Αρχείο για Φεβρουαρίου 2010

28
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 52

Friedrich Christian Delius, Τα αχλάδια του Ρίμπεκ, εκδ. Ροές, 2004, μτφ. Αλεξία Καλανταρίδου, επιμέλεια – επίμετρο Τατιάνα Λιάνη, σ. 62 (Die Birnen von Ribbeck, 1991).

Στην ίδια ευθεία, ακριβώς στο τέλος των αγρών, υψώνονταν σωροί ολόκληροι τα σκουπίδια, που καθημερινά διογκώνονταν απ’ τα φορτηγά τα οποία έρχονταν από το δυτικό Βερολίνο, οι χημικές σας λάσπες ενώνονταν με τα δικά μας υπολείμματα των φυτοφαρμάκων στο μη στεγανοποιημένο έδαφος κι έφτιαχναν μια μάζα που κατέληγε στα υπόγεια νερά κι έπειτα στα ύδατα του ποταμού Χάφελ – εκεί κατέφευγαν όλοι οι αρουραίοι της περιοχής – κι έπειτα ανέβαινε στην επιφάνεια σε μορφή υδρατμών και σύννεφων σκόνης, ενώ το βαρύ μέταλλο πετούσε ανάλαφρο πάνω απ’ τα κεφάλια των γλάρων,

ποιος δε θα ’θελε να πετάξει, όπως οι γλάροι και τα κοράκια, πέρα απ’ αυτή τη γηρασμένη, δηλητηριασμένη γη, να ξεχάσει όλα τα τείχη, τα γερά εκείνα τείχη στα μακρινά σύνορα, τα ετοιμόρροπα στο ιπποστάσιο, να τραβήξει μακριά, πάνω απ’ τους αγρούς και τα χωριά, να ξαναγεννηθεί, να ξαναρχίσει και πάλι απ’ την αρχή ή να ξυπνήσει στ’ ανάκτορο, για μια και μόνο φορά στη ζωή του, πριν απ’ το μπουντρούμι των γηρατειών, να ζήσει στ’ ανάκτορο, …

Στην Χρύσα Γεωργακοπούλου
27
Φεβ.
10

Beach House – Teen Dream (Sub Pop, 2010)

 

Η ανιψιά του Michel Legrand ντύνεται με γαλάζια φορέματα, ποζάρει πάνω σε συννεφιασμένες ξύλινες γέφυρες, παίζει πλήκτρα με έμπνευση και τραγουδά με ερμαφρόδιτη φωνή. Ο Alex Scally αναλαμβάνει το πλήρες υπόλοιπο οργανιστικό μέρος της ομορφιάς. Τα σπίτια τους είναι όπου βρίσκονται οι φίλοι και οι τζαμοπαρέες, δηλαδή η Βαλτιμόρη και το πρώτο τραγούδι που τους έκανε γνωστούς έλεγε για ένα περιβόλι γεμάτο μηλιές. Από το 2006, δυο χρόνια μετά τον σχηματισμό τους, κυκλοφορούν δίσκους ανά δυο χρόνια (S/T, Devotion, παρόν – οι δυο πρώτοι στην Carpark), όλους ίδιους στην ομορφοσύνη τους: μελωδικοί, μελω-δραματικοί, δίνουν ένα τελικώς αληθές περιεχόμενο στον χαζούλικο όρο dream pop.

Η γαλλοθρεμμένη και κλασσικοσπουδαγμένη δεσποσύνη που μας παραδίδεται ολόκληρη με τις σπηλαιώδεις φωνητικές της χορδές και ο παιδικός της φίλος τριπλασιάζουν λοιπόν τις σαγήνες τους. Υπάρχει μια πλήρης γοητεία στον τρόπο που πολτοποιούν τις μαργαριταρένιες κιθάρες τους και τα χρυσοσκονισμένα τους πλήκτρα σε τραγουδισμένα γλυκίσματα, όπως υπάρχει και κάτι το νοσηρό και υπερομαντικό στο μούσκεμά τους σ’ αυτούς τους μουλτιδεαλιστικούς στίχους.

Αρχικά καταθέτουν προσφορά ένα κομμάτι που μας χρωστούσαν για χρόνια οι Galaxie 500 προτού βυθιστούν ολοένα και περισσότερο στην ενδοσκόπηση (Zebra) και κατόπιν ασημώνουν ένα κόσμημα με Neil Young γυαλιστικό (Silver Song). Ως μονίμως διαφωνών με τις επιλογές των σινγκλς δεν βλέπω τίποτα το κυκλοφορίσιμο σε Norway (Kate Bush ψιθύρισε κάποιος) αλλά ως επιρρεπής των εύκολων πλην μαγεμένων ακουσμάτων, υποχωρώ υποκλινόμενος στο Walk in the Park και την αυθεντική shoegaze ερωτοτροπία κιθαριστικών και πληκτρικών tremolos. To αληθινό shoegaze υπόβαθρο βέβαια βρίσκεται πιο κάτω κι ακολουθεί λαχανιαστά το κρεσέντο του 10 Mile Stereo, ένα κομψοτέχνημα που έχει θέση στον κατάλογο της καλύτερης 4AD

Διαβάζω τις γνώμες για τον δίσκο και χαζεύω και χαζεύομαι με τις ηχητικές διασυνδέσεις: Big Star, κάπως ναι, John Lennon, λίγο τραβηγμένο, 80s Synth Pop, σαφώς, Mazzy Star ή Hope Sandoval σόλο, στο κλίμα ναι στη φωνή όχι, Slowdive, κατά κάποιο τρόπο, Grizzly Bear, κατά άλλο τρόπο, St. Vincent, τι;. Ακόμα και Nico… όμως η Βικτωρία είναι μεν τραγουδίστρια – υπνωτίστρια αλλά χωρίς την τευτονική δωρικότητα της παγωμένης μας μούσας – εκτός αν εννοούν αυτό το αργόσυρτο τράβηγμα στο τέλος των λέξεων ή εκείνη την ατμόσφαιρα… Ατμόσφαιρα, να μια λέξη κλειδί για τους Beach House. Απεναντίας, οι παραπομπές στην Stevie Nicks (σε μια εντελώς σύγχρονη, ηλεκτρονικοποιημένη εκδοχή) και την dreamy pop εκδοχή των Fleetwood Mac έχουν κάποια βάση. Άλλωστε εκεί δεν έπαιζε φωνητικά και ο άλλος ά-φυλος λάρυγγας του Lindsay Backingham;

Τι σημασία έχει; Όλες αυτές οι επαναλαμβανόμενες, αντηχητικές κιθάρες και τα αραχνοΰφαντα back φωνητικά, όλα αυτά τα στοιχειωτικά, ναρκωτικά μελοδράματα και τα λόγια για εκείνον τον τρόμο «να γλιστρήσει ο άλλος απ’ το μυαλό» σου οριστικά και αμετάκλητα ή να τον συναντήσεις βιαστικά στο κλιμακοστάσιο της κόλασης κάνουν πάλι το θαύμα τους. Άλλα τρίβια: Η Legrand τραγούδησε το Slow Life από το soundtrack του Twilight: New Moon και στο Two Weeks των Grizzly Bear, ο παραγωγός των οποίων (αλλά και των Yeah Yeah Yeahs, TV on the Radio, Blonde Redhead) Chris Coady βρίσκεται μαζί τους για δεύτερη συνεχή κυκλο-φορά, ενώ η κανονική κυκλοφορία συνοδεύεται από DVD με βίντεο του κάθε τραγουδιού, γυρισμένο από διαφορετικούς σκηνοθέτες. Αν και όλα αυτά τα τραγούδια από μόνα τους πλάθουν τόσες εικόνες, που αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου για να δεις σκηνές και σκηνές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Φεβ.
10

Robert Knoth – Πιστοποιητικό Τσερνομπίλ 000358. Τέσσερις ζώνες πυρηνικής καταστροφής στην πρώην Σοβιετική Ένωση

Ο αριθμός του τίτλου ανήκει στην Λευκορωσίδα Άνια που από τα 4 της ζει μια «νέα» ζωή γεμάτη πόνο εξαιτίας του καρκίνου από το ατύχημα στο Τσερνομπίλ και αφορά το πιστοποιητικό που της εγγυάται δωρεάν φάρμακα και περίθαλψη. Οι 4 ζώνες του τίτλου αφορούν τις κυριότερες εστίες ραδιενεργής μόλυνσης με θύματα εκατομμύρια κατοίκους. Είκοσι χρόνια μετά το «ατύχημα» η πυρηνική βιομηχανία επανέρχεται δριμύτερη, ανεξάρτητα από τα εκατοντάδες συνεχιζόμενα πυρηνικά ατυχήματα, τις χωματερές ραδιενεργών αποβλήτων και τις «καταραμένες γωνιές του πλανήτη».

Τσερνομπίλ: 600.000 εκκαθαριστές στάλθηκαν στην σφραγισμένη ζώνη για να σβήσουν τα νέφη, να θάψουν χωριά, να καλύψουν τους δρόμους με νέα άσφαλτο. Τι απέγιναν όσοι δεν θάφτηκαν σε μολύβδινα φέρετρα για να μη μολυνθεί το έδαφος. Νότια Ουράλια, Μαγιάκ, «το πιο μολυσμένο σημείο του πλανήτη». Τα απόβλητα από την κατασκευή πυρηνικών κεφαλών χύνονταν στο ποτάμι – εξ ου και «η αρρώστια του ποταμού», ενώ μια δεξαμενή εξερράγη το 1957. Ο γεωργός που καθάρισε το ποτάμι ζει ακίνητος γιατί τα κόκαλά του έγιναν τόσο εύκαμπτα που σπάνε με την παραμικρή του κίνηση. Σιβηρία, Σεβέρσκ / Τομσκ-7, πόλη – έδρα της Κοινοπραξίας Χημικών Επιχειρήσεων της Σιβηρίας, μια από τις 50 κλειστές πόλεις – απαγορευμένες για επισκέπτες. Πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις για τους πυρηνικούς επιστήμονες, αλλιώς θα μεταγραφούν σε κράτη Τρίτου Κόσμου και σε «ξένες» βιομηχανίες όπλων μαζικής καταστροφής. Πολλαπλές κλοπές ραδιενεργών υλικών, ελάχιστοι φρουροί, δωροδοκήσιμοι. Ο καθηγητής και δημοσιογράφος που δημοσίευε σχετικά, πιέστηκε να σταματήσει, καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας του, απολύθηκε. Πεδία πυρηνικών δοκιμών στο Σεμιπαλατίνσκ: χιλιάδες στρατιώτες στάλθηκαν για έλεγχο αντοχής οργανισμού και εξοπλισμού και πέθαναν ταχύτατα.

Η Άνια περνάει την ζωή της στο κρεβάτι, εκεί δέχεται δάσκαλο και φίλους. Είναι πολύ αδύναμη για να κουνηθεί αλλά πρέπει να αλλάζει θέση κάθε 15 λεπτά για να μην «ανοίξει» το σώμα της. Οι γονείς πίνουν συνεχώς καφέ για να βρίσκονται ξύπνιοι δίπλα της. Ακόμα και στις επόμενες γενιές το ραδιενεργό καίσιο και το στρόντιο είναι αδύνατο να αφαιρεθούν από τα οστά. Αμέτρητα παιδιά αδυνατούν να συγκεντρωθούν ή να κρατήσουν κάτι στα χέρια τους ή έχουν ανύπαρκτη μνήμη, αμέτρητοι άνθρωποι απλά περιμένουν να εκραγεί η ωρολογιακή βόμβα που κουβαλούν μέσα τους. Κόσμος που ποτέ δεν ενημερώθηκε, έμεινε αβοήθητος στην αντιμετώπιση των συνεπειών, χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας.
Στα σφραγισμένα χωράφια βόσκουν γελάδια, το νερό όπου βράζεται το ρύζι έρχεται κατευθείαν από τα ορυχεία ουρανίου. Η ραδιενέργεια είναι αόρατη, άοσμη και άηχη αλλά βρίσκεται παντού.

Ο φωτογράφος Robert Knoth και η δημοσιογράφος Antoinette De Jong ταξίδεψαν σε Καζακστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία για λογαριασμό της Greenpeace και κατέγραψαν δραματικές ανθρώπινες ιστορίες που συνεχίζουν να διαλύουν ανθρώπους τη στιγμή που οι δικές μας αναμνήσεις τους ξεθωριάζουν. Επειδή στην Άνια και στις Άνιες αξίζει κάτι παραπάνω από ένας αριθμός πιστοποιητικού. Αυτό το βιβλίο δεν θα έπρεπε να είναι άγνωστο αλλά να βρίσκεται στην πρώτη προθήκη κάθε βιβλιοπωλείου. Ας γίνει μια εξαίρεση στο σχετικό «ενοίκιο» πάγκου για μια φορά.

Εκδ. Αιώρα, 2006, σελ. 80, εισαγ. Νίκος Χαραλαμπίδης (Ελλ. Γραφ. Greenpeace), τα έσοδα πωλήσεων σε Greenpeace (Certificate no. 000358 /Nuclear Devastation in Kazakhstan, Belarus, the Urals and Siberia, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Πρώτη φωτογραφία: H Annya Pesenko όταν ήταν καλύτερα. Δεύτερη φωτογραφία: Κυριακή απόγευμα στο Narodichi, Ουκρανία, λίγα χιλιόμετρα από την Ζώνη – 1. Ένα νεαρό αγόρι βουτάει στο μολυσμένο πεπρωμένο του.

25
Φεβ.
10

Χίλαρυ Μάντελ – Πέρα από το μαύρο

Πρόβατα με βρομερό μαλλί απ’ τα καύσιμα των αεροπλάνων και πυλώνες πάνω στα βοσκοτόπια: ένα σκηνικό ακριβώς σαν του Peter Greenaway. Στα περίχωρα του Λονδίνου, γύρω απ’ τους κόμβους της Μ25 και τις εισόδους της Μ3 και Μ4, απ’ το Χάμερσμιθ ως το Κίνγκστον ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα η παχύσαρκη, παντοιοτρόπως πληθωρική Άλισον, επαγγελματίας μέντιουμ, πομπός μηνυμάτων νεκρών προγόνων. Οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνονται σε ετοιμόρροπα κοινοτικά κτίρια των 60ς και των 70ς, των οποίων οι επιστάτες συνήθως ήταν οι χαζοί του χωριού, με χαλιά που κολλούν απ’ τη βρόμα και τοίχους με την μυρωδιά της μούχλας. Φυσικά στα μεγάφωνα ακούγεται το Dancing Queen.

Η Άλισον όμως επικοινωνεί κάλλιστα και με τον πανωκοσμικούς, ως αναγνώστρια των σκέψεων του κοινού της, γνωρίζοντας καλά τις τεχνικές σαγήνης και από-παρα-πλάνησης του: Απομονώνεις τις φωνές, διαλέγεις μία, αναγκάζεις τις άλλες να υποχωρήσουν έστω και με τη βία, γιατί υπάρχουν και στον άλλο κόσμο υπερφίαλα πλάσματα, μετά παίρνεις τη φωνή του πεθαμένου που διάλεξες και την ταιριάζεις με τον ζωντανό, με τα αυτιά που είναι πρόθυμα να ακούσουν. Και δίνεις στον κόσμο ένα σκούντημα, όχι τρόμο, απλά απαλύνεις τις αιχμές του φόβου και της δυσπιστίας. Δεν έχει σημασία που τα γούρικα οπάλια που διατείνεται πως είναι ρωσικά κειμήλια, ήρθαν αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου. Πόσοι από σας νιώθετε καμιά φορά ότι έχετε ικανότητες μεντιουμ;

Μαζί της στα επαρχιώτικα ξενοδοχεία η βοηθός της Κολέτ που μαεστρεύει όλες αυτές τις παραστάσεις και την σώζει σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές, ακόμα κι όταν την περιμένουν οι πελάτες την ώρα που φεύγει ξεπνοϊσμένη απ’ την πίσω πόρτα στα χλωμά φώτα ή το ψιλόβροχο. Εξουθενωμένη γιατί και η ίδια αισθάνεται τα τσιμπήματα των πεθαμένων και τις τσαντισμένες τους δαγκωνιές. Καθώς το αναπόσπαστο δίδυμο ή μάλλον τρίο (εφόσον η Άλ κατατρέχεται από ένα σαδιστικό και ενίοτε γραφικό αρσενικό πνεύμα Μόρις) περιοδεύει ανά τα κατάγκριζα και μελαγχολικά του πνευματιστήρια, ξεδιπλώνεται ολόκληρη η μικροαστική αγγλική ζωή απ’ τα θλιβερά προάστια, εκεί όπου τα πάρκινγκ βρίσκονται εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η πλατεία, ως τα καταθλιπτικά ξενοδοχειακά δωμάτια.

Οι δυο αντιστικτικά διαφορετικές και τελικά αλληλοεξαρτώμενες γυναίκες θα αρχίσουν να γράφουν ένα κοινό βιβλίο με τις πείρες τους κι εκεί θα ανοίξει το κουτί της θλιμμένης και βασανισμένης Πανδώρας: μνήμες, οικογενειακοί τραυματισμοί, ποικίλοι βιασμοί. To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό: όλοι εκείνοι που «βοηθούν» ψυχή τε και σώματι τους άλλους να ξεφύγουν από τα φαντάσματά τους, πώς διαχειρίζονται τα δικά τους; Μπορούν απλώς να ξεγελούν τον τρόμο τους με αυτή την ενασχόληση ή έχουν ελπίδες να λυτρωθούν απ’ τα δικά τους μαρτύρια;

Η ίδια η συγγραφέας έχει ομολογήσει πως η παιδική της ηλικία ήταν διάσπαρτη από άλυτες μεταφυσικές και σχεδόν εωσφορικές μνήμες. Και δεν εγκατέλειψε τα ερωτήματα που είχε από τότε: από πού πηγάζει ο φόβος, τι θέλουν τα στοιχειά του καθενός μας, γιατί οι παιδικές μας ηλικίες ήταν βουτηγμένες σε τρομώδη μεταφυσική. Αλλά δεν παύει να είναι μια τυπική βρετανίδα (γενν. 1952, επαρχία Μάντσεστερ), που έχει σπουδάσει καλά το εκλεκτό κι εκλεγμένο αγγλικό μυθιστόρημα (Γκρέϊαμ Γκριν, Μιούριελ Σπαρκ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άλασνταιρ Γκρέι). Γι’ αυτό κι έχει πάντα τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο χειρισμού της «άλλης» πλευράς: ρεαλισμός, μαύρη κωμωδία, πνεύμα και πνευματισμός, σπαρταριστή κριτική αλλά και κλείσιμο στο μάτι προς το ανεξήγητο.

Χάρη στο ιστορικό της μυθιστόρημα Wolf Ηall ήταν εκείνη που φέτος σήκωσε το κύπελλο … Booker αφήνοντας απλά μετάλλια για τους J.M. Koetzee, A.S. Byatt, Sarah Waters. Προηγήθηκαν σπουδές στο Σέφιλντ, συζυγική ζωή σε Μποτσουάνα και Σαουδική Αραβία, πρώτο γράψιμο εκεί, ζωή από τα 20 της με προβλήματα σε πόδια και έντερα, ξεγλίστρημα από τα επιβεβλημένα … ψυχοφάρμακα και μια δεκάδα μυθιστορημάτων.

Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, 482 σελ., με σημείωμα της συγγραφέως (Hilary Mantel, Beyond Black, 2005)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

24
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Θεσσαλονίκη. Επιλογή κειμένων: Σάκης Σερέφας.

Ήδη από τον πρόλογο ο παιγνιωδέστερος των συγγραφέων μας Σερ Κυρ Σάκης Σερέφας είναι πανέτοιμος να ξεγυμνώσει την λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη: κάθε εργοτάξιο λεξιχρησίας, κειμενική γειτονιά και μικροπολιτεία τεχνημένων λόγων θα μας φανερωθεί εδώ, σε μια πλήρη κάτοψη της αλεξίλεξης πόλης.

Η σύναξη είναι πλήρης! Εδώ τα γεννήματά της, ο Τάσος Χατζητάτσης με τους ατέλειωτους Εσπερινούς του, ο Ανέστης Ευαγγέλου με τις περιπλανήσεις του, ο Αλμπέρτος Ναρ με τις μνήμες του, ο Δημήτρης Μίγγας με τα ενύπνιά του, ο Δημήτρης Δημητριάδης με τις φλογώσεις του, ο Γιώργος Δέλιος με τις μονολογίες του, η Σοφία Νικολαΐδου με τις ανεξάντλητες μικροϊστορίες της. Εδώ και η χορεία των ποιητών της πόλης – Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Ζωή Καρέλλη, Αλέξης Τραϊανός και Γ.Θ. Βαφόπουλος που την αποτύπωσε οριστικά ως Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα./Κοιμητήρι μ’ επάλληλους/πολυώροφους τάφους νεκρών,/που ροχαλίζουν. Παράμερα αλλά όχι απόμερα και άλλοι ξεχασμένοι πλην εκλεκτότατοι λογοτέχνες όπως ο Νίκος Α. Κοκάντζης και ο … μακεδονομάχος Γεώργιος Μόδης, και ακόμα βορειότεροι αλλά άλυτα αιχμαλωτισμένοι της, όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Αλέξανδρος Ίσαρης και ο Γιώργος Χειμωνάς που εδώ έψαχνε να εντοπίσει εαυτό και Πεισίστρατο, ο Τριαντάφυλλος Πίττας ή ο Γιώργος Καφταντζής.

Διαβάζω κι εκείνους που κάποτε γνώρισα ως ταπεινός τερματοφύλακας της μπάρας του Ερωδού της Διαγωνίου, περάσματος γραφέων και λογογραφέων, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη με τα συνεργεία του, τον Γιώργο Κάτο με τα νεκροταφεία του, τον Σάκη Παπαδημητρίου με τις ηχογραφήσεις του, τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους με τα οράματά του, τον Σταύρο Ζαφειρίου και τον Ηλία Κουτσούκο που θέλω να πιστεύω πως στον πάγκο μου εμπνεύστηκαν μερικές λέξεις τους (για τον «Αλκοολικό Χριστουγεννιάτικο Πεζοναύτη» του τελευταίου θα έβαζα και στοίχημα). Κι ένα τραπέζι πάντα για τον Κώστα Λαχά μ’ εκείνο το εκπληκτικό κείμενο για μια λέξη που έπεσε ανέλπιστα στο δρόμο, Κασσάνδρου και Πολιορκητού γωνία, αναστατώνοντας μια ολόκληρη περιοχή.

Κι έχω γίνει ήδη φίλος με πολλούς ήρωες που ξαναπερνούν από εδώ, τον Διαβασημέρη του Πάνου Θεοδωρίδη (από το αλησμόνητο «Τι Εφύλαγεν Αυτός ο Χαμαιδράκων;», από το οποίο αδυνατώ να επιλέξω ένα μόνο κείμενο), με τον Υψόφοβο και Υψιπετή του Δημήτρη Καλοκύρη και τον ερωτοχτυπημένο μ’ ένα απειρόκαλλο πλάσμα μια μέρα όπου όλα έμοιαζαν μ’ εκδρομή μέσα στην πόλη (Σάκης Σερέφας, Τελικά μπούτι ήταν). Στο πορνειακότατο Βαρδάρι ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης βλέπει πως «τα βαμμένα και βωμόλοχα γραΐδια, φάτσες παράξενες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ινδάλματα της οθόνης» και ο Έντμουντ Κίλι έφτασε στο τέρμα της αθωότητάς του αλλά ο Θωμάς Κοροβίνης αναγνωρίζει όλες τις μυρωδιές των αλλοτινών λαδάδικων και του παλιού σταθμού γιατί μ’ αυτούς χνωτίζονταν οι χαρακτήρες του.

Κείμενα από τις εκδόσεις της Διαγωνίου, του Εντευκτηρίου, της Εγνατίας, της Νέας Πορείας και του Παρατηρητή, του Τριλόφου, οι λεωφορειακές διαδρομές της Ζυράννας Ζατέλη από τον Σοχό «που θύμιζαν χορόδραμα και στροφοδίνη», οι βαλκανικές μυθιστορίες της Έλενας Χουζούρη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του καταξεχασμένου Άγγελου Δόξα και σύγχρονων εντόπιων όπως η Στέλλα Βογιατζόγλου κι ο Γιώργος Αδαμίδης, άλλοι που έζησαν και δημιούργησαν εδώ (Κάρολος Τσίζεκ, Μανόλης Ξεξάκης), αλλόπολοι όπως ο Γ. Θέμελης, ο Μάρκος Μέσκου κι ο Μίμης Σουλιώτης, αλλόγλωσσοι ποιητές που έγραψαν για την Θεσσαλονίκη (ανθολογημένοι ήδη σε άλλη Σερέφεια έκδοση), και σπουδαίοι συγγραφείς: Μισέλ Μπυτόρ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Πίτερ Μπύξελ και κάποιος Μπόρχες.

Από άλλους ξεχασμένους δρόμους πέρασε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εδώ ο Γ. Κιτσόπουλος συνεξέδωσε τον Κοχλία, στις ξενοδοχειακές ταράτσες του Καραγάτση ακούγονταν slow-fox και Stormy Weather, τις Νέες Φυλακές Κασσάνδρου μνημείωσε ο Τάσος Δαρβέρης. Δεν λείπει φυσικά η χορεία των αγιασμένων της: ο Πατέρας της Μητέρας Πόλης κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο αειδιάβαστος Γιώργος Ιωάννου, ο αλησμόνητος Τόλης Καζαντζής….

Ίσως πάλι, όπως γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάει, τελείωσε, η πόλη αυτή είναι αποφασισμένη να μην ξεφωνίσει ποτέ την κατάντια της. Μια πόλη ξεφωνημένη που φόρεσε ράσα για να το κρύψει μορφάζει αηδιαστικά σ’ όλη τη γκάμα της μιμητικής, υποκρίνεται όσα δεν είναι, ενώ όσα είναι, έχοντάς τα από καιρό θάψει στα θεμέλια των σπιτιών της, βγάζουν ένα τρομακτικό θόρυβο, σα να ’ναι μιλούνια οι ποντικοί που αλωνίζουν το υπέδαφος. Κανείς δεν τους βλέπει, κανείς δεν τους ακούει, αν δεν το θελήσει, κι όμως αυτά τα ποντίκια είναι ο κύριος λόγος της αγωνίας της. Κι ας κάνει πως τραγουδά, κι ας καμώνονται πως την τραγουδούν (…). Μια πόλη χωρίς υποσυνείδητο, χωρίς εφιάλτες και όνειρα, στερημένη τη δυνατότητά της να ερωτευτεί το μέλλον (γιατί τι άλλο μπορεί να ερωτευτεί μια πόλη;) λουφάζει, μετατρέποντας το μικρό σε μεγάλο και το αντίστροφο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2002, 2η εμπλουτ. έκδ. 2006, 471 σελ., φωτ. Άρις Γεωργίου, Καμίλο Νόλλας.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

23
Φεβ.
10

Τζορτζ Στάινερ – Errata. Ανασκόπηση μιας ζωής

Ποιο ποίημα θα μπορούσε να κλονίσει το Λευκό Οίκο, όπως κλόνισε τον Στάλιν το επίγραμμα του Μαντελστάμ;

Γιατί errata, «αμαρτημένα», «παροράματα»; Γιατί όσα ενδιέφεραν αυτόν τον τρίγλωσσο συγγραφέα, κοσμοπολίτη ερευνητή, διανοητή δοκιμιογράφο, συγκριτολόγο καθηγητή, κειμενοκεντρικό αναγνώστη και ουμανιστή πνευματάνθρωπο (γενν. 1929) πάντοτε αποτελούσαν σύμφωνα με τον ίδιο, παραφωνίες πολιτισμού και παραλειπόμενα κείμενα προσωπικότατου τόνου. Να τον πιστέψουμε; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στα δώδεκα αυτά εκτενή κείμενα που δεν αφηγούνται γεγονότα, αλλά σκέψεις του πάνω στα γεγονότα και στοχασμούς πάνω στη ζωή – και μόνο όσες αξίζει να μάθουμε, σε μια αυτοέκθεση κατά την οποία μιλάει ο ίδιος στον εαυτό του και όχι για τον εαυτό του, όπως προοιωνίζει ο μεταφραστής, ένας από τους ελάχιστους που βούτηξαν στην σταϊνερική γλώσσα χωρίς φόβο αλλά με πάθος.

Μια παιδική ηλικία που μετατράπηκε σε απαιτητική γιορτή, μια προνομιούχα νεότητα γεμάτη βιβλία, πολυπολιτισμικούς και πολυπολιτιζόμενους προγόνους, η ανεπανάληπτη λάμψη της κεντροευρωπαϊκής ζωής, το παράδοξο ενός κοσμικού ιουδαϊσμού που αναζητούσε εμβληματικές εγγυήσεις στη γερμανική φιλοσοφία, λογοτεχνία και μουσική, Βιέννη, Παρίσι, Νέα Υόρκη (καθώς αντιλήφθηκαν έγκαιρα τον δράκο του ναζισμού). Πώς έφτασε στις λέξεις; Ακούγοντας τον πατέρα του να διαβάζει Όμηρο: σαν τα σχέδια ενός ζωηρόχρομου μωσαϊκού σκεπασμένου με άμμο, όταν του ρίχνεις νερό, οι λέξεις, οι διατυπώσεις, απέκτησαν για μένα μορφή και νόημα…Και βρήκα τον πρώτο μου Όμηρο. Ίσως όλα τα υπόλοιπα να είναι απλώς μια υποσημείωση εκείνης της ώρας. (σ. 41). Ο φαταλισμός του Αχιλλέα τού έμαθε την ασημαντότητά μας – η σκληρή υπενθύμιση πως όλοι χρωστάμε στο θάνατο μια ζωή, κι ας ευθυμούσε ο Φάλσταφ πως χρωστάμε στο Θεό μια ζωή. Μαθητεία στον έρωτα και τον θάνατο από την Βερενίκη του Ρακίνα, στην απώλεια από τον Κλήρο του μεσημεριού του Κλωντέλ, στην έκφραση του κόσμου από τον Σαίξπηρ. Η εντολή του Απόλλωνα στο ριλκεϊκό ποίημα, Άλλαξε τη ζωή σου υπήρξε γι’ αυτόν η καρδιά του νοήματος μιας νέας ζωής.

Ποιος πέρα από μια χούφτα ποιητές και ειδικούς εκτός Γερμανίας και Ιταλίας, δοκιμάζει τα δώρα που έφτιαξαν για την ανθρωπότητά μας ο Χαίλντερλιν και ο Λεοπάρντι; Οι σειρήνες της διδασκαλίας και της ερμηνείας του ακούστηκαν όταν κάποτε κλήθηκε να βοηθήσει τους συμφοιτητές του: συζητώντας σε μια κουζίνα για το Χρυσό Κύπελλο του Χένρυ Τζέιμς τους ρώτησε αν είχαν προσέξει πως το όνομα της Φάννυ Ασσινγκχαμ συγχώνευε, κραυγαλέα, τρεις ονομασίες οπισθίων (anus, ass, ham), εμπνέοντας σιωπή και δέος!

Πλατωνιστής αναρχικός σύμφωνα με αυτοχαρακτηρισμό του, χωρίς ένταξη σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο αλλά πάντα στρατευμένος, πολύγλωσσος και πολυμαθής, τίμησε με τα κείμενά του τα Economist, New Yorker, Times Literary Supplement, New York Review of Books, Observer, δοκίμασε τα πάντα, οπτικές, κουλτούρες, σχολές και γραφές, αλλά δεν σταμάτησε να επιμένει: Όπως υποσχέθηκε κι ο Τρότσκι, ακόμα κι ένας Αριστοτέλης ή ένας Γκαίτε υπάρχουν για να ξεπεραστούν. Όλη αυτή η επιτομή της εδραίωσης των σταϊνερικών τόπων, με κείμενα αφιερωμένα στην γλώσσα, στον ιουδαϊσμό, στη μουσική, και φυσικά στον γραπτό πολιτισμό γίνεται με πλήρη λογοτεχνικότητα (και με ασύλληπτη σειρά επιθέτων!)

Άραγε υπάρχουν μειονεκτήματα στο να ταξιδεύει κανείς ανάμεσα στις γλώσσες, να είναι διπλός, τριπλός ή ακόμα και τετραπλός πράκτορας πέρα από τα σύνορα της ταυτότητας; Ορισμένες φορές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μόνο ο μονόγλωσσος ή το άτομο που είναι ασυμβίβαστα ριζωμένο στη μία και γενέθλια γλώσσα του θα έχει πρόσβαση σ’ όλη την έκταση και τα βάθη της. Η πραγματική ιστορία όμως της δυτικής λογοτεχνίας (και της φιλοσοφίας και των επιστημών) δείχνει στην αντίθετη κατεύθυνση. (…) Ο Μλίτον είναι απολύτως σπίτι του με τα ιταλικά∙ το ποιητικό βιβλίο που έγραψε το 1645, ίσως το πιο ολοκληρωμένο στην αγγλική γλώσσα, είναι πολύγλωσσο. (…)


Σήμερα, και με γοητευτικό τρόπο, ορισμένα ρεύματα στη λογοτεχνία είναι πάλι πολύγλωσσα, ακριβώς όπως ήταν σε όλο τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Ο Τζόζεφ Κόνραντ κι ο Όσκαρ Γουάιλντ, δίγλωσσοι στη δημιουργικότητά τους, περιθωριακοί και πλάνητες στη ζωή τους, παίζουν οργανικό ρόλο σ’ αυτήν τη στροφή. Ο Μπόρχες, ο Ναμπόκοφ κι ο Μπέκετ, για να αναφέρω μόνο τους επιφανέστερους, κινούνται ανάμεσα στις γλώσσες με τέλεια δεξιοτεχνία. Δεν υπάρχουν πολλά πρόσφατα αγγλοαμερικανικά κριτικά πεζά ή αναλύσεις για την ποίηση πιο στέρεα από του Ιωσήφ Μπρόντσκι. Η ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι μειονεκτούν κατά κάποιον τρόπο, ότι αποξενώθηκαν στη γλώσσα ή από τη γλώσσα που διάλεξαν, είναι καθαρή βλακεία
. (σ. 163-164)

Εκδ. Scripta, 2005, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, σελ. 302, (George Steiner, Errata: An Examined Life, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

22
Φεβ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 504 (Φεβρουάριος 2010)

 

Αφιέρωμα στον Ντον Ντελλίλο

Οι αμερικάνοι συγγραφείς πρέπει να στέκονται και να ζουν στο περιθώριο, και να είναι πιο επικίνδυνοι από ποτέ υποστήριζε ο Μπρονξογέννητος συγγραφέας των δώδεκα μυθιστορημάτων και των 2 θεατρικών του Λευκού Θορύβου και του Υπόγειου Κόσμου, τον οποίο μπορούμε εν τάχει να διατρέξουμε ολόκληρο χάρη σ’ ένα αφιέρωμα ασπροπρόσωπα επιμελημένο από τον γερό γνώστη του αμερικάνικου και εν γένει αγγλοσαξονικού μυθιστορήματος Λευτέρη Καλοσπύρο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν παρκαδόρος διάβαζε το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ και δεν έχανε λάιβ απ’ τους τιτάνες της τζαζ (που αναγνωρίζει ως μέγιστη επιρροή του, μαζί με τις ευρωπαϊκές ταινίες και τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό) ως την επιλογή ενός ροκ σταρ ως κεντρικού ήρωα στο Great Jones Street (έναν ύμνο στην κουλτούρα της ομφαλοσκόπησης του ροκ εντ ρολλ) και από την επιχείρηση διαχείρισης του άγχους (που αν υπήρχε το 2001 θα είχε γίνει σκόνη των πύργων) ως την ψυχεδελική μεσογειακή αίρεση στα εμπνευσμένα στην Ελλάδα Ονόματα και το προφητικό της Αλ Κάιντα Μάο ΙΙ, ο Ντελίλλο πήρξε ο κατεξοχήν «οπτικοακουστικός» πεζογράφος της υπερατλαντικής λογοτεχνίας, ένας συγγραφέας της κινηματογραφικής πρόσληψης της πραγματικότητας όπως γράφει ο Τάσος Γουδέλης. Εξετάζονται οι μετατροπές των πολιτικών δραμάτων σε καθημερινές αλληγορίες, οι μορφές της μαζικής υστερίας στο Υπόγειο Κόσμο, οι αποτυπώσεις συνωμοσίας, παράνοιας κι επιστήμης κι άλλες πτυχές των έργων ενός συγγραφέα που έγραψε και έπεισε πως η ιστορία είναι το άθροισμα όλων όσων δεν μας αποκαλύπτουν.

Ακόμη: φάκελος «παρεξηγημένα» χρηστικά βιβλία, απολογισμός ελληνικής πεζογραφίας 2009, συζήτηση με την Έλενα Χουζούρη σχετικά με τον αυτοεξόριστο ήρωα του πρόσφατου βιβλίου της κ.ά.

Δημοσίευση και εδώ.

22
Φεβ.
10

Σαμ Σάβατζ – Φέρμιν. Οι περιπέτειες ενός μητροπολιτικού κατεργάρη

Ο βίος και η πολιτεία ενός βιβλιοπόντικα

Η χρήση του «ευρήματος» του ανθρωπομορφισμού οπωσδήποτε δεν αποτελεί λογοτεχνική καινοτομία, η επιλογή όμως του απεχθέστερου των ζώων ως κεντρικού χαρακτήρα, επιπρόσθετα προικισμένου με τις ευγενέστερες των προθέσεων και τα αγνότερα των συναισθημάτων, σαφώς ακούγεται ως ενδιαφέρουσα «αντιστροφή». Ο αρουραίος Φέρμιν λοιπόν έχει την τύχη να ζει κάτω από ένα παραδοσιακό βιβλιοπωλείο στο ιστορικό κέντρο της Βοστόνης, μια «μήτρα» που θα του αλλάξει τη ζωή. Η αρχική χρήση των βιβλίων ως μόνης διαθέσιμης πηγής επιβίωσης δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανάγνωσή τους και η βιολογική τροφή μετατρέπεται σε πνευματική. Ο Φέρμιν απαρνείται τους ομοίους του και μυείται στον κόσμο των ανθρώπων. Η παρατήρηση οδηγεί στην κατανόηση κι εκείνη με τη σειρά της στην αποδοχή και την επιθυμία για συμμετοχή.

Εισερχόμενος σε αυτό τον ολοκαίνουργιο, φανταστικό κόσμο με οδηγό τα λογοτεχνικά δημιουργήματα της υπέργειας φυλής, αρχίζει μια δεύτερη, «μη πραγματική» ζωή, συνομιλώντας με ήρωες και χαρακτήρες ή και πελάτες του βιβλιοπωλείου. Ανεβαίνει συνεπιβάτης στο ατμόπλοιο της Καρδιάς του Σκότους, αγγίζει την τολστοϊκή Νατάσα, ζεσταίνει τα πληγωμένα χέρια της Τες του Χάρντυ, αφήνει τον Κιτς να παντρευτεί την Φάνι πριν πεθάνει, προσφέροντάς τους μια αλησμόνητη νύχτα σε μια φτηνή πανσιόν στη Ρώμη. Συμπάσχει με την πελάτισσα που αδυνατεί να βρει την Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου και πληγώνεται όταν βλέπει ιδιόχειρες αφιερώσεις στα μεταχειρισμένα βιβλία («θα έπρεπε να θάβουν τα βιβλία μαζί με τους ιδιοκτήτες τους, όπως οι Αιγύπτιοι»).

Σταδιακά ο Φέρμιν εθίζεται στην ανάγνωση και την βιβλιοφαγία αναπτύσσοντας έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, αλλά η ευγένεια, η ευαισθησία και η ωριμότητά του, «ανθρώπινες», υποτίθεται, ιδιότητες, που εξαρχής φαίνεται να είχε συγγραφική αδεία, δεν είναι δυνατόν να έχουν αποδέκτη. Αντίστοιχα, οι εγκεφαλικές του εμπειρίες μένουν ανολοκλήρωτες. Εδώ κοχλάζει ένα από τα καθοριστικά ερωτήματα της φύσης λογοτεχνίας: τα (κορυφαία) έργα της υπάρχουν τελικά για να μας θυμίζουν όσα δεν θα ζήσουμε ή για να μας εμπνέουν να συνεχίσουμε αλλιώς τη ζωή μας; Μπορούμε να αρκεστούμε στις ζωές που, έστω, ζούμε «λαθραία» κολυμπώντας μες τις λέξεις; Αποτελεί η ανάγνωση μια αποκλειστικά μοναχική διαδικασία που στρέφεται και επιστρέφει μόνο στο υποκείμενό της; Ή δικαιώνει το πλήρες νόημά της όταν μπορεί να μεταπλαστεί σε ζωή, όταν τα ευεργετήματά της καθίστανται άμεσα εκμεταλλεύσιμα;

Ο Φερμίν αδυνατεί εκ φύσεως να έχει έστω και τη στοιχειώδη επικοινωνία με τον βιβλιοπώλη (πρότυπό του) ή τους ομογάλακτους επισκέπτες του – ούτως ή άλλως το είδος του είναι επικηρυγμένο στην ανθρώπινη επικράτεια. Όμως αντίστοιχη μοναξιά βιώνει και κάθε όμοιός του μανιώδης αναγνώστης. Η αποκλειστική πνευματική ζωή, η μονόδρομη συνομιλία με τους λογοτεχνικούς ήρωες κρύβει κι αυτή κινδύνους: εθισμό στις λέξεις, εξάρτηση απ’ το διάβασμα, κοινωνική απομόνωση. Εδώ και το «οξύμωρο» της ανάγνωσης: η γνώση του κόσμου συνοδεύεται με ιδιότυπη εξορία, με καταφυγή από τον πραγματικό προς τον χάρτινο κόσμο της. Αυτός ο βιβλιοπόντικας θα υποφέρει από την μοναξιά, χωρίς να μάθει ποτέ αν θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος στην προδιαγεγραμμένη, αφοσιωμένη στην επιβίωση ζωή του.

Ο Σαμ Σάβατζ σπούδασε Φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη και το Γέιλ (όπου και δίδαξε αργότερα), προτού αφοσιωθεί στην συγγραφή. Το Φερμίν κυκλοφόρησε από ελάσσονα εκδοτικό οίκο κι έγινε γνωστό μέσω ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων και ιστολογίων. Ο μύθος και τα «περιφερειακά» του ευρήματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα έργο με πλούσιο υπέδαφος. Πολλές ιδέες θα άξιζαν μεγαλύτερη λογοτεχνική ανάπτυξη, ενώ η γραφή δίνει περισσότερο βάρος στον ταχύ ρυθμό, θυμίζοντας ανάλογα κινηματογραφικά σενάρια ή κόμικς, παρά στην εξεύρεση της κατάλληλης λέξης. Όμως η έγερση ερεθιστικών ζητημάτων έχει συντελεστεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ιστορικά και τοπογραφικά συμφραζόμενα του μύθου, που αναφέρονται μεν στη Βοστόνη των αρχών της δεκαετίας του ’60 αλλά παρουσιάζουν δραματικές ομοιότητες με το σήμερα. Το ιστορικό κέντρο της πόλης και η Πλατεία Σκόλλεϋ οδηγούνται σε σταδιακή παρακμή. Ο Δήμος λαμβάνει σκληρά μέτρα ενάντια στους απόκληρους και έχει σταματήσει να συλλέγει τα σκουπίδια από τους δρόμους, οι επιχειρήσεις σταδιακά κλείνουν, οι βιοτεχνίες μένουν με σπασμένα παράθυρα, τα σινεμά γίνονται λαϊκά υπνωτήρια για αστέγους. Η ισοπέδωση της πλατείας και η ταχύτατη εκποίηση του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και, προφανώς, κινητήρια έμπνευση για τον Φερμίν. Που μας έπεισε για άλλη μια φορά πως ο Άλλος μάς χρειάζεται και χρειαζόμαστε τον Άλλον ακόμα και στους κόσμους που μας ανοίγει η λογοτεχνία.

Εκδ. Λιβάνης, 2006, μτφ. Χριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου, σελ. 222 (Sam Savage, Firmin: Adventures, of a Metropolitan Lowlife, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 20 (χειμώνας 2010). Η φωτογραφία από το http://www.boston.com/…/gallery/influential_streets/ – πιθανώς μέσα από τα μάτια ενός ποντικού.

21
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 51

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, εκδ. Εστία, 1996, μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, πρόλογος – εργοβιογραφία Hannelore Ochs, σ. 132-134 (Thomas Berhnard, Beton, 1982).

Έρχεται κάποια στιγμή που βλέπουμε τελείως καθαρά όλους εκείνους που μας περιστοιχίζουν και ξαφνικά τους μισούμε και τους αποφεύγουμε ή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, κι αυτό επειδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπει ο ένας άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο πάρα πολύ καθαρά, οπότε αποτραβιέται οριστικά από κοντά του. Επί ολόκληρες δεκαετίες πίστευα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μονάχος, πως όλος αυτός ο κόσμος μού ήταν απαραίτητος, ενώ στο βάθος δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητος, μπόρεσα να ζήσω και χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά σου απλώς για να εκτονωθούν, για να σε φορτώσουν όλη τους την αθλιότητα, όλα τους τα βάσανα, αλλά και τη βρωμιά που τα συνοδεύουν. Εμείς πιστεύουμε πως, αν τους καλέσουμε κοντά μας, εκείνοι θα μας φέρουν κάτι ευχάριστο, κάτι ανανεωτικό, όμως συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται και μας παίρνουν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Μας στριμώχνουν σε κάποια γωνιά του ίδιου μας του σπιτιού, απ’ όπου είναι αδύνατον να ξεφύγεις και μας ξεζουμίζουν με τον πλέον αδίστακτο τρόπο έως ότου δεν μείνει τίποτα μέσα μας ή μάλλον μόνο μια έντονη αηδία για το άτομό τους. Στο τέλος φεύγουν κι εμείς μένουμε μονάχοι με όλη μας τη φρίκη. Όταν τους καλούμε να μας επισκεφτούν, είναι σα να φέρνουμε τους βασανιστές μας μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όμως δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να καλούμε πάντοτε αυτούς που κυριολεκτικά μας ξεγυμνώνουν και όταν στο τέλος στεκόμαστε ολόγυμνοι μπροστά τους εκείνοι μας περιγελούν. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει φυσικά να απορεί που σιγά σιγά απομονώνεται εντελώς από τον έξω κόσμο, που κάποια μέρα βρίσκεται εντελώς μόνος, με όλες τις συνέπειες που έχει ένα τέτοιο γεγονός. Μια ζωή λέμε πως ξανά και ξανά πως θα τραβήξουμε τη γραμμή του τέλους, αν και ξέρουμε πως δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Όταν μας έχει βρει κάποια αρρώστια, προσέχουμε πόσο θορυβώδεις είναι οι άνθρωποι και πόσο ασυναίσθητα θορυβούν. Οι άνθρωπο είναι χυδαίοι και εκχυδαΐζουν τα πάντα. Κάνουν θόρυβο όταν ξυπνάνε, κάνουν θόρυβο όπου κι αν βρεθούν, κάνουν θόρυβο κι όταν παν να κοιμηθούν. Επιπλέον μιλούν δυνατά και ασταμάτητα. Είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους, που δεν προσέχουν διόλου ότι όσα λένε ή κάνουν πληγώνουν τους άλλους, τους αρρώστους, όλους εκείνους που είναι σαν εμένα. Έτσι, μας στριμώχνουν σιγά σιγά στο περιθώριο, μέχρι που δεν μας παίρνει κανένας είδηση ότι υπάρχουμε. Αλλά κι ο κάθε άρρωστος αποσύρεται στο δικό του περιθώριο. Γιατί  η κάθε ζωή, η κάθε ύπαρξη, ανήκει αποκλειστικά σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, και κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να εκτοπίσει, να απωθήσει, να εξωστρακίσει από τη ζωή τον άνθρωπο αυτόν. Εμείς φεύγουμε έτσι κι αλλιώς από μόνοι μας, ανήκει κι αυτό στα δικαιώματά μας.

Στον Αλέξανδρο Ασωνίτη

19
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Βόλος. Επιλογή κειμένων: Κώστας Ακρίβος

Μα πώς έστριψα έτσι λέει κι εννοεί τη ζωή του, πώς γλίστρησα πάνω στις μουσικές και βρέθηκα στο αντίθετο ρεύμα, τι την ήθελα εγώ την μετωπική σύγκρουση, έφαγα μια ζωή σε διαδρομές, απ’ τον Pachelbel προς τα κάτω, πάρ’ τε την από μπροστά μου, ποιος ξέρει πώς την λέν’ τη μουσική που θα με περιμένει κάπου, τι θα μου ζητήσει….και παίρνει τη στροφή κάπως πιο ανοιχτά, πιο ατημέλητα από άλλοτε, και τότε το βλέπει να ’ρχεται μ’ όλα τα φώτα του αναμμένα, κόρνα σε ντο μείζονα, καρδούλες στο παρμπρίζ, τι δουλειά έχει μες στο καλοκαίρι αυτό το χριστουγεννιάτικο δέντρο σκέφτεται, κι αφήνεται να βυθιστεί εκκωφαντικά στο πιο εκθαμβωτικό heavy metal.

… έγραφε στο «Μουσικό θέμα για Road Movie» ο Αχιλλέας Κυριακίδης, καθώς ο οδηγός έμπαινε με τα χίλια στο Βόλο, γιατί όπως άλλωστε λέει κι ο Κώστας Ακρίβος, γέννημα θρέμμα της ανθολογημένης μεσο-πολης, απαραίτητη προϋπόθεση μιας οδοιπορίας στις πόλεις είναι ακριβώς να ανακαλύψεις τα περάσματα που οδηγούν σ’ αυτές, τους δρόμους – εισόδους που υποδέχονται και τους δρόμους – εξόδους – πειρασμούς για αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Γι’ αυτό και το εισοδιακό κείμενό του αποκαλύπτει διηγηματικώς έξι τρόπους εισχώρησης στον ιδιαίτατο Βόλο.

Και μετά την σκυτάλη παίρνουν τα γεννήματα / θρέμματα της πόλης όπως ο Μ. Μήτρας («είναι ο θόρυβος που φτάνει σε σημείο εκκωφαντικής σιωπής»), ο Λ. Παπαστάθης, η Λ. Διβάνη, η Σ. Σταυρακοπούλου (για έναν λίβα που κρατούσε τα παιδιά και τα μάθαινε διάφορους τρόπους για να χαίρονται) και ξανά ο ανθολόγος, οι ποιητές Θ. Κωσταβάρας και Β. Στεριάδης και άλλοι. Βέβαια οι πόλεις, οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έφυγαν, όσο κι αν «έφευγαν», εξ ου και το αφήγημα του Κίτσου Μακρή για τα ταξίδια ενός αταξίδευτου ζωγράφου του ταρσανά, που έγραψε την πιο σύντομη χειρόγραφη αυτοβιογραφία και που όλα του τα ταξίδια ήταν περίπατοι μέχρι τα κοντινά του Βόλου. Από την απέναντι ακτή ο Μιχάλης Δήμου ιστορεί ιστορίες που δε μάθαμε: για μια κοινή γυναίκα το όνομα της οποίας έπρεπε να χαραχτεί σε Μνημείο Εθνικής Συμφιλίωσης, προκαλώντας ιερή φρικίαση και διαλογικό αναβρασμό στην πόλη…

Από άλλο δρόμο καταφτάνουν οι αλλότοποι Φ. Δρακονταειδής, Θ. Βαλτινός, Γ. Πάνου, Μ. Κουμανταρέας, Μ. Δούκα, Μ. Τσιρογιάννη, κι όλη η παλιοσειρά του 30, ο Βασίλης ο Αρβανίτης, ο Θάνος Βλέκας, τα Παιδιά της Νιόβης, ο Ιάσωνας του Βασιλικού, η Τυφλόμυγα της Φακίνου και η Σκιά του Σκαμπαρδώνη ενώ από μια αγνή αφήγηση από το εργαστήρι προφορικής αφήγησης του Στέλιου Πελασγού βγαίνει ένα κορίτσι κοκαλωμένο με μια οβίδα καρφωμένη στο φόρεμά της, πίσω στις σκληρές εποχές. Δεν λείπουν φυσικά ούτε οι αλλοεθνείς πρεσβευτές: η Christa Wolf με την Μήδεια της, περιηγητές και ταξιδιώτες κι ο Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο με πολλές Αναμνήσεις, γιατί εδώ γεννήθηκε κι έζησε παιδικά – κι ίσως γι’ αυτό σα να ακούω τις μελωδίες του Κυπουργού απ’ το αφιερωμένο στον ζωγράφο Aenigma Est.

Μένω και ξαναμένω στα δυο κείμενα του εντόπιου Θανάση Νιάρχου: για τις του Δημοτικού δασκάλες του και για «Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια», μια ελεγειακή λίστα ενθυμημάτων, βιβλίων, κειμένων, εικόνων και περιστατικών, με μαθήτριες εκπορνευόμενες, με περιπτερούχους και βοθροκαθαριστές αξιομνημόνευτους, με τον μόνιμο και μοναδικό επισκέπτη της βιβλιοθήκης και για όσους οφείλουμε να σπονδεύουμε κατά τον στίχο του Νίκου Φωκά: Μια τρυφερότητα για τους νεκρούς/Μιας άλλης Ιστορίας έστω/για τις χαμένες τις γενιές.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 2η εμπλουτ. έκδ. 2007, με παλαιότερες και σύγχρονες φωτογραφίες. 307 σελ.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή εδώ. Οι φωτογραφίες από την εξαιρετική ιστοσελίδα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου.

18
Φεβ.
10

Stars In Coma – Sisters (Music Is My Girlfriend, 2009)

 

Αν η Σουηδία βρισκόταν στον Ηλιόλουστο Νότο, στη Σαρδηνία ας πούμε, θα είχα ήδη μεταναστεύσει στη γη της, μια γη όπου ευημερούν τα καλύτερα ποπ φρούτα. Εκτός αν τελικά είναι τα βόρεια κλίματα που εμπνέουν για τέτοιες ζεστές, φρεσκοφουρνισμένες μελωδίες, οπότε πάλι καταλήγουμε εμείς εδώ κι αυτοί εκεί. Άλλος ένας πανάξιος προσοχής περσινός δίσκος ενός σχήματος που εμψυχώνει, πληκτρολογεί και παραγωγάγει ο André Brorsson, στελεχώνεται από μια μπασοκιθαρίστρια, έναν όμοιό της κι έναν ντραμίστα κι έχει καλεσμένους την Linda Anderson (Elfi) και τον Alexis Hall (The Motifs).

Ο ήχος είναι αστραφτερός, εκείνο το είδος της «ανεξάρτητης ποπ» που σου φαίνεται εύκολο να συντεθεί αλλά απορείς γιατί σπανίζει, σαν πιο χαμογελαστοί Vitesse, σαν πιο γρήγοροι Magnetic Fields, σαν λιγότερο μηχανικοί Postal Service και ακόμα πιο ποπ Maps. Θαυματουργούν σε εύηχες μελοδραματικές στιγμές όπως το Amelie (με δύο διαφορετικά τραγούδια σ’ ένα) και το Blame The Boys For Once, αντηχούν από Field Mice έως ηλεκτρονικούς Abba (σίγουρα στο Underneath A Fallen Leaf) και φτάνουν και σε βάθη αγνότερης φολκ (Delta 32) που σημαίνει πως θα θυμηθείτε από Roy Harper έως Belle and Sebastian, ανάλογα τις σπουδές του ο καθένας.

Βγάζοντας ένα σωρό EP από το 2005 κι έπειτα σε Popkonst, Cloudberry, Popfabriken, Edition 59 και τις δυο περίοπτες πια νοτιοαμερικάνικες ποπ φάμπρικες, την βραζιλιάνικη Bolinhas και την περουβιανή Pastilina, με πρόσθετες netreleases από την Monokini, συν δυο ολόκληρους δίσκους (My Sunshine Years , You’re Still Frozen in Time), οι Stars in Coma θαρρείς και πλουτίζουν και πλουτίζονται από τον ήχο όλων των παραπάνω εταιρειών που αποτελούν τους ανθούς της ανεξάρτητης ποπ χλωρίδας σήμερα.

O André μαθαίνουμε πως πάει κι αλλού και το δίνει (το πλήκτρο του), στην Lisa Bouvier and the Pop Messengers ενώ πιάνει κονσόλα στους Tiny Tide, Stella By Starlight, Tvivelfront και άλλους, κοινώς αυτοί όλοι κάνουν συνεχώς αλλαγές και τράμπες, στους δε καλύτερους δίσκους του για τα 00ς χώρεσε μέσα The Avalanches, Ed Harcourt, Embassy, Belle, Ladybug Transistor, Wilco, MGMT, Of Montreal επί τρία κι από ομογάλακτους, δυο Håkan Hellström και μια Florence Valentin. Στο δε διασκευολόγιό τους πάνω πάνω βρίσκονται τα Everywhere των Fleetwood Mac και We are the people των Empire of the Sun. Προτιμήσεις, δισκογραφίες, ακουστικές δοκιμές και άλλα πολλά εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

17
Φεβ.
10

Μουρατχάν Μουνγκάν – Τ’ αερικά του παρά

 

Άλλη μια περίπτωση όπου η γενέτειρα έλκει και απωθεί, γίνεται βασανιστική και ονειρική μαζί, όπως η Γρανάδα του Λόρκα ή το Πιεμόντε του Παβέζε. Εδώ πρόκειται για μια πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας (Μαρντίν), αλλοτινό κήπο μειονοτήτων (κούρδων, σύριων, αράβων), αντικείμενο οθωμανικών καθάρσεων αργότερα, κατά την συρρίκνωση του πολυεθνικού οθωμανικού μωσαϊκού σε μια μόνη επίσημη εθνικότητα, την τουρκική. Εκεί o Μουνγκάν (γενν. 1955) πρωτογνώρισε την σκληρότητα των εθίμων και την ασπλαχνία των φυσικών νόμων της ζωής, εκεί περιπλανήθηκε πάνω σε ξεχαρβαλωμένους δρόμους στο πίσω κάθισμα μιας Φορντ του 1958, εκεί είδε τη δύναμη της ποίησης «που κάνει τις νύχτες πιο βαθιές και πιο μεγάλες».

O Μουνγκάν, ένας από τους σημαντικούς λογοτέχνες της σύγχρονης Τουρκίας (αλλά και σεναριογράφος και θεατρογράφος), αντιλήφθηκε νωρίς πως στοιχειωνόταν από «τα αερικά των λέξεων» και κατακλύστηκε από την επιθυμία να μιλήσει εξ ονόματος εκείνων που δεν είχαν την δυνατότητα να το κάνουν. Ο ίδιος γνωρίζει πως η μετουσίωση του βιωματικού υλικού σε λογοτεχνία δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον όταν οι αναγνώστες αναζητούν συνήθως τον συγγραφέα σε λάθος θέση: τον ταυτίζουν με τον αφηγητή, ενώ διαβάζουν το κείμενο σαν προσωπικό ημερολόγιό του. Όμως το «εγώ» του καλού συγγραφέα δεν βρίσκεται κρυμμένο στους ήρωες αλλά στην ίδια τη γραφή του και είναι ορατό μόνο σ’ εκείνους που ξέρουν να διαβάζουν.

Πρόκειται για μια σειρά κειμένων που γράφτηκαν μέσα σε μια δεκαετία, που κοιτάζουν πίσω στο παρελθόν, σκέφτονται για τον χρόνο και τη μνήμη, θυμούνται τους δυο παραδείσους που όλοι πατήσαμε (της παιδικής ηλικίας και της παλαιότερης εποχής), όχι όμως μελοδραματικά ή νοσταλγικά αλλά σίγουρα συναισθηματικά και ποιητικά, ενίοτε με πικρά καρυκεύματα. Κείμενα – εικόνες μιας ολόκληρης εποχής, τότε που το χάσμα ανάμεσα στην δυτική και την ανατολική Τουρκία άνοιγε ακόμα περισσότερο κι η μετακίνηση στην πολύ σκληρότερη Κωνσταντινούπολη ήταν αναπόφευκτη. Σήμερα βέβαιος πια ότι «οι μειονότητες πετροβολούνται παντού» αλλά και για το «πόση ποικιλία έχει ο κόσμος, πόση σημασία έχει το διαφορετικό», σχολιάζει και συμπληρώνει τις σκέψεις του με μαυρόασπρες φωτογραφίες αφού … Οι φωτογραφίες αποτελούν τεκμήρια χαμένων στιγμών. (…) Χάρη σ’ αυτές αποκτούμε παρελθόν. Θαρρείς πως τους οφείλουμε την πρώτη μας συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, αποκτούμε συνείδηση του εφήμερου…Κι όσο μεγαλώνουμε τόσο εκείνες προσλαμβάνουν νέα νοήματα, πλουτίζουν με νέες ιστορίες. (σ. 43-44)

Εκδ. Scripta, 2007, μτφ. Ανθή Καρρά, 131 σελ. (Murathan Mungan, Paranιn Cinleri, 1996)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

16
Φεβ.
10

Truman Peyote – Light lightning (Whitehaus Family Records, 2009)

 

Η ανάμειξη πρωτόγονων και μοντέρνων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, προφανώς αλιευμένων από τον απεριόριστο διαμαντο-σκουπιδότοπο του διαδικτύου υπήρξε πάντα ευγενές χόμπι του νεαρότατων Caleb Johannes και Eric Farber. Πολύ δε περισσότερο η διαβίωση στην πλέον καλλιτεχνίζουσα γειτονιά της Βοστώνης Jamaica Plains όπου μουσικοί ανταλλάζουν ιδέες, κλέβουν ιδέες, δοκιμάζουν αλλαξοκωλιές και μοιράζονται τα συνεργατικά. Όπως άλλωστε παραδέχονται: όταν αχνίζει τέτοιος οργασμός δημιουργίας γύρω σου, νοιώθεις χαζός να μείνεις ακίνητος.

Η πρώιμη – απ’ τα μέσα του 2007 οπότε και ντουεταρίστηκαν – εμμονή για σύνθεση πασών περίεργων (ακόμα και του μαριναρίσματος του κοτόπουλου) ήχων σε ηλεκτρονικά τετράλεπτα σταδιακά μετατράπηκε αναγκαστικά ή τυχαία σε πιο ορθόδοξα ηλεκτρονικύματα και να ’μαστε στην πρώτη τους κυκλοφορία, τώρα και με τον Jeff Joyal κι άλλους πηγαινοερχόμενους, συν ένα μισό-μισό δωδεκάρι με Many Mansions (απ’ το απέναντι γραφείο στην Whitehaus Family) κι ένα εξίσου επτάιντσο – μεσοτοιχία με Turtle Ambulance. Οι οικογενειακές βιοτεχνίες καλά κρατούν: ο Johannes είναι συν-ιδρυτής της Breakfast of Champs Records μαζί με τον Jimmy Hughes (Turtle Ambulance) και τον Jake Yuhas (DROPA).

Εξ ου και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της δεκάδας τους: δεν είναι μόνο η τέχνη του sampling και η μαστορική του looping, αλλά και όλη η αίσθηση ενός ευάκουστου ηλεκτρονικού πειραματισμού που δοκιμάζει σχεδόν τα πάντα. Οι TP λένε πως χρησιμοποιούν τα υλικά και την επιρροή του dance ήχου, ακριβώς για να μην κάνουν χορευτική μουσική αλλά κάτι απ’ την απέναντι πλευρά – αυτό είναι εμφανές στις τρεις τελευταίες και καλύτερες συνθέσεις. Τα ελάχιστα φωνητικά κομμάτια έχουν τραγανή κρούστα, αλλού μια καλώς εννοούμενη ερασιτεχνική διάθεση μας θυμίζει τον Jad Fair και την εκατονταμελή παρέα του, ακόμα και μερικά άστατα θορυβήματα εδώ ταιριάζουν μια χαρά ακριβώς γιατί κρατάνε όσο πρέπει (λίγο) και βρίσκονται εκεί που πρέπει (γέμιση σάντουιτς σε «προσιτότερες» στιγμές). Οι ελάχιστοι που ασχολήθηκαν με την κυκλοφορία τόνισαν την Animal Collective- ική επίδραση του New Wife, New Life και άλλων αλλά αναρωτιέμαι αν δεν υπήρχαν οι AC ποιοι θα αναφέρονταν. Κι αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ποιοι, με ποιους νωρίτερα απ’ αυτούς κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ.…

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

15
Φεβ.
10

Ολιβιέ Ρολέν – Μερόη

Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές… (σ. 35)

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται στις άκρες του κόσμου, στο Ξενοδοχείο των Μοναχικών στο Χαρτούμ και στην μυθική Μερόη, σ’ αυτό τον δαίδαλο ωμόπλινθων και λαμαρίνας, για να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά. Τουλάχιστο εκεί «δεν είναι κανείς απλώς ξένος αλλά απολύτως αποκλεισμένος από την παραμικρή, ακόμα και φαντασιακή, ανωτερότητα». Τριγυρισμένος από ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί με τον πελεκάνο Χάραλντ, συνουσιάζεται με την Χουρρίγια σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά πού, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά». Ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου κι αυτό, χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες. Προτιμότερο να διαβάζει ξεχασμένες παλιές εφημερίδες (που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη, ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, ίσα ίσα…)

Αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος – εκούσιο φάντασμα, έκθετος στα καύματα του ήλιου, λαθραίος πότης σε μια χώρα όπου το αλκοόλ απαγορεύεται κι όπου ξυπνά «με την αξιοθρήνητη ευκολία ενός καταναλωτή σόδας» που περνάει την ώρα του διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 20ού αιώνα, έκδοση του 1933, επικοινωνώντας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον Σταντάλ και «τους αιώνες που αστράφτουν μέσα σε μια στιγμή», έλκεται από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Γι’ αυτό και διαβάζει τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, άλλου μελαγχολικού εραστή της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο, που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

meroeΌταν τελείωσε η ιστορία του με την Αλφά (η οποία τον είχε κάνει να καταλάβει τι θα ήταν στο εξής για εκείνον η ομορφιά) δεν μετάνιωσε για την βίαιη ευτυχία που έζησε – όταν έχει υπάρξει κανείς βασιλιάς δεν πρέπει να παραπονιέται. Όμως τώρα θέλει να ανασυστήσει όσα έζησε απλά για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Πηγαίνει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, που η γοητεία της είναι ακριβώς η απουσία γοητείας, που ορκίστηκε να μην την ερωτευτεί («κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ εύκολο, πολύ συμβατικό») ώστε να ξαναπεράσουν τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα. Αντιλαμβάνεται την βλακώδη παραδοξότητα του εγχειρήματός του αλλά επιμένει: Ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ίσως καταποντισμένα μεγάλα πράγματα.

Επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας είχε ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους. Εκεί ξαναψάχνει τον εαυτό του: στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

Meroe2Πρόκειται για το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός εκπληκτικού στιλίστα της πένας, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων, που εδώ περισσότερο από ποτέ γίνεται μέσω των ηρώων του – όλοι τους άξιοι επίγονοι των χαρακτήρων του Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι και Τσάι στη Σαχάρα του Πολ Μπόουλς – απύθμενα ειρωνικός (είτε «για τον μεταφορικό και γραφικό Θεό των Χριστιανών, είτε «για μια από τις πολλαπλές ποιητικές συνέπειες που επισύρει η κατάρρευση μιας χώρας [που] είναι η ευημερία του αγριόχορτου»), τραγικά σαρκαστικός και απροκάλυπτα ευαίσθητος. Ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ.

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, 260 σελ. (Olivier Rolin, Méroé, 1998).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

14
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 50

Αλέξανδρος Ίσαρης, «Πολύ δύσκολο (Appasionato)», Ανάμεσά τους η μουσική, εκδ. Άγρωστις, 1994, 55-57.

 Στην πόλη αυτή κάθε επίσκεψη σε φιλικό ή άλλο σπίτι, κάθε περίπατος, κάθε ερωτική συνάντηση, κάθε συναλλαγή, κάθε μετακίνηση ή συζήτηση είχε ένα ιδιαίτερο βάρος, ήταν σαν να μεγεθυνόταν απ’ τους χιλιάδες φακούς που διέθετε το περιβάλλον, λάμβάνοντας έτσι μεγάλες, τεράστιες διαστάσεις, οδυνηρές ή ευχάριστες, αν και οι οδυνηρές ήταν περισσότερες, καθώς όλα δονούνταν μέσα στην ομίχλη των λόγων και των αισθημάτων ή έσφυζαν από ερωτισμό, απ’ αυτόν τον ιδιάζοντα ερωτισμό που κολλούσε πάνω σου σαν υγρασία (…)

Αυτή η γυναίκα που ντύνεται και μακιγιάρεται κάθε μέρα για να προϋπαντήσει το θάνατο και που κανένας απολύτως δε γυρίζει να κοιτάξει, λες και μια τέτοια καρικατούρα είναι πολύ φυσικό να κινείται ανάμεσά μας, σκέφτομαι τι θα σήμαινε γι’ αυτούς που θα την έβλεπαν να περιφέρεται ώρες ολόκληρες σε μια έκταση δυόμισι στρεμμάτων, σε μια οποιαδήποτε περιοχής της Θεσσαλονίκης. Εδώ είναι απλώς μια γριά που αργοπεθαίνει, στη Θεσσαλονίκη θα ήταν ένας μύθος, ένας στόχος για πικρόχολα σχόλια, ένα νούμερο, μια τραγική φυσιογνωμία, ένα δράμα, μια τραγωδία, που οπωσδήποτε θα αναστάτωνε το περιβάλλον της. Αυτή είναι μια απ’ τις διαφορές που κάνουν τις δυο πόλεις να μοιάζουν τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, ώστε φτάνοντας κανείς στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα να έχει την εντύπωση πως φτάνει σε ξένη χώρα.

Στον Θανάση Τριαρίδη

14
Φεβ.
10

ένα ερωτικό τραγούδι

 

Roy Harper – Another day (Flat Baroque and Berserk, 1970)
This Mortal Coil – Another day (It’ll end in tears, 1984)

The kettle’s on, the sun has gone, another day… Ένα τραγούδι αποχωρίσματος που είναι τόσο εκθετικό που μοιάζει με καθυστερημένη ερωτική εξομολόγηση. She offers me Tibetan tea on a flower tray, She’s at the door… και μοιάζει πως τώρα μόλις θα ξαναξεκινήσει αυτός ο πολύπαθος έρωτας. I loved you a long time ago, Where the winds own forget-me-nots blow… Μια αποθέωση της απλότητας και της γύμνιας, τραγουδισμένο από έναν ιδιόμορφο φόλκερ ρόκερ. But I just couldn’t let myself go not knowing what on earth there was to know.

Δέκα χρόνια αργότερα, οι τόσοι διαβασμένοι των σπάνιων μαργαριταριών ΤΜC το ξανάφεραν ευλαβικά στα σκοτεινά τους δωμάτια. But I wish that I had ’cause I need you so bad /I should have had one of your children. Και η σπαράσσουσα φωνή της Elizabeth Fraser του έδωσε ακόμα πιο βαθιές διαστάσεις. Why are we so hung up in each others chains? Φαίνεται πως μόνο σε τέτοια σκοτάδια τραγουδίζονται αυτές οι ιστορίες. Oh really my dear I can’t see what we fear, Sat here with ourselves in between us. Τότε οι κλαίουσες κιθάρες, τώρα τα θρηνητικά έγχορδα, δυο οριστικές εκδοχές ισάξιες, ισοδύναμες στο καθηλωτικό τους συναίσθημα. And at the door she can’t say more, than just another day

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr, εδώ, το οποίο ζήτησε από τους ερωτοπαθείς και ερωτοκόπους συνεργάτες του την επιλογή ενός απόλυτου ερωτικού τραγουδιού, για αδιευκρίνιστους λόγους. Οι καταθέσεις των άλλων, εκεί, με όλα τα σχετικά βίντεο. Στις φωτογραφίες: Roy και Elizabeth, 14 χρόνια μακριά, αλλά πολύ κοντά.

13
Φεβ.
10

Δημήτρης Τζουμάκας – Η μαρτυρική νήσος Κύναιδος

Στο αρχιπέλαγος της παλιννόστησης

Δεν μπορεί να είμαι εγώ στις φωτογραφίες της Αρετής, έτσι, ένας υπερόπτης γκόμενος, με ανάποδα φορεμένο τζόκεϊ σαν τενίστας – ένας αφηνιασμένος, παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί για τα σκάγια. Πού είναι οι φοβίες μου; Πού είναι η μελαγχολία μου και το λεπρωματώδες μου χαμόγελο σ’ αυτές τις φωτογραφίες; Γιατί ρουφάω την κοιλιά μου και κρύβω το τραύλισμα, τη λόρδωση και την ταφοφοβία μου;

Μπορεί ο αφηγητής να αισθάνεται ξένος στο σώμα του αλλά τελεί εν πλήρη συνειδήσει όσον αφορά τις αχανείς αποστάσεις που οφείλει να διανύσει: πρώην μετανάστης στις μητροπόλεις των αντιπόδων με παρελθόν «στα υπερ-Ωκεάνια εργοστάσια» και μνήμων μιας άλλης Ελλάδας, πλανάται και περιπλανάται στο σύγχρονο ελληνικό τοπίο, βιώνοντας με τον δικό του τρόπο την συγκυρία του 1999. Αναζητώντας την φασματική μορφή μιας γυναίκας (Κατίνα, Καλοτίνα, Kathy), της οποίας η απουσία γίνεται ασφυκτική, αλλά και κουβαλώντας μαζί του την μητρική φιγούρα σε … βρώσιμη μορφή, προσπαθεί να διασχίσει τις συμπληγάδες μιας ζοφερής επικαιρότητας (βομβαρδισμοί στην γειτονιά, σεισμοί στην ενδοχώρα) και μιας αδηφάγου μνήμης.

Το ελληνικό καλοκαίρι του δεν έχει καμιά σχέση με τα ειδύλλια του Λακαριέρ και τους ύμνους των λάτρεων του μεσογειακού φωτός, ούτε καν με τις περιπέτειες του Φέρμορ ή τις πρεσβείες του Ντάρελ. Εμφανίζεται σαν απόπειρα μνημονικής και συναισθηματικής γεωγραφίας σε 200 μέρη– ισάριθμα κείμενα. Η ιδιότυπη αυτή χαρτογράφηση έχει ως κέντρο της την Κύναιδο, νησί «που ανακαλύφθηκε πολύ πρόσφατα και εντελώς τυχαία» από τον συγγραφέα, με προφανές συμβολικό βάρος, αποτυπώνοντας κρυψώνες λαθρομεταναστών, παραλίες ρύπων, ξερονήσια αμνησίας και σπηλιές σκουπιδιών, και σχεδιάζοντας την τερατόμορφη αλλοίωση του νησιωτικού αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος. Όταν η επαρχιακή αυτή περιδιάβαση μετατρέπεται σε αστυγραφία ενός καταθλιπτικού τοπίου, χρησιμοποιεί τα βαγόνια του ηλεκτρικού, διασχίζει τις πλατείες Δυσαρμονίες και την οδό Αθηνάς, στέκεται σε εγκαταλειμμένες μάντρες – κινηματογράφους χωρίς οθόνη, υφίσταται το ηχητικό σάουντρακ της πόλης, με τις σειρήνες του δρόμου και την ηχορύπανση των πολυμέσων.

Πρόκειται για κατά κυριολεξία μικρές φόρμες, είδος που συχνά συγχέεται και συνδέεται με το διήγημα, και που έχει ήδη καλλιεργήσει ο Τζουμάκας με τα Κάρβουνο στον κήπο και Χαρούμενο Σύδνεϋ (Παρίσι, 1969 και Καμπέρα, 1998, εκδ. Κανάκη, 1994-1995 αντίστοιχα), που μαζί με τα Βαλβίδες (ιδιωτ. έκδ., Αθήνα 1968), Η Γυναίκα με τα αγκάθια στο Λαιμό (εκδ. Άγρωστις, 1994) και Ταξική συνείδηση και εξιδανίκευση στη ζωή και στο έργο του Μελβουρνιώτη συγγραφέα Αλέκου Δούκα (Μελβούρνη 2005) συμπληρώνουν την εργογραφία του. Αυτές οι «σημειώσεις στο περιθώριο ενός καλοκαιριού» που μοιάζουν με πεζόμορφα ποιήματα περικλείουν συντομογραφημένες, διαφορετικές αναγνώσεις της ελληνικής Ιστορίας, στοχασμούς περί θεσμών, αποσπάσματα των Angela Carter και G. Ceronetti, αυτοσχέδια αποφθέγματα και αφορισμούς, λεκτικά στιγμιότυπα και μικροκείμενα σαν φωτογραφικά καρέ.

Ταξιδευτής ή επιστροφεύς, ο αφηγητής συνομιλεί με τον Κάλας, στο έργο του οποίου υποτίθεται πως διατρίβει, διαπιστώνει πως η εικόνα που είχε για τον εαυτό του δεν υπάρχει, συγκεντρώνει τις ιδιότητες των θυμάτων μιας θλιβερής επικαιρότητας (αισθανόμενος δηλητηριασμένος, άστεγος, ραδιενεργός σεισμοπαθής), σαρκάζει την έπαρση της ελληνικότητας (Δεν είναι η ράτσα μου αυτοί) και το μετα – επαναστατικό πάχος, προσπαθεί να πλεύσει εν μέσω τουριστικής πανίδας και γλωσσικής Βαβέλ και ομολογεί: Όσο πιο κοντά πλησιάζω στην πατρίδα νιώθω ξένος.

Αν το Χαρούμενο Σύδνεϋ ήταν «το παράξενο βιογραφικό ενός Έλληνα μετανάστη χωρίς νοσταλγία, κάποιου που ήρθε από το πουθενά στο πουθενά», «ένα δοκίμιο για την αμηχανία» όπως έγραφε προ δεκαπενταετίας ο Ευγένιος Αρανίτσης, εδώ πρόκειται για ημερολόγιο καταστρώματος πλεύσης στο αρχιπέλαγος του νεοελληνικού βίου, για εικονολόγιο ενός πολιτισμού που διατρέχει την αρχαιότητα ως την μεταμοντέρνα εποχή μ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων. Κατάγματα συνείδησης και οστεοπάθειες ένδειας, αυτές οι σκισμένες σελίδες θερινού ημερολογίου χρωματίζονται συγχρόνως από ανερυθρίαστο ερωτισμό και απόλυτη κυνικότητα, κωμικοτραγικό ρεαλισμό και σουρεαλισμό.

Μήπως τα αναφερόμενα συμπλέγματα βραχονησίδων, ταφροειδών βυθισμάτων και εκγκατακρημνίσεων δεν είναι παρά τα αλλεπάλληλα ρήγματα της ζωής του αφηγητή; Άραγε τα απολιθώματα και τα ίχνη των ηφαιστειακών εκρήξεων παρακολουθούν σαν γήινοι καθρέφτες τις εσοχές, τις χαρακιές και τα τραύματα της ανοιχτής μεταναστευτικής καμπύλης από τις μητροπόλεις των αντιπόδων στους νεοελληνικούς οικισμούς; Τελικά ο αναχωρητής που επιστρέφει είναι ο πλέον κατάλληλος να αποδώσει την καθαρότερη δυνατή εικόνα ενός τόπους; Ο συγγραφέας (Αθήνα, 1945), που έζησε στο Σίδνεϋ (1974 – 2006) και εργάστηκε μεταξύ άλλων ως εργάτης βιομηχανίας, δημοσιογράφος και καθηγητής ελληνικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια Μακουόρι και Νέας Νότιας Ουαλίας, είναι μόνο για τούτο σίγουρος: Η γραφή, και η πιο προσωπική απευθύνεται σε όλους. Κατευθύνεται σε μια χοάνη σ’ ένα ολικό κενό. Γράφουμε σε εικονικά πλέον συστήματα, στο κενό για το κενό, για να λάβει σχήμα η επιθυμία, σε μια νήσο φανταστική.

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, σελ. 69.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 589, 12.2.2010 (και εδώ)

12
Φεβ.
10

Αλέξανδρος Κοτζιάς – Αληθομανές χαλκείον. Η ποιητική ενός πεζογράφου. Δοκίμια

Λοιπόν, είσαι ελεύθερος ή δούλος, συγγραφέα μου;

Το πρόβλημα του πεζογράφου αρχίζει πέρα από την μυστηριώδη δωρεά του οίστρου, της επιφοίτησης και του πηγαίου ταλέντου. Οι υπώρειες του Παρνασσού – ακριβώς κάτω από το πρώτο σκαλί – είναι σπαρμένες πτώματα. Και ο πιο προικισμένος μυθιστοριογράφος δουλεύει ταπεινά σαν μάστορας στο χαλκείο του, αφού και τα πνευματικά καλλιτεχνήματα απαιτούν δεινό χαμαλίκι να πλαστουργηθούν. Μπροστά στη στοίβα του λευκού χαρτιού (ή, για να προσαρμόσω στα σημερινά, της οθόνης – αλλά η φοβερή λευκότητα παραμένει!) όλα όσα ξέρεις για την τέχνη σου μοιάζουν άχρηστα και επιβλαβή. Πώς εκκολάπτεται το μελλογέννητο βιβλίο, πως θα ελέγξει την τρομερή του ελευθερία ο μικρός θεός πεζογράφος, πώς θα προσέξει να μην περιπέσει στην κατηγορία των κατασκευαστών;

Εδώ ξανανθούν τα κείμενα που έγραψε ο Κοτζιάς – αυτός ο σπάνιος πεζογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας που έδωσε λογοτεχνική φωνή σε χαρακτήρες του χαμού, του μηδέν και του αρνητικού (τη στιγμή που η Αριστερά ήθελε θετικότατους ήρωες) – τα επτά τελευταία χρόνια της ζωής του (1986-1992) κυρίως στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες και σε λογοτεχνικές σελίδες εφημερίδων, σελίδες που ζωογόνησε, συνδυάζοντας τίμια κι ερωτικά τα λειτουργήματα του συγγραφέα και του κριτικού, παραχωρώντας στους δεύτερους ένα σπανίως ομολογημένο σήμα προτεραιότητας: Τι σημασία έχουν αυτά που νομίζω εγώ όταν από τα βιβλία μου προκύπτουν άλλα πράγματα. .. Χρόνια ολόκληρα πίστευα ότι είμαι καθαρά μεταφυσικός συγγραφέας. Οι άλλοι, γράφοντας για τα βιβλία μου, σημειώσανε τον ιστορικό – κοινωνικό – πολιτικό παράγοντα. Το βλέπω κι εγώ ότι υπάρχει και δεσπόζει, όμως δεν το επιδίωκα. Εμφανίζεται μόνος του και απλώνεται όσο απλώνεται ενώ προσπαθώ να εκφράσω κάτι άλλο.

Μεγάλη μας τιμή λοιπόν που μας άνοιξε το εργαστήρι – χαλκείο του για να μοιραστεί όσα έμαθε ή δεν έμαθε: πώς αντιμετωπίζει κανείς όλο αυτό το προσκλητήριο ιδεών, εικόνων, πράξεων και χειρονομιών, πώς χειρίζεται την κυοφορούσα έμπνευση που «όποτε δοκιμάζεις να την ξεφορτωθείς γίνεται κολλιτσίδα, κι όποτε την καλείς δεν ανταποκρίνεται, όποτε θέλει χάνεται κι όποτε θέλει ξεμυτίζει, πότε στον ξύπνιο και πότε στον ύπνο», πώς έρχονται και αυτοσυστήνονται τα πρόσωπα, πώς γράφτηκαν συγκεκριμένες σελίδες στον Γενναίο Τηλέμαχο, την Αντιποίηση Αρχής, την Πολιορκία – όπως τότε που έφτασε τα πρόσωπά στην είσοδο του Σωματείου, χωρίς να γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί μέσα και ποιους θα συναντήσουν – μόλις όμως ανοίξει η πόρτα, εμφανίζεται μπροστά του η πολυπρόσωπη σύναξη κι όλα παίρνουν το δρόμο τους! – πώς θα σμιλέψει ένα κείμενο ικανό να προκαλέσει μιας άλλης τάξεως συγκίνηση

Η διαδικασία της γραφής. Μακρόσυρτη. Αγωνιώδης. Μέχρι νευρικής καταρρεύσεως εξαντλητική. Αλλά – να μη λέμε ψέματα – και τόσο υπέροχη η απόλαυσή της, η μύχια ικανοποίηση που χαρίζει, η απολυτρωτική επενέργειά της – τέτοια τυραννική ευλογία δεν την συγκρίνεις με τίποτα- σου αρκεί ως λόγος υπάρξεως, έστω και αν το ηδονικό μαρτύριο αποτελεί ανά πάσα στιγμή με αφανισμό τη διανοητική σου υπόσταση ή και την ίδια σου τη ζωή. (…) χωρίς αναπαμό, όλη σου τη ζωή σχοινοβατείς ανάμεσα στην Κόλαση και στον Παράδεισο. (σ. 24-25) / Εκδόσεις Κέδρος, 2004, φιλολογική επιμέλεια Μαρία Ρώτα, 305 σελ.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και εδώ.

10
Φεβ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 25. Ηρώ Νικοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι πεζογράφοι και ποιητές.
Χρόνια τώρα με συναρπάζει εξακολουθητικά το ακραία δαιμονικό στοιχείο με το οποίο προι­κίζει τους ήρωές του ο Ντοστογιέφσκι καθώς και τα ηθικά διλήμματα που θέτει, είναι από τους λίγους συγγραφείς που άσκησαν επιρροή στον τρόπο που σκέφτομαι ορισμένα ζητήματα. Από την άλλη μεριά, πραγματικά με συγκλονίζει ο τρόπος που αποτυπώνει την έλλειψη της αγάπης και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης ο Φώκνερ κι ας αρρω­σταίνω με το διάβασμα κάθε βιβλίου του. Επανέρχομαι συχνότατα στον μεγάλο Μπόρχες για την σοφία που κρύβει η παραδοξολογία του. Η άποψή του για το μυθιστόρημα – έλεγε πως δεν καταλαβαίνει γιατί να γράψει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όταν μπορεί να διηγηθεί την ίδια ιστορία μέσα από ένα διήγημα – με προβλημάτισε ως προς την οικο­νομία του λόγου, και ενίσχυσε την επιλογή μου προς αυτή την κα­τεύ­­­­θυνση. Αγαπώ πολύ τον Μαρκές, τον Φουέντες και γενικότερα την Λατι­νο­αμε­ρικάνικη λογο­τεχνία με τον μαγικό ρεαλισμό της. Με ενδια­φέρει ο αμφιλεγόμενος Σελίν για το τολμηρό χιού­­μορ του απέ­ναντι στον ίδιο τον μηδενισμό του, ο Καουαμπάτα για την δύναμη της ελλει­πτι­κότητάς του, ο Κάφκα για την αντιστρο­φή της δυναμικής ανάμεσα στην κρυφή και την ορατή ιστορία του που συνιστά – κατά τον Πίγλια – το Καφκικό ιδίωμα. Τώρα από τους σύγχρονους πεζογράφους με γοητεύει η ψυχρή ματιά του Ουελμπέκ, μ’ αρέσει ο Κούντερα για το σαρκασμό και την φαι­νο­μενική ψυχραιμία του, ο Σαρα­μάγκου που σπάει τα ταμπού, η Ακινάουα για τα τολμηρά θέματά της και για την υπαινικτική υγρή ατμό­σφαιρα που δημιουργεί. Από τους έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Τσίρκα, τον Μάτεσι για τον σχεδόν αιρετικό τρό­πο που χρησιμοποιεί την γλώσσα και κυρίως για τα θεατρικά κεί­μενά του, την Καρυστιάνη, τον Μίγγα, τον Χιόνη για την λοξή έως κι ανάποδη ματιά του, τον Μαυρουδή για την ακριβή και πολυσημική ελλειπτικότητά του.

Όσον αφορά στην ποίηση θα αναφερθώ μόνο σε έλληνες ποιητές για­τί θεωρώ ότι το θέμα της γλώσσας είναι πολύ περιοριστικό. Η ποίηση ουσιαστικά κατά την γνώμη μου δεν μεταφράζεται, αν και προσωπικά θα προτιμούσα τον όρο μεταγραφή αντί μετάφραση. Όταν ο μετα­φρα­στής προσπαθεί να αποδώσει τις έννοιες του κειμένου και ταυτόχρονα να διασώσει ότι μπορεί από την μουσι­κό­τητα ή το ρυθμό του ποιήματος, αναγκαστικά θα πρέπει να καταφύγει σε λύσεις που θα τον απομακρύνουν από την κατά λέξη μετάφραση, οπότε πάμε στην απόδοση. Μιλώ­ντας λοιπόν για έλληνες, ανατρέχω συχνά στη Σαπφώ για τον λυρικό της πόθο, στον γλωσσοπλάστη Ελύτη για το φως που αναδύεται από την ποίησή του και για τον τρόπο που αξιοποιεί την παράδοση, στον ώριμο πικρό Καρούζο – της ύστερης ποιητικής του- που βρίσκεται στον αντίποδα του Ελύτη, στη Δημουλά που οδηγεί με την γλώσσα της μέσα από την ουσια­στικοποίηση των επιθέτων – όπου δεν φτάνει στην μανιέρα – στην ψίχα των πραγμάτων, στη λιτότητα του Λάσκαρη, στον τολμηρό έως προκλητικό λόγο του Βαρβέρη.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
«Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ» του Φουέντες, «Το σπίτι των πνευμάτων» της Αλλιέντε, η «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, η «H βουή και η αντάρα» του Φώκνερ, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ, το «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ, το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, ο «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ, η «Ασκητική» του Καζα­ντζά­κη που επηρέασε την οπτική μου απέναντι στη θρησκεία, η «Μετα­μόρφωση» του Κάφκα, το «Εκατό χρόνια μονα­ξιά» του Μαρκές, «Των Κεκοιμημένων» του Μίγγα, το «Κουστούμι στο χώμα» της Καρυστιάνη κ.α.

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.
Το «Πίστομα» του Θεοτόκη για τον αδιαπραγμάτευτο τρόπο που χειρίζεται το θέμα της τιμής, ένα θέμα που αισθάνομαι πως πλέον έχει εκλείψει από την ελληνική πεζογραφία, η «Πισίνα» της Ογκάουα για τον ατμώδη ερωτισμό της, η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη, η «Φό­νισσα» και το «Μοιρολόι της φώκιας» του Παπα­διαμάντη, σχεδόν όλος ο Μπόρχες, και πολλά του Τσέχωφ.

4. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Υπάρχουν στιγμές ή και κείμενα ολόκληρα σύγχρονων λογο­τεχνών που με γοητεύουν. Το βιβλίο του Χιόνη «Όντα και μη όντα», το «Ενός λεπτού μαζί» της Δημουλά.

5. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Θαυμάζω τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τον τρόπο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην τρέλλα και την λογική, στην φαντασία και το όνειρο. Μ’ αρέσει ο χειρισμός του μύθου του Φάουστ από τον Γκαίτε που τελικά δημιουργεί έναν άλλο Φάουστ, και πραγμα­τικά ζηλεύω τον τρόπο που έχτισε ο Ντο­στογιέφσκι, τον χαρακτήρα του Ρα­σκό­λ­νι­κοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, και του Σταβρόγκιν στους Δαι­μο­­νισμέ­νους, αυτό το τραγικά αντιφατικό στοιχείο που κου­βα­λούν τους κάνει απελπιστικά αληθινούς.

6. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, μου θέτει ακόμα ερωτήματα η Αρετή Θεοφίλου από το ομώνυμο διήγημα που βρίσκεται στην συλλογή με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια», ερωτήματα για το πώς μπορεί να απαντήσει ο άνθρωπος στην αδικία που του γίνεται, πώς μπορεί να την διαχειριστεί χωρίς να προξενήσει κι αυτός με την σειρά του πόνο. Είναι άλλωστε ένα από τα θέματα που διατρέχουν και το βιβλίο που τελείωσα πρόσφατα και έχει τίτλο «Η βρεφοδόχος». Μια άλλη ηρωίδα μου, που συχνά συνομιλώ μαζί της, είναι η παραβιασμένη Παυλίνα από το διήγημα «Το κομμωτήριο» πάλι από την «Ομελέτα» που αναφέρεται κατόπιν κι αυτή στη «Βρε­φο­δόχο». Είναι θέματα που επανέρχονται μέσα από τους ήρωες και ερω­τήματα που δεν εξαντλούνται, άλλωστε δεν νομίζω πως καταθέτουμε απαντήσεις μέσα από ένα βιβλίο, αλλά ζητήματα που μας απασχολούν.
Κάθε συγγραφέας δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο και μέσα σ’ αυτόν κινούνται τα πλάσματα της φαντασίας του, τα παιδιά του κατά μια άλλη έννοια, και δεν έχει σημασία αν φτιάχτηκαν από ανακυκλωμένα υλικά, το θέμα είναι να πετύχει η συναρμολόγηση και να αρθρωθεί τελικά ένας νέος χαρακτήρας. Αν αρθρωθεί, τότε δεν εγκαταλείπει εύκολα τον μικρό­κο­σμό του.

7. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ξέρετε, έχω γράψει ένα ποίημα που απαντάει ακριβώς σ’ αυτή την ερώτηση. Έχει τίτλο «Ενυδρείο» και βρίσκεται στην τελευταία ποιητική μου συλλογή (σελ.51), λέει λοιπόν :
«Στα σοβαρά δεν πρέπει/ να παίρνεις τις στιγμές/ για τον ίδιο λόγο που δεν πρέπει/ να γράφεις στο γραφείο ποιήματα/ κλείνεις το χρόνο στη γυάλα/ κι αυτός σε κοιτά σαν το ψάρι/ από τα βάθη/ ρίχνοντας φυσαλίδες βροχή/ τα λεπτά στο πρόσωπό σου» κλπ.
Ενώ, λοιπόν, χρησιμοποιώ αποκλειστικά και μόνο το κομπιούτερ για την πεζογραφία και γράφω απ’ ευθείας, αντιθέτως τα ποιήματα τα γράφω ακόμα στο χαρτί, σε οποιοδήποτε χαρτί και οπου­δήποτε μου κάνει την χάρη να με επι­σκεφθεί η μούσα. Έχει τύχει να γράψω στην παραλία στάζοντας νερά, ή να σημειώ­σω ένα στίχο στο εισιτήριο του τραμ, έχω γράψει ποίημα ολό­κληρο στη χαρτο­πετσέτα υπόγειου μαγειρείου στην Ομόνοια, ή άλλοτε σε καφενείο στον Φλοίσβο. Πολύ συχνά γράφω στο κρεβάτι. Δεν έχω τέτοιου τύπου στερεότυπα. Δεν έχει σημασία για μένα ο τόπος. Αυτό όμως που κάνω πάντα μόνο στο γραφείο μου είναι η επε­ξεργασία των ποιημάτων, η οποί­α­ με παιδεύει για πολύ καιρό πριν κατά­στα­λά­ξω στην τελική μορφή.
Τώρα όσον αφορά στην πεζογραφία τα πράγματα καθορίζονται κυρίως από το κομπιούτερ μου, που είναι μεν φορητό αλλά οπωσδήποτε πιο δυσκίνητο απ’ ότι ένα απλό σημειωματάριο.

8. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν πρόκειται για πεζό, διήγημα ή μυθιστόρημα, έχω κατ’ αρχάς την βασική ιδέα στο μυαλό μου και την πλάθω για αρκετά μεγάλο χρο­νικό διάστημα πριν την ακουμπήσω στον υπολογιστή. Σιγά-σιγά αρχί­ζουν να ανα­δύ­ο­νται οι χαρα­κτήρες, αποκτούν περίγραμμα, σωματότυπο, συνή­­­θειες, βλέμ­μα, χαρακτηριστικά, το όνομα και το χρώμα έρχονται προ­ς το τέ­λος. Τους ντύ­νω με το υλικό που ήδη έχω συγκεντρώσει ή συνε­χί­ζω να μαζεύω, προσέχοντας τι ταιριάζει κάθε φορά.
Την πρώτη ύλη μου την βρίσκω οπουδήποτε, στον δρόμο, σ’ ένα μαγαζί, σε μια θεατρική παράσταση. Μόλις κάτι μου τραβήξει την προσοχή κρα­τάω σημειώσεις, μπορεί να είναι μια κίνηση, ένας διάλογος, ένας μορφασμός, οτιδήποτε που θα κινητοποιήσει την σκέψη, την φαντασία μου. Όταν πια έχω αρκετές σημειώσεις σχετικές με το θέμα μου και αισθά­νομαι την ιδέα να έχει κάπως ωριμάσει, αρχίζω το γράψιμο. Η διαδικασία της γραφής βάζει τα πράγματα σε διάλογο μεταξύ τους, πρέπει να βρε­θούν οι εσωτερικές ισορροπίες του κειμένου, οι τομές, τα σημεία φυγής, ο συ­σχε­τισμός των χαρακτήρων, δεν είναι το ίδιο με το να τα σκέφτεσαι απλώς και να τα σχεδιάζεις. Υπάρχει το ενδεχόμενο από ένα σημείο και μετά ο χαρακτήρας να μην χωράει σ’ αυτά που είχα προ­γραμματίσει, που είχα σκεφτεί εξ αρχής γι’ αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις τον παρα­τηρώ ή ακό­μη και τον ακολουθώ για να δω πού το πάει και πώς μπορεί να εξε­λιχθεί, προσπαθώντας να θυμάμαι κάτι που είχε πει ο Στανισλάφσκι για τον θεατρικό χαρακτήρα που βεβαίως ισχύει και στην πεζογραφία, είχε πει λοιπόν πως ένας χαρακτήρας για να πάψει να είναι χάρτινος, για να αποκτήσει υπόσταση, όγκο και εκτόπισμα πρέπει να έχει προο­πτική και βάθος χρόνου και πριν και μετά την συγκεκριμένη σκηνή του έργου. Αυτή η σκέψη με βοήθησε πολύ στο χτίσιμο των ηρώων μου. Το στάδιο που­ τα πρόσωπα αποκτούν την δική τους δυ­να­­μική είναι πολύ ενδια­φέ­ρον­ αλλά και πολύ δύσκολο, γιατί πρέπει να ισορροπήσουν -μέσα από τις σωστές αναλογίες- οι έννοιες της ελευ­θε­ρίας και της πειθαρχίας που, χωρίς να είναι αλληλοαποκλειόμενες, βρίσκονται πάντως σε διαλεκτική αντίθεση. Και τότε αρχίζει η μακρά και κοπιώδης περίοδος της επεξεργασίας, που είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα.

9. Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, αλλά και όταν διαβάζω, προσπαθώ να ακούσω την εσωτερική μουσική των λέξεων και να συντονιστώ μαζί τους. Τα κείμενα έχουν τον δικό τους ρυθμό, την δική τους ατμόσφαιρα, επομένως δεν μπορώ ταυτόχρονα να ακούω και μουσική, όσο καλή ή αγαπημένη κι αν είναι γιατί πιστεύω ότι όταν μπε­ρδεύ­ο­νται οι αρμονίες προκύπτει χάος. Όλα αυτά φυσικά ισχύ­ουν ακόμα περισσότερο για την ποίηση, που ρυθ­μός και μουσικό­τη­τα απο­τελούν συστατικά στοιχεία της ή, εν πάση περι­πτώσει, ζητούμενα. Η μουσική μας εμπλουτίζει μ’ ένα τρόπο μαγικό, προσδίδοντας νέες δια­στάσεις στις σχέσεις μας με τα πράγματα, τους τόπους, τον χρόνο. Αγαπώ πολύ την προκλασική περίοδο, την Μεσαι­ω­νική του Γρηγο­ριανού με­λους­, την Αναγεννησιακή με τα μαδριγάλια, την μπαρόκ του Μπαχ, ακούω φυσικά και κλασική, και απ’ την σύγχρονη με ξεκουράζει η ευαισθησία του Χατζηδάκη, με συνεγείρει ο λυγμός των Πορτογαλέζικων φάντος και η αμφισβήτηση της ροκ.

10. Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δεν γίνεται να μιλήσω για το πότε και το πώς γράφτηκε το πρώτο μου βιβλίο χωρίς να αναφερθώ σ’ ένα πρόσωπο που έπαιξε πολύ σημα­ντικό ρόλο στην ζωή μου. Θείος και νονός μου ήταν ο Νάσος Νικόπουλος, ποιητής και κριτικός θεάτρου επί πολλά χρόνια στην εφη­μερίδα Αυγή. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα, τα αινίγματα των πρώτων ακουσμάτων, οι συζητήσεις, οι προτροπές, άσκησαν με­γάλη επίδραση στην διαμόρφωσή μου. Με τον θείο μου συζητούσαμε για την τέχνη γενικότερα – αγαπούσε πολύ το θέατρο και την ζωγραφική- για την ποίηση, για το Σολωμό, και πάντα με προέτρεπε να διαβάζω, να διαβάζω πολύ, μου πρότεινε βιβλία, μου έδινε ερεθίσματα. Χαρακτηριστικό παρά­δειγμα είναι η αντίδρασή μου όταν πρωτοάκουσα το Άξιον Εστί του Ελύτη μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη σε ηλικία έξι-επτά ετών, φυσικά δεν μπόρεσα να καταλάβω παρά ελάχιστες λέξεις, την αύρα όμως του έργου την ρούφηξα όλη, κι όταν τελείωσε η ακρόαση άπνοη και εκστασιασμένη δήλωσα πως θέλω κι εγώ να μπορώ να καταλαβαίνω κά­ποτε όπως οι με­γά­λοι­ τα λόγια του ποιητή. Το πρώτο μου βιβλίο λοιπόν ήταν η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο μύθος του οδοιπόρου», Αθήνα, 1986, και διαπνέεται από την ζέση εκείνου του πρώτου πόθου. Το δεύτερο ήταν πάλι ποίηση με τίτλο «Χειμερινοί μορφασμοί», Αθήνα, 1993. Το 1999 ακολούθησε η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανέμου», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, όπου νομίζω πως συντε­λείται και μια στροφή στον τρόπο της γραφής μου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2003 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Σαν σε καθρέφτη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και έχει ως θέμα την ανα­ζήτηση της εσωτερικής ταυτότητας μιας νεαρής γυναίκας που είναι υιοθετημένη και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ολλανδία – που είναι γενέ­θλια χώρα της μητέρας της- για να την βρει. Με ενδιέφερε η σύνδεση της αναζήτησης της ταυτότητας με το ταξίδι. Αν αναλογιστούμε τους προ­σκυ­­νητές των Αγίων Τόπων ή ακόμα και τους σημερινούς ταξιδευτές της Δύ­σης προς την Ανατολή, θα δούμε ότι το ταξίδι έδινε πάντα στον άνθρω­­πο την δυνατότητα της ενίσχυσης ή ακόμα και του επα­να­προσδιο­ρι­σμού της ταυτότητάς του. Ολόκληρο το κείμενο ουσι­α­στικά ανα­πτύσ­σεται με κατοπτρικό τρόπο καθώς είναι χωρισμένο σε δύο μέρη τα οποία λειτουργούν οργανικά σαν αντικατοπτρισμός το ένα του άλλου. Είναι ουσιώδης, κατά την γνώμη μου, η οργανικότητα της μορφής σε σχέση με το περιε­χό­μενο.
Το επόμενο βιβλίο μου κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια». Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων που είναι χωρισμένη σε πέντε θεματικές ενότητες. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα και ρόλοι που τα όριά τους μπλέκονται δημι­ουρ­γώ­ντας εφιαλτικούς λαβυρίνθους σχέσεων, όπου συχνά αποκα­λύ­πτε­ται­ το ασύμπτωτο της ηλικιακής με την ουσιαστική ενη­λικί­ω­ση. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που βασικός στόχος τους είναι να ανα­τρέψουν τους κανόνες του παιχνιδιού, το δεδομένο υλικό των μύθων και των παρα­μυ­θιών. Αισθάνομαι ότι είναι ένα βιβλίο ανοιχτό που συνε­χίζε­ται.

11. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Είναι η ποιητική συλλογή με τίτλο «Μη με ψάχνετε εδώ», και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2009 από τις εκδόσεις Πλα­νό­διον. Εδώ από το πρώτο κιόλας ποίημα – απ’ όπου και ο κάπως προκλη­τικός τίτλος – το ποιητικό υποκείμενο θέλει να δηλώσει (ή να υπο­δη­λώσει;) πως ο τόπος του ποιητή είναι εντέλει πέρα από τις λέξεις. Το φα­νέ­ρωμα, η επιφάνεια -για να το πούμε αλλιώς- συντε­λείται μέσα στην γλώσσα, αλλά ο ίδιος δεν κατοικεί εκεί.

12. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, με τίτλο «Η δυνατότητα ενός νησιού».

13. Τι γράφετε τώρα;
Σχεδιάζω μια νέα συλλογή διηγημάτων, οπότε συνεχίζω να γράφω διηγήματα, έχω αρκετά στο συρτάρι μου και μερικά από αυτά είναι ήδη δημο­σιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Συνεχίζει να με απασχολεί το θέμα των σχέσεων και κυρίως το αφανέρωτο ψυχικό υλικό τους. Το σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι το άρρητο, αυτό που υποδηλώνεται μέσα από λεπτομέρειες, από ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματος, από το βλέμμα, από πράγματα που τέλος πάντων διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και ο τρόπος που επιδιώκω να αποδοθεί όλο αυτό είναι υπαινικτικός. Δεν μ’ αρέσει η επεξηγηματικότητα και η πλήρης ανάλυση των πάντων, προτιμώ στα κείμενά μου να αφήνω χώρο και για τον αναγνώστη. Κακά τα ψέματα, όσο συγκεκριμένο κι αν είναι αυτό που είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν έγραφε το έργο, ο τρόπος πρόσληψης ενός κειμένου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθένας έχει άλλες προσλα­μβά­νουσες, προβάλει τα δικά του βιώματα. Αλλά, νομίζω, ότι αυτό είναι τελικά ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα ενός έργου να μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, να λειτουργεί πολυεπίπεδα, να επιδέχεται επομένως κι άλλες προσεγγίσεις.

14. Τι είδους ηδονές σας προσφέρει η ενασχόλησή σας με την ζωγραφική; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Έχετε συνδέσει λογοτεχνικά κείμενα δικά σας ή άλλων με συγκεκριμένες εικαστικές εικόνες;
Η ζωγραφική και η λογοτεχνία λειτουργούν για μένα ως δύο δια­φορετικοί τρόποι έκφρασης και είναι στην πραγματικότητα δύο δρόμοι προσέγγισης του εαυτού κι ενός πολύπλοκου ψυχισμού, που χωρίς τον ένα ή τον άλλο δρόμο θα έμενε ουσιαστικά ανερμήνευτος και αλύ­τρωτος. Όλο αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται με τρόπο που να αφορά και τους άλλους, αλλιώς κινδυνεύει να παραμείνει απλή ψυχαναλυτική δια­δικασία εσωτερικής κατανάλωσης και όχι τέχνη. Επομένως δεν τίθεται θέμα υπε­ξαί­ρεσης συγ­γρα­φικού χρόνου από την ζωγραφική, μια και προς το παρόν τουλά­χιστον διατηρείται μέσα μου – αν και μέσα από πολύπλοκες διαδρομές – μια συμπληρωματική ισορρο­πία. Η ευχαρίστηση και η ολο­κλήρωση – η ηδονή όπως το διατυπώνετε – που μου προσφέρει η ζω­γραφική είναι σημαντική κι αναντικατάστατη για μένα, άλλωστε άρχισε να ξετυλίγεται σε πολύ νεαρή ηλικία ταυτοχρόνως με την λογο­τεχνία και έκτοτε συνυπάρχουν. Όσο για την σύν­δεση λογοτεχνικού κειμένου με τον εικαστικό λόγο, ναι συνέβη μια του­λάχιστον φορά όταν έγραψα ένα διήγημα με τίτλο «Η θυμω­μένη του Ντεγκά» που περιέχεται επίσης στη συλλογή «Ομελέτα με μανιτάρια» και έχει ως αφετηρία κι έμπ­νευση την «Μικρή χορεύτρια» (φώτο), του ζωγρά­φου και γλύπτη Ντεγκά – που αγαπώ ιδιαίτερα – γλυπτό το οποίο μάλιστα πρό­σ­φατα εκτέθηκε και στην Αθήνα. Σε κριτικές που έχουν γραφτεί για το λογοτεχνικό μου έργο, ανα­φέρεται ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το στοιχείο της ζωγρα­φικό­τητας. Φυσικά αυτή είναι μια επισήμανση που θα μπορούσε να ισχύει, και ισχύει, για πολλούς συγγραφείς στων οποίων το έργο το εικονιστικό στοιχείο είναι δραστικά παρόν. Αυτό που παρατηρώ εγώ στη σχέση των δύο εκφραστικών διαδρομών μου είναι ότι εντέλει λειτουργούν με τρόπο συμπληρωματικά αντίθετο, μιλούν για διαφο­ρετικά κομμάτια μου. Η ζωγραφική, έχοντας τις γερές –ε­νί­­οτε και περιοριστικές – βάσεις των ακα­δημαϊκών σπουδών –Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών- εκφράζει τμήματα του ψυχισμού μου που δεν εκφρά­ζονται στην λογοτεχνία, είναι πιο αφαι­ρετική και δεν στηρίζεται στην πρόφαση της διήγησης (όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες των έργων Νο 01, 02, 03). Αντιθέτως μέσα στο πεδίο της συγγραφής ξετυλίγονται πιο ελεύθερα κώδικες του υποσυ­νει­δήτου που δεν είχαν βρει το δρόμο τους μέσα από την ζωγραφική. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα βρίσκεται με μια αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια περίπου, που αυτό άρχισε να διαφοροποιείται. Άρχισαν, δηλαδή, να εμφανίζονται παραστατικά, αφηγη­ματικά στοιχεία στη ζωγραφική μου, που νομίζω ότι δεν θα παρου­σιά­ζονταν αν δεν είχε προηγηθεί η διεργασία της γραφής. (Στην φωτογραφία του έργου Νο 04 που έχει τίτλο «Η κούκλα και το παιδί» από την ενότητα «Δωμάτια -΄Ενοικοι» φαίνεται καθαρά πως μορφοποιείται η αντιστροφή των ρόλων ανάμεσα στην κούκλα-μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί.) Αισθάνομαι σαν η μια τέχνη μου να μπολιάζει την άλλη. Επομένως αυτό που μέχρι πριν έμοιαζε σαν εσωτερική αντινομία, τώρα μέσα από την διαδικασία των κατα­βολάδων ή των αντιδανείων, μοιάζει να μπαίνει σε νέο δρόμο.

Σημ.: Τα τέσσερα πρώτα έργα είναι της συγγραφέως, το τελευταίο του Edgar Degas (βλ. σχετικές αναφορές εντός κειμένου).

09
Φεβ.
10

Γιώργος Παλούμπης – ΠΑΚΜΑΝ

Καλλιτεχνικός Οργανισμός Coyot
Θέατρο Χώρα – Σκηνή Μικρή Χώρα

Κόκκινοι και Πράσινοι στο Πέναλτυ, επαρχιακά ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια στο Επείγον, φυλακισμένοι και έμποροι ναρκωτικών στο Νο 44…και η ανελέητη (ενίοτε και σπαρταριστή) θεατρογράφηση του σήμερα από τον Γιώργο Παλούμπη (που έχει σκηνοθετήσει από Σέπαρντ και Πίντερ ως Τερζάκη και Κεχαΐδη) συνεχίζεται. Τώρα το στόχαστρο διευρύνεται ακόμα περισσότερο: σειρά έχουν οι 30, 30+. To ΠΑΚΜΑΝ γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε αποκλειστικά στη διάρκεια των προβών, εφόσον ο συγγραφέας ακολούθησε την προσωπική του μέθοδο: έγραψε μόνο την αρχή, κι άφησε τους ηθοποιούς να πάνε προς τη συνέχεια και το τέλος αυτοσχεδιάζοντας. Όμως ήταν ακριβώς οι αντιδράσεις του καθενός με βάση τα προβλήματα και τις παθογένειες της ζωής τους που έβγαλαν το έργο.

Παρακολουθούμε στη σκηνή ταυτόχρονα τρία διαμερίσματα, όχι μόνο σε χωριστές πράξεις αλλά και ταυτόχρονα, εύρημα ομολογουμένως εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς τα τεκταινόμενα στο ένα μπορεί να συμπληρώνουν ή να αντιτίθενται με του άλλου, ακόμα κι όταν τα πρόσωπα συνδιαλέγονται τηλεφωνικώς ή απλώς υπάρχουν, δείχνοντας παραλληλίες και χάσματα. Στο πρώτο σπίτι το ζεύγος είναι λαμπερό και αξιοζήλευτο, μόνο που το κινητό τους αποτελεί πλέον προέκταση του χεριού, οι διαφορές στην περί ζωής άποψη ανεβαίνουν αργά στην επιφάνεια, και η αίγλη του free attitude που τους καλύπτει σιγά σιγά διατρυπάται από τα καθοριστικά μυστικά που κρύβει ο ένας απ’ τον άλλον. Άλλοι δυο άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο διαμέρισμα: η αδελφή της γυναίκας κι ένας φίλος του άντρα, υποτιθέμενα ιδιόρρυθμοι, αλλά όχι περισσότερο χαμένοι από το φωτεινό ζεύγος, που τους βλέπει ως πρόχειρο πεδίο πειραματισμού εφόσον έχουν επιλέξει το μοντέλο της μοναξιάς. Παραδόξως όταν μιλάνε οι «περίεργοι», αποστομώνονται «οι κανονικοί».

Εδώ έχουμε ένα έργο που δεν είναι έργο, αλλά η πραγματικότητα. Ο θεατής δεν σκέφτεται ούτε στιγμή πως παρακολουθεί γραμμένο κείμενο – μάλλον του έχει ανοιχτεί ένα παράθυρο στα 3 σπίτια. Μιλάμε για τον πλέον άμεσο ρεαλισμό και καθώς όλα αυτά συμβαίνουν τώρα, τα στόματα περνάνε όλες οι έννοιες του κυριολεκτικού σήμερα: απολύσεις, επαγγελματικοί ανταγωνισμοί, Χαρδαβέλλας, μεσημεριανάδικα, πιστωτικές, δόσεις, facebook. Ήχοι κινητών, κοινωνικές υποχρεώσεις, άγχος κι ο καθένας με το κρυφό του κόλλημα. Πώς άραγε είναι ο «κανονικός άνθρωπος»; Να το ψάξουμε στο Google. Παραδόξως τόσο άμεσα παροντικά έργα αποτελούν την εξαίρεση κι όχι τον κανόνα στη σύγχρονη ελληνική θεατρογραφία.

Ο νεοέλλην τριαντάρης (plus) υποτιμά το παρόν, βλέπει το μέλλον σα μαύρη τρύπα, θέλει να ξεχάσει το παρελθόν, συνεπώς πού βρίσκεται η ζωή του και πού πατάει; Σε μια αενάως επαναληπτική φάση όπου όλοι ζουν τα ίδια αλλά τους χωρίζουν χάη; «Όλες οι (πολυάριθμες ομολογουμένως) συνταρακτικές ιστορίες σήμερα είναι μάλλον οι εξαιρέσεις σε μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα όπου τα πάντα τρέχουν χωρίς να έχουν καμιά ιδιαίτερη σημασία» γράφει ο δημιουργός στο πρόγραμμα της παράστασης. Όταν βγουν στην επιφάνεια οι επιθυμίες του καθενός, οι ασυμβατότητες είναι απόλυτες. Κι όχι μόνο: «η πραγματικότητα του καθένα είναι εντελώς διαφορετική από του διπλανού του. Ως εκ τούτου οι πραγματικότητες όλων μας διαρκώς συγκρούονται με των υπόλοιπων. Είναι αναπόφευκτο».

Ιδού το διάγραμμα της φθίνουσας αριθμητικής: 4 άνθρωποι, 3 διαμερίσματα, 2 οπτικές, 1 σύμπτωση – και 0 συνεννόηση. Άραγε ποια είναι τα δικά μας και τα δικά σας ΠΑΚΜΑΝ που τρώνε αργά αλλά σίγουρα την καθημερινή μας ζωή;

Κείμενο – σκηνοθ.: Γιώργος Παλούμπης, Σκην.-κοστ.: Λουκία Μινέτου, φωτ.: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Mάνος Κανναβός, Θάνος Αλεξίου, Εκάβη Ντούμα, Ειρήνη Μαργαρίτη. / Τετ. – Σαβ.: 21.00, Κυρ. 19.00/ 87΄/Αμοργού 18-20, Κυψέλη/www.choratheater.gr, http://www.coyot.gr.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

08
Φεβ.
10

Μάριος Χάκκας – Άπαντα

Τελικά όλα και κάπου ανήκω, δικός μου δεν μπόρεσα να υπάρξω ποτέ.

1931 – 1972. Παιδί σε μονόχωρο προσφυγικό πλινθόκτιστο στην Καισαριανή, εθελοντής περίθαλψης στη Γυάρο του 50, δραστήριο μέλος αριστερών ομάδων της Καισαριανής και του Βύρωνα, σύλληψη το 1954 και τετραετής φυλάκιση σε Καλαμάτα και Αίγινα, στρατιωτική θητεία στα κατώτατα (ως μουλαράς), πλασιέ πλαστικών ειδών, εκτύπωση με δικά του έξοδα των πρώτων του συλλογών (ποιήματα και διηγήματα), μετακόμιση στον Βύρωνα, κριτική στάση απέναντι στο Κόμμα και ρήξη, καρκίνος από το 1969, ταξίδια στην Ευρώπη σαν κρυφτό απ’ τον θάνατο, το νοσοκομείο σαν δεύτερη φυλακή, ήττα στην άγρια του μάχη το 1972. Η έκδοση περιλαμβάνει οτιδήποτε έγραψε: διηγήματα (από τις συλλογές Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Ο μπιντές, Το κοινόβιο), ποιήματα, (τρία) θεατρικά μονόπρακτα, μέρος από τα «κατάλοιπά» του (δημοσιευμένα στο περιοδικό Αντί).

Το τίμημα της επιλογής και της ιδεολογίας ήταν αμείλικτο και το αποδέχτηκε πλήρως. Μόνο που ο Χάκκας υπήρξε κριτής και κριτικός ακόμα κι εκείνης – κι αυτή είναι η μεγαλύτερη μοναξιά. Δεν μάσησε να βρίσκεται απέναντι σε όλους. Στην φυλακή διπλά φυλακισμένος καθότι απομονωμένος ως αιρετικός ακόμα κι από τους συγκρατούμενος και συναγωνιστές «με εντολή της καθοδήγησης». Στην κοινωνία απέναντι στον Νέο Μικροαστισμό και τον Θλιβερό Καταναλωτισμό. Στον εαυτό του, αγωνιζόμενος να παραμείνει συνεπής στις αρχές του, χωρίς να παραπετάξει την ατομικότητά του. Να πάψεις να μοιρολογείς, να βγεις πάνω από το μάταιο, να το υποτάξεις./Να μην πληγεί ο άνθρωπος από μια γελοία ασθένεια που λέγεται απογοήτευση.

Η ασθένεια τον βρίσκει στη μέση των κειμένων του Μπιντέ κι εκεί γίνεται η μεγάλη στροφή: από τον ρεαλισμό χυμάει σε γραφή πρωτοπρόσωπη, επιθετική, απροκάλυπτη, χύμα, εξομολογητική, σχεδόν λαχανιαστή, άναρχη και αναρχική, αφαιρετική, υπαρξιακή, σουρεαλιστική. Άλλωστε το γράψιμο ήταν «το μόνο όπλο που του μένει απέναντι στον θάνατο. Μια γραφή – παράταση που μπορεί να του κερδίσει χρόνο ζωής» έγραψε ο Παύλος Α. Ζάννας. Θυμωμένη που δεν έχει κι άλλο χρόνο να γράψει κι άλλα βιβλία, να πηδήξει κι άλλες γυναίκες.

Το Κοινόβιο κυκλοφόρησε την επομένη του θανάτου του – η Νανά Καλιανέση του Κέδρου σπίνταρε την έκδοση, του πήγαινε εξώφυλλα και διορθώσεις, με μάσκα του οξυγόνου εκείνος έμαθε τηλεφωνικά την έκδοση, δεν πρόλαβε να το δει. Είχε όμως ήδη κάνει λογοτεχνία τον θάνατο (του), είχε μιλήσει με το σώμα του, ακόμα και με την ασθένειά του: Το ξέρω, δε γλιτώνω με τίποτα. Όχι που λένε να σταματήσω το κάπνισμα, μια λεπτομέρεια στις δυνάμεις που με σπρώχνουν προς το χαμό. Ανέκαθεν κάτι με πήγαινε στο χειρότερο, και τώρα που φούντωσε πια το κακό, δεν είναι να γίνω, στο κάτω κάτω δε θέλω να γίνω καλά, ας πούμε πως μ’ αρέσει το στήθος μου να βράζει τσουκάλι, ένα γατάκι που τονθορύζει στην αγκαλιά μου, μια συντροφιά μέσα στη νύχτα κι όταν ξυπνάω με παραστέκει.

Όταν το μέλλον στενεύει, το παρόν διευρύνεται –τώρα θα γίνουν όλα. Αυτός ο άνθρωπος επιτάχυνε τις γραφές του, για να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο της φυλακής και του στρατού πρώτα, να προλάβει το θάνατο μετά. Κουρασμένος, πανικόβλητος και καταταλαιπωρημένος αλλά διαυγής όσο ποτέ πνευματικά, συνέχισε να ανεβαίνει με την γυναίκα του στον Υμηττό και στη Μονή Αστερίου, κουβαλώντας την πολυθρόνα του, για να βλέπει και να γράφει… Από δω πάνω έχω μια τέτοια οπτική γωνία της ζωής, που έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά, κι αυτό διαρκεί για καιρό, μέρες, μήνες σε οργασμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να γράφω, χαλούν τα πλήκτρα της μηχανής, φθείρεται η ταινία, τελειώνει το χαρτί κι εγώ ακόμα δεν έχω αρχίσει, δεν έχω πει ούτε το ένα εκατοστό από κείνα που στριμώχνονται μέσα μου.

Μένω με την ονειρική επιθυμία του προς το τέλος: Να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο…Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα…Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες τον κρατήρα…Εμείς μπορεί να μην καταφέραμε μεγάλα πράγματα στη ζωή μας, όμως γεμίσαμε φίλους…Από κει και η σκέψη για το κοινόβιο: Να μαζευτούμε για να χορτάσει ο ένας τον άλλον.

Εκδ. Κέδρος, 1978, 4η έκδ. συμπληρωμένη 2008, με εικόνες του Τάκη Σιδέρη και χρονολόγιο, 628 σελ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Αφιερωματικό τεύχος του Διαβάζω εδώ.
07
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 49

Λεονόρα Κάρινγκτον – Η πέτρινη πόρτα, εκδ. Αιγόκερως, 1982, μτφ. Νατάσα Χατζιδάκι, σ. 35 – 36 (Leonora Carrington, The Stone Door, 1976).

Το όνειρο μου άφησε μια τέτοια αίσθηση απώλειας, που κατάλαβα πως η ζωή μόνο στον ύπνο μπορεί πραγματικά να βιωθεί. Απασχολήσεις όπως πλύσιμο, ντύσιμο, φαγητό και συζητήσεις μού φαίνονταν τόσο επίπονες, ώστε κι ο ήλιος νόμιζα πως ήταν ακίνητος στην τροχιά του. (…)

Όταν είδα φως στις λάμπες του δρόμου, πήγα στο κρεβάτι μου και σε πολύ λίγο χρόνο βρέθηκα πίσω στη Μεσοποταμία. Στεκόμουν όρθια στην κορυφή ενός λόφο και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω κατά μήκος του δρόμου, είδα πάλι την πόλη, με τους τάφους να διακρίνονται καθαρά σε απόσταση. Μπροστά μου ο δρόμος συνεχιζόταν σαν μια σκονισμένη κορδέλα, που τα όριά της σημαδεύονταν από σωρούς σπασμένων αγαλμάτων, ανάκατα με πράγματα και αντικείμενα χωρίς αξία, όπως μερικώς ξετυλιγμένες μούμιες σε διάφορα στάδια παραμόρφωσης, ζωγραφισμένα τραπέζια με αλφάβητα όλων των γνωστών και άγνωστων γλωσσών, βιβλία και πάπυροι απολιθωμένοι στη διάρκεια σπασμωδικών χειρονομιών των αναγνωστών τους, παλιά παπούτσια, σανδάλια και μπότες και μερικές στοίβες δοχείων και κάδων, υδρίες και πιάτα ολόκληρα ή σε κομμάτια.
Καθώς προχωρούσα κατά μήκος του δρόμου εξέταζα αυτές τις πλούσιες στοίβες σκουπιδιών, σταματώντας πότε-πότε για ξεσκάλισμα, αν κάτι τραβούσε το μάτι μου. Το πετούσα στο σάκο μου, αν μου άρεσε.

Στην Μαρία Φακίνου

05
Φεβ.
10

Νόρμαν Μανέα – Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης

Ο Ρουμανοεβραίος συγγραφέας (Μπουκοβίνα, 1936) έφτασε πρόσφυγας στη Δύση με διακαή πόθο να μιλήσει για την ζωή υπό την ρουμανική δικτατορία αλλά συνάντησε απροθυμία: το θέμα ήταν ήδη κορεσμένο, ενώ η δυτική κοινωνία εξελάμβανε την κατάρρευση του αντίπαλους δέους ως την δική της νομιμοποίηση. Έτσι η εξορία του εκτός από το γλωσσικό σοκ, έμοιαζε με άλμα στο κενό. Τώρα πώς θα μιλούσε για εκείνη τη δικτατορία – μείγμα βαναυσότητας, δημαγωγίας και φάρσας, μια φυλακή με κρατικά και ιδιωτικά κελιά και δεσμοφύλακες τους συνανθρώπους του;

Έπρεπε να ξεχάσει το βαθύ σκοτάδι στο δρόμο, το κρύο στα σπίτια, τις ατέλειωτες ουρές για την προμήθεια των στοιχειωδών, την θέα του ίδιου προσώπου σε όλους τους τοίχους και σε όλους τους χώρους, την κρατικοποίηση του χρόνου; Τα σπίτια – προσωπικά κλουβιά, τις δυο ώρες καθημερινής φρίκης στην τηλεόραση με τους άθλους του προεδρικού ζεύγους; Το να σταματάς να βλέπεις τους φίλους σου γιατί δεν έχει λεωφορεία, να μην έχεις να προσφέρεις κάτι στους επισκέπτες σου, να μην αντέχεις τις ρυτίδες της ήττας στους αγαπημένους σου; Ένας συγγραφέας επιπρόσθετα είχε να αντιμετωπίσει μια τρομοκρατημένη και υστερική λογοκρισία, την σαδιστική εκ μέρους των αρχών συντήρηση της αβεβαιότητας και της αναμονής της έγκρισης – που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανασταλεί, τον βλακώδη φόβο και τον ύπουλο σαδισμό των υπαλλήλων με αρμοδιότητες πολιτισμού. Οι λογοτέχνες ασκούνταν στην «κωδικοποιημένη» επικοινωνία, σ’ ένα ολόκληρο «σημειολογικό» σύστημα για μυημένους. Εκεί αναζητούσε ο αναγνώστης ό, τι δεν έβρισκε στις εφημερίδες και στα εγχειρίδια. Και ο απλός κόσμος; Στους περισσότερους η αρχική αποθάρρυνση μετατρεπόταν σε παθητική αποδοχή και κατόπιν σε υποταγή. Οι συμβιβασμοί δημιουργούσαν συναίσθημα συνενοχής, η ψυχολογία καταρρακωνόταν.

Όμως αφού κανείς δεν θέλησε να ακούσει τις σκέψεις και συμπεράσματα του Μανέα από μια τέτοια εμπειρία, δεν έμενε παρά να τα περάσει σε αυτή τη σειρά των εξαιρετικών δοκιμίων της συλλογής. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενα για την εξορία, την σχέση μεταξύ συγγραφέα, εξουσίας και των «όχι και τόσο αθώων» καταπιεσμένων μαζών αλλά και για τις αλησμόνητες κομματικές εκδηλώσεις με τους εντεταλμένους «λογοτέχνες» του κράτους, την εισήγηση του λογοκριτή για το μυθιστόρημά του Ο Μαύρος Φακέλος (: καφκική αλληγορία για την ζωή επί Τσαουσέσκου), την ταλαιπωρία που υπέστη εξαιτίας μιας συνέντευξης του ’81, την ατέρμονη μαθητεία του να ζει κανείς αλώβητος υπό τέτοιες συνθήκες.

Σήμερα ο Μανέα διδάσκει λογοτεχνία των Ανατολικών Χωρών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, νοιώθοντας «ξένος» φυσικά και στις ΗΠΑ. Ποτέ δεν έγινε μέλος του κόμματος ή αντιφρονών με την τρέχουσα σημασία, δεν αποκάλεσε ποτέ και κανέναν «σύντροφο», ούτε και έχασε το χιούμορ του μπροστά στο «απεριόριστο της απόγνωσης».

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, 344 σελ. (Norman Manea, Despre clovni: dictatorul şi artistul, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Φεβ.
10

Massive Attack – Heligoland (Virgin, 2010)

 

Και συνεχίζοντας στο ανασκο(λο)πικό μας παραλήρημα για τα ονόματα που συνεχίζουν να επιβάλλονται όχι πια στα ραδιόφωνα αλλά, χειρότερα, στις συνειδήσεις μας (που όπως ορθώς έγραψε ο άγνωστός μου και αξιαν-άγνωστος Seagazing – που παίρνοντας τη σκυτάλη συγκάλεσε έκτακτη ιστολογιακή σχολιοσύσκεψη, με τη γνωμοδότηση και του Larry Gus – πρέπει κάποτε να συμπεριλάβει και την εγχώρια και καλογλυφόμενη των free press ελληνική σκηνή), και που δεν επιτρέπεται να μην σου αρέσουν, που απαγορεύεται να μην συν-ενθουσιαστείς με τον υπόλοιπο κόσμο (που λειτουργεί όπως οι διαφημίσεις των κινητών, τρέχουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι, μάλλον επειδή τρέχει κι ο διπλανός, αλλά προφανώς μόνοι)….

…και περιμένοντας ν’ αρχίσουν όλοι να μιλάνε για την επιστροφή των επιστροφών, χωρίς κανείς να συγκρίνει το τότε και το τώρα, το τι έβγαλαν κάποτε οι M.A. (έστω και στην υπερεκτιμημένη του πρόσληψη) και τι προσδοκίες και απαιτήσεις προκαλεί αυτό, χωρίς κανείς να μπει στον πειρασμό να σκεφτεί πώς θα αντιμετώπιζε αυτόν τον δίσκο αν είχε άλλη ετικέτα πάνω του…

Δηλαδή, για να καταλάβω, αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν ύστερα από επταετή αγρανάπαυση μετά το Εκατοστό Παράθυρο – χωρίς να υπολογίζονται, εννοείται, τα κινηματογραφήματα; Ο μόνος που βγάζει εδώ το κεφάλι του απ’ αυτό το τυχάρπαστο συνονθύλευμα είναι ο Horace Andy, παλιά καραβάνα των άλλοτε Μαστίφ Μάσιβ, τότε που με την θερμαινόμενη φωνή του ήξερε να ζεματάει τις ψύχρες της ρυθμ σέξιον. Δεν ξέρω αν οι συνθέσεις γράφτηκαν για τη φωνή του ή αν ο ίδιος τσίμπησε δικαιωματικά τις μόνες άξιες, αλλά τα Splitting The Atom και Girl I Love You είναι τα μόνα άξια λόγου κομμάτια. Το πρώτο βέβαια μοιάζει Yello μιας άλλης εποχής – α ρε Αιώνιοι Ελβετοί τι σπουδαία πράγματα κάνατε τότε – ενώ το δεύτερο έστω δίνει έναν ορισμό του δυσοίωνου M.A. ερωτοτράγουδου. Τα άλλα δυο κομμάτια που παίρνει πάνω του ο 3D, και περισσότερο το Atlas Air αναγνωρίζονται ως ορθολογικά massive μασήματα. Αλλά αυτές οι 90ς τεχνικές, σήμερα ειδικά με τα προχωρήματα του συγκεκριμένου ιδιώματος είναι ό,τι περιμένει κανείς από τους Massive του 2010;

Η Martina Topley Bird ισοπεδώνει οδοστρωτηριακώς δυο συνθέσεις (το Babel που παίζει σ’ έναν χιλιοπατημένο Warp δάπεδο, το Psyche σε ακόμα πιο παρωχημένες φόρμες) οκ, είναι του σιναφιού κι άντε να της πεις δεν παίζεις σήμερα, αλλά αδυνατεί να μαυρίσει τις συνθέσεις, ούτε καν λίγη κάπνα να ρίξει, δεν είναι ούτε η Sarah ούτε Nicolette (αν και για να πω την αλήθεια, πάντα ονειρευόμουν μια λεύκα τύπου Elen Allien στο γυναικείο κάθισμα της μπάντας). Τόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ένα αδαμάντινο μαυρολάρυγγο; Αν ναι, αφιέρωσε 5 μήνες στο επταετές σου πλάνο και ψάξτο.

Ο Guy Garvey των Elbow μάλλον θα έπρεπε να κρατήσει το κομμάτι για δικό τους δίσκο, καλώντας αντίστροφα τους δυο φίλους του ως guests, ενώ η Hope Sandoval αφού ξύπνησε από καμιά εκατοντάδα κομματιών όπου νυσταλεούσε και της κατέβηκε εδώ ν’ ανέβει λίγο πάνω στο ρυθμό, έπεσε πάνω σε ένα David Lynch κλίμα (εξ ου και οι υπόγειες συνδέσεις της σύνθεσης με Danger Mouse ως Λυντσόβιο επενδυτή κι ως παραγωγό του Blue God της Martina). Καμιά ελπίδα, Ελπίδα μου, αργά θυμήθηκες ν’ αλλάξεις.

Δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή – άλλωστε αυτοί εδώ ενδιαφέρονται περισσότερο για ένα βαρετό Σάββατο: το Saturday comes slow είναι που είναι αδιάφορη σύνθεση, γίνεται ακόμα πιο μηδενική με την φλατ φωνή του Damon Albarn. Τι δημόσιες σχέσεις έχει αυτός ο τύπος που τον καλούν κάθε λίγο και λιγάκι σε ηχηρές συμμετοχές (εξαργυρώνοντας έτσι και την προσωπική του τεμπελχανεία του όσον αφορά δικές του εκδόσεις); Στο ίδιο κλίμα το εναρκτήριο του TV-On-The-Radio Tunde Adebimpe. Την επόμενη φορά μόνοι σας παιδιά, αρκείτε και παραρκείτε. Τέρμα με τους σελεμπριτάδες! Έδωσα όχι 5 αλλά 25 βαθιές ακροάσεις του Heligoland και τίποτα δεν άλλαξε. Ας πάρουμε τον Horace Andy αγκαζέ κι ας φύγουμε από δω μέσα το γρηγορότερο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

03
Φεβ.
10

Μαργιάν Σατραπί – Κεντήματα

 

Η Σατραπί (1969, Ραστ, Ιράν) έχει μετοικήσει στην Γαλλία από το 1994 όπου ζει μέχρι σήμερα, αλλά είναι πολύ περισσότερο Ιρανή από τους εκεί φύλακες της ηθικής, εφόσον δίνει φωνή σε όλους όσους αδυνατούν να μιλήσουν και να ζήσουν ελεύθερα στην τερατώδη θεοκρατία που τους επιβλήθηκε, κοινώς εκφράζει απείρως περισσότερους συμπατριώτες της. Εισαγμένη στον χώρο των κόμικς από τον Γάλλο κομικίστα David B., τα ασκεί μαζί με την ζωγραφική και την γραφή κι έχει γίνει πλανητική δημιουργός, προσφέροντας τις συνεργασίες της με έντυπα και περιοδικά ανά τον κόσμο.

Μετά από την πλήρη εικόνα της δημόσιας ζωής που κομικοτέχνησε στα κορυφαία Περσέπολις 1 και 2 σειρά παίρνει η εντός των τοίχων ιδιωτικότητα των γυναικών: εννιά γυναίκες από τρεις γενιές σε ένα σπίτι μια μέρα του 1990 σε διαλογικό κύκλο, με συντονίστρια την οπιομανή, τριπλοπαντρεμένη και πάνσοφη γιαγιά, συζητούν οτιδήποτε τις καίει: έρωτας δοσμένος και σεξ το άγνωστον, γάμος «ιερός» και ψεύτικος, προσωπική ζωή και υποκρισία, παρθενία και παρθενορραφές – ιδού μια άλλη εκδοχή του «κεντήματος», πέρα από την οικεία οικιακή χειροτεχνία.

Οι απίστευτες ιστορίες που ανταλλάσσονται συνθέτουν όλες μαζί έναν οδηγό επιβίωσης σε μια κοινωνία ψευτοηθική, κομπλεξική, μισογυνική και ανδρο-μονομανιακή. Όμως καμία αίσθηση κατάθλιψης δεν εισχωρεί εδώ: το χιούμορ είναι ασεβές, ο κυνισμός τρυφερός και η αίσθηση μαυροκωμική. Η Σατράπι σκιτσάρει τις ηρωίδες της με ιδιαίτερη θεατρικότητα σε βλέμματα, εκφράσεις, κινήσεις, ορθοστασίες και μιμήσεις – διόλου τυχαία η ομάδα «Θείες» το ανέβασαν σε θεατρικό φεστιβάλ πέρσι στο Θέατρο επί Κολωνώ.

Το έγραψαν ο Κούντερα, ο Μανέα και τόσοι άλλοι: υπάρχει πάντα μια κωμική πλευρά στα καθεστώτα του ολοκληρωτισμού. Που σίγουρα δεν αναιρεί την τραγικότητα της καθημερινής του ζωής, αλλά προσφέρει αναγκαίες αναπνοές στο μυαλό, που άλλωστε ποτέ δεν περιορίζεται, όπως ποτέ δεν φυλακίζεται το εσωτερικό του κάθε ανθρώπου. Θα έπρεπε αυτό το βιβλίο να διανεμηθεί σ’ όλα τα σπίτια των απανταχού μουλα(ρα)δων για να δουν το φως το αληθινό, κοινώς τη φωτεινή αλήθεια.

Πριν είχα μικρό στήθος και μεγάλο κώλο. Μάλιστα κυρίες μου, πήγα και μου έβγαλαν το λίπος από εδώ και το έβαλαν εδώ. Τώρα έχω μεγάλο στήθος και μικρό κώλο. Πού να ξέρει κι αυτός ο ηλίθιος πως όποτε φιλάει το στήθος μου φιλάει τον κώλο μου.

Εκδόσεις Ηλίβατον, 2008, μτφ. Γεωργία Τσάκωνα, [Οικολογικό Αναγνωστήριο, 4], 138 σελ. (Marjane Satrapi, Broderies (Embroideries), 2003).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

01
Φεβ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 24. Νίκος Βλαντής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάμεσα στους συγγραφείς αναπτύσσονται εκλεκτικές συγγένειες, και τους συγγενείς του, ως γνωστόν, ουδείς τους επιλέγει. Αν έπρεπε να φτιάξω μια λίστα με διαχρονικούς συγγραφείς, αυτή θα συμπεριλάμβανε, σχεδόν αποκλειστικά, τους συγγραφείς της Ουτοπίας: Πλάτων, Τόμας Μουρ, Τομάζο Καμπανέλα, Φράνσις Μπέικον, Ετιέν Καμπέ, Τέοντορ Χέρτσκα, Ουίλλιαμ Μόρρις… Για συγχρόνους μου, δεν ξέρω. Νιώθω όλο και λιγότερο δέσμιος του αιώνα μου.

 Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Ο Οδυσσέας, ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Η απάντηση αποκλείει de facto σύγχρονα βιβλία× κατά τη γνώμη μου, εκεί, γύρω στον μεσοπόλεμο, και με τη συνεπικουρία των Τζόυς, Μούζιλ και Προυστ, η τέχνη του μυθιστορήματος φτάνει στο τέλος της, δηλαδή στην εντελέχειά της.

 Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαύμασα το έργο δύο συγγραφέων, που ανέδειξαν την τέχνη του διηγήματος ως αυτόνομο είδος, και διακριτό από το μυθιστόρημα ή την ολιγοσέλιδη ιστορία: του Άντον Τσέχοφ και του Ρέημοντ Κάρβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετών συγχρόνων συγγραφέων η πορεία με γοητεύει και περιμένω με ισχυρό ενδιαφέρον την εξέλιξη του έργου τους, κάτι που μου φαίνεται συναρπαστικό, γιατί δεν έχω την ίδια πολυτέλεια με τους αγαπημένους μου (πεθαμένους) συγγραφείς να τους παρακολουθήσω επί το έργον.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν έχω αγαπημένους ήρωες αλλά ήρωες που με έχουν στοιχειώσει: τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά, τους αδελφούς Καραμαζόφ, τον Μερσώ…. Παραπέμπω τον ενδιαφερόμενο στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο «Λήθη», όπου ζωντανεύει ένα σύμπαν αυτών (και άλλων) χαρακτήρων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Όχι, διότι οι ήρωές μου συνήθως αποτελούν σκιές του εαυτού μου, όψεις της ζωής που άφησα πίσω μου, δεσμευτικά πεπρωμένα που αποτίναξα, μονοπάτια που χάραξα για να μην τα περπατήσω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι, συνήθως γράφω στο σπίτι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πιστεύω στον προφητικό οραματισμό, την τέχνη που ασκούσαν συγγραφείς όπως ο Δάντης ή ο Ουίλλιαμ Μπλέικ. Γράφω ένα βιβλίο μόνο όταν διακρίνω μια δίοδο ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό× με την ελπίδα να την περάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Τελευταία, αισθάνομαι κορεσμένος από τη μουσική. Αναζητώ νέα ακούσματα× εις μάτην.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Έγραψα τον Αλκιβιάδη Δεσμώτη περιγράφοντας μια σιωπηλή επανάσταση που θα ’φερνε το τέλος του καπιταλισμού και της οικολογικής/ πολιτισμικής του κρίσης και θέλησα όσο τίποτε άλλο μέχρι τότε στη ζωή μου να εκδοθεί, πιστεύοντας ακράδαντα πως η επανάσταση που περιέγραφε θα συνέβαινε. Δε συνέβη.

Έγραψα το Writersland, Το νησί των συγγραφέων γιατί το τέλος του Αλκιβιάδη Δεσμώτη – η Ουτοπία μετατράπηκε σε Δυστοπία – με γέμισε απόγνωση, και θέλησα να εξερευνήσω μια καλύτερη συνθήκη για τη δυτική ανθρωπότητα. Ψηλάφισα τον 22ο αιώνα.

Έγραψα τον Μπάρτλεμπυ τον κομπιουτερά από δέος για τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά του Χέρμαν Μέλβιλλ. Μου φάνηκε συναρπαστικό να ξαναγράψω/ αντιγράψω/ εκσυγχρονίσω το βιβλίο του, άλλωστε κι ο ήρωάς του αντιγραφέας ήτανε.

Έγραψα το Greek Psycho γιατί αισθάνθηκα πάρα πολύ θυμωμένος με αυτήν εδώ τη χώρα, το διάστημα της προ-ολυμπιακής ευφορίας× μου πέρασε.

Έγραψα τη Λήθη επειδή ονειρεύτηκα πως βρέθηκα σε μια λίθινη ορεινή πολιτεία όπου ζούσαν μυθιστορηματικοί ήρωες, και θέλησα να μάθω τι σήμαινε αυτό το όνειρο. Τελικά έμαθα.

Δεν έχω αγαπημένο βιβλίο× ούτε κρατώ αντίτυπα των βιβλίων μου. Τ’ αγαπάω, αλλά σαν μέρη στα οποία δεν θα ξαναπάω, ανθρώπους που δεν θα ξανασυναντήσω, ηλικίες που δεν θα ξαναζήσω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; 

Το έχω ήδη κάνει (βλ. ερώτηση για τους αγαπημένους ήρωες).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω βιβλία που με βοηθούν να στηρίξω το βιβλίο που γράφω.

Τι γράφετε τώρα; 

Ολοκληρώνω ένα δοκίμιο με φιλοσοφικές αναφορές και θέμα τη σχέση των μελλοντολογικών μου οραμάτων με την πραγματικότητα× τη σημερινή και την προδιαγραφόμενη ιστορική συνθήκη της Δύσης.

Πώς βιοπορίζεστε; 

Ασχολούμαι αποκλειστικά με το Μαγικό Κουτί.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Αποφεύγω την ενασχόληση με τη λογοτεχνική κριτική, εννοώ να υπογράφω κριτικές αποτιμήσεις σύγχρονων βιβλίων, αν και, ενίοτε καταλύω αυτόν τον κανόνα για να γράψω ή να μιλήσω για βιβλία συγχρόνων μου που νιώθω πως αξίζει να προσεχτούν. Πρόσφατα, ανέλαβα τη συντακτική επιμέλεια ενός νέου περιοδικού για το βιβλίο που βγήκε από το Μαγικό Κουτί, της Litteraterra. Όλη μου η ενεργητικότητα κατευθύνεται πια στο Μαγικό Κουτί κι όσο για το γράψιμο, μέσα από την εμπειρία αυτήν τη συναρπαστική της έκδοσης βιβλίων, είναι που αναζητώ το επόμενο βιβλίο μου.

Δημιουργήσατε τον εκδοτικό οίκο Μαγικό Κουτί, με ιδιαίτερες εκδόσεις. Ποιες επιθυμίες επικράτησαν εδώ; Ποιους συγγραφείς ή έργα θα θέλατε την τρέχουσα στιγμή να εκδώσετε;

Μέσα από το Μαγικό Κουτί ξεθάβονται βιβλία που με βοηθούν να επαναπροσδιορίσω τις πολιτισμικές μου συντεταγμένες× αυτές που έχω κληρονομήσει ως άνθρωπος της εποχής μου. Η επιθυμία μου ήταν (ανέκαθεν) η γνώση του Κόσμου× με το Μαγικό Κουτί, ανακάλυψα πως, εκδίδοντας βιβλία, τη βιώνεις, την αποκτάς, την ενσαρκώνεις, ακόμη κι αν δεν τα έχεις γράψει εσύ. Δεν έχω/ έχουμε επιθυμίες, στο Μαγικό Κουτί, να εκδώσουμε συγκεκριμένους συγγραφείς. Αναζητούμε και εξερευνούμε το μαγικό στοιχείο (υπό την έννοια της χαράς της παιδικής ηλικίας, ή/ και της δύναμης να μεταμορφώνουμε την πραγματικότητα με βάση τις επιθυμίες μας) μέσα από τη λογοτεχνία× και κυρίως, μέσα από τη διαπραγμάτευση της δυτικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Σ’ αυτήν την αναζήτηση, ανακαλύπτουμε ενίοτε συνοδοιπόρους× ζώντες ή νεκρούς. Συμπορευόμαστε για λίγο, και μετά συνεχίζουμε ο καθένας το ταξίδι του.

Διατηρείτε παιγνιώδη ιστοσελίδα. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ιστοσελίδα έχω από το 2000. Μέσω αυτής, μου έχουν απευθυνθεί αναγνώστες.

Δημοσίευση και εδώ.




Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Blog Stats

  • 1.046.884 hits

Αρχείο