Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 503 (Ιανουάριος 2010)

 

Η απόλυσή μου ήταν η καλύτερη τύχη της ζωής μου. Με έκανε να σταματήσω και να σκεφτώ. Ήταν η γέννησή μου σαν συγγραφέας.

Συμβολικά αυτοεξόριστος στο νησάκι Λανθαρότε των Καναρίων (ισπανικό έδαφος) ύστερα από την αντίδραση του Βατικανού και «πιστών» για το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο με διαρκώς ανοιχτούς λογαριασμούς με την Εκκλησία (π.χ. στο Περί θανάτου όπου οι άνθρωποι σταματούν να πεθαίνουν, η βιομηχανία που έχει στήσει ο χριστιανισμός γύρω από το θάνατο βραχυκυκλώνει), δηλωμένος άθεος σε έθνος Καθολικών, μέλος ενός σκληροπυρηνικού κομμουνιστικού κόμματος σε αντικομμουνιστική εποχή, αντίθετος σε ευρωπαϊκές ενώσεις και νομισματικά ταμεία, συμπαραστάτης Τσιάπας και Παλαιστινίων, με μοναδικούς δασκάλους τους ίδιους τους ήρωες των βιβλίων (ακριβώς την μαθητεία πλάι τους αφορούσε η ομιλία του στο Νόμπελ) ο Σαραμάγκου είναι όντως ένας «αντιρρησίας συνείδησης», όπως προσφωνείται στο αφιέρωμα με τα εξαιρετικά βαθιά κείμενα της Μαρίας Ξυλούρη και φιλική συμμετοχή Χάρολντ Μπλουμ.

Όταν με την Επανάσταση των Γαριφάλων στα 70ς η Πορτογαλία έχασε τις αποικίες της και από αυτοκρατορία κατέληξε φτωχή περιφερειακή χώρα, η «πορτογαλικότητα» έχασε το περιεχόμενό της και υπήρξε ανάγκη επανεκτίμησης της ταυτότητας και της ιστορίας των πορτογάλων. Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου κατέδειξαν την αμφισβητήσιμη κατασκευή που αποτελεί η Ιστορία, τις διορθώσεις που επιδέχεται, το πόσο αβέβαιη και ιδεολογικά διαχειρίσιμη είναι η ιστορική αλήθεια, την στενότατη σχέση της με την εξουσία, τις πορείες που θα μπορούσε να ακολουθήσει, τις εναλλακτικές αναγνώσεις της. Κι όλα αυτά με το ολότελα δικό του στιλ, μια πλημμύρα πρόζας με μουσικές προτάσεις ιδιόρρυθμης έως απούσας στίξης, μ’ έναν μόνιμο αφηγητή να μας μιλάει και να μας μπερδεύει, λυρικός, θεωρητικός, κουτσομπόλης και τρομακτικός, σε κείμενα ουτοπικά και δυστοπικά, υπερφυσικά και λογικότατα.

Και τι γίνεται μετά την απώλεια; Στο μαγνητόφωνο η καναδέζα θεατρική συγγραφέας Carole Frechette που βυθίστηκε στο θέμα με το έργο της «Το Κολιέ της Ελένης» που θα τιμηθεί από το «Τρένο στο Ρουφ». Σε ειδικό φάκελο, οι σύγχρονες τάσεις στο παιδικό βιβλίο. Φεύγουμε με τελεφερίκ, τη μόνη πρόσβαση για την βιβλιοθήκη της Μεντεγίν, πάνω από τραγικά φτωχές, μα πάντα χαρούμενες συνοικίες της.

Μένουμε με την εικόνα από την Πέτρινη Σχεδία που τόσο σόκαρε πλείστους αναγνώστες: η Ιβηρική χερσόνησος αποκολλάται από την Ευρώπη και ταξιδεύει στον Ατλαντικό για να γνωρίσει άλλους πολιτισμούς – όχι αποικίες – και η αναγέννηση πρωτοφαίνεται στις ταυτόχρονες εγκυμοσύνες των γυναικών, ενώ η γερασμένη Ευρώπη μένει ακίνητη. [128 σελ.]

Θα ήθελα να με βλέπετε σαν κάποιον που με τον καιρό εξελίχθηκε σε συγγραφέα που …κατέληξε να επιστρέψει στην ίδια τη γη τη χούφτα τα κουκούτσια που μάζεψε στη ζωή, με την ιδέα ότι η νέα σοδειά μπορεί να προκύψει μόνο μέσω της ανανέωσης των διαφορετικών γενεών και των εμπειριών τους, όπως και της ζωντανής σύγκρουσης μεταξύ των έργων του χθες και των έργων του σήμερα.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη