Αρχείο για Φεβρουαρίου 2010

28
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 52

Friedrich Christian Delius, Τα αχλάδια του Ρίμπεκ, εκδ. Ροές, 2004, μτφ. Αλεξία Καλανταρίδου, επιμέλεια – επίμετρο Τατιάνα Λιάνη, σ. 62 (Die Birnen von Ribbeck, 1991).

Στην ίδια ευθεία, ακριβώς στο τέλος των αγρών, υψώνονταν σωροί ολόκληροι τα σκουπίδια, που καθημερινά διογκώνονταν απ’ τα φορτηγά τα οποία έρχονταν από το δυτικό Βερολίνο, οι χημικές σας λάσπες ενώνονταν με τα δικά μας υπολείμματα των φυτοφαρμάκων στο μη στεγανοποιημένο έδαφος κι έφτιαχναν μια μάζα που κατέληγε στα υπόγεια νερά κι έπειτα στα ύδατα του ποταμού Χάφελ – εκεί κατέφευγαν όλοι οι αρουραίοι της περιοχής – κι έπειτα ανέβαινε στην επιφάνεια σε μορφή υδρατμών και σύννεφων σκόνης, ενώ το βαρύ μέταλλο πετούσε ανάλαφρο πάνω απ’ τα κεφάλια των γλάρων,

ποιος δε θα ’θελε να πετάξει, όπως οι γλάροι και τα κοράκια, πέρα απ’ αυτή τη γηρασμένη, δηλητηριασμένη γη, να ξεχάσει όλα τα τείχη, τα γερά εκείνα τείχη στα μακρινά σύνορα, τα ετοιμόρροπα στο ιπποστάσιο, να τραβήξει μακριά, πάνω απ’ τους αγρούς και τα χωριά, να ξαναγεννηθεί, να ξαναρχίσει και πάλι απ’ την αρχή ή να ξυπνήσει στ’ ανάκτορο, για μια και μόνο φορά στη ζωή του, πριν απ’ το μπουντρούμι των γηρατειών, να ζήσει στ’ ανάκτορο, …

Στην Χρύσα Γεωργακοπούλου
Advertisements
27
Φεβ.
10

Beach House – Teen Dream (Sub Pop, 2010)

 

Η ανιψιά του Michel Legrand ντύνεται με γαλάζια φορέματα, ποζάρει πάνω σε συννεφιασμένες ξύλινες γέφυρες, παίζει πλήκτρα με έμπνευση και τραγουδά με ερμαφρόδιτη φωνή. Ο Alex Scally αναλαμβάνει το πλήρες υπόλοιπο οργανιστικό μέρος της ομορφιάς. Τα σπίτια τους είναι όπου βρίσκονται οι φίλοι και οι τζαμοπαρέες, δηλαδή η Βαλτιμόρη και το πρώτο τραγούδι που τους έκανε γνωστούς έλεγε για ένα περιβόλι γεμάτο μηλιές. Από το 2006, δυο χρόνια μετά τον σχηματισμό τους, κυκλοφορούν δίσκους ανά δυο χρόνια (S/T, Devotion, παρόν – οι δυο πρώτοι στην Carpark), όλους ίδιους στην ομορφοσύνη τους: μελωδικοί, μελω-δραματικοί, δίνουν ένα τελικώς αληθές περιεχόμενο στον χαζούλικο όρο dream pop.

Η γαλλοθρεμμένη και κλασσικοσπουδαγμένη δεσποσύνη που μας παραδίδεται ολόκληρη με τις σπηλαιώδεις φωνητικές της χορδές και ο παιδικός της φίλος τριπλασιάζουν λοιπόν τις σαγήνες τους. Υπάρχει μια πλήρης γοητεία στον τρόπο που πολτοποιούν τις μαργαριταρένιες κιθάρες τους και τα χρυσοσκονισμένα τους πλήκτρα σε τραγουδισμένα γλυκίσματα, όπως υπάρχει και κάτι το νοσηρό και υπερομαντικό στο μούσκεμά τους σ’ αυτούς τους μουλτιδεαλιστικούς στίχους.

Αρχικά καταθέτουν προσφορά ένα κομμάτι που μας χρωστούσαν για χρόνια οι Galaxie 500 προτού βυθιστούν ολοένα και περισσότερο στην ενδοσκόπηση (Zebra) και κατόπιν ασημώνουν ένα κόσμημα με Neil Young γυαλιστικό (Silver Song). Ως μονίμως διαφωνών με τις επιλογές των σινγκλς δεν βλέπω τίποτα το κυκλοφορίσιμο σε Norway (Kate Bush ψιθύρισε κάποιος) αλλά ως επιρρεπής των εύκολων πλην μαγεμένων ακουσμάτων, υποχωρώ υποκλινόμενος στο Walk in the Park και την αυθεντική shoegaze ερωτοτροπία κιθαριστικών και πληκτρικών tremolos. To αληθινό shoegaze υπόβαθρο βέβαια βρίσκεται πιο κάτω κι ακολουθεί λαχανιαστά το κρεσέντο του 10 Mile Stereo, ένα κομψοτέχνημα που έχει θέση στον κατάλογο της καλύτερης 4AD

Διαβάζω τις γνώμες για τον δίσκο και χαζεύω και χαζεύομαι με τις ηχητικές διασυνδέσεις: Big Star, κάπως ναι, John Lennon, λίγο τραβηγμένο, 80s Synth Pop, σαφώς, Mazzy Star ή Hope Sandoval σόλο, στο κλίμα ναι στη φωνή όχι, Slowdive, κατά κάποιο τρόπο, Grizzly Bear, κατά άλλο τρόπο, St. Vincent, τι;. Ακόμα και Nico… όμως η Βικτωρία είναι μεν τραγουδίστρια – υπνωτίστρια αλλά χωρίς την τευτονική δωρικότητα της παγωμένης μας μούσας – εκτός αν εννοούν αυτό το αργόσυρτο τράβηγμα στο τέλος των λέξεων ή εκείνη την ατμόσφαιρα… Ατμόσφαιρα, να μια λέξη κλειδί για τους Beach House. Απεναντίας, οι παραπομπές στην Stevie Nicks (σε μια εντελώς σύγχρονη, ηλεκτρονικοποιημένη εκδοχή) και την dreamy pop εκδοχή των Fleetwood Mac έχουν κάποια βάση. Άλλωστε εκεί δεν έπαιζε φωνητικά και ο άλλος ά-φυλος λάρυγγας του Lindsay Backingham;

Τι σημασία έχει; Όλες αυτές οι επαναλαμβανόμενες, αντηχητικές κιθάρες και τα αραχνοΰφαντα back φωνητικά, όλα αυτά τα στοιχειωτικά, ναρκωτικά μελοδράματα και τα λόγια για εκείνον τον τρόμο «να γλιστρήσει ο άλλος απ’ το μυαλό» σου οριστικά και αμετάκλητα ή να τον συναντήσεις βιαστικά στο κλιμακοστάσιο της κόλασης κάνουν πάλι το θαύμα τους. Άλλα τρίβια: Η Legrand τραγούδησε το Slow Life από το soundtrack του Twilight: New Moon και στο Two Weeks των Grizzly Bear, ο παραγωγός των οποίων (αλλά και των Yeah Yeah Yeahs, TV on the Radio, Blonde Redhead) Chris Coady βρίσκεται μαζί τους για δεύτερη συνεχή κυκλο-φορά, ενώ η κανονική κυκλοφορία συνοδεύεται από DVD με βίντεο του κάθε τραγουδιού, γυρισμένο από διαφορετικούς σκηνοθέτες. Αν και όλα αυτά τα τραγούδια από μόνα τους πλάθουν τόσες εικόνες, που αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου για να δεις σκηνές και σκηνές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Φεβ.
10

Robert Knoth – Πιστοποιητικό Τσερνομπίλ 000358. Τέσσερις ζώνες πυρηνικής καταστροφής στην πρώην Σοβιετική Ένωση

Ο αριθμός του τίτλου ανήκει στην Λευκορωσίδα Άνια που από τα 4 της ζει μια «νέα» ζωή γεμάτη πόνο εξαιτίας του καρκίνου από το ατύχημα στο Τσερνομπίλ και αφορά το πιστοποιητικό που της εγγυάται δωρεάν φάρμακα και περίθαλψη. Οι 4 ζώνες του τίτλου αφορούν τις κυριότερες εστίες ραδιενεργής μόλυνσης με θύματα εκατομμύρια κατοίκους. Είκοσι χρόνια μετά το «ατύχημα» η πυρηνική βιομηχανία επανέρχεται δριμύτερη, ανεξάρτητα από τα εκατοντάδες συνεχιζόμενα πυρηνικά ατυχήματα, τις χωματερές ραδιενεργών αποβλήτων και τις «καταραμένες γωνιές του πλανήτη».

Τσερνομπίλ: 600.000 εκκαθαριστές στάλθηκαν στην σφραγισμένη ζώνη για να σβήσουν τα νέφη, να θάψουν χωριά, να καλύψουν τους δρόμους με νέα άσφαλτο. Τι απέγιναν όσοι δεν θάφτηκαν σε μολύβδινα φέρετρα για να μη μολυνθεί το έδαφος. Νότια Ουράλια, Μαγιάκ, «το πιο μολυσμένο σημείο του πλανήτη». Τα απόβλητα από την κατασκευή πυρηνικών κεφαλών χύνονταν στο ποτάμι – εξ ου και «η αρρώστια του ποταμού», ενώ μια δεξαμενή εξερράγη το 1957. Ο γεωργός που καθάρισε το ποτάμι ζει ακίνητος γιατί τα κόκαλά του έγιναν τόσο εύκαμπτα που σπάνε με την παραμικρή του κίνηση. Σιβηρία, Σεβέρσκ / Τομσκ-7, πόλη – έδρα της Κοινοπραξίας Χημικών Επιχειρήσεων της Σιβηρίας, μια από τις 50 κλειστές πόλεις – απαγορευμένες για επισκέπτες. Πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις για τους πυρηνικούς επιστήμονες, αλλιώς θα μεταγραφούν σε κράτη Τρίτου Κόσμου και σε «ξένες» βιομηχανίες όπλων μαζικής καταστροφής. Πολλαπλές κλοπές ραδιενεργών υλικών, ελάχιστοι φρουροί, δωροδοκήσιμοι. Ο καθηγητής και δημοσιογράφος που δημοσίευε σχετικά, πιέστηκε να σταματήσει, καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας του, απολύθηκε. Πεδία πυρηνικών δοκιμών στο Σεμιπαλατίνσκ: χιλιάδες στρατιώτες στάλθηκαν για έλεγχο αντοχής οργανισμού και εξοπλισμού και πέθαναν ταχύτατα.

Η Άνια περνάει την ζωή της στο κρεβάτι, εκεί δέχεται δάσκαλο και φίλους. Είναι πολύ αδύναμη για να κουνηθεί αλλά πρέπει να αλλάζει θέση κάθε 15 λεπτά για να μην «ανοίξει» το σώμα της. Οι γονείς πίνουν συνεχώς καφέ για να βρίσκονται ξύπνιοι δίπλα της. Ακόμα και στις επόμενες γενιές το ραδιενεργό καίσιο και το στρόντιο είναι αδύνατο να αφαιρεθούν από τα οστά. Αμέτρητα παιδιά αδυνατούν να συγκεντρωθούν ή να κρατήσουν κάτι στα χέρια τους ή έχουν ανύπαρκτη μνήμη, αμέτρητοι άνθρωποι απλά περιμένουν να εκραγεί η ωρολογιακή βόμβα που κουβαλούν μέσα τους. Κόσμος που ποτέ δεν ενημερώθηκε, έμεινε αβοήθητος στην αντιμετώπιση των συνεπειών, χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας.
Στα σφραγισμένα χωράφια βόσκουν γελάδια, το νερό όπου βράζεται το ρύζι έρχεται κατευθείαν από τα ορυχεία ουρανίου. Η ραδιενέργεια είναι αόρατη, άοσμη και άηχη αλλά βρίσκεται παντού.

Ο φωτογράφος Robert Knoth και η δημοσιογράφος Antoinette De Jong ταξίδεψαν σε Καζακστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία για λογαριασμό της Greenpeace και κατέγραψαν δραματικές ανθρώπινες ιστορίες που συνεχίζουν να διαλύουν ανθρώπους τη στιγμή που οι δικές μας αναμνήσεις τους ξεθωριάζουν. Επειδή στην Άνια και στις Άνιες αξίζει κάτι παραπάνω από ένας αριθμός πιστοποιητικού. Αυτό το βιβλίο δεν θα έπρεπε να είναι άγνωστο αλλά να βρίσκεται στην πρώτη προθήκη κάθε βιβλιοπωλείου. Ας γίνει μια εξαίρεση στο σχετικό «ενοίκιο» πάγκου για μια φορά.

Εκδ. Αιώρα, 2006, σελ. 80, εισαγ. Νίκος Χαραλαμπίδης (Ελλ. Γραφ. Greenpeace), τα έσοδα πωλήσεων σε Greenpeace (Certificate no. 000358 /Nuclear Devastation in Kazakhstan, Belarus, the Urals and Siberia, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Πρώτη φωτογραφία: H Annya Pesenko όταν ήταν καλύτερα. Δεύτερη φωτογραφία: Κυριακή απόγευμα στο Narodichi, Ουκρανία, λίγα χιλιόμετρα από την Ζώνη – 1. Ένα νεαρό αγόρι βουτάει στο μολυσμένο πεπρωμένο του.

25
Φεβ.
10

Χίλαρυ Μάντελ – Πέρα από το μαύρο

Πρόβατα με βρομερό μαλλί απ’ τα καύσιμα των αεροπλάνων και πυλώνες πάνω στα βοσκοτόπια: ένα σκηνικό ακριβώς σαν του Peter Greenaway. Στα περίχωρα του Λονδίνου, γύρω απ’ τους κόμβους της Μ25 και τις εισόδους της Μ3 και Μ4, απ’ το Χάμερσμιθ ως το Κίνγκστον ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα η παχύσαρκη, παντοιοτρόπως πληθωρική Άλισον, επαγγελματίας μέντιουμ, πομπός μηνυμάτων νεκρών προγόνων. Οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνονται σε ετοιμόρροπα κοινοτικά κτίρια των 60ς και των 70ς, των οποίων οι επιστάτες συνήθως ήταν οι χαζοί του χωριού, με χαλιά που κολλούν απ’ τη βρόμα και τοίχους με την μυρωδιά της μούχλας. Φυσικά στα μεγάφωνα ακούγεται το Dancing Queen.

Η Άλισον όμως επικοινωνεί κάλλιστα και με τον πανωκοσμικούς, ως αναγνώστρια των σκέψεων του κοινού της, γνωρίζοντας καλά τις τεχνικές σαγήνης και από-παρα-πλάνησης του: Απομονώνεις τις φωνές, διαλέγεις μία, αναγκάζεις τις άλλες να υποχωρήσουν έστω και με τη βία, γιατί υπάρχουν και στον άλλο κόσμο υπερφίαλα πλάσματα, μετά παίρνεις τη φωνή του πεθαμένου που διάλεξες και την ταιριάζεις με τον ζωντανό, με τα αυτιά που είναι πρόθυμα να ακούσουν. Και δίνεις στον κόσμο ένα σκούντημα, όχι τρόμο, απλά απαλύνεις τις αιχμές του φόβου και της δυσπιστίας. Δεν έχει σημασία που τα γούρικα οπάλια που διατείνεται πως είναι ρωσικά κειμήλια, ήρθαν αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου. Πόσοι από σας νιώθετε καμιά φορά ότι έχετε ικανότητες μεντιουμ;

Μαζί της στα επαρχιώτικα ξενοδοχεία η βοηθός της Κολέτ που μαεστρεύει όλες αυτές τις παραστάσεις και την σώζει σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές, ακόμα κι όταν την περιμένουν οι πελάτες την ώρα που φεύγει ξεπνοϊσμένη απ’ την πίσω πόρτα στα χλωμά φώτα ή το ψιλόβροχο. Εξουθενωμένη γιατί και η ίδια αισθάνεται τα τσιμπήματα των πεθαμένων και τις τσαντισμένες τους δαγκωνιές. Καθώς το αναπόσπαστο δίδυμο ή μάλλον τρίο (εφόσον η Άλ κατατρέχεται από ένα σαδιστικό και ενίοτε γραφικό αρσενικό πνεύμα Μόρις) περιοδεύει ανά τα κατάγκριζα και μελαγχολικά του πνευματιστήρια, ξεδιπλώνεται ολόκληρη η μικροαστική αγγλική ζωή απ’ τα θλιβερά προάστια, εκεί όπου τα πάρκινγκ βρίσκονται εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η πλατεία, ως τα καταθλιπτικά ξενοδοχειακά δωμάτια.

Οι δυο αντιστικτικά διαφορετικές και τελικά αλληλοεξαρτώμενες γυναίκες θα αρχίσουν να γράφουν ένα κοινό βιβλίο με τις πείρες τους κι εκεί θα ανοίξει το κουτί της θλιμμένης και βασανισμένης Πανδώρας: μνήμες, οικογενειακοί τραυματισμοί, ποικίλοι βιασμοί. To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό: όλοι εκείνοι που «βοηθούν» ψυχή τε και σώματι τους άλλους να ξεφύγουν από τα φαντάσματά τους, πώς διαχειρίζονται τα δικά τους; Μπορούν απλώς να ξεγελούν τον τρόμο τους με αυτή την ενασχόληση ή έχουν ελπίδες να λυτρωθούν απ’ τα δικά τους μαρτύρια;

Η ίδια η συγγραφέας έχει ομολογήσει πως η παιδική της ηλικία ήταν διάσπαρτη από άλυτες μεταφυσικές και σχεδόν εωσφορικές μνήμες. Και δεν εγκατέλειψε τα ερωτήματα που είχε από τότε: από πού πηγάζει ο φόβος, τι θέλουν τα στοιχειά του καθενός μας, γιατί οι παιδικές μας ηλικίες ήταν βουτηγμένες σε τρομώδη μεταφυσική. Αλλά δεν παύει να είναι μια τυπική βρετανίδα (γενν. 1952, επαρχία Μάντσεστερ), που έχει σπουδάσει καλά το εκλεκτό κι εκλεγμένο αγγλικό μυθιστόρημα (Γκρέϊαμ Γκριν, Μιούριελ Σπαρκ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άλασνταιρ Γκρέι). Γι’ αυτό κι έχει πάντα τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο χειρισμού της «άλλης» πλευράς: ρεαλισμός, μαύρη κωμωδία, πνεύμα και πνευματισμός, σπαρταριστή κριτική αλλά και κλείσιμο στο μάτι προς το ανεξήγητο.

Χάρη στο ιστορικό της μυθιστόρημα Wolf Ηall ταν εκείνη που φέτος σήκωσε το κύπελλο … Booker αφήνοντας απλά μετάλλια για τους J.M. Koetzee, A.S. Byatt, Sarah Waters. Προηγήθηκαν σπουδές στο Σέφιλντ, συζυγική ζωή σε Μποτσουάνα και Σαουδική Αραβία, πρώτο γράψιμο εκεί, ζωή από τα 20 της με προβλήματα σε πόδια και έντερα, ξεγλίστρημα από τα επιβεβλημένα … ψυχοφάρμακα και μια δεκάδα μυθιστορημάτων.

Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, 482 σελ., με σημείωμα της συγγραφέως (Hilary Mantel, Beyond Black, 2005)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

24
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Θεσσαλονίκη. Επιλογή κειμένων: Σάκης Σερέφας.

Ήδη από τον πρόλογο ο παιγνιωδέστερος των συγγραφέων μας Σερ Κυρ Σάκης Σερέφας είναι πανέτοιμος να ξεγυμνώσει την λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη: κάθε εργοτάξιο λεξιχρησίας, κειμενική γειτονιά και μικροπολιτεία τεχνημένων λόγων θα μας φανερωθεί εδώ, σε μια πλήρη κάτοψη της αλεξίλεξης πόλης.

Η σύναξη είναι πλήρης! Εδώ τα γεννήματά της, ο Τάσος Χατζητάτσης με τους ατέλειωτους Εσπερινούς του, ο Ανέστης Ευαγγέλου με τις περιπλανήσεις του, ο Αλμπέρτος Ναρ με τις μνήμες του, ο Δημήτρης Μίγγας με τα ενύπνιά του, ο Δημήτρης Δημητριάδης με τις φλογώσεις του, ο Γιώργος Δέλιος με τις μονολογίες του, η Σοφία Νικολαΐδου με τις ανεξάντλητες μικροϊστορίες της. Εδώ και η χορεία των ποιητών της πόλης – Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Ζωή Καρέλλη, Αλέξης Τραϊανός και Γ.Θ. Βαφόπουλος που την αποτύπωσε οριστικά ως Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα./Κοιμητήρι μ’ επάλληλους/πολυώροφους τάφους νεκρών,/που ροχαλίζουν. Παράμερα αλλά όχι απόμερα και άλλοι ξεχασμένοι πλην εκλεκτότατοι λογοτέχνες όπως ο Νίκος Α. Κοκάντζης και ο … μακεδονομάχος Γεώργιος Μόδης, και ακόμα βορειότεροι αλλά άλυτα αιχμαλωτισμένοι της, όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Αλέξανδρος Ίσαρης και ο Γιώργος Χειμωνάς που εδώ έψαχνε να εντοπίσει εαυτό και Πεισίστρατο, ο Τριαντάφυλλος Πίττας ή ο Γιώργος Καφταντζής.

Διαβάζω κι εκείνους που κάποτε γνώρισα ως ταπεινός τερματοφύλακας της μπάρας του Ερωδού της Διαγωνίου, περάσματος γραφέων και λογογραφέων, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη με τα συνεργεία του, τον Γιώργο Κάτο με τα νεκροταφεία του, τον Σάκη Παπαδημητρίου με τις ηχογραφήσεις του, τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους με τα οράματά του, τον Σταύρο Ζαφειρίου και τον Ηλία Κουτσούκο που θέλω να πιστεύω πως στον πάγκο μου εμπνεύστηκαν μερικές λέξεις τους (για τον «Αλκοολικό Χριστουγεννιάτικο Πεζοναύτη» του τελευταίου θα έβαζα και στοίχημα). Κι ένα τραπέζι πάντα για τον Κώστα Λαχά μ’ εκείνο το εκπληκτικό κείμενο για μια λέξη που έπεσε ανέλπιστα στο δρόμο, Κασσάνδρου και Πολιορκητού γωνία, αναστατώνοντας μια ολόκληρη περιοχή.

Κι έχω γίνει ήδη φίλος με πολλούς ήρωες που ξαναπερνούν από εδώ, τον Διαβασημέρη του Πάνου Θεοδωρίδη (από το αλησμόνητο «Τι Εφύλαγεν Αυτός ο Χαμαιδράκων;», από το οποίο αδυνατώ να επιλέξω ένα μόνο κείμενο), με τον Υψόφοβο και Υψιπετή του Δημήτρη Καλοκύρη και τον ερωτοχτυπημένο μ’ ένα απειρόκαλλο πλάσμα μια μέρα όπου όλα έμοιαζαν μ’ εκδρομή μέσα στην πόλη (Σάκης Σερέφας, Τελικά μπούτι ήταν). Στο πορνειακότατο Βαρδάρι ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης βλέπει πως «τα βαμμένα και βωμόλοχα γραΐδια, φάτσες παράξενες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ινδάλματα της οθόνης» και ο Έντμουντ Κίλι έφτασε στο τέρμα της αθωότητάς του αλλά ο Θωμάς Κοροβίνης αναγνωρίζει όλες τις μυρωδιές των αλλοτινών λαδάδικων και του παλιού σταθμού γιατί μ’ αυτούς χνωτίζονταν οι χαρακτήρες του.

Κείμενα από τις εκδόσεις της Διαγωνίου, του Εντευκτηρίου, της Εγνατίας, της Νέας Πορείας και του Παρατηρητή, του Τριλόφου, οι λεωφορειακές διαδρομές της Ζυράννας Ζατέλη από τον Σοχό «που θύμιζαν χορόδραμα και στροφοδίνη», οι βαλκανικές μυθιστορίες της Έλενας Χουζούρη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του καταξεχασμένου Άγγελου Δόξα και σύγχρονων εντόπιων όπως η Στέλλα Βογιατζόγλου κι ο Γιώργος Αδαμίδης, άλλοι που έζησαν και δημιούργησαν εδώ (Κάρολος Τσίζεκ, Μανόλης Ξεξάκης), αλλόπολοι όπως ο Γ. Θέμελης, ο Μάρκος Μέσκου κι ο Μίμης Σουλιώτης, αλλόγλωσσοι ποιητές που έγραψαν για την Θεσσαλονίκη (ανθολογημένοι ήδη σε άλλη Σερέφεια έκδοση), και σπουδαίοι συγγραφείς: Μισέλ Μπυτόρ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Πίτερ Μπύξελ και κάποιος Μπόρχες.

Από άλλους ξεχασμένους δρόμους πέρασε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εδώ ο Γ. Κιτσόπουλος συνεξέδωσε τον Κοχλία, στις ξενοδοχειακές ταράτσες του Καραγάτση ακούγονταν slow-fox και Stormy Weather, τις Νέες Φυλακές Κασσάνδρου μνημείωσε ο Τάσος Δαρβέρης. Δεν λείπει φυσικά η χορεία των αγιασμένων της: ο Πατέρας της Μητέρας Πόλης κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο αειδιάβαστος Γιώργος Ιωάννου, ο αλησμόνητος Τόλης Καζαντζής….

Ίσως πάλι, όπως γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάει, τελείωσε, η πόλη αυτή είναι αποφασισμένη να μην ξεφωνίσει ποτέ την κατάντια της. Μια πόλη ξεφωνημένη που φόρεσε ράσα για να το κρύψει μορφάζει αηδιαστικά σ’ όλη τη γκάμα της μιμητικής, υποκρίνεται όσα δεν είναι, ενώ όσα είναι, έχοντάς τα από καιρό θάψει στα θεμέλια των σπιτιών της, βγάζουν ένα τρομακτικό θόρυβο, σα να ’ναι μιλούνια οι ποντικοί που αλωνίζουν το υπέδαφος. Κανείς δεν τους βλέπει, κανείς δεν τους ακούει, αν δεν το θελήσει, κι όμως αυτά τα ποντίκια είναι ο κύριος λόγος της αγωνίας της. Κι ας κάνει πως τραγουδά, κι ας καμώνονται πως την τραγουδούν (…). Μια πόλη χωρίς υποσυνείδητο, χωρίς εφιάλτες και όνειρα, στερημένη τη δυνατότητά της να ερωτευτεί το μέλλον (γιατί τι άλλο μπορεί να ερωτευτεί μια πόλη;) λουφάζει, μετατρέποντας το μικρό σε μεγάλο και το αντίστροφο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2002, 2η εμπλουτ. έκδ. 2006, 471 σελ., φωτ. Άρις Γεωργίου, Καμίλο Νόλλας.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

23
Φεβ.
10

Τζορτζ Στάινερ – Errata. Ανασκόπηση μιας ζωής

Ποιο ποίημα θα μπορούσε να κλονίσει το Λευκό Οίκο, όπως κλόνισε τον Στάλιν το επίγραμμα του Μαντελστάμ;

Γιατί errata, «αμαρτημένα», «παροράματα»; Γιατί όσα ενδιέφεραν αυτόν τον τρίγλωσσο συγγραφέα, κοσμοπολίτη ερευνητή, διανοητή δοκιμιογράφο, συγκριτολόγο καθηγητή, κειμενοκεντρικό αναγνώστη και ουμανιστή πνευματάνθρωπο (γενν. 1929) πάντοτε αποτελούσαν σύμφωνα με τον ίδιο, παραφωνίες πολιτισμού και παραλειπόμενα κείμενα προσωπικότατου τόνου. Να τον πιστέψουμε; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στα δώδεκα αυτά εκτενή κείμενα που δεν αφηγούνται γεγονότα, αλλά σκέψεις του πάνω στα γεγονότα και στοχασμούς πάνω στη ζωή – και μόνο όσες αξίζει να μάθουμε, σε μια αυτοέκθεση κατά την οποία μιλάει ο ίδιος στον εαυτό του και όχι για τον εαυτό του, όπως προοιωνίζει ο μεταφραστής, ένας από τους ελάχιστους που βούτηξαν στην σταϊνερική γλώσσα χωρίς φόβο αλλά με πάθος.

Μια παιδική ηλικία που μετατράπηκε σε απαιτητική γιορτή, μια προνομιούχα νεότητα γεμάτη βιβλία, πολυπολιτισμικούς και πολυπολιτιζόμενους προγόνους, η ανεπανάληπτη λάμψη της κεντροευρωπαϊκής ζωής, το παράδοξο ενός κοσμικού ιουδαϊσμού που αναζητούσε εμβληματικές εγγυήσεις στη γερμανική φιλοσοφία, λογοτεχνία και μουσική, Βιέννη, Παρίσι, Νέα Υόρκη (καθώς αντιλήφθηκαν έγκαιρα τον δράκο του ναζισμού). Πώς έφτασε στις λέξεις; Ακούγοντας τον πατέρα του να διαβάζει Όμηρο: σαν τα σχέδια ενός ζωηρόχρομου μωσαϊκού σκεπασμένου με άμμο, όταν του ρίχνεις νερό, οι λέξεις, οι διατυπώσεις, απέκτησαν για μένα μορφή και νόημα…Και βρήκα τον πρώτο μου Όμηρο. Ίσως όλα τα υπόλοιπα να είναι απλώς μια υποσημείωση εκείνης της ώρας. (σ. 41). Ο φαταλισμός του Αχιλλέα τού έμαθε την ασημαντότητά μας – η σκληρή υπενθύμιση πως όλοι χρωστάμε στο θάνατο μια ζωή, κι ας ευθυμούσε ο Φάλσταφ πως χρωστάμε στο Θεό μια ζωή. Μαθητεία στον έρωτα και τον θάνατο από την Βερενίκη του Ρακίνα, στην απώλεια από τον Κλήρο του μεσημεριού του Κλωντέλ, στην έκφραση του κόσμου από τον Σαίξπηρ. Η εντολή του Απόλλωνα στο ριλκεϊκό ποίημα, Άλλαξε τη ζωή σου υπήρξε γι’ αυτόν η καρδιά του νοήματος μιας νέας ζωής.

Ποιος πέρα από μια χούφτα ποιητές και ειδικούς εκτός Γερμανίας και Ιταλίας, δοκιμάζει τα δώρα που έφτιαξαν για την ανθρωπότητά μας ο Χαίλντερλιν και ο Λεοπάρντι; Οι σειρήνες της διδασκαλίας και της ερμηνείας του ακούστηκαν όταν κάποτε κλήθηκε να βοηθήσει τους συμφοιτητές του: συζητώντας σε μια κουζίνα για το Χρυσό Κύπελλο του Χένρυ Τζέιμς τους ρώτησε αν είχαν προσέξει πως το όνομα της Φάννυ Ασσινγκχαμ συγχώνευε, κραυγαλέα, τρεις ονομασίες οπισθίων (anus, ass, ham), εμπνέοντας σιωπή και δέος!

Πλατωνιστής αναρχικός σύμφωνα με αυτοχαρακτηρισμό του, χωρίς ένταξη σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο αλλά πάντα στρατευμένος, πολύγλωσσος και πολυμαθής, τίμησε με τα κείμενά του τα Economist, New Yorker, Times Literary Supplement, New York Review of Books, Observer, δοκίμασε τα πάντα, οπτικές, κουλτούρες, σχολές και γραφές, αλλά δεν σταμάτησε να επιμένει: Όπως υποσχέθηκε κι ο Τρότσκι, ακόμα κι ένας Αριστοτέλης ή ένας Γκαίτε υπάρχουν για να ξεπεραστούν. Όλη αυτή η επιτομή της εδραίωσης των σταϊνερικών τόπων, με κείμενα αφιερωμένα στην γλώσσα, στον ιουδαϊσμό, στη μουσική, και φυσικά στον γραπτό πολιτισμό γίνεται με πλήρη λογοτεχνικότητα (και με ασύλληπτη σειρά επιθέτων!)

Άραγε υπάρχουν μειονεκτήματα στο να ταξιδεύει κανείς ανάμεσα στις γλώσσες, να είναι διπλός, τριπλός ή ακόμα και τετραπλός πράκτορας πέρα από τα σύνορα της ταυτότητας; Ορισμένες φορές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μόνο ο μονόγλωσσος ή το άτομο που είναι ασυμβίβαστα ριζωμένο στη μία και γενέθλια γλώσσα του θα έχει πρόσβαση σ’ όλη την έκταση και τα βάθη της. Η πραγματική ιστορία όμως της δυτικής λογοτεχνίας (και της φιλοσοφίας και των επιστημών) δείχνει στην αντίθετη κατεύθυνση. (…) Ο Μλίτον είναι απολύτως σπίτι του με τα ιταλικά∙ το ποιητικό βιβλίο που έγραψε το 1645, ίσως το πιο ολοκληρωμένο στην αγγλική γλώσσα, είναι πολύγλωσσο. (…)


Σήμερα, και με γοητευτικό τρόπο, ορισμένα ρεύματα στη λογοτεχνία είναι πάλι πολύγλωσσα, ακριβώς όπως ήταν σε όλο τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Ο Τζόζεφ Κόνραντ κι ο Όσκαρ Γουάιλντ, δίγλωσσοι στη δημιουργικότητά τους, περιθωριακοί και πλάνητες στη ζωή τους, παίζουν οργανικό ρόλο σ’ αυτήν τη στροφή. Ο Μπόρχες, ο Ναμπόκοφ κι ο Μπέκετ, για να αναφέρω μόνο τους επιφανέστερους, κινούνται ανάμεσα στις γλώσσες με τέλεια δεξιοτεχνία. Δεν υπάρχουν πολλά πρόσφατα αγγλοαμερικανικά κριτικά πεζά ή αναλύσεις για την ποίηση πιο στέρεα από του Ιωσήφ Μπρόντσκι. Η ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι μειονεκτούν κατά κάποιον τρόπο, ότι αποξενώθηκαν στη γλώσσα ή από τη γλώσσα που διάλεξαν, είναι καθαρή βλακεία
. (σ. 163-164)

Εκδ. Scripta, 2005, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, σελ. 302, (George Steiner, Errata: An Examined Life, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

22
Φεβ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 504 (Φεβρουάριος 2010)

 

Αφιέρωμα στον Ντον Ντελλίλο

Οι αμερικάνοι συγγραφείς πρέπει να στέκονται και να ζουν στο περιθώριο, και να είναι πιο επικίνδυνοι από ποτέ υποστήριζε ο Μπρονξογέννητος συγγραφέας των δώδεκα μυθιστορημάτων και των 2 θεατρικών του Λευκού Θορύβου και του Υπόγειου Κόσμου, τον οποίο μπορούμε εν τάχει να διατρέξουμε ολόκληρο χάρη σ’ ένα αφιέρωμα ασπροπρόσωπα επιμελημένο από τον γερό γνώστη του αμερικάνικου και εν γένει αγγλοσαξονικού μυθιστορήματος Λευτέρη Καλοσπύρο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν παρκαδόρος διάβαζε το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ και δεν έχανε λάιβ απ’ τους τιτάνες της τζαζ (που αναγνωρίζει ως μέγιστη επιρροή του, μαζί με τις ευρωπαϊκές ταινίες και τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό) ως την επιλογή ενός ροκ σταρ ως κεντρικού ήρωα στο Great Jones Street (έναν ύμνο στην κουλτούρα της ομφαλοσκόπησης του ροκ εντ ρολλ) και από την επιχείρηση διαχείρισης του άγχους (που αν υπήρχε το 2001 θα είχε γίνει σκόνη των πύργων) ως την ψυχεδελική μεσογειακή αίρεση στα εμπνευσμένα στην Ελλάδα Ονόματα και το προφητικό της Αλ Κάιντα Μάο ΙΙ, ο Ντελίλλο πήρξε ο κατεξοχήν «οπτικοακουστικός» πεζογράφος της υπερατλαντικής λογοτεχνίας, ένας συγγραφέας της κινηματογραφικής πρόσληψης της πραγματικότητας όπως γράφει ο Τάσος Γουδέλης. Εξετάζονται οι μετατροπές των πολιτικών δραμάτων σε καθημερινές αλληγορίες, οι μορφές της μαζικής υστερίας στο Υπόγειο Κόσμο, οι αποτυπώσεις συνωμοσίας, παράνοιας κι επιστήμης κι άλλες πτυχές των έργων ενός συγγραφέα που έγραψε και έπεισε πως η ιστορία είναι το άθροισμα όλων όσων δεν μας αποκαλύπτουν.

Ακόμη: φάκελος «παρεξηγημένα» χρηστικά βιβλία, απολογισμός ελληνικής πεζογραφίας 2009, συζήτηση με την Έλενα Χουζούρη σχετικά με τον αυτοεξόριστο ήρωα του πρόσφατου βιβλίου της κ.ά.

Δημοσίευση και εδώ.




Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728

Blog Stats

  • 994.770 hits

Αρχείο

Advertisements