοζίνσκι), «Αμερικανική Τριλογία» (Φίλιπ Ροθ), «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (Μίλαν Κούντερα), «Η επιλογή της Σόφι» (Ουίλιαμ Στάιρον), «Ο θάνατος του εμποράκου» (Αρθουρ Μίλερ), «Ο ήσυχος Αμερικανός» (Γκρέιαμ Γκριν), «Ο ξένος» (Αλμπέρ Καμί).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, του Χέμινγουεϊ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ισαάκ Μπάμπελ, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ρέιμοντ Κάρβερ, του Λέοναρντ Μάικλς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως. Κυρίως ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίκι Σάμπαθ από το «Θέατρο του Σάμπαθ» του Ροθ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στα σημειωματάριά μου, με το χέρι. Μετά, στον υπολογιστή και στη συνέχεια πολλαπλή επεξεργασία. Πρωινά πάντα, στο γραφείο μου. Σπάνια, κάποιες σημειώσεις με το χέρι τα βράδια ή μέσα στη νύχτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ποτέ μουσική όταν γράφω ή διαβάζω, στα ενδιάμεσα μόνον. Προτιμήσεις: κλασική, τζαζ, electronica.

Πώς βιοπορίζεστε;
Γράφω σε εφημερίδα και περιοδικά. Ενίοτε μεταφράζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Λυπάμαι αλλά όχι. Τα έχω αφήσει πίσω μου. Το καλύτερο βιβλίο είναι πάντα το επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«The Things They Carried» (Τim O’ Brien), «Για τον Μότσαρτ. Τα άμεσα ερωτικά στάδια ή το μουσικό ερωτικό» (Κίρκεγκορ), «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια» (Νίτσε).

Τι γράφετε τώρα;
Μία νουβέλα και διηγήματα. Συγκεντρώνω υλικό και κρατάω σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα εδώ και μια δεκαετία. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με εν εξελίξει έργα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Από το 2005 που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο δεν ασχολούμαι με την κριτική. Ασχολούμαι όμως με βιβλιοπαρουσιάσεις και συνεντεύξεις με συγγραφείς, ακολουθώντας το προσωπικό μου γούστο. Ναι, μου κλέβει πολύ χρόνο αλλά μου δίνει και ερεθίσματα.

Συζήτηση για την Ανάκριση (εκδ. Κέδρος, 2008) βλ. εδώ.

10
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 45

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.

Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

08
Ιαν.
10

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι – Ο Μολδαβός σωματέμπορος

Μπορεί ένα κουτί παπουτσιών να χωρέσει αποκόμματα αναμνήσεων μιας ζωής; Για τον ηλικιωμένο αργεντινό ηθοποιό Σάμι Βαρσάουερ μπορεί, αρκεί να περιέχει τα θεατρικά προγράμματα των παραστάσεων που συμμετείχε, και κυρίως ένα: του γίντις έργου Ο Μολδαβός σωματέμπορος που είχε παιχτεί το 1927 στις αθλιεμένες συνοικίες των μεταναστών. Το κουτί φτάνει σ’ έναν νεαρό δημοσιογράφο που οδηγείται με τη σειρά του στο χειρόγραφο και μέσω αυτού στο άνοιγμα ενός άγνωστου τραγικού κόσμου.

Το 1891 η αργεντινή κυβέρνηση πούλησε αχανείς εκτάσεις γης σε βαρόνο, για δημιουργία αποικιών διωγμένων Εβραίων, μια ιδανική δεξαμενή για την οργάνωση Ζβι Μιγκντάλ που έφτασε να διαθέτει 2.000 οίκους ανοχής και 30.000 γυναίκες, με τις ευλογίες της εβραϊκής κοινότητας και τις προστασίες της εγχώριας αστυνομίας και δικαιοσύνης. Προφανώς η συγκυρία υπήρξε βολική τόσο για τους εχθρούς της εθνότητας (που μπορούσαν πλέον να χαρακτηρίζουν γενικευμένα τις Εβραίες γυναίκες) όσο και για τους εσωτερικούς της κοινότητας (που μπορούσαν να ξεσπούν σε αποδιοπομπαίους τράγους), ενώ το θέμα παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα ταμπού της πολύπαθης χώρας. Trafficking, μορφή πρώτη: Χιλιάδες Εβραίες από την Ανατολική Ευρώπη βρέθηκαν στην Αργεντινή μέσω ταμάτων νέας ζωής ή γάμου, καταλήγοντας σε πορνεία παρά την θέλησή τους. Trafficking, μορφή δεύτερη: Χιλιάδες νέες από την Ανατολική Ευρώπη βρίσκονται σε Δυτικές χώρες μέσω κοινής (αυτ)απάτης με ίδια κατάληξη. Ο γιος του μπαντονεονίστα που είχε αγαπήσει και απαγάγει μια τέτοια πόρνη συναντά με τη σειρά του μια ανήλικη πόρνη από το Κοσσυφοπέδιο σε αυτοκινητόδρομο έξω από το Παρίσι.

Σ’ έναν άλλο παράλληλο μα εν τέλει εφαπτόμενο κόσμο, οι Εβραίοι συνέχιζαν το δικό τους θέατρο, προσθέτοντας στοιχεία αργεντινής μουσικής (ταγκό κλπ.) και δημιουργώντας ένα ιδιότυπο γίντις μουσικό θέατρο. Το λαϊκό αυτό έργο (που είχε γραφτεί από επαγγελματία προξενητή και αναφερόταν σ’ έναν ευαίσθητο προαγωγό που πήρε πάνω του το έγκλημα μιας πόρνης, προφανώς αλλοιώνοντας μια φρικιαστική πραγματικότητα) διαπλέκεται και κληρονομικά με την αληθινή ζωή δεκαετίες αργότερα: και στις δυο περιπτώσεις ο άγγελος υπερασπιστής της αγαπημένης του πόρνης υφίσταται τις σκληρές συνέπειές των πράξεών του. Στον τραγικό κόσμο του trafficking και του εμπορίου λευκής σάρκας, φαίνεται πως τίποτα δεν αλλάζει, παρά μόνοι οι τόποι και τα ονόματα. Μένουν οι προσωπικές αντιστάσεις του καθενός, κι εδώ λάμπουν.

Αργεντινός πλην αυτοεξόριστος στο Παρίσι μετά την επάνοδο του Περόν (1973) όπου και άρχισε την σκηνοθετική του περιπέτεια σε φιλμ και βιογραφίες (Ζαν Κοκτώ, Σάρα Μπερνάρ, Αντρέι Ταρκόφσκι), ο Κοζαρίνσκυ (γενν. 1939), πήρε …μεταγραφή στις μελέτες (Ο Μπόρχες και ο Κινηματογράφος, 1974) και την λογοτεχνία. Εκεί «ζωγραφίζει» ως μικροφορμίστας, δηλώνει μαθητής όχι των μεγάλων αργεντινών αλλά του … Χένρι Τζέιμς και συντομογράφος της έκφρασης πετώντας κάθε περιττό στοιχείο – εξ ου και το μικρό μέγεθος του βιβλίου του, απ’ το οποίο θα έπρεπε να παίρνουν μαθήματα τόσοι δικοί μας συγγραφείς που θέλουν να ξεπερνούν το 450σέλιδο. Σ’ αυτό το «θεατρικό μέσα στο μυθιστόρημα» σφίγγονται οι αρμοί της πλοκής και στύβονται οι μελοδραματικοί χυμοί, μαστορεύοντας ένα ιδανικό documentary fiction

Οι ξεθωριασμένοι τοίχοι, οι λεκέδες από υγρασία στο ταβάνι, όπου, παρά τα διαφορετικά σχήματα, αναγνωρίζει τα ίδια πρόσωπα που έβλεπε και σ’ εκείνους της πανσιόν, η μυρωδιά της σόμπας κηροζίνης, που δεν μετριάζεται από τα φύλλα ευκαλύπτου που βράζουν σ’ ένα σκεύος τοποθετημένο στη φωτιά, όλα σβήνουν σιγά σιγά, μαζί με τις μέρες που μπερδεύονται και τις ώρες που άλλοτε δεν περνούν κι άλλοτε σκοντάφτουν η μία πάνω στην άλλη. Κάποια στιγμή θα ξαναγίνει η παιδούλα που τρέχει σ’ ένα χωματόδρομο, ανάμεσα σε ακακίες και φλαμουριές, και σωριάζεται στο δροσερό χορτάρι κουτρουβαλώντας ώσπου να της κοπεί η ανάσα, σε μια χώρα που έχει αλλάξει όνομα, μέσα σε σύνορα που έχουν αλλάξει θέση, προσπαθώντας να φανταστεί τον αδιανόητο κόσμο που την προσμένει στην άλλη πλευρά του ωκεανού. [σ. 73]

Συντεταγμένες: Εκδ. Πάπυρος, 2008, μετάφραση Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μετάφρασης Δήμητρα Παπαβασιλείου, επίμετρο Αλμπέρτο Μανγέλ, σελ. 177 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).  

Κάτι για τον δρόμο: Φεύγοντας περάστε από ένα ακόμα δωμάτιο με σκούρα ταπετσαρία: εκεί περιμένει ο Librofilo να εκφράσει τον ενθουσιασμό του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

07
Ιαν.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 1

David Sedaris, Holiday on ice (1997).

Ιδού μια εικόνα – απάντηση για όλους όσους, όπως κι εγώ, αναρωτιούνταν πού τρώει, πού κάνει την ανάγκη του και πού κοιμάται ο Άγιος Βασίλης στο μεγάλο του ταξίδι στις χώρες των σπιτιών και στις οδούς των καμινάδων. Μένουν δύο εξώφυλλα να μου λύσουν τις άλλες δυο απορίες. Με την ακριβή μετρονομική γεωμετρία της, αν η φωτογραφία αυτή ήταν κινηματογραφικό πλάνο, θα είχε σκηνοθετηθεί από τον Peter Greenaway. Ο David Sedaris γνωρίζει καλά να αναδεικνύει τις ευτράπελες και απομυθοποιητικές πλευρές όλων μας. Των Αγίων συμπεριλαμβανομένων.

06
Ιαν.
10

Ερίκ Βεστφάλ – Εσύ και τα σύννεφά σου

 

Αγγέλων Βήμα

Η συνείδηση που μας έδωσαν κυλάει στο πετσί μας σαν καυστικό δηλητήριο.

Η «περι-γραφή» της ψυχοπάθειας και της τρέλας έχει σαφώς διαγράψει πολλαπλές τροχιές στην λογοτεχνική – θεατρική σφαίρα, σε σημείο να αντιμετωπίζει, πλέον, ως θέμα, συγκρίσεις και κορεσμούς. Όμως υπάρχουν πάντα χαραμάδες για νέους φωτισμούς στο σκοτεινό της κόσμο και πίσω από μια ακόμα στήθηκε ο Westphal: την οικιακή της περίφραξη, την προστασία του «συννεφιασμένου» από ένα αγαπημένο πρόσωπο, την αφοσίωση σε μια τραυματισμένη ψυχή (που βγάζει σύνολο δύο τραυματισμένες ψυχές) με κάθε τίμημα. Εν τέλει την επιθυμία για όσο το δυνατό πιο «κανονική» ζωή, που όμως κόβεται βίαια από τα τρομερά κεραυνοειδή ξεσπάσματα της ασθένειας.

Δυο ώριμες αδελφές ζουν απομονωμένες, σχεδόν έγκλειστες στο πατρικό σπίτι. Στα πρώτα λεπτά παρακολουθούμε την μικρότερη Αντέλα να επιστρέφει σπίτι απ’ τα ψώνια, μεταφέροντας στην Ερνεστίνα τα φευγαλέα «νέα» του έξω κόσμου. Εκείνη χαράζει την πραγματικότητα με έξυπνες, κοφτερές φράσεις. Ακόμα κι όταν αναφέρεται στο μυθιστόρημα που διαβάζει: Αν ο ήρωας δεν ξέρει τι θέλει, πώς εγώ να βγάλω συμπέρασμα; Μοναδική τους κοινωνική επαφή και φίλος του αποθανόντος ζωολόγου πατρός (που όσο ζούσε κανόνιζε τα πάντα αλλά απέφευγε το ουσιώδες) είναι ο Ζομπρόβιτς, που σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πως προμηθεύει κάθε φορά την Ερνεστίνα με έναν πίθηκο από τα εργαστήριά του. Εξίσου κλιμακωτά αποκαλύπτεται η ζοφερή οικιακή συνθήκη: η διασαλευμένη αδελφή (που όμως έχει διαλείψεις εκπληκτικής διαύγειας, ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο;) χρησιμοποιεί το άτυχο ζώο για να ασκεί εξουσία και όταν εκείνο δεν υπακούσει ξεσπάει πάνω του μοιραία και μέχρι να πάρει σειρά ο επόμενος. Όταν όμως σταματήσει η ενοχική τροφοδοσία, τότε ένας ανυποψίαστος περιοδεύων πλασιέ κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση τους.

Με τα ίδια κρίσιμα εκρήγματα χαρακώνεται και η σχέση των δύο γυναικών. Για την Αντέλα η Ερνεστίνα υπήρξε το μόνο σημαντικό πράγμα της ζωής της. Απαρνήθηκε τα πάντα για να βρίσκεται δίπλα της κι έμεινε κι εκείνη αφίλητη, αχάιδευτη, αφλέρτιστη, αταξίδευτη και ανεπάγγελτη. «Αγία της μοναξιάς» που δεν επιθυμεί επιβεβαίωση, αλλά ούτε και τις ανελέητες ειρωνείες και την σκληρότητα με την οποία την διαποτίζει στις κρίσεις της. «Ιδού η θυσιαζόμενη Αντέλα, άξια του παραδείσου ή ένας ακόμα ρόλος για να γεμίσει η ζωή της» λέει η μία, «Μήπως η χαριτωμένη τρέλα σου είναι πλαστή, ένα παιχνίδι, μια μάσκα;» απαντά η άλλη, σε μια αντίστροφη Baby Jane σχέση, όπου οι δυο πρωταγωνίστριες ηθοποιούν ιδανικά.

Η τρίτη κατά σειρά παραγωγή του σχήματος «Αγγέλων Βήμα» αποτελεί ένα ακόμη δύσκολο εγχείρημα: ένα κείμενο σκληρό από τη μία, ποιητικό από την άλλη, δραματικό από την τρίτη, ανέλπιστα κωμικό σε σημεία, σαν κλινικό πείραμα με ανθρώπους ενίοτε, σαν παιδικό παιχνίδι ακόμα, τρομακτικό στο βάθος του, κι ας μένει η εφιαλτική κάμαρα των πιθήκων κλειστή στην άκρη της σκηνής, κι ας ανάβουν τα φώτα μόνο όταν η βία έχει ήδη ξεσπάσει και δεν διακρίνεται τίποτα, γιατί όταν έρχονται τα σύννεφα, η καταιγίδα συχνά είναι βουβή και αξέσπαστη, αλλά πάντα τραγική. Γιατί σε τέτοιες βαθύτατα αιμοδεσμικές σχέσεις, η αγάπη γίνεται σαρκοφάγα και η όποια αυτοθυσιαζόμενη ύπαρξη κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση του πειραματόζωου.

Σκηνοθ. – σκην. – κοστ.: Κοραής Δαμάτης, μτφ.: Χαρά Μπακονικόλα, μουσ.: Χρίστος Θεοδώρου. Παίζουν: Αντιγόνη Βαλάκου, Σμαράγδα Σμυρναίου, Αντώνης Θεοδωρακόπουλος, Δημήτρης Μπικηρόπουλος. / Αγγέλων Βήμα, Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια /Τετ. και Κυρ.: 19:15, Πέμ. – Παρ.: 21:15, Σάβ. 18:15 και 21:15.

[Éric Westphal – Toi et tes nuages, 1969] 

Πρώτη δημοσίευση: www.mic.gr

05
Ιαν.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 0

Το Ευρετήριο των Εξωφύλλων

1. David Sedaris, Holiday on ice, 1997

2. Margaret Atwood, Moral Disorder, 2006

3. Mario Vargas Llosa, Lituma en los Andes, 1993

4. Ali Smith, Free love and other stories, 1995

5. Kurt Vonnegut, God bless you, dr Kevorkian, 1999

6. Alasdair Gray, Unlikely stories, mostly, 1983

7. Jean Paul Sartre – Existentialism is a humanism, 1956

8. Italo Svevo – La Coscienza di Zeno, 1923

9. Friedrich Dürrenmatt, The possible is monstrous. Selected poems [2010]

10. David Lodge, Nice work, 1998

11. Isaac Bashevis Singer, Gimpel the fool, 1953

12. Malcolm Bradbury, Eating people is wrong, 1959

13. Patrick White, The tree of man (1955)

14. Maria Moreno, Vida de vivos. Conversaciones incindentales y retratos sin retocar (2005)

15. Bruce Chatwin, In Patagonia (1977)

16. Andres Trapiello, Mania (2008)

17. Neal Pollack, Alternadad (2007)

18. Tom Stoppard, Plays, 1 (1996)

19. Julio Cortazar, Hopscotch (1963)

20. Monica Ali, In the kitchen (2009)

21. John Kenny – John Banville [Visions and Revisions. Irish Writers in their Time] (2008)

22. J.G. Ballard – High/Rise (1975)

23.George Orwell, Animal Farm (1945)

24. La Pàgina, 13 y 14 (χ.χ.)

25. Nick Hornby, Fever Pitch (1992)

26. David MacFadyen, Joseph Brodsky and the Baroque (1988)

27. Tonino Benacquista, Saga (1997)

28. G.K. Chesterton, Orthodoxy (1908)

29. William Faukner, Collected Stories (1950)

30.José Saramago, O Evangelho Segundo Jesus Cristo (1991)

31.Stephen Amidon, Security. A novel (2009)

32. Jackie Kay, Off Colour (2008)

33.Miguel Vitagliano, Cuarteto para autos viejos (2008)

34. David Mitchell, Ghostwritten (1999)

35. Gustave Flaubert, Bouvard et Pécuchet (1881)

36. Juan Carlos Onetti, El poso (1939), La muerte e la nina (1973)

37. Granta, 110 (άνοιξη 2010), Sex

38. Bruce Chatwin, In Patagonia (1977)

39. Ricardo Piglia, Nombre Falso (1975), Respiración artificial (1980), El último lector (2005)

40. Carson McCullers – The Ballad of the Sad Café (1943)

41. Haruki Murakami – South of the Border, West of the Sun (1992), Victor Pelevin – Om On Ra (1996), Josh Emmons – The loss of Leon Meed (2005), Muriel Spark – The Snobs (2005)

42. Silvina Ocampo, Autobiografía de Irene (1948), Mercè Rodoreda, La plaza del Diamante (1962), Zelda Fitzgerald, Save me the waltz (1932), Irish Murdoch, A severed head (1961)

43. Boris Vian, Le Loup-Garou (1970), Gullaume Apollinaire, Alcools. Poems (Donald Revell, 1995), Jean Genet: Born to Lose. An illustrated critical history (Jeremy Reed, 2005)

44. Douglas Coupland, Eleanor Rigby (2004), Don DeLillo, Love Lies Bleeding (2005), Tom Stoppard, Arcadia (1993)

45. Nick Hornby – Juliet naked (2009), F. Scott Fitzgerald – The curious case of Benjamin Button (1922), Dara Horn – The world to come (2006)

46. David Lodge – Thinks (2002), Roberto Arlt – Os sete loucos (1929), Marjane Satrapi – Persepolis (2000)

47. J.G.Ballard – Crash (1973) , περ. Re/Search #8-9 (1984), Concrete Island (1974)

48. Claude Simon – The Trolley [Le tramway] (2001), Banana Yoshimoto – Hardboiled and Hard Luck (1999), Henry Miller – The Colossus of Maroussi (1941)

49. Jerome K. Jerome, Three Men in a Boat (To Say Nothing of the Dog) (1889)

50. Koji Suzuki – Loop (1998), Hanif Kiureishi – The Buddha of Suburbia (1990), Arto Paasilinna – Petits suicides entre amis (1990) κι ένα περιοδικό από μια χώρα που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία (1988)

51. Οrlando Guillén –  El Costillar de Caín (2001), O. Paz, A. Chumacero, J. E. Pacheco, H. Aridjis – Poesía en Movimiento. México 1915-1966, (1966), Octavio Paz – Posdata (1970)

52. Περιοδικό Ptolemaic Terrascope [χωρ. αρ. τευχ.]

53. Περιοδικό Υπόστεγο, τεύχη 1 (Ιούνιος 1987), 4 (Νοέμβριος 1988), 6 (Καλοκαίρι 1992)

54. Gustav Meyrink – Der Golem (1914)

55. Camilo José Cela – La Colmena (1951)

56. Georges Perec – La vie. Mode d’ employ (1978)

57. Lord Dunsany – Arthur C. Clarke & Lord Dunsany: A Correspondence (1998), Jorken borrows another whisky (1954), Collected Works (2007)

58. Οδός Πανός, τεύχος 118, Παρουσία τεύχος 18, Εντευκτήριο, τεύχος 53

59. Νίκος Μπακόλας – Ο κήπος των πριγκήπων (1989), Εμβατήρια (1984), Η μεγάλη πλατεία (1995)

60. Jorge Luis Borges – Labyrinths (1962), Ficciones (1944)

61. Murdoch Iris – A Severed Head (1961), Nuns and Soldiers (1980), The Flight from the Enchanter (1956)

62. Ian Gibson, Η δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα / Η ποίηση του Λόρκα / Λόρκα – Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας

63. Franz Kafka – Amerika, The Castle, Der Prozess

64. John Fowles – The Collector (1963)

65. Roald Dahl – Danny the champion of the world (1975), Switch Bitch (1974), My Uncle Oswald (1979)

66. Siri Hustvedt – The summer without men (2011), Carol Anshaw – Aquamarine (1992), Amélie Nothomb – Human Rites [Les combustibles] (1994)

67. Haruki Murakami – Kafka on the shore (2002), Alain Robbe Grillet – Le voyeur (1955), Frantz Kafka – The trial (1925)

68. David Mamet – Oleanna (1992)

04
Ιαν.
10

Ρομπέρτο Αρλτ – Οι 7 τρελοί

Θέλω να γίνω μάνατζερ των τρελών, των αμέτρητων παραγνωρισμένων ιδιοφυϊών, των ανισόρροπων που δεν έχουν πρόσβαση στα πνευματιστικά και μπολσεβικικά κέντρα… Αν τους ξεγελάσεις για τα καλά, αν τους ενθαρρύνεις αρκετά, είναι ικανοί για πράξεις που θα σας έκαναν να ανατριχιάσετε. Γραμματιζούμενοι της μπάρας, εφευρέτες της γειτονιάς, προφήτες της ενορίας, πολιτικοί του καφενείου, φιλόσοφοι των κέντρων διασκέδασης: αυτοί θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της οργάνωσής μας. [σ. 191]

Να κι ένα πεδίο όπου ο Μπόρχες έπεσε έξω: η περιφρόνησή του για την γραφή του Ρομπέρτο Αρλτ μοιάζει πια αδικαιολόγητη και αναρωτιόμαστε σήμερα τι μπορεί να μην άρεσε στον καθολικό εκείνο αναγνώστη, καθώς ο Αρλτ (1900-1942) υπήρξε μια πραγματικά ιδιαίτερη περίπτωση. Μιλάμε για έναν πυρετοκίνητο γραφέα, με εμμονές στο κακό και το ανήθικο, έναν πλάστη αρνητικών ηρώων που όμως ξεσπούσαν στις ακρότητές τους μέσα σε απόλυτα αληθινά κοινωνικά δεδομένα. Γιατί ήταν η ίδια η εποχή που ωθούσε όλους αυτούς τους παραπεταμένους στα άκρα, ήταν η ίδια η ζοφερή πραγματικότητα που δικαιολογούσε τις αναίσχυντες πράξεις τους.

Ήδη από την πρώτη σελίδα ο Ρέμο Ερδοσάιν βρίσκεται ενώπιον τριών ανωτέρων της Σακχαροποιίας όπου εργάζεται, ακούγοντας: Υπάρχει μια καταγγελία ότι μας έχετε κλέψει εξακόσια πέσος. Αισθάνεται άδειος, ένα κέλυφος ανθρώπου, κινούμενο από τον αυτοματισμό της συνήθειας. Βρίσκεται ξανά «στη ζώνη της αγωνίας» και της ονειροπόλησης μιας ζωής όπου το αύριο δεν θα αποτελεί συνέχεια του σήμερα, αλλά θα είναι πάντα διαφορετικό και εσαεί απροσδόκητο. Η ένταξή του στην επαναστατική οργάνωση του Αστρολόγου (και Αρλτικής αλτ-περσόνας) είναι θέμα χρόνου. Αυτή η οργάνωση που μοιάζει με αίρεση, τσίρκο και τρομοκρατική ομάδα μαζί σκοπεύει να τιμωρήσει κάθε έμπορο, πλούσιο ή αστό και να μοιράσει κοινωνικά δίκαια και ευτυχίες χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα κι όλες τις εκδηλώσεις σκοτεινών ενστίκτων. Αναπόφευκτα θα ποδοπατήσει και κάθε ηθική διάκριση. Τα φλογοβόλα (για να κλέψω τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του Αρλτ) κίνητρά τους αναβλύζουν από την ταξική ταπείνωση που βιώνουν καθημερινά, εγείροντας εκδικητικές τάσεις και νικηφόρα οράματα. Ο βασικός κινητήρας της επανάστασης θα είναι ένα οργανωμένο πλέγμα πορνείων. Ο Νιτσεϊσμός ας επικρατήσει κάθε Μανιχαϊσμού. Οι Άγγελοι Εξολοθρευτές δεν εγγυώνται κανένα παράδεισο. Ας γίνει κόλαση, λένε, καλύτερη θα είναι από το παρόν.

Μια ομήγυρη σκληρών, αυτοκαταστροφικών και παραβατικών τύπων, ο Μελαγχολικός Μαστροπός, ο Ταγματάρχης, ο Χρυσοθήρας, ο Άντρας Που Είδε Την Μαία, η αγέρωχη Χωλή Ιπόλιτα, κι άλλες εξπρεσιονιστικές καρικατούρες και «υιοί της απώλειας» θα εξεγερθούν όχι μόνο για να ζήσουν αλλά και για να μπουν βαθύτερα στο νόημα της ζωής, να θρέψουν τις υπαρξιακές τους πείνες. Ιδού ένα επικίνδυνο μίγμα: πλήξη και απόγνωση μαζί. Είναι εμφανής η αιμομιξία του Αρλτ με τις λογοτεχνίες του Κακού και τους Λωτρεαμόν, Ντοστογέφσκι, Κάφκα, Γκομπρόβιτς, Κόχουτ, Βίτκιεβιτς αλλά και μια ανεστραμμένη Ζωή των Μποέμ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι συνδέσεις με το παρόν: τα σχέδια των χημικών επιθέσεων, ο τρόπος προσηλυτισμού που μοιάζει με των αιρέσεων, η δυστοπία των μηχανών που θυμίζει εξίσου Φριτς Λανγκ και Σοσιαλιστικό Ρεαλισμού, η θεωρητική σκευή του Ολοκληρωτισμού. Εκείνος που θ’ ανακαλύψει το ψέμα που χρειάζεται η μάζα θα γίνει ο Βασιλιάς του Κόσμου. [σ. 195]

Ο Μπόρχες θαύμαζε τους λούμπεν ανθρώπους των κακόφημων πλευρών του Μπουένος Άιρες, ίσως επειδή δεν μπορούσε ποτέ να τους μοιάσει. Ο Άρλτ δεν είχε πρόβλημα: αυτές ήταν οι παρέες του και συχνά ζούσε σαν κι αυτούς. Οι 7 τρελοί συνεχίζουν στα Φλογοβόλα, που μαζί με το Λυσσαλέο παιχνίδι και τον Μάγο Έρωτα (1926 – 1932 αντ.) είναι τα μοναδικά μυθιστορήματα του Αρλτ, προτού ανακοπεί η ταχύπαλμη (σαν τη γραφή) καρδιά του. Από διηγήματα και θεατρικά, ξεχείλιζε, όμως αυτός ο ασπούδαχτος – εργάτης – δημοσιογράφος διαβάστηκε περισσότερο ως οξυγράφος χρονικογράφος (τιτλοφορούσε τα χρονογραφήματά του ως οξυγραφίες) εφόσον η αδιαφορία του για γραμματικές και ορθογραφίες και η άτακτη και συχνά ασύνδετη γραφή του τού στέρησαν την αποδοχή ως συγγραφέα. Σήμερα η επίδρασή του στην αργεντινή λογοτεχνική μοντερνικότητα θεωρείται δεδομένη, ο Πίγλια (βλ. πιο κάτω) τον αναφέρει δεόντως και με δέος, ενώ παραμένει άγνωστος στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτοί χάνουν.

Στην πραγματικότητα ποσώς μ’ ενδιαφέρει αν με θεωρούν ιδιοφυΐα ή όχι. Τα λόγια δεν έχουν μεγάλη σημασία για όσους είναι προορισμένοι για έργα. Εκείνοι τρέφονται με άσκοπα λόγια είναι οι περιθωριακοί του πνεύματος. Εγώ θέτω στον εαυτό μου το εξής ερώτημα, η απάντηση του οποίου δεν εξαρτάται από τις πνευματικές μου ικανότητες: Μπορώ να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους; Και πλησιάζω πρώτα πρώτα τους αθλίους, προσφέροντάς τους ένα ψέμα για ν’ ασχολούνται, ένα ψέμα το οποίο να τους κάνει ευτυχισμένους ικανοποιώντας την ματαιοδοξία τους…Και οι φτωχοδιάβολοι αυτοί, που εγκαταλειμμένοι στον εαυτό τους δε θα ήταν τίποτε άλλο από παρεξηγημένοι τύπο, γίνονται το πολύτιμο υλικό με το οποίο θα παράγουμε τη δύναμη…τον ατμό… [σ. 192-193]

Συντεταγμένες: Εκδ. Ροές, 2008, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 345, με προλογικό σημείωμα και σημειώσεις της μεταφράστριας (Roberto Arlt, Los siete locos, 1929)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

03
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 44

Άλβαρο Μούτις, Αμπντούλ Μπασούρ. Ο ονειρευτής των καραβιών, εκδ. Άγρα, 1998, μτφ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, σ. 192-193 (Alvaro Mutis, Abdul Bashur, Soñador de navíos, 1991).

Η απαρίθμηση των πιο διαφορετικών και εφήμερων επαγγελμάτων του Μπασούρ από τότε και ύστερα θα γέμιζε πολλές σελίδες. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά για τα οποία κάνει νύξεις στην αλληλογραφία του και άλλα για τα οποία μου μίλησε ο Μακρόλ: διακινητής πορνογραφικών περιοδικών και φωτογραφιών στο Χαλέπι, προμηθευτής ειδών διατροφής για τα καράβια στην Αμμόχωστο, εργολάβος βαφής των πλοίων στην Πόλα, γκρουπιέρης στη Βηρυτό, τουριστικός οδηγός στην Κωνσταντινούπολη, ψευτοστοιχηματίας για να παρασύρει αφελείς σε μια αίθουσα μπιλιάρδου στο Σφάξ, προμηθευτής κοριτσιών σε μπορντέλο της Ταγγέρης, λαντζέρης στην Τρίπολη, αγοραστής συναλλάγματος στη μαύρη αγορά στο Πόρτ Σάιντ, διευθυντής ενός τσίρκου στον Τάραντα, προαγωγός στο Σερσέλ, τροχοακονιστής στην Μπαστιά και ταυτόχρονα έμπορος χασίς. Αυτός ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί, όμως είναι ήδη επαρκής για να καταδείξει το βαθμό της αθλιότητας και της απάθειας στην οποία έφτασε ο φίλος μας, ο ίδιος εκείνος περήφανος και πολυμήχανος Λιβανέζος εφοπλιστής που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια στην Ουραντά. Παρά τα ψαρά και απεριποίητα γένια του και τα πολυκαιρισμένα ρούχα του από τη χρήση τους σε τόσα διαφορετικά επαγγέλματα, με τα οποία μου είχε εμφανιστεί πολλές φορές στη διάρκεια εκείνης της καθόδου του στην κόλαση του υπόκοσμου, ο Μπασούρ διατηρούσε ακόμα τις κομψές χειρονομίες όταν μιλούσε, ασυντόνιστες πάντα προς τα λόγια του, κι εκείνη την τόσο προσωπική και συγκινητική γοητεία του που ήταν αποτέλεσμα του καυστικού και λακωνικού χιούμορ του, της μόνιμης περιφρόνησης του πεπρωμένου του χωρίς το παραμικρό παράπονο και εκείνης της συγκινητικής και ιδιαίτερης αφοσίωσης στους φίλους του.

Στον Άρη Σφακιανάκη.

02
Ιαν.
10

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2009)

Η ιδέα της απούσας πόλης είναι κάτι πολύ ζωντανό για μένα. Κάθε φορά που περπατώ στο Μπουένος Άιρες ανακαλύπτω κάποιο δρόμο, κάποιο μέρος όπου έχω ζήσει στο παρελθόν, που πια δεν είναι αυτό που ήταν, που συνεχίζει να υπάρχει εκεί, διαφορετικό απ’ αυτό που ήταν. Είναι μια πόλη που πια δεν υπάρχει αλλά συνεχίζει να είναι παρούσα ως μια χαμένη προσωπικότητα.

Ακόμα κι όταν απαντάει σε ερωτήσεις ο Ρικάρντο Πίγλια [Ricardo Piglia, γεν. 1940] ανάβει πολλαπλά φωτάκια σκέψης και συνείδησης, πόσο μάλλον όταν γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Βέβαια είναι η μικρή φόρμα εκεί όπου έχει θαυματουργήσει αυτός ο υπέροχος Αργεντινός, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς εκείνου του Νότου και οποιουδήποτε Νότου. Στο Πλανόδιο τούτο Αφιέρωμα η Ελένη Κεφάλα συζητά μαζί του, μεταφράζει κείμενά του (όπως το εκπληκτικό Η τρελή και η ιστορία του εγκλήματος) και μας εισάγει στο έργο του, έναν κόσμο όπου δίνεται φωνή στις πιο ετερογενείς και ετερόκλητες παραδόσεις και αφηγήσεις.

Αν ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του, όπως είχε πει ο Μπόρχες, τότε αυτός ο Αργεντινός έχει πίσω του ολόκληρη παρέα: Κάφκα, Μεσεδόνιο, Αρλτ, Χέμινγουέι, Μπρεχτ, Ονέτι (Το Ναυπηγείο του οποίου σεναριακά μετέπλασε για ταινία) και πολλούς ακόμα. Με μια προσωπική αισθητική συγκρητιστική δυο αντίρροπων πόλων (Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ρομπέρτο Αρλτ) οι σύντομες φόρμες του ή αλλιώς κείμενα μικρού μήκους ή αλλιώς μικροαφηγήσεις εκφράζουν «τις εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση τις ολοκληρωτικές αφηγήσεις». Για τον Πίγλια η έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους αφήγηση ιστοριών, η λανθάνουσα προφορικότητα του είδους (το διήγημα ως μια εφήμερη εκδοχή σε μια σειρά άπειρων δυνάμει παραλλαγών), η αφηγηματική οικονομία και η αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαίου καθιστούν το διήγημα «ανώτερο» του μυθιστορήματος στον συλλογικό ψυχισμό. Και διατηρείται πάντα το ερεθιστικό ερώτημα: Μέχρι ποιό σημείο μπορεί να συμπυκνωθεί μια ιστορία;

Κατά τα άλλα, ο Σλοβάκος γείτονας Jan Zambor γίνεται πλέον και ψυχικός μας πλησιαστής χάρη στα εννέα ποιήματα που μεταφράζει ο Κάρολος Τσίζεκ και σε υπέροχες συνθέσεις όπως το «Μια γυναίκα απ’ τον ανώνυμο κόσμο» από την συλλογή Ένα άλογο στον οικισμό (1983), οι Τάσος Πορφύρης και Βασίλης Μανουσάκης καταθέτουν διηγήματα και όπως πάντα το κύριο σώμα βρίθει ποιημάτων (Γιάννης Δάλλας, Ιωάν. Σ. Ρώσσης, Αγγελική Σιδηρά, Γρηγορία Πούλιου κ.ά.). Ο Φώτης Τερζάκης περιδιαβαίνει Κένυα και Τανζανία στα κειμενο-φωτογραφικά Υποσαχάριά του και στο τέλος του διαδρόμου και πάντα στη θέση του ο Αρχιληξίαρχος. Αυτή τη φορά έχει εντοπίσει ένα κείμενο του Βασίλη Βασιλικού για τους μπίτνικς εν έτει 1962 και επ’ ευκαιρία ανασκοπεί τις πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής περί αυτών κριτικής.

-Γράψε μας κάτι ακόμα, Ρικάρντο. –Ένα διήγημα πάντα διηγείται δυο ιστορίες. Η αλήθεια μιας ιστορίας εξαρτάται πάντα από ένα συμμετρικό επιχείρημα που αναπτύσσεται κρυφά. Το να τελειώνεις ένα διήγημα σημαίνει να ανακαλύπτεις το σημείο τομής που σου επιτρέπει να μπεις στην άλλη πλοκή.[238 σελ.]

Εκδότης: Γιάννης Πατίλης, planodion@otenet.gr

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr




Ιανουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.043.922 hits

Αρχείο